: Η Δημοτική Δημιουθήκη, σε συνεργασία με τον πολιτιστικό όνειρο Ξερουλυγάδου, παρουσιάζουνε σήμερα το ημερολόγιο του Ξερουλυγάδου box, που έχει σαν θέμα την υφαντική των βλάχων αρμάνων. Η υφαντική είναι από τις πρώτες τέχνες στην ιστορία του ανθρώπου. Τα ευρύματα των αναστακών μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η υφαντική είναι γνωστή από τα προησορικά χρόνια σ' όλους τους γνωστούς πολιτισμούς της Μεσογείου, της Κεντρικής Ασίας, της Συνδίας, της Αποανατολής. Με τη δημιουργία του υφάσματος ο άνθρωπος κατοίχε βασικές ανάγκες του, κατέβακε βασικά από το κρύο αλλά και στολίσει το σώμα του και το χώρο που κατοικεί, καθώς η υφαντική, πέρα από τη χρησιμοτητά της, είναι η κύρια τεχνική με την οποία ο άνθρωπος έδωσε και έκφραση στο καλλιπερνικό του συνέστημα. Όπως τα αρχαία χρόνια έτσι και στη νεότερη Ελλάδα, οι γυναίκες υπέμουν γιατί πρέπει να ετοιμάσουν όλα τα απαραίτητες στην οικογένεια, υφάσματα για τις φορεσιές, υφαντά για τις ανάγκες του σπιτιού, σεντόνιμα, ξυλάκια, βελέντζα, σκυλίδια, κουρτίνες, προσώψια, τραπεζομάτιλα, αλλά και τα υφαντά που είναι απαραίτητα για τις καθημερινές ασχολίες, όπως τα σακιά για τη μετάφορα του προϊόντου, τις τσαδήλες για το στράγισμα του τυριού, λαδοσάγια για τα ηλεοτριβία κλπ. Όπως τα αρχαία χρόνια έτσι και στη νεότερη Ελλάδα, η υφαντική κατέλαβε εξευολιστή θέση ανάμεσα στους κλάδους της ελληνικής λαϊκής τέχνης, ενώ η διαδικασία και τα όργανα της ετοιμασίας της κλωστής και του λιπανιού πήραν συχνά μεταφυσικές προεκτάσεις και συνδέθηκαν με διάφορες λαϊκές μαγικοθρησκευτικές παιχνικές και δοξασίες. Η υφαντική είναι όρους γενικός και αμφύσιμος. Περιλαμβάνει τη συγκεκριμένη τεχνική της ύπατσης, δηλαετή της διαβλοκής των ημάτων για την παραγωγή του εμβήματος, αλλά ταυτόχρονα δηλώνει και ολόκληρο το σύνθετο κύκλο παραγωγής των υφασμάτων, περιλαμβάνοντας, δηλαδή, και διάφορες επιμέρους τεχνικές, όπως είναι η βαχτική και η νηματουργία. Οι πληροφορίες που διαμορφώνονται μέσα από τη μελέτη του υλικού μαρτυρούν ότι από πολύ νωρίς στον ελλαδικό χώρο υπήρχε συσσορευμένη γνώση η οποία αφορούσε τα διάφορα στάδια παραγωγής των υφασμάτων η οποία επέτρεπε την άσκηση διαφόρων μορφών ελέγχου πάνω σε αυτά. Οι πληροφορίες που εξάγονται αποκλειστικά από τις αναπαραστάσεις, από όλες, δηλαδή, τις μορφές της τέχνης όπου αποκλωσούνται τα διάφορα είδη των αρχαίων εμβημάτων. Κατά συνέπεια, οι πληροφορίες που διαθέτουμε για τη τεχνολογία της υφαντικής διαδικασίας προέρχονται όχι μόνο από τα υλικά κατάλυπα όπως είναι τα σφοντίλια ή οι άκνηθες που σώθηκαν στον χρόνο λόγω του άφθαρτου υλικού τους αλλά και από τις προαναφερθείες της πηγές της τέχνης. Η όλη διαδικασία για την παραγωγή ενός υφαντού ξεκινούσε ουσιαστικά από την κουρά των προβάτων και την ταλασιογεία ενός δεύτερος στάδιο αφορούσε την ύση, το στήσιμο του αργαριού, το στιμώνιασμα, την ύφανση του υφαντού και τέλος την υπεξεργασία των υφαντών σε ειδικά εργαστήρια τακναφία. Τα ενδύματα και τα υφαντά είναι το τελικό προϊόν της ύφασης και είναι άμαστα σχετιζόμενα με την ταυτότητα, την κοινωνική θέση, την ιβεολογία και το φύλλο. Η μεγαλύτερη άνθρωπη σύνδυση ελληνική φαντική συμπήρτη με την εποχή της γενικής αναγέννησης του ελληνισμού και καλύπτει τον 18ο και 19ο αιώνα. Η τέχνη, αν και ξαπανέταθα η γυναικία και η υγειακή, εξελίσσεται κατά την εποχή αυτή σε οργανωμένη ανδρική βιοτεχνία, που δεν περιορίζεται μόνο στην εξυπηρέτηση των σωστικών αναγών και απαιτήσεων, αλλά ανταποπρέπει και σε πλατιές επορεγματικές και εξαγωγικές απαιτήσεις. Τα υφαντάφτα κατασκευάζονται σε εργαστήρια, κυρίως με την καθοδιοποίηση των συντεχνιών. Οι συντεχνίες συντονίζουν και οργανώνουν την παραγωγή μιας ολόκληρης περιοχής και είναι υπεύθυνες για τη διάθεση της εγχώριας παραγωγής στο εξωτερικό. Από τις αρχές του 19ου αιώνα, οι μεγαλέμποροι των υφαντών ενθρίγουν εμπορικές εταιρείες να αντιπροσώπουν σε πολλά μέρη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, στη Βιέννη, στην Εντεία, την Τεργέστη και σε άλλα κέντρα του διεθνού σεχωρίου της εποχής. Σε ολόκληρη σκεδόν τη χώρα, από τη Θεσσαλία, την Ήπειρο, τη Μακεδονία, Χράκη, Επτάνησα, νησιά του Αιγαίου και Κρήτη, θα ανασκευάζονται υφαντά από όλα τα υλικά, μάλι να ελληνά, βαμβακερά με τα εξωτά, ακόμα και χρυσόήφαντα, που γίνονταν άρπαστα, όχι μονοσταστικά κέντρα της Ελλάδος, αλλά και στις αγορές της Πύσης και της Ανατολής. Τα έργα της υφαντικής διακρίνονται κυρίως για τους χρωματικούς συνδυασμούς τους και το γλούσιο διακοσμητικό και το γλούτο των διακοσμητικών θερμάτων. Τα χρώματά τους είναι συνήθως βαμβαίνουν με φυτικές προοριστικές υφουσίες, είτε από λύνες, φυτά, καρπούς, φύλλα, φυτών κλπ. Και δίνουν σε ελληνικά και ελληνικά αρμονικές συνθέσεις. Απαραίτητο εξάρτημα για την ύφαση των κάθε λογίες υφαντών, που δεν έλειπε από κανένα σπίτι, ήταν οξύλινο σαργαλιός. Από άποψη τεχνικής τώρα, τα πιο διαδεδομένα υφαντά είναι τα κυλίνια, οι φλοκάτες, τα σκουλάτα, τα αντίμητα κλπ. Οι τεχνικές και αισθητικές παραλλαγές που απαντούν τα διάφορα υφαντά της γυναικείας χειροτεχνίας στην Ελλάδα είναι πολλές. Κάθε περιοχή, ακολουθώντας ιδιαίτερη καλλιτεχνική αντίρρυψη, δημιουργεί και την δική της ξυπολική παράδοση. Ωστόσο, το τοπικό χρώμα συχνά νοθεύεται ή και βλουτίδεται με στοιχεία που μεταφέρουν οι επιγραμμίες, οι μετακινήσεις, οι εμπορικές συναλλαγές, αλλά και οι ξένες επιρροές, ανατολικές και δυτικές, που αφομιωμένες και αναπλασμένες χαρακτηρίζουν την ελληνική λαϊκή τέχνη στο σύνολό της. Τα κίνητρα της διάκοσης οικιακής υφαντικής είναι κυρίως η κατασκευή της φορεσιάς, πιο πρακτικός και διακοσμητικός εξοπλισμός του πληθυού. Έτσι, τα έργα της εφερειάζονται άμεσα από τις αντιματολογικές πυκυλίες, την κοινωνική οργάνωση, το κλίμα και την διαμόρφωση των εσωτερικών χώρων της λαϊκής αρχιτεκτονικής καθετόχου. Από τα περισσότερα και πιο εντυπωσιακά έργα της νεοελληνικής υφαντικής, από όλοι τα δεμένα, όπως τα έργα της κεντρικής, είναι με την εσωτερική διαμόρφωση του κορεϊλαδίτικου ή του αγιοπελαγίτου κοσπιτιού και είναι τα γνωστά χράνια, τα πέτες, τσακόπανα, μπάντες για τον τύπο, βελέτζες κλπ., που στολίζουν τους εσωτερικούς τύπους. Δεν σας κουράζω άλλο, όταν μας βρίσκεται ο Πρόεδρος του Πολιτιστικού Ομήνου του Σερ-Ολιμβάδου, ο Αμπορστόλης της Χιαμήτρος, που θα χαιρετίσει την εκδήλωσή μας. Ευχαριστούμε πάρα πολύ. Καλησπέρα σας. Ο Πολιτιστικός Ομήνος της Σερ-Ολιμβάδου, τα μέλη και οι πύλη σας καλωστορίζουν στη σημερινή μας εκδήλωση, όπως κάθε χρόνο έτσι και σήμερα σας προσιάζουμε το τέταρτο σειρά, το τρίτο στη σειρά, ημερολόγιο του συλλόγου μας. Έχει γίνει μια εργασία πολύ καλή και θέλω να πω εδώ ότι πρέπει να είναι και το καλύτερό μας ημερολόγιο, όπως έχουν κάνει και είναι και συλλεκτικά όλοι. Για περισσότερες λεπταίες θα σας πω το τραγούδι το οποίο σας εξηγήσει, γιατί έχει κάνει μια πάρα πολύ καλή εργασία με τον Αντώνυ τον Κουσμίδη. Ευχαριστούμε πάρα πολύ. Εδώ θέλω να ευχαριστήσω την παρουσία του πατήρ Γεώργη, που μας έχετε κάθε φορά και μας τιμήνει την παρουσία του, με τον κύριο Ρέστη Συντρόπουλο, τον πρόεδρο του Συλλόγου Λάκων Ρέρια στον Δημήτη Ζαμπίσκο και όλους εσάς, το τιμήνατο χορετικό τιμήμα του συλλόγου μας, του ομίλου μας και όλους όσους έχουν και τον κύριο Τάσο Βασιάρι, ο οποίος ασχολεί σε κάθε εκδήλωσή μας και σε κάθε εργασία μας ό,τι προκύψει, είναι ο πρώτος που παρουσιάζει και με βοηθάει όσο του καλύτερο μπορεί. Εδώ θα ήθελα να αφιερθώ ότι ο πολιτικός ομιλός ξολυβάτου, πέραν τις όποιες ερωταστικές εκδηλώσεις επάνω στο ξολύβο, το πανέμανο ξολύβο που γίνεται κάθε χρόνο με την ομμασία γιορτές Βελμίου, οι οποίες συνεχίζονται και στην Πολυσβέλη, οπότε μετά από την παρουσίαση των εργασιών μας, έχουμε στις 10 Ιανάρη την κοπή της πίτας και τον εντύσσιο χώρο μας. Στη συνέχεια, έχουμε προγραμματίσει κάποιες εκδηλώσεις, ένα χορευτικό, μια χορευτική βραδιά στην Πολυτσβέλη, θα σας πούμε τις εμπορμηνίες και τον τόπο, όπως και μια εκδήλωση στον χώρο τεχνών, που θα εμειωρωθείτε και τα φώτα. Είναι μια πολύ καλή γιορτή και ενόνιασουμε την αρχή της περίοδου του 2016 για τις συμμετέχειτες εκδηλώσεις που θα γίνουν και στη Βέρεια και στον κόσμο παρέμβατο της Εωρίας. Θα δώσω τον λόγο στον Γιάννη, ο οποίος θα μας συμβεί. Εγώ δεν θα σας αποσπολίσω για πολύ γύρω στο αερακάκι, πρέπει να κάνω κάποιες κουβέντες. Δεν θα αναγνώσω αυτά που με τόσο γραφειότητα και βαθιά γνώση έγραψε στο παρόν ημερολόγιο του Ψιρουλιβαδιώτης και συγχωριανός μας ομότυπος καθηγητής Βροσολίος του Αριστολίου Παρεμπιστονίδης Αμούσιος Αντώνιος Τουμπούκης. Άλλωστε θα είναι ένα κίνητρο για να τα διαβάσετε εσείς με προσοχή. Απλά θα κάνω μια συνοπτική αναφορά τους, αφού πρώτα επιχειρήσω να περιγράψω συνοπτικά την κουρά, την επεξεργασία του μαντού και την ύμφαση από τη μεριά των βλάκων. Στο τέλος θα δούμε σε διαθάνειες τις φωτογραφίες που επιλέξαμε για το ημερολόγιο. Η κουρά ή ο κούρος, λαττούντιρή λέμε στα βάχικα, των βλάκων και γυμνιών γινόταν την άνοιξη στην αρχή του ξεκαλοκαιριού. Ήταν μια σκληρή και επίπολη εργασία και όπως ήταν φυσικό έπρεπε να γίνει για την αναπούψη και την υγιεινή των ζώων λόγω της αίσθησης. Ο κούρος έμειας γενικά με πανγγύρι, ήταν η μέρα γιορτής και χαράς. Ο κάθε κτυνοτρόφος καλούσε τους φίλους και συγγενείς του να τον βοηθήσουν σε αυτό το δύσκολο έργο. Προηγούνταν βέβαια το κονοκούρισμα, σουλιάρι στα βλάχικα, το κούρισμα δηλαδή στην ουρά και στα πίσω πόδια στην αρχή της άνοιξης, ενώ στις αρχές του καλοκαιριού, τον Ιούνιο, γινόταν η ολική κουρά, ο μεγάλος κούρος. Το πρώτο μαλία, το πρώτο κουρέμα ήταν χαμηλής ποιότητας, γιατί ήταν κοντό, ενώ το δεύτερο, στην ολική κουρά, ήταν το καλό γιατί ήταν πιο μακρύ και στρωμένο. Κάθε κοπάδι κουράδουναν ξεπολιστά με την ακόλητη σειρά. Κομμάτια της περσινής χωριάς και στέφτες προβατήδες, ζιγούρια, λαδάρια και τέλος αρμιά της ίδιας χωριάς. Επίσης, το ερθυνόπωρο, πριν να πάνε στα χημαδιά, χτουπιζαν τα πράγματα, δηλαδή ψαλίδιζαν τα κοντά μαλλιά που σκέπαζαν την κοιλιά, την ουρά και τα ποδάρια. Στην κουρά, οι άντρες κυρίως πρωτοστατούσαν, ενώ οι γυναίκες βοηθούσαν μαζεύοντας και αποδικαίμοντας τα μαλλιά, το μαλίνα, στα πλάικα, λέγεται λουρέμνα, με το οποίο θα δημιουργούσαν μετέχτρα μια μεγάλη επικοιλία από μάλινα υφάσματα. Ο κούρος ήταν δυσκολότερος απ' αρμένια. Συγκεκριμένα το προφητούσαν στη στρούγγα από 50 με 60 πρόβατα ή γύρια. Και οι κουρευτάδες κάθονταν στην έξοδο της στρούγγας στο στρογγόνιβρο, λασκάμινο στα βλάκια, και έπιαναν ένα ένα τα ζώα, τα ξάπλωναν κάτω και τα κούρευαν. Παράλληλα, οι γυναίκες μπάζευαν τα κλοκάριλα, στα βλάκια το λένε μπάσκα, είναι η ποσότητα μαλλιού ενός προβάτου, των μαλλιών και τα αποθήκευαν σε σωρό στους βοηθητούς χώρους τους, αφού πρώτα τα ξεχωρίζαν ως προς το χρώμα. Τα γύρια τα κούρευαν μόνο μία φορά το χρόνο με το τραβού ψάλιδο, και αυτά κουρεύονταν δυσκολότερα απ' τα πρόβατα. Τα πρόβατα τα κούρευαν άσχελα, ενώ τα γύρια όρθια και με ειδικές ριχάλες. Τα φυσικά χρώματα των κουρών δεν τα έβαφαν γιατί δεν τα πιάνει η βοιά. Παλιότερα, όσοι δεν είχαν ειδικά τους ευοπρόβατα, χειριοδεκτικά, παρακαλούσαν να τους καλέσουν σε κουρές. Ο λόγος ήταν ότι σαν ανταμοιβίδους, εκτός από το φαγοκόκι, έπαιρναν και τα μαλλιά ενός προβάτου. Με τη συγκέντρωση κλοκαριών από πολλές κουρές, εξασφάλιζαν το μαλλί για την κατασκευή των διαφόρων ειδημάτων και υφαγδών που χρειάζονταν για την οικογένεια. Κατόπιν, οι γυναίκες ξεχωρίζαν τα κλοκάρια σε δυο κατηγορίες. Σε αυτά που θα κρατούσαν για τις ανάγκες του σπιτιού και σε αυτά που θα έβριναν για κούρινο. Μια άλλη κατηγοροποίηση των κλοκαριών γινότανε με βάση το είδος του υφάσματος που ήθελαν να κατασκευάσουν. Στην διαλογή των μελών, αλλού έβαζαν τα πιο μακριά, που ήταν για στιμόνι, «ουστούρε» λέγεται στα λάχτια, και αλλού τα πιο κοντά και μαλακά, τα ρούντα, που ήταν για υφάδι, «τραμ» στα πλάκια. Και όλα τα φάσανε σε τσουβάλια, χαράγια. Το μαλλί που έβγαινε το τοποθετούσαν σε καζάλια και το ζεμάτιζαν με ζεστό νερό. Αφού το άφηναν να μουλιάσει το έβγαζαν και το μετέφεραν μέσα σε πανέρια στη βρύση ή στο ποτάμι, όπου το ξέπαιναν με άφθονο νερό. Το πλήσμον στα λάχτια λέγεται λάρια. Το καθάρισαν και το κρυμούσαν να σκραγγίσει και να στεγνώσει στους φράκες. Κατόπιν, σειρά, είχε το ξάσιμο ή γκρένισμα. «Σκρμινάρε» λέγεται στα λάχτια, δηλαδή η διαδικασία με την οποία έξαιναν το μαλλί με τα δάκτυλα και έβγαζαν από αυτό οτιδήποτε παράσιτο. Με αυτόν τον τρόπο το μαλλί γινόταν αφράτο και μαλακό για να περάσει στην επόμενη φάση αυτή του λαναρίσματος. Παλιότερα που δεν υπήρχαν λαναράδες, οι γυναίκες λαναρίζανε το μαλλί με ένα ειδικό εργαλείο, σκάμνολο. Ήταν ένα παραδοσιακό χειρονακτικό οδοντοκό σκαμνί. Το γιδόμαλο κρπρινί, που προορίζουνε για κάποιες και σκληρά εφάσματα, τις σάσμας δηλαδή, με λίγο πρόβειο μαλλί το βράδυ το στιβάζανε σε ένα ξεχωριστό οδονάτιο στο σπίτι. Ήταν μια προεργασία του γιδόμαλου να συμμαζευτεί λίγο περισσότερο και μετά το βάζανε στο σκάμνολο. Ωστόσο, τελευταία ο κύριος όμως του μαλλιού πήγαινε στο λαναρά. Τα τελευταία πρόοδια σου, λίγο ελπίζω. Όχι, τώρα δεν είναι τα τελευταία όσο τα νυχαίνουν. Αφού παίρνε το μαλλί καταπάλλες από το λαναρά, με το λαναρισμένο του δένου μαλλί σε τουλούδες, κάερου λέγονταν, ανοιχτό μαλλί, για να ακολουθήσει το γνέσιμο τουρτσάρε, στα λάχικα. Η κατασκευή δηλαδή του νήματος. Τα μακριά μαλλιά τα έλεθαν στη ρόκα, το λένε φούρκα, και τα κοντά στο τσικρίκι τράμα. Με τη ρόκα και το αδράχτη γλέθανε συνήθως τη λεπτή και γερή κλωστή που προορίζονταν για σθυμόνι και φλόγο στον αργαλειό, ενώ στο τσικρίκι έλεθαν την πιο μαλακή και χοντρή κλωστή που προορίζονταν για εφάδη. Κατόπιν τηλειγάδιαζαν το νήμα στο τηλειγάζι, λησκετόρο στα βλάχικα, ένα ξύλο μακρύ, μια περίπου πύχη που έχει διχάνες στις δύο άκρες του. Με αυτόν τον τρόπο γινόταν οι θυλιάς, οι κούκλες, οι κελεύτες, άξιβες στα βλάχικα, του νήματος. Πολλές φορές αντί για τηλειγάδι χρησιμοποιούσαν το χέρι τους για να μαζέψουν τη θυλιά. Πολλές φορές που μάμουν με το αδράχτη, περνώντας τη κλωστή από τον αγγώνα, στη ριχάλα από τον γύρι, με τ' άλλα δάκτυλα. Το νήμα βάφωναν σ' αυτές τις θυλιάς και με την αδένη το κάνανε κουβάρι. Όπως είπαμε, τα νήματα πήγαιναν για βάψιμο, βέβαια, μόνο όσα ήταν από άσπρα μαλλιά, τα φυσικά μαύρα, τα λάια δηλαδή, δεν βάφωναν που και τα καστανόχρωμα. Όσα νήματα προορίζοναν για τον αργαλιό, αρεσβό είναι για τον αργαλιό, έπρεπε να υποστούν τη διαδικασία του στιμονιάσματος ή ιδιάσματος, ουρτζιτούρια στα δάκτυλα, που ήταν πολύ γραφική και ομαδική διαδικασία. Χρειαζόταν έμπειρες γυναίκες, καθώς απαιτούσε ακριβείς υπολογισμούς. Το στιμόνι, με απλά λόγια, είναι μάλινο νήμα, που αποτελεί τη βάση για όλα αυτά τα υφαντάκια και το μαζεύανε στο αντί, σούλ, πριν να πάει στον αργαλειό του. Η τέχνη του αργαλιού, ότι τούσα οι ειδικές γλώσσες και την συνεργασία πρών και νύπρον και δεν θα προχωρήσω στην ανάλυσή της, γιατί από τη μία αδερφή είναι μια περίπτωτη διαδικασία και από την άλλη από μόνη της αποτελεί μια ειδική μελέτη. Πάνω σε αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι γυναίκες κατάφεραν με τον αργαλιό να φτιάχνουν αριστουργήματα. Όλα τα υφάσματα γινόταν στον αργαλιό στρώματα, κουβέρτες, τροβάδες, εντώνια, κάπες, θαλαγάνια, βελέντζες, φουλοκάτες, μαξιλάρια, προσκέφαλα, δούσκες, χωρίς φλόγο είναι αυτό, σκεπάσματα για τα καπούλια των ζώων πίσω από το Σαμάρι, κρπέρτς το λένε, ράμια κεφαλής, αυτό είναι στο Μέτσοβου, κυλίμια, μπάντες, πατάκια, καλύματα κρεβατών, μπερδέδες, μπουχάραποδιές, και αυτές είναι ποδιές στο τζάκι Μέτσοβου. Στο αργαλείο αυτής υφαίνονταν και το δίμητο, αδίντου το λένε, ή σαγιάκι, ένα χοντρό μάλινο ειδικό ύφασμα για τα ρούχα των αντρών. Το αδίντου μπορούσε να ήταν άσπρο, μαύρο, μπλε, σκούρο, βινιούτ, με δίμα πολύ, πολύ λεπτό. Στον αργαλείο ήφαναν και το αβαλό άσπρο ύφασμα για τα σπάργανα των μωρών, για τις φούστις των γυναικών, και για τις φανέδες των αντρών, το κατασάρπι, λένε. Γενικά, ό,τι είχε σχέση με τις συμβιμασίες, φτιάχναμε στον αργαλείο. Όλα αυτά δεν ήταν ακόμα έτοιμα και κατά λέγανε χρήση, εάν δεν περνούσαν από το τελικό κλείσιμο στάδιο όλης της διαδικασίας, που ήταν το φινήρισμα, το τέλειωμα δηλαδή, το κοπάνισμα και το πλείσιμο στις νεροτριβές ή δριστέλες και στα μπατάνια ή μαγκάνια. Από εκεί περνούσαν οι φλοκάτες, οι στήρες κουβέρτες, για να σφίξουν, να χτουνιάσουν, να γίνουν απαλές, πλουριστές και να πάρουν μια μαγευτική λάμψη. Το κοπάνισμα, το χτύπημα δηλαδή, κάνει το υφαντό πιο ανθεκτικό. Το μαλλί όταν μουσκεύει στο νερό, φουσκώνει και γίνεται αφράτο και μαλακό. Έτσι οι δύο αυτές οι παράγματες που σχετίζονται με τη διαδικασία είναι η υγρασία και η τριλή. Το έντονο χτύπημα κάνει το υφαντό να μπαίνει, δηλαδή να μαζεύει, ιδιαίτερα στο πλάτος, κατά τη φορά του υφαντιού, αλλά και στο μάκρος και να φουσκώνει ταυτόχρονο. Όπως είπαμε, η διαδικασία του κοπανισμάτος γινόταν με δύο τρόπους. Είτε με την τριστέλα, επεξεργασία που χρησιμοποιεί τη δύναμη του νερού, την αντρυβή του μάρτινου υφαντού, και δεύτερον είτε με τον μπατάνι, δηλαδή επεξεργασίες την οποίαν το ύφασμα αποκτά την επιθυμητή όψη με χτύπημα και πίεση. Η επιλογή του τρόπου κοπανισμάτος εξαρτώταν από το είδος της χωριστής και του υφαντού, καθώς και από την κερδική του χρήση. Στη Βέρεια προτιμούσαν τον μπατάνι για να χτυπήσουν τα υφάσματα για εντύματα σαλιάκια και αδύντα, γιατί εκεί τα φάσματα δεν έβγαζαν πολύ χνούδι. Δεν έβγαζαν πολύ χνούδι στο μπατάνι και το χτύπημα ήταν καλύτερο και περισσότερο προσεκτικό. Οι τριστέλες ήταν και τα δυοκέα και το μπατάνι κάνουν την ίδια δουλειά, αλλά ήταν πιο γρήγορες από το χτύπημα, το μπατάνι δηλαδή. Τα τελευταία χρόνια στην περιοχή της μαθίας τα μπατάνια δεν χρησιμοποιούνταν. Στη Βέρια, η οποία ήταν πλούσια σε νερό, όπως βέβαια και στην Άουσα και στην Έδωσα, υπήρχαν μπατάνια και υπήρχε τόση δουλειά, ώστε έπρεπε να πάρει κανείς σειρά για να κομπανήσει τα υφάσματα. Σχετικά με την Βέρια, ο Αδάμου Αθανάσιος, ο Αδάμου Γιάννης, ο Τάκης του Σαφυρογιάννης, ο Νίκος του Τζιμουγιάννης, συμμετέχει με αυτήν, είχαν νεροεκτριβές στη σημερινή τοποθεσία Παπάκια στη Βέρια. Ο Αδάμου Αθανάσιος Αδάμου, μάλιστα, το είχε από το 1930. Σήμερα λειτουργούν δύο νεροεκτριβές στο φοριό του Ιππόταμος, είναι τους Πανελιώτη Κότσφα και του Γιώργη Αράβα. Μία των αδερφών Παπαρουσσόπουλου μέσα στη Βέρια, στην περιοχή Παρουσσόπουλου. Στις ημέρες μας οι νεροεκτριβές δεν έχουν την παλιά τους έγκριση, γιατί κατά κύρων λόγων έχει πέσει πολύ η αγορά των υφαντών. Η βαφή των υφαντών ήταν μια δύσκολη γενετία εμπρασίας που αναλάμβαναν μόνο έγκριες γυναίκες. Τα περισσότερα χρώματα τα έλεγαν από τις φυσικές ουσίες που έργαζαν μετά από το βράσινο. Η φραψιμιά με καραβουλιά, η καρδιά, το ρυζάρι και ήταν τα χρώματα που θα συναντάει κανείς σε όλα τα βλάχια και αιφαντά της περιοχής Βέρια. Οι βλάχες του Βερνιού δεν χρησιμοποιούσαν κρόκο, αυτό της κοζάνης τους. Τα υφαντά βάφανταν μετά από το μπατάνι και όσα ήταν διαράψιμο στρέλονταν στο ράφτι. Για κάπες, τα λαγάνια, σαχάκια, κουστούρια, αγγρικές κάλτσες, σαρβάρια, χολέβια, ρενιτσουάιτς, τσιπούνια κλπ. Έπαιρναν και ράφτες στο σπίτι. Τα υφαντά των βλάχων του Βερνιού είναι σπάνια διαφρονικά και υπερπερούν σε ποιότητα και σε συνδυασμό χρωμάτων και σκηνιών. Ακόμα και σήμερα όσοι στις οικογένειες έχουν την τύχη να διατηρούν τα παλαιά εκείνα οι υφαντά είναι προνομιούπες γιατί έχουν έργα τέχνης μεγάλης αξίας μέσα στα σπίτια τους. Ο συγγραφέας Αστέριος Τζίμας στο βιβλίο του Σέλι μια ακόμα μέκα των βλάχων μας πληροφορεί ότι στο Σέλι μέχρι το 1945 υπήρχαν πάνω από 700 εργαλείς. Κάθε σπίτι είχε κι ένα εργαλείο. Τα τελευταία χρόνια οι περισσότεροι εργαλείοι των βλάχικων υπογελειών δούλευαν βιοποριστικά οπότε την παραγωγή την διέθαταν ήδη στην αγορά ή στο παζάρι. Υπήρχαν και μερικοί που δούλευαν με παραγγελίας. Αργότερα βέβαια η οικιακή υφαντική εξελίχτηκε σε συγκροτημένη βιοτεχνία. Και οι βλάχοι πρωτοστάτησαν σε αυτό την τομέα. Πάντως η υφαντική κατείχε μια σπουδαία θέση στην οικιακή οικονομία γιατί η τεχνική της δενόταν με την οικογενειακή ζωή. Εξυπηρετούσε τις πρακτικές ανάγκες του σπιτιού και ήταν οφέλημη και ταχτόπανα τιμητική για την ενασχόληση της γυναίκας του. Για αυτό ο εργαλιός θεωρήθηκε στη συνείδηση του λαού τιμή μεγάλη και τρανή και υμνήθηκαν τα χρυσά χέρια της υφάνδριας. Έτσι το υφαντό έδειξη και δείχνει τις δημιουργικές δυνάμεις του λαού, την εθνία του, την ψυχική του καλλιέργεια και την υψηλή αίσθηση και έκφραση του ωραίου. Άλλωστε, όταν κάποιος θέλει να επιδείξει και να επενέσει ένα ύφασμα, είναι αφορεσέ, λέει, είναι υφαντό. Επιστρέφοντας τώρα στο κείμενο του Μπουσμπούκη, τελειώντας σε λίγο, θα ήθελα να τονίσω ότι ο καθηγητής, επικαλούμενος εγκυκλοπαίδιας και επιστήμονες, όπως τον αρχαιολόγο Μανώλη Ανδρόνικο και τον ακαδημαϊκό Νίκο Φέιν, αλλά και τη δική του ανδιαφυσβήτητα επιστημονική γνώση, εντοπίζει στα υφαντά των βλάδων πολλά σύμβολα της αρχαιολογικής τέχνης. Θεματικά μοτίβα, δηλαδή σχέδια που ξεχώριζαν στην αρχαιότητα, ήταν ο δικλούς Πένεκης, το Κυρίκιο, ο δρακοντόμορφος Αχελόος, τα φτερά του ασπροπόταμου Αχελόου, το θέντρο της ολύβης, οι ρόμπι, τα φρύγωνα και άλλα στοιχεία της γεωμετρικής τέχνης του αργανίου. Ο καθηγητής κάνει μια ξεγοριστή ανάλυση σε τρία από αυτά που διαβάσετε, στο Κυρίκιο, στο φτερωτό Αχηλέα και στον δικλού Πένεκη. Μας λέει λοιπόν συνοπτικά τα έξις. Το Κυρίκιο είναι ηράδος με τα δύο αντικριστά φίδια, σύμφωνο του αγιολοφόρου, θεού ερμή της αρχαιότητας. Τέτοιο Κυρίκιο βλέπουμε σήμερα σε επιτύγια στιγμή στο Αρχαιολογικό Μισείο της Βέλης. Δεύτερον, η μυθολογία και η αρχαία τέχνη παρουστάλλει τον Αχελό ο Καταμό ως φιδόμορφο δράκοντα και στα ρηφαντά του Μιτσόρου αυτός παρουστάται ως φτερωτό φίδι, σε σχήμα ρόμπου με δώδεκα φτερά. Έως σύμφωνο σύμβοδο της δύναμης φωτός, το διπλό τσεπνίτο που φθάλε ευχή του απόγελμένους, αποτυπώνονταν πολύ συχνά σε βράχη τα μαξιλάκια. Είναι πανάρχιο σύμβολο διαδισμού. Τώρα θα έρθουμε λίγο στις φωτογραφίες και θα τελειώσουμε. Περισσότερα πράγματα θα διαβάσετε στο ενημερολόγιο. Υπόσχεσαι, κύριε Παραδοσιακό. Παραδοσιακό. Παραδοσιακό. Παραδοσιακό. Παραδοσιακό. Παραδοσιακό. Παραδοσιακό. Παραδοσιακό. Παραδοσιακό. Παραδοσιακό, παραδοσιακό. Αυτό είναι η πλεξόφυρο του τέτοιου, είναι μαξιλάρι με κυρίδιο από το 1900. Είναι φωτογραφία της οικογένειας Αντώνιου Βουλκούκη. Μαξιλάρι. Μαξιλάρι. Μαξιλάρι. Μαξιλάρι. Πάμε στο Γενάρι. Και εδώ βλέπουμε το κυρίδιο, είναι φωτογραφία της οικογένειας Αντώνιου Βουλκούκη. Εδώ σημειώνουμε τα σχηματοποιημένα φτερά του Ερμή εδώ πέρα και τις πάρκες κάτω ως τρισεπόστατα σύμβολα του νερού, της στεριάς και του αέρα. Αυτά μας λέει ο Αντώνιος Βουλκούκης. Πάμε στον Φλεβάρι. Αυτός είναι εδώ ο Δαδεκάφτερος Αχελώος, το τάμος. Είναι τέχνη μετσοβίτικη. Είναι φωτογραφία του Αναστασίου και της Φυγέννης Γκαντανιάρα από το Ψεολύβοδο. Να σας πει η Φυγέννης Γκαντανιάρα. Ακόμα είστε στον Μάρτη. Είναι ένα στροσίδι με διπλούς πέλεκες. Σας βλέπετε τους διπλούς πέλεκες. Είναι φωτογραφία της οικογένειας πάλι του Αντώνιου Βουλκούκη. Πάμε στον Μάι. Είναι σχηματοποιημένος διπλούς πέλεκες επάνω. Και κάτω είναι εγγυπτιακό σταυρός. Είναι τέχνη μετσοβίτικη. Είναι φωτογραφία του Αχελώου. Είναι στροσίδι με διπλούς πέλεκες. Και κάτω είναι εγγυπτιακό σταυρός. Είναι τέχνη μετσοβίτικη σε μαξιλάρι. Είναι φωτογραφία της οικογένειας πάλι του Αντώνιου Βουλκούκη. Στον Μάι έχουμε τον δέντρο της ζωής. Στο έξω πλαίσιο είναι αγριόπαπιας. Ενώ στο μέσα πλαίσιο είναι φύλλα ιεράς δριός. Είναι φωτογραφία από ένα βιβλίο, φωτογραφία Ζούρια Βέροφ. Μετσοβίτικη τέχνη. Στον Τιούνι. Είναι στροσίδι και μαξιλάρι. Φωτογραφία πάλι από την οικογένειά του Αντώνιου Βουλκούκη. Εδώ έχουμε τον Ιούλι. Είναι ο Μπουχαρο Μπερντές που είπα προηγουμένως, δηλαδή είναι μπερντές στο τζάκι του σπιτιού. Είναι ιφαντική τέχνη. Πάλι φωτογραφία Ιούρια Βέροφ. Πάμε στον Άγγουστο. Εδώ είναι μια μπάντα από το 1999. Είναι φωτογραφία της οικογένειας Σαμαρά Κυροπούλου στο Ρολίβαδο. Μπάντα που φωτογράφησα εγώ τώρα το καλοκαίρι. Εδώ είναι το γροστό Τακάρι. Αυδελιώτικο Τακάρι στο Σετέμβριο. Είναι φωτογραφία από την οικογένειά του Αντώνιου Βουλκούκη. Εδώ στον Οκτώβι έχουμε ένα μαξιλάρι της οικογένειας Ιάννα Ζέρω από το Ξερουλίβαδο. Στο Νοέμβρη έχουμε τη γνωστή, ποια είναι αυτή? Σάσμα. Σάσμα, από τη δικιά μας οικογένεια. Έχουμε φωτογραφία εδώ, στο Ξερουλίβαδο. Έχουμε πολλές σάσμα και στο Πολυστφόλυνο. Και η τελευταία φωτογραφία είναι ένα σκαρύφημα από το Στοχέρι. Δεν μας ευχήσαμε στους αρχιολογόμους να βγάλουμε φωτογραφία. Κάναμε και έτηση, δεν μπορέσαμε. Είναι φτιαγμένη στο χέρι αυτό το σκαρύφημα από την πυρνάκια του Αντώνιου Βουλκούκη. Τότε, όταν είχε βγάλει ένα βιβλίο ο Κεραντόμης, ανάληξα, εθνογνωσικά ανάληξα, με την τελευταία στήλη, με την φαλλός χημυράδο του κυρίου του Ερμή. Αυτό το κυρίο που βλέπετε, που υπάρχει γεωμετρικά στα υφαντά τα δικά μας. Είναι από το Αρχιολογικό Μουσείο Βέριας. Σας ευχαριστώ και ζητάω συγνώμη για την υπομονή σας. Εδώ θα ήθελα να πω ότι σε κάθε μήνα, πέρα, ας πούμε, από το χειραιοδόσης ένθετο, το βασικό. Κάτω, στην κάτω πλευρά του νοοδογείου, έχει και μια εκδήλωση από τις γιορτές βρεμίων του Πανέμορου Ξολυβάδου. Ο Γενάρης έχει τα Θεοφάνια. Ο Φεβράρης έχει τον Προφήτη Ιλία, σαν προστάτη μας. Ο Μάτης έχει τελειωσμένο πάλι το χωριό μας του Πανέμορφου, Βεκτερινή Λήψη. Είναι στο κάτω μέρος, έτσι. Ο Απρίλης είναι από την περσινή εκδήλωση που είχαμε κάνει στη ΣΤΕΙ Γραμμάτων και Τεχνών. Ο Μάης είναι μια παλιά φωτογραφία από τους βλάχους που ανεβαίνουν τους καλοκαίρινους μήνους με τα πρόβατα του Μιτροβιώσου στο Βλό. Ο Ιούνης έχει την καθιερωμένη, μάλλον το καθιερωμένο τρέξιμο του το καλοκαίρι, με μεγάλης πετωχή, φτάνοντας στην περσινή περίοδο, γύρω στα 550, εντεγραμμένους σε αυτές τις σωπίες τρέξαν. Τον Ιούλιο είναι το πανηγύρι του που φύγει την ηλία και το χορευτικό μήμα του ολύμου στη γνώση που κάνουν στο χωριό επάνω. Ο Άγουστος είναι ο μήνας των παιδιών, της διαβίωσης και της πορείας προς το Ιουτιμή και υπάρχουν πληκτώσεις και στον Καβουζούς. Ο Σεπτέμβρης είναι η αρχή των τεσσάρων εποχών του έτος. Είναι η εκκλησία, είναι χερουσμένο το ποτάμι, είναι και ο Τσέλληνας και ο Βοσκώσου. Ο Οκτόβριος είναι αθιερωμένος του Αγίου Θανάσημου, τον έχουν λίγο παραμελήσει, δεν τυράζει, μόνο από τον έχουμε φτάνει. Ο Νοέμβρης είναι το κουδηλατικό, όπου οι κουδηλατικοί αγώνες επάνω στον Βινό και ο Δεκεύρις είναι οργανισμένο το οποίο σου επιβάλλει. Εδώ θα ήθελα να ευχαριστήσω τον κύριο Χασιώτη, τον διευθυντή από το Συγκρότημα του Υπαρμιβερίας, ο οποίος είναι ένας πολύ καλός, πολύ καλός φίλος και μέλος του πολιτιστικού ομίλου εξορυβάτου, να ευχαριστούμε για την συμπεριφορία του παρουσίου εδώ. Όπως θέλω να ευχαριστήσω και σας, σας εύχομαι χαρές γιορτές, καλά Χριστουγέννα, μια καλή χρονιά, να είμαστε όλοι καλά και να έχουμε το λατινού μας πλέον και το νου μας, στους καλωγεννούς μήνες που γίνονται οι εκδηλώσεις και θέλω να επίσης να σας σταστείλω τα συγχαρητήρια και την έκδοση του θεμελωγίου και τους χρονισμούς από τον Σύλλογο Λάχου Νάουσας, από τον Σύλλογο Λάχου Κατερίνης και από τον Σύλλογο Λάχου Σερό, οι οποίοι παρότι θα ήρθαν να έρθουν, εντάξει δεν μπορέσαμε, όπως ευχαριστούμε και σας για την παρουσία. Ευχαριστούμε πολύ. Ευχαριστούμε πολύ. |