Διάλεξη 6 / Διάλεξη 6 / Διάλεξη 6

Διάλεξη 6: Στο σημερινό μας μάθημα θα συνεχίσουμε την συζήτηση για τα Ευαγγέλια της παιδικής ηλικίας του Ιησού. Ουσιαστικά θα κλείσουμε σήμερα την ενότητα αυτή παρουσιάζοντας ένα ακόμα, κατ' αρχάς ένα πολύ σημαντικό, τουλάχιστον για τη δυτική Χριστιανωσύνη, η απόκρυφο της παιδικής ηλικίας του Ι...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος δημιουργός: Τσαλαμπούνη Αικατερίνη (Επίκουρη Καθηγήτρια)
Γλώσσα:el
Φορέας:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Είδος:Ανοικτά μαθήματα
Συλλογή:Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας / Τα Απόκρυφα Ευαγγέλια
Ημερομηνία έκδοσης: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2015
Θέματα:
Άδεια Χρήσης:Αναφορά-Παρόμοια Διανομή
Διαθέσιμο Online:https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=f2ee1d2
Απομαγνητοφώνηση
Διάλεξη 6: Στο σημερινό μας μάθημα θα συνεχίσουμε την συζήτηση για τα Ευαγγέλια της παιδικής ηλικίας του Ιησού. Ουσιαστικά θα κλείσουμε σήμερα την ενότητα αυτή παρουσιάζοντας ένα ακόμα, κατ' αρχάς ένα πολύ σημαντικό, τουλάχιστον για τη δυτική Χριστιανωσύνη, η απόκρυφο της παιδικής ηλικίας του Ιησού. Και στη συνέχεια θα δούμε μερικά ακόμα, πολύ σύντομα βέβαια, μερικά ακόμα απόκρυφα, τα οποία ανήκουν στην ίδια παράδοση. Θα πρέπει να πω ότι συνεχώς έχουμε καινούργιες ανακαλύψεις, αλλά εμείς θα εστιάσουμε τώρα σε δύο που είναι επίσης σημαντικά. Και τέλος θα κλείσουμε την ενότητα αυτή για τα Ευαγγέλια της παιδικής ηλικίας του Ιησού, με μερικές γενικές παρατηρήσεις, οι οποίες ουσιαστικά θα συνοψίζουν όσα είπαμε σε αυτό και στα δύο προηγούμενα μαθήματα για αυτόν τον τύπο αποκρύφων Ευαγγελίων. Όπως είπα πριν από λίγο, το πρώτο μας σκήμενο το οποίο θα μας απασχολήσει σήμερα είναι το Απόκρυφο Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Ιησού, το λεγόμενο του Ψευδοματθέου. Και λέγεται Ψευδοματθέου γιατί φυσικά εξ αρχής δηλώνεται ότι δεν έχει καμία σχέση με τον Ματθέο τον ίδιο τον Ευαγγελιστή, αλλά πρόκειται για μια ψευδεπίγραφη απόδοση στο πρόσωπό του, κυρίως όχι ωστόσο από το ίδιο το κείμενο, αλλά από τον πρώτο κείμενο του Ψευδοματθέου, από το ίδιο το κείμενο, αλλά από τον πρώτο, ή μάλλον ένα από τους πρώτους και σημαντικούς εκδότες του κείμενου, τον Κωνσταντίν Τίσενδοφ. Ο Κωνσταντίν Τίσενδοφ έκανε μία έκδοση, στον 19ο αιώνα του Ευαγγελίου αυτού, και εντοπίζοντας ακριβώς στην αρχή του Ευαγγελίου, θα σας διαβάσω τον πρόλογο, το όνομα του Ματθέου, πήρα αφορμή από αυτό και έδωσε στο Ευαγγέλιο αυτό το όνομα του Ματθέου, βέβαια, για να γίνει η διάκριση, το ορίζει ως ψεύδο Ματθέο. Λέει λοιπόν στο πρώτο πρώτο, μάλλον στο προήμιο του απόκρυφου αυτού Ευαγγελίου, «Άρχεται το βιβλίο περί της γεννήσεως της υπερευλογημένης Μαρίας και της νηπιακής ηλικίας του Σωτήρος, γραμμένος στην εβραϊκή γλώσσα από τον Μακάριο Ευαγγελιστή Ματθέου» και μεταφρασμένο στη λατινική γλώσσα από το Μακάριο Πρεσβύτερο Ιερόνιμο. Επίσης επειδή ακριβώς το ίδιο το κείμενο το συνδέει, συνδέει τη συγγραφή του της απαρχές του με τον Ευαγγελιστή Ματθέου, γι' αυτό «Τίσεντορφ» το όνομα σε Ευαγγέλιο του ψεύδου Ματθέου. Στο πρώτο πρώτο μέρος το Ευαγγέλιό μας έχει ως εισαγωγή, πέρα από τον πρόλογο που σας διάβασα, αλληλογραφία μεταξύ δύο επισκόπων, του επισκόπου Χρωματίου και του επισκόπου Ηλιοδόρου, οι οποίοι αποστέλουν μία επιστολή στο γνωστό σε όλους μας μεταφραστή της Αγίας Γραφής, στη Δύση, στη λατινική μετάφραση, στη γνωστή Βουλγάδα, το γνωστό μας Ιερόνιο. Οπωσδήποτε αυτή η αλληλογραφία δεν είναι πραγματική, είναι φανταστική, δεν είναι ιστορική, λειτουργεί ως ένα είδος αυθεντικοποίησης των όσων θα ακολουθήσουν. Δηλαδή κατά κάποιο τρόπο προσπαθεί να κάνει αυθεντική και πιστική την υπόλοιπη αφήγηση. Και αυτή η αλληλογραφία ουσιαστικά έχει ως περιεχόμενό της την παράκληση των δύο επισκόπων προς τον Ιερόνιμο, να μεταφράσει στα λατινικά ένα κείμενο το οποίο αυτοί είχαν στη διάθεσή τους και το οποίο παρέμενε κατά όσα λένε κρυφό και μυστικό για πάρα πολλά χρόνια, το οποίο οι ίδιοι θεωρούν ότι είναι ένα εβραϊκό κείμενο του Βαθαίου, εδώ θα πούμε τι σημασία έχουν αυτό και τι κρύβεται πίσω από όλη αυτή την ιστορία, και παρακαλούν τον Ιερόνιμο να το μεταφράσει και ο Ιερόνιμος απαντά, ότι ναι ευχαριστώ να το μεταφράσω και όλο το υπόλοιπο κείμενο από μένα, σύμφωνα με το αφηγηματικό πλαίσιο που μας δίνει πλέον αυτή η ελληνογραφία, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μετάφραση από το εβραϊκό πρωτότυπο αυτού του κειμένου. Εδώ βέβαια σαφώς υπάρχει ιστορία η γνωστή, ο Ιερόνιμος ως γνωστόν όταν δούλεψε τη μετάφραση της Αγίας Γραφής, μετάφραση την οποία του ζήτησε ο Παπασδάμασος, επειδή ακριβώς ήταν καλός γνώστης των εβραϊκών, είναι γνωστό αυτό στη Δύση, χρησιμοποίησε, τουλάχιστον για την Παλαιά Διαθήκη, όχι μόνο ελληνικά χειρόγραφα, αλλά και εβραϊκά. Επομένως εδώ παίζει πίσω από αυτή την αφήγηση, γνωστή σε όλους, στο εκκλησιαστικό χώρο της Δύσης, λυροφορία ότι ο Ιερόνιμος είναι γνώστης των εβραϊκών και επομένως εδώ παρουσιάζουμε ένα εβραϊκό κείμενο του Ματθαίου. Υπάρχει και μια θεωρία ότι ο Ματθαίος έγραψε κατ' αρχάς τα εβραϊκά το κείμενο του. Εδώ βλέπουμε το συνδυασμό αυτών των δύο ιστορικών πληροφοριών, τις οποίες ο συγγραφέας μας εδώ τις χρησιμοποιεί για να φτιάξει ένα φανταστικό αλλά πιστικό, κατά τα άλλα, πλαίσιο μέσα στο οποίο να εντάξει την ιστορία του και να την κάνει επομένως αποδεκτή από όσους θα τη διαβάσουν. Η πρώτη έγδοση του κειμένου μας γίνεται από τον Τύλο το 1832, στο γνωστό του έργο «Κόντεξ απο κρύφους νοβί τεσταμέντη». Αυτός ουσιαστικά τι κάνει, βρίσκει δύο χειρόγραφα, δύο βασικά χειρόγραφα του Ευαγγελίου, ένα του 14ου και ένα του 15ου αιώνα και επίσης λαμβάνει υπόψη και έναν ακόμα κώδικα, το οποίο έχει στην διάθεσή του, το οποίο το χρησιμοποιεί περισσότερο για να συγκρίνει με τα άλλα δύο χειρόγραφα και να τα δελτιώσει όπου βλέπει ότι αυτά μπορεί να διασώσουν μια γραφή η οποία να μην είναι η αρχαία και η σωστότερη. Η δεύτερη σημαντική έγκροση είναι εκείνη του Κωνσταντίν Τίσενντορφ για την οποία μίλησα λίγο πιο πριν. Αυτή είναι γύρω στο 1851, δηλαδή είναι καμιά 20 χρόνια αργότερα από την έκδοση του Τίλο. Ο Τίσενντορφ έχει στη διάθεσή του και άλλα χειρόγραφα που δεν τα είχε ο πρώτος εκδότης, ωστόσο φαίνεται ότι πέφτει σε δύο, θα λέγαμε λάθη με την έννοια ότι σήμερα δεν γίνονται αποδεκτές αυτές οι δύο προτάσεις του Τίσενντορφ ως ορθές. Η πρώτη είναι ότι θεωρεί την ιστορία που υπάρχει για τον νεαρό Ιησού ως το αρχαίο τμήμα του χειρογράφου, αυτό λέει το δεύτερο κομμάτι το οποίο μιλάει για τον Ιησού στη νεαρή του ηλικία, το οποίο σήμερα γνωρίζουμε ότι μάλλον αντιγράφει και επεξεργάζεται ξανά το Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Θεομά, επομένως εδώ υπάρχει μια συζήτηση για το τι ακριβώς γίνεται και το δεύτερο είναι ότι διατηρεί την αλληλογραφία, αυτό λέει το πρώτο κομμάτι που σας είπα πριν, ως μέρος του αρχικού κειμένου του Ευαγγέλιου. Σήμερα ξέρουμε ότι αυτό το αρχικό κομμάτι, αυτή η αλληλογραφία, δεν εισάγει μόνο το κείμενο του Ψευγου Ματθαίου αλλά και πολλά άλλα κείμενα στη Δύση που αφορούν στην παιδική ηλικία του Ιησού και στη γέννησή του νωρίτερα Επομένως δεν είναι τόσο εύκολο σήμερα να πούμε βεβαιότητα ότι αυτό το κείμενο, ουσιαστικά εδώ είναι η πρώτη του αρχαιότερη θέση αλλά και αν ακόμα συμβαίνει αυτό, το πρόβλημα είναι ότι συνέχεια αυτό δεν συνάδει με τα όσα κρατάει στο δεύτερο μέρος του Ευαγγελίου ο Τίσεντροφς, ο οποίος ουσιαστικά κρατάει εκείνο το κομμάτι που είναι από το Ευαγγέλιο του Θωμά και το οποίο δεν είναι φυσικά κομμάτι μάλλον της αρχικής αφήγησης του Ευαγγελίου του Ψευγου Ματθαίου. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο η έκδοση του Τίσεντροφ είναι σημαντική γιατί, όπως είπα, λαμβάνει υπόψη του και νέα χειρόγραφα που δεν τα είχε στη διάθεση του Τίλου και η τελευταία έκδοση, η οποία είναι του 1997, ο Γκυζέλ με τον Ταινού το εκδίδουν το κείμενο αυτοί λαμβάνουν υπόψη γύρω στα 132 χειρόγραφα. Καταλαβαίνετε από τα δύο με τα οποία ξεκινήσαμε φτάνουμε τελικά στα 132 και επομένως μπορούμε να αντιληφθούμε ότι έχουμε μια μεγαλύτερη, μια ευρύτερη γάμα χειρόγραφης παράδοσης και επίσης αυτό δείχνει και πόσο διαδεδομένο είναι το χειρόγραφο με δεδομένο ακριβώς το κείμενο μάλλον με δεδομένο ακριβώς ότι έχουμε τόσο πολλά χειρόγραφα αυτού του αποκρύβου. Είπαμε, ας πούμε, μιλώντας στην αρχή ότι το Ευαγγέλιο για παράδειγμα του Θωμά, το γνωστό Ευαγγέλιο του Θωμά, διασώζεται μόνο σε ένα κοπτικό χειρόγραφο και μερικές παράγματα στην ελληνική. Εδώ έχουμε, όμως, ένα κείμενο μάλλον το οποίο έχει μια πλούσια χειρόγραφη παράδοση και αυτό φυσικά οφείλεται, όπως είπα και πριν, στην εξαιρετικά διαδεδομένη χρήση του στη Βυτική Εκκλησία. Τώρα, μιλώντας λίγο για τη χειρόγραφη παράδοση, θα πρέπει να πούμε ότι το αρχαιότερο χειρόγραφο, ο κώδικας Montepesulamus 55, ο οποίος σήμερα θεωρούμε ότι είναι ο αρχαιότερος από τους κώδικες που έχουμε του χειρογράφου, τοποθετείται γύρω στις αρχές του 1ου αιώνα, δηλαδή γύρω στο 800. Στις αρχές, λοιπόν, αυτού του αιώνα φαίνεται ότι κρατούν δύο βασικές εκδοχές του αποκλήφου. Δηλαδή έχουμε δύο διαφορετικές παραδόσεις, στις οποίες στην έρευνα συμβολίζουμε το A και το P. Το A, η εκδοχή A, ουσιαστικά ανήκει στην πρώτη δεκαετία της Καρολίνιας δυναστίας και η P εκδοχή γύρω στο έτος 800. Τότε, με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να τοποθετήσουμε το τέρμηνος atekvem, δηλαδή από πότε και πριν φαίνεται ότι δημιουργήθηκε το χειρόγραφο και αυτό είναι το 800. Άρα το κείμενο μας πρέπει να γεννήθηκε κάποια στιγμή πριν το 800. Τώρα το πρόγραμμα, βέβαια, είναι μπορούμε να τοποθετήσουμε και το τέρμηνος postvem, δηλαδή από πότε και μετά πρέπει να τοποθετήσουμε τη γέννηση αυτού του κειμένου. Αυτό είναι πολύ σημαντικό επίσης. Έχουν διατυπωθεί διάφορες υποθέσεις, οι οποίες λίγο πολύ σημανσιντήνουν. Η πρώτη είναι του Αμάν, ο οποίος λέει ότι το κείμενό μας σε πολλά σημεία παρουσιάζει επιδράσεις από το μοναχικό τυπικό και από τους κανόνες της μοναχικής ζωής στη Δύση. Μάλιστα, ο ίδιος εντοπίζει τις επιδράσεις της βενεδίκτιας παράδοσης, της παράδοσης του τάγματος του Αγίου Βενέδικτου, το οποίο ξέρουμε ότι έχει επηρεαστεί πάρα πολύ από τους κανόνες του Μεγάλου Βασιλείου. Ο Άγιος Βενέδικος θα μετέφερε τους κανόνες στη Δύση και επηρέασε πάρα πολύ το τάγμα των βενεδικτίνων, αλλά και γενικότερα τον δυτικό μοναχισμό. Ο Άγιος Βενέδικος του αποθετεί το κείμενό μας κάπου στην εποχή που οργανώνεται ο μοναχισμός στη Δύση. Ο Γκιζέλ πάλι το αποθετεί γύρω στην εποχή του Γρηγορίου της Τούρ, δηλαδή ανάμεσα στα 540 με 594. Σήμερα όμως, ακριβώς επειδή ο ίδιος μάλιστα εντοπίζει, για να το πω καλύτερα, μέσα στο κείμενό μας, όχι μόνο στοιχεία αυτής της περιόδου, αλλά και στοιχεία από τη Μεροβίγκια περίοδο. Δηλαδή ο Ιωσήφ παρουσιάζεται ως ένας άρχοντας της Μεροβίγκιας περίοδο και ούτω καθεξής. Γι' αυτό σήμερα η έρευνα καταλήγει ότι πρέπει το χειρόγραφό μας, το κείμενό μας μάλλον, να το τοποθετήσουμε στις αρχές του 7ου αιώνα. Στην περίπου στη βασιλεία του Τάγομπερ του Πρώτου. Επομένως, μιλάμε για ένα κείμενο αρκετά νεότερο από τα υπόλοιπα τα οποία είδαμε, γι' αυτό και το είδαμε και τρίτο στη σειρά. Μια και ουσιαστικά, όπως είπαμε, προϋποθέτει τα δύο προηγούμενα Ευαγγέλια της παιδικής ηλικίας τα οποία συζητήσαμε, το Πρωτοβαγγέλιο του Ιακώβου και το Ευαγγέλιο του Θωμά. Ένα σημαντικό ερώτημα, το οποίο οτίθεται φυσικά πάντοτε όταν έχουμε τέτοια κείμενα, είναι ποιο φιλολογικό είδος αντιπροσωπεύει το κείμενο μας. Είναι πάντα σημαντικό να το βλέπουμε αυτό, γιατί βλέποντας το φιλολογικό είδος μπορούμε να εξάγουμε μάλλον διαφέρδες συμπεράσματα και για άλλα ζητήματα που αφορούν στο κείμενο μας, όπως για παράδειγμα το επίπεδο του συγγραφέα αλλά και των ανθρώπων οι οποίοι διάβαζαν το κείμενο αυτό, το πολιτισμικό τους υπόβαθρο, το ιστορικό αν θέλετε και εκκλησιαστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκαν αυτά τα κείμενα και ούτω καθεξής. Ας πούμε ένα σύμνος προϋποθέτει πάντοτε μια λατρευτική συνάθεια, ένα κήρυγμα προϋποθέτει είτε μια λατρευτική συνάθεια είτε και μια απολογική και ούτω καθεξής. Εδώ στην περίπτωσή μας τα πράγματα είναι λίγο δύσκολα, αντιμετωπίζουμε περίπου την ίδια ησχολία όπως και για το πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου για το οποίο είχαμε πει ότι μάλλον η έρευνα κατατείνει ότι έχει στοιχεία μυθιστοριματικά της εποχής αυτής αλλά από την άλλη μεριά είναι και ένα αγιολογικό κείμενο ή τουλάχιστος το ύφος και το είδος του αγιολογικού κειμένου. Σε αυτή την κατηγορία πρέπει να εντάξουμε και το ευαγγέλιο του Ψευδοματθέου γιατί ουσιαστικά το κείμενό μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία εκ νέου καταγραφή, μάλλον καταρχάς μία μετάφραση τα λατινικά και εκ νέου καταγραφή του πρωτευαγγέλιου του Ιακώβου. Είχαμε πει όταν μιλήσαμε για το πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου ότι το ίδιο το ευαγγέλιο δεν διαδόθηκε στη Δύση και μία αιτία που δεν διαδόθηκε στη Δύση, εκτός βέβαια ότι είχε γρήγορα καταδικαστεί, όπως είπαμε επειδή παρουσιάζει τα παιδιά κυρίως γι' αυτό βέβαια, ότι παρουσιάζει τον Ιωσήφ να έχει παιδιά, ο προηγούμενο γάμο και αυτή να είναι η αδερφή του Ιησού όσο από αυτό όμως, ένας βασικός λόγος είναι ότι το κείμενό μας, ουσιαστικά το κείμενο του πρωτευαγγέλιου του Ιακώβου βρήκε ξανά ζωή συνέχισε να ζει μέσα από ένα καινούργιο κείμενο, μια λατινική επεξεργασία του, που είναι ακριβώς το Ευαγγέλιο του Ψευδομαθεού οπόμενος για αυτό το λόγο το κείμενο δεν μεταφράστηκε, το κείμενο δεν διαδόθηκε στη Δύση, προφανώς υπήρχαν κάποιες αρχές μεταφράσεις, αλλά ουσιαστικά όλες αυτές αντικαθίστανται από το Ευαγγέλιο του Ψευδομαθεού και από κάποια άλλα κείμενα για τα οποία θα μιλήσουμε στη συνέχεια και όπως είπα βασική επεξεργασία είναι αυτή του Ψευδομαθεού και ένα άλλο παράδειγμα είναι το «Λίμπερδε να τη βιτάτε σαν κθε Μαρία» το οποίο πάλι είναι ένα κείμενο το οποίο συγκεντρώνει μέσα από το Πρετοευαγγέλιο του Ιακώβου, εκείνα τα στοιχεία που κυρίως αναδεικνύουν την προσωπικότητα της Μαρίας, τα μεταφράζει, τα επαναφυγείται φυσικά σε ένα καινούργιο κείμενο και φυσικά με άλλες εμφάσεις, με άλλες ας το πούμε έτσι, με προσθήκες μάνα θα λέγαμε και καινούργιων στοιχεών και ούτω καθεξής το ενδιαφέρον είναι ότι τόσο το Ευαγγέλιο του Ψεδοματθέου όσο και το «Λίμπερδε να τη βιτάτε σαν κθε Μαρία» επεξεργάζονται και τα δύο το κείμενο του Πρετοευαγγέλιου του Ιακώβου αλλά το καθένα είναι εξάρτοπτο ταυτόχρονα έχουμε δύο επεξεργασίες και αυτό δείχνει ακριβώς ότι ναι με το Πρετοευαγγέλιο του Ιακώβου δεν διαδόθηκε στη Δύση ως αυτό καθαρτό το Πρετοευαγγέλιο, φαίνεται όμως ότι νωρίς πέρασε στη Δύση, μεταφράστηκε στα λατινικά και από εκεί πέρα χρησιμοποιήθηκε μέσα σε άλλα κείμενα έτσι ώστε συνέχιση να ζει εκεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο και το ενδιαφέρον είναι ότι αυτά τα δύο κείμενα ενώ το ίδιο το Πρετοευαγγέλιο του Ιακώβου δεν ασκεί κάποια επίδραση στη Δύση, η επίδραση που ασκεί είναι έμμεση μέσα από αυτά τα δύο κείμενα για τα οποία σας έκανα λόγο Επομένως βλέπουμε δηλαδή πως ένα κείμενο, και αυτό είναι ένα άλλο ενδιαφέρος παράμετρο, όταν στα προηγούμενα μαθήματα μιλήσαμε πολύ για τη δευτερογενή προφορικότητα, τώρα εδώ μιλάμε για μία άλλη διάσταση, το πως ένα κείμενο ξαναζει από γραπτό δηλαδή σε ένα καινούργιο γραπτό που γίνεται μία επιλογή από το προηγούμενο κείμενο, μία νέα επεξεργασία με διαφορετικές αυτή τη φορά ιδεολογικές προϋποθέσεις, με διαφορετικές όπως είπα ενφάσεις και δημιουργείται ένα καινούργιο κείμενο, ένα καινούργιο εντελώς λογοτεχνικό έργο, το οποίο εκείνο πλέον ασκεί την επίδραση που θα περίμενε κανείς να έχει ασκήσει το πρωτότυπο σε όλα τα κείμενα αυτά, και αυτός είναι και ο λόγος που επιλέγεται το πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, το κεντρικό πρόσωπο είναι η Μαρία, η Βαναγία, γιατί όπως είπαμε και με αφορμή του πρωτευαγγέλιου του Ιακώβου, τα κείμενα αυτά έρχονται να απαντήσουν στις μεγάλες εζητήσεις κυρίως χριστολογικού περιοχωμένου τόσο στον Ατωλικό όσο και στον Δυτικό κομμάτι της χριστιανοσύνης και το οποίο θέμα έχει ως ένα σημείο να κάνει και με το πρόσωπο της Παναγίας διότι ως γνωστόν η συζήτηση είναι για το αυπάρθενο της Παναγίας, που είναι ένα κομμάτι της επιχειρηματολογίας για το πρόσωπο του Χριστού τα Ευαγγέλια τα κανονικά δεν μας παρέχουν αρκετές πληροφορίες, αυτό είναι κατανοητό από πολύ νωρίς μέσα στους εκκλησιαστικούς συγγραφείς και επομένως κατασκευάζονται τέτοια κείμενα τα οποία ουσιαστικά αναδεικνύουν αυτές τις πτυχές της προσωπικότητας της Μαρίας, οι οποίες μπορούν να τεκμηριώσουν την όλη επιχειρηματολογία για το υπάρθενο και γενικότερα για το πρόσωπό της και το ρόλο της στο έργο της Θείας Οικονομίας Οι πηγές τώρα του Ευαγγέλιου μας, του Ψεδοματθέου, οι πηγές λίγο πολύ είναι όσα είπα πιο πριν τις ανέφερα, η πρώτη και βασικότερη πηγή για την οποία πριν από λίγο μιλήσαμε είναι το γνωστό μας πρώτο Ευαγγέλιο του Ιακώβου το οποίο φαίνεται να επηρεάζει το πρώτο μέρος του Ευαγγέλιου μας, δηλαδή ουσιαστικά ο συγγραφέας ανατρέχει σε αυτό στο πρώτο μέρος του κειμένου του Τώρα, ηκάζουμε, όπως είπα και πριν, ότι το γνωρίζει από κάποια μετάφραση, το ενδιαφέρον όμως είναι, εξαιτίας των παραλαγών που βρίσκουμε στο Ευαγγέλιο του Ψεδοματθέου, το έφραν λοιπόν είναι ότι πολύ πιθανόν ο συγγραφέας του Ψεδοματθέου να γνωρίζει μια εκδοχή του πρωτευαγγελίου του Ιακώβου που είναι αρχαιότερη ή αρκετά διαφορετική από αυτή που έχουμε σήμερα εμείς στα χέρια μας Άρα δηλαδή αυτός ανατρέχει σε ένα πρωτότυπο το οποίο δεν το έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας και γι' αυτό υπάρχουν οι διαφορές που υπάρχουν, ξέρω εγώ διαφορά στα ονόματα των προσώπων όχι με τον κεντρικό προσώπο, αλλά των περιφερειακών τα οποία ενδρούν στις δύο ιστορίες, ενώ ιστορία είναι η ίδια, δηλαδή τα πρόσωπα αλλάζουν, διαφορές σε ορισμένες λεπτομέρειες σε διάφορα περιστατικά Και αυτό ακριβώς μας υποψιάζει ότι ο συγγραφέας μας εδώ γνωρίζει μεν το πρώτο Ευαγγέλιο του Ιακώβου, το γνωρίζει όμως σε μια εκδοχή η οποία είναι προγενέστερη από αυτή που έχουμε σήμερα στη γραπτή μας χειρογραφή παράδοση Η δεύτερη βασική του πηγή είναι το Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Ιησού του Θωμά και αυτό κυρίως στα κεφάλαιο 25-42 τα οποία σήμερα δεν θεωρούμε ότι ανήκαν στο αρχικό κείμενο του Ψεωματθέου Και εδώ πάλι το ενδιαφέρον είναι ότι ο συγγραφέας διασώζει μια διαφορετική εκδοχή του Ευαγγελίου της παιδικής ηλικίας του Θωμά από αυτό το οποίο έχουμε στη διάδασή μας, στο προηγούμενο μάθημα είχαμε την ευκαιρία πολύ σύντομα να μιλήσουμε γι' αυτό Και αυτό που είναι επίσης ενδιαφέρον είναι ότι μέσα σε αυτό το υλικό το οποίο προσλαμβάνει και το οποίο το προσλαμβάνει για το ενδιαφέρει κυρίως η έμφαση που δίνει το Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Θωμά στα θαύματα Προσπαθεί όμως ο συγγραφέας του ψευδοματθέου να μετριάσει την αρνητική εικόνα την οποία κανείς αποκομίζει από το προηγούμενο κείμενο Θυμάστε τι είχαμε πει ότι στο κείμενο της παιδικής ηλικίας του Θωμά ο Ιησούς παρουσιάζει σαν πάρα πολύ επιθετικό νεαρό παιδί το οποίο δεν μπορεί ουσιαστικά να ελέγξει κατά κάποιο τρόπο της δυνάμις του όχι βέβαια γιατί δεν έχει επίγνωση αλλά κάνει θα λέγαμε μια πολύ τιμωρητική χρήση των δυνάμεων του Αυτό προσπαθεί κατά πολύ να το μετριάσει το Ευαγγέλιο της ψευδοματθέου ακριβώς γιατί είναι μια αρνητική εικόνα και δεν συνάνδει και με την εικόνα την οποία αποκομίζουμε για τον Ιησού όσον αφορά στα θαυματά του από την κανονική μας Ευαγγελική παράδοση. Η τρίτη επιρροή είναι η λεγόμενη αραβική διήγηση της παιδικής ηλικίας του Ιησού Πρόκειται για ένα κείμενο το οποίο σήμερα μας σώζεται στα αραβικά θα μιλήσουμε στη συνέχεια σύντομα για αυτό και φαίνεται ότι εδώ υπάρχει κάποια σχέση δεν υπάρχει μεγάλη συζήτη ποιος επηρεάζει ποιον στην προκειμένη περίπτωση όμως σε κάθε περίπτωση εδώ υπάρχει ένας σύνδεσμος μεταξύ των δύο κειμένων κυρίως στο κομμάτι που ο Ιησούς παρουσιάζεται ως ένα θαυματουρικό παιδί το οποίο επιτελεί θαύματα εξαιρετικά θαυμαστά και σε αυτό το σημείο και οι δύο μοιάζουν πάρα πολύ και τέλος μια άλλη πηγή είναι το κανονικό Ευαγγέλιο του Ματθαίου αλλά και το κανονικό Ευαγγέλιο του Λουκά δηλαδή ατλή και στοιχεία από την κανονική παράδοση όπως κάνουν όπως είπαμε και άλλη φορά όλα τα απόκρυφα Ευαγγέλια βρίσκουν ένα σημείο αναφοράς μέσα στα κανονικά Ευαγγέλια και από και πέρα ή έρχονται να συμπληρώσουν ή να το αναπτύξουν αυτό ή να το εντάξουν μέσα στη δική τους αφήγηση και ούτω καθεξής Ποιες είναι τώρα οι θεολογικές και οι ιδεολογικές τάσεις τις οποίες διακρίνουμε μέσα στο κείμενά μας. Σαφώς η βασική μας τάση είναι η έμφαση στο πρόσωπο της Μαρίας Αυτά τα κείμενα της παιδικής ηλικίας, τουλάχιστον τα δύο από τα τρία που είδαμε, το πρωτοευαγγέλιο και αυτό τώρα του Ψεωματθέου όπως και κάποια άλλα τα οποία θα δούμε στη συνέχεια Σαν κύριο θέμα τους δεν έχουν τον ίδιο τον Ιησού κι ας εντάσσονται στην κατηγορία των Ευαγγελίων της παιδικής ηλικίας του Ιησού, αλλά κυρίως το θέμα είναι η ίδια η Μαρία Για αυτό είχα πει και όταν μιλούσαμε για το πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου ότι ουσιαστικά αυτό που γίνεται εκεί είναι ότι ο Ιησούς χρησιμοποιείται για να υπογραμμίσει ακριβώς και το αυπάρθενο και τη σπουδαιότητα της Μαρίας Βέβαια αυτό σε μια επόμενη επεξεργασία θεολογικής στα κηρύματα και τα λοιπά ξαναγυρνάει στο πρόσωπο του Ιησού Είναι η Μαρία έχει το αυπάρθενο, η Μαρία είναι η Θεοτόκος γιατί ακριβώς γέννησε τον Ιησού που είναι ο Θεός Αλλά και ακριβώς αυτό το πράγμα από την άλλη μεριά αποτελεί μια απόδειξη ότι ο Ιησούς είναι ο Θεός, δεν υπάρχει ένας κύκλος ουσιαστικά στην επιχειρηματολογία Στην οποία βέβαια δεν προχωρούν σε βάθος τα Ευαγγέλια μας απλά όπως είπα και την προηγούμενη φορά Με ένα πολύ απλοϊκό και πολύ εκλαϊκευμένο τρόπο αποδίδουν αυτήν την βασική θεολογική σκέψη Και γι' αυτό ακριβώς είναι και ιδιαίτερα αγαπητά στα ευρύτερα στρώματα γιατί ακριβώς είναι μια πολύ εξαπλωστευμένη μορφή Χριστιανικού κηρύγματος και δογματικής δασκαλίας Το πρώτο λοιπόν και βασικό είναι ότι έχουμε και εδώ έμφαση στο πρόσωπο της Μαρίας Όμως υπάρχει μια θα λέγαμε αισθητή διαφοροποίηση ανάμεσα στο πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου Και στο Ευαγγέλιο του Ψευματθέως προς το πρόσωπο της Μαρίας Σαφώς και στο πρωτευαγγέλιο η Μαρία είναι το πρόσωπο κλειδί της ιστορίας Σαφώς είναι ο ήρωας της ιστορίας Όμως εδώ στο Ευαγγέλιο του Ψευματθέα έχουμε μια αγαλύτερη έμφαση στο πρόσωπο της Μαρίας Παρ' όμως χάρη στο κεφάλαιο 6 η Μαρία ονομάζεται ως πρώτος ευρετής όλων των μοναχικών κανόνων Αυτό είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον και αυτό είναι ακριβώς ένας από τους δείκτες που μας παραπέμπει Στη μοναχική παράδοση της Δύσης και γι' αυτό είχαμε πει και από την αρχή Ότι συνδέεται προφανώς στο κείμενό μας με την οργάνωση της μοναστικής ζωής στον ειδικό χριστιανισμό Και ακριβώς αυτό μας δημιουργεί μία, πραγματικά μας προκαλεί Να δούμε πόσο το πρόσωπο της Μαρίας παίζει ένα ρόλο και μέσα σε αυτή τη μοναστική ζωή Σε αυτά τα πρώτα χρόνια Το δεύτερο, το πολύ σημαντικό, είναι ότι πολύ συχνά η Μαρία μέσα στο κείμενό μας Νομίζεται ως «Δόμινα» θα λέγαμε «περφεκτίσιμα» η τέλεια κυρία Η οποία έχει ακριβώς την έμνοια του Θεού Και για παράδειγμα στο κεφάλαιο 12 βλέπουμε ότι η Μαρία εμφανίζεται πολύ διαφορετικά από ό,τι Για παράδειγμα στο πρωτευαγγέλιο, αντίστοιχα στο πρωτευαγγέλιο Όπου εκεί στο πρωτευαγγέλιο είδαμε ότι η Μαρία πρέπει να υποστεί κάποια δοκιμασία Η Μαρία δέχεται εκεί φυσικά τη δοκιμασία Όμως γενικά στο πρωτευαγγέλιο εμφανίζεται ως ένα γενικά αβέβαιο κορίτσι Για το δίχειο του οποίου οι άλλοι αποφασίζουν πολύ συχνά κλαίει Έχει δηλαδή όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της κοριτσίστηκης, θα λέγαμε, ιδιοσύγκρασίας Αντίθετα, εδώ στο πρωτευαγγέλιο του Ψεδοματθέου η Μαρία έχει μια πολύ διαφορετική στάση Είναι αυτή που καθορίζει τα πράγματα, είναι η κυρία της κατάστασης που δίνει το ζήτημα της δοκιμασίας Ήδη το προτείνει, ήδη υφίσταται τη δοκιμασία για να αποδειχθεί ακριβώς ότι είναι τίμια και ότι είναι παρθένος Και ότι δεν έχει απατήσει τον Ιωσήφ Και στο τέλος όλο αυτό το περιστατικό βρίσκεται την κορύφωσή του στον ίμνο και τη λατρεία που της αποδίδουμε Και τον απέραντο σεβασμό, τόσο οι πρεσβύτεροι όσο και ο λαός Εδώ δηλαδή έχουμε μια μεγαλύτερη έμφαση και μια έξαρση ορισμένων αφηματικών στοιχειών που είχαμε βρει στο πρωτευαγγέλιο Επομένως είναι σαφής εδώ και προφανής η τάση μιας ιδιαίτερης προβολής Περισσότερα από ότι και στο πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου της Μαρίας Είναι ένα κείμενο λοιπόν όπως είπα το Ευαγγέλιο του Ψευδοματθέου σημαντικό με την έννοια δηλαδή ότι είναι ένα κείμενο το οποίο είπαμε την χειρόγραφή μας παράδοση Και όλας αποδεικνύεται ότι είχε ευρύτατη διάδοση τουλάχιστον στο δυτικό χριστιανισμό Τώρα το ίδιο το κείμενο ξέρουμε ότι έχει επιδράσει πάρα πολύ σε διάφορα άλλα κείμενα Ξέρουμε για παράδειγμα δηλαδή ότι το συγκεκριμένο κείμενο, το κείμενο του Ψευδοματθέου Καθώς και ένα άλλο κείμενο το λίπελους δε να τη βιτάται Μαρία Το οποίο ουσιαστικά έχει σαν θέμα τη γέννηση της Μαρίας και αυτό πάλι αντλεί από το πρωτευαγγέλιο Είπαμε το πρωτευαγγέλιο ουσιαστικά επηρεάζει ένα πολύ μεγάλο αριθμό απόκρυφων κειμένων στη λατινγκή γλώσσα Κυρίως από τον 6ο αιώνα και μετά Αυτά λοιπόν τα δύο κείμενα επηρεάζουν πάρα πολύ το λεγόμενο θεομητορικό λειτουργικό κύκλο Την οικονογραφία στη Δύση και στηρίζουν ακόμα τις συζητήσεις για το αυπάρθαινο της Μαρίας Και για το χαρακτηρισμό της ως θεοτόκου Βλέπουμε δηλαδή ότι στη Δύση το ρόλο που έπαιξε στην Ανατολή το πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου Τον διαδραματίζει τώρα το Ευαγγέλιο του Ψευδοματθέου Γι' αυτό και θεωρείται πάρα πολύ σημαντικό, γι' αυτό και σε όλα τα αγχειρίδια με κείμενα αποκρύφων Το Ευαγγέλιο του Ψευδοματθέου καταλαβάνει μία σημαντική θέση ανάμεσα στα Ευαγγέλια της παιδικής ηλικίας Απλώς γιατί είναι ένα κείμενο το οποίο επανειλημμένα το βρίσκουμε να προσλαμβάνεται, να αξιοποιείται μέσα στην τέχνη Και θα δούμε και βρισκόμαστε συγκεκριμένα παραδείγματα μέσα στην τέχνη και μέσα στην λειτουργική ζωή Αλλά και στις θεολογικές συζητήσεις σε ομιλίες και κηρύγματα εκείνης της εποχής Γιατί ακριβώς όπως είπα και πριν πάρα πολύ καλά με έναν πολύ παραστατικό τρόπο υπομνηματίζει Η δογματική διδασκαλία και τις θεολογικές συζητήσεις εκείνης της εποχής όσον αφορά στο πρόσωπο της Μαρίας Ειδικότερα το κείμενό μας επηρεάζει κείμενα μαριολογικού περιεχομένου τα οποία συντάσσονται στη Δύση γύρω στον 1ο με 10ο αιώνα Έχουμε δηλαδή μια παραγωγή τέτοιων κειμένων σε αυτήν την περίοδο στο δυτικό κόσμο Και είναι προφανές ότι σε αυτά τα κείμενα στοιχείο έμπνευσης ή κείμενο έμπνευσης αποτελεί και το κείμενο του ψευδοματρέου Και στη συνέχεια αυτά τα κείμενα τα που έχουν τα μαριολογικού περιεχομένου είναι εκείνα που θα περάσουν μέσα στη λειτουργική παράδοση της Δυτικής Εκκλησίας Βλέπουμε δηλαδή ότι ένα απόκρυφο κείμενο εκείνη ποτέ δεν πέρασε μέσα στον καναγώνα ουσιαστικά με έναν έμεσο τρόπο πάρα πολύ όμως σαφή τρόπο επηρεάζει στη συνέχεια τη λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας ή αν θέλετε κατά κάποιον τρόπο εμπλουτίζει ή και καθορίζει ορισμένα στοιχεία ή μάλλον υποβηματίζει να το πω καλύτερα ορισμένα σημεία της δοματικής δασκαλίας της Εκκλησίας Και αυτά είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον στοιχεία και είναι και ένα μεγάλο θεολογικό ζητούμενο γιατί τελικά η Εκκλησία δεν δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει κάτι τέτοιο παρόλο που σαφώς επίσημα θα λέγαμε τα απομακρύνια αυτά τα κείμενα από το σώμα του κανόνα και είχαμε πει και στο πρώτο πρώτο μάθημα γιατί ακριβώς η Εκκλησία αντιλαμβάνεται τουλάχιστον ο κανόνας δεν εφαρμόζεται μέσα στην Εκκλησία η λογική του κανόνα με τη λογική που σήμερα αντιλαμβανόμαστε με την έννοια δηλαδή είναι κάτι το οποίο άνωθεν έρχεται και επιβάλλεται στο σώμα της Εκκλησίας που ουσιαστικά βγαίνει μέσα από την ίδια τη ζωή της Εκκλησίας το σώμα λοιπόν της Εκκλησίας αντιλαμβάνεται ότι αυτά τα κείμενα δεν αντιπροσωπεύουν πλήρως την εμπειρία του από την άλλη μεριά τα θεωρεί χρήσιμα εργαλεία προκειμένου να αποδώσει πτυχές της πίστης και της εμπειρίας του και αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον σαν ένα στοιχείο έχει να κάνει και με αυτά που είπαμε περί του ανοιχτού ως προς το θεολογικό του περιεχόμενο ως προς την θεολογία χαρακτήρα του κανόνα της Καινής Διαθήκης. Και τώρα δύο βασικά ενδιαφέροντα στοιχεία τα οποία τα έχουμε ουσιαστικά από το Ευαγγέλιο του Ψευδωματθέου και αυτό είναι η πληροφορία που έχουμε ή μάλλον το στοιχείο που βρίσκουμε συνήθως στις εικόνες της γέννησης τόσο στην Ανατολή όσο και στη Βύση όπου ο Ιησούς τοποθετεί μέσα στο παχνί και υπάρχουν δύο ζώα που τον πλησιάζουν ένα βόδι και ένας όνος, ένα γαϊδούρι. Και αυτή η εικόνα, επειδή βέβαια έχει τις απαρχές στην προφητική παράδοση, ουσιαστικά προέρχεται από το Ιευδωματθέο. Υπάρχει μια μικρότερη αναφορά στο πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου όπου και εκεί πάλι γίνεται κάποιος λόγος ότι μέσα στο σταύλο υπήρχαν αυτά τα ζώα, όμως εδώ για πρώτη φορά λέει ότι αυτή την επαφή με τον ζώο, με τον Ιησού, θα σας διαβάσω χαρακτηριστικά, είναι το 14ο κεφάλαιο του Ευαγγελίου μας και την τρίτη μέρα από τη γέννηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού η Μακαριοτάτη Μαρία βγήκε από τη σπηλιά και μπήκε σε ένα σταύλο. Εδώ γίνεται μια προσπάθεια ουσιαστικά να συνδυαστούν οι δύο ιστορίες που έχουμε από τον Ματθέο και από τον Λουκά. Έτσι ο ένας συνδέει τη γέννηση με το σταύλο, ο άλλος με το σπήλαιο και επομένως εδώ κάνει μία προσπάθεια ως συγγραφέ, να τη συνδέσει και τις δύο. Λέγονται, ας πούμε, ότι την τρίτη μέρα η Μαρία από τη μία, από το ένα τόπο πήγε στον άλλο. Όπου λοιπόν στην ενός το σταύλο απέθεσε σε φάτνι το γιό της, τον οποίο προσκύνησαν το βόδι και όνος. Είναι η χαρακτηστική εικόνα από την εικόνα της γέννησης, τόσο όπως είπα στην Ανατολή όσο και στη Δύση. Και εδώ έχουμε ακριβώς ένα κείμενο το οποίο προφανώς δίνει το στοιχείο έμπνευσης στους αρχαίους χριστιανούς καλλιτέχνες για να βάλουν αυτά τα δύο συμπαθητικά ζώα μέσα στην ιστορία της γέννησης και ουσιαστικά να τα απαθανατήσουν μέσα στους αιώνες. Γιατί ως γνωστό και μέχρι σήμερα ακόμα και στις παιδικές διδασκαλίες που γίνονται και στα νηπιαγωγία και παντού, αλλά και ακόμα και σε πιο καλλιτεχνικές εκφράσεις αυτής της ιστορίας της γέννησης, αυτά τα δύο ζώα δεν απουσιάζουν. Και βέβαια, όπως είπα και πριν, σαφώς πίσω από αυτό υπάρχει μια παλαιοδοτική παράδειστη, την γνωρίζει και ο Ψαυροματιθέος και τι λέει «Τότε εκκληρώθηκε ο λόγος του προφήτη Ισαία, το βόδι γνώρισε τον κύριό του και ο όνος τη φάνη του κύριου του». Τα ίδια λοιπόν τα ζωντανά, το βόδι και ο όνος, έχοντας αυτόν στη μέση αδιαλείπτωστον προσκυνούσε. «Τότε εκκληρώθηκε ο λόγος του προφήτη Ιαβακούμ, εν μέσω δύο ζωντανών θα φανερωθείς, στο ίδιο μέρος παρέμεινε ο Ιωσήφ με τη Μαρία για τρεις ημέρες». Και εδώ τούρια φυσικά αυτή η ιστορία με το τρία και το γνωστό μοτίβο των τριών ημερών, το οποίο βρίσκουμε και μέσα στην κανονική παράδοση. Εκεί βέβαια συναφορά στην Ανάσταση, εδώ βλέπουμε ότι ο συγγραφές το μεταθέτηκε στην ιστορία της γέννησης. Και ένα δεύτερο στοιχείο, το οποίο είναι επίσης επαρμένο από το Ευαγγέλιο του Ψευδοματθέου, είναι ένα άλλο, μια μικρή ακόμα οικονογραφική λεπτομέρεια, που βρίσκουμε συνήθως στις παραστάσεις της φυγής στην Αίγυπτο, και στην Δύση και στην Ατουλική. Βέβαια η φυγή στην Αίγυπτο σηκώνεται περισσότερο δεδομένη στη Δύση, αλλά και στις δύο περιπτώσεις. Λέει λοιπόν στο Εικώσι Κεφάλαιο και συνέβη η τρίτη μέρα της εξόδου τους, πάλι η τρίτη μέρα, είναι μετά τη φυγή τους από την Παλαιστίνη εξαιτίας του Ηρώδη, καθώς αυτοί βάδισαν, δηλαδή το Ιωσήφ και η Μαρία, να καταπονηθεί η Μακαρία Μαρία από την υπερβολική ζέστη του ηλιού στην έρημο και βλέποντας έναν φίνικα, είπε στον Ιωσήφ, άσανε απ' αυτό για λίγο κάτω από τη σκιά αυτό του δέντρου. Ο Ιωσήφ λοιπόν, σπεύδοντας, την οδήγησε στο φίνικα και την βοήθησε να ξεπεζέψει από το υποζύγιο. Και όταν η Μακαρία Μαρία κάθισε εκεί, έστρεψε το βλέμμα της στο φύλλωμα του φίνικα και το είδε γεμάτο καρπούς και είπε στον Ιωσήφ, μακάρι να ήταν δυνατό να μαζέψω κάποιους από τους καρπούς αυτού του φίνικα. Και τους είπε ο Ιωσήφ, συγγνώμη απορώ που λες κάτι τέτοιο γιατί βλέπεις πόσο ψηλός είναι ο φίνικας και εσύ σκέφτεσαι να φας από τους καρπούς του φίνικα. Εγώ αναλογίζομαι περισσότερο την έλλειψη νερού που ήδη μασώθηκε στους ασκούς και δεν έχουμε τίποτε από όπου θα μπορούσαμε να δροσιστούμε εμείς και από το υποζύγιο. Τότε τον είπιο ο Ιησούς με χαρούμενη όψη καθισμένος στην αγκαλιά της μητέρας του είπε στο φίνικα «λήγησε δέντρο τους κλόνους σου και από τον καρπό σου ντρώσε τη μητέρα μου» και αμέσως με αυτή τη φωνή έγινε ο φίνικας στην κορυφή του ως τα πέλματα της μακαρίας Μαρίας και μάλλεψαν από αυτό καρπούς με τους οποίους αυτοί δροσίστηκαν. Και συνεχίζει η ιστορία και πώς δηλαδή στη συνέχεια ο φίνικας αυτός ευεργετήκε με διάφορους άλλους τρόπους. Αν προσέξουμε στις ποραστάσεις της φυγής στην Αίγυπτο υπάρχει ένας φίνικας στην εικόνα πάντοτε. Βέβαια υπάρχουν ελεύθερους εικόνες που στην Δυτική Εκκλησία προσχυνά ο φίνικας λυγίζει, σε άλλες όχι, αλλά αυτό το στοιχείο του φίνικα βλέπουμε ότι υπάρχει και εδώ. Βλέπουμε δηλαδή πώς μικρά στοιχεία πολλές φορές από αυτές τις ιστορίες επηρεάζουν δημετέπειτα εικονογραφική παράδοση και είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσα αυτή λοιπόν η σχέση. Άρα λοιπόν το Ευαγγέλιο μας μπορεί να είναι ένα κείμενο που να μην σήμερα είναι τόσο γνωστό. Φαίνεται όμως ότι στην αρχαιότητα, στην Αρχαία Εκκλησία, τουλάχιστος στην Δυτικότητα, έχει επηρεάσει πάρα πολύ και ήταν ένα κείμενο το οποίο μπορεί μεν να μην ήταν κανονικό κείμενο, ήταν όμως ένα κείμενο που έχερε εκτίμησης. Όσον αφορά στο περιεχόμενό του πολύ σύντομα να πούμε ότι το κείμενο μας αυτό χωρίζεται σε δύο μέρες. Ουσιαστικά το πρώτο μέρος είναι τα κεφάλαια 1-17, όπου εδώ δεν έχουμε τίποτε άλλο παρά την επεξεργασία, όπως είπα και πριν, το πρωτευαγγελίου του Ιακώβου με τις γνωστές θεολογικές εμφάσεις, τις οποίες αναφέρθηκαν και πριν, έμφαση στο πρόσωπο της Μαρίας, κάποιες αλλαγές στα πρόσωπα που ίσως οφείλονται σε προηγούμενη εκδοχή του πρωτευαγγελίου του Ιακώβου, την οποία σήμερα δεν την έχουμε στη διάθεσή μας. Κάθε περίπτωση όμως τα βασικά σημεία εκείνης της ιστορίας είναι και εδώ. Το δεύτερο μέρος, τα κεφάλαια 18 και 24, έως 24, είναι επηρεασμένα πάρα πολύ από το ευαγγέννηση παιδικής ηλικίας του Θωμά. Είπαμε ότι το κείμενο όμως έχει μια ιδιαίτερη αγάπη για το θαυμαστό, το μαγικό, το εξοπραγματικό και το πέρα από τις ανθρώπινες δυνατότητες γεγονός. Αυτή η έμφαση είναι ιδιαίτερα εμφανής από το 18. Και εξής έφερα ένα παράδειγμα πιο πριν με το φίνικα. Τώρα θα διαβάσω ακόμα μία ιστορία για να καταλάβετε ακριβώς αυτό που λέω για το μαγικό, μυθικό στοιχείο, θαυμαστό στοιχείο το οποίο έχουμε μέσα στην ιστορία του Ψευδωματιθέου. Και όταν είχα φτάσει σε κάποια σπηλιά, είναι πάλι ακόμα στην πορεία από την Παλαιστίνη προς την Αίγυτο, και ήθελα να παφτούσα αυτήν, ξεπέζεψε η μακαριστή Μαρία από το υποζύγιο και καθισμένη κρατούσε τον γιό της στον Ιησού στα γόνατά της. Κοίτα μαζί με τον Ιωσήφ τρεις νέοι. Και μαζί με τη Μαρία κάποια παιδίσκη, καθώς συνέχιζαν τον δρόμο τους. Και ειδού, ξαφνικά βγήκαν από τη σπηλιά πολλοί δράκοντες, στη θέα των οποίων οι νέοι αναφώνησαν από μεγάλο φόβο. Τότε ο Ιησούς κατέβηκε από την αγκαλιά της μητέρας του και στάθηκε στα πόδια του μπροστά στους δράκοντες, αλλά εκείνοι προσκύνησαν τον Ιησού και έπειτα αποχώρησαν. Τότε πληρώθηκε ο λόγος του προφήτη Δαβίδ, «Ειμνείται τον Κύριο, δράκοντες εκ της γης, δράκοντες κεπάς εάδηση» εδώ πρόκειται για το Ψαλμικό χωρίο από τον Ζαλμό 148, στίχος 7, «και το ίδιο τον ίπιο ο Ιησούς περπατώντας μπροστά τους τους πρόσταξε να μην κάνουν κακό σε κανέναν άνθρωπο». Αλλά η Μαρία και ο Ιωσή φοβούνταν πολύ με τυχόν οι δράκοντες γλάψουν τον ίπιο. Τους λέει ο Ιησούς «Μη φοβάστε ούτε να με θεωρείτε νίπιο και το ενδιαφέρον, γιατί εγώ υπήξα πάντοτε και είμαι τέλειος άνδρας. Αναγκαστικά όλα τα θηρία των δασσών ημερεύουν μπροστά μου». Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Καταρχάς το μυθικό στοιχείο Ιδρύου Νεφανές, η δράκη, είναι ένα στοιχείο που το βρίσκουμε πάρα πολύ συχνά σε μυθικές ιστορίες. Είναι ένα στοιχείο όμως που έχει να κάνει και με ιστορίες ηρώων. Θυμήθηται τον Ηρακλή που πνίγει τα φύδια, μικρό παιδί, διάφορους ήρωες οι οποίοι θανατώνουν δράκοντες. Και ο Ιησούς εδώ κατά ανάλογο τρόπο δεν θανατώνει βέβαια, αλλά τι θα σέρδει, διότι είναι ο Θεός ο Ιησούς. Όπως λέει ο ίδιος, «Δεν είμαι νύπιο, αλλά ο τέλειος άνδρας». Εδώ έχουμε ένα στοιχείο της χριστολογίας, με πτυγμένης ιστολογίας αυτής της εποχής. Και είναι προφανές εδώ ότι μυθικά στοιχεία, στοιχεία της λαϊκής παράδοσης, λαϊκής μυθολογίας, συμπλέκονται και διαπλέκονται με στοιχεία της χριστιανικής θεολογίας, ώστε να μας δώσουν αυτήν την ιστορία. Και μια τέτοια τάση βρίσκουμε γενικότερα μέσα στο κείμενό μας. Βλέπουμε λίγο αργότερα, στο κεφάλαιο 19, την ίδια ακριβώς εικόνα, όπου ο Ιησούς βρίσκεται σε μια ειρηνική σχέση και μια σχέση κυριαρχίας προς τα υπόλοιπα όντα και μάλιστα τα άγρια θηρία. Εκεί λοιπόν στο 19 κεφάλαιο βλέπουμε τον Ιησού, διαβάζω χαρακτηριστικά, ομοίως τον προσκύνησαν οι Λέοντες, τον Ιησού δηλαδή, και οι Λεοπαρδάλοις, και τους ακολουθούσαν στην έρημο. Πουδήποτε προχωρούσαν ο Ιωσήφ και η Μακαριστή Μαρία, προπορεύονταν δείχνοντας τον δρόμο και κλείνοντας τις κεφαλές τους και επιδεικνύοντας την υποταγή τους με το παιχνίδισμα των ουρών τους, τον προσκυνούσαν με μεγάλη ευλάβεια και στην αρχή βέβαια όταν η Μαρία Λεοίδε τους Λέοντες φοβήθηκε, συνέχεια όμως κατάλαβε ότι ο Ιησούς ήταν αυτός ο οποίος μπορούσε να ελέγχει τα άγρια θηρία. Εδώ βλέπουμε μια γνωστή εικόνα από την Παλαιά Διαθήκη με τις ειδηλιακές προφητικές οράσεις για την ειρηνική συμβίωση των άγριων θηρίων με τον άνθρωπο αλλά και μεταξύ τους, η ρήνευση δηλαδή μέσα στη δημιουργία. Αυτές οι εικόνες βέβαια αποσδίποτε δέχονται μεγάλη επεξεργασία με το πέρασμα του χρόνου μέσα στη χριστιανική παράδοση, όπου μέσα σε βουτοπικά οράματα για το μέλλον είναι ένα από τα στοιχεία αυτής της ιστορίας. Το ενδιαφέρον εδώ βέβαια ότι και το βόδι και το γαϊδούρτα που είχαμε δει στην ιστορία στην αρχή είναι αυτά που συνοδεύουν τον Ιησού. Βλέπουμε μια προσπάθεια δηλαδή όλη η ιστορία να συνηφαθεί, βλέπουμε στοιχεία διάφορα από διάφορες Παλαιά Διαθήκη μυθολογικές παραστάσεις και λαϊκές ιστορίες. Και φυσικά μια αρκετά μεγάλη δόση χριστιανικής θεολογίας εδώ να εμπλέκονται, να συνηφαίνονται και να ουσιαστικά να εξηφαίνουν τον ιστορία μας. Κλίνοντας λοιπόν το κομμάτι όσον αφορά το Ευαγγέλιο του Ψαδημανθέου, θα πω αυτό που είπα πολλές φορές στην ώρα της παρουσίασής του, ότι είναι ένα κείμενο ενδιαφέρον, ένα κείμενο σημαντικό, ιδιαίτερα γιατί φαίνεται πως επηρέασε την θεολογική παραγωγή αλλά και την λειτουργική ζωή της Δυτικής Εκκλησίας. Μια κείμενη δηλαδή που μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για ένα κομμάτι αυτού του κόσμου της χριστιανωσύνης, το οποίο ακριβώς είναι ενδιαφέρον για ο κάθε μελετητή, όχι μόνο της Καινής Διαθήκης αλλά και της Αρχαίας Ιστορίας και της Ιστορίας των Δοθμάτων. Στο δεύτερο μέρος του μαθήματος θα πούμε πολύ σύντομα ορισμένα πράγματα για δύο ακόμα Ευαγγέλια της παιδικής ηλικίας του Ιησού. Το ένα από αυτά είναι το λεγόμενο Αραβικό Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας. Και λέγεται Αραβικό Ευαγγέλιο γιατί θυσώζεται μόνο στα αραβικά. Για την ακρίβεια έχουμε δύο χειρόγραφα αραβικά αυτού του Ευαγγελίου και τρεις σyριακές παραλλαγές. Και αυτές οι τρεις σyριακές παραλλαγές είναι πολύ σημαντικές και πολύ ενδιαφέροσες γιατί ακριβώς μας βοηθάνε στο να αποσαφηνίσουμε την ιστορία εξέλιξης του κειμένου μας στην αραβική του εκδοχή. Σήμερα το κείμενο μας εκδόθηκε μάλλον, το κείμενο αυτό εκδίδεται μάλλον πάντοτε με βάση την πρώτη σημαντική έκδοση που έγινε από τον Σάικ το 1697. Ο Σάικ λοιπόν στηρίχθηκε σε ένα χειρόγραφο το οποίο είναι χρονολόγητο. Δεν μπορούμε ακόμα να το προφητήσουμε χρονικά και είναι από την Οξφόρδη το χειρόγραφο 350. Αυτό λοιπόν αποτελεί τη βάση της έκδοσης του Σάικ, η οποία έκδοση από τη σειρά της αποτελεί τη βάση για όλες τις εκδόσεις που έχουμε σήμερα. Στο πρώτο μέρος του το κείμενό μας παρουσιάζει μια μεγάλη εξάρτηση από το Πρωτευαγγέλιο που ακόμα βλέπουμε δηλαδή ότι ο βασικός πυρήνας είναι το Πρωτευαγγέλιο. Και στο μεσαίο τμήμα, δηλαδή στα κεφάλαια 10-35 τα οποία τα θεωρούμε ότι είναι και το αρχαιότερο κομμάτι, ο αρχικός πυρήνας αφηγής, δηλαδή θα υπήρχε αυτό και γύρω γύρω από αυτό προσθέθηκαν οι υπόλοιπες αφηγήσεις. Έχουμε μια σειρά από ιστορίες στις οποίες παρουσιάζονται θαυμαστά γεγονότα και θαύματα του Μικρού Ιησού. Ας πούμε κυρίως θαύματα εξορκισμών, υπάρχουν πάρα πολλές μαγικές πράξεις που επιτελούνται από τον Ιησού και διάφορα μυθολογικά στοιχεία πάλι και μια έντονη πάλι μαριολογία. Είναι και αυτό δηλαδή ένα κείμενο που πάλι ως αντικείμενό του ως θέμα συζήτησης έχει το πρόσωπο της Μαρίας και στο τρίτο μέρος στα κεφάλαιο 36 έως 54 στηρίζεται και αυτό πάλι στο Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Θωμά. Άρα βλέπουμε οι δύο βασικοί φορείς της παράδοσης που επιβρούν εδώ είναι το πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου και το Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Θωμά. Χρόνος συγγραφής σήμερα ηκάζουμε ότι το κείμενό μας είναι του 5ου αιώνα, γι' αυτό λοιπόν είναι πολύ πιθανό αυτό να είναι που επηρεάζει το Ευαγγέλιο του ψευματέου και όχι αντίστοφα ή ξέρω εγώ απλώς να σχετίζονται. Είναι προφανές ότι το κείμενο αυτό είναι αρχαιότερο και υποθέτουμε ότι συντάχτηκε κάπου στην Ανατολή. Τώρα που στην Ανατολή σίγουρα πριν την ισλαμική περίοδο, πριν την εμφάνιση του Ισλάμ στην περιοχή, αλλά που ακριβώς αυτό και πότε ακριβώς είναι λίγο δύσκολο να το αποσαφηνίσουμε. Διαβάζω ένα πάρα πολύ μικρό κομμάτι από το Αραβικό Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας για να κρύβεται την παράγραφο 37 για να καταλάβετε πώς μοιάζει με το Ευαγγέλιο του Θωμά, αλλά πώς έχει και αυτά όλα τα στοιχεία που σας είπα, τα θαυμαστά, τα μαγικά και τα λοιπά. Κάποια μέρα, όταν ο Ιησούς έτρεχε παίζοντας με κάποια παιδιά, πέρασε δίπλα από το εργαστήρι ενός βαφέα που λεγόταν Σαλόμ. Είχαν μέσα στο εργαστήρι πολλά υφάσματα που έπρεπε να βάψουν. Ο Κύριος Ιησούς μπήκε μέσα στο εργαστήρι του βαφέα, πήρε όλα αυτά τα υφάσματα και τα πέταξε μέσα σε ένα καζάνι γεμάτο μπογιά. Όταν ο Σαλόμ ήρθε και είδε ότι τα υφάσματα είχαν καταστραφεί, άρχισε να κλαίει δυνατά και ρώτησε τον Κύριο Ιησού λέγοντας, «Τι μου έκανες γέ της Μαρίας, κατέστρεψε στη θύμη μου στα μάτια όλων των ανθρώπων της πόλης, γιατί καθένας παραγγέλνει ένα κατάλληλο χρώμα για τον εαυτό του, ενώ εσύ δες και τα χάλασες όλα». Ο Κύριος Ιησούς απάντησε, «Θα αλλάξω για χάρι σου το χρώμα όποιο υφάσματος θέλει να αναχτεί» και αμέσως άρχισε να βγάζει έξω τα υφάσματα από το καζάνι, καθένα βαγμένο με τα χρώματα που ήθελε ο βαφέας, μέχρι που τα έβγαλε όλα έξω. Όταν οι Ιουδαίοι είδαν αυτό το θαύμα και σημείω, δόξα στον Θεό, εδώ βλέπετε ένα θαύμα το οποίο είναι εξαιρετικά απλόικο, με πάρα πολλά μαγικά και μυφικά στοιχεία, μας θυμίζει ιστορίες που βλέπουμε πολλές φορές σε ταινίες φαντασίες σήμερα και βλέπετε ένα τέτοιο θαύμα να αποδίδεται στον Ιησού, κάτι που δεν θα το βλέπουμε ποτέ μέσα στην παράδοση την συνοπτική ή γενικότερα στην Ευαγγελική παράδοση, τα θαύματα έχουν μια πολύ διαφορετική λογική, είναι σημάδια της Βασιλείας του Θεού, αυτό το θαύμα αν θέλετε θεολογικά δεν έχει κανέναν νόημα. Δεν έχει κανέναν νόημα ένα παιδί το οποίο ρίχνει τα υφάσματα και μετά απλώς κάνει το χατήρι του βαφέα και ουσιαστικά εδώ βλέπουμε έναν Ιησού που λειτουργεί σαν ένα παιδάκι το οποίο κάνει τη ζημιά αλλά αντίθετα από όλα τα παιδάκια του κόσμου έχει τη δυνατότητα να διορθώσει, γι'αυτό είναι και θέως στην προκειμένη περίπτωση με την απλοϊκή αντίληψη του συγγραφέ μπορεί να διορθώσει τη ζημιά που έκανα. Ευχάριστες ιστορίες, γι'αυτό είπαμε ότι πολλές φορές αυτές είχαν και έναν θα λέγαμε χαρακτήρα διασκέδασης των ανθρώπων εκείνης εποχής, να λογοτεχνικά κείμενα ευρείας ανάγνωσης εκείνης εποχής τα οποία ακριβώς δεν είχαν κανέναν άλλο λόγο παρά να γεμίσουν και να της ιστορίας αλλά ταυτόχρονα διασκεδάσουν να ευχαριστήσουν και τους χριστιανούς αναγνώστες. Ένα δεύτερο κείμενο είναι το ευαγγέλιο του χειρογράφου Αρουντέλ. Αυτό το χειρόγραφο είναι ενδιαφέρον, βασικά είναι ένα κείμενο το οποίο το έχουμε σε πολύ μικρή, πολύ περιορισμένη χειρόγραφη παράδοση. Και ο βασικός μάρτυρας είναι το χειρόγραφο Αρουντέλ 404 στη Βιττανική Διοθήκη και το οποίο ανάγεται στο 14ο αιώνα. Είναι λατινικό και αυτό το χειρόγραφο και σε ένα άλλο χειρόγραφο από τη Διοθήκη του Καθεβρικού Ναού στο Χέρεφορτ που είναι του 13ου αιώνα. Έχουμε λοιπόν δύο μόνο χειρόγραφα από τα οποία ο James στις αρχές του 20ου αιώνα στρίθηκε μάλλον σε αυτά και εξέδωσε αυτό το ευαγγέλιο που το λέμε το ευαγγέλιο του χειρογράφου Αρουντέλ. Σήμερα είμαστε λίγο πιο τυχεροί από την εποχή του James διότι σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας εννέα χειρόγραφα. Βέβαια όπως είπα και πριν δεν είναι πολλά για να πούμε ότι με αυτά τέλος πάντως θα μπορούμε να καλύψουμε όλες μας τις απορίες σχετικά με την ιστορία αυτού του χειρογράφου. Αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι και αυτό το χειρόγραφο ανήκει θα λέγαμε στους απογόνους του πρωτευαγγελίου του Ιακώβου και μάλιστα γνωρίζει και αυτό μια λατινική μετάφραση του πρωτευαγγελίου καθώς επίσης γνωρίζει και το Ευαγγέλιο του Ψευδοματθέου. Και επιπλέον ανατρέχει και σε μία τρίτη πηγή την οποία δεν τη γνωρίζουμε σήμερα, έχει χαθεί και η οποία και αυτή είναι εξαιρετικά παλαιά. Το κείμενο αυτό λοιπόν ουσιαστικά δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να αναπαράγει την ιστορία έτσι όπως την ξέρουμε από το πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, έχει όμως μερικές ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά. Ας πούμε είναι ότι περιέχει ολόκληρη την ιστορία του Ζαχαρία του πατέρα του Ιωάννη την οποία δεν την έχουμε από το πρωτευαγγέλιο ολόκληρο ή ας πούμε ότι εδώ η μαμή είναι αυτή που σταματάει το χρόνο και όχι ο Ιωσήβ γιατί έχουμε μια ιστορία τέτοια στο πρωτευαγγέλιο. Και έχει και μία άλλη πληροφορία που δεν την έχουμε από το πρωτευαγγέλιο έτσι ότι οι δυο λαοί που βλέπει Μαρία να θρυνούν, ο ένας μάνα θρυνεί και ο άλλος να χαίρεται, εδώ μας εξηγεί ότι είναι οι Ιουδαίοι και οι εθνικοί. Βλέπουμε εδώ μία επεξεργασία μεγαλύτερη, είναι και αυτό ένα κείμενο το οποίο ανήκει στην ίδια κατηγορία όπως είπα και πριν και προσθέτει ακόμα εδώ ένα νέο στοιχείο είναι το στοιχείο των Μάγων, της ιστορίας των Μάγων που δεν μας προσθέτει τη στοιχεία, βέβαια σήμερα γνωρίζουμε για τους Μάγους από ένα καινούργιο κείμενο, ένα πρόσφατα δημοσιευμένο Ευαγγέλιο, το Ευαγγέλιο των Μάγων. Έχει κάποια στοιχεία κοινά με το χειρόγραφο του Αρουντέλ αλλά και να ακολουθεί και μια άλλη παράδοση και ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο που έχει το Ευαγγέλιο αυτό του χειρογράφου Αρουντέλ είναι ότι ο νεογέννητος Χριστός μέσα στην ιστορία παρουσιάζεται αρχικά ως φως, δεν είναι δηλαδή θα λέγαμε κανονικό παιδί από την αρχή, αλλά στην αρχή είναι ένα φως μέσα στη φάτνη το οποίο στη συνέχεια αποκτά ανθρώπινη υπόστηση. Εδώ ηκάζουμε ότι υπάρχουν κάποια ίχνη δοκιτισμού, ο κοιμός ανοσθών είχε μια μεγάλη δυσκολία, αντικατουργεί σε ακριβώς αυτή τη δυσκολία να δεχθεί πως ένας θεός σαρκώνεται, πως δηλαδή περνάει στην ανθρώπινη διάσταση γι' αυτό και προτείνει διάφορους τρόπους υπέρβασης αυτού του προβλήματος όπως παραδείγμα ως χάρη ότι οι άνθρωποι έχουν την εντύπωση ότι ο Ιησούς είναι αυτός που βλέπουν, κυρίως το πρόβλημά τους είναι με τη σταύρωση, εάν ο Ιησούς δηλαδή σταυρώθηκε, όνος θεός και πως μπορείς να γίνει, γι' αυτό υπάρχει η εκδοχή ότι σε αυτά τα δοκιτικά κείμενα ότι φάνηκε στους ανθρώπους ότι ο Ιησούς δεν τον σταύρωσαν ποτά, ποτέ ή σταυρώθηκε κάποιος άλλος στη θέση του αλλά εκείνοι νόμιζαν ότι είχε σταυρωθεί ο Ιησούς. Μέσα λοιπόν σε αυτή την γενικότερη προβληματική, γενικότερο δοκιτικό σκεπτικό θα πρέπει να δούμε και αυτή την ιστορία με τον Ιησού ως φως, ως ένα άηλο φως, το οποίο σιγά σιγά μετά στην ιστορία μάλλον γίνεται ένα παιδί. Ή απλά μπορεί να το πούμε και ότι είναι μια προσπάθεια εκλαϊκευμένης κατανόησης του δόγματος της σάρκωσης του Θεού, πώς δηλαδή ο Θεός γίνεται άνθρωπος και μια προσπάθεια ας πούμε πλέον εκλογήκευσης αυτής της πολύ δύσκολης έννοιας, της δύσκολης θεολογικής έννοιας μέσα από μια απλοϊκή ιστορία. Κλείνοντας τα όσα είπαμε μέχρι τώρα για τα Ευαγγέλια της παιδικής ηλικίας του Ιησού θα ήθελα να παρατηρήσουμε, να παρατηρήσω ορισμένα στοιχεία, ορισμένα σημεία τα οποία είναι εξαιρετικά σημαντικά και θα πρέπει να τα έχουμε υπόψη μας. Πρώτα πρώτα, αυτό που προκύπτει από την ποικιλία των χειρογράφων, από την ποικιλία των κειμένων που έχουμε, κυρίως από τον 6ο και 6η αιώνα, καταλαβαίνουμε ότι τα Ευαγγέλια της παιδικής ηλικίας είναι εξαιρετικά αγαπητά και εξαιρετικά διαδεδομένα. Και στα κείμενα αυτά, στην παράδοση όλων αυτών των κειμένων, ιδιαίτερα των μεταγενέστρων, τέσσερα είναι τα σημαντικά κείμενα τα οποία διαδραματίζουν τον κύριο ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της παράδοσης για την παιδική ηλικία του Ιησού. Το ένα και το σημαντικότερο είναι το πρωτευαγγέλιο του Ιακώ, το οποίο είπαμε δεν επικρατεί στη Δύση, δεν κυκλοφορεί ευρύατα στη Δύση, προφανώς μεταφράζεται κάποια στιγμή στα λατινικά νωρίς, στη συνέχεια όμως πάβει να κυκλοφορεί γιατί έχει καταδικαστεί ως απόκρυφο, αλλά και γιατί συνεχίζει να ζει μέσα από τα υπόλοιπα κείμενα στα οποία αναφερθήκαμε ήδη. Άρα λοιπόν, το πρώτο είναι το πρωτευαγγέλιο του Ιακώ, το δεύτερο βασικό κείμενο είναι το Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Ιησού, του Θωμάου, το οποίο είδαμε και όλα στα προηγούμενα μας κείμενα, πόσο πολύ επηρεάζει κυρίως την περιγραφή των πρώτων χρόνων της ζωής του Ιησού. Το τρίτο είναι το Ευαγγέλιο του Ψαβουματιθέου, για το οποίο μιλήσαμε σήμερα, αυτό διαγραμματίζει ένα πάρα πολύ σημαντικό ρόλο, είναι πηγή έμπνευσης για πάρα πολλά κείμενα στη Δύση, κυρίως μαριολογικού περιεχομένου και τέλος πρέπει να υπάρχει και ένα τέταρτο κείμενο, το οποίο μας είναι σήμερα άγνωστο γιατί έχει χαθεί και το οποίο οι ερευνητές το τοποθετούν ανάμεσα στον 7ο και 9ο αιώνα. Άρα λοιπόν, έχουμε τέσσερις πηγές οι οποίοι σωστικά επηρεάζουν τα κείμενα τα οποία κυκλοφορούν στο δυτικό κομμάτι του χριστιανισμού, στη Δυτική Εκκλησία αυτή την εποχή. Ποια είναι η σχέση τώρα όλων αυτών των κειμένων που είπαμε και όσον επηρεάζουν με την Καινή Διαθήκη. Καταρχάς αυτό που κάνουν είναι να συμπληρώνουν τα κενά της ιστορίας και είπαμε και άλλη φορά ότι ένα πολύ σημαντικό κενό είναι τα χρόνια που μεσολαβούν ανάμεσα στη γέννηση του Ιησού και την εμφάνισή του ως ενήλικα και τη δημόσια τράση του. Το δεύτερο όμως είναι ότι ενώ συμπληρώνουν ουσιαστικά έχουν εντελώς διαφορετικά κάποιες φορές θεολογικά ενδιαφέροντα. Αυτό για παράδειγμα ήταν πολύ ξεκάθαρο όταν συζητήσαμε τα θαύματα όπου στα θαύματα που έχουμε στα Ευαγγέλια της παιδικής ηλικίας του Θωμά ο Ιησούς εμφανίζεται πολύ διαφορετικός. Έχουμε θαύματα τιμωρητικά, έχουμε θαύματα εκδίκησης, θαύματα που μπορεί να μην έχουν και καμία θεολογική λογική όπως αυτό το θαύμα που είδαμε με τα φάσματα από το Αραβικό Ευαγγέλιο. Αντίθετα, όπως είπα και πριν νωρίτερα, τα Ευαγγέλια τα συνοπτικά τα θαύματα τα εντάσουν μέσα στο θεολογικό τους σχέδιο και ουσιαστικά τα αντιλαμβάνονται ως έκφραση της μεσιανικότητας του Ιησού και της θεότητας του Αναφυσβήττα, αλλά πρώτη στα ως σημάδια της έλευσης της βασιλείας του Θεού και ως μια από τις κατεξοχή εκφράσεις της ευσπλαχνίας και της αγάπης του Χριστού για τον κόσμο. Το τρίτο στοιχείο είναι ότι ουσιαστικά αυτά τα κείμενα προσπαθούν να αναπλάσσουν την προϋστορία του Ιησού και κάνουν το εξής, μέσα σε αυτή την προϋστορία, προσπαθώ να συνδέσω αυτή την προϋστορία μάλλον καλύτερα να το πω, με την Παλαιά Διαθήκη να τη δουν ως εκπλήρωση, δηλαδή ως προϋστορία με την παιδική ηλικία, αυτό που δηλαδή έχουμε πριν από τα κανονικά μας Ευαγγέλια. Βέβαια αυτή η σύνδεση της ζωής του Ιησού με τις προφητείες της Παλαιά Διαθήκη και γενικότερα με την Παλαιά Διαθήκη και η κατανόηση της ζωής του Ιησού ως μιας εκπλήρωσης και ως αντίτυπου των τύπων της Παλαιάς Διαθήκης, υπάρχει και στην κανονική Ευαγγελική παράδοση και γενικότερα στο πρώτο χριστιανικό κήρυγμα. Εδώ όμως βλέπουμε ότι τα Ευαγγέλια της παιδικής ηλικίας κατασκευάζουν την ιστορία για τα παιδικά χρόνια του Ιησού και μέσα σε αυτή την ιστορία προσπαθούν να παράγουν το ίδιο ακριβώς μοντέλο εξηερμηνίας, βλέποντας αυτά τα παιδικά χρόνια ως εκπλήρωση των προφητείων και της Παλαιάς Διαθήκης. Και το τελευταίο στοιχείο είναι ότι εδώ, οπωσδήποτε οι επιδράσεις και οι σχέσεις είναι με την Καινή Διαθήκη έντονες, όμως στην ιστορία συνηφαίνονται διάφορα μυθικά και μαγικά στοιχεία. Στοιχεία από τη λαϊκή παράδοση, από λαϊκές ιστορίες, από φανταστικές ιστορίες, έτσι ώστε αυτό το οποίο τελικά έχουμε στα χέρια μας είναι ένα ευχάριστο, λαϊκό, πολύ ελαφρύ, θα λέγαμε, ανάγνωσμα με πάρα πολύ εκλαϊκευμένη και ξαπουστευμένη θεολογία. Και τελευταία, να πω ότι κοιτώντας τις τάσεις που εκδηλώνεται μέσα στην παράδοση για την παιδική ηλικία του Ιησού παρατηρούμε τις εξής τάσεις. Όσον αφορά στο ιουδιοχριστιανικό χώρο, όπου αναπτύσσονται τα πρώτα κείμενα, όπως για παράδειγμα το πρώτο Ευαγγέλιο του Ιακώβου, το ενδιαφέρον και η έμφαση βρίσκεται κυρίως στην οικογένεια του Ιησού και στη γενναλογία του. Δηλαδή αυτό προσπαθούν να κάνουν αυτά τα κείμενα περισσότερο να μας δώσουν πληροφορίες για το ποιοι ήταν οι πρόγονοί του και τι λογίς άνθρωποι ήταν αυτοί οι πρόγονοί του. Στον αραβικό χώρο όμως το ενδιαφέρον είναι διαφορετικό. Το ενδιαφέρον είναι κυρίως στη θαυματουργική δράση του Ιησού και κυρίως σε αυτή βρίσκουμε πολλά μαγικά και μυθολογικά στοιχεία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το αραβικό Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας. Στο Συρριακό χώρο, όπου έχουμε για παράδειγμα το Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Θωμά, η έμφαση είναι στη θεότητα του Ιησού. Θα θυμηθούμε το παιδί Ιησού, σημαντικά αυτά που κάνει, είπαμε, μπορεί βέβαια σε εμάς να φαίνονται χοντροκομμένα, πολύ ξένα και παράλοξα, αλλά σημαντικά ένας πάρα πολύ απλός τρόπος, θα το πούμε έτσι, λαϊκός τρόπος, για να δηλώσουν ακριβώς ότι ο Ιησούς που γνωρίζουμε από την Καινή Διαθήκη είναι ο ίδιος με αυτόν που ήταν παιδί, τα ίδια χαρακτηριστικά και είναι Θεός το παιδί, άρα και ο ενήλικας Ιησούς είναι επίσης Θεός. Και στις γνωστικές ομάδες όσα κείμενα έχουμε, γιατί έχουμε κείμενα τα οποία μιλάνε για την παιδική ηλικία, κυρίως έχουμε μία μυθολογική και συμβολική κατανόηση της εικόνας του παιδιού και του γέροντα. Είναι μία πολύ γνωστή εικόνα από τον αρχαίο κόσμο το παιδί και ο γέροντα και ακριβώς ο Ιησούς παιδί και ο Ιησούς ο ενήλικας είναι η συγκεκριμενοποίηση ακριβώς αυτού του μυθικού μοντέλου των δύο αυτών ηλικιών και τα οποία ακριβώς συναπαρτίζουν αυτές οι δύο ηλικίες των άνθρωπον. Και τέλος, στο λατινικό χώρο η έμφαση είναι κυρίως στο πρόσωπο της Μαρία σε μαριολογικά ζητήματα και κυρίως στο υπάρχουμε. Βλέπουμε δηλαδή πώς σε διαφορετικούς χώρους αναπτύσσεται μία παράδοση η οποία όμως κάθε φορά δίνει διαφορετικές εμφάσεις, εστιάζει περισσότερο σε συγκεκριμένα σημεία γιατί ακριβώς θέλει να εξυπηρετήσει διαφορετικούς θεολογικούς ή ιδεολογικούς σκοπούς. Σε κάθε περίπτωση όμως τα κείμενα μας είναι εξαρτητικά ενδιαφέροντα. Όπως βλέπετε μας δίνουν στοιχεία για το υπόβαθρο το ιδεολογικό και για το εκκλησιαστικό περιβάλλον και κλίμα εκείνης της εποχής και σαφώς με το δικό τους τρόπο έστω και απλό πρώτον εμπλουτίζουν τις νόσες μας για την αρχαία εκκλησία και δεύτερον αποτελούν και αυτά ένα δείγμα της πρόσληψης και ερμηνείας έστω και προς το απλοϊκότερο και αφελέστερο της ευαγγενικής ιστορίας, της ευαγγενικής παράδοσης για τον Ιησού.