Ο Ελληνισμός του Πόντου. Από τους αρχαίους χρόνους στην Έξοδο. Γ΄ Επεισόδιο /

: [♪ Μουσική και attent bricks... Θα ακολουθήσει στον 15ο-16ο αιώνα Μία δύσκολη περίοδος για το ελληνικό στοιχείο της περιοχής του Πόντου. Αφρώοι εξ-Ισλαμισμοί και καταπιέσεις σε βάρος του. Σε αυτό έχουν απόλυτη ευθύνη, αποκλειστική ευθύνη οι τέρεμπέιδες, δηλαδή οικογένειες μη ντόπιων τιμαριούχων, ο...

Full description

Bibliographic Details
Language:el
Institution:Κανάλι έδρας Ποντιακών Σπουδών
Format:Video
Genre:Ακαδημαϊκές/Επιστημονικές εκδηλώσεις
Collection: /
Published: Έδρα Ποντιακών Σπουδών ΑΠΘ 2020
Subjects:
Online Access:https://www.youtube.com/watch?v=hJ2ohvyE7Pw&list=PLnV0utgYsHA5ZWdrjfaHAiwLlvrhgDR5r
Απομαγνητοφώνηση
: [♪ Μουσική και attent bricks... Θα ακολουθήσει στον 15ο-16ο αιώνα Μία δύσκολη περίοδος για το ελληνικό στοιχείο της περιοχής του Πόντου. Αφρώοι εξ-Ισλαμισμοί και καταπιέσεις σε βάρος του. Σε αυτό έχουν απόλυτη ευθύνη, αποκλειστική ευθύνη οι τέρεμπέιδες, δηλαδή οικογένειες μη ντόπιων τιμαριούχων, οι οποίοι δεσπόζουν, κυριαρχούν σε περιοχές, σε κυλάδες, σε πεδιάδες, στην περιοχή τραπεζούντος και προς το εσωτερικό, δημιουργούν ασφικτικές συνθήκες για το ελληνικό στοιχείο, το οποίο αναζητά καταφύγιο στην ορεινή ενδοχώρα του Πόντου, στην Αργυρούπολη. Η Αργυρούπολη θα αποτελέσει η Γκιμιούς Χανέ εκείνης της περιόδου, ο οίκος του Αργύρου, δηλαδή η πόλη του Ασιμιού, θα αποτελέσει την σωστική κυβωτό του ελληνισμού για εκείνη την περίοδο. Παρέχει ασφάλεια αλλά και τις πλουτοφόρες φλέβες της, φλέβες Αργύρου και Χρυσού. Οι Έλληνες αναζητούν λοιπόν καταφύγιο στην ορεινή ενδοχώρα, η Αργυρούπολη παίρνει τη θέση της Τραπεζούντας πια στην συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ως σπουδαιότερη πόλη λόγω των συνθηκών. Η Τραπεζούντα έχει υποστεί τις συνέπειες της Οθωμανικής κατάκτησης, θα ξαναπάρει τα πρωτεία στα τέλη του 18ου, αρχές του 19ου αιώνα πια, αλλά στην περίοδο που ακόμη εξετάζουμε, δηλαδή στο 17ο-18ο αιώνα, η Αργυρούπολη είναι αυτή η πόλη η οποία κρατά το ελληνικό στοιχείο, αποτελεί την σωστική κυβωτό του ελληνισμού, αλλά και την δεξαμενή, από την οποία θα προέλθει το χρήσιμο αυτό ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο θα ξεχυθεί από τον 18ο αιώνα και μετά σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της μικρυσατικής ενδοχώρας, προς αναζήτηση ορικτού πλούτου. Εκτός από την καταφυγή στην Αργυρούπολη, έχουμε και την έναρξη των μετακινήσεων, σποραδικών αρχικά, προς την περιοχή της Ρωσίας, προς τον Κάφκασο αρχικά, αλλά και προς τη βόρεια πλευρά. Δεν είναι τυχαίο ότι οικογένειες από τον ιστορικό πόντο, όπως οι Καρατζάδες, οι Μουρούζιδες, φυσικά η οικογένεια Υψηλάντη, θα βρεθεί στην βόρεια πλευρά, θα έχει την πορεία που έχει από την Κωνσταντινούπολη και μετά και από τα αξιώματα από τη θέση που έχουν οι φαναριώτες μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Γνωρίζουμε τη συμβολή της οικογένειας Υψηλάντη στην προετοιμασία και διεξαγωγή της επανάστασης, πρώτα στις παρίστριες ηγεμονίες και βέβαια στη συνέχεια στον ελλαδικό χώρο. Οι μετακινήσεις λοιπόν των Ελλήνων του ιστορικού πόντου προς το βόρειο Κάφκασο, τη νότια Ρωσία και την υπερκαυκασία, θα αρχίσουν να γίνονται εντονότερες μετά τα τέλη του 18ου αιώνα και κυρίως πια ο καθώς μπαίνει κανείς στον 19ο αιώνα. Κάθε φορά που έχουμε ρωσοτουρκικούς πολέμους, οι συνθήκες γίνονται εξαιρετικά δύσκολες για το ελληνικό στοιχείο της περιοχής του πόντου, οι οποίοι αναζητούν καταφύγιο στις γεννιάζουσες περιοχές στην Τσαρική Ρωσία. Τον 19ο αιώνα η αυτοκρατορία περνά σε μια νέα φάση αναζήτησης ταυτότητας. Καταλαβαίνουν οι γραφειοκράτες, οι μεγάλοι βεζίριδες ότι η αυτοκρατορία έχει ανάγκη από έναν εξεχροντισμό, τόσο στο στρατό όσο και σε άλλες διοικητικές δομές και προχωράει σε μία σειρά νομοθετημάτων με τα οποία θα προσπαθήσει να εξεχρονήσει την αυτοκρατορία. Το πρώτο από αυτά τα διατάγματα, το Χάτι σε ρίφ του Γιουλ Χανέ το 1839, ουσιαστικά εισάγει αυτήν την νέα νοοτροπία. Θα αποτελέσει βέβαια ένα σοκ για τους Μουσουλμάνους, καθώς για πρώτη φορά στην ιστορία της αυτοκρατορίας, οι Μουσουλμάνοι δεν θα κατανοούνται ως οι κυρίαρχοι και ως σε μία κατηγορία κοινωνικής τάξης οριζόντια, όπου θα βρίσκονται στην ίδια φάση, στην ίδια ισοτιμία δηλαδή, σε σχέση ισοτιμίας με τους Χριστιανούς οι Μουσουλμάνοι, ενώ έχουν μάθει όλους τους προηγούμενους αιώνες σε μία κάθετη δομή της κοινωνίας, όπως στην βάση βρίσκονται οι Χριστιανοί ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας και οι Μουσουλμάνοι ως πολίτες πρώτης κατηγορίας. Αυτό αλλάζει με το χάτι Σερήφ και ουσιαστικά προκαλεί διάφορες ζυμώσεις μέσα στην αυτοκρατορία. Το φυρμάνι αυτό, το νομοθετικό αυτό διάταγμα ουσιαστικά θα είναι μία προφορική ή μία διάθεση αλλαγής της αυτοκρατορίας, δε θα έχει ουσιαστικές επιπτώσεις στη ζωή των Χριστιανών. Αυτό που ουσιαστικά θα αλλάξει τη ζωή και την καθημερινότητα των Χριστιανών, τουλάχιστον στην κεντρική πόλη, είναι το χάτι Χωμαϊον το 1856 όπου θα επαναδιαβεβαιώσει την διάθεση της αυτοκρατορίας για εξοχρονισμό και ουσιαστικά θα δώσει την ευκαιρία στους πολίτες μέσω της ισονομίας, της διακήρυξης της ισονομίας, της αυτοδιάθεσης και της αποκάλυψης ουσιαστικά του μεγάλου κύματος των κρυπτοχριστιανών. Θα θεωρήσουν δηλαδή οι κρυπτοχριστιανοί ότι με το χάτι Χωμαϊον μπορούν πια ελεύθερα να ανακηρύξουν την πραγματική τους πίστη που είναι η χριστιανική καθώς τα προηγούμενα χρόνια ιδίως των 17ου αιώνα και 18ου με τους ανθρώπους εξησλαμισμούς των Τερρυμπέιδων θα αναγκαστούν να αποκρύψουν την χριστιανική τους πίστη και να φανερά να μετέρχονται της μουσουλμανικής θρησκείας. Η πρώτη τους κίνηση είναι να συγκεντρωθούν οι προύχοντες των κρυπτοχριστιανικών χωριών στην Μονή Θεοσκεπάστου το 1857 όπου εκεί θα υπογράψουν ένα έγγραφο με το οποίο θα δηλώσουν ότι επιθυμούν πια να αναγνωρίζονται ως χριστιανοί. Στην αρχή η Αυτοκρατορία δεν θα δώσει σημασία σε αυτό το κύμα των αλλαγών. Γιατί θα θεωρήσει ότι δεν θα είναι πολλοί αυτοί οι οποίοι θα μεταλλάξουν την πίστη τους. Αργότερα βέβαια όσο ο αριθμός των κρυπτοχριστιανών αυξάνεται η Αυτοκρατορία θα ανησυχήσει και θα λάβει διάφορα μέτρα προκειμένου να καταστήλει αυτήν την φανέρωση των χριστιανών. Αυτό που έχει σημασία να πούμε είναι ότι μέχρι το 1914 από τις καταγραφές του Πατριαρχείου και του Προϊού Εξωτερικών της Ελλάδος γνωρίζουμε ότι υπάρχει ένας αριθμός κρυπτοχριστιανών της τάξης των 43.000 ανθρώπων, οι οποίοι θα μείνουν πίσω στην Τουρκία με την ανταλλαγή των πληθυσμών καθώς η διάταξη της ανταλλαγής θεωρούσε ως κριτήριο την θρησκεία και όχι άλλα στοιχεία τα οποία έπρεπε να συνεκτιμηθούν. Έτσι λοιπόν ένα μεγάλο μέρος των κρυπτοχριστιανών οι οποίοι δεν κατάφεραν να αλλάξουν την πίστη τους μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών θα μείνουν στην Τουρκία. Όσα αναφορά τώρα τις κοινότητες στον 19ο αιώνα με βάση αυτές τις αλλαγές, το σημαντικό είναι ότι εισάγονται νέοι κανονισμοί, οι λεγόμενοι εθνικοί ή γενικοί κανονισμοί και οι κοινότητες, οι ελληνικές κοινότητες αυτό διοργανώνονται, έχουμε τις δημογεροντίες, ουσιαστικά αρχίζει να ασθενεί λίγο η παντοκρατορία της εκκλησίας μέσα στο Ρουμιλέτ και να εισέρχεται και το λαϊκό στοιχείο καθώς έχουμε πλέον στα όργανα διοίκησης λαϊκούς εμπόρους, λογίους και άλλους ανθρώπους οι οποίοι ουσιαστικά θα συναποτελέσουν την εδιοίκηση της κοινότητας μαζί βέβαια με τους μητροπολίτες και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εδώ πρέπει να πούμε ότι ουσιαστικά μέχρι το 1876 όπου υπάρχει η κήρυξη του συντάγματος θα υπάρξει μια ανάπτυξη στις ελληνικές κοινότητες, θα υπάρξει μια έκρηξη στην δημιουργία σχολείων, καλλιέργεια της εκπαίδευσης, της παιδείας, των γραμμάτων, των τεχνών, το εμπόριο θα ανθίσει μέχρι την εκλογή στον θρόνο του Αυδούν Χαμί το οποίος είναι ένας σουλτάνος που λειτουργεί απόλυταρχικά, θα δώσει όθηση σε αρκετά νομοθετικά διατάγματα μεταρρυθμιστικά αλλά παρόλα αυτά θα μείνει στην ιστορία ως ένας σουλτάνος αυταρχικός και μάλιστα με την προσωνυμία ο Κόκκινος Σουλτάνος από τις σφαγές που διέπραξε στους Αρμένιους το 1894, 95 και 96 και ουσιαστικά θα είναι αυτός ο οποίος θα θέσει τα πρώτα ψήγματα γενοκτονίας των χριστιανικών κοινοτήτων της αυτοκρατορίας. Από το 19ο αιώνα αρχίζει η άνθιση του ελληνισμού στον εύξυνο πόντο, δημιουργείται μια ιδιαίτερα δυναμική ελληνική αστική τάξη βέβαια προς τα τέλη του αιώνα αυτού. Η εκπαίδευση οργανώνεται, μάλιστα ήταν ο τομέας εκείνος στον οποίο οι μεταρρυθμίσεις, αλλά κυρίως η οικονομική ανάπτυξη των Ελλήνων είχαν πολύ θετικές επιπτώσεις. Και στον πόντο η εκπαίδευση είχε αρχίσει να αποκτά πιο οργανωμένη μορφή μετά το 1840 και δεν παρεχόταν πια μόνο από τα μοναστήρια. Σημαντική ωστόσο βάση για την περιττέρω ανάπτυξη της παιδείας αποτέλεσαν οι εθνικοί κανονισμοί. Αυτό θα χρειαζόταν κανείς να προσθέσει ότι δεν ξεκινά η παιδεία από το μηδέν μέσα στο 19ο αιώνα. Οι λόγοι των προηγούμενων αιώνων, ήδη από τον 16ο-17ο αιώνα, έχουνε κρατήσει και τα μοναστήρια, τα ζώπειρα παιδείας, έχουνε κρατήσει ζωντανή την ελληνορθόδοξη παιδεία, λόγοι με σημαντικότερη μορφή. Μεταξύ αυτών ο Σεβαστός Κιμηνίτης, καταγόμενος από τα κείμενα την τραπεζούντα του πόντου, θα σπουδάσει εκτός πόντου, θα διδάξει στον πόντο όπου θα ιδρύσει και το φροντιστήριον τραπεζούντος, θα δημιουργήσει μια ομάδα μαθητών του, ήδη από το 1682 και ακόμα και όταν αφού έχει δημιουργήσει αυτή την μαγιά, θα λέγαμε, των νέων ανθρώπων, ακόμα και όταν θα μετικήσει για να διδάξει στην Πρεκκυπική Ακαδημία του Βουκουρεστίου, θα τον ακολουθήσουν και κάποιοι από τους μαθητές του. Επομένως ο σπόρος έχει φοιτευτεί, έχει πέσει στη γενέτειρα, στον ιστορικό πόντο. Οι μαθητές θα επιστρέφουν στις περιοχές τους, θα διδάσκουν, θα φροντίσουν για τη συνέχεια μέσα στο 17ο-18ο αιώνα. Φυσικά τα μοναστήρια σταθερά θα προσφέρουν σε αυτή την προσπάθεια και κάπου στα τέλη του 18ου αιώνα, και στις αρχές του 19ου αιώνα έχουμε μια πολύ σημαντική προσωπικότητα τον Σάβα Τριανταφυλίδη, ο οποίος ως διδάσκον στο Φροντιστήριο Τραπεζούντος θα δημιουργήσει, θα τονώσει την παιδεία. Στο μεταξύ υπάρχει βέβαια η πολύ σημαντική παρουσία και ίδρυση του φροντιστήριου Αργυρουπόλεως στην χρυσή εποχή της Αργυρούπολης 17ο-18ο αιώνα. Από το 1720 και μετά έχουμε και το φροντιστήριο της Αργυρούπολης. Επομένως σε αυτές τις δύο πόλεις, αυτές μάλλον οι δύο πόλεις αποτελούν τους δύο σημαντικούς πόλους παιδείας, ελληνιορθόδοξης παιδείας. Ο Σάβας Τριανταφυλίδης με τη διελληνική λεγόμενη συνήθεια, δηλαδή το να δίνει στους μαθητές του τα αρχαιοελληνικά ονόματα με το λεγόμενο συμβόλαιο μεταξύ αυτού και των μαθητών του, θα προσπαθήσει να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε και οι μαθητές του να συνεχίσουν τη σημαντική αυτή προσπάθεια που ίδιος είχε ξεκινήσει. Δυστυχώς θα φύγησε πολύ νωρίς από τη ζωή, όμως είχε προλάβει ήδη να προσφέρει στην τραπεζούντα της υπηρεσίας του στην παιδεία και έτσι βλέπουμε ότι από τα μέσα πια του 19ου αιώνα να πληθαίνουν σιγά σιγά, να περνάμε από τα λιλοδιδακτικά σχολεία και στην ίδρυση και παρθεναγωγίου στην τραπεζούντα, να δημιουργούνται τα υιαστικές σχολές, τα ίμη Γυμνάσια, το φροντιστήριο τραπεζούντος συνεχώς αποκτά περισσότερους μαθητές μέχρι που φθάνουμε βέβαια στις αρχές πια του 20ου αιώνα όπου το ίδιο το φροντιστήριο της τραπεζούντος αποκτά το περιώνυμο, το περικαλές αυτό κτίριο του στην παραλία της πόλης χτισμένο από το 1902 και μετά, με εμπορικό τμήμα, με διδασκαλία ξένων γλωσσών, με την προετοιμασία δηλαδή νέων ανθρώπων είτε ως διδάσκαλοι για τα σχολεία της περιοχής, είτε για να ασχοληθούν με το εμπόριο σε μια πόλη η οποία η οποία ήδη από τα προηγούμενα χρόνια γνωρίζει την οικονομική δραστηριότητα μέσα στη διάρκεια του 19ου αιώνα πάρα πολύ έντονη. Εκτός από το κομμάτι, από το τομέα της παιδείας, πολύ σημαντική συμβολή για την παρουσία του ελληνισμού στον ιστορικό πόντο έχει και η σωματιακή οργάνωση. Η δημιουργία δηλαδή συλλόγων σωματίων φιλανθρωπικών, φιλεκπαιδευτικών, κάποιοι από αυτούς φέρουν και αρχαιοελληνικά ονόματα, φιλόμουσων συλλόγων και αθλητικών συλλόγων που δείχνουν την προσπάθεια του ελληνικού στοιχείου να οργανωθεί, να ασχοληθεί με τα κοινά και να δώσει τις κατάλληλες ευκαιρίες στο σύνολο του ελληνικού στοιχείου να αναπτυχθεί περαιτέρω. Είναι μια γνώση την οποία την φέρνουν, την κουβαλούν μαζί τους οι πρόσφυγες ερχόμενοι στον ελλαδικό χώρο μετά το 22, ευτό και δεν είναι τυχαίο ότι ιδρύουν σωματεία ήδη από τα πρώτα χρόνια της προσφυγικής εγκατάστασης στον ελλαδικό χώρο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα βέβαια τέτοιων συλλόγων, από τους πρώτους πρώτους συλλόγους είναι η αδελφότητα των Κρομνέων, αλλά βέβαια και η μέριμνα Ποντίων Κυριών που από το 1904 θα προσφέρει τις υπηρεσίες της στο κοινωνικό σύνολο της κοινοφελής και εθνοφελής υπηρεσίες της. Ο εύξυνος πόντος προσέλκε πάντοτε το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων, των μεγάλων δυνάμεων. Αυτό αφορούσε και τις βορειές ακτές του βέβαια, το ζούμε μέχρι και τις ημέρες μας και την γιοστρατηγική πολιτική που ακολουθούν οι σύγχρονες μεγάλες δυνάμεις της εποχής μας, αλλά αυτό συμβαίνει και στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και για τις νότιες ακτές, το ίδιο ισχύει και για τις νότιες ακτές, δηλαδή για τον ιστορικό πόντο. Είναι μια περίοδος μεταρρυθμίσεων για την Οθωμανική Αυτοκρατορία επιβεβλημένων από τους Ευρωπαίους, από τις μεγάλες δυνάμες. Είναι μια Οθωμανική Αυτοκρατορία βέβαια που δεν μιλά από θέση ισχύως, συρρικνώνεται συνεχώς, χάνει ευρωπαϊκά εδάφη. Κάποιοι βέβαια από τους αξιωματούχους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αντιλαμβάνονται ότι είναι επιβεβλημένες οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Και έτσι μέσα σε αυτό το κλίμα οι Ευρωπαίοι προσπαθούν να δημιουργήσουν τις καλύτερες για αυτούς δυνατές συνθήκες έτσι ώστε να δραστηριοποιηθούν οικονομικά αλλά και για να ελέγχουν γεωπολιτικά την περιοχή. Η παρουσία των Ευρωπαίων θα αποκτήσει και πάλι σάρκα και ωστά μετά την Συνθήκη του Κιτσούκ κα Εναρτζή και κυρίως μέσα στον 19ο αιώνα πια. Οι Ρώσοι βέβαια εξεκολουθούν να είναι πάντοτε ένας ισχυρός παίκτης στην περιοχή, επιθυμούν τον έλεγχο της τραπεζούντας διότι έτσι εξασφαλίζουν την διαδρομή προς την Περσία και την Ινδία για την οικονομία, για το εμπόριο. Το ίδιο όμως επιθυμούν να κάνουν και οι Βρετανοί και οι υπόλοιπες μεγάλες δυνάμεις της εποχής όπως η Αυστρουγγαρία, η Γαλλία και ακόμα και μικρότερα βασίλεια εκείνης της εποχής και αργότερα όμως μετά την ενοποίησή τους και η Ιταλία σε πάρα πολύ μικρότερο βαθμό βέβαια, αλλά κυρίως η Γερμανία που θα εμφανιστεί ως ο τελευταίος αλλά πολύ ισχυρός παίκτης στα τέλη της δεκαετίας, στο τελευταίο τέταρτο και κυρίως τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Οι Βρετανοί τελικά σε όλο αυτό τον ανταγωνισμό θα κυριαρχήσουν, θα κυριαρχήσουν με τη δημιουργία ενός δικτύου προξενείων με τον ίδιο τρόπο στην Τραπεζούντα αλλά και σε άλλες πόλεις και παράκτηες αλλά και της Ενδοχώρας αλλά και προς το Ερζερούμ και προς την Ταυρίδα και την Τιφλίδα. Με τον ίδιο τρόπο προσπαθούν να κινηθούν και οι Γάλλοι. Οι Ρώσοι που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση θα παρακάμψουν τελικά την Τραπεζούντα με την κατασκευή έργων υποδομής στο λιμάνι το πότι που είναι υπό ρωσικό έλεγχο και έτσι η διαδρομή θα εξασφαλιστεί μέσω του πότη προς την Τιφλίδα και από εκεί είτε προς τον Μπακού και άρα περνώντας και από την άλλη πλευρά της Κασπίας θάλασσας είτε προς νοτιότερα μέσω της Ταυρίδας, Τεχεράνη και στη συνέχεια της διαδρομής προς την Ινδία. Η εξασφάλιση του οικονομικού αυτού ελέγχου σημαίνει εμπόριο, δρόμος των καραβανιών από και προς την Τραπεζούντα εξαγωγές, εισαγωγές προϊόντων μεταποιημένα, βιομηχανοποιημένα προϊόντα που αφθάνουν από την Ευρώπη, από το Μάνσσεστερ, τη Μασαλία και άλλες μεγάλα λιμάνια της Ευρώπης φέρνοντας στον πόντο αυτά τα προϊόντα και από το λιμάνι της Τραπεζούντας κύριως στην πορεία και από την λιγότερο από την Αμυσσό και την Κερασούντα φεύγουν προϊόντα υψηλής ποιότητας και σε μεγάλες ποσότητες, προϊόντα είτε υπέργειο είτε υπόγειου πλούτου, είτε τα μεταλλεύματα είτε προϊόντα αγροτικά όπως κατά βάση είναι ο καπνός και τα φουντούκια της περιοχής της Πάφρας, Κερασούντας, Αμυσούντ, δηλαδή του δυτικού πόντου. Σταδιακά βέβαια αυτά συμβαίνουν κυρίως η Τραπεζούντα ξαναζεί την εποχή της ακμής της, θα ωφεληθεί από αυτόν τον ανταγωνισμό των δυνάμεων, μέσα σε αυτή την εμπορική δραστηριότητα φυσικά είναι ενεργός ο ρόλος και του ελληνικού αλλά και του αρμενικού στοιχείου, αυτό προκύπτει μέσα από τις ιδιοκτησίες, από τα καταστήματα, από τους εμπορικούς οίκους που ιδρύονται στην Τραπεζούντα, λιγότερο στις άλλες πόλεις και κυρίως στην Αμυσό η οποία αρχίζει να αναπτύσσεται μετά το 1870 και έτσι είναι μια πόλη η Τραπεζούντα η οποία μέχρι και το 1869 την διάνοξη της διόρυγας του Σουέζ εξακολουθεί να είναι στο προσκήνιο. Από τη στιγμή που οι Βρετανοί κυρίως εποφελούνται από την διάνοξη της διόρυγας του Σουέζ, άρα εξασφαλίζουν άλλη διαδρομή για τη μεταφορά των προϊόντων, πιο σύντομη και πιο ασφαλή σε σύγκριση με το δρόμο των καραβανιών μέσα από την Μικρυσατική Ενδοχώρα, αρχίζουν πια οι προβολείς να σβήνουν στην Τραπεζούντα. Βέβαια αυτό δεν είναι από την πρώτη στιγμή εμφανές, προκύπτει αν μελετήσει κανείς πιο προσεκτικά τα έγγραφα τις προξενικές αναφορές από όπου διαπιστώνει κανείς την σταδιακή μείωση των ποσοτήτων των μεταφερόμενων προϊόντων κλπ. Έχει όμως ήδη προλάβει να δημιουργηθεί, να αστικοποιηθεί σταδιακά ο πόντος μέσω των δραστηριοτήτων των οικονομικών, έχει δημιουργηθεί μια αστική τάξη, περιορισμένου βέβαια μεγέθους αλλά με σημαντικό πλούτο, με δραστηριότητες που έχουν να κάνουν με τη μεταφορά των προϊόντων, με την ασφάλιση των προϊόντων, ως ασφαλιστικές εταιρίες δηλαδή των μεταφερόμενων προϊόντων, των φορτίων των πλοίων και σταδιακά να περνούν στο τραπεζικό σύστημα πια οικογένειες όπως του Καπαγιανίδη, του Κωστάκη Θεοφυλάκτου, του Φωστηρόπουλου, που κατάστημα τραπεζικό θα εγκαθιδρίσει και η Τράπεζα Αθηνών στην Τραπεζούντα, είναι δείγματα του επίπεδου που έχουν αποκτήσει, του οικονομικού επίπεδου και της ευμάρειας που υπάρχει μέσα από τις οικονομικές δραστηριότητες αυτών των οικογενειών μέσα στην Τραπεζούντα.