Ημερολόγιο 2014. Βλάχοι - Αρμάνοι - Κιρατζήδες - Αγωγιάτες /

: Αυτό το θέμα, μιλούν τα αίρα τους, ο πολιτισμός τους, η κοινωνία τους, η ίδια η ζωή τους. Αυτή η συνοδεία διασχίζει τις σελίδες του εμμελογίου μας. Είναι μια λιτανεία εικόνο και είναι σελίδες από τη ζωή τους γραμμένες με αίμα της καρδιάς τους. Ο ΠΟΚΣ, ο πολιτισμός όλος του Ξολυβάδου, οι Ξολυβαδιώτ...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Γλώσσα:el
Είδος:Πολιτιστικές εκδηλώσεις
Συλλογή: /
Ημερομηνία έκδοσης: Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας 2017
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:https://www.youtube.com/watch?v=fVkWcWp3cWc&list=PLF_TSWFK8X_O_0A8Hmh_04RACYy9nvU7S
Απομαγνητοφώνηση
: Αυτό το θέμα, μιλούν τα αίρα τους, ο πολιτισμός τους, η κοινωνία τους, η ίδια η ζωή τους. Αυτή η συνοδεία διασχίζει τις σελίδες του εμμελογίου μας. Είναι μια λιτανεία εικόνο και είναι σελίδες από τη ζωή τους γραμμένες με αίμα της καρδιάς τους. Ο ΠΟΚΣ, ο πολιτισμός όλος του Ξολυβάδου, οι Ξολυβαδιώτες και οι φίλοι του Ξολυβάδου αφιερώνουνε μπραβικά το ημερολόγιο του 2014 σε όλους αυτούς που μας δείξανε τον δρόμο τους. Το ταξίδι τους που δεν τελείωσε, απλά συνεχίζεται και θα συνεχίζεται για πολλά χρόνια. Από τους προπαππούδες, τους παππούδες, τους πατεράδες μας, τη νέα γενιά και τις νέα γενιές που έρχονται και ελπίζομαι να είμαστε και να είμαστε συνεχιστές αυτού του ταξιδιού, οι οποίοι αυτοί οι άνθρωποι, οι βλάχοι και απανταχού και από άλλες εθνότητες ταξίδευαν στην Λαυκανική, στην Ευρώπη, σε όλο τον κόσμο. Μεταδόσαν την κουλτούρα, τον πολιτισμό και με τον Διονύσου Συλλογουσόν ο Μώναντα και σήμερα θα λέγαμε ότι ό,τι είναι ελληνικό είναι και ανοιχτές. Σας ευχαριστώ πολύ και πάλι σας εύχομαι. Καλά χριστούγεννα, καλές γιορτές, χρόνια πολλά, καλή χρονιά με υγεία και να μας δείτε τον χρόνο πάλι εδώ επάνω στα βουνά, επάνω στα ψηλά, εκεί που μάθαμε, εκεί που μεγαλώσαμε, εκεί που γεννηθήκαμε, εκεί που αντρώσαμε, εκεί που γέναμε άντρες και φτάσαμε σε σημείο αυτό που να μπορούμε σήμερα να έχουμε την τιμή να λέμε αυτά που λέμε για τους προπαππούδες μας, τους παππούδες μας, τους πατεράδες μας, τα παιδιά μας, τα εγγόνια μας. Ευχαριστούμε πολύ. Εγώ από τη δική μου μεριά θα μιλήσω λίγο για τους κυραζίδες βλάχους του Βερμίου και μετά θα πάει το λόγο και θα κάνει την παρουσίαση ο γνωστός Τάρσας Βασιάντης. Οι βλάχοι του Βερμίου, όπως αναφέρουν οι γεροντότιανοι, παράλληλα με την ενασχόλησή τους με τα άλλα επαγγελμάτά, ασχολούνταν και με τον κ. Τζιλίκη. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό αποτελούσε τον αντίποδα της άλλης κύριας ασχολίας τους, της κτηνοτροφίας. Και αυτό βέβαια δεν συνέβηκε όταν οι βλαχώφονοι του Βερμίου ήρθαν πριν δυο ένες πάνω και παραπάνω σε αυτό το γνώμο, μετά την δύσκολη περιπλάνησή τους στην Ανατολική Μακεδονία. Υπήρχαν κυρατζίδες εδώ και αιώνες ανάμεσά τους και ιδιαίτερα στην ουροσυρά της Πίγκου. Άλλωστε ο αρχιτσέληγας και αρχηγός των βλάχων αυδελειωτών κατά την έλευση στο Βερμίο στις αρχές του 19ου αιώνα, Γιώργιες Πατρελέξης, ήταν αρχικυρατζής. Πριν φύγει απ' την Αφθέλα, είχε οργώσει την βαρκανική έχοντας το κυρατζίδι και ως επάγγελμα. Με την εμπειρία και την ικανότητά του σε αυτόν τον τομέα, κατόρθωσε να οδηγήσει το καραβάνι με τα πολλά φαβκάρια, δηλαδή της Ελληνικά, τις οικογένειες και τα μέθρητα κοπάδια μέσα από τα κρυφά μονοπάτια των βουνών, αλλά και να διασχίσει τους κοταμούς στον κάμπο από τα σωστά περάσματα, έτσι ώστε όλοι μαζί να φθάουν κάθε φορά σόοι και αβλαβήσει τον προορισμό τους. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Πατρελέξης κατάφερε και ως κυρατζής να γίνει έμπορος και να πλουτίσει με τις άλλες ηγετικές του ικανότητες και να γίνει επικεφαλής μεταξύ των άλλων τσεριγκάτων, των μετακινηθέντων, αφδελειωτών, σαρμανιωτών και άλλων. Οι βλάχοι του Βερμήου, όταν τα τσεριγκάτα ήταν ισχυρά τέλη του 11ου-11ου αρχές 20ου, σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, πρέπει να είχαν 5.000 σπυρίκου ζώα, ενούμε άλογα και μουράλια, από τα οποία τα 4.000 τα διέθεταν για το αγώγι και αυτά όλα μαζί αποτουλούσαν τα αγαρύθμητα καραβάνια των κωριών. Οι άνθρωποι που συγκροτούσαν εκείνα τα καραβάνια συμμεταλλεύονταν σε δύο κατηγορίες. Σε εκείνους που διέθεταν δικά τους το ζώα και δούλευαν για τον εαυτό τους και σ' αυτούς που δούλευαν πάλι για οδαιασμό των κεχαλιάδων στα μεγάλα τσεριγκάτα. Το κάθε καραβάνι στην ιδανική του μορφή αποτελούνταν από 7 με 8 ζώα, εκ των οποίων τα περισσότερα ήταν μουλάρια, γιατί αυτά ήταν πιο ανθεκτικά από τα άλογα. Το κάθε κυλατσλίκι ξεχωρίζει από το οικώσιμο του Φαλκαριού που το είχαν υφασμένο με διάφορα χρώματα και σχέδια επάνω στα μάλινα οι φαντάδες, όπως το χαράρι, το τάσπρος και η καπέρδα, το μάλινο δηλαδή φαντό που προσαρμόσουν να στοπίσω μέρος του σαμαριού και κάλυπτε τα καπούλια του ζώου. Βέβαια οι κυλατσίνες ανάλαβα με τον όγκο της δουλειάς και τις αποστάσεις κανόνιζαν και τον αριθμό των μουλαριών του καραβαλιού. Στις μακρινές αποστάσεις ενώνανταν με άλλα καραβάνια άλλων περιοχών για μεγαλύτερη ασφάλεια. Ήταν συχνό φαινόμενο, ιδιαίτερα στον 19ο αιώνα, να βλέπει κανείς μεγάλες κοινοπραξίες καραβαλιών στους δρόμους της Μακεδονίας, της Συπείρου, της Θεσσαρίας κτλ. Πριν την απελευθέρωση τα καραβάνια έκαναν αβόλια και στα Βαλκάνια μετά όμως περιουρίστηκαν στην ελληνική επικράτεια γιατί με την δημιουργία νέων κρατών οι διακυπώσεις για την διέλευση των καραβαλιών ήταν χρονογόρες. Στον ελληνικό χώρο τα μέρη που οι κυρατζίδες του Βερμίου κινούνταν περισσότερο ήταν τα Πορόλια, τα χωριά του Λαγκαδά, το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, της Σταβάλλας, τα παλιάδροστα μέλη του Πορτολάβος, το Κίτρους, η Κηλάδα των Τεμπών, η Κατερινώσκαλα κλπ. Στα Χριστούγεννα, τον Πάσχα και στα πανηγύρια των Λακοκοριών του Βερμίου οι κυρατζίδες έκαναν διακοπή για να θακτοποιήσουν το κουμάντο για τα σπίτια, να ξεκουραστούν για λίγο και θα βγάλουν ξανά για τα ξένα του Ξιάννη, έτσι πέραγαν τότε. Η ρουκίνα της εργασίας τους ήταν η μεταφορά ξύλιας, δριγγέρες, καυσόξυλα, ξυλοκάρβονα κλπ., από το βουνό στον κάπλο. Κατά το φθινόκορο συνήθιζαν να μου τα φέρουν τα γαλαπτοκορδικά προϊόντα, κασέρια, βούτυρα, κυριά, από τα επέθερια τυροκομεία, τα λέγαν μπατζιά, μπατζιά τότε, στις πόλεις και αλλού όπου υπήρχε ζήτηση. Επίσης, δύο φορές το χρόνο, άνοιξη και φθινόκορο, καραβάνια των τριών μουλαριών μετέφεραν, πηγενέρχοντας, από τα χημαδιά στο βουνό και αντίστροφα, τις τυνοτροφικές οικογένειες και τους τότε παραθυριστές και περιγητές, ακόμα και στους γάμους μετέφεραν. Από το 1918 μέχρι το 1926, που κατεσκεφάζονταν η σιδηροδρομική γρανή Θεσσαλονίκης-Αθηνών, τα βλάχικα καραβάνια του Σελιού με επικερφαλήχη τον Ακικυρατζή Γούλα Κύριζο, κουβαλούσαν συνεχώς μπάλαστρο, χοντρό χαλίκι, από τα παραθαλάσια υψίδοντα της Μεθόνης, του Μακρίγελου, του Κορινού, της Κατερίνης, του Λιτόχωρου, της Λεπτοκαλιάς, του Αλληλού Βόλου και του Καμεώνου Βούρλου. Εκείνη την εποχή, μεσοπόλεπους, τα άλογα και τα μουλάρια είχαν αξία. Το κυρατζίκι των έξι με εφτά μουλάρια έφερνε μεγαλύτερο αλτήσιο εισόδημα από ότι έφερνε ένα τσελνικά με εφτακόσα πρόβατα. Να φανταστεί καλύτερα τι γινόταν στους προηγούμενους αιώνας. Τα ζώα ήταν περιζήτητα στις εμποροπανήγειες του Αιγινίου, του Γιδά, του Γιαννητσών και της Βέριας. Ήταν κάτι το αντίστοιχο με αυτό που έχουμε σήμερα με τις εκθέσεις αυτοκινήτων όπου οι αντιπροσωπίες διακοινούν καινούργια και παλιά αυτοκίνητα. Αλλά και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και στο Αλβανικό έπος, οι κυρατζίδες με τα μουλάρια τους προσέφεραν πολύτιμη βοήθεια. Ταυτόχρονα όμως υπέστησαν ζημίες χάνοντας τα περισσότερα ζώα, χωρίς να πάρουν κανένα αποζημίωση. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο το κυρατζιδίκια τόρισε λόγω της δημιουργίας των αμαξιπτών δρόμων. Οι άνθρωποι πούλησαν τα ζώα και άλλαξαν πάλληλο. Τα καμιόνια, τα φορτηγά και οι μεγάλες δαλλήγες έφαγαν το ψωμί του κυρατζίδου. Θα αναφέρομαι ενδεικτικά κάποια ονόματα κυρατζίδων των τελευταίων δεκαετιών από τα χωριά αυτά και θα ζητήσω συγγνώμη για όσους παρέλειψα από τον Σέλλη, Γαλαίτσας Γιάννης, Παζάρας Γιάννης, Γκόγκας Γιάννη, Νίκος, Μιόμπας Στέργιος, Μπακόλας Αργύρης, Τσούλας Στέργιος, Τσιμαντάκος Αθανάσιος, Γασναγης Γιώργος, Λιούλιας Γιώργος, Καπάρας Ιωάννης, Ασσούρας Νίκος, Ασσούρας Γιώργος, οικογένεια Ζαμπούλη, οικογένεια Κουτσόφτη και άλλοι πολλοί. Δέρας Δημήτρης Μιχάνης Καποστόνης, Τσαμήτρος Δημήτρης, ο Γιωργούλας, πολιτικός Αποστόνης Χεστέριος, Κόγιας Αντώνης Χεστέριος, Δημούλας Περιπλή, Βουλέκας Δημητράκης, Κονταρτώνης Κώστας, Άγιες Δημούλας και Μήτρης και άλλα. Απτιτόλιανη Κομαριά, Μανακούλης Δήμος, Γιάννης και Χρήστος, Αναστασίου Τραγιάννης, Φίκαθα Στέριος, Μπέλλας, Νάρκος, Βουρδούνης, Τέριος και άλλοι πολλοί. Η Κυραζίδας είναι ένας κόσμος που χάθηκε όπως πολλά πράγματα από το παρελθόν. Χάθηκε και ο Κυραντζής, τραγουδιστής, που καθισμένος μονόπατας στο Σαμάρι δημιουργούσε με τις ώρες, τις χαρές και τις λύπες και τα κοινωνικά διαγωνότα της κονιάς, δημιουργώντας αισθησιακό αντίδαλο στις βουναπλαγιές. Ο Σελιώτης, συγγραφέα, ζωγράφος, περιογράφος, Αστέριος Τζίμας, σε ένα από τα βιβλία του, από τα οποίαν άντλησα πληροφορίες, γράφει το παρακάτω ποίημα, όπου εκφράζει την εμπειρία του, όντας μικρόπαιδι, μισοκιμησμένο και στυλνογμένο στα στρώματα του Σαμαριού, άκουγε το τραγούδι του Κυρατζή. Με την πατημασιά, το τρόχαλο ξεκόρισε από τις σοκλείς του Μολαριού, άστραψε από το μέθαλο και πήρε την κατηφόρα, καγγελίζοντας το μοναπάτι. Στον ίδιο τώρα τώρα δρόμος φαρδής ανοίχθηκε και ανηφορίζοντας μήτε στρογγυλόπετρες καθαρκυλούν, μήτε μουλάρια ανεβαίνουν. Δεν θα ακούσει πια το τραγούδι του Κατσαρομάλη Κυρατζή, που έμβαζε τη νυχό στις σκούνες των βουνών, σπάζοντας την αντιλαριά με τη λαριά του. Σε ευχαριστώ. Ο λόγος έχει ο Χάσης Βασιάκης. Θα κάνει την παρουσίαση του ουρανογίου. Θα διορροτηθείτε, όπως εντοχομένως διερωτούνται και πολλοί, ποιάω είναι αυτό το ειδικότερο ενδιαφέρον, το οποίο απασχολεί το πολιτιστικό όμονο της Ολυβάδου για το κυρατζηλίκι, για τους καραβαλάρους, για την παράτασή τους, πέρα από το γεγονό τους ότι πολλοί ήταν αυτοί που ασχολήθηκαν με το αντικείμενο αυτό, των οποίων ορισμένοι κατονομάστηκαν από τον Προγραδίσσοντα. Και χάριν αυτής της ιδέας, αυτής της παράδοσης, πάρα πολύ σύντομα ο Όμυλος οργάνωσε δύο εκδηλώσεις, κοντά η μία με την άλλη, με το ίδιο περίπου αντικείμενο. Πριν λίγες μέρες από αυτή την έδρα μίλησε ο εκλεκτός συγχωριανός μας, ο Δώνης Μουσπούκης, ο βόδημος καθηγητής του Αριστοτέλειου Περιεπιστήματος Θεσσαλονίκης, ο οποίος ανέπτυξε το αντικείμενο, θα έλεγα, σε όλη του την πληρότητα, παραθέττοντας στοιχεία, παραδόσεις, μέσα από μία απόλυτα επιστημονική ταξινόμηση και παρουσίαση. Και βέβαια το πολιτικό Σωμίος Ξολυμβάδου, σήμερα μετά από λίγες μέρες, παρουσιάζει ακόμα μια εκδήλωση με το ίδιο αντικείμενο, με αφορμή την παρουσίαση του Μυρολόγιου του 2014, που είναι αφιερωμένο ακριβώς σε αυτήν την συντεχνία, θα έλεγα, σε αυτήν την παράδοση του κυρατζή, όπως ακριβώς το βίωσαν οι παλιότεροι και το αναλάβουμε εμείς μέσα από τις παραδόσεις, μέσα από τις αφηγήσεις, μέσα από τα μεγγνώσματα. Ο λόγος έχει να κάνει την υπόσταση του ίδιου του χωριού μας, το Ξυρολυβάδου. Είναι γροστό, το Ξυρολύβαδο ως οίκισμος, ως χωριό, βρίσκεται στο ίδιο αυτό μέρος από πάρα πολλά χρόνια. Από εκατοντάδες χρόνια άγιε την παρουσία του εκεί στα όψημα αρχαία χρόνια, θα έλεγα. Αναφέρεται σε όλη την αρχή της Βυζαντινής περιόδου, ώστε είναι χαρακτηριστική αναφορά από τους θεοδοσοενούς κώδικες που αφορούν την πρόημη Βυζαντινή περίοδο, όπου εκεί περιγράφεται ως ένας παλαιότερος οικισμός. Και το σημαντικό είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν άλλαξε ποτέ το όνομά του. Παρά το γεγονός ότι συνηθίζεται στη διάρκεια των διαφόρων επικυριαρχιών να αλλάζουν όνομα οικισμοί, αυτό το όνομα έμεινε έτσι από τα παλιά τα χρόνια. Και επομένως το ενδιαφέρον έγινε το γεγονός ότι ο οικισμός αυτός είναι και πάντα ήταν η είσοδος της Βέρειας. Ήταν απόλυτα εξεκτημένος από τη Βέρεια. Ήταν εκεί όπου οποιοςδήποτε ερχόταν στη Βέρεια από την περιοχή της Άνω Μακεδονίας, από την περιοχή της Υπείρου, έπρεπε να περάσει το πέρονατο ξυρολίβαδο, όπως του όριζαν οι πανάρχιοι δρόμοι που είχαν χαρακτή από τις μεγάλες μεταγκυνήσεις των λαών και που συστηματοποιήθηκε με την κατασκευή της Βασιλικής Οδού, η οποία ξεκίνησε από τον Αμίντα, τον βασιλέα της Μακεδονίας και συνεχίστηκε από τον γιό του Βασιλίου τον Φίλικο τον Β' και του οποίου δρόμο της Βασιλικής Αττής Οδού που σήμερα έχει φτάσει να λέγεται Βασιλική Στράτα, σπαράγματα, υπολήματα σώζεται ακόμα στο ξυρολίβαδο και ένα μέρος σώζεται στην Αλατόπετρα των Κρεβενών. Προσφάτως ακόμα και εδώ στην περιοχή του Τριποτάμου ανακαλύφθηκαν κάποια υπολήματα. Ο δρόμος αυτός αναφέρεται και το όλο το χωριό αναπτύχθηκε γύρω από τον δρόμο αυτό ως έναν παρόδιο οικισμό, ο οποίος όμως ήταν και σταθμός. Ήταν σταθμός για όλους τους διαρκόμενους, εκεί είχε δημιουργηθεί το χάλι και είναι εντελώς αλληλέρητες οι έννοιες του χαλιού, του χώρου δηλαδή που σταματάνε τα καραβάνια με τα ίδια τα καραβάνια. Οι κυρατζίδες δηλαδή οι οποίοι μεταφέρανε προϊόντα, ιδέες, ιδήσεις, μεταφέρανε ανθρώπους ακόμα. Πάντα σταθμεύανε στα χάλια, στο χάλι, όπου εκεί αναπαύονταν, αναφεδιάζονταν και κατέθετταν τις απόψεις του, τις ιδήσεις, όλα αυτά τα οποία συναντούσαν στα ξένα μιάρα που το διάβαιναν. Επομένως υπάρχει ειδική εμπεσ να θυμάται το παλιό, το χάλι, το οποίο κελιαρχούσε στο κέντρο του κοριού το οποίο το χάλι είχε την δρατότητα να σταυλίζει καθώς μένει η παραδόση μέχρι και 100 άρμογα. Όλοι οι μεγάλοι καραβανάροι, που περνούσανε από την Ήπερο ξεκινούσανε και διέσκεζανε την Άνω Μακεδονία, με σκοπό να καταλήψουνε ήθεν στην Κωνσταντινούπολη ή το Συνθέστερο, στο Βουγκουρέστη, περνούσανε από αυτόν τον δρόμο, από τον δρόμο του Ψιλολιβαδιώτα, από την Βασιλική Στράτα, με την ίδια την παράδοση του χωριού. Ο πολιτικός όπως και ο Λιβάδου, έχοντας μία μακρά παράδοση και ο ίδιος, συμμετοχής και παρουσίας στον κοινωνικό, στον πολιτιστικό και στον ολογραφικό γήγμα της περιοχής, έχει ενδιατρύψει, διέφερα στην έκδοση διαφόρων εντύπων, τα οποία είναι όλα συλλεκτικά. Αρχίζει γυρωμένης από το περιοδικό το οποίο η Ισραή τον εξέδει, αλλά και παλαιότερα και τώρα, με τα ημερολόγια τα οποία όλα έχουν συλλεκτικό περιεχόμενο. Ιδιαίτερα το ημερολόγιο το οποίο αυτή τη στιγμή παρουσιάζεται ενώπιον του κοινού της πόλης μας, είναι αυτό το οποίο μπορεί να έχετε όλη στη θεία θύσεις σας, είναι ο νέος τύπος του ημερολογίου, ο οποίος καθιερώθηκε και που έχει συλλεκτικό χαρακτήρα, με επιρρυγμένα οικαστικά αντικείμενα τα οποία παρουσιάζονται. Επαιδεύτησαν 13 φωτογραφίες, οι οποίες φωτογραφίας ανασύρθηκαν από τα σεντούκια παλιών ξεροδηβαδιωτών, ανασύρθηκαν από τη βιβλιογραφία ως οι καστικές δημιουργίες επωνύμων φωτογράφων παλαιότερων εποχών, όπως ήταν οι Άγγλοι περιηγητές και φωτογράφοι Βουέις και Τόμψων, όπως ήταν οι αδελφοί Μανάκια, οι πλαχόφωνοι καλλιτέχνες πρωτοκόρων της φωτογραφίας και της κινηματογραφίας στα Βαρκάνια που προήρχονται από την Αφδέλα των Γρεβενών, και όπως είναι ο γνωστός Γάλλος περιηγητής και φωτογράφος του Ασσών, του οποίου οι φωτογραφίες αυτή τη στιγμή έχουν αναχθεί σε μνημείο το οποίο προστατεύεται από τη Μουνέσο. Αυτές οι φωτογραφίες αναφέρονται στη ζωή και στις παραδόσεις των Κελατζίδων, κυρίως από τον 19ο αιώνα μέχρι και πρόσφατα όπου οι νεότεροι Κελατζίδες διατήριζε εκείνη την παράδοση με διαχωρηπημένο κάπως το αντικείμενο με το οποίο εσχολούνταν. Θα έχετε την ευκαιρία και θα έχουμε την ευκαιρία, αλλάζοντας κάθε μήνα τη σελίδα, να εργαζόμαστε και μια νέα φωτογραφία, μια νέα φωτογραφία την οποία δεν ξέρεται κανείς να τη δει και να την ξαναβεί και μέσα από αυτή να πάρει περιοχωρίες, να αντλήσει ισοδοξία, να καταγράψει εντυπώσεις, να προχωρήσει σε κρίσεις και να συγκρίνει η εποχίας. Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι ο πρόλογος προαναγκαίνει ακριβώς αυτό το περιεχόμενο του μυρωλογίου και είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον και αξίζονται πολλές ευχαριστίες και συγχαρητήρια προς τον διαπρεπή συγχωριανό μας τον Αντώνι Μπουρσμούκη, που μεγάλο μέρος από την εκλεκτή ομιλία την οποία ξεφώνησε πριν από λίγες μέρες εδώ έχει συμπεριβληθεί με την άδεια του βεβαίως μέσα στο μυρωλόγιο, όπου εκεί ο καθένας βλέποντας γνωστά φρόσοπα της συνολιβαδιώτηκας και ιδιωτικής περιοδικής καθημερινότητας μπορεί παράλληλα να καταφέρει και στο κείμενο όπου συνδέει το χθες με το σήμερα και που δίνει την ανάγκη του να αλλάζειτούμε για να επιτυχάνουμε πάντα την ισορροπία που είναι απολύτως απαραίτητη για να μπορέσουμε να τελίσουμε με ισοδοξία το μέλλον. Θα με επιτρέψετε μέσα στα πλαίσια μιας προβολής να σας παρουσιάσω αυτήν την αλληλουργία των εικόνων όπως ακριβώς επιλέγει να κοσμίσει κάθε μήνα του ημερολογίου με κάποια σχόλια τα οποία βεβαίως ίσως και περιτέχουν για το γεγονός ότι μέσα σε αυτές τις φωτογραφίες θα γνωρίζετε ξεχασμένα πρόσωπα τα οποία μάλλον ξέχασταν πρόσωπα όπως σήμερα δεν βρίσκονται μαζί μας αλλά μας συνοδεύει στο διεθνικές εννήμη τους. Και πρώτα απ' όλα να ανοίξει λιγάκι, νομίζω ανοίγει από εδώ. Ανοίξτε μου λιγάκι με το πόδι. Μήπως όστακη. Αναζητήσα το πράσινο το δόντακι. Μήπως έχει ένα διακόπτη. Όχι, έχει από εδώ, όλα αφήνει. Άνοιξε. Άνοιξε. Θα ανοίξει σιγά σιγά μέχρι να δώσει... Αυτό που θα ανοίξει σιγά σιγά να τελει. Είναι το εξώφυλλο του ευρωβουλεγκέρα. Είναι μια φωτογραφία που δείχνει ένα καραβάνι. Ζακαζουλάβια. Το οποίο βρίσκεται καθοδόν. Κλείσ' το λιγάκι. Και αυτή η εικόνα, η οποία είναι τραβηγμένη στο ροπέδιο της Κοζάνης, στα ύχνη της παλιάς βασιλικής του, είναι τραβηγμένη από κάποιον από τους διακρεπείς περιηγητές του 19ου αιώνα, οι οποίοι διέσωσαν αυτές τις εικόνες και σήμερα είναι στη διάθεση του καθενός ερευνητή. Είναι εικόνες βραβευμένες και γενικότερα αναγνωρισμένες. Ζακαζουλάχικο καραβάνι, επομένως, το τέλος του 19ου αιώνα, όπως ξεκίνησε να κινείται άκου τα γιαενακίου, συνήθως μαζεύονται με τα καραβάνια, και προχωρεί με κατεύθυνση την Βλαχιά, τον Κοκουρέστη ή τη Βουσαντινούπολη, προκειμένου να μεταφέρει εγχωρεύματα, να βοηθήσει ανθρώπους να μετακινηθούν, να μεταφέρει οι ειδήσεις σε ελλογραφία και μετά από ένα-δυο μήνες να ξαναγυρίσει τον ίδιο δρόμο, προκειμένου να ολοκληρώσει αυτή την αποστολή, η οποία αντιπροσώπευε τον δρόμο επικοινωνίας μεταξύ των περιοχών. Να αναφερθεί ότι για πάρα πολλά χρόνια, η μοναδικός τρόπος επικοινωνίας μεταξύ των περιοχών, ήταν αυτός, μέσω των καραβαλιών. Εδώ δύο από τους γνωστούς καραβαναούς, κυρατζίνες του Ξυρολιβάδου, από αυτούς που ανέφερε ο Γιάννης ο Τσαμίτρος, είναι ο Κώσας ο Φορτραντώνης και ο Γιάννης ο Τίκας. Καβάλα το άλλο διπλοκάτη μέσα στα πεύκα του Ξυρολιβάδου. Είναι έτοιμοι, μας χαιρετάνε σαν να είναι κοντά μας, δίπλα μας. Το περιβάλλον του Ξυρολιβάδου δεν έχει αλλάξει από τότε σε όλες αυτά τα πεύκα και η παρουσία αυτή που σε δέει το χθες με το σήμερα μας συγκίνηκε πάρα πολύ. Ο Γιάννης ο Κουτσόφθος, στο ξενολύβο το πάλι, δεν φαίνεται. Ο Γιάννης ο Κουτσόφθος με τα μουλάρια αποσχολείται με ένα από τα νεότερα αντικείμενα των μεταφοραίων, με τα μουλάρια τα οποία εγκαιλούν τον πρόσωπο σκοπό τους που είναι πλέον η εξυπηρέτηση της λουτομίας, το κουβάδι με το ψύλο. Ήταν η εποχή που ήδη είχε ξεκινήσει να αντικαθίσταται σαν μεταφορικό μέσον σε μεγάλες αποστάσεις το μουλάρι και η τεχνολογία, η εξέλιξη της τεχνικής με τα μέσα μετακίνησης των μηχαροκίνητων παρεκτόπησαν τη χρήση των καραβανιών. Παρά ταυτό όμως τα μουλάρια εξακολουθούν επί τελού αυτό το σκοπό. Ο Ταλομήτρας, ο οποίος επί πάρα πολλά χρόνια έκανε τα δρομολόγια αυτά, μεταφέροντας οικοοσκυβές κυρίως σ'αυτούς που ήθελαν να ανέβουν, να ξεκυμονιάσουν, να ξεκουαλοκελιάσουν στο ψυλορήμα, όταν ακόμα δεν ήταν δυνατόν να ανεβαίνουν καθημερινώς τα αυτοκίνητα, θυμούνται οι παλιότεροι τον φορτιγό που ανέβαινε μια φορά στις τόσες, εκείνα τα χρόνια εξακολουθούσε το καραβάνι αυτό με τα άλλουλα και τα μουλάρια, να μετακινήθηκε στο χωριό και μεταξύ των άλλων χωριών και να μεταφέρει όλα τα παρέτα για τη θερινή και την καλογηρία της διαβίωσης στο βουνό. Ακόμα δύο, ακόμα μια εικόνα με τα μουλάρια, τα οποία μεταφέρουν διάφορα δικίμενα, ο Κασμοτσόφτης και ο Νίκος Φυτίκας στο ξερολίβαδο, αναγορίζουν το μέρος και είναι κοινή από την ΜΠΑΡΑ. Αυτή η εικόνα είναι λίγο παλιότεροι προπολεμικοί, ο Αντώνης Οκόλιας και ο Στέριος Οκόλιας. Μελάμε για δύο ανθρώπους, οι οποίοι είχαν ασκοληθεί με το αντικείμενο και σε αυτούς οφείλεται σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι τελικά μπορούσαν να εφοδιάζονται το καλοκαίρι, οι κάτοικοι με όλα τα απαιτούμενα, προκειμένου να μπορούν να παραμένουν στο ξερολίβαδο. Και τότε οι παραθέσεις δεν τελειωθούσαν με ένα μήνα, όπως τώρα. Ανέβαιναν το ΜΠΑΡΑ και κατέβαναν τον Οκτώβριο. Άρα χρειαζόταν να υπάρχει μια διαρκήση του κοινωνίας μέσω αυτού του τρόπου, προκειμένου να εφοδιάζονται όλα τα παράδειγματα για τη διαβίωση. Αυτή είναι μια παλιότερη εικόνα, τραβημένη από τους γνωστούς αυτος παιδιγητές. Βασικά είναι η εικόνα που τραβήθηκε από τους Βουέζιν και Τόρσον. Δείχνει κυρατζίδες από τη Σαμαρίνα. Εδώ αξίζει τον κόπο να παρατηρήσουμε και να πάρουν πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονταν. Οι κυρατζίδες ξεχωρίζανε τους υπόλοιπους βλάχους σε ό,τι φαίνεται διαβασία, γιατί η διαβασία τους περιβολίτους ήταν μαύρη. Σκούρα ήταν η κάμπα τους, σκούρα τα μεσοφόρια τους, σκούρα σικάντσες, ήταν όλα μαύρα. Και αυτό βοηθούσε στο να μην θέλουν συνέχεια καθαριότητα, αλλά και το μαύρο επειδή απορροφούσε θερμότητα τους κρατούσε ζεστούς στις εποχές του ταξίδευαν και που υπήρχαν και τα στοιχεία της φύσης που δεν τους κατέδευαν. Είναι μια φωτογραφία από αυτές τις πάρα πολλές και πολύ εκτυχημένες, που έχουνε δραμήξει Βουέιση και Τόμψον και που είναι μπροστάς ο δοσμίος. Εδώ είναι η οικογένεια του Στέριο Ζαμπούλη, τα παιδιά του Στέριο Ζαμπούλη, από το ΣΕΛΙ, γνωστή οικογένεια κηλατζίδων, οι οποίοι ασκούσανε το επιτίδευμα αυτό μέχρι πρόσωπα, μέχρι μετά τον πόλεμο, μέχρι το 60 περίπου. Μπροστά μπροστά ο πρώτος δεξιά, καθώς βλέπετε, είναι ο γιάτης ο Ζαμπούλης, αριστερά είναι ο Νίκος, ο μεγάλος αδερφός, πίσω το κοριτσάκι είναι η δευτερή τους αδερφή, και δεκοπένως το αγόρι που είναι πάνω από άλλο άλλο, είναι ο Μακαρίδης Βαχυλέας, ο Ζαμπούλης παιδός. Άντως είναι μια φωτογραφία τεχνικά τραβηγμένη, όπου δείχνει μέχρι την οικογένεια, ανά συγκρότο πλάβο, το μουλάρι, με όλη του την εξάρτηση, όπως ακριβώς την περιγράφουν όλοι οι περιγραφητές, από τα παλιά τα χρόνια που χρησιμοποιούνται αυτό το υποζύγιο για τα κινήσεις, μέχρι και σήμερα θα έλεγα. Εδώ είναι πάλι μια φωτογραφία από τους παλιούς κερατζίδες, όπως διασώθηκε από τους περιγραφητές, 1906, είναι στη Πίκτο, από εκεί ξεκίνηκαν οι κερατζίδες, διέσκυζαν τα βουνά, διέσκυζαν τα διάφορα φωτάμια, τα οποία συναντούσαν μπροστά τους, με κίνδυνο να παρασχηθούν στις εποχές που ήταν φοντουλιασμένα από τις βροχές, και κατόπτωνα με τον φόβο της ζωής τους, διότι πάρα πολύ οι κίνδυνοι που ελόγιζαν, να διεκπεραιώνουν την αποστολή τους. Βλέπουμε πάλι τις μαύρες σκάπες, τις μαύρες περιπνημίδες τους, είναι η δηματρολογική άποψη της εποχής εκείνης, και βεβαίως ας πούμε τα υποζύγια πάντα έτοιμα για να διασχίσουν χώρες, βουνά, κάμπους, λαγγάρια και ποτάλια. Παρακαλώ να υπορθεί εδώ ότι τα μουλάβια αυτά ήταν τόσο καλά εκπαιδευμένα και γνώριζαν πάρα πολύ το δρομολόγιο το οποίο αποκολουθούσαν, που αν κάποιος επιχειρούσε να τα έκτρεψε δεν πεπάτησε. Και αν και είχαν μέσα τους την αίσθηση του χρώμου που τα πανέξευνα αυτά ζώα, που αν για οποιοδήποτε λόγο καθυστερούσε να ξεκινήσει ο κεραντζής δρομολόγιου έδειχναν όλους τον εισηχία κλουτσώντας το έλαφος με τις οπλέσσες τους και βγάζοντας ήχους ανυπομονησίας. Αυτό δείχνει ότι είχαν εκπαιδευτεί, είχαν συνδευτεί απόλυτα με τον άνθρωπο που τα πρόσεχε και που τα φρόντιζε και περισσότερο από τον ίδιο φρόντιζαν και τα συμφέροντά του. Εδώ θα δούμε μερικές οικόλες από ενδυμβασίες καραβαλάρων, κεραντζήδων, οι οποίες τραβήκτηκαν πάλι από τους μπροστούς περιγριτές της εποχής. Εδώ δείχνουμε τον κεραντζήχο της Σαμπαρίνα, πάλι υπάρχουν τα σκούρα, τα σωτερικά ρούχα, οι μαύροι κάπα, οι μαύρες ικάνσες κλπ. Επίσης, η ίδια ενδυματολογική άποψη για έναν μόνο κεραντζή από τη Σαμαρίνα και επίσης για έναν τρίτο κεραντζή από τη Σαμαρίνα. Είναι σημαντικό να βλέπουμε τις εκφράσεις, να βλέπουμε τις προσαρτήσεις των διαφορών αντικειμένων την ενδυματολογική άποψη, το πώς είναι φτιαγμένα τα επανωφόρειά τους ή φουστανεύλες οι λιγοτές. Μέσα στον πυρολόγιο, όπως είναι αυτά από εμένα, μπορεί κανείς να το παρακολουθεί επί ώρες το βλέμμα αυτό, το οποίο είναι το βλέμμα της επιφύλαξης αφέντησης φωτογράφου, που όμως κρύβει μέσα του και εγκατέρυση και μελαχολία, αλλά και ελπίδα για τον μέλλον. Και μας δίνει πολλά μηνύματα ακόμα και σήμερα αυτός ο Κυραντζής από τη Σαμαρίδα του 19ου αιώνα. Και αυτή πάλι είναι μια εικόνα με ο Κυραντζής από τη Σαμαρίδα. Αυτές οι εικόνες που είδατε, δεκατήστων αριθμών, είναι αυτές που κοσμούν και χαρακτηρίζουν κάθε σελίδα του ημερολογίου που αντιστοιχεί και σε κάθε μήνα. Και βεβαίως δίπλα από κάθε φωτογραφία υπάρχει και το αντίστοιχο κείμενο, η ροή συνεχής του κειμένου, από τον Αντώνικος Μπούκι που περιγράφεται τον Κυρατζήτο. Να ήθελα όμως, κάντας χρήση της υπομονής σας, να παρουσιάσω ακόμα μερικές φωτογραφίες, προκειμένου να ολοκληρώσω αυτή μου την παρουσίαση. Δέστε αυτή την εικόνα. Είναι η εικόνα των Κυρατζήτων. Δεν έχει καλή ανάλυση. Πέτυχα μια καλύτερη ανάλυση, προκειμένως, στην Πορσιά, όσο όλες οι οπότες δεν έχετε το φλάστι του Μουλάβιου. Αυτή η εικόνα είναι μια λιθογραφία, η οποία δείχνει τους Κυρατζήτες να προσπαθούν να τραβήξουν τα Μουλάβια σε μία ανηφόρα, είναι μεγαλύτερη η εικόνα η πραγματική, δείχνει τον αρχικό του καραβανιού, ο οποίος είναι σαν και χαγιάς ένα πράγμα. Και βέβαιος αυτός που είναι σε πρώτο πλάνο, ο φουστανελοφόρος με τα όπλα, είναι ο φρουγός, διότι ως προς τον οι Κυρατζήτες, τα μεγάλα τα καραβάνια, όταν διάσκεταν έρημες περιοχές, ήταν πάρα πολύ εύκολη ηλία για να τους πας σπίτι στους λιστές, οι οποίοι επέπεπταν πάνω στις πραγμάτια που σκοβαρούσαν και γινόταν πραγματικές μάχες πάνω στα βουνά, μεταξύ των λιστών και των καραβανάρων, οι οποίοι προσπαθούσαν να περισσώσουν την περιοσία τους και τις ζωή τους. Πολλές φορές όπως ήταν οπλισμένοι όλοι, κατόπονα να κατετροπώνουν τους λιστές, αλλά άλλες φορές έμπρεπε τα θύματα οργανωμένης επίθεσης, οι περιουσίες αυτές που οκουβαλούσαν ανελπάζονταν και οι ίδιοι καραβανάροι κάνουν τη ζωή τους. Φημισμένος καραβανάρος, εκείνης της υποθύσου που περιγράφεται είναι στο 19ο αιώνα περίπου, ήταν ο Ρώβας, ο οποίος ακούγεται συνέχεια στα διάφορα παλιγύρια μας, στα γλέντια μας, στον ομορφωστό τραγούδι που περιγράφει ότι ο Ρώβας ξεκίνησε μέσα στη βλαχιά να πάει. «Νύχτα σελώνει τ' άλογα, νύχτα τα καλλιγώνει. Μαλαματένια πέταλα, μασίνι τα καρφιά του». Δείχνει δηλαδή αυτή η πίηση, το μεγάλο βλούτο που οκουβαλούσαν τα μουλάρια, τόσο που ο Καραβανάρος, ο Ρώβας, τα άλογα, τη νύχτα τα πετάλλουν με χρυσά πέταλα και τα πέταλα τα κάρφουν μασημένια καρφιά. Βέβαια υπερβολή να το πούμε, αλλά έδειγνε το χρυσό αυτό ο οποίος συνδέθηκε με τα μουλάρια και που μπορούμε στη συνέχεια της ομιλίας να αναφέρω και πιο σημαντικά στοιχεία που συνδέουν το χρυσό με τα μουλάρια. Πάντως ο Ρώβας εξακολούθησε κάτι πανάληψη επί δεκαετίες το ταξίδι αυτό. Το καραβάνι το ξεπερνούσε τα 100 ζώα. Ήταν από αυτούς που στάθημα στο ξερολίβοδο για να καταλήξει το κουκουρέστι και να γυρίσει. Έφυγε από τη ζωή ο Ρώβας γύρω στα 1875 περίπου. Το μεγάλο καραβάνι του διευκλίστη και τον διεδέχθηκαν διάφοροι άλλοι οι οποίοι προσπάθησαν να αναστήσουν την παράδοση αυτή. Μεταξύ αυτόν αυτός ο οποίος πληρονόμησε και συνέχισε την παράδοση ήταν ο βλάχος από την κονίσπολη της Βορειοϊπείρου που είχε εγκατασταθεί στην Γοριτσά, ο Γιάννης ο Τζέγας, ο οποίος σε ένα βαθμό κατόρθωσε να αναβιώσει την παράδοση του Ρώβα κάνοντας τα ίδια δρομολόγια με σειρά ετών. Σε μια από αυτές τις περιοδίες έφεσε θύμα κι αυτός μιας επίσης απολυστές δεν κατόρθωσε να αντιμετωπίσει επιτικώς αυτούς που του πετέθηκαν, έχασε την πραγμάτια του, έχασε και τη ζωή του. Σκοτώθηκε ο Γιάννης ο Τζέγας και άφησε χείρα την γυναίκα του την Αγγελική και τα δυο της παιδιάς του την Γοριτσά. Τιμώ τη μνήμη αυτού του μεγάλου καραμπανάρου, διότι με συγκινήσει το εξαχιστίας την χείρα του μετά από χρόνια διότι παντρεύτηκε ένας άλλος μεγάλος λαχόφωνος υπόνομος της εποχής εκείνης, ο Νικόλας Μπουράλης από την κονίση του Πολιεπίσσης. Και αυτό το γάμο γεννήθηκε η μητέρα μας. Εδώ είναι η είσοδος ενός καραβαλιού που κατεβαίνει στο ξερολίχο και παίρνει στη Βέρια. Οι παλιότεροι ίσως στη Μούτια Δεντή η Λονιά είναι κατεβαίνοντας στη Συμπεριοδό Μητροπόλεως, αλλά βεβαίως ας πούμε δεν υπάρχουν μόνο οι πολυκατοικείς, υπάρχουν τα παλιά τα σπέτια. Εδώ δείχνουμε αυτές τις εικόλες από τα μολάλια το οποίο διασκίζουν τα κοτράχρονες χωρές και εδώ ένα καραβάλι το οποίο διασκίζει την έρημο μέσα από το δάσος βέβαια και το οποίο διασκίζει σώχτες κάποιοι ποταμού. Εδώ οι δύο καραβάλια ανταμόθηκαν στη σκέαγρος δέντρο. Είναι το καραβάνι με τα ζώα τα χορτομέλα και βεβαίως ας πούμε μια άμαξα η οποία πρέπει να είχε την πάνη κατεύθυνση συναντήθηκαν για να πλούν τα δικά τους. Μια ακόμα εικόνα που δίνει ο καραβανάρος να έχουν σταματήσει είναι του Μπουασόν αυτή η εικόνα για να βουσκίσουν τα μουλάβια. Εδώ πάλι είναι η οικουγένεια Ζαμπούλη στην Κρούσα το 1962 με την νέα καραβανάρι και δραστηριότητα που είναι η εμπορία του ξύλου, υλοτονικού προϊόντα, ένας συμπαθές υποζύγιο από αυτά τα οποία χρησιμοποιούνταν κατά κόρο και χρησιμοποιούνται ακόμα σήμερα και ένας συμπαθές που έχουν κάνει ξενοβαδιωτών δεν είναι στη ζωή, είναι ο Τσοπίκος ο Αποστολής με την Βερονίγη και την γυναίκα του. Μια σημαντική δραστηριότητα των καραβανιών ήταν ότι αναλάβαναν να μεταφέρουν τις πρύκες. Οι πρύκες, δηλαδή για να μεταφερθεί η νύφη και η πρύκα που έρχονται σε ένα άλλο μέρος, χρησιμοποιούνταν τα καραβάγια, τα μουλάρια, τα άλογα στο οποία φορτώνονταν η νύφη και όλοι ως κεβίτες. Είναι μια εικόνα επίσης του Μπουαζών. Αυτή είναι η διάβαση εικόνα. Είναι λίγο ρητουσαρισμένη, οι φωτογράφοι, στο προσπάθειά τους να βελτιώσουν μια εικόνα που δεν είχε τόσο καλά τεχνικά κατευθεσιά, θα προσπαθούσανε διαχειρούς να την χρησιμοποιήσουν. Φαίνεται χαρακτηριστικά η παρέμβαση του φωτογράφου εδώ. Είναι πάλι η μεταφορά της νύφης από το σέλι στο ξερολίβαδο. Αυτή η νύφη είναι η Αγιά Ευοδοξία Κολιού, η οποία σε αλλιότερα χρόνια είχε παντρευτεί τον Μύθι τον Τσαμίτρο στο ξερολίβαδο και αυτή είναι η διαδομή, την οποία ακολούθησαν με τα Μουλάρια για να έρθει η νύφη με την βρήκα της στο ξερολίβαδο. Από μια εικόνα χαρακτηριστική που δείχνει τη χρήση του αγγωγέων, το Μουλάρι αριστερά, και εδώ είναι μια αναπαράσταση του Συλλόγου Βλάχων Βέρειας που δείχνει τη ζωή των Κυραντζίδων σε μια από τις παλιές δραστηριώντες που είχε αναπτύξει ο δραστηριός αυτός ο ήρωγος. Δείχνω την προσοχή σας σε αυτή την εικόνα. Αυτή η εικόνα δείχνει ένα μεγάλο, μια μεγάλη κατασκευή, μια αρμάμαξα όπως λέγεται, την οποία σέρνουν πολλά Μουλάρια και εδώ είναι, πιάστηκα από την αναφορά του Αντώνυμπου Σμπούκη, που έφερε τους Βλάχους τα πρώτ' ρωμαϊκά και τα μετάγκριτα να χρησιμοποιούν αυτό το μεταφορικό μέσο των Μουλάρια και να μεταφέρουν τα εμπορέμματά τους σε χώρες της Απονατολής, στην Ευδία και ακόμα ακόμα και στην Κίνα. Σάκοντας την ιστορία είδαμε ότι το συνεχίσετε εφοδιασμός των στρατευμάτων του Μ. Αλεξάνδρου που βρισκόταν στην Ασία από την περιοχή της Μακεδονίας γινόταν τα Μουλάρια αυτά, με τους κεραντζίδες της εποχής εκείνης και όταν ο Αλέξανδρος κατέλαβε την Περσέπολη και τα Σούσα και κατέσχεσε το θησαυροφυλάκιο, το βασιλικό της Περσίας, χρησιμοποιήθηκαν 10.000 Μουλάρια για να μεταφερθεί όλος αυτός ο χρυσός στην Πέλλα, εδώ στη Μακεδονία. Το τι είναι αυτός ο χρυσός στη συνέχεια? Σκορπίστηκε όπως σκορπίστηκε γενικό στα χρήματα. Μετά από κάμποσα χρόνια μεταφέρθηκε σε άλλα κέντρα, στην Μόρεια Αφρική, στη Ρώμη. Ο καθένας προσπαθούσε να περισσώσει το κεφάλιό του, δαντομένον ότι εκείνη την εποχή κρατούσε μεγάλη αναρχία και μη ενοχόμενη κατάσταση. Μήπως σας θυμίζει τίποτα αυτό το κόμμα ή γιατί για σήμερα. Αυτή η συγκεκριμένη κατασκευή αποδεικνύει, μάλλον αναβαριστά την κηδεία του Μεγάλου Λεξάδου. Αυτή είναι η νέα αμάξια στην οποία ήταν το κοθτυμένη ισόρος και την έσαναν 64 Μουλάρια. Αυτά τα Μουλάρια πράγματι ήταν σελωμένα με χρυσάφι. Είχαν χρυσά κουδούνια και χρυσά περιλέμια. Και ξεκίνησε αυτή τη διαδρομή από τη Βαβελόνα, για να φτάσει μέχρι τις ακτές του Αιγαίου και από εκεί να φέρουν τον Μεγάλο Βασιλιάνα και την Δευτή να ενταφιαστεί στις Αιγαίες, εκεί που ήταν οι προγονείς του. Βέβαια ξέρουμε την ιστορία. Στη διαδρομή εξέτρεψε την πορεία της Αρμάμαξας ο Ταλεμιός και οδηγήθηκε ο Αλέκτροντος για να ταφεί στην Αίγυπτο. Και βέβαια μέχρι σήμερα γνωρίζει που είναι πραγματικά ο τάσος. Δεν χρειαστούμε την ουσία του γεγονότος ότι τα μουλάρια, όπως ακριβώς χρησιμοποιούνταν τα πρόσφατα χρόνια, χρησιμοποιούνταν την αρχαιότητα για την μεταφορά και την εξυπηρέτηση μεταφορικών ανάγκων από ειδικούς κυρατζίδες, οι οποίοι ήταν αυτοί οι οποίοι μπορούσαν να ελέξουν. Και είναι ακόμα μία άλλη αναπαράσταση αυτής της αρμάμαξας. Είναι ανεπτυγμένη εδώ για να ξέρει ο κανένας πως ήταν κατασκευασμένη. Βέβαιος, εμάς μας ενδιαφέρον πρέπει να μουλάγουμε με τη Σέρμανε. Σήμερα υπάρχουν και οι λατζίνες. Και βέβαια υπάρχουν. Οι σύγχρονες οικονομικές συνθήκες, οι ενεργειακές ανάγκες που δεν εξυπηρετούνται πριν με το πετρέλαιο και με τα άλλα σημαντικά μέσα, έχουν καταστήσει αναγκαία την αναζωπήρωση παλιών πηγών θέρμασης, όπως είναι το τζάκι, οι ξυλόσοπες και όλα αυτά. Όλα αυτά πηγαίνουν ξύλα. Και τα ξύλα βρίσκονται μέσα στα δάση. Και βέβαια μέσα στην πηγή των τασούδων δεν μπορούν να φτάσουν μηχανοκίνητα μέσα και πάλι επιστρατεύονται τα μουλάγια. Και έτσι λοιπόν οι σύγχρονοι κυρατζέντες είναι αυτοί που κουβαλάνε τα ξύλα από τα βάθη των δασσών όσο ακονυμίνει προκειμένου να τα κατεβάσουν στην πόλη, για να μπορέσουν να δισταθούν και εμείς με το μέλλον ότι ο χειμώνας κάπως αρχίζει και μας τσούζει. Και βέβαια έχω μια εικόνα που φακτώνουν τα ξύλα στα μουλάγια. Βλέπουμε ότι άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Πρέπει να φτάσουμε στο σημείο να έχουμε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε τη σύγχρονη κρίση. Ζητώ συγγνώμη να σας κούρασε λιγάκι. Εκτιμώ ότι προσπάθησα μέσα από την παράδειξη προσθέτων στοιχείων να δώσω την έφευση που χρειάζεται στην σημαντική προσπάθεια την οποία καταβάλλει ο πολιτικός όμερος του Βολιβάνδου με τις εκδόσεις του και με την επίκη να έχουμε χαρούμενες γιορτές, χαρούμενες γιορτές. iç wished you a happy New Year.