id |
299a324c-7722-4d44-ba24-98babb09cca3
|
title |
Παρουσίαση της τρίτης Ποιητικής Συλλογής του Μανώλη Μιχαλάκη με τίτλο «ως νόγησα» /
|
spellingShingle |
Παρουσίαση της τρίτης Ποιητικής Συλλογής του Μανώλη Μιχαλάκη με τίτλο «ως νόγησα» /
|
publisher |
Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας
|
url |
https://www.youtube.com/watch?v=qa0fWp8asaU&list=PLF_TSWFK8X_O_0A8Hmh_04RACYy9nvU7S
|
publishDate |
2014
|
language |
el
|
thumbnail |
http://oava-admin-api.datascouting.com/static/c58f/0348/c3a0/ce56/6bfd/c4bb/ab9d/9eab/c58f0348c3a0ce566bfdc4bbab9d9eab.jpg
|
organizationType_txt |
Βιβλιοθήκες
|
durationNormalPlayTime_txt |
1974
|
genre |
Πολιτιστικές εκδηλώσεις
|
genre_facet |
Πολιτιστικές εκδηλώσεις
|
asr_txt |
Υπόλοιπος του ΣΥΡΟΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙ Υπόλοιπος του ΣΥΡΟΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝ Υπόλοιπος του ΣΥΡΟΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝ Φίλες και φίλοι, το ρήμα «νογό» αιτιμολογικά προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα «νοώ» με ανάπτυξη του γάμου, όπως θα μας έλεγαν εδώ οι φιλόλογοι παρόντες και σημαίνει «καταλαβαίνω, νιώθω, αντιλαμβάνομαι». Στην μετάφραση της Οδύσσιας από τον Καζαντζάκη τον Κακριβή διαβάζουμε «ο Αλκήνοος, μονάχα τον πρόσεξε και τον νογήθη, δίπλα καθώς χαθόταν». Τον εντελήθηκε δηλαδή. Συνώνυμα του «νογό» είναι το σκαμπάζο, που λέμε όλοι μας, και κατεπέκταση του «είμαι ικανός, επιδέξιος, μπορώ». Και έχουμε πάμπολες παραινίες. «Δεν νογάει να μοιράσεις δυο γαϊδουριών άχερο» λέμε στο χωριό μου. Δηλαδή δεν είναι ικανός για τίποτα. Ή «να νογάς και να βλογάς», να ενδεγετείς δηλαδή και να βοηθάς με σύννεση. Από την άλλη τώρα η λέξη «πίημα» και «πίηση» προέρχεται από την αρχαιολληνική λέξη «ποιο» που σημαίνει «δημιουργό». Με την ετοιμολογία αυτή το πίημα αποκτά μια πραγματική υπόσταση και καθίσταται ένα δημιούργημα. Ο Βουίλιαμ Κάρλος Βουίλιαμς θεωρεί ότι το πίημα είναι μια μηχανή φτιαγμένη από λόγια. Δηλαδή το ποιητικό κατασκεύασμα παράγει κάποια ποιότητας και ποσότητας εντυπώσεις, αποτελέσματα και έργο στον αναγνώστη. Το έργο που παράγει μια μηχανή φτιαγμένη από λόγια, ένα πίημα δηλαδή, είναι η εντύπωση που δημιουργεί στα αισθητήρια της του αναγνώστη. Όταν εκείνος πλέον αναλύει το πίημα λειτουργεί όπως ο μηχανικός που αποσυνθέτει και ανασυνθέτει μια μηχανή για να κατανοήσει τη λειτουργία της. Παρουσιάζουμε λοιπόν σήμερα μια μηχανή φτιαγμένη από λόγια, τα οποία αναφέρονται στα όσα νόγησε, όπως τα νόγησε, στα όσα κατάλαβε, ένιωσε, αντιλήφθηκε ο ποιητής. Ο Μανώλης Μιχαλάκης είναι μια σεμή παρουσία στο χώρο της πίησης, με τρεις ποιητικές συλλογές όπως προαναφέθηκα και παρουσιάζει μέσα από αυτές τις δικές του πίνελιες σε όλα εκείνα που τον άγγιξαν, τον χαροποίησαν ή τον πόνεσαν, γράφοντάς τα νεέστιμα. Όταν οι φωνές σωπάσουν, τότε ο ποιητής αναλαμβάνει να μιλήσει για τις απουσίες, το μεγάλο μας το χρόνο και τη μοναξιά. Η μη εξεδιπλώνεται και αφήνεται στο χαρτί να εξεδιφθεί με λειτουργισμό και συγκινησιακή φόρτυση σε κάποιες στιγμές και να αποτυπώνει και να γεμίζει άδειες γραμμές και σκέψεις και θύμησες που η ψυχή του κουβάλλαν. Το «ΟΣ ΝΟΓΙΣΑ» ολοκληρώθηκε και συνέπεισε με τη γέννηση της πρώτης εγγονής του Μανώλη και η έλευση της στη ζωή της Εμμανουέλλας τον συμβλωνίζει και της αφιερώνει εκτός από του είναι του που είμαι βέβαιος και ολόκληρη την ποιητική του συλλογή, ενώ από την έλευση της και μετά αρχίζει να μετρά στιγμές παρουσίας και να της δίνει μαθήματα ζωής. Λέει ο Μανώλης «Στον ήλου τη βάρκα τη ρόντα ορίζεις, σαν τα κουπιά της στα χέρια κρατάς, το κύμα σαλεύεις, γοργά μαρμενίζεις και σαν ταξίδευτα μέρη με πας». Στον ταξίδευμα τούτου «ΚΑΒΩ ΜΥΡΙΞΙΣ» η φωνή της καρδιάς μου σου λέει «ΈΛΑ» στον έρημο νου μου τον κόσμο να δείξεις, γλυκιά και μικρή μου Ιμανουέλα. Στο έργο του ο ποιητής αναπολεί όπως πάντα το κάνει και το γενέθλιο τόπο του. Καλοκαίρια με θάλασσα, ήλιο, ουρανό για να γράψει τα δικά του τραγούδια μέσα από αναμνήσεις που περνούν απαλά και γαλήνια στην σφαίρα της νοσταλγίας με τα αγαπώ να περιπολούν μέσα στις πέτρες στον άνεμο, στο φως. Γιαβάζω χαρακτηριστικά. Βλέπω και χαιρετώ τον ήλιο της Κρήτης που καλημέρισε το πρώτο μου κλάμα. Τα χώματα που πάτησαν τα γυμνά παιδικά μου πόδια, τους καημούς που πηδούν από βράχο σε βράχο, τις χαρές που πετούν απανθό σαν φθό, τα πλακόστορτα σοκάκια, τα σβεστομένα πεζούλια και τα ψιδωτά ξοθήρια του χωριού μου, τη μοναχική βελανιδιά του γυμνού βουνού, μα και τους έγαγκρους που γλύφουν τις αλμυρισμένες πέτρες της άνιβρης πλαγιάς του. Λυρισμός σε νατουραλιστικούς πίνακες γραφής, εικόνες καλοκαιρινών διακοπών γεμάτος ήλιο, με αγιάσματα ψυχής που βρίσκουν στίχους να ακουμπήσουν τα συναισθήματα. Βέροντας αχνοπερπατή βουβό στα περάδυματα του χρόνου, σκεπασμένος από την ομύθιη που πέφτει σε λάθη τότε που έστρωνε τη φυγή της κατωπινής αθουσίας. Πίηση ερωτική, στοχαστική, φιλοσοφική και ενίωτε πολιτική, που αναζητά τον πυρήνα μιας αισθητικής φόρμας για ανεκδηλωθή. Ο ποιητής δεν ενδιαφέρεται για το σχήμα που θα έχουν τα ποιήματα. Η ερωτική σχέψη είναι που γεννά τον ακριβό λόγο του, δημιουργώντας έννοιες με την υπεροψία της γνώσης, που το βλέπετε απλά και κατανοητά. Γιατί ο Μανώλης έχει την επίγνωση της αλήθειας του, την οποία και μας καταθέτει. Επανέρχεται με την αμύληκτη δύναμη της επαγγωγικής μεθόδου για να υπηρετήσει το φως, όπως έλεγαν οι αρχαίοι, από τα επιτερικά ορώσιμα της ποιήσεις, διαστέλοντας τις μετόπες των λέξεων. Διακρίνοντας τα ποιήματα που περιλαμβάνει και η παρούσα συλλογή, η σύνδυα διαλλακτική που συμπυκνώνει νοήματα σε λίγες μόνο λέξεις. Η επιγραμματική ακολουθία καθόλου δεν αποδυναμώνει το νόημα της ποιήσης. Είναι φανερό πως με τον τρόπο αυτό θέλει να εφαρμόσει μια άλλη φόρμα στην κλίμακα της ποιήσης, διατηρώντας αρμονική αναλογία στη διαχείριση των λέξεων κυρίως. Λέει ο Μανώλης πως μπόρεσα πίσω μου να τα αφήσω και μια ζησικομένη σταδιό να πορεύω ή κάπου αλλού σαν το χρέο σου δεν σαναζητά, λιτρωμένος μη σέβης. Με τα μάτια της ψυχής το ανασκαλεύει, ψάχνει, να συναρμολογήσει, να δέσει με μια της στιγμές σε κρίκους μιας αλυσίδας. Το χθες είναι σήμερα, γιατί κανένα χθες δεν χάνεται, εφόσον το κρατάμε καλά στη μνήμη μας. Είναι η συντροφιά σε ώρες μοναξιάς, σε μοναχικές διαδρομές, δίπλα στη θάλασσα που συντροφεύει τις σκέψεις. Τριφεράδα και νοσταλγία που λιορκούν τα δάκτυλα και το νου για να καταγραφούν όλα, μη δείχνει και ξεκαστούν και πεθάνουν στις ρυπές του χρόνου. Τα πολιτικά πείμματα του Μανώλη Μιχαλάκη, τα πολιτικά βάλε το σε ισαγωγικά, έχουν να κάνουν την αυτογνωσία του, που δεν μένει αδιάφοροι στο πολιτικό γύγνεσθε των γεγονότων που σημαδεύουν τη δική του ζωή, αλλά και τη ζωή όλων μας. Επιτραματικά σας αναφέρω στις κρίσεις των καιρό, οι σύγχρονοι δουλοπάρκοι, οι απόκληροι πείμματα που είμαι σίγουρος ότι θα διαβάσετε. Στους απόκληρους αναφέρει «Αγάπησα και κλείσα μέσα μου τους ρακέντες τους» και απόκληρους μιας ολόκληρης κοινωνίας. Παίνεψα το σπλαχνικό και καλοσυνά το άγνωστο χέρι που αναθαρεύει ταπεινασμένα ετούτα χνώτα και της καρδιάς τους τα μαραμένα φύλλα να δροσίζει. Φθόνισα το ανάλγητο βλέμμα της εξουσίας, μα και τον εαυτό μου που συντηρεί με τη στάση του το ένοχο σύστημα που τη θρέφει. Τα δρώμενα και είναι τη σκέψη και η σχέση περίπου όλους στα χαράσματα επιλογών που μέρες ιστορικές τη συμμάδεψαν. Θα διαβάσουμε το άρωμα Ελλάδας, τους ρυθμούς της πόλης, τις κραυγές ενοχής. Αναφέρει ο Μανώλης «Σε τούτο τον τόπο που το πνεύμα λεύτερο λάγησε στον μουσόν της πηγές και λεύτερο πέταξε στον μυθικό στιγμό της ψηλές χορφές, έμαθα να σμιλεύω τη σκέψη μου». «Ε τούτο τον τόπο που το φιλότιμό του την πέτρα αλέθει και ψωμίς του κονεμένουν το στόμα την κάνει, σαν του τελέψει το φύλλαιμα, Ελλάδα ονομάτισαν κι εγώ πατρίδα την όρεσα». «Το ύφος των ποιημάτων είναι παραστατικό, ευχάριστο, λιρικό, ιδιλιακό, αισθησιακό. Ο στίχος τα περισσότερα είναι ελεύθερος, δεν υπάρχει δηλαδή κάποιο συγκεκριμένο μέτρο, ούτω μειοκαταληξία, παρά μόνο ο εσωτερικός τους ρυθμός». «Η πλούσια οικονοποιία των ποιημάτων που απαιτεί κινητοποίηση όλων των αισθήσεών μας για να τις προσλάβουμε και να τις χαρούν. Και κινητοποιούνται η όραση, λέει, βλέπω και χαιρετώ τον ίδιο της Κρήτης που καλλιμέρισε το πρώτο μου κλάμα, ή ασβεστομένα σπίθια με μπλάβα παράθυρια κι εξόθυρα, μαγευτικά άσπρα ξοκλήσια με γαλνούς τρούλους και κάστα σπροσταγρούς». Τα βλέπουμε, μας τα περιγράφει. «Οι ακούει τον ανάγλυφο κυματισμό σου που μελωδικά ψιφυρίζει σαν αποσέρνη τα πετράδια και τα κοκλίδια της ξανθόχρωμης αμμουδιάς, ή ακούω τα λαλήματα της λύρας και του λαού του». Τα ακούει. «Οι όσφρυση του πελάμπου το δοσά το αγέρι, της γυμνής πλαγιάς το άνιδρο θυμάρι αναθαρεί και τη μεθυστική του μυρωδιά ανασαλεύει, ή κάπου αλλού μυρίζω το δυόσμο, τα ρυσμαρί, το θυμάρι, το γιασεμί, τη φασχομυλιά». Η γεύση, φυσικά, δεν λείπει. «Γέχομαι το κρασί και τη ρακί και με μιας το κέφι με φέρνει, αλλά και η αφή. Νιώθω το χάρι του πελαγίσιου αγέρα να κιλά, σαν ήαμα μέσα στη φλέμμα». Φίλες και φίλοι, σε μια εποχή δίαιη και σχεδόν έξω των προβλέψεων και της φαντασίας, ο Μανώλης απελευθερωμένος και από περιορισμούς και με δίψα για ανατάσεις, το λυρός και ο πρωτοπόρος προσπαθεί με τους στίχους του να καταλύσει τους υλικούς νόμους και τα δαιμόνια μιας όλο ένα και πιο ακροβαθούσας εποχής. Η ποιήση του, σαν κορυφαία έκφραση του κλάβου λόγος, θεωρείται η καλύτερη καθρέφτηση του υπαρκτού, αφού μπαίνει στις ψυχές μας, στις ψυχές των ανθρώπων. Ο ανεξομολόγητος και βουβός έρωτας, το καλά κρυβόμενο ερωτικό πάθος, βρίσκουν διόδος διαφυγής, παράγελα με μια φιλοσοφούμενη, θα έλεγα, όραση, τους τόσους λίγους προβληματισμούς μας, που τους πολεμάμε τη γραφίδα του Γενναία. Εσύ που μου κλέψες το νου και της καρδιάς τη σφήξη, έλα στο ύπνο τα βαθιά το όνειρο να μας μίξει. Ή έφυγες και χάθηκες της νιώτης μου πρώτη αγάπη, πίσω απ' τα διάσελα του νου, σαν γερμένη ηλιαχτίδα, ονειρογένη του δηληνού. Η αληθινή αγάπη, απροσπέλαστη σε ένα τρίτο παρακαιριτή, φαντάζει πάντα στα αμέτωχα μάτια του τερατόδες, εξωπραγματικοί. Με τα ποιήματα του μας αποδεικνύει ο του οδρόμος προς την αγάπη, αν αυτή είναι αληθινή, ισοδυναλή με το άγριο μαρτύλο του σώματος, που πυρπολείται ή βυθίζεται στον πάγο. Είμαι γεννημένος για να με πληγώνει ό,τι αγαπώ, πατρίδα, γυναίκες, φίλοι, εαυτός, λέει ο Μανώλης. Και καταφέρνει με την έμπνευσή του να πληρωδοτεί συναισθήματα που δονούν το είναι του. Ο κάθε αναγνώστης του το αναγνωρίζει αυτό και μας καθιστά κοινωνούς με τις ανησυχίες του με έναν τρόπο καθαρά και ιδιαίτερα μοναδικό. Λέει ο Μανώλης, «Γιουρούσι όσοι έκαμαν, κι όσοι μας διαγουμίσαν, τα λιγοστά τα γρόσια μας και τα υπάρχοντά μας, και φόρτασαν στα λυστρικά τα μαύρα τα σκαριά τους και φύγανε και στην αχλή του πελάγου χαθήκαν κι άφησαν ξωπίσω τους ασάλιωτα λαρύγια, μάτια δίχως τρεχούμενο δάκρυ για να αποστάξουν. Απελπισμένους που είχαν δουλειές και σπιτικά τους, να σχίβουν, να μαζεύουν το σάπιο ζαρζαβάτι κι η ελπίδα μοναχή στα στήθι φωλιασμένη, στου θρύνουν τα ανακράσματα προβαίνει αντριωμένη». Μέσα σε όλο αυτό το γίνεστε υπάρχει και η ελπίδα. Ο Μανώλης διαθέτει όπλα, γερά όπλα και μπαίνει γερά αρματομένο στην πίηση. Και κυριότερα το καθαρά προσωπικό του χρώμα και ύφος ξέρω να κοινείται ανάμεσα σε όλες τις λεωφόρους της πίησης. Από την γενεύτη και ρηματική πίηση, «άσε το νους σου κοπελιά να έχετε και να παίρνει τον αμαφιό σου θαλασσί χρώμα να μου το φέρνει», ο διπορείς στην υπερεαλιστική πίηση, «ο πισματάρις μου νους, λέει ο Μανώλης, άρχεται που δεν μπορεί να προσπελάσει το αναζητούμενο και όσο απροσπέλαστο μένει άλλο τόσο Θεό το ορίζει». Και μπορεί με την ίδια άνεση πάντα πιστός στην πέντα του να σε κατακτά και από αξιολογητής του έργου του να επιζητάς να γίνεις μαζί του και αξιολογούμενος. Φίλε Μανώλη, σου εύχομαι καλή επιτυχία και καλτάξενο και αυτό το βιβλίο σου. Ο δρόμος του να είναι μακρινός, να έχει μεγάλη συντροφικότητα όμως στην πόρευσή του και να συναντά παντού καρδιές ανθρώπων που ακόμα ξέρουν να προβληματίζονται, ξέρουν να αγαπούν και ξέρουν να ονειρεύονται. Ευχαριστώ. Αγαπητοί φίλοι και φίλες, σας καλωσορίζω σε αυτήν την γνώριμη και φιλόξενη αίθουσα. Ευχαριστούμε πολύ. Ευχαριστούμε πολύ. Ευχαριστούμε πολύ. Ευχαριστούμε πολύ. Ευχαριστούμε πολύ. Ευχαριστούμε πολύ. Ευχαριστούμε πολύ. Ευχαριστούμε πολύ. Ευχαριστούμε πολύ. Ευχαριστώ πολύ σε αυτή τη γνώριμη και φιλόξενη αίθουσα. Και πριν αρχίσω να αναφέρομαι για τοement αυτό θα ήθελα με ένα στίχο να περίγραψω τα συναισθήματα τα οποία με διακατέχουν βλέποντας τα βλέμματά σας. Κάθε σας βλέμμα γίνεται φτερό μέσα στα φτερά μου και πελαγίσουες άνεμος στα ανοιχτά πανιά μου. Με αυτό το στίχο θέλω να υποδηλώσω ότι μόνο με το κοίταγμα σας μιλάτε με τα δηλά μου βήματα. Τα καθορίζετε και προπάντως τα προτρέπετε να ανοίξουν το βηματισμό τους και το ρυθμό τους. Τέσσερα χρόνια είμαι μόνο ανεμιγμένος με την πίηση. Δεν διεκδικώ ούτε δάφνες ούτε να φτάσω τους μεγάλους ποιητές. Αυτό το οποίο διεκδικώ είναι να γίνω κατανοητός με τη μικρόνια που έχω στους φίλους. Άρχισα να γράφω το βιβλίο αυτό, το «ΟΣ ΝΟΓΙΣΑ», ορμόμενος από την ένθυση των μαγνητικών πεδίων που μας περιβάλλουν. Ένοιες, πως ο Θεός, καταστάσεις, κοινώς πράγματα, μαγνητικά πεδία που μας τριγυρίζουν γύρω τους σ' αυτούς τους μεγάλους πλανήτες. Θεός μεγάλους πλανήτες. Τρομερό το μαγνητικό του πεδίο. Και το μόνο που εμείς βλέπουμε είναι ο ελεκτικός λόρος που μας συνδέει εμάς με τον Θεό. Κρατιόμαστε με το λόρο. Ο ένας λόρος κρατιόμαστε. Περιστρεφόμαστε σαν ορυφόρι. Άραγε αυτό που βλέπουμε τι είναι, το που μας τραβάει τι είναι, πως θα το περιγράψουμε. Το αν εγώ κάτσω και περιγράψω αυτή την δύναμη την οποία με έρκει, με κοσμητικά επίθετα που οι άλλοι έχουν πει, δεν είμαι δημιουργός. Θα πω είναι φιλέσπραγος, το έχουν πει κι άλλοι. Πανάγαθος, ναι, είναι ότι το έχουν πει κι άλλοι. Καλός, ναι. Ελεήμων, ναι. Δημιουργός δεν σημαίνει δανειστής, δημιουργός σημαίνει εαυτός. Θα δημιουργήσεις κάτι έστω και ασήμαντο, αρκεί να φέρει τη σφραγίδα σου. Εγώ το θεό παραδείγμα του Σχάλη στο έργο μου μέσα, τον περιγράφω ως το απροσπέραστον αναζητούμενο, ως την καταχνιάκου ανέγγιχτου. Δεν αφισβητώ, δίνω άλλο ορισμό. Άλλος πλανήτης, η ίδια η ζωή, μεγάλο τελεκτικό της πεδίων. Τι είναι η ζωή, πώς την περιγράφουμε. Άλλος πλανήτης, ο θάνατος. Τι είναι ο θάνατος. Η πατρίδα, ο πόλεμος, η ειρήνη, η αγάπη, ο έρωτας. Όλα αυτά είναι μαγνητικά πεδία τα οποία μας τραβάνε, μας έλπουν. Θα μου επιτρέψετε να σας διαβάσω μερικά από τα ποιήματα και όποιος έχει απορίες μπορεί να μου πει το τέλος. Και πριν αρχίσω να πω και κάτι ότι η ποιήση, η λογοτεχνία γενικά, είναι τέχνη. Πως είναι ζωγραφική, πως είναι υγλιπτική. Ένα έργο μπορεί κάθε ένα να το ερμηνεύσει ανάλογα με την οπτική γωνία που κάθεται. Ή όπως τον βολεύει. Και με αυτή την τοποθέτηση, προς διαπίστωση το λεγωμένο μου, θα σας πω μια ιστορία η οποία είναι πραγματική. Και συνέβη πριν από καμιά 35-40 χρόνια στην Πατρίδα μου, στον Ομαλό. Ο Ομαλός είναι για τοποθεσία πάνω από το φαράκι της Σαμαριάς. Είχαν κάνει διακοπές μαζί από κοινού ένας παπάς, ένας ζωγράφος και ένας βοσκός. Και θέλουν και οι τρεις να περάσουν το φαράκι της Σαμαριάς. Φτάνοντας στον Ομαλό, ψηλά δηλαδή, και είχαν το φαράκι της Σαμαριάς από θεατρικά και το αναδεύαν. Και πίνοντας καφέ, λέει ο παπάς. Λέει η Μέγα, είσαι κύριε, λέει και θαύμαστα τα έργα σου, κοιτάξτε παιδιά τι έφτιαξε ο Θεός. Το φαράκι δηλαδή ψηλό, με συγκλίνουσες πορυφές των 600 μέτρων έτσι, καράδρες, ποτάμι κάτω. Λέει ο ζωγράφος, λέει, τι ωραίο τοπίο, μακάρι να είχα το πινέλο εδώ πέρα και τον καμβά και θα το ζωγράφιζα, λέει και ο βοσκός. Μη εγκασίστε, λέει, θέλουν χόρτα ταχύτο τοπιού αυτό και μακάρι να είχα τα οζάι πάει πέρα. Δηλαδή ο καθένας από τη θέση που βρίσκεται ερμηνεύει τα πράγματα όπως του αρέσει ή όπως εκείνος εν πάση περιπτώση καταλαβαίνει. Και θέλετε και ένα άλλο παράδειγμα να μην πάμε μακριά, η τέχνη είναι ένα μαγειρεμένο φαγητό. Ένα μαγειρεμένο φαγητό, άμα το δοκιμάσουμε 50 άτομα, ο καθένας θα πει ότι πολύ αλάτι έχει, λίγο αλάτι έχει, νερό βράς δεν το έκανας, όχι καλό είναι, άψτες είναι οι πατάτες, μαλλιωμένες είναι δεν τις βλέπει, δεν μπορεί ένα μυσάκι. Καθένας όπως το βλέπει το πράγμα. Θα μου επιτρέψετε ένα να φερθώ σε μερικά μου ποιήματα και θα αρχίσω με το άρωμα Ελλάδας. Σε τούτο τον τόπο που το πνεύμα λεύτερο λάδισε στον μουσόν της πηγές και λεύτερο πέταξε στον μυθικόν θεόν της ψηλές πορυφές, έμαθα να σμιλεύω τη σκέψη μου. Σε τούτο τον τόπο που του πελάγου το βροσάτο αγέρι, της γυμνής πλαγιάς του άνηδρο θυμάρια ναθαρεί και τη μεθυστική του μυρωδιά να σαλέβει, διάλεξε ο νους μου να γεννηθεί. Σε τούτο τον τόπο που το συντροφικό τραγούδι του Τριζωνιού αγαλιασμένα στα θέρη της νύχτες έχει, θέλησε η ψυχή μου να σαγηνεύσει τα πάθη της. Σε τούτο τον τόπο που η κρυμμένη σπίθα της ράτσας του άσβεστη φλόγα στο μετερίζι του χρέους γίνεται, θέλησα την καρδιά μου να ντριέψω. Σε τούτο τον τόπο που το φιλότιμό του την πέτρα αλέθει και ψωμίς του κονεμένο το στόμα την κάνει, σαν να τελέψει το φίλεμα, Ελλάδα ονομάθησαν κι εγώ πατρίδα τον όρισα. Ένα άλλο πείημα στο οποίο έχω βάλει λίγο την κρητική πινελιά πάνω, «Άσε το νου μου κοπελιά» είναι ένα πείημα έμετρο. «Άσε το νου μου κοπελιά, να έρχεται και να παίρνει, το νομαθιό σου θαλασσί χρώμα να μου το φέρνει, να το θωρώ να μη πονώ στη σκέψη σαν ταβάνου, μα και να ξέρω πού γερνά κάθε που τον εχάνω. Άσε το νου μου κοπελιά σαν πειρατής να μπαίνει, μέσα στα φιλοκάλια σου να διαγκουμή να βγαίνει, ναρπάζει να μ' αθαλπορείς, να πίνω σαν το φέρνει, να αγαλιώ τα σωθικά ο πόνος σαν τα δέρνει. Άσε το νου μου κοπελιά στις στρώσεις σου να γύρει και μη χαλάσεις να χαρίς της πεθυμιάς χατήρου, να πάρει της αγκάλης σου τάρμα και να φύγει, να το φορέσω ναθαρώ με σένα πως μεσμίγει. Άσε το νου μου κοπελιά να έρθει σαν να στροφέξει, δάκρυκα αυτό στα μάτια σου να γίνει και να τρέξει, να το ρωτήσω να μου πει όταν γυρίσει πίσω αν έπρεπε στη ζύση μου εσένα να αγαπήσω». Ένα άλλο πείημα, το οποίο είναι επίκαιρο, είναι η προτροπή. Όλοι ξέρουμε την ανεργία που μας στίζει τα νέα παιδιά που έχουν τίτλους στα χέρια τους προς όλους και κάθονται και σκέφτονται ολημερίς και ολημιχτής τι θα απογίνουν. Αυτός ο προβληματισμός με έκανε να γράψω το πείημα αυτό. Αφρουκάστηκα δηλαδή στις αγωνίες και των παιδιών και των μονέων αλλά και τις εικόνες που έχω εδώ. Προτροπή, εσύ νιέ με τη φλογά την πεθυμνιά συλλογάσαι πάλι ως θωρό το ξημέρωμα του αβέβαιου μέλλοντος και τα χαραμισμένα σου κόπια καθισμένος στο πεζούλι της απραξίας. Σε αυτό το άβολο μα σίγουρο ακοκούμπη της σκέψης που το σύστημα απλόχερα σου παραχώρησε. Μα σαν θες άφησε ξωπίσω για λίγο τη συλλογή και αναθάρεψε την ελπίδα σου. Το ξέρω πως σε πλάνεψε η έγκλη του μύθου, του μέσα του άφησες να φτερουγίσουν τα όνειρά σου. Το ξέρω πως σε γέλασαν και αυτοί που θαρεύτηκες να σε βγάλουν μέσα από τα συμβατικά τους καλούπια ένα χρήσιμο εργαλείο για να τρυφτείς στη δούλεψη και όχι να θαρρύσεις στη σκουριά. Μην περιμένεις όμως να νιαστεί κανείς για σένα. Πίστεψε μονάχα πως είσαι γεννημένος νικητής και να σκουμπώσου. Βάλε στην πλάτη σου τα ικάρια φτερά και απέδρασε από το συστημικό φράχτη που σε περιζώνει. Ζύγωσε το ρέμα της σορμητικής πνοής του ανέμου. Γύρεψε και βρες άλλους γαλαξίες. Πέταξε ψηλά, πολύ ψηλά. Δες από κοντά τη μαγευτική λάμψη των άστρων. Ταξίδεψε πέρα από τους ορίζοντες, των βουνών και των θαλασσών. Δες από κοντά τους ονειρεμένους παραδείσους και χτίσαι μέσα τους, σαν μπορέσεις, τη δική σου πολιτεία. Και το τελευταίο μου πήμα θα αναφερθώ σε ένα στοιχείο της φύσης που λέγεται «θάλασσα πλατιά». Το στοιχείο αυτό είναι ολύθωρο, είναι πάρα πολύ συναρπαστικό και σε συνεπέρει. Θάλασσα πλατιά, ξαγναντεύω την απεραντοσύνη σου θάλασσα. Είσαμε εκεί, ο αθρός της ταραχής σου συναπαντά τα θέμελα του ουρανού. Και αναρωτιέμαι πώς να χωρέσω μέσα μου το μαγευτικό σου γαλαζοπράσινο χρώμα, μα και τις τόσες σου αντιθέσεις, που όσο τα ξαγναντεύω, τόσο λίγα μου φαίνονται, μα και τόσο πολλά και τόσο μεθυστικά. Ώρες ώρες θέλω να σκύψω, τώρα τούτα μες στις χούφτες μου να τα βάλω και σε μια γουλιά νερό να τα πιώ. Κι ύστερα πάλι συλλογούμαι. Θάλασσα, θάλασσα πλατιά, πώς να χωρέσω μέσα μου τα αγιτευτικά σου καμώματα, που το νου μου συνεπαίνουν και ξέχω ράπτους μαραζωμένο τον βρίσκει το χάρο. Πώς να χωρέσω μέσα μου, πες μου πώς, το θεργεμένο σου κύμα, που δέρνει στο διάβα τους τα κάθε λογί σπλεούμενα, μα και τον ανάλαφρο κυματισμό σου, που μελωδικά ψιθυρίζει σαν να αποσέρνει τα πετράδια και τα κουχλίδια της ξαρθόχρωμης αμμουδιάς. Πώς να χωρέσω μέσα μου, πες μου πώς, το δροσά το αγέρι, που απλώνει μέσα μου μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, την εξαστική εμβοδία του ανασαλέματος σου, μα και τις φεγγαρίες και αδάβια που απλώνεται πάνω στα αναλουρισμένα σου νερά και εξορραΐζει την πληθωρική σου γαλήνεψη. Πώς να χωρέσω μέσα μου, πες μου πώς, τους λέμαργους γλάρους που λιγουρεύονται τα ψάρια τους σπαρταρούν στα ανασερμένα δείχτια της ψαροπούλας, μα και εκείνους που ερωτοτροπούν φτεροκοπώντας ο ένας αντίκρισης στον άλλο δίπλα στα στιβαλμένα σου φύκια. Θάλασσα, θάλασσα πλατιά, είσαι τόσο λίγη για να σε χορτάσω, τόσο απέραννη για να χωρέσεις μέσα μου, μα και τόσο θερπτική για να σε αφήσω πίσω μου. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ με την τιμή που μου κάνατε και παραβρεθήκατε στην εκδήλωση αυτή. Θα ήθελα αν κάποιος έχει κάποια απορία, θέλει να προβάλλει κάποια ερώτηση, να απαντήσουμε. Λείπει αυτός και πάλι σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Σας ευχαριστώ.
|
_version_ |
1782816189467066368
|
description |
: Υπόλοιπος του ΣΥΡΟΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙ Υπόλοιπος του ΣΥΡΟΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝ Υπόλοιπος του ΣΥΡΟΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝΙΚΟΝ Φίλες και φίλοι, το ρήμα «νογό» αιτιμολογικά προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα «νοώ» με ανάπτυξη του γάμου, όπως θα μας έλεγαν εδώ οι φιλόλογοι παρόντες και σημαίνει «καταλαβαίνω, νιώθω, αντιλαμβάνομαι». Στην μετάφραση της Οδύσσιας από τον Καζαντζάκη τον Κακριβή διαβάζουμε «ο Αλκήνοος, μονάχα τον πρόσεξε και τον νογήθη, δίπλα καθώς χαθόταν». Τον εντελήθηκε δηλαδή. Συνώνυμα του «νογό» είναι το σκαμπάζο, που λέμε όλοι μας, και κατεπέκταση του «είμαι ικανός, επιδέξιος, μπορώ». Και έχουμε πάμπολες παραινίες. «Δεν νογάει να μοιράσεις δυο γαϊδουριών άχερο» λέμε στο χωριό μου. Δηλαδή δεν είναι ικανός για τίποτα. Ή «να νογάς και να βλογάς», να ενδεγετείς δηλαδή και να βοηθάς με σύννεση. Από την άλλη τώρα η λέξη «πίημα» και «πίηση» προέρχεται από την αρχαιολληνική λέξη «ποιο» που σημαίνει «δημιουργό». Με την ετοιμολογία αυτή το πίημα αποκτά μια πραγματική υπόσταση και καθίσταται ένα δημιούργημα. Ο Βουίλιαμ Κάρλος Βουίλιαμς θεωρεί ότι το πίημα είναι μια μηχανή φτιαγμένη από λόγια. Δηλαδή το ποιητικό κατασκεύασμα παράγει κάποια ποιότητας και ποσότητας εντυπώσεις, αποτελέσματα και έργο στον αναγνώστη. Το έργο που παράγει μια μηχανή φτιαγμένη από λόγια, ένα πίημα δηλαδή, είναι η εντύπωση που δημιουργεί στα αισθητήρια της του αναγνώστη. Όταν εκείνος πλέον αναλύει το πίημα λειτουργεί όπως ο μηχανικός που αποσυνθέτει και ανασυνθέτει μια μηχανή για να κατανοήσει τη λειτουργία της. Παρουσιάζουμε λοιπόν σήμερα μια μηχανή φτιαγμένη από λόγια, τα οποία αναφέρονται στα όσα νόγησε, όπως τα νόγησε, στα όσα κατάλαβε, ένιωσε, αντιλήφθηκε ο ποιητής. Ο Μανώλης Μιχαλάκης είναι μια σεμή παρουσία στο χώρο της πίησης, με τρεις ποιητικές συλλογές όπως προαναφέθηκα και παρουσιάζει μέσα από αυτές τις δικές του πίνελιες σε όλα εκείνα που τον άγγιξαν, τον χαροποίησαν ή τον πόνεσαν, γράφοντάς τα νεέστιμα. Όταν οι φωνές σωπάσουν, τότε ο ποιητής αναλαμβάνει να μιλήσει για τις απουσίες, το μεγάλο μας το χρόνο και τη μοναξιά. Η μη εξεδιπλώνεται και αφήνεται στο χαρτί να εξεδιφθεί με λειτουργισμό και συγκινησιακή φόρτυση σε κάποιες στιγμές και να αποτυπώνει και να γεμίζει άδειες γραμμές και σκέψεις και θύμησες που η ψυχή του κουβάλλαν. Το «ΟΣ ΝΟΓΙΣΑ» ολοκληρώθηκε και συνέπεισε με τη γέννηση της πρώτης εγγονής του Μανώλη και η έλευση της στη ζωή της Εμμανουέλλας τον συμβλωνίζει και της αφιερώνει εκτός από του είναι του που είμαι βέβαιος και ολόκληρη την ποιητική του συλλογή, ενώ από την έλευση της και μετά αρχίζει να μετρά στιγμές παρουσίας και να της δίνει μαθήματα ζωής. Λέει ο Μανώλης «Στον ήλου τη βάρκα τη ρόντα ορίζεις, σαν τα κουπιά της στα χέρια κρατάς, το κύμα σαλεύεις, γοργά μαρμενίζεις και σαν ταξίδευτα μέρη με πας». Στον ταξίδευμα τούτου «ΚΑΒΩ ΜΥΡΙΞΙΣ» η φωνή της καρδιάς μου σου λέει «ΈΛΑ» στον έρημο νου μου τον κόσμο να δείξεις, γλυκιά και μικρή μου Ιμανουέλα. Στο έργο του ο ποιητής αναπολεί όπως πάντα το κάνει και το γενέθλιο τόπο του. Καλοκαίρια με θάλασσα, ήλιο, ουρανό για να γράψει τα δικά του τραγούδια μέσα από αναμνήσεις που περνούν απαλά και γαλήνια στην σφαίρα της νοσταλγίας με τα αγαπώ να περιπολούν μέσα στις πέτρες στον άνεμο, στο φως. Γιαβάζω χαρακτηριστικά. Βλέπω και χαιρετώ τον ήλιο της Κρήτης που καλημέρισε το πρώτο μου κλάμα. Τα χώματα που πάτησαν τα γυμνά παιδικά μου πόδια, τους καημούς που πηδούν από βράχο σε βράχο, τις χαρές που πετούν απανθό σαν φθό, τα πλακόστορτα σοκάκια, τα σβεστομένα πεζούλια και τα ψιδωτά ξοθήρια του χωριού μου, τη μοναχική βελανιδιά του γυμνού βουνού, μα και τους έγαγκρους που γλύφουν τις αλμυρισμένες πέτρες της άνιβρης πλαγιάς του. Λυρισμός σε νατουραλιστικούς πίνακες γραφής, εικόνες καλοκαιρινών διακοπών γεμάτος ήλιο, με αγιάσματα ψυχής που βρίσκουν στίχους να ακουμπήσουν τα συναισθήματα. Βέροντας αχνοπερπατή βουβό στα περάδυματα του χρόνου, σκεπασμένος από την ομύθιη που πέφτει σε λάθη τότε που έστρωνε τη φυγή της κατωπινής αθουσίας. Πίηση ερωτική, στοχαστική, φιλοσοφική και ενίωτε πολιτική, που αναζητά τον πυρήνα μιας αισθητικής φόρμας για ανεκδηλωθή. Ο ποιητής δεν ενδιαφέρεται για το σχήμα που θα έχουν τα ποιήματα. Η ερωτική σχέψη είναι που γεννά τον ακριβό λόγο του, δημιουργώντας έννοιες με την υπεροψία της γνώσης, που το βλέπετε απλά και κατανοητά. Γιατί ο Μανώλης έχει την επίγνωση της αλήθειας του, την οποία και μας καταθέτει. Επανέρχεται με την αμύληκτη δύναμη της επαγγωγικής μεθόδου για να υπηρετήσει το φως, όπως έλεγαν οι αρχαίοι, από τα επιτερικά ορώσιμα της ποιήσεις, διαστέλοντας τις μετόπες των λέξεων. Διακρίνοντας τα ποιήματα που περιλαμβάνει και η παρούσα συλλογή, η σύνδυα διαλλακτική που συμπυκνώνει νοήματα σε λίγες μόνο λέξεις. Η επιγραμματική ακολουθία καθόλου δεν αποδυναμώνει το νόημα της ποιήσης. Είναι φανερό πως με τον τρόπο αυτό θέλει να εφαρμόσει μια άλλη φόρμα στην κλίμακα της ποιήσης, διατηρώντας αρμονική αναλογία στη διαχείριση των λέξεων κυρίως. Λέει ο Μανώλης πως μπόρεσα πίσω μου να τα αφήσω και μια ζησικομένη σταδιό να πορεύω ή κάπου αλλού σαν το χρέο σου δεν σαναζητά, λιτρωμένος μη σέβης. Με τα μάτια της ψυχής το ανασκαλεύει, ψάχνει, να συναρμολογήσει, να δέσει με μια της στιγμές σε κρίκους μιας αλυσίδας. Το χθες είναι σήμερα, γιατί κανένα χθες δεν χάνεται, εφόσον το κρατάμε καλά στη μνήμη μας. Είναι η συντροφιά σε ώρες μοναξιάς, σε μοναχικές διαδρομές, δίπλα στη θάλασσα που συντροφεύει τις σκέψεις. Τριφεράδα και νοσταλγία που λιορκούν τα δάκτυλα και το νου για να καταγραφούν όλα, μη δείχνει και ξεκαστούν και πεθάνουν στις ρυπές του χρόνου. Τα πολιτικά πείμματα του Μανώλη Μιχαλάκη, τα πολιτικά βάλε το σε ισαγωγικά, έχουν να κάνουν την αυτογνωσία του, που δεν μένει αδιάφοροι στο πολιτικό γύγνεσθε των γεγονότων που σημαδεύουν τη δική του ζωή, αλλά και τη ζωή όλων μας. Επιτραματικά σας αναφέρω στις κρίσεις των καιρό, οι σύγχρονοι δουλοπάρκοι, οι απόκληροι πείμματα που είμαι σίγουρος ότι θα διαβάσετε. Στους απόκληρους αναφέρει «Αγάπησα και κλείσα μέσα μου τους ρακέντες τους» και απόκληρους μιας ολόκληρης κοινωνίας. Παίνεψα το σπλαχνικό και καλοσυνά το άγνωστο χέρι που αναθαρεύει ταπεινασμένα ετούτα χνώτα και της καρδιάς τους τα μαραμένα φύλλα να δροσίζει. Φθόνισα το ανάλγητο βλέμμα της εξουσίας, μα και τον εαυτό μου που συντηρεί με τη στάση του το ένοχο σύστημα που τη θρέφει. Τα δρώμενα και είναι τη σκέψη και η σχέση περίπου όλους στα χαράσματα επιλογών που μέρες ιστορικές τη συμμάδεψαν. Θα διαβάσουμε το άρωμα Ελλάδας, τους ρυθμούς της πόλης, τις κραυγές ενοχής. Αναφέρει ο Μανώλης «Σε τούτο τον τόπο που το πνεύμα λεύτερο λάγησε στον μουσόν της πηγές και λεύτερο πέταξε στον μυθικό στιγμό της ψηλές χορφές, έμαθα να σμιλεύω τη σκέψη μου». «Ε τούτο τον τόπο που το φιλότιμό του την πέτρα αλέθει και ψωμίς του κονεμένουν το στόμα την κάνει, σαν του τελέψει το φύλλαιμα, Ελλάδα ονομάτισαν κι εγώ πατρίδα την όρεσα». «Το ύφος των ποιημάτων είναι παραστατικό, ευχάριστο, λιρικό, ιδιλιακό, αισθησιακό. Ο στίχος τα περισσότερα είναι ελεύθερος, δεν υπάρχει δηλαδή κάποιο συγκεκριμένο μέτρο, ούτω μειοκαταληξία, παρά μόνο ο εσωτερικός τους ρυθμός». «Η πλούσια οικονοποιία των ποιημάτων που απαιτεί κινητοποίηση όλων των αισθήσεών μας για να τις προσλάβουμε και να τις χαρούν. Και κινητοποιούνται η όραση, λέει, βλέπω και χαιρετώ τον ίδιο της Κρήτης που καλλιμέρισε το πρώτο μου κλάμα, ή ασβεστομένα σπίθια με μπλάβα παράθυρια κι εξόθυρα, μαγευτικά άσπρα ξοκλήσια με γαλνούς τρούλους και κάστα σπροσταγρούς». Τα βλέπουμε, μας τα περιγράφει. «Οι ακούει τον ανάγλυφο κυματισμό σου που μελωδικά ψιφυρίζει σαν αποσέρνη τα πετράδια και τα κοκλίδια της ξανθόχρωμης αμμουδιάς, ή ακούω τα λαλήματα της λύρας και του λαού του». Τα ακούει. «Οι όσφρυση του πελάμπου το δοσά το αγέρι, της γυμνής πλαγιάς το άνιδρο θυμάρι αναθαρεί και τη μεθυστική του μυρωδιά ανασαλεύει, ή κάπου αλλού μυρίζω το δυόσμο, τα ρυσμαρί, το θυμάρι, το γιασεμί, τη φασχομυλιά». Η γεύση, φυσικά, δεν λείπει. «Γέχομαι το κρασί και τη ρακί και με μιας το κέφι με φέρνει, αλλά και η αφή. Νιώθω το χάρι του πελαγίσιου αγέρα να κιλά, σαν ήαμα μέσα στη φλέμμα». Φίλες και φίλοι, σε μια εποχή δίαιη και σχεδόν έξω των προβλέψεων και της φαντασίας, ο Μανώλης απελευθερωμένος και από περιορισμούς και με δίψα για ανατάσεις, το λυρός και ο πρωτοπόρος προσπαθεί με τους στίχους του να καταλύσει τους υλικούς νόμους και τα δαιμόνια μιας όλο ένα και πιο ακροβαθούσας εποχής. Η ποιήση του, σαν κορυφαία έκφραση του κλάβου λόγος, θεωρείται η καλύτερη καθρέφτηση του υπαρκτού, αφού μπαίνει στις ψυχές μας, στις ψυχές των ανθρώπων. Ο ανεξομολόγητος και βουβός έρωτας, το καλά κρυβόμενο ερωτικό πάθος, βρίσκουν διόδος διαφυγής, παράγελα με μια φιλοσοφούμενη, θα έλεγα, όραση, τους τόσους λίγους προβληματισμούς μας, που τους πολεμάμε τη γραφίδα του Γενναία. Εσύ που μου κλέψες το νου και της καρδιάς τη σφήξη, έλα στο ύπνο τα βαθιά το όνειρο να μας μίξει. Ή έφυγες και χάθηκες της νιώτης μου πρώτη αγάπη, πίσω απ' τα διάσελα του νου, σαν γερμένη ηλιαχτίδα, ονειρογένη του δηληνού. Η αληθινή αγάπη, απροσπέλαστη σε ένα τρίτο παρακαιριτή, φαντάζει πάντα στα αμέτωχα μάτια του τερατόδες, εξωπραγματικοί. Με τα ποιήματα του μας αποδεικνύει ο του οδρόμος προς την αγάπη, αν αυτή είναι αληθινή, ισοδυναλή με το άγριο μαρτύλο του σώματος, που πυρπολείται ή βυθίζεται στον πάγο. Είμαι γεννημένος για να με πληγώνει ό,τι αγαπώ, πατρίδα, γυναίκες, φίλοι, εαυτός, λέει ο Μανώλης. Και καταφέρνει με την έμπνευσή του να πληρωδοτεί συναισθήματα που δονούν το είναι του. Ο κάθε αναγνώστης του το αναγνωρίζει αυτό και μας καθιστά κοινωνούς με τις ανησυχίες του με έναν τρόπο καθαρά και ιδιαίτερα μοναδικό. Λέει ο Μανώλης, «Γιουρούσι όσοι έκαμαν, κι όσοι μας διαγουμίσαν, τα λιγοστά τα γρόσια μας και τα υπάρχοντά μας, και φόρτασαν στα λυστρικά τα μαύρα τα σκαριά τους και φύγανε και στην αχλή του πελάγου χαθήκαν κι άφησαν ξωπίσω τους ασάλιωτα λαρύγια, μάτια δίχως τρεχούμενο δάκρυ για να αποστάξουν. Απελπισμένους που είχαν δουλειές και σπιτικά τους, να σχίβουν, να μαζεύουν το σάπιο ζαρζαβάτι κι η ελπίδα μοναχή στα στήθι φωλιασμένη, στου θρύνουν τα ανακράσματα προβαίνει αντριωμένη». Μέσα σε όλο αυτό το γίνεστε υπάρχει και η ελπίδα. Ο Μανώλης διαθέτει όπλα, γερά όπλα και μπαίνει γερά αρματομένο στην πίηση. Και κυριότερα το καθαρά προσωπικό του χρώμα και ύφος ξέρω να κοινείται ανάμεσα σε όλες τις λεωφόρους της πίησης. Από την γενεύτη και ρηματική πίηση, «άσε το νους σου κοπελιά να έχετε και να παίρνει τον αμαφιό σου θαλασσί χρώμα να μου το φέρνει», ο διπορείς στην υπερεαλιστική πίηση, «ο πισματάρις μου νους, λέει ο Μανώλης, άρχεται που δεν μπορεί να προσπελάσει το αναζητούμενο και όσο απροσπέλαστο μένει άλλο τόσο Θεό το ορίζει». Και μπορεί με την ίδια άνεση πάντα πιστός στην πέντα του να σε κατακτά και από αξιολογητής του έργου του να επιζητάς να γίνεις μαζί του και αξιολογούμενος. Φίλε Μανώλη, σου εύχομαι καλή επιτυχία και καλτάξενο και αυτό το βιβλίο σου. Ο δρόμος του να είναι μακρινός, να έχει μεγάλη συντροφικότητα όμως στην πόρευσή του και να συναντά παντού καρδιές ανθρώπων που ακόμα ξέρουν να προβληματίζονται, ξέρουν να αγαπούν και ξέρουν να ονειρεύονται. Ευχαριστώ. Αγαπητοί φίλοι και φίλες, σας καλωσορίζω σε αυτήν την γνώριμη και φιλόξενη αίθουσα. Ευχαριστούμε πολύ. Ευχαριστούμε πολύ. Ευχαριστούμε πολύ. Ευχαριστούμε πολύ. Ευχαριστούμε πολύ. Ευχαριστούμε πολύ. Ευχαριστούμε πολύ. Ευχαριστούμε πολύ. Ευχαριστούμε πολύ. Ευχαριστώ πολύ σε αυτή τη γνώριμη και φιλόξενη αίθουσα. Και πριν αρχίσω να αναφέρομαι για τοement αυτό θα ήθελα με ένα στίχο να περίγραψω τα συναισθήματα τα οποία με διακατέχουν βλέποντας τα βλέμματά σας. Κάθε σας βλέμμα γίνεται φτερό μέσα στα φτερά μου και πελαγίσουες άνεμος στα ανοιχτά πανιά μου. Με αυτό το στίχο θέλω να υποδηλώσω ότι μόνο με το κοίταγμα σας μιλάτε με τα δηλά μου βήματα. Τα καθορίζετε και προπάντως τα προτρέπετε να ανοίξουν το βηματισμό τους και το ρυθμό τους. Τέσσερα χρόνια είμαι μόνο ανεμιγμένος με την πίηση. Δεν διεκδικώ ούτε δάφνες ούτε να φτάσω τους μεγάλους ποιητές. Αυτό το οποίο διεκδικώ είναι να γίνω κατανοητός με τη μικρόνια που έχω στους φίλους. Άρχισα να γράφω το βιβλίο αυτό, το «ΟΣ ΝΟΓΙΣΑ», ορμόμενος από την ένθυση των μαγνητικών πεδίων που μας περιβάλλουν. Ένοιες, πως ο Θεός, καταστάσεις, κοινώς πράγματα, μαγνητικά πεδία που μας τριγυρίζουν γύρω τους σ' αυτούς τους μεγάλους πλανήτες. Θεός μεγάλους πλανήτες. Τρομερό το μαγνητικό του πεδίο. Και το μόνο που εμείς βλέπουμε είναι ο ελεκτικός λόρος που μας συνδέει εμάς με τον Θεό. Κρατιόμαστε με το λόρο. Ο ένας λόρος κρατιόμαστε. Περιστρεφόμαστε σαν ορυφόρι. Άραγε αυτό που βλέπουμε τι είναι, το που μας τραβάει τι είναι, πως θα το περιγράψουμε. Το αν εγώ κάτσω και περιγράψω αυτή την δύναμη την οποία με έρκει, με κοσμητικά επίθετα που οι άλλοι έχουν πει, δεν είμαι δημιουργός. Θα πω είναι φιλέσπραγος, το έχουν πει κι άλλοι. Πανάγαθος, ναι, είναι ότι το έχουν πει κι άλλοι. Καλός, ναι. Ελεήμων, ναι. Δημιουργός δεν σημαίνει δανειστής, δημιουργός σημαίνει εαυτός. Θα δημιουργήσεις κάτι έστω και ασήμαντο, αρκεί να φέρει τη σφραγίδα σου. Εγώ το θεό παραδείγμα του Σχάλη στο έργο μου μέσα, τον περιγράφω ως το απροσπέραστον αναζητούμενο, ως την καταχνιάκου ανέγγιχτου. Δεν αφισβητώ, δίνω άλλο ορισμό. Άλλος πλανήτης, η ίδια η ζωή, μεγάλο τελεκτικό της πεδίων. Τι είναι η ζωή, πώς την περιγράφουμε. Άλλος πλανήτης, ο θάνατος. Τι είναι ο θάνατος. Η πατρίδα, ο πόλεμος, η ειρήνη, η αγάπη, ο έρωτας. Όλα αυτά είναι μαγνητικά πεδία τα οποία μας τραβάνε, μας έλπουν. Θα μου επιτρέψετε να σας διαβάσω μερικά από τα ποιήματα και όποιος έχει απορίες μπορεί να μου πει το τέλος. Και πριν αρχίσω να πω και κάτι ότι η ποιήση, η λογοτεχνία γενικά, είναι τέχνη. Πως είναι ζωγραφική, πως είναι υγλιπτική. Ένα έργο μπορεί κάθε ένα να το ερμηνεύσει ανάλογα με την οπτική γωνία που κάθεται. Ή όπως τον βολεύει. Και με αυτή την τοποθέτηση, προς διαπίστωση το λεγωμένο μου, θα σας πω μια ιστορία η οποία είναι πραγματική. Και συνέβη πριν από καμιά 35-40 χρόνια στην Πατρίδα μου, στον Ομαλό. Ο Ομαλός είναι για τοποθεσία πάνω από το φαράκι της Σαμαριάς. Είχαν κάνει διακοπές μαζί από κοινού ένας παπάς, ένας ζωγράφος και ένας βοσκός. Και θέλουν και οι τρεις να περάσουν το φαράκι της Σαμαριάς. Φτάνοντας στον Ομαλό, ψηλά δηλαδή, και είχαν το φαράκι της Σαμαριάς από θεατρικά και το αναδεύαν. Και πίνοντας καφέ, λέει ο παπάς. Λέει η Μέγα, είσαι κύριε, λέει και θαύμαστα τα έργα σου, κοιτάξτε παιδιά τι έφτιαξε ο Θεός. Το φαράκι δηλαδή ψηλό, με συγκλίνουσες πορυφές των 600 μέτρων έτσι, καράδρες, ποτάμι κάτω. Λέει ο ζωγράφος, λέει, τι ωραίο τοπίο, μακάρι να είχα το πινέλο εδώ πέρα και τον καμβά και θα το ζωγράφιζα, λέει και ο βοσκός. Μη εγκασίστε, λέει, θέλουν χόρτα ταχύτο τοπιού αυτό και μακάρι να είχα τα οζάι πάει πέρα. Δηλαδή ο καθένας από τη θέση που βρίσκεται ερμηνεύει τα πράγματα όπως του αρέσει ή όπως εκείνος εν πάση περιπτώση καταλαβαίνει. Και θέλετε και ένα άλλο παράδειγμα να μην πάμε μακριά, η τέχνη είναι ένα μαγειρεμένο φαγητό. Ένα μαγειρεμένο φαγητό, άμα το δοκιμάσουμε 50 άτομα, ο καθένας θα πει ότι πολύ αλάτι έχει, λίγο αλάτι έχει, νερό βράς δεν το έκανας, όχι καλό είναι, άψτες είναι οι πατάτες, μαλλιωμένες είναι δεν τις βλέπει, δεν μπορεί ένα μυσάκι. Καθένας όπως το βλέπει το πράγμα. Θα μου επιτρέψετε ένα να φερθώ σε μερικά μου ποιήματα και θα αρχίσω με το άρωμα Ελλάδας. Σε τούτο τον τόπο που το πνεύμα λεύτερο λάδισε στον μουσόν της πηγές και λεύτερο πέταξε στον μυθικόν θεόν της ψηλές πορυφές, έμαθα να σμιλεύω τη σκέψη μου. Σε τούτο τον τόπο που του πελάγου το βροσάτο αγέρι, της γυμνής πλαγιάς του άνηδρο θυμάρια ναθαρεί και τη μεθυστική του μυρωδιά να σαλέβει, διάλεξε ο νους μου να γεννηθεί. Σε τούτο τον τόπο που το συντροφικό τραγούδι του Τριζωνιού αγαλιασμένα στα θέρη της νύχτες έχει, θέλησε η ψυχή μου να σαγηνεύσει τα πάθη της. Σε τούτο τον τόπο που η κρυμμένη σπίθα της ράτσας του άσβεστη φλόγα στο μετερίζι του χρέους γίνεται, θέλησα την καρδιά μου να ντριέψω. Σε τούτο τον τόπο που το φιλότιμό του την πέτρα αλέθει και ψωμίς του κονεμένο το στόμα την κάνει, σαν να τελέψει το φίλεμα, Ελλάδα ονομάθησαν κι εγώ πατρίδα τον όρισα. Ένα άλλο πείημα στο οποίο έχω βάλει λίγο την κρητική πινελιά πάνω, «Άσε το νου μου κοπελιά» είναι ένα πείημα έμετρο. «Άσε το νου μου κοπελιά, να έρχεται και να παίρνει, το νομαθιό σου θαλασσί χρώμα να μου το φέρνει, να το θωρώ να μη πονώ στη σκέψη σαν ταβάνου, μα και να ξέρω πού γερνά κάθε που τον εχάνω. Άσε το νου μου κοπελιά σαν πειρατής να μπαίνει, μέσα στα φιλοκάλια σου να διαγκουμή να βγαίνει, ναρπάζει να μ' αθαλπορείς, να πίνω σαν το φέρνει, να αγαλιώ τα σωθικά ο πόνος σαν τα δέρνει. Άσε το νου μου κοπελιά στις στρώσεις σου να γύρει και μη χαλάσεις να χαρίς της πεθυμιάς χατήρου, να πάρει της αγκάλης σου τάρμα και να φύγει, να το φορέσω ναθαρώ με σένα πως μεσμίγει. Άσε το νου μου κοπελιά να έρθει σαν να στροφέξει, δάκρυκα αυτό στα μάτια σου να γίνει και να τρέξει, να το ρωτήσω να μου πει όταν γυρίσει πίσω αν έπρεπε στη ζύση μου εσένα να αγαπήσω». Ένα άλλο πείημα, το οποίο είναι επίκαιρο, είναι η προτροπή. Όλοι ξέρουμε την ανεργία που μας στίζει τα νέα παιδιά που έχουν τίτλους στα χέρια τους προς όλους και κάθονται και σκέφτονται ολημερίς και ολημιχτής τι θα απογίνουν. Αυτός ο προβληματισμός με έκανε να γράψω το πείημα αυτό. Αφρουκάστηκα δηλαδή στις αγωνίες και των παιδιών και των μονέων αλλά και τις εικόνες που έχω εδώ. Προτροπή, εσύ νιέ με τη φλογά την πεθυμνιά συλλογάσαι πάλι ως θωρό το ξημέρωμα του αβέβαιου μέλλοντος και τα χαραμισμένα σου κόπια καθισμένος στο πεζούλι της απραξίας. Σε αυτό το άβολο μα σίγουρο ακοκούμπη της σκέψης που το σύστημα απλόχερα σου παραχώρησε. Μα σαν θες άφησε ξωπίσω για λίγο τη συλλογή και αναθάρεψε την ελπίδα σου. Το ξέρω πως σε πλάνεψε η έγκλη του μύθου, του μέσα του άφησες να φτερουγίσουν τα όνειρά σου. Το ξέρω πως σε γέλασαν και αυτοί που θαρεύτηκες να σε βγάλουν μέσα από τα συμβατικά τους καλούπια ένα χρήσιμο εργαλείο για να τρυφτείς στη δούλεψη και όχι να θαρρύσεις στη σκουριά. Μην περιμένεις όμως να νιαστεί κανείς για σένα. Πίστεψε μονάχα πως είσαι γεννημένος νικητής και να σκουμπώσου. Βάλε στην πλάτη σου τα ικάρια φτερά και απέδρασε από το συστημικό φράχτη που σε περιζώνει. Ζύγωσε το ρέμα της σορμητικής πνοής του ανέμου. Γύρεψε και βρες άλλους γαλαξίες. Πέταξε ψηλά, πολύ ψηλά. Δες από κοντά τη μαγευτική λάμψη των άστρων. Ταξίδεψε πέρα από τους ορίζοντες, των βουνών και των θαλασσών. Δες από κοντά τους ονειρεμένους παραδείσους και χτίσαι μέσα τους, σαν μπορέσεις, τη δική σου πολιτεία. Και το τελευταίο μου πήμα θα αναφερθώ σε ένα στοιχείο της φύσης που λέγεται «θάλασσα πλατιά». Το στοιχείο αυτό είναι ολύθωρο, είναι πάρα πολύ συναρπαστικό και σε συνεπέρει. Θάλασσα πλατιά, ξαγναντεύω την απεραντοσύνη σου θάλασσα. Είσαμε εκεί, ο αθρός της ταραχής σου συναπαντά τα θέμελα του ουρανού. Και αναρωτιέμαι πώς να χωρέσω μέσα μου το μαγευτικό σου γαλαζοπράσινο χρώμα, μα και τις τόσες σου αντιθέσεις, που όσο τα ξαγναντεύω, τόσο λίγα μου φαίνονται, μα και τόσο πολλά και τόσο μεθυστικά. Ώρες ώρες θέλω να σκύψω, τώρα τούτα μες στις χούφτες μου να τα βάλω και σε μια γουλιά νερό να τα πιώ. Κι ύστερα πάλι συλλογούμαι. Θάλασσα, θάλασσα πλατιά, πώς να χωρέσω μέσα μου τα αγιτευτικά σου καμώματα, που το νου μου συνεπαίνουν και ξέχω ράπτους μαραζωμένο τον βρίσκει το χάρο. Πώς να χωρέσω μέσα μου, πες μου πώς, το θεργεμένο σου κύμα, που δέρνει στο διάβα τους τα κάθε λογί σπλεούμενα, μα και τον ανάλαφρο κυματισμό σου, που μελωδικά ψιθυρίζει σαν να αποσέρνει τα πετράδια και τα κουχλίδια της ξαρθόχρωμης αμμουδιάς. Πώς να χωρέσω μέσα μου, πες μου πώς, το δροσά το αγέρι, που απλώνει μέσα μου μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, την εξαστική εμβοδία του ανασαλέματος σου, μα και τις φεγγαρίες και αδάβια που απλώνεται πάνω στα αναλουρισμένα σου νερά και εξορραΐζει την πληθωρική σου γαλήνεψη. Πώς να χωρέσω μέσα μου, πες μου πώς, τους λέμαργους γλάρους που λιγουρεύονται τα ψάρια τους σπαρταρούν στα ανασερμένα δείχτια της ψαροπούλας, μα και εκείνους που ερωτοτροπούν φτεροκοπώντας ο ένας αντίκρισης στον άλλο δίπλα στα στιβαλμένα σου φύκια. Θάλασσα, θάλασσα πλατιά, είσαι τόσο λίγη για να σε χορτάσω, τόσο απέραννη για να χωρέσεις μέσα μου, μα και τόσο θερπτική για να σε αφήσω πίσω μου. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ με την τιμή που μου κάνατε και παραβρεθήκατε στην εκδήλωση αυτή. Θα ήθελα αν κάποιος έχει κάποια απορία, θέλει να προβάλλει κάποια ερώτηση, να απαντήσουμε. Λείπει αυτός και πάλι σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Σας ευχαριστώ.
|