Διάλεξη 8 / Διάλεξη 8 / Εκκλησιαστικό Δίκαιο

Εκκλησιαστικό Δίκαιο: Ραπτές φίλες και φίλοι. Στην 8η διάλεξη του Μετατιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου του 2ο έτους βλέπουμε τις απόψεις του καθηγητή Γέρχα Ρόπερς για την έννοια της σκεφτικής κοινότητας και το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού των θεσκευτικών κοινοτήτων. Είχαμε πει ότι στην προηγούμενη 7...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος δημιουργός: Κυριαζόπουλος Κυριάκος (Επίκουρος Καθηγητής)
Γλώσσα:el
Φορέας:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Είδος:Ανοικτά μαθήματα
Συλλογή:Νομικής / Εκκλησιαστικό Δίκαιο ΙΙΙ (Μεταπτυχιακό)
Ημερομηνία έκδοσης: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2015
Θέματα:
Άδεια Χρήσης:Αναφορά-Παρόμοια Διανομή
Διαθέσιμο Online:https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=5713d473
id 2a82a17e-ba09-49ab-8c6b-7000d6bb14e8
title Διάλεξη 8 / Διάλεξη 8 / Εκκλησιαστικό Δίκαιο
spellingShingle Διάλεξη 8 / Διάλεξη 8 / Εκκλησιαστικό Δίκαιο
Νομική Επιστήμη - Δίκαιο
Εκκλησιαστικό Δίκαιο
Κυριαζόπουλος Κυριάκος
publisher ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
url https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=5713d473
publishDate 2015
language el
thumbnail http://oava-admin-api.datascouting.com/static/7a3a/b294/8bc2/dd4b/8df9/f82d/5aab/0678/7a3ab2948bc2dd4b8df9f82d5aab0678.jpg
topic Νομική Επιστήμη - Δίκαιο
Εκκλησιαστικό Δίκαιο
topic_facet Νομική Επιστήμη - Δίκαιο
Εκκλησιαστικό Δίκαιο
author Κυριαζόπουλος Κυριάκος
author_facet Κυριαζόπουλος Κυριάκος
hierarchy_parent_title Εκκλησιαστικό Δίκαιο ΙΙΙ (Μεταπτυχιακό)
hierarchy_top_title Νομικής
rights_txt License Type:(CC) v.4.0
rightsExpression_str Αναφορά-Παρόμοια Διανομή
organizationType_txt Πανεπιστήμια
hasOrganisationLogo_txt http://delos.it.auth.gr/opendelos/resources/logos/auth.png
author_role Επίκουρος Καθηγητής
author2_role Επίκουρος Καθηγητής
relatedlink_txt https://delos.it.auth.gr/
durationNormalPlayTime_txt 00:29:54
genre Ανοικτά μαθήματα
genre_facet Ανοικτά μαθήματα
institution Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
asr_txt Ραπτές φίλες και φίλοι. Στην 8η διάλεξη του Μετατιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου του 2ο έτους βλέπουμε τις απόψεις του καθηγητή Γέρχα Ρόπερς για την έννοια της σκεφτικής κοινότητας και το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού των θεσκευτικών κοινοτήτων. Είχαμε πει ότι στην προηγούμενη 7η διάλεξη ότι ο καθηγητής Ρόπερς καταληρώτερη θεώρησε μια άλλη στερεότυπη διατύπωση την οποία διαμόρφωσε το Ομοσπονδιακό Σταγματικό Δικαστήριο και σύμφωνα με την οποία το δικαίωμα στον αυτοκαθορισμό δεν μπορεί να υπηρεσχύει έναν τηγενικού νόο μου ο οποίος εκφράζει διάταξη ιδιαίτερης σημασίας για το δημόσιο συμφέρον. Και συνεχίζει. Είναι σημαντικό για την κατανόηση αυτού του θέματος να σημειωθεί ότι το Ομοσπονδιακό Σταγματικό Δικαστήριο αποδείδει μεγάλη σημασία στην αυτοαντίληψη του θρησκεύματος. Η έννοια των ιδίων, των οικίων υποθέσεων του θρησκεύματος καθορίζεται ιδιαίτερα από το πώς το ίδιο το θρίσκεμα θεωρεί τις δικές του υποθέσεις, αν και η αρμοδιώτα λήψη τελικής απόβασης βάσει του θεμελιώδους νόμου επιφυλάσσεται στα κρατικά δικαστήρια. Η κεντρική σημασία του δικαιώματος του αυτοκαθορισμού θρησκεύματος πρέπει περαιτέρω να βάνεται υπόψη όταν καθορίζονται τα όρια αυτού του δικαιώματος. Το δικαίωμα αυτοκαθορισμού θρησκεύματος δεν περιορίζεται σε στενά οριοθετημένο πεδίο ειδικών θρησκευτικών δραστηριοτήτων. Η ιδέα της ελευθερίας συσκευτικής πρακτικής επεκτείνεται στην προστασία του δικαιώματος του αυτοκαθορισμού σε άλλους τομείς που βασίζονται επίσης σε θρησκευτικούς σκοπούς, όπως η διοίκηση νοσοκομείων, νηπιαγωγείων, οίκων ευγυρίας, ιδιωτικών σχολείων και πανεπιστημίων. Με πολύ ουσιαστικούς τρόπους, οι μεγάλες εκκλησίες στη Γερμανία παρέχουν κοινωνικές υπηρεσίες, ιδιαίτερα με τη μορφή της κάριτας της Καθολικής Εκκλησίας και των διακονικών έργων της Ευαγγελικής Εκκλησίας. Χωρίς αυτές τις υπηρεσίες, οι εγγυήσεις του κοινωνικού κράτους στα άρθρα 20 παράγραφος 1 και 28 παράγραφος 1 του Θεμελιώδους Νόμου της Βόνης θα ήταν μόνον κενές κοινοτυπίες. Όλες αυτές οι δραστηριότητες αποτρούν δημήμα της έννοιας των θρησκευτικών κοινοτήτων και των θρησκευμάτων. Η υπηρεσία που παρέχεται από τα θρησκεύματα κατανοείται επίσης από το κρατικό δίκαιο ότι αποτελεί ενιαίο σύνολο το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού επομένως, δεν απονέμεται στο ίδιο το θρίσκευμα ως διακεκριμένο νομικό πρόσωπο, αλλά αντίθετα είναι κοινός σε όλους τους οργανισμούς που συνδέονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με το θρίσκευμα, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή που λαμβάνουν αυτοί οι δεσμοί, αυτό ισχύει εφόσον σύμφωνα με την αυτοαντίληψή τους, οι σκοπίοι τα καθεί κοντά τους εκπληρώνονται με τον κατάλληλο τρόπο και εθερούνται ότι είναι αληθινές εντολές του θρησκεύματος. Λαμβάνοντας επίσης υπόψη τη νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου, αυτή η προσέγγιση έχει οδηγήσει το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο στο να θεωρήσει ότι τα θρησκευτικά νοσοκομεία δεν υπόκειται στους κρατικούς νόμους για την πτώχευση ακόμη και όταν σύμφωνα με τα καταστατικά των νοσοκομείων συνδέονται μόνο χαλαρά με συγκεκριμένο οργανωμένο θρίσκευμα. Δεν θα ήταν συμβατό με την έννοια του δικαιώματος του αυτοκαθορισμού, ότι ένας δικαστικά διατεταγμένος ήδικος πτώχευσης θα έπρεπε να ενεργεί στο πλαίσιο της ιδιαίτερης δομής η οργάνωσης θρησκευτικού ιδρύματος. Ο χώρος τον οποίον προσφέρει το πλαίσιο του δικαιώματος του αυτοκαθορισμού στις σκεφτικές κοινότητες έχει χρησιμοποιηθεί από τις μεγάλες εκκλησίες στη Γερμανία για να επεξεργαστούν τα δικά τους λεπτομεροί και εκτεταμένα εσωτερικά νομικά συστήματα με τις δικές τους ιδιαιτερότητες και τις ιδιαίτερες εκκλησιαστικές εμφάσεις, τα οποία λειτουργούν παράλληλα με το κρατικό δίκιο. Στο πλαίσιο του δικαιώματος του αυτοκαθορισμού υπάρχει επίσης δικαιοδοτικό σύστημα των θρησκευμάτων. Στην έκταση που ισχύει το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού, η δικαστική δικαιοδοσία του θρησκεύματος είναι αποκλειστικά ίδια υπόθεση του θρησκεύματος και οι θρησκευτικές υποθέσεις που κρίνονται εσωτερικά δεν εξετάζονται από τα κρατικά δικαστήρια. Στις λεπτομέρειες, όμως, υπάρχουν ακόμα πολλά ζητήματα που αποτελούν θέματα συζήτησης. Οι νέες εξελίξεις αποκαλύπτουν ότι τα κρατικά δικαστήρια παρουσιάζουν μεγαλύτερη αιτημότητα να πανεβαίνουν σε θρησκευτικές υποθέσεις, αλλά παρέχουν ευρύ χώρο στο δικαίωμα του αυτοκαθορισμού κατά την κρίση κάθε επιμέρους υπόθεσης. Ως προς το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού των θρησκευτικών κοινοτήτων, ο καθηγητής Ρόμπερς εξηγεί ότι κάθε εκκλησία ή θρησκευτική κοινότητα ρυθμίζει και διοικεί, ανεξάρτητα της δικές της, δηλαδή της εσωτερικές της υποθέσεις, μέσα στα όρια του γενικού δικαίου. Ο όρος που χρησιμοποιείται από την Γερμανική Νομική Επιστήμη για το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού αναφέρεται στο δικαίωμα της αυτονομίας. Δικαίωμα της αυτονομίας ή δικαίωμα του αυτοκαθορισμού είναι το ίδιο ακριβώς δικαίωμα. Αυτό το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού δεν καλύπτει μόνο τις καθαρά θρησκευτικές δραστηριότητες, αλλά καλύπτει και τις θρησκευτικά αιτιολογούμενες δραστηριότητες και τις κοσμικές δραστηριότητες των θρησκευμάτων. Ως γνωστόν, κατά διεθνή standards, οι δραστηριότητες των θρησκευμάτων διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες, στις καθαρά θρησκευτικές δραστηριότητες, στις θρησκευτικά αιτιολογούμενες δραστηριότητες και στις κοσμικές δραστηριότητες τους. Βέβαια το ζήτημα ποιες είναι οι καθαρά θρησκευτικές δραστηριότητες, αποτελεί ένα ζήτημα αυτοαντίληψης των ίδιων των θρησκευμάτων. Δεν επιβάλλεται ή δεν προσδιορίζεται εξωτερικά από το κράτος, αν και βάσει του θεμελιώδους νόμους Γερμανίας, την τελική απόφαση επί του θέματος στην παίρνουν τα κρατικά δικαστήρια. Οι θρησκευτικά αιτιολογούμενες δραστηριότητες κατά τα διεθνή standards αναφέρονται είτε σε εκπαιδευτικές δραστηριότητες, γενικής παιδείας, προσχολικής, πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας, τριτοβάθμιας, δηλαδή πανεπιστημιακής. Αναφέρονται οι θρησκευτικά αιτιολογούμενες επίσης σε δραστηριότητες ενημέρωσης, δηλαδή μέσων μαζικής ενημέρωσης. Αναφέρονται επίσης σε δραστηριότητες φιλανθρωπίας με την έννοια της οργανωμένης άσκησης φιλανθρωπίας μέσω φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, νοσοκομεία, γυροκομεία, ολφωνοτροφία κλπ. Η δραστηριότητα ενημέρωσης των θρησκευμάτων μπορεί να αναφέρεται είτε σε χωρίγηση προς αυτά χρόνου εκπομπών, ιδίως από τα δημόσια μέσα μαζικής ενημέρωσης, είτε στην ιδιοκτησία από θρησκευτικούς οργανισμούς μέσων μαζικής ενημέρωσης. Και οι κοσμικές δραστηριότητες αφορούν την άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων εκ μέρους των θρησκευμάτων. Στη συνέχεια ο καθηγητής Ρόμπερς εξηγεί ποια είναι τα όρια του δικαιώματος του αυτοκαθορισμού ή του δικαιώματος στην αυτονομία των εκκλησιών ιδρυσκευτικών κοινοτήτων. Τα όρια τα προσδιορίζει το Μοσχοδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο με την ομολογία του, σύμφωνα με την οποίαν το δικαίωμα στον αυτοκαθορισμό, δηλαδή στην αυτονομία, δεν μπορεί να υπερισχύει έναντι γενικού νόμου, ο οποίος εκφράζει διάταξη ιδιαίτερης σημασίας για το δημόσιο συμφέρον. Μεταξύ των ιδίων υποθέσεων των θρησκευμάτων συμπεριλαμβάνεται όχι μόνο η ρύθμιση των υποθέσεών τους, αλλά και η αυτοδιοίκηση με ευρύ έννοια, δηλαδή άσκηση νομοθετικής εκτελεστικής και δικαστικής εξουζίας σε σχέση με τις ίδιες υποθέσεις τους. Έτσι, η άσκηση θρησκευτικής δικαστικής δικαιοδοσίας είναι αποκλειστικά εσωτερική υπόθεση του θρησκεύματος και γι' αυτό οι αποφάσεις των θρησκευτικών δικαστηρίων δεν εξετάζονται από τα κρατικά δικαστήρια. Πάντως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι θα έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος να εξετάζονται οι αποφάσεις των θρησκευτικών δικαστηρίων από τα κρατικά δικαστήρια στην έκταση που παραβιάζουν ανθρώπινα δικαιώματα. Αφού ολοκληρώσαμε τις σχέσεις κράτους θρησκευμάτων ως προς το νομικό καθεστώς των θρησκευτικών κοινοτήτων στη Γερμανία, περνάμε τώρα στις σχέσεις κράτους θρησκευμάτων στη Δανία, πάλι σε σχέση με τη γενική θεματική την οποία έχουμε σε αυτή τη σειρά των διαλέξεων του μεταπτυχιακού του εκκλησιαστικού δικαίου του Δευτέρου Έτους, δηλαδή για το νομικό καθεστώς των θρησκευτικών κοινοτήτων. Ο καθηγητής Ιγγερ Δουμπεκ, ως προς τις νομικές πηγές του συστήματος σχέσεων κράτους θρησκευμάτων στην Δανία, μας αναφέρει «το δίκαιο των θρησκευμάτων περιλαμβάνει όλες τις ισχύουσες νομικές πηγές για όλες τις χριστιανικές εκκλησίες και για όλες τις θρησκευτικές ομάδες ή κοινότητες στη Δανία». Αλλά οι νομικές πηγές για τη λαϊκή εκκλησία είναι το Σύνταγμα και γενική νόμι, ειδικοί νόμοι, κυβερνητικές εγκύκλοι και δικαστικές αποφάσεις, ειδικά το Νότου Δικαστηρίου και του Νέου Ειδικού Δικαστηρίου για δογματικές υποθέσεις. Οι ειδικοί νόμοι αφορούν ζητήματα που συνδέονται με τα οικονομικά της εκκλησίας, τα εκκλησιαστικά κτίρια και τα νεκροταφεία. Άλλοι νόμοι αφορούν την ιδιότητα του μέλους της εκκλησίας, τους εργαζομένους της, τους επισκόπους, την εκπαίδευση, την λιξερχική κατάσταση, το βάπτισμα, το χρίσμα, την κηδεία και ένα μάλλον μεγάλο σύνολο κανόνων για τις ενορίες και τα ενοριακά συμβούλια. Συμβατική μορφή, η συμφωνία μεταξύ κράτους και λαϊκής εκκλησίας δεν έχει βρει εφαρμογή στο νομικό σύστημα της δανείας. Το άρθρο 4 του Δανικού Συντάγματος, που προβλέπει την υποχρέωση του κράτους να επιχωρηγεί την Ευαγγελικολουθυρανική Εκκλησία, αποτελεί είδος γενικής διάταξης που αφορά τη νομική θέση της λαϊκής εκκλησίας. Η Ευαγγελικολουθυρανική Εκκλησία είναι η λαϊκή εκκλησία και ως τέτοια πρέπει να υποστηρίζεται από το κράτος. Ο όρος λαϊκή εκκλησία ανατρέχει στο πρώτο σύνταγμα του 1849 και παρέμει αμετάβλητο στα μεταγενέστερα συντάγματα του 1866, του 1915, του 1920 και του 1953. Προϋποθέτει ότι το μεγαλύτερο τμήμα του δανεικού λαού ανήκει σε αυτή την εκκλησία. Εάν τούτο μεταβληθεί, αυτή δεν θα πάψει να υπάρχει, αλλά το άρθρο 4 θα ήταν χωρίς νόημα. Η υποστήριξη του κράτους αφορά τις οικονομικές, νομικές και πολιτικές σχέσεις. Ο χωρισμός μεταξύ της λαϊκής εκκλησίας και του κράτους δεν είναι τυπικά δυνατός χωρίς αναθεώρηση του συντάγματος, η οποία είναι δύσκολη εξαιτίας των ειδικών διαδικαστικών προϋποθέσεων για τις συνταγματικές αναθεωρήσεις. Το καθήκον του κράτους να υποστηρίζει οικονομικά τη λαϊκή εκκλησία δεν σημαίνει ότι οι άλλες θρησκευτικές κοινότητες και θρησκεύματα δεν μπορούν να ενισχύονται. Στην πράξη, μερικές από αυτές λαμβάνουν διαφορετικές μορφές επικοριήσεων, παραδείγματος χάρη για τη χρήση ορισμένων κτιρίων χωρίς πληρωμή ή για την εκπαίδευση των παιδιών. Το άρθρο 4 δεν υποχρεώνει τους δήμους να υποστηρίζουν τη λαϊκή εκκλησία, αλλά είναι ελεύθεροι να το πράττουν, εάν τούτο είναι σύμφωνο με τη δημοτική νομοθεσία. Δυνάμη του άρθρο 66 η λαϊκή εκκλησία πρέπει να έχει το δικό της συνοδικό καταστατικό χάρτη, ο οποίος θα πρέπει να της παρέχει αυτοδιοίκηση στη λήψη αποφάσεων σε όλα τα εκκλησιαστικά θέματα και ελευθερία σε σχέση με τις πολικιακές αρχές, με την ίδρυση Κεντρικής Εκκλησιαστικής Συνόδου, η οποία θα μπορούσε να εκπροσωπεί την εκκλησία, αλλά αυτή η διάταξη δεν έχει ακόμα εφαρμοστεί. Διάφορες επιτροπές συστήθηκαν κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα για να επεξεργαστούν ένα σύστημα εκκλησιαστικής διακυβέρνησης, αλλά χωρίς θετικό αποτέλεσμα. Το θέμα έχει κάποιο ενδιαφέρον σήμερα εξαιτίας ορισμένων πολιτικών αποφάσεων που λήφθηκαν από τον Υπουργό Θρησκευτικών Υποθέσεων και οι οποίες υπέσηνα εκτεταμένοι κριτικοί τόσο εντός όσο και εκτός του κλήρου. Πολλοί υπέδειξαν το ισουδικό μοντέλο χωρισμού κράδους και εκκλησίας ως επιθυμητό. Στην πράξη το Άνθρωξ 66 έχει ερμηνευθεί ως να προβλέπει μόνον το καθεστώς της λαϊκής εκκλησίας, ως να προβλέπει ότι το καθεστώς της λαϊκής εκκλησίας θα ρυθμίζεται με νόμο. Πολλοί οι δικοί νόμοι έχουν εντωμεταξύ επιλύσει συζητήματα που αφορούν εκκλησιαστικές υποθέσεις. Το 1855 καταργήθηκε η υποχρέωση να κάνει χρήση κάποιος αποκλειστικά των υπηρεσιών του κληρικού της ενωρίας και το 1868 δόθηκε η ελευθερία και το δικαίωμα να προτιμά κάποιος να ανήκει σε διαφορετική ενωρία. Το 1903 ένας νόμος για τα ελεύθερα ενωριακά συμβούλια έδωσε το δικαίωμα σε όλα τα μέλη της λαϊκής εκκλησίας άνω των 18 ετών να εκλέγουν και να εκλέγονται ως μέλη των ενωριακών συμβουλίων. Οι ενωρίες περίπου 2.200 στον αριθμό είναι η θεμελιώδης δημοκρατική μονάδα της λαϊκής εκκλησίας. Έχετε εθεί σε ισχυνέ νομοθεσία που αφορά στη διεθνή και τη διεκκλησιαστική συνεργασία στις δεκαετίες 1980 και 1990. Αν και η αρχή της σκεφτικής ελευθερίας έγινε αποδεικτή στην πράξη πριν το 1849, η αρχή προβλέθηκε ρητά στο σύνταγμα του 1849 και σε όλα τα μεταγενέστερα συντάγματα. Τώρα, ως άρθρο 67, δυνάμι του οποίου οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να συνενώνονται σε κοινότητες για να ανατρεύουν τον Θεό με τον τρόπο που ανταποκρίνεται στην εμπιθυσία τους, εκτός αν οι κοινότες διδάσκουν ή δρούν αντίθετα προσκληθική ή τη δημόσια τάξη. Δυνάμι του άρθρου 68, κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να υποστρίζει τη λατρεία οποιοδήποτε θεού διαφορετικού από το δικό του με προσωπικές οικονομικές εισφορές. Μη μέλη της λαϊκής εκκλησίας δεν πρέπει να πληρώνουν εκκλησιαστικούς φόρους αλλά κανονικούς φόρους. Πάνω σχαρά οι φόροι ακίνητης πυρουσίας που πρέπει να πληρώνονται από όλους τους ιδιοκτήτης ακίνητης πυρουσίας πρέπει να πληρώνονται από τις άλλες δισκευτικές κοινότητες και τα μέλη τους. Το άρθρο 69 ορίζει ότι οι δισκευτικές κοινότητες ή θρησκεύματα, οι διαφορετικές από τη λαϊκή εκκλησία, θα διέπονται από ειδικό νόμο που αφορά τη νομική θέση των διισταμένων. Ουδέποτε τέτοιος νόμος έχει ψηφιστεί αλλά διάφοροι κανόνες στον ποινικό κώδικα και τη διηγητική νομοθεσία που αφορούν την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω θρησκείας παρέχουν ορισμένη εγγύηση στις εν λόγω κοινότητες. Το άρθρο 70 περιέχει κανόνα που απαγορεύει τις διακρίσεις. Κανένας δεν μπορεί να στηριθεί του δικαιωματός του στην πλήρη απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων λόγω της πεποίθησης και της καταγωγής του και κανένας δεν μπορεί να απέχει από την εκπλήρωση των καθηκόντων του προς την πολιτεία με βάση τέτοιους λόγους. Το άρθρο 70 παρέχει επίσης προστασία στα πρόσωπα που ζουν στο εξωτερικό αλλά έχουν περιουσία στη δανεία και στα πρόσωπα με οποιοδήποτε τύπο θρησκευτικής πεποίθησης. Όμως, για την απαγόρευση των διακρίσεων στην αγορά εργασίας, το 459 του 1996 χρησιμοποιηθεί σε δύο περιπτώσεις για τις μαντίλες που έχουν θρησκευτική σημασία. Στην πρώτη υπόθεση, το εφετιό έκρινε ότι προκλήθηκε έμεση διάκριση από την απόλυση προσώπου επειδή φορούσε μαντίλα και ότι η εταιρεία είχε παραλείψει το καθήκον της να διαθέτει σαφής οδηγίες στο ζήτημα της ενδυμασίας. Η δεύτερη υπόθεση κρίθηκε αρχικά από το εφετιό του 2001, αλλά έπειτα ασκήθηκε έφεση στο Νότο Δικαστήριο, όπου η εκκληθής απόφαση επικυρώθηκε. Το εφετιό έκρινε με την αποφασή του ότι η εταιρεία έχει αντικειμενικό σκοπό στην απαγόρευση της χρήσης της μαντίλας επειδή ήταν παραγωγός ειδών διατροφής και έζηταν ζήτημα αναγκίας απέτησης υγιεινής. Το άρθρο 71 ορίζει ότι οι δανείοι πολίτες δεν μπορούν να καταδικαστούν σε φυλάκηση εξαιτίας των θρησκευτικών τους παιπηδίσεων. Καλύπτει κάθε είδος υποχρεωτικής φυλάκησης και περιορισμού σε νοσοκομείο. Ο κανόν σαφρά μόνο τους δανούς πολίτες και μπορεί να θεωρηθεί ότι προκαλεί διακρίσεις. Το άρθρο 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απογορεύει γενικά τέτοιες διακρίσεις για πολιτικούς, θρησκευτικούς ή εθνωντικούς λόγους. Άρθρο το οποίο πιθανώς πρέπει να έχει τροβοποιήσει το άρθρο 71 στην πράξη, αν και όχι τυπικά. Με την ενσωμάτωση το 1992 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο δίκαιο της Δανίας, η αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας στο άρθρο 9 εφαρμόζεται γενικά και χρησιμεύει στην ενίσχυση της τυπικής εγγύησης του άρθρου 67. Ως προς το ζήτημα των νομικών πηγών, των σχέσεων κράτων και σκευμάτων στη Δανία, ο καθηγητής Ιγκέρ Δούμπεκ μας εξηγεί ότι εκτός από την κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας και της απαγόρευσης των διακρίσεων, το Σύνταγμα της Δανίας προβλέπει ότι η Ευαγγελικό-Λουθερανική Εκκλησία της Δανίας είναι η λαϊκή εκκλησία. Η Δανία είναι από τις λίγες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με παράδοση πρωτεσταντική, η οποία έχει το σύστημα της κρατικής εκκλησίας. Όπως και η Ελλάδα, όσχους εκκλησίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας Ελλάδος και της Κρήτης. Η κρατική εκκλησία λοιπόν της Δανίας πρέπει να έχει έναν καταστατικό χάρτη, ο οποίος ψηφίζεται από το Κοινοβούλιο της Δανίας, διότι η λαϊκή εκκλησία είναι κρατική εκκλησία. Η σχετική συνταγματική διάταξη προβλέπει ότι η εκκλησία της Δανίας μπορεί να αποκτήσει κεντρική εκκλησιαστική σύνοδο, διανότατη δικητική αρχή, αλλά μέχρι στιγμής αυτό δεν έχει γίνει. Επίσης, άλλη συνταγματική διάταξη, Άνθρωπο 69, προβλέπει ότι οι μειονωτικές θρησκευτικές κοινότητες θα διέπονται από ειδικό νόμο, αλλά επίσης τέτοιος νόμος μέχρι στιγμής δεν έχει ψηφιστεί. Έχει ο καθηγητής Inger Dubeck, στο κεφάλαιο Κατηγορίες Προσέγγισης του Συστήματος των Σχέσεων Κράτους Θρησκευμάτων στη Δανία, αναφέρει «Η λαϊκή εκκλησία αντιπροσωπεύει έναν διησμό, όντας ταυτόχρονα κρατική εκκλησία με δημόσιο καθήκον να διασφαλίζει τη διαθεσιμότητα των ακολουθιών και των θρησκευτικών λειτουργιών του Ευαγγελικολουθυρανικού θρησκεύματος και ένας δημοκρατικός θεσμός για τη μεγάλη πλειονότητα του λαού της Δανίας, με αντιπροσωπευτική τοπική αυτοδίκηση». Υποστηρίζεται από το κράτος, αλλά δεν είναι κρατική υπηρεσία με την κανονική έννοια του όρου. Αν και είναι θρησκεύμα, δεν είναι ιδιωτικός σωματή, όπως οι αναγνωρισμένες θρησκευτικές κοινότητες. Οι θρησκευτικές κοινότητες με άδεια τέλεσης γάμων. Οι θρησκευτικές κοινότητες χωρίς οποιαδήποτε τυπική αναγνώριση. Η λαϊκή εκκλησία υπάρχεται στο κοινοβούλιο και τον υπουργό θρησκευτικών υποθέσεων. Έχει υπάξει νομική συζήτηση για το ζήτημα αν η λαϊκή εκκλησία είναι θρησκευτική κοινότητα. Τμήματα της νομοθεσίας που αφορά στην εκκλησία μεταχειρίζονται τη λαϊκή εκκλησία ως τέτοια κοινότητα. Αν και δεν έχει αυτονομία και όλες είναι νόμιμες αποφάσεις πρέπει να λαμβάνουν από το κοινοβούλιο ή από την κυβέρνηση, τον υπουργό θρησκευτικών υποθέσεων. Αλλά το κοινοβούλιο και η κυβέρνηση υποχρεούνται να σεύονται το καθεστώς της Ευαγγελικολουθρανικής Εκκλησίας και το δόγμα της. Η λαϊκή εκκλησία έχει καθεστώς παρόμοιο με τις κρατικές υπηρεσίες και οι νομικές διατάξεις της αποτελούντιμα του δημοσίου δικαίου. Ενώ το νομικό καθεστώς των ανθρωπιστικών κοινοτήτων των εκείνων των ιδιωτικών σωματίων και οι νομικές διατάξεις τους αποτελούν μέρος του γενικού νομικού συστήματος και μπορούν να είναι τμήμα του ιδιωτικού ή του δημοσίου δικαίου. Αλλά η νομική δομή των άλλων εκκλησιών και θρησκευμάτων σε ορισμένο βαθμό θα επηρεάστηται περισσότερο από τον αλλοδαπό μητρικό οργανισμό τους και θα διέπεται από το εσωτερικό καταστατικό κανόνες και έθιμα. Κάθε τοπική εκκλησία μπορεί να θεωρείται ως κρατική υπηρεσία στην έκταση που οι τοπικές εκκλησίες μπορούν να ασκούν διάφορες διοικητικές αρμοδιότητες και να πτήσουν αστικές νομικές δραστηριότητες για την κεντρική διοίκηση. Οι ενωρίες κανονικά είναι κύριοι κάποιας περιουσίας, για παράδειγμα κίντης περιουσίας, η οποία παράγει ορισμένο εισόδημα. Οι πλειονότητα των τοπικών εκκλησιών μπορούν έτσι να θυρούνται ως νομικά πρόσωπα ή οργανισμοί με νομική προσωπικότητα. Τα διοικητικά συμβούλια των τοπικών εοριών είναι αυτοδίκητα, νόμιμα όργανα με νομική ικανότητα σε πολλούς τομείς, όχι μόνον τοπικά όπως μια διοικητική αρχή, αλλά και σε σχέση με την εκλογή ιερέων, τις ακολουθίες, ιορετελεστίες κλπ. Οι ιδιωτικές κοινότητες, οι διαφορετικές από τη λαϊκή εκκλησία είναι αυτόνομοι ιδιωτικοί οργανισμοί και συχνά οργανώνονται ως ιδιωτικά σωματεία με μέλη που πληρώνουν κάποιο είδος εισφοράς ή συνδρομής. Η ίδρυση τέτοιων θρησκευτικών κοινοτήτων δεν διασφαλίζει οποιαδήποτε, ειδικά πλειονεκτήματα ή νομικό καθεστώς από το κράτος. Αλλά εάν είναι κυριακή της πηρουσίας ή συστήνται ίδρυμα, φιλανθρωπικό ίδρυμα, σχολή, νοσοκομείο ή κάτι παρόμοιο, βεβαίως η συγκεκριμένη κοινότητα πρέπει να υπαχθεί στην νομοθεσία της δανείας για τέτοια ζητήματα, αλλά μπορούν επίσης να αποκτήσουν μερικά πλειονεκτήματα ή επιχορηγήσεις. Το σημείο αυτό ολοκληρώσαμε την 8η διάλεξη του Μεταπτυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου του Δευτέρου Έτους και στην 9η διάλεξη θα εξηγήσουμε και θα σχολιάσουμε ορισμένες διαστάσεις του θέματος των κατηγοριών προσέγγισης του συστήματος σχέσεων κράτους διεσκευμάτων στη Δανία, τις οποίες παρουσίασε ο καθηγητής Ιγκέρ Δούμπεκ. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.
_version_ 1782818357279457280
description Εκκλησιαστικό Δίκαιο: Ραπτές φίλες και φίλοι. Στην 8η διάλεξη του Μετατιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου του 2ο έτους βλέπουμε τις απόψεις του καθηγητή Γέρχα Ρόπερς για την έννοια της σκεφτικής κοινότητας και το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού των θεσκευτικών κοινοτήτων. Είχαμε πει ότι στην προηγούμενη 7η διάλεξη ότι ο καθηγητής Ρόπερς καταληρώτερη θεώρησε μια άλλη στερεότυπη διατύπωση την οποία διαμόρφωσε το Ομοσπονδιακό Σταγματικό Δικαστήριο και σύμφωνα με την οποία το δικαίωμα στον αυτοκαθορισμό δεν μπορεί να υπηρεσχύει έναν τηγενικού νόο μου ο οποίος εκφράζει διάταξη ιδιαίτερης σημασίας για το δημόσιο συμφέρον. Και συνεχίζει. Είναι σημαντικό για την κατανόηση αυτού του θέματος να σημειωθεί ότι το Ομοσπονδιακό Σταγματικό Δικαστήριο αποδείδει μεγάλη σημασία στην αυτοαντίληψη του θρησκεύματος. Η έννοια των ιδίων, των οικίων υποθέσεων του θρησκεύματος καθορίζεται ιδιαίτερα από το πώς το ίδιο το θρίσκεμα θεωρεί τις δικές του υποθέσεις, αν και η αρμοδιώτα λήψη τελικής απόβασης βάσει του θεμελιώδους νόμου επιφυλάσσεται στα κρατικά δικαστήρια. Η κεντρική σημασία του δικαιώματος του αυτοκαθορισμού θρησκεύματος πρέπει περαιτέρω να βάνεται υπόψη όταν καθορίζονται τα όρια αυτού του δικαιώματος. Το δικαίωμα αυτοκαθορισμού θρησκεύματος δεν περιορίζεται σε στενά οριοθετημένο πεδίο ειδικών θρησκευτικών δραστηριοτήτων. Η ιδέα της ελευθερίας συσκευτικής πρακτικής επεκτείνεται στην προστασία του δικαιώματος του αυτοκαθορισμού σε άλλους τομείς που βασίζονται επίσης σε θρησκευτικούς σκοπούς, όπως η διοίκηση νοσοκομείων, νηπιαγωγείων, οίκων ευγυρίας, ιδιωτικών σχολείων και πανεπιστημίων. Με πολύ ουσιαστικούς τρόπους, οι μεγάλες εκκλησίες στη Γερμανία παρέχουν κοινωνικές υπηρεσίες, ιδιαίτερα με τη μορφή της κάριτας της Καθολικής Εκκλησίας και των διακονικών έργων της Ευαγγελικής Εκκλησίας. Χωρίς αυτές τις υπηρεσίες, οι εγγυήσεις του κοινωνικού κράτους στα άρθρα 20 παράγραφος 1 και 28 παράγραφος 1 του Θεμελιώδους Νόμου της Βόνης θα ήταν μόνον κενές κοινοτυπίες. Όλες αυτές οι δραστηριότητες αποτρούν δημήμα της έννοιας των θρησκευτικών κοινοτήτων και των θρησκευμάτων. Η υπηρεσία που παρέχεται από τα θρησκεύματα κατανοείται επίσης από το κρατικό δίκαιο ότι αποτελεί ενιαίο σύνολο το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού επομένως, δεν απονέμεται στο ίδιο το θρίσκευμα ως διακεκριμένο νομικό πρόσωπο, αλλά αντίθετα είναι κοινός σε όλους τους οργανισμούς που συνδέονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με το θρίσκευμα, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή που λαμβάνουν αυτοί οι δεσμοί, αυτό ισχύει εφόσον σύμφωνα με την αυτοαντίληψή τους, οι σκοπίοι τα καθεί κοντά τους εκπληρώνονται με τον κατάλληλο τρόπο και εθερούνται ότι είναι αληθινές εντολές του θρησκεύματος. Λαμβάνοντας επίσης υπόψη τη νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου, αυτή η προσέγγιση έχει οδηγήσει το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο στο να θεωρήσει ότι τα θρησκευτικά νοσοκομεία δεν υπόκειται στους κρατικούς νόμους για την πτώχευση ακόμη και όταν σύμφωνα με τα καταστατικά των νοσοκομείων συνδέονται μόνο χαλαρά με συγκεκριμένο οργανωμένο θρίσκευμα. Δεν θα ήταν συμβατό με την έννοια του δικαιώματος του αυτοκαθορισμού, ότι ένας δικαστικά διατεταγμένος ήδικος πτώχευσης θα έπρεπε να ενεργεί στο πλαίσιο της ιδιαίτερης δομής η οργάνωσης θρησκευτικού ιδρύματος. Ο χώρος τον οποίον προσφέρει το πλαίσιο του δικαιώματος του αυτοκαθορισμού στις σκεφτικές κοινότητες έχει χρησιμοποιηθεί από τις μεγάλες εκκλησίες στη Γερμανία για να επεξεργαστούν τα δικά τους λεπτομεροί και εκτεταμένα εσωτερικά νομικά συστήματα με τις δικές τους ιδιαιτερότητες και τις ιδιαίτερες εκκλησιαστικές εμφάσεις, τα οποία λειτουργούν παράλληλα με το κρατικό δίκιο. Στο πλαίσιο του δικαιώματος του αυτοκαθορισμού υπάρχει επίσης δικαιοδοτικό σύστημα των θρησκευμάτων. Στην έκταση που ισχύει το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού, η δικαστική δικαιοδοσία του θρησκεύματος είναι αποκλειστικά ίδια υπόθεση του θρησκεύματος και οι θρησκευτικές υποθέσεις που κρίνονται εσωτερικά δεν εξετάζονται από τα κρατικά δικαστήρια. Στις λεπτομέρειες, όμως, υπάρχουν ακόμα πολλά ζητήματα που αποτελούν θέματα συζήτησης. Οι νέες εξελίξεις αποκαλύπτουν ότι τα κρατικά δικαστήρια παρουσιάζουν μεγαλύτερη αιτημότητα να πανεβαίνουν σε θρησκευτικές υποθέσεις, αλλά παρέχουν ευρύ χώρο στο δικαίωμα του αυτοκαθορισμού κατά την κρίση κάθε επιμέρους υπόθεσης. Ως προς το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού των θρησκευτικών κοινοτήτων, ο καθηγητής Ρόμπερς εξηγεί ότι κάθε εκκλησία ή θρησκευτική κοινότητα ρυθμίζει και διοικεί, ανεξάρτητα της δικές της, δηλαδή της εσωτερικές της υποθέσεις, μέσα στα όρια του γενικού δικαίου. Ο όρος που χρησιμοποιείται από την Γερμανική Νομική Επιστήμη για το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού αναφέρεται στο δικαίωμα της αυτονομίας. Δικαίωμα της αυτονομίας ή δικαίωμα του αυτοκαθορισμού είναι το ίδιο ακριβώς δικαίωμα. Αυτό το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού δεν καλύπτει μόνο τις καθαρά θρησκευτικές δραστηριότητες, αλλά καλύπτει και τις θρησκευτικά αιτιολογούμενες δραστηριότητες και τις κοσμικές δραστηριότητες των θρησκευμάτων. Ως γνωστόν, κατά διεθνή standards, οι δραστηριότητες των θρησκευμάτων διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες, στις καθαρά θρησκευτικές δραστηριότητες, στις θρησκευτικά αιτιολογούμενες δραστηριότητες και στις κοσμικές δραστηριότητες τους. Βέβαια το ζήτημα ποιες είναι οι καθαρά θρησκευτικές δραστηριότητες, αποτελεί ένα ζήτημα αυτοαντίληψης των ίδιων των θρησκευμάτων. Δεν επιβάλλεται ή δεν προσδιορίζεται εξωτερικά από το κράτος, αν και βάσει του θεμελιώδους νόμους Γερμανίας, την τελική απόφαση επί του θέματος στην παίρνουν τα κρατικά δικαστήρια. Οι θρησκευτικά αιτιολογούμενες δραστηριότητες κατά τα διεθνή standards αναφέρονται είτε σε εκπαιδευτικές δραστηριότητες, γενικής παιδείας, προσχολικής, πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας, τριτοβάθμιας, δηλαδή πανεπιστημιακής. Αναφέρονται οι θρησκευτικά αιτιολογούμενες επίσης σε δραστηριότητες ενημέρωσης, δηλαδή μέσων μαζικής ενημέρωσης. Αναφέρονται επίσης σε δραστηριότητες φιλανθρωπίας με την έννοια της οργανωμένης άσκησης φιλανθρωπίας μέσω φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, νοσοκομεία, γυροκομεία, ολφωνοτροφία κλπ. Η δραστηριότητα ενημέρωσης των θρησκευμάτων μπορεί να αναφέρεται είτε σε χωρίγηση προς αυτά χρόνου εκπομπών, ιδίως από τα δημόσια μέσα μαζικής ενημέρωσης, είτε στην ιδιοκτησία από θρησκευτικούς οργανισμούς μέσων μαζικής ενημέρωσης. Και οι κοσμικές δραστηριότητες αφορούν την άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων εκ μέρους των θρησκευμάτων. Στη συνέχεια ο καθηγητής Ρόμπερς εξηγεί ποια είναι τα όρια του δικαιώματος του αυτοκαθορισμού ή του δικαιώματος στην αυτονομία των εκκλησιών ιδρυσκευτικών κοινοτήτων. Τα όρια τα προσδιορίζει το Μοσχοδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο με την ομολογία του, σύμφωνα με την οποίαν το δικαίωμα στον αυτοκαθορισμό, δηλαδή στην αυτονομία, δεν μπορεί να υπερισχύει έναντι γενικού νόμου, ο οποίος εκφράζει διάταξη ιδιαίτερης σημασίας για το δημόσιο συμφέρον. Μεταξύ των ιδίων υποθέσεων των θρησκευμάτων συμπεριλαμβάνεται όχι μόνο η ρύθμιση των υποθέσεών τους, αλλά και η αυτοδιοίκηση με ευρύ έννοια, δηλαδή άσκηση νομοθετικής εκτελεστικής και δικαστικής εξουζίας σε σχέση με τις ίδιες υποθέσεις τους. Έτσι, η άσκηση θρησκευτικής δικαστικής δικαιοδοσίας είναι αποκλειστικά εσωτερική υπόθεση του θρησκεύματος και γι' αυτό οι αποφάσεις των θρησκευτικών δικαστηρίων δεν εξετάζονται από τα κρατικά δικαστήρια. Πάντως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι θα έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος να εξετάζονται οι αποφάσεις των θρησκευτικών δικαστηρίων από τα κρατικά δικαστήρια στην έκταση που παραβιάζουν ανθρώπινα δικαιώματα. Αφού ολοκληρώσαμε τις σχέσεις κράτους θρησκευμάτων ως προς το νομικό καθεστώς των θρησκευτικών κοινοτήτων στη Γερμανία, περνάμε τώρα στις σχέσεις κράτους θρησκευμάτων στη Δανία, πάλι σε σχέση με τη γενική θεματική την οποία έχουμε σε αυτή τη σειρά των διαλέξεων του μεταπτυχιακού του εκκλησιαστικού δικαίου του Δευτέρου Έτους, δηλαδή για το νομικό καθεστώς των θρησκευτικών κοινοτήτων. Ο καθηγητής Ιγγερ Δουμπεκ, ως προς τις νομικές πηγές του συστήματος σχέσεων κράτους θρησκευμάτων στην Δανία, μας αναφέρει «το δίκαιο των θρησκευμάτων περιλαμβάνει όλες τις ισχύουσες νομικές πηγές για όλες τις χριστιανικές εκκλησίες και για όλες τις θρησκευτικές ομάδες ή κοινότητες στη Δανία». Αλλά οι νομικές πηγές για τη λαϊκή εκκλησία είναι το Σύνταγμα και γενική νόμι, ειδικοί νόμοι, κυβερνητικές εγκύκλοι και δικαστικές αποφάσεις, ειδικά το Νότου Δικαστηρίου και του Νέου Ειδικού Δικαστηρίου για δογματικές υποθέσεις. Οι ειδικοί νόμοι αφορούν ζητήματα που συνδέονται με τα οικονομικά της εκκλησίας, τα εκκλησιαστικά κτίρια και τα νεκροταφεία. Άλλοι νόμοι αφορούν την ιδιότητα του μέλους της εκκλησίας, τους εργαζομένους της, τους επισκόπους, την εκπαίδευση, την λιξερχική κατάσταση, το βάπτισμα, το χρίσμα, την κηδεία και ένα μάλλον μεγάλο σύνολο κανόνων για τις ενορίες και τα ενοριακά συμβούλια. Συμβατική μορφή, η συμφωνία μεταξύ κράτους και λαϊκής εκκλησίας δεν έχει βρει εφαρμογή στο νομικό σύστημα της δανείας. Το άρθρο 4 του Δανικού Συντάγματος, που προβλέπει την υποχρέωση του κράτους να επιχωρηγεί την Ευαγγελικολουθυρανική Εκκλησία, αποτελεί είδος γενικής διάταξης που αφορά τη νομική θέση της λαϊκής εκκλησίας. Η Ευαγγελικολουθυρανική Εκκλησία είναι η λαϊκή εκκλησία και ως τέτοια πρέπει να υποστηρίζεται από το κράτος. Ο όρος λαϊκή εκκλησία ανατρέχει στο πρώτο σύνταγμα του 1849 και παρέμει αμετάβλητο στα μεταγενέστερα συντάγματα του 1866, του 1915, του 1920 και του 1953. Προϋποθέτει ότι το μεγαλύτερο τμήμα του δανεικού λαού ανήκει σε αυτή την εκκλησία. Εάν τούτο μεταβληθεί, αυτή δεν θα πάψει να υπάρχει, αλλά το άρθρο 4 θα ήταν χωρίς νόημα. Η υποστήριξη του κράτους αφορά τις οικονομικές, νομικές και πολιτικές σχέσεις. Ο χωρισμός μεταξύ της λαϊκής εκκλησίας και του κράτους δεν είναι τυπικά δυνατός χωρίς αναθεώρηση του συντάγματος, η οποία είναι δύσκολη εξαιτίας των ειδικών διαδικαστικών προϋποθέσεων για τις συνταγματικές αναθεωρήσεις. Το καθήκον του κράτους να υποστηρίζει οικονομικά τη λαϊκή εκκλησία δεν σημαίνει ότι οι άλλες θρησκευτικές κοινότητες και θρησκεύματα δεν μπορούν να ενισχύονται. Στην πράξη, μερικές από αυτές λαμβάνουν διαφορετικές μορφές επικοριήσεων, παραδείγματος χάρη για τη χρήση ορισμένων κτιρίων χωρίς πληρωμή ή για την εκπαίδευση των παιδιών. Το άρθρο 4 δεν υποχρεώνει τους δήμους να υποστηρίζουν τη λαϊκή εκκλησία, αλλά είναι ελεύθεροι να το πράττουν, εάν τούτο είναι σύμφωνο με τη δημοτική νομοθεσία. Δυνάμη του άρθρο 66 η λαϊκή εκκλησία πρέπει να έχει το δικό της συνοδικό καταστατικό χάρτη, ο οποίος θα πρέπει να της παρέχει αυτοδιοίκηση στη λήψη αποφάσεων σε όλα τα εκκλησιαστικά θέματα και ελευθερία σε σχέση με τις πολικιακές αρχές, με την ίδρυση Κεντρικής Εκκλησιαστικής Συνόδου, η οποία θα μπορούσε να εκπροσωπεί την εκκλησία, αλλά αυτή η διάταξη δεν έχει ακόμα εφαρμοστεί. Διάφορες επιτροπές συστήθηκαν κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα για να επεξεργαστούν ένα σύστημα εκκλησιαστικής διακυβέρνησης, αλλά χωρίς θετικό αποτέλεσμα. Το θέμα έχει κάποιο ενδιαφέρον σήμερα εξαιτίας ορισμένων πολιτικών αποφάσεων που λήφθηκαν από τον Υπουργό Θρησκευτικών Υποθέσεων και οι οποίες υπέσηνα εκτεταμένοι κριτικοί τόσο εντός όσο και εκτός του κλήρου. Πολλοί υπέδειξαν το ισουδικό μοντέλο χωρισμού κράδους και εκκλησίας ως επιθυμητό. Στην πράξη το Άνθρωξ 66 έχει ερμηνευθεί ως να προβλέπει μόνον το καθεστώς της λαϊκής εκκλησίας, ως να προβλέπει ότι το καθεστώς της λαϊκής εκκλησίας θα ρυθμίζεται με νόμο. Πολλοί οι δικοί νόμοι έχουν εντωμεταξύ επιλύσει συζητήματα που αφορούν εκκλησιαστικές υποθέσεις. Το 1855 καταργήθηκε η υποχρέωση να κάνει χρήση κάποιος αποκλειστικά των υπηρεσιών του κληρικού της ενωρίας και το 1868 δόθηκε η ελευθερία και το δικαίωμα να προτιμά κάποιος να ανήκει σε διαφορετική ενωρία. Το 1903 ένας νόμος για τα ελεύθερα ενωριακά συμβούλια έδωσε το δικαίωμα σε όλα τα μέλη της λαϊκής εκκλησίας άνω των 18 ετών να εκλέγουν και να εκλέγονται ως μέλη των ενωριακών συμβουλίων. Οι ενωρίες περίπου 2.200 στον αριθμό είναι η θεμελιώδης δημοκρατική μονάδα της λαϊκής εκκλησίας. Έχετε εθεί σε ισχυνέ νομοθεσία που αφορά στη διεθνή και τη διεκκλησιαστική συνεργασία στις δεκαετίες 1980 και 1990. Αν και η αρχή της σκεφτικής ελευθερίας έγινε αποδεικτή στην πράξη πριν το 1849, η αρχή προβλέθηκε ρητά στο σύνταγμα του 1849 και σε όλα τα μεταγενέστερα συντάγματα. Τώρα, ως άρθρο 67, δυνάμι του οποίου οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να συνενώνονται σε κοινότητες για να ανατρεύουν τον Θεό με τον τρόπο που ανταποκρίνεται στην εμπιθυσία τους, εκτός αν οι κοινότες διδάσκουν ή δρούν αντίθετα προσκληθική ή τη δημόσια τάξη. Δυνάμι του άρθρου 68, κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να υποστρίζει τη λατρεία οποιοδήποτε θεού διαφορετικού από το δικό του με προσωπικές οικονομικές εισφορές. Μη μέλη της λαϊκής εκκλησίας δεν πρέπει να πληρώνουν εκκλησιαστικούς φόρους αλλά κανονικούς φόρους. Πάνω σχαρά οι φόροι ακίνητης πυρουσίας που πρέπει να πληρώνονται από όλους τους ιδιοκτήτης ακίνητης πυρουσίας πρέπει να πληρώνονται από τις άλλες δισκευτικές κοινότητες και τα μέλη τους. Το άρθρο 69 ορίζει ότι οι δισκευτικές κοινότητες ή θρησκεύματα, οι διαφορετικές από τη λαϊκή εκκλησία, θα διέπονται από ειδικό νόμο που αφορά τη νομική θέση των διισταμένων. Ουδέποτε τέτοιος νόμος έχει ψηφιστεί αλλά διάφοροι κανόνες στον ποινικό κώδικα και τη διηγητική νομοθεσία που αφορούν την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω θρησκείας παρέχουν ορισμένη εγγύηση στις εν λόγω κοινότητες. Το άρθρο 70 περιέχει κανόνα που απαγορεύει τις διακρίσεις. Κανένας δεν μπορεί να στηριθεί του δικαιωματός του στην πλήρη απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων λόγω της πεποίθησης και της καταγωγής του και κανένας δεν μπορεί να απέχει από την εκπλήρωση των καθηκόντων του προς την πολιτεία με βάση τέτοιους λόγους. Το άρθρο 70 παρέχει επίσης προστασία στα πρόσωπα που ζουν στο εξωτερικό αλλά έχουν περιουσία στη δανεία και στα πρόσωπα με οποιοδήποτε τύπο θρησκευτικής πεποίθησης. Όμως, για την απαγόρευση των διακρίσεων στην αγορά εργασίας, το 459 του 1996 χρησιμοποιηθεί σε δύο περιπτώσεις για τις μαντίλες που έχουν θρησκευτική σημασία. Στην πρώτη υπόθεση, το εφετιό έκρινε ότι προκλήθηκε έμεση διάκριση από την απόλυση προσώπου επειδή φορούσε μαντίλα και ότι η εταιρεία είχε παραλείψει το καθήκον της να διαθέτει σαφής οδηγίες στο ζήτημα της ενδυμασίας. Η δεύτερη υπόθεση κρίθηκε αρχικά από το εφετιό του 2001, αλλά έπειτα ασκήθηκε έφεση στο Νότο Δικαστήριο, όπου η εκκληθής απόφαση επικυρώθηκε. Το εφετιό έκρινε με την αποφασή του ότι η εταιρεία έχει αντικειμενικό σκοπό στην απαγόρευση της χρήσης της μαντίλας επειδή ήταν παραγωγός ειδών διατροφής και έζηταν ζήτημα αναγκίας απέτησης υγιεινής. Το άρθρο 71 ορίζει ότι οι δανείοι πολίτες δεν μπορούν να καταδικαστούν σε φυλάκηση εξαιτίας των θρησκευτικών τους παιπηδίσεων. Καλύπτει κάθε είδος υποχρεωτικής φυλάκησης και περιορισμού σε νοσοκομείο. Ο κανόν σαφρά μόνο τους δανούς πολίτες και μπορεί να θεωρηθεί ότι προκαλεί διακρίσεις. Το άρθρο 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απογορεύει γενικά τέτοιες διακρίσεις για πολιτικούς, θρησκευτικούς ή εθνωντικούς λόγους. Άρθρο το οποίο πιθανώς πρέπει να έχει τροβοποιήσει το άρθρο 71 στην πράξη, αν και όχι τυπικά. Με την ενσωμάτωση το 1992 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο δίκαιο της Δανίας, η αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας στο άρθρο 9 εφαρμόζεται γενικά και χρησιμεύει στην ενίσχυση της τυπικής εγγύησης του άρθρου 67. Ως προς το ζήτημα των νομικών πηγών, των σχέσεων κράτων και σκευμάτων στη Δανία, ο καθηγητής Ιγκέρ Δούμπεκ μας εξηγεί ότι εκτός από την κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας και της απαγόρευσης των διακρίσεων, το Σύνταγμα της Δανίας προβλέπει ότι η Ευαγγελικό-Λουθερανική Εκκλησία της Δανίας είναι η λαϊκή εκκλησία. Η Δανία είναι από τις λίγες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με παράδοση πρωτεσταντική, η οποία έχει το σύστημα της κρατικής εκκλησίας. Όπως και η Ελλάδα, όσχους εκκλησίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας Ελλάδος και της Κρήτης. Η κρατική εκκλησία λοιπόν της Δανίας πρέπει να έχει έναν καταστατικό χάρτη, ο οποίος ψηφίζεται από το Κοινοβούλιο της Δανίας, διότι η λαϊκή εκκλησία είναι κρατική εκκλησία. Η σχετική συνταγματική διάταξη προβλέπει ότι η εκκλησία της Δανίας μπορεί να αποκτήσει κεντρική εκκλησιαστική σύνοδο, διανότατη δικητική αρχή, αλλά μέχρι στιγμής αυτό δεν έχει γίνει. Επίσης, άλλη συνταγματική διάταξη, Άνθρωπο 69, προβλέπει ότι οι μειονωτικές θρησκευτικές κοινότητες θα διέπονται από ειδικό νόμο, αλλά επίσης τέτοιος νόμος μέχρι στιγμής δεν έχει ψηφιστεί. Έχει ο καθηγητής Inger Dubeck, στο κεφάλαιο Κατηγορίες Προσέγγισης του Συστήματος των Σχέσεων Κράτους Θρησκευμάτων στη Δανία, αναφέρει «Η λαϊκή εκκλησία αντιπροσωπεύει έναν διησμό, όντας ταυτόχρονα κρατική εκκλησία με δημόσιο καθήκον να διασφαλίζει τη διαθεσιμότητα των ακολουθιών και των θρησκευτικών λειτουργιών του Ευαγγελικολουθυρανικού θρησκεύματος και ένας δημοκρατικός θεσμός για τη μεγάλη πλειονότητα του λαού της Δανίας, με αντιπροσωπευτική τοπική αυτοδίκηση». Υποστηρίζεται από το κράτος, αλλά δεν είναι κρατική υπηρεσία με την κανονική έννοια του όρου. Αν και είναι θρησκεύμα, δεν είναι ιδιωτικός σωματή, όπως οι αναγνωρισμένες θρησκευτικές κοινότητες. Οι θρησκευτικές κοινότητες με άδεια τέλεσης γάμων. Οι θρησκευτικές κοινότητες χωρίς οποιαδήποτε τυπική αναγνώριση. Η λαϊκή εκκλησία υπάρχεται στο κοινοβούλιο και τον υπουργό θρησκευτικών υποθέσεων. Έχει υπάξει νομική συζήτηση για το ζήτημα αν η λαϊκή εκκλησία είναι θρησκευτική κοινότητα. Τμήματα της νομοθεσίας που αφορά στην εκκλησία μεταχειρίζονται τη λαϊκή εκκλησία ως τέτοια κοινότητα. Αν και δεν έχει αυτονομία και όλες είναι νόμιμες αποφάσεις πρέπει να λαμβάνουν από το κοινοβούλιο ή από την κυβέρνηση, τον υπουργό θρησκευτικών υποθέσεων. Αλλά το κοινοβούλιο και η κυβέρνηση υποχρεούνται να σεύονται το καθεστώς της Ευαγγελικολουθρανικής Εκκλησίας και το δόγμα της. Η λαϊκή εκκλησία έχει καθεστώς παρόμοιο με τις κρατικές υπηρεσίες και οι νομικές διατάξεις της αποτελούντιμα του δημοσίου δικαίου. Ενώ το νομικό καθεστώς των ανθρωπιστικών κοινοτήτων των εκείνων των ιδιωτικών σωματίων και οι νομικές διατάξεις τους αποτελούν μέρος του γενικού νομικού συστήματος και μπορούν να είναι τμήμα του ιδιωτικού ή του δημοσίου δικαίου. Αλλά η νομική δομή των άλλων εκκλησιών και θρησκευμάτων σε ορισμένο βαθμό θα επηρεάστηται περισσότερο από τον αλλοδαπό μητρικό οργανισμό τους και θα διέπεται από το εσωτερικό καταστατικό κανόνες και έθιμα. Κάθε τοπική εκκλησία μπορεί να θεωρείται ως κρατική υπηρεσία στην έκταση που οι τοπικές εκκλησίες μπορούν να ασκούν διάφορες διοικητικές αρμοδιότητες και να πτήσουν αστικές νομικές δραστηριότητες για την κεντρική διοίκηση. Οι ενωρίες κανονικά είναι κύριοι κάποιας περιουσίας, για παράδειγμα κίντης περιουσίας, η οποία παράγει ορισμένο εισόδημα. Οι πλειονότητα των τοπικών εκκλησιών μπορούν έτσι να θυρούνται ως νομικά πρόσωπα ή οργανισμοί με νομική προσωπικότητα. Τα διοικητικά συμβούλια των τοπικών εοριών είναι αυτοδίκητα, νόμιμα όργανα με νομική ικανότητα σε πολλούς τομείς, όχι μόνον τοπικά όπως μια διοικητική αρχή, αλλά και σε σχέση με την εκλογή ιερέων, τις ακολουθίες, ιορετελεστίες κλπ. Οι ιδιωτικές κοινότητες, οι διαφορετικές από τη λαϊκή εκκλησία είναι αυτόνομοι ιδιωτικοί οργανισμοί και συχνά οργανώνονται ως ιδιωτικά σωματεία με μέλη που πληρώνουν κάποιο είδος εισφοράς ή συνδρομής. Η ίδρυση τέτοιων θρησκευτικών κοινοτήτων δεν διασφαλίζει οποιαδήποτε, ειδικά πλειονεκτήματα ή νομικό καθεστώς από το κράτος. Αλλά εάν είναι κυριακή της πηρουσίας ή συστήνται ίδρυμα, φιλανθρωπικό ίδρυμα, σχολή, νοσοκομείο ή κάτι παρόμοιο, βεβαίως η συγκεκριμένη κοινότητα πρέπει να υπαχθεί στην νομοθεσία της δανείας για τέτοια ζητήματα, αλλά μπορούν επίσης να αποκτήσουν μερικά πλειονεκτήματα ή επιχορηγήσεις. Το σημείο αυτό ολοκληρώσαμε την 8η διάλεξη του Μεταπτυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου του Δευτέρου Έτους και στην 9η διάλεξη θα εξηγήσουμε και θα σχολιάσουμε ορισμένες διαστάσεις του θέματος των κατηγοριών προσέγγισης του συστήματος σχέσεων κράτους διεσκευμάτων στη Δανία, τις οποίες παρουσίασε ο καθηγητής Ιγκέρ Δούμπεκ. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.