Διάλεξη 5 / Διάλεξη 5 / Διάλεξη 5

Διάλεξη 5: Στο τελευταίο, όπως είπαμε, μάθημα, στο τελευταίο εισαγωγικό μάθημα που αφορά τον χαρακτήρα της Πατερικής Γραμματείας και τα διάφορα είδη της Πατερικής Γραμματείας. Είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό κεφάλαιο, θέλω να το προσέξετε ιδιαίτερα αυτό. Εφιστώ την προσοχή σας στα θέματα τα οποία θα σ...

Full description

Bibliographic Details
Main Author: Πασχαλίδης Συμεών (Καθηγητής)
Language:el
Institution:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Genre:Ανοικτά μαθήματα
Collection:Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας / ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ – ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ
Published: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2014
Subjects:
Άδεια Χρήσης:Αναφορά-Παρόμοια Διανομή
Online Access:https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=95fa1aa9
Απομαγνητοφώνηση
Διάλεξη 5: Στο τελευταίο, όπως είπαμε, μάθημα, στο τελευταίο εισαγωγικό μάθημα που αφορά τον χαρακτήρα της Πατερικής Γραμματείας και τα διάφορα είδη της Πατερικής Γραμματείας. Είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό κεφάλαιο, θέλω να το προσέξετε ιδιαίτερα αυτό. Εφιστώ την προσοχή σας στα θέματα τα οποία θα σας παρουσιάσω σήμερα και θα τα συζητήσουμε ενδεχομένως αν έχετε κάποιες απορίες. Μιλούμε για το θεολογικό χαρακτήρα της Πατερικής Γραμματείας υπό ποια έννοια? Υπό την έννοια αυτήν την οποία ήδη σας έχω εκθέσει ότι για εμάς τους θεολόγους η Πατερική Γραμματεία δεν είναι μια φιλολογική εξέταση των πατερικών κειμένων, αλλά είναι μια διερεύνηση του πνεύματος και της διδασκαλίας των πατέρων της εκκλησίας μέσα από τα κείμενα τα οποία μας έχουν διασωθεί, από τα κείμενά τους, από τα έργα τους τα οποία μας έχουν διασωθεί. Υπό αυτήν την έννοια λοιπόν, όσον αφορά στο θεολογικό χαρακτήρα, δηλαδή στην ουσία, στο θεολογικό περιεχόμενο των πατερικών έργων, θα πρέπει καταρχήν να πούμε κάποια πράγματα πολύ σύντομα για το τι ακριβώς δήλωνε ο όρος θεολογία. Όταν μιλούμε για θεολογικό χαρακτήρα των πατερικών κειμένων και τι όρος αυτός δηλώνει ως σημενόμενο μέσα στην πατερική γραμματεία. Αυτό είναι το βασικό στοιχείο το οποίο μας ενδιαφέρει και στο οποίο θα επιμείνουμε. Θα πρέπει όμως για να το κατανοήσουμε να πούμε κάποια πράγματα για το πώς σημαίνεται ο όρος θεολογία στην προϋπάρχουσα γραμματεία. Γιατί ο όρος θεολογία δεν είναι ένας όρος που χρησιμοποιήθηκε μόνο από τους πατέρες της εκκλησίας ή μόνο στο πλαίσιο της χριστιανικής γραμματείας. Αλλά είναι ένας όρος ο οποίος προϋπάρχει. Αν θα δείτε σε κάποιο από τα λεξικά της αρχαίας ελληνικής γλώσσας του Liddell Scott το λεξικό ας πούμε που είναι το πιο κλασικό λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Θα δείτε ότι προϋπάρχει ο όρος θεολογία στην λεγόμενη θύραθεν γραμματεία στην προχριστιανική γραμματεία. Και γι' αυτό μιλούμε για προχριστιανική χρήση του όρου. Ο όρος λοιπόν θεολογία είναι ένας όρος για τον οποίον πολλά εγγράφησαν και απασχόλησε τους αρχαίους ελληνες φιλοσόφους όπως τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Σοκράτη. Στα έργα τους συναντούμε μια εξειδίκευση, μια ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στα έργα τους σε κάποια σημεία των έργων τους ως προς το περιεχόμενο της θεολογίας, το σημενόμενο της θεολογίας, τι δείλωνε ο όρος θεολογία στους θύραθεν συγγραφείς, στους προχριστιανικούς συγγραφείς. Γι' αυτό και ο Πλάτωνας μιλάει για τύπους της θεολογίας, ποιοι είναι οι τύποι της θεολογίας. Δεν υπάρχει δηλαδή μόνον μία θέαση, μία θεώρηση της θεολογίας, αλλά υπάρχουν διάφοροι τύποι της που απασχόλησαν και τον Πλάτωνα στα έργα τους, στους πλατωνικούς διαλόγους κατά βάση και στον πλατωνικό συμπόσιο κατά κύριο λόγο, αλλά και άλλους φιλοσόφους όπως είναι ο Σωκράτης, ο οποίος μιλάει για τις παραστάσεις για του περιθεού, τις απεικονίσεις δηλαδή, ή τις ερμηνίες περιθεού που δίνονταν στον αρχαίο κόσμο και τις οποίες τις συναντούμε στην ποιηση, στην επική ποιήση, στην μελλική και στην τραγική ποιήση όπως χαρακτηριστικά λέει ο Σωκράτης. Επομένως ο Σωκράτης ταυτίζει τους θεολόγους, αυτούς οι οποίοι μιλούσαν περιθεού, τους ταυτίζει με τους ποιητές, τους ποιητές αυτών των διαφορετικών ειδών ποιήσεως. Η τραγική ποιήση που ξέρουμε τις διάφορες τραγωδίες, η επική αυτή η οποία εξιστορούσε τα έπει των μεγάλων ανδρών, ένα τέτοιο είδος ποιήσης είναι τα ομυρικά έπει, η Οδύσια και η Ηλιάδα που ονομάζονται ακριβώς έπει δηλαδή αντραγαθήματα, ποιήματα τα οποία βασίζονται σε μία εξιστόρηση της ηρωικής ιστορίας κάποιων προσώπων της αρχαιότητας και ασφαλώς κατά παρόμοιο τρόπο, κατά συναθή τρόπο μάλλον, συναντούμε και τον όρο θεολογίων που ακριβώς σχετίζεται με τη διαδικασία αυτή της εκφωνήσεως των ποιημάτων. Ο Στράβωνας, ένας αρχαίος ιστορικός και φιλόσοφος, επίσης λέει ότι «Πάσω περί θεών λόγους, αρχίας εξετάζει δόξας και μύθους». Ότι αυτό το οποίο σχετίζεται με τον λόγο περί των θεών, περί τους θεούς, βασίζεται πάνω στις αρχαίες δόξες και στους αρχαίους μύθους. Επομένως, προεξετάζεται ένα παρελθόν που βασίζεται σε έναν, θα μπορούσαμε να πούμε, καθολικό μύθο, όχι με την έννοια του παραμυθιού, αλλά με την έννοια της παραδεδομένης ιστορίας, όπως αυτή έχει διοχετευτεί μέσα σε διαφορετικές παραδόσεις. Και γνωρίζουμε σήμερα ότι υπάρχει ένας, η συγκριτική θρησκεολογία κάνει λόγο για έναν τέτοιο κοινό μύθο της ανθρωπότητας. Που δεν είναι, επαναλαμβάνω, ένα παραμύθι, αλλά είναι μια καταγραφή όλων αυτών των απόψεων που σχετίζονται με τις δοξασίες, δηλαδή, των αρχαιότερων ανθρώπων και φτάνει σε ένα επίπεδο που θα λέγαμε ότι ορίζει την προειστορία, δηλαδή φτάνει πριν από την καταγραφή την επίσημη μέσα από τα γραπτά μνημεία του λόγου. Αυτό δηλαδή το οποίο μεταφέρεται προφορικά. Και ξέρουμε ότι τέτοιοι μύθοι που έχουν περάσει και στην αρχαία ελληνική μυθολογία, τους συναντούμε και σε άλλους λαούς παρεφθαρμένους και στην εβραϊκή ιστορία και στην Αιγυπτιακή και στους λαούς της Μεσοποταμίας. Σε επομένως υπάρχει ένας τέτοιος κοινός μύθος που σχετίζεται ασφαλώς και με την παρουσία, με τη δημιουργία των ανθρώπων και με την ιστορία με τα πρώτα βήματα των ανθρώπων πάνω στη γη. Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν η εξέταση αυτή των αρχαίων δοξασιών και μύθων είναι ένα έργο το οποίο κατεξοχήν πραγματοποιήθηκε από την αρχαία φιλοσοφία. Η αρχαία φιλοσοφία είναι κατεξοχή, γι' αυτό και είπαμε ότι η γνώση της αρχαίας φιλοσοφίας είναι ένα από τα προαπαιτούμενα της ορθής κατανόησης της Πατερικής Γραμματείας. Γιατί? Γιατί οι αρχαίοι φιλόσοφοι είναι αυτοί οι οποίοι πρώτοι ασχολήθηκαν με την αρχή των όντων, με το όντος όν, ή το πρώτο όν το οποίο είναι ο Θεός και με όλα αυτά τα ζητήματα τα οποία σχετίζονται επαναλαμβάνω με την δημιουργία, με την εξέλιξη του κόσμου και ασφαλώς με την δημιουργία, με τη διαμόρφωση μάλλον αυτού του θρησκευτικού πλαισίου το οποίο συναντούμε στην προχριστιανική περίοδο, ιδιαίτερα στον ελληνικό κόσμο, στην αρχαία ελληνική θρησκεία. Κατά αυτόν τον λόγο οι αρχαίοι φιλόσοφοι, οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι αποκαλούνταν και θεολόγοι, χαρακτηρίζονται και ως θεολόγοι, γιατί είναι αυτοί οι οποίοι πρώτοι μίλησαν περί Θεού και όπως εδώ σας σημειώνω ασχολήθηκαν με την διακρύβωση των αρχών του κόσμου. Ο Αριστοτέλης που είναι ένας αν όχι ο σημαντικότερος, ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους της αρχαίας ελληνικής σκέψης, θεωρεί ότι η θεολογία είναι ένα από τα τρία γένη της λεγόμενης θεωρητικής επιστήμης και σας δίνω το σχετικό απόσπασμα από τον Αριστοτέλη που είναι πολύ χαρακτηριστικό. Δηλωντίνει ότι τρία γένη των θεωρητικών επιστήμων, εστι φυσική, μαθηματική, θεολογική, βέλτιστον μενούν το των θεωρητικών επιστήμων γένος, τούτον δαυτόν η τελευταία λεχθίσα. Από τις θεωρητικές επιστήμες λέει βέλτιστη η καλύτερη είναι η τελευταία δηλαδή η θεολογική. Περί το τιμιότατον γαρ αισθήτων όντων, γιατί είναι το κομμάτι εκείνο των θεωρητικών επιστήμων το οποίο εξετάζει το τιμιότατον των όντων. Δηλαδή ασχολείται με τον ίδιο των θεών. Και βέβαια σε διάφορες άλλες ομάδες φιλοσόφων, όπως είναι οι ιστοϊκοί φιλόσοφοι, επίσης γίνονται άλλες διακρίσεις, μιλούν για τρία είδη θεολογίας οι φιλόσοφοι, το μυθικό, το φυσικό και το πολιτικό. Δεν θα επιμείνουμε σε αυτά, γιατί πρέπει να προχωρήσουμε να παρουσιάσουμε ακριβώς αυτό το οποίο μας ενδιαφέρει, δηλαδή την θεολογική, την πρόσληψη της θεολογίας μέσα στην πατερική γραμματεία. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, που ήδη είδαμε για το γεγονός, δηλαδή ότι ήδη η θεολογία, ο όρος θεολογία, ήταν συνηφασμένος με συγκεκριμένα στοιχεία της αρχαίας φιλοσοφικής σκέψης, οι χριστιανοί συγγραφείς και γενικότερα οι εκκλησιαστικοί ηγέτες, υπήρξαν επιφυλακτικοί ως προς την χρήση του όρου αυτού. Δηλαδή δεν χρησιμοποιείται πρόημα σε ένα πρόημο στάδιο όρος θεολογία. Χρησιμοποιείται για πρώτη φορά από τους λεγόμενους απολογητές συγγραφείς, για τους οποίους θα μιλήσουμε στο μεθεπόμενό μας μάθημα. Είναι μια ιδιαίτερη ομάδα συγγραφέων που εμφανίζονται στη διάρκεια του δεύτερου αιώνα και στις αρχές του τρίτου αιώνα, και οι οποίοι μάλιστα προέρχονταν από φιλοσοφικούς κύκλους, γι' αυτό ακριβώς τον λόγο χρησιμοποιούν και μάλιστα εναλλάξ, δηλαδή ως περίπου συνώνυμους τους όρους φιλοσοφία και θεολογία. Και βέβαια ο όρος αυτός, ο όρος θεολογία αποσαφηνίζεται και χρησιμοποιείται με μεγαλύτερη ασφάλεια από τους συγγραφείς των μεταγενέστερων χρονικών περιόδων και κυρίως στην περίπτωση των Αλεξανδρυνών Θεολόγων, που είναι, όπως θα δούμε, ένα σημαντικό σημείο στην εξέλιξη της χριστιανικής θεολογικής παράδοσης, τον τρίτο αιώνα, η εμφάνιση της λεγόμενης Αλεξανδρυνής Θεολογικής Σχολής με τους μεγάλους Αλεξανδρυνούς Θεολόγους, τον Οριγέννη, τον Κλίμεντα, τον Αλεξανδρέα. Εκεί πλέον γίνεται μια διάκριση μεταξύ της χριστιανικής θεολογίας και της θεολογίας όπως την προσδιόριζαν οι εθνικοί, ο ιδολολατρικός κόσμος, οι φιλόσοφοι οι οποίοι είχαν αναγάγει, όπως γνωρίζουμε, την φιλοσοφία σε ένα είδος θρησκείας. Έτσι, λοιπόν, γίνεται λόγος στην Αλεξανδρυνή Θεολογία για την όντως φιλοσοφία, η όντως φιλοσοφία και αληθής θεολογία. Βλέπετε ότι δεν χρησιμοποιούνται μόνοι τους οι δύο όροι, φιλοσοφία και θεολογία, αλλά προτάσσονται αυτών των όρων δύο συγκεκριμένοι προσδιορισμοί, που ακριβώς θέλουν να δηλώσουν την διάκριση της χριστιανικής θεολογίας και γενικότερα της χριστιανικής πίστης, όπως εδώ στην προκειμένη περίπτωση δηλώνει η θεολογία. Δηλαδή αυτό που θα δούμε είναι η ενασχόλησή τους με ένα σύστημα χριστιανικών αληθιών, που πρώτοι το κάνουν οι Αλεξανδρυνοί θεολόγοι. Έχουμε, όπως θα δούμε, την πρώτη παρουσίαση ενός συστηματικού εγχειρηδίου να πραγματοποιείται αυτή την εποχή από τους Αλεξανδρυνούς θεολόγους, το περίφημο έργο περιαρχών του Οριγέννη, και έτσι λοιπόν γίνεται μια διάκριση από την φιλοσοφία του εθνικού κόσμου και την θεολογία όπως την νοούσε ο εθνικός κόσμος, δηλαδή την αριστοτελική ενασχόληση με το τιμιότατο των όντων. Εδώ γίνεται λόγος για την όντως φιλοσοφία και την αληθή θεολογία, την πραγματική θεολογία, την θεολογία δηλαδή όπως την ερμηνεύουν και την παρουσιάζουν μέσα από το έργο τους «Η Χριστιανή Συγγραφής». Και ο Ευσέβιος Κεσαρίας, στον 4ο αιώνα, λίγο αργότερα, ένας πολύ σπουδαίος συγγραφέας, γιατί είναι ο πρώτος εκκλησιαστικός ιστορικός, σε ένα έργο του το οποίο μας έχει σωθεί αποσπασματικά περί εκκλησιαστικής θεολογίας, σημειώνει χαρακτηριστικά ότι η θεολογία διδάσκεται από τους προφήτες και τους Αποστόλους. Είναι η πρώτη χαρακτηριστική διατύπωση που έχουμε, τη συναντούμε στον Ευσέβιο Κεσαρίας, όπου συνδέεται η χριστιανική θεολογία με το προφητικό λόγο. Και εμφανίζεται ως μια ενότητα, δηλαδή δεν είναι κάτι αποσπασμένο αυτό το οποίο διδάχθηκε ή προφητεύθηκε από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, σε σχέση με αυτό το οποίο διδάχθηκε από τους Αποστόλους, αλλά υπάρχει μια ενότητα. Η θεολογία διδάσκεται από τους προφήτες, από τα προφητικά κείμενα, και γι' αυτό σας είπα ότι τα προφητικά κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης είναι αυτά τα οποία ιδιαίτερα χρησιμοποιήθηκαν μέσα στην εκκλησιαστική λατρεία και αναγνώστηκαν μέσα στις εκκλησιαστικές συνάξεις, γι' αυτό και υπήρχε και ένα ειδικό βιβλίο, λειτουργικό λατρευτικό βιβλίο, το οποίο ονομαζόταν προφητολόγιο. Δηλαδή περιελάμβανε όλα αυτά τα κείμενα από τα προφητικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης τα οποία αναφέρονται στην έλευση στα γεγονότα τα οποία σχετίζονται με τη Θεία Εικονομία, δηλαδή στην ενανθρώπιση του Θεού και σε όλα αυτά τα γεγονότα της σωτηρίας του κόσμου. Έτσι λοιπόν για πρώτη φορά από τον Ευσέβιο έχουμε την ενότητα Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Την ενότητα του προφητικού με τον αποστολικό λόγο. Στην Δύση όπου έχουμε διαφορετικές φιλοσοφικές αφετηρίες, βεβαίως έχει χρησιμοποιηθεί και έχει μεταφραστεί ο Αριστοτέλης και ο Πλάτωνας, αλλά υπάρχουν διαφορετικά αφετηριακά πλαίσια για την θεολογική σκέψη της Δύσεως. Βλέπουμε, διαπιστώνουμε ότι η δυτική χριστιανική σκέψη υπήρξε πιο επιφυλακτική, ακόμη περισσότερο επιφυλακτική, στην χρήση του όρου θεολογία. Και πραγματικά ο όρος θεολογία εμφανίζεται πλέον μέσα στην Πατερική Γραμματεία για πρώτη φορά στην Ανατολή και συνεχεία και στην Δύση με τρεις έννοιες, νοηματοδοτείται δηλαδή με τρεις διαφορετικές έννοιες, όπως εδώ πέρα θα τις δούμε πολύ σύντομα. Η πρώτη έννοια είναι ότι ως θεολογία δηλώνεται η αναγνώριση της θεότητας, της ύπαρξης δηλαδή του Θεού και η προσπάθεια κατανόησης και έκθεσης των θεμάτων που σχετίζονται με τον Θεό. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι συμπορεύεται αυτή η νοηματοδότηση της θεολογίας από τους Πατέρες της Εκκλησίας με αυτό το οποίο είδαμε στον Αριστοτέλη, να γίνεται λόγος για τη θεολογία ως ένα μέρος, ως ένα τμήμα της θεωρητικής επιστήμης, αλλά εδώ βέβαια εξειδικεύεται αυτή η ενασχόληση και η έκθεση των θεμάτων που αφορούν στον Θεό. Εξειδικεύεται μέσω της ενασχόλησης των θεολόγων, των Πατέρων της Εκκλησίας και των πρώτων χριστιανών συγγραφέων με τα θέματα της ουσίας, με την ουσία του Θεού, με τις ενέργειες και με τα πρόσωπα του Θεού. Είναι τρία ζητήματα τα οποία συγκροτούν αυτό που ονομάζουμε τριαδολογία. Γι' αυτό και η θεολογία πολύ πρώιμα ταυτίζεται με την τριαδολογία, όπως βλέπετε εδώ στη συνέχεια. Η όρος χρησιμοποιείται υπό την έννοια αυτή που σας εκθέτω την πρώτη θεώρη, στην πρώτη νοηματοδότηση του όρου θεολογία από τους Πατέρες της Εκκλησίας, ταυτίζεται με την τριαδολογία. Πολύ θεολογία λέει ο κλήμισσος Αλεξανδρέας. Πολύ θεολογία σχέση τε πατρός προς ιόν και ιού προς πατέρα έστιμα αθήνου κέλατον από των προφητών. Εντάξει, για τη σχέση του πατέρα με τον ιό και του ιού με τον πατέρα μπορούμε να πληροφορηθούμε πολλά στοιχεία να λάβουμε από τους προφήτες. Βλέπετε πολλή θεολογία. Η θεολογία εδώ ταυτίζεται με τις ενδοτριαδικές σχέσεις, όπως τις ονομάζουμε σήμερα. Τις σχέσεις δηλαδή μεταξύ των προσώπων της Αγίας Τριάδος. Και το πιο χαρακτηριστικό έργο στο οποίο έχουμε μια εκτενή ανάπτυξη αυτού του θέματος, όπως το συναντούμε εδώ με την έννοια της θεολογίας, δεν υπάρχει από την περίπτωση των πέντε θεολογικών λόγων του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Γι' αυτό και ονομάστηκε ο Γρηγόριος Θεολόγος. Πήρε την προσωνυμία Θεολόγος. Είναι ένας από τους λίγους, όπως γνωρίζετε, συγγραφείς, χριστιανούς συγγραφείς και πατέρες της εκκλησίας μέσα στην ιστορία της εκκλησίας που χαρακτηρίζονται με την προσυγωρία του Θεολόγου. Ο Γρηγόριος Θεολόγος ακριβώς λόγω αυτών των συστηματικών έργων του μέσα από τα οποία παρουσιάζει την τριαδολογία της εκκλησίας. Και που είναι ένα έργο σε μορφή λόγων που σχετίζεται ακριβώς με τις τριαδολογικές έρηδες και συζητήσεις του τέλους του δεύτερου μισού του τέταρτου αιώνα, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μεταβαίνει και στην Κωνσταντινούπολη όπου αναγορεύεται, χειροτονείται αρχιεπίσκοπος της Κωνσταντινουπόλεως για ένα μικρό χρονικό διάστημα και προεδρεύει μάλιστα και στην δεύτερη οικουμενική σύνοδο, για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα προεδρεύει και στην δεύτερη οικουμενική σύνοδο του 381. Εκείνο το οποίο μόνο θα πρέπει να πούμε, σας το λέω, απλά κρατήστε το σε κάποιο σημείο του μυαλού σας, θα το συναντήσετε στα μαθήματα της δογματικής και της ιστορίας των δογμάτων, είναι ότι έχουμε επίσης μια διάκριση που τη συναντούμε για πρώτη φορά πάλι στον Ευσέβιο Κεσαρίας, μεταξύ των όρων θεολογία και του όρου οικονομία. Που και ο όρος οικονομία εκφράζει την θεολογία, αλλά σε σχέση με το πρόσωπο του Υιού, ο όρος οικονομία. Δηλαδή σε σχέση με αυτά τα γεγονότα τα οποία αφορούν στη σωτηρία του κόσμου, δηλαδή την ενανθρώπηση του Υιού και λόγου του Θεού. Οτιδήποτε άλλο πριν από την ενανθρώπηση αφορά στη θεολογία λέει ο Ευσέβιος. Από εκεί και μετά έχουμε τον όρο οικονομία. Είναι ένας θεολογικός όρος ταυτόσυμος περίπου με τη θεολογία, αλλά που με συνέπεια χρησιμοποιείται η διάκριση αυτή θεολογίας και οικονομίας στους πατέρες της εκκλησίας και στους χριστιανούς συγγραφείς. Και γι' αυτό σε πολλά έργα όπου γίνεται αναφορά στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, ιδίως σε έργα ασκητικά ή σε ευρύτερα θεολογικά έργα του Αγίου Μαξίμου του ομολογητού, ας πούμε τα κεφάλαια, γίνεται διάκριση λέει κεφάλαια θεολογικά και οικονομικά. Εκεί δεν γίνεται λόγος για ζητήματα οικονομίας όπως την αντιλαμβανόμαστε εμείς σήμερα, αλλά για την οικονομία αυτή που είπαμε, δηλαδή το τμήμα αυτό της θεολογίας που σχετίζεται με την λειτουργία, με την δράση του Υιού του Θεού, του Λόγου του Θεού μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Ο δεύτερος ορισμός που θα μπορούσαμε να δώσουμε με βάση τα στοιχεία αυτά που προκύπτουν μέσα από τα πατερικά κείμενα είναι ότι η θεολογία νοηματοδοτεί την συγκρότηση ενός συστήματος χριστιανικών αληθιών σε ένα σύνολο. Κάτι το οποίο θα μπορούσαμε να πούμε ότι περίπου σχετίζεται και με αυτό που σήμερα δηλώνουμε ως θεολογία. Η θεολογία είναι η ενασχόλησή μας μέσα από τα εργαλεία αυτά της σύγχρονης επιστήμης, η ενασχόλησή μας με το σύνολο των χριστιανικών αληθιών. Είναι χριστιανική θεολογία και στη θεολογική μας σχολή διδασκόμαστε χριστιανική θεολογία ασχέτος αν κάποιοι εδώ συνάδελφοι από το άλλο τμήμα έχουν εδώ τελείως αντιεπιστημονικά εισαγάγει και ένα κομμάτι παράλληλων σπουδών για μουσουλμανική θεολογία που είναι κάτι τελείως απαράδεκτο σε σχέση με τα επιστημολογικά κριτήρια τα οποία ισχύουν σήμερα στην επιστήμη και όχι τα ομολογιακά μας πιστεύω. Αυτό το οποίο σας λέω δηλαδή δεν θα σας το λέω ως χριστιανός, ως βαπτισμένος χριστιανός, σας το λέω ως θεολόγος επιστήμονας. Ότι είναι κάτι το οποίο δεν το συναντούμε πουθενά σε ολόκληρη την Ευρώπη ασχέτος με τα όσα γράφονται και που ενδεχομένως τα έχετε δει, τα έχετε παρακολουθήσει ή θα πέσετε τυχαία σε κάτι που θα διαβάσετε ότι αυτό το οποίο γίνεται αυτή τη στιγμή από το Τμήμα Θεολογίας είναι κάτι που εφαρμόζεται εδώ και πολλές δεκαετίες σε άλλες ευρωπαϊκές θεολογικές σχολές. Δεν υπάρχει πουθενά κάτι τέτοιο. Δεν υπάρχει πουθενά. Αυτή η άμυκτη μήξη που επιχειρείται σήμερα στη θεολογική μας σχολή δεν υπάρχει πουθενά στα επιστημονικά πράγματα όλης της Ευρώπης αλλά ακόμη και της Αμερικής, γιατί και στην Αμερική είναι διακριτές οι θεολογικές σπουδές, αυτά τα θέματα που λέγονται departments of theology από τις θρησκεολογικές που είναι departments of religious studies. Είναι τελείως διαφορετικά πράγματα. Το ίδιο υπάρχει και στην Ευρώπη. Εμείς εδώ στη Θεσσαλονίκη έχουμε καταστρατηγήσει αυτό, όχι απλά αυτήν την νοηματοδότηση του όρου θεολογίας, όχι απλά ως κάτι το οποίο θα έλεγα να το ακολουθήσουμε επειδή ορίζεται από τους πατέρες της εκκλησίας, αλλά κάτι το οποίο ακολουθείται με βάση τα σήμερινα τα σύγχρονα κριτήρια της θεολογικής επιστήμης σε ολόκληρο τον κόσμο. Δεν μπορούν να αναμοιχθούν άμυκτα πράγματα. Λοιπόν, το δεύτερο λοιπόν στοιχείο είναι αυτό. Η συγκρότηση ενός συστήματος των χριστιανικών αληθιών, των αληθιών της χριστιανικής πίστης, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μέσα από τα μεμονωμένα συγγράμματα των χριστιανών συγγραφέων και των πατέρων της εκκλησίας, αλλά κατεξοχήν μέσα, όπως είπαμε, από τα συνοδικά κείμενα που έχουν, όπως σας ενέφερα στο προηγούμενο μάθημα, μια ιδιαίτερη αναφορά στα θέματα της θεολογίας και των επιμέρους χριστιανικών αληθιών. Και το τρίτο, η τρίτη θεώρηση, νοηματοδότηση του όρου θεολογία, που επίσης στην χριστιανική παράδοση προσναβάνει μια πολύ συγκεκριμένη ερμηνεία και επικρατή θα μπορούσαμε να πούμε σε πολύ μεγάλο βαθμό μέσα στην θεολογική παράδοση των πατερικών κειμένων, είναι η εμπειρική θέαση της θεολογίας. Ότι η θεολογία δηλαδή αποτελεί μία μέθοδο εγκύσεως του θεού, που σχετίζεται με την πνευματική εμπειρία των αγίων και των πατέρων, γι' αυτό και πολλές φορές οι όροι αυτοί είναι ταυτόσυμοι. Θα συναντήσουμε στα πατερικά κείμενα να εναλλάσσονται οι όροι πατέρες και άγιοι. Γιατί, για τον λόγο ακριβώς που τονίσαμε βέβαια και ως κριτήριο της διάκρισης ενός προσώπου σε πατέρα της εκκλησίας, αυτό το στοιχείο δηλαδή της αγιότητας του βίου, που είδαμε ότι υπάρχει και στην ανατολική θεολογική παράδοση και στην δυτική θεολογική παράδοση, η σάνχτητας βίτε που είπαμε, η αγιότητα του βίου. Δεν οείται μια συγκροτημένη, ορθή κατά τη δογματική αλήθεια της εκκλησίας διδασκαλία από έναν χριστιανό συγγραφέα διατυπωμένη και μέσα από τα συγγράμματα του εάν αυτή δεν διαχαίεται και δεν αλληλοπεριχωρείται με το ορθόδοξο ήθος, με το βίωμα δηλαδή της πίστεως που ακριβώς και στην περίπτωση αυτή προσλαμβάνει έναν, μια συγκεκριμένη έννοια στην πατερική θεόρηση της θεολογίας. Θεολογία λοιπόν είναι και αυτή η συγκεκριμένη, η ορισμένη εμπειρική μέθοδος εγκύσεως του Θεού που τη συναντούμε κατά κύριο λόγο να αναπτύσσεται από τον τέταρτο αιώνα και μετά στους λεγόμενους πατέρες της ερήμου ή νηπτικούς πατέρες δηλαδή στους ασκητικούς συγγραφείς που δεν είναι βέβαια κάτι διαφορετικό από τους, αυτούς που θα ονομάζαμε πατέρες του κόσμου, τους μεγάλους πατέρες της εκκλησίας που γνωρίζουμε που πρωτοστάτησαν στα ιστορικά δρώμενα της εκκλησίας από τους πρώτους αιώνες και κυρίως πρωτοστάτησαν, πρωταγωνίστησαν στη διαμόρφωση του δόγματος όπως είπαμε μέσω των συνόδων, αλλά υπάρχει μια απόλυτη σύνδεση και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι οι μεγάλες ασκητικές μορφές για παράδειγμα του τετάρτο αιώνα που διαμορφώνουν αυτά τα τρίπτυχα πράξη, γνώση, θεολογία στους ασκητικούς συγγραφείς, η πνευματική τελείωση των χριστιανών που είναι ένα στοιχείο που σχετίζεται ακριβώς με το ορθόδοξο βίωμα, δεν είναι κάτι το οποίο διατυπώνεται από κάποια πρόσωπα αποκομμένα στην έρημο, αλλά είναι από μεγάλους ασκητικούς συγγραφείς που ζουν στην έρημο, οι οποίοι όμως έχουν θητεύσει κοντά στους μεγάλους πατέρες της εκκλησίας. Ο Ευάγριος ο Ποντικός, για παράδειγμα, που το έργο του είναι σταθμός στην ανάπτυξη αυτής της θεολογίας, είναι υπήρξε μαθητής του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και πολλά άλλα πρόσωπα. Και βέβαια αυτή η θεώρηση της πνευματικής τελειότητας προϋπάρχει και των ασκητικών συγγραφέων. Αν θα δείτε το έργο του Κλίμεντος του Αλεξανδρέως, εκεί θα δείτε ότι γίνεται συστηματικά μια αναφορά στο ζήτημα της χριστιανικής τελειότητας και υπάρχει και ολόκληρο βιβλίο, και το τέταρτο βιβλίο και το όγδο βιβλίο στους τροματίες του Κλίμεντος του Αλεξανδρέως, όπου ακριβώς αναπτύσσεται το ζήτημα της τελειότητας, περιτελείων και τελειότητος. Εντάξει, βασίζεται, παρουσιάζει ο Κλίμες ο Αλεξανδρέας ακριβώς αυτήν την τριπλή εξέλιξη της πνευματικής ζωής. Από την πράξη, στην γνώση ή στην θεωρία, εντάξει, και από εκεί στην θεολογία. Είναι μια ολόκληρη παράδοση που αναπτύσσεται από τους ασκητικούς συγγραφείς και που μας είναι αρκούντος γνωστή σήμερα από πάρα πολλά κείμενα και αυτής της πρόημης περιόδου, αλλά και αναπτύσσεται και στους μεταγενέστερους συγγραφείς. Για παράδειγμα, ο Άγιος Σημεών ο Νέος Θεολόγος είναι ένας από τους συγγραφείς που ιδιαίτερα στέκονται στο ζήτημα αυτό, της θεολογίας ως εμπειρικής εγγύσεως του Θεού. Προσέξτε και πρέπει να το διευκρινήσουμε αυτό, ως μιας μεθόδου μεθέξεως, όπως αναφέρεται από τους πατέρες της εκκλησίας. Μιλούμε για μέθεξη και όχι για οντολογική πρόσληψη του Θεού. Τι προσλαμβάνουμε από τον Θεό? Από τον Θεό δεν προσλαμβάνουμε την ουσία, δεν μπορούμε να γίνουμε μέτοχοι της ουσίας του Θεού, ως ενός όντως το οποίο είναι ανώτερο από την ανθρώπινη ύπαρξη. Γιατί έχει δημιουργήσει την ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά τι κάνουμε, μετέχουμε των ενεργειών του Θεού. Οι χριστιανοί λοιπόν μέσα στην εκκλησία μετέχουν, είναι μέτοχοι κατά μέθεξη, καθίστανται Άγιοι, γιατί μετέχουν των θείων ενεργειών, δηλαδή της χάριτος του Θεού. Και θα μπορούσαμε σήμερα με βάση όλα τα ανωτέρω να δώσουμε έναν σύγχρονο ορισμό της θεολογίας, όπως σήμερα λειτουργεί η θεολογία και μέσα στον επιστημονικό χώρο, ως της επιστήμης που ασχολείται με τις αλήθειες της χριστιανικής πίστης και της ζωής της εκκλησίας στο παρελθόν και στο παρόν. Αυτός είναι ένα σύντομος ορισμός, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε στο τέλος και στα αίσχατα, όχι μόνο στο παρόν, γιατί η θεολογία δεν σταματάει μόνο στο παρόν, ή με τις αλήθειες της εκκλησίας που αφορούν μόνο το παρόν, αλλά εκτείνονται και στα αίσχατα, που βέβαια τα αίσχατα μέσα στην ορθόδοξη θεολογία ορώνται ως παρόν. Εδώ ολοκληρώνεται το κομμάτι αυτό, το ολοκληρώνουμε πολύ σύντομα και θα κάνουμε ένα μικρό διάλειμμα, δέκα λεπτόν, με συγχωρείτε δέκα λεπτόν, για να περάσουμε στο κομμάτι των λογοτεχνικών ειδών της πατερικής γραμματείας. Είπαμε ότι πέρα από τον θεολογικό χαρακτήρα που έχουν τα πατερικά κείμενα, που είναι ακριβώς αυτό το στοιχείο που προσδιορίζει τα κείμενα αυτά και τους δίνει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για εμάς ως θεολόγους, δηλαδή η μελέτη της διδασκαλίας των προσώπων που έγραψαν τα κείμενα αυτά, έχει και ο λεγόμενος λογοτεχνικός χαρακτήρας. Ως λογοτεχνικό χαρακτήρα ορίζουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκαν τα κείμενα αυτά, ένα υπάρχον, ένα προϋπάρχον πλαίσιο, το οποίο ακολούθησαν οι χριστιανοί συγγραφείς, πολλοί από τους οποίους, θα δούμε όταν θα μιλήσουμε για τους συγγραφείς από το επόμενο μάθημα, πολλοί από αυτούς τους συγγραφείς ήταν και οι ίδιοι, ήταν συγγραφείς κειμένων και στην προ της χριστιανικής ζωής τους, της προσέλευσής τους στον χριστιανισμό ζωή τους. Ήταν δηλαδή σημαντική συγγραφής διαφόρων κειμένων, επομένως ακολουθούσαν όπως γινόταν, γνωρίζουμε ότι ήταν καθιερωμένο αυτό να γίνεται στην αρχαιότητα, ακολουθούσαν συγκεκριμένους κανόνες και ενέτασαν το έργο τους, το κείμενο το οποίο συνέτασαν, το ενέτασαν μέσα σε αυτούς τους κανόνες οι οποίοι ήταν και διατυπωμένοι, δηλαδή έχουμε διατύπωση των κανόνων συγγραφής των κειμένων μέσα από τους διαφόρους θεωρητικούς των λογοτεχνικών ειδών στην αρχαιότητα. Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο έχουμε τη διαμόρφωση των διαφόρων ειδών της πατερικής γραμματείας και βέβαια μέσα σε αυτά τα είδη εντάσσουμε και τα λογοτεχνικά είδη που συναντούμε στα κείμενα της Καινής Διαθήκης. Ως λογοτεχνικά είδη, δηλαδή το λογοτεχνικό είδος των Ευαγγελίων, των Πράξεων, των Επιστολών, των Αποκαλύψεων. Αυτό γιατί σε αυτή τη λογοτεχνική μορφή δεν συναντούμε μόνο τα κείμενα της Καινής Διαθήκης. Αλλά τι άλλο συναντούμε, συναντούμε ένα μεγάλο αριθμό κειμένων που μηνύθηκαν τα έργα αυτά και στους μεταγενέστερους αιώνες. Ασφαλώς τις επιστολές δεδομένου ότι η επιστολογραφία και στον αρχαίο κόσμο αλλά και στον μεσεωνικό κόσμο ήταν ένα από τα είδη, από τα λογοτεχνικά είδη που γνώρισαν τη μεγαλύτερη άνθιση. Ίσως το πιο ευραίος διαδεδομένο λογοτεχνικό είδος στην αρχαιότητα και στον μεσαίωνα είναι η επιστολογραφία. Όχι με τη μορφή αυτή που σήμερα γνωρίζουμε την επιστολογραφία, αλλά μέσα από την τήρηση συγκεκριμένων οδηγιών, συγκεκριμένων κανόνων. Αυτοί ονομάζονται επιστολογραφικοί τύποι και είναι διαμορφωμένοι από τους μεγάλους διδασκάλους και θεωρητικούς της αρχαίας ρητορικής σε ιδιαίτερα έργα τους που ακολουθούν ακριβώς, συνήθως έχουν επιγράφονται ως προγυμνάσματα ή επιστολικοί τύποι και εκθέτουν ακριβώς στους μαθητές τους ή στους αναγνώστες αυτών των κειμένων τους κανόνες τους οποίους θα πρέπει να ακολουθηθούν για τις διάφορες επιστολές. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώθηκαν επιμέρους επιστολές όπως είναι οι συστατικές επιστολές, οι κοινωνικές, οι επιστολές για θέματα εκκλησιαστικής ευταξίας, οι απολογητικές, οι παραμηθητικές και ούτω καθεξής έχουμε ένα μεγάλο αριθμό επιστολών και μάλιστα και πολλές μεγάλες πραγματίες ακολούθησαν αυτούς τους κανόνες. Για αυτό και λέμε ότι έχουμε τις λεγόμενες επιστολημέες πραγματίες δηλαδή πραγματίες μεγάλες που θα μπορούσαν να αποτελούν αυτοτελή έργα για τις οποίες όμως η συγγραφή αυτών των κειμένων ακολούθησαν τους κανόνες που έθεταν η θεωρητική όπως είπαμε της αρχαίας ρητορικής για το επιστολικό είδος. Και θα δείτε ότι πάρα πολλά από τα κείμενα και θα τα δούμε και μαζί πάρα πολλά από τα σημαντικά έργα τα οποία μας έχουν διασωθεί ανήκουν στην αρχική τους μορφή στις επιστολές δηλαδή είναι κείμενα τα οποία εστάλησαν. Δεν γράφτηκαν ως αυτοτελείς πραγματίες αλλά έχουν συγκεκριμένους αποδέκτες και αυτό το συναντούμε σε πάρα πολλά τέτοια κείμενα. Το ίδιο συμβαίνει και με τις αποκαλύψεις και με τις πράξεις και με τα Ευαγγέλια που είναι τρία είδη για τα οποία θα μιλήσουμε σε ένα από τα επόμενά μας μαθήματα διότι εντάσσονται μέσα στην ενότητα αυτή της λεγόμενης απόκρυφης χριστιανικής γραμματείας που είναι μια ενότητα πολλών κειμένων ίσως να είναι και εκατοντάδες τα κείμενα αυτά τα οποία μάλιστα δεν σώζονται μόνο στα ελληνικά αλλά σώζονται και στα λατινικά και στις άλλες ανατολικές γλώσσες και τα κείμενα αυτά λειτούργησαν παραπληρωματικά θα μπορούσαμε να πούμε στα κανονικά βιβλία της Αγίας Γραφής. Έχουμε απόκρυφα χριστιανικά κείμενα και της Παλαιάς Διαθήκης που συμπληρώνουν υποτίθεται ή διατηρούν διασώζουν στοιχεία που δεν ενσωματώθηκαν μέσα στα κανονικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης και αντίστοιχα απόκρυφα κείμενα και της Καινής Διαθήκης σε πολύ μεγάλο βαθμό δεν θα σας πω τίποτε περισσότερο γιατί θα τα δούμε διεξοδικά αυτά. Από εκεί και πέρα μετά από τα είδη αυτά τα πρώτα λογοτεχνικά είδη τα πρώτα τέσσερα λογοτεχνικά είδη που είδαμε πριν που τα αναγνωρίζουμε ακριβώς λόγω της χρήσης αυτών των λογοτεχνικών ειδών στο βιβλίο της Καινής Διαθήκης μετάξει των βιβλίων της Καινής Διαθήκης και που μπορούμε να ανοιχνεύσουμε πρέπει να σας πω εδώ στοιχεία στη λογοτεχνικότητα αυτών των κειμένων διάφοροι επιστήμονες ανοιχνεύουν στοιχεία πρότυπα της θύραθεν γραμματείας όπως είναι για παράδειγμα τα Ευαγγέλια ή και η πράξη των Αποστόλων που αρκετοί επιστήμονες έχουν υποστηρίξει ότι λογοτεχνικά υιοθετούν ως πρότυπο τους τα έργα του ξενοφόντος, τα ιστορικά έργα του ξενοφόντος εντάξει όπου έχουμε και εκεί απομνημονεύματα και μια ιστορική δίηγηση. Αυτό φαίνεται και από τον χαρακτηρισμό που δίνει ο Άγιος Ιουστίνος που θα μιλήσουμε γι' αυτόν ο Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυρας που είναι ο πιο σημαντικός εκπρόσωπος της ομάδας των απολογητών συγγραφέων ο οποίος μιλάει για απομνημονεύματα των Αποστόλων επομένως ήδη δίνει υπό φως και ακριβώς αυτή η λογοτεχνική εξάρτηση των Ευαγγελίων ή των πράξεων από τα αντίστοιχα απομνημονεύματα τα οποία είναι ένα καθιερωμένο λογοτεχνικό είδος της αρχαιότητας όχι μόνο από τον ξενοφόντο αλλά και από πολλούς άλλους συγγραφείς. Εκτός λοιπόν από τα κείμενα αυτά κάποια άλλα είδη λογοτεχνικά στα οποία διαιρούμε τα κείμενα και εντάσσουμε τα κείμενα της Πατερικής Γραμματείας είναι καταρχήν οι ομιλίες που είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό είδος. Η ομιλητική γραμματεία, η ενταγμένη μέσα στην Πατερική Γραμματεία είναι εκτενέστατη δεδομένου ότι ένα μεγάλο μέρος των έργων των Πατέρων της Εκκλησίας και των άλλων χριστιανών συγγραφέων ήταν κείμενα τα οποία εκφωνήθηκαν, ήταν ομιλίες ή λόγοι. Επομένως ανήκουν μέσα στην κατηγορία των ομιλιών και βέβαια έχουμε έναν ιδιαίτερο κλάδο και της θεολογίας και της θεολογικής επιστήμης αλλά και της φιλολογίας που ασχολείται με τις ομιλίες και ονομάζεται ομιλητική. Και θα δείτε αυτά και σε ένα από τα μεγαλύτερα εξάμινα θα έχετε ένα μάθημα τέτοιο ομιλητικής που είναι ένα σημαντικό μάθημα και εστιάζει την προσοχή του και στην ιστορία αλλά και στην θεωρία των ομιλιών ή του εκκλησιαστικού κηρύγματος. Που είναι θέματα που εφάπτονται και αλληλεπιδρούν το ένα στο άλλο. Έτσι λοιπόν οι λόγοι και οι ομιλίες, στις λόγους και στις ομιλίες δεν ανήκουν μόνον τα κείμενα εκείνα τα οποία σήμερα μας είναι γνωστά θα τα χαρακτηρίζουμε με έναν σύγχρονο όρο τα κηρύγματα αλλά είναι και διδακτικά κείμενα τα οποία αφορούσαν την επεκκλησίας διδαχή προς το πείμνιο από τους πατέρες της εκκλησίας και τους άλλους τους υπόλοιπους χριστιανούς συγγραφείς που συνήθως ήταν ποιμένες ήταν πρόσωπα δηλαδή που συμμετείχαν μέσα στο έργο της διδαχής και της εκκλησιαστικής κατήχησης και γι' αυτό ακριβώς στον λόγο επηγράφονται συνήθως ομιλία ή και λόγος. Θα δείτε κάποιοι όταν που θα πάρετε που θα επιλέξετε στις εργασίες σας για παράδειγμα κάποιον τόμο από τα ερμηνευτικά υπομνήματα από τα ερμηνευτικά έργα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου ότι τα υπομνήματα αυτά συγκροτούνται από ομιλίες. Είναι ομιλίες, ομιλία πρώτη ή στην πρώτη προσχορηθείουση επιστολή, ομιλία δευτέρα, ομιλία τρίτη ομιλώνει ακριβώς η επιγραφή αυτή, δεν είναι τυχαίες οι επιγραφές και ούτε πλαστές είναι επιγραφές που ακριβώς αντικατοπτρίζουν και αποτελούν μάρτυρες για τη χρήση αυτών των κειμένων. Αυτά τα κείμενα λοιπόν καταρχήν εκφωνήθηκαν ως ομιλίες διδακτικές από τον Χρυσόστομο στο ακροατήριό του και γνωρίζουμε μάλιστα έχουμε και πολλά τεκμήρια ιδιαίτερα για την περίπτωση του Αγίου του Χριστόμου που είναι ένας από τους πιο σημαντικούς ομιλητές της προημής πατερικής περιόδου του λεγόμενου Χρυσού αιώνα της εκκλησιαστικής ομιλητικής και ριτορικής ότι τα κείμενα αυτά καταγράφονταν τη στιγμή που ο Χρυσόστομος εκφωνούσε αυτές τις ομιλίες καταγράφονταν από ταχυγράφους από πρόσωπα δηλαδή που ήταν επιφορτισμένα με το έργο της αντιγραφής των ομιλιών που διαζώσεις εκφέρονταν από τους ομιλητές και βέβαια εντάσσονται στον κύκλο οι ομιλίες στον ευρύτερο κύκλο της λεγόμενης εκκλησιαστικής ριτορικής όταν μιλούμε για ριτορική θα πρέπει να σας πω ότι αναφερόμαστε σε μία ιδιαίτερη κατηγορία που γνώρισε του επιστητού θα μπορούσαμε να πούμε της αρχαιότητας και της κλασικής και της ύστερης αρχαιότητας και του μεσαιωνικού κόσμου δεδομένου ότι η ριτορική εμφανίζεται από πάρα πολύ νωρίς ως μάθημα μεταξύ των λεγωμένων μαθημάτων της εγκυκλίου παιδεύσεως δηλαδή στο ανώτατο επίπεδο σπουδών που παρεχόταν στην αρχαιότητα και κατά τον μεσέωνα μεταξύ των μαθημάτων κυρίως των τεσσάρων μαθημάτων της λεγόμενης τετρακτίος των μαθημάτων ήταν και η ριτορική και πρέπει να σας πω ότι μάλιστα είναι πολύ σημαντικό ότι η παράδοση αυτή της διδασκαλίας της ριτορικής ως ενός μαθήματος σε υψηλού επιπέδου παραμένει και διασώζεται ως την ύστερη τουρκοκρατία δηλαδή και στις ανώτερες σχολές του ελληνισμού που μας έχουν διασωθεί τα εγχειρίδια τα οποία διδάσκονταν οι μαθητές που φοιτούσαν στις σχολές αυτές σώζονται συνήθως μεταφράσεις των παλαιών εγχειριδίων της ριτορικής. Στην περίοδο του 18ου αιώνα και της αρχές του 19ου αιώνα έχουμε για παράδειγμα τα αποφέγματα ή τα ριτορικά γυμνάσματα του ερμογένους του Ταρσαίος ή του Αφθονίου του Σοφιστού. Έχουμε πολλά ριτορικά κείμενα μεγάλων διδασκάλων της ριτορικής της αρχαιότητας τα οποία οι δάσκαλοι της τουρκοκρατίας τα μετέφεραν στην γλώσσα της εποχής και εξακολουθούσαν να τα διδάσκουν στους μαθητές τους ως ένα στοιχείο σημαντικό παιδεύσεως σε ανώτερο επίπεδο στις σχολές συνήθως στα Ελληνομουσία ή στις μεγάλες σχολές του Ελληνισμού στα μεγάλα αστικά κέντρα συνήθως της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Βεβαίως υπάρχουν πολλά στοιχεία τα οποία δεν έχουμε χρόνο να αναπτύξουμε που διαφοροποιούν την εκκλησιαστική ρητορική από την θύραθεν ρητορική. Ωστόσο πολλά στοιχεία προσέλαβε η εκκλησιαστική ρητορική από την θύραθεν και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι μεγάλοι χριστιανοί ρήτορες όπως είναι για παράδειγμα ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ή ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος που σας ενέφερα που αναφέρεται και όσο χριστιανός δημοσθένης ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Τα πρόσωπα αυτά γνωρίζουμε ότι πραγματοποίησαν υψηλού επειπέδου σπουδές στην ρητορική και στη φιλοσοφία και μάλιστα από τις πατρίδες τους είχαν μεταβεί μετέβησαν στα μεγάλα κέντρα παιδείας της εποχής τους όπως ήταν η Αθήνα με την περίφημη φιλοσοφική της σχολή όπου διδαχθήκαν και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Μέγας Βασίλειος και ο Χρυσόστομος και άλλα πρόσωπα διδάχθηκαν και την φιλοσοφία και την ρητορική που είναι τα δύο ίσως σημαντικότερα μαθήματα που διδάσκονταν στην εποχή αυτή. Αποκλήνει ωστόσο, αποκλήνουν οι αρχές της εκκλησιαστικής ρητορικής από τις αρχές που διαμορφώθηκαν ιδίως στην ίστερη αρχαιότητα από την λεγόμενη δεύτερη ισοφιστική κτλ που είναι ένα θέμα πολύ μεγάλο και θα ήταν κουραστικό να σας το παρουσιάσω τώρα γιατί δεν έχουμε χρόνο. Η επόμενη κατηγορία κειμένων είναι πάρα πολύ σημαντική είναι τα δογματικά κείμενα και θα μπορούσαμε να πούμε ότι μετά τα βιβλικά κείμενα, τα κείμενα της βίβλου που συγκροτούν δηλαδή την Αγία Γραφή, τα πιο σημαντικά κείμενα είναι τα δογματικά κείμενα. Αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι τα δογματικά κείμενα στην ουσία είναι τα κείμενα όπου ερμηνεύονται οι αλήθειες της πίστεως και ασφαλώς κατοχυρώνονται. Και γι' αυτό τα συναντούμε σε διάφορες μορφές και στις μορφές των ομολογιών που είναι οι σύντομες διατυπώσεις των βασικότερων στοιχείων της χριστιανικής πίστεως. Οι ομολογίες που και σήμερα εκφέρονται ακόμη ακόμη και το σύμβολο της πίστεως που εμείς σήμερα το επαναλαμβάνουμε σε κάθε κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας είναι ακριβώς μία ομολογία αυτού του χαρακτήρα, μία ομολογία πίστεως συνοδικώμεν κείμενο αλλά είναι μία ομολογία πίστεως. Ή αν θα παρευρεθείτε σε κάποιες άλλες σε κάποια άλλα λειτουργικά λατρευτικά γεγονότα όπως είναι για παράδειγμα η χειροτονία ενός επισκόπου και εκεί έχουμε πάλι την ανάγνωση μίας ομολογίας πίστεως. Δηλαδή ακολουθείται μία παράδοση μακρά ως προς το ζήτημα αυτό των ομολογιών της πίστεως. Έχουμε επιμέρους κείμενα που θα μπορούσαμε να τα δούμε αλλά δεν έχουμε χρόνο δηλαδή το πως εξελίσσονται οι ομολογίες μέσα στην πάροδο των αιώνων με τις διαφορετικές μορφές που προσλαμβάνουν και βέβαια τα σύμβολα της πίστεως που είπαμε ότι εκκινούν από τις ομολογίες και εξελίσσονται σε σημαντικά κείμενα κυρίως συνήθως με συνοδική επικύρωση δηλαδή έχουν συνοδικό χαρακτήρα. Το σύμβολο της πίστεως σήμερα το οποίο είναι ενταγμένο μέσα στη Θεία Λειτουργία και το οποίο απαγγέλεται από τον χορό των ψαλτών ή από όλον τον λαό μέσα στην εκκλησιαστική σύναξη είναι ποιο σύμβολο. Ξέρετε το πιστεύω αλλά ποιο σύμβολο πότε καθιερώνεται αυτό το σύμβολο πότε σχηματίζεται. Όχι μόνο από την πρώτη είναι το σύμβολο το λεγόμενο Νικέας Κωνσταντινού Πόλεως δηλαδή είναι το σύμβολο το οποίο διαμορφώνεται από τις δύο πρώτες οικουμενικές συνόδους. Δηλαδή προσλαμβάνει το σύμβολο της Νικέας και διερμηνεύει κάποια στοιχεία από τα οποία εξακολουθούσαν να δημιουργούν θεολογικές αίριδες και κατά τις μεταγενέστερες δεκαετίες μετά την πρώτη οικουμενική σύνοδο και επαναδιατυπώνεται στην Κωνσταντινού Πόλη. Το σύμβολο λοιπόν της Δευτέρας Οικουμενικής Συνόδου. Και πολλά άλλα σύμβολα είτε από τις οικουμενικές συνόδους είτε και ψευδεπίγραφα σύμβολα. Έχουμε για παράδειγμα το λεγόμενο Αθανασιανό σύμβολο που είναι μια άλλη μεγάλη σημαντική ιστορία μέσα στο πλαίσιο που εξετάζονται όλα αυτά τα κείμενα από το μάθημα της συμβολικής. Και θα τα δείτε αυτά εκτενώς στα μαθήματα στα μεγαλύτερα εξάμινα. Τα σύμβολα αυτά είχαν κατεξοχήν βαπτισματικό χαρακτήρα, γι' αυτό και ονομάζονται βαπτισματικά σύμβολα, όπως και σήμερα κατά την βάπτιση που ο ανάδοχος απαγγέλει το σύμβολο της πίστεως εκ μέρους του νεοφωτίστου, του προσερχωμένου προς το βάπτισμα. Είναι βαπτισματικός ο χαρακτήρας των συμβόλων και θα μπορούσαμε να πούμε ότι οριοθετεί το πλαίσιο της πίστεως του νέου μέλους της εκκλησίας. Τα επόμενα, η επόμενη ομάδα κειμένων είναι τα λειτουργικά. Με την ευρύτερη σημασία του όρου λειτουργικά κείμενα έχουμε πλήθος λειτουργικών κειμένων που θα μπορούσαμε να τα διακρίνουμε σε αυτές τις τρεις επιμέρους κατηγορίες. Τα κατηγορία των ευχών, των αναγνωσμάτων και των ύμνων που είναι δηλαδή οι τρεις ομάδες κειμένων με τις οποίες συγκροτούνται είτε οι μεγάλες λειτουργίες, οι θείες λειτουργίες δηλαδή οι ακολουθίες αυτές κατά τις οποίες τελείται το μυστήριο της θείας ευχαριστίας είτε και οι άλλες ακολουθίες. Η ακολουθία του Εσπερινού, η ακολουθία του Όρθρου και όποιες άλλες λειτουργικές συνάξεις που συνοδεύονται από σχετικά κείμενα συνοδεύονται από αυτές τις τρεις ομάδες κειμένων. Ευχές, αναγνώσματα, ύμνοι. Εδώ έχουμε δύο ομάδες που αφορούν σε πεζά κείμενα. Οι ευχές και τα αναγνώσματα. Αναγνώσματα βιβλικού χαρακτήρα αλλά και αγιολογικού χαρακτήρα δηλαδή υπάρχουν και αναγνώσματα όπως είναι τα συναξάρια τα οποία δεν είναι παρμένα από την Αγία Γραφή είτε από την Παλαιά Διαθήκη όπως είπαμε που είχαν συγκρουθεί τα προφητολόγια είτε από την Καινή Διαθήκη που έχουμε τα Αποστολικά και τα Ευαγγελικά αναγνώσματα αλλά άλλα αναγνώσματα που μπορούσαν να είναι ομιλίες εορταστικές και αυτές οι παραδόσεις ή τα συναξάρια γι' αυτό και ονομάστηκαν συναξάρια κείμενα που διαβάζονταν στις συνάξεις τις λειτουργικές συνάξεις και που βέβαια μασόζονται στα χειρόγραφα τα σχετικά ή και σήμερα ακόμη επιβιώνουν στην μοναχική κυρίως παράδοση Όσοι θα βρεθείτε σε πανηγύρεις μοναστηριών θα δείτε ότι κατά τη διάρκεια των πανηγύρειων διαβάζονται και αναγνώσματα εκτενέστερα που είναι ομιλίες πατέρων της εκκλησίας ή και άλλων εκκλησιαστικών συγγραφέων που επιλέγονται ως αναγνώσματα σχετικά με την εορτή της συγκεκριμένη της πανηγύριος. Οι ύμνοι αποτελούν ένα άλλο κεφάλαιο ιδιαίτερο που σχετίζεται με αυτό που ονομάζουμε το είδος που ονομάζουμε ποιήματα. Η ποιήση όπως ήδη το είπαμε και το γνωρίζετε αποτελεί ένα από τα πρώτα λογοτεχνικά είδη του αρχαίου κόσμου. Έχουμε όπως σας είπα τα πρώτα έργα τα οποία μας σώζονται από τον Όμυρο είναι ποιήση, είναι έπει και αυτό το λογοτεχνικό είδος ασφαλώς χρησιμοποιήθηκε και καλλιεργήθηκε μέσα στην χριστιανική παράδοση και από τους πατέρες της εκκλησίας αλλά και από άλλους χριστιανούς συγγραφείς. Γενικότερα θα διακρίνουμε την ποιήση μέσα στην πατερική γραμματεία σε δύο υποκατηγορίες στην θρησκευτική ποιήση και στην λειτουργική ποιήση ή την λειτουργική υμνογραφία για να την διακρίνουμε καλύτερα από την θρησκευτική ποιήση που είναι από την πρώτη δηλαδή ομάδα που είναι η ποιήση που έχει έναν προσωπικό χαρακτήρα. Είναι η ποιήση που γράφουν πρόσωπα και τα οποία ποιήματα δεν βρήκαν κάποια θέση μέσα στις λειτουργικές συνάξεις αλλά αποτελούν έκφραση συνήθως της θρησκευτικής πίστης των θρησκευτικών συναισθημάτων των ποιητών τους, των προσώπων που έγραψαν τα ποιήματα αυτά. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση και θα την δούμε στα επόμενα μαθήματα είναι θα μπορούσαμε να πούμε ποιητή της πατερικής περίοδου είναι η περίπτωση του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Στο όνομα του οποίου μας έχουν σωθεί εκατοντάδες ποιήματα που δεν ανήκουν στην λειτουργική μας υμνογραφία παρότι πατέρας της εκκλησίας αλλά αποτελούν ένα εντάστοι σε αυτό το ιδιαίτερο είδος της προσωπικής θρησκευτικής πίησης. Εντάξει. Και θα τα δούμε αυτά είπαμε επιμέρους τα ποιήματα όταν θα μιλήσουμε για τους Καπαδόκες Πατέρες. Σε αντίθεση έχουμε τη λειτουργική υμνογραφία που είναι τα ποιήματα εκείνα δηλαδή τα έμετρα κείμενα και στην πρώτη κατηγορία της προσωπικής θρησκευτικής πίησης και στην δεύτερη τι έχουμε. Έχουμε έμετρα κείμενα. Τι σημαίνει έμετρα κείμενα. Ότι ακολουθείτε δεν έχουμε πεζό λόγο δεν έχουμε αυτό που ονομάζουμε σήμερα πρόζα αλλά έχουμε υιοθέτηση μέτρων και γνωρίζουμε ότι και στην αρχαία πίηση υπάρχουν μέτρα και αυτά τα αρχαία μετρικά συστήματα υιοθετήθηκαν τα προσωδιακά διάφορα μετρικά συστήματα πάνω στα οποία δομήθηκαν τα ποιήματα της αρχαιότητας χρησιμοποιήθηκαν και από τους χριστιανούς ποιητές στην κατηγορία αυτή την πρώτη που διακρίνουμε της προσωπικής θρησκευτικής πίησης. Δηλαδή τα έπει του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου αν θα δούμε ακριβώς έχουν αυτό το στοιχείο της υιοθέτησης αυτών των αρχαίων μέτρων. Σε αντίθεση με τα έπει με τα ποιήματα της λειτουργικής μας πίησης που δεν υιοθετούν αυτή είναι η βασική τους διάκριση δεν υιοθετούν τα αρχαία μέτρα της αρχαίας ποιήσης αλλά συνήθως υιοθετούν αυτό που ονομάζουμε τονικά μέτρα είναι η λεγόμενη ρυθμοτονική ποιήση που είναι κάτι τελείως διαφορετικό και δεν θα σας πω περισσότερα για αυτό γιατί θα τα δείτε αυτά στο μάθημα της υμνογραφίας διεξοδικά. Πώς διακρίνονται λοιπόν και αυτήν την περίφημη θεωρία της τονής η οποία ερμηνεύει την μετρική συγκρότηση των λειτουργικών μας κειμένων που είναι εκατοντάδες χιλιάδες τέτοια κείμενα πολλά από τα οποία δεν μας έχουν διασωθεί δεν έχουν ακόμη εκδοθεί παραμένουν ανέκδοτα στους υμνογραφικούς κώδικες. Και το επόμενο είδος είναι οι εκκλησιαστικές διατάξεις οι διατάξεις δηλαδή όλες εκείνες που δημιούργησαν ένα χαρακτήρα συλλογών για την οργάνωση της εκκλησιαστικής ζωής. Είναι κείμενα τα οποία εμφανίζονται πάρα πολύ νωρίς ήδη από τον δεύτερο αιώνα και από τα τέλη του πρώτου αιώνα μας έχουν σωθεί τέτοιες εκκλησιαστικές διατάξεις που έχουν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα και που αποτέλεσαν βέβαια την βάση και για την ανάπτυξη αργότερα του είδους των εκκλησιαστικών κανόνων που είπαμε ότι αποτελούν ένα τμήμα που αφορούσε την εκκλησιαστική εφταξία, ένα τμήμα των συνοδικών πράξεων, των πράξεων των οικουμενικών συνόδων και των τοπικών συνόδων. Έτσι έχουμε την συγκρότηση μεγάλων κανονικών συλλογών ήδη από την αρχαιότητα που φέρνουν διάφορες ονομασίες. Σήμερα μας είναι γνωστά γνωστές συλλογές αυτές ως νομοκάνονες και ακριβώς περιλαμβάνουν και παλαιότερες εκκλησιαστικές διατάξεις, όμως τους μεταγενέστερους κανόνες μαζί με τις ερμηνείες τους, δηλαδή με το πώς ερμηνεύτηκαν οι κανόνες αυτές από τους μεταγενέστερους βυζαντινούς κανονολόγους, που είναι ένα έργο που ξεκινάει από τη μεσοβυζαντινή εποχή και μετά. Δηλαδή οι μεγάλοι κανονολόγοι εμφανίζονται από τον 12ο αιώνα και μετά. Εντάξει, και σήμερα έχουμε βέβαια ισχυρή αυτή την παράδοση, την κανονική, μέσα από την πιο γνωστή συλλογή που κυκλοφόρησε από την εποχή της Τουρκοκρατίας και είναι η συλλογή Πιδάλιο. Το Πιδάλιο του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη, που είναι ακριβώς μια τέτοια συλλογή όλων των κανονικών κειμένων με τις ερμηνείες τους. Η ερμηνευτική γραμματεία είναι ένα άλλο είδος της πατερικής γραμματείας. Διακριτό είδος. Σας είπα ότι πολλά κείμενα φέρνουν και την μορφή ομιλειών, ερμηνευτικά κείμενα που εκφωνήθηκαν ως ομιλίες. Ωστόσο όλα εκείνα τα έργα τα οποία προέρχονται από εκκλησιαστικού συγγραφής οι πατέρες της εκκλησίας και αποτελούν συστηματική έκθεση της χριστιανικής ζωής μέσα από την ερμηνεία των ίδιων των βιβλικών κειμένων εντάσσονται μέσα στην ερμηνευτική γραμματεία. Και βέβαια στα κείμενα αυτά είναι διακριτές οι διαφορετικές ερμηνευτικές μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν και για τις οποίες νομίζω ήδη παρακολουθείτε στα μαθήματα της εισαγωγής της Καινής Διαθήκης. Παρακολουθείτε τα ζητήματα αυτά των διαφορετικών ερμηνευτικών αρχών και των ερμηνευτικών μεθόδων που ακολουθήθηκαν από διάφορες ερμηνευτικές σχολές μέσα στην εκκλησιαστική μας παράδοση. Η ιστορική ερμηνεία, η τυπολογική ερμηνεία, η αλληγορική και ούτω καθεξής. Πολύ σύντομα η ιστοριογραφία επίσης αναπτύσσεται ως ένα είδος που προϋπάρχει όπως είπαμε στην προχριστιανική εποχή με τους μεγάλους ιστορικούς της αρχαιότητας. Και βέβαια εγγενιάζεται στην χριστιανική παράδοση, εγγενιάζεται από τον τέταρτο αιώνα και μετά από τα τέλη του τρίτου με αρχές του τέταρτο αιώνα με τον πρώτο εκκλησιαστικό ιστορικό των Ευσέβιο και Σαρίας, τον οποίον ήδη σας μνημόνευσα. Και τέλος, εδώ έχει γίνει ένα λάθος, έχει παραμείνει αυτό που το είδαμε, τέλος πολύ σημαντικό, συγγνώμη, οι θεολογικές πραγματίες, οι οποίες, είναι λάθος αυτά τα στοιχεία, οι θεολογικές πραγματίες που είναι το τελευταίο μεγάλο τμήμα της πατερικής γραμματείας και οι οποίες αποτελούν, θα μπορούσαμε να πούμε, τα έργα εκείνα τα οποία συνεγράφησαν με ένα συστηματικό τρόπο, ακόμη και αν απεστάλησαν, όπως σας ανέφερα, με τη μορφή επιστολών, με μια επιστολημαία μορφή, παρά ταυτά αυτό το στοιχείο το οποίο εντάσσει μέσα στην ενότητα των θεολογικών πραγματιών ή των πραγματιών τα κείμενα αυτά είναι ο τρόπος, ο συστηματικός με τον οποίον συνεγράφησαν τα κείμενα αυτά για ιδιαίτερα θέματα, θεολογικά θέματα τα οποία αφορούν σε διάφορα ζητήματα και γι' αυτό ομαδοποιούνται και κατά το περιεχόμενό τους οι πραγματίες. Θα πούμε μόνο, θα σας πω πολύ σύντομα, αλλά θέλω να το προσέξετε στην ύλη σας, το ζήτημα αυτό ότι οι πραγματίες, οι πατερικές ή οι θεολογικές γενικότερα διακρίνονται ως προς τα μορφολογικά τους, τη μορφολογική τους διάκριση, τα μορφολογικά τους χαρακτηριστικά, δηλαδή τη μορφή που έλαβαν κατά τη συγγραφή τους και διακρίνονται και ως προς το περιεχόμενό τους ή τον σκοπό τους. Ως προς τη μορφολογία τους, τις χωρίζουμε σε πέντε κατηγορίες. Είναι αυτές που βλέπετε. Δηλαδή, οι πραγματίες που τις συναντούμε σε συνεχή έκθεση, ένα κείμεν ωραίων, το οποίο δεν διαχωρίζεται σε ενότητες, αλλά αποτελεί μια ενιαία έκθεση της πραγμάτευσης του θέματος, το οποίο απασχολεί τη συγκεκριμένη πραγματεία, τον συγκεκριμένο συγγραφέα, στη μορφή των διαλόγων σε διαλογική μορφή. Και έχουμε πάρα πολλά τέτοια κείμενα που ακολουθούν επίσης το είδος των αρχαίων διαλόγων, των κειμένων δηλαδή της αρχαιότητας που ξέρετε ότι έχουμε διαλόγους και στα πλατωνικά κείμενα με τον Σοκράτη είναι βασικό στοιχείο ο διάλογος και στο συμπόσιο του Πλάτωνα καθιερώνεται το είδος των διαλόγων και γι' αυτό έχουμε πάρα πολλά διαλογικά κείμενα και στην ενότητα των πραγματιών όπου έχουμε τα πρόσωπα τα οποία συμμετέχουν δύο ή και περισσότερα πρόσωπα τα οποία συμμετέχουν και εναλλάσσονται μέσα στην συζήτηση αυτή. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει μια συνάφεια η παρουσίαση κατά ερωταποκρίσεις. Δηλαδή έχουμε και εδώ πρόσωπα που είναι ο ερωτός αυτός ο οποίος απευθύνει τις ερωτήσεις και συνήθως ο διδάσκαλος, ο πατέρας της εκκλησίας ο οποίος απαντά στις ερωτήσεις που τίθενται. Έχουμε λοιπόν ερωταποκρίσεις, τις πραγματίες κατ' ερωταπόκριση ή καταπεύση και ερώτηση όπως συνήθως επιγράφονται τα έργα αυτά. Δηλαδή διατυπώνεται μια ερώτηση και ακολουθεί η απάντηση. Είναι την καλλιέργεια αυτού του είδους κυρίως από τον 7ο αιώνα και μετά από τον Αναστάσιο Σιναήτη. Δεν θα τα δούμε εμείς στο δικό μας, στην δική μας ενότητα μαθημάτων τα θέματα αυτά. Θα τα δείτε στα επόμενα εξάμινα το στοιχείο των πραγματιών αυτών κατ' ερωταπόκριση με τον Αναστάσιο ή τον Σιναήτη ή τον Άγιο Μάξιμο τον ομολογητή που επίσης έχει πάρα πολλές τέτοιες, σώζονται πολλές ερωταποκρίσεις στο έργο του. Και δύο ακόμη είδη στη μορφολογία είναι οι αναιρέσεις σε αναιρετική μορφή. Έχουμε δηλαδή την ανατροπή συνήθως ερετικών θέσεων μέσα από αναιρετικές πραγματίες που συνήθως αυτές θα δούμε ότι κατά το περιεχόμενό τους τις εντάσσουμε στις λεγόμενες αντιαιρετικές πραγματίες. Αναιρέση λοιπόν, η αναιρέση είναι ένα συγκεκριμένο μορφολογικό είδος των πραγματιών που ακολουθεί συγκεκριμένους κανόνες όπου έχουμε την έκθεση, όχι αυτό που είπαμε συνεχής έκθεσης είναι άλλο πράγμα, την έκθεση των ερετικών θέσεων και την αναιρέσή της στη συνέχεια. Αυτό λοιπόν το στοιχείο δομικά αφορά στις πραγματίες σε αναιρετική μορφή και το τελευταίο αλλά πολύ σημαντικό μορφολογικά είδος πραγματιών είναι κατακεφάλαια. Που είναι τα κεφάλαια αποτελούν ένα είδος, ένα μορφολογικό είδος της πραγματίες που το συναντούμε πάρα πολύ συχνά κυρίως στην ομάδα των κειμένων που προήλθαν από μοναχικούς ηγέτες ή από μεγάλους πατέρες και διδασκάλους της ερήμου που έγραψαν, προτίμησαν να γράψουν τα κείμενά τους με τη μορφή κεφαλαίων. Και αν θα δείτε αυτήν την πολύ σπουδαία συλλογή που κυκλοφορεί ιδιαίτερα και στην εποχή μας τη συλλογή της Φιλοκαλίας, θα δείτε ότι τα περισσότερα έργα της Φιλοκαλίας που είναι μια συλλογή που εκδόθηκε τον 18ο αιώνα αλλά σήμερα έχει γνωρίσει πολύ μεγάλη διάδοση και κυκλοφορεί ευρέως σε διάφορες εκδόσεις, θα δείτε εκεί ότι τα περισσότερα κείμενα, οι περισσότερες πραγματίες των συγγραφέων της Φιλοκαλίας είναι γραμμένες σε μορφή κεφαλαίων. Σύντομων κεφαλαίων που πραγματεύονται επιμέρους ζητήματα του γενικότερου θέματος το οποίο πραγματεύεται το συγκεκριμένο έργο ή η συγκεκριμένη πραγματεία. Και η δεύτερη διάκριση είναι η διάκριση ως προς το σκοπό και το περιεχόμενό τους, δεν θα σας πω πολλά πράγματα, πολύ σύντομα απολογητικές πραγματίες, θα τις δούμε όταν θα μιλήσουμε για τους αρχαίους απολογητές. Οι αντιαιρετικές που σας είπα ότι σχετίζονται με το μορφολογικό στοιχείο της αναιρέσεως για να καταπολεμηθούν οι διάφορες αιρέσεις ή δογματικές πραγματίες που εντάσσονται μέσα στον κύκλο των δογματικών κειμένων οι ηθικές κείμενα που αφορούν στα ζητήματα του ορθόδοξου ήθους, της πνευματικής ζωής των χριστιανών, οι πειμαντικές επίσης που αφορούν σε ζητήματα διαπήμανσης του πειμνίου από τους πειμένες της εκκλησίας, οι διδακτικές και παραινετικές που είναι πάρα πολύ μια πολύ ενδιαφέρουσα κατηγορία πραγματιών που ακριβώς εν υπάρχει το στοιχείο της κατηχύσεως αλλά και της παραινέσεως, της παιδαγωγικής παραινέσεως των παραλειπτών αυτών των έργων, οι πνευματικές ή εξηγητικές για τα ερμηνευτικά, οι λειτουργικές πραγματίες γιατί έχουμε και μεγάλες πραγματίες λειτουργικές όπως είναι εδώ στη Θεσσαλονίκη η ερμηνεία της θείας λειτουργίας από τον Νικόλαο Καβάσιλα, ένα από τα σημαντικότερα υπομνήματα λειτουργικά της παλαιολόγιας περιόδου, αυτοβιογραφικές, εγκυκλοπεδικές, μικρότερες ενότητες που σώζονται λιγότερα κείμενα ή σε αυτόν, πραγματίες ή σε αυτόν, όπου κάποιοι συγγραφείς εκθέτουν τα στοιχεία από την δική τους προσωπική θρησκευτικότητα και οι εγκυκλοπεδικές που έχουν ένα χαρακτήρα ανθολογίων, όπου ανθολογούνται διάφορα θέματα και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο τις χαρακτηρίζουμε ως εγκυκλοπεδικές. Δεν προλαβαίνουμε να δούμε, δεν θα σας κουράσω, αλλά θέλω να το δείτε, προσέξτε το κεφάλαιο για την ανονιμογραφία και την ψευδεπιγραφία, η ώρα μας έχει περάσει, που είναι ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο στα ζητήματα που αφορούν την πατερική μας. Δεν τελειώσαμε και αυτοί οι οποίοι θα φύγετε δεν θα ακούσετε κάτι πολύ σημαντικό που έχω να πω στο τέλος. Λοιπόν, στο ζήτημα όπως σας είπα της ανονιμογραφίας και της ψευδεπιγραφίας που είναι πολύ ενδιαφέρον γιατί όλα αυτά τα κείμενα και τα είδη τα οποία είδαμε πολύ συνοπτικά επιτροχάδιν σήμερα, σε όλα αυτά τα κείμενα εμφανίζεται ένα ζήτημα πολύ σημαντικό, το ζήτημα της αυθεντικότητας. Το ζήτημα της αυθεντικότητας, αυθεντικότητα ή πατρότητα των κειμένων. Είναι ένα έργο το οποίο μας παραδίδεται με το όνομα του Χρυσοστόμου ή του Μεγάλου Βασιλείου πραγματικό έργο του. Αυτό αποτελεί αντικείμενο έρευνας και της πατρολογίας και ασφαλώς σχετίζεται και με την φιλολογική έρευνα των κειμένων, αλλά το στοιχείο και της ανονιμίας επίσης, πέρα από το στοιχείο μέσα στο πλαίσιο της αυθεντικότητας, συναντούμε το στοιχείο της ανονιμίας, δηλαδή το γεγονός ότι πολλά κείμενα μας παραδίδονται ανονίμως χωρίς να γνωρίζουμε το συγγραφέα τους και το δεύτερο στοιχείο είναι της ψευδεπιγραφίας, δηλαδή έργα τα οποία έχουν γραφεί από άλλους συγγραφείς και έχουν αποδοθεί στην χειρόγραφ παράδοση σε άλλους συγγραφείς. Τα κίνητρα για την εκδήλωση αυτών των φαινομένων είναι διάφορα, μπορεί να είναι και θετικά αλλά μπορεί να είναι και αρνητικά. Θέλω να τα προσέξετε ιδιαίτερα όταν θα διαβάσετε το σχετικό κεφάλαιο για την ανονιμογραφία και την ψευδεπιγραφία στην πατερική γραμματεία. Εδώ βλέπετε πολύ συνοπτικά, σας τοποθετώ και τα κίνητρα για την εκδήλωση του φαινομένου της ψευδεπιγραφίας και ανάλογα και τα ζητήματα τα οποία σχετίζονται με την ανονιμογραφία.