Διάλεξη 4 / Διάλεξη 4 / Εκκλησιαστικό Δίκαιο

Εκκλησιαστικό Δίκαιο: Υπόσχεσαι, κύριέ μου, ευχαριστούμε πολύ και ευχαριστούμε όλους εσάς που μας ευχαριστούσατε. Ευχαριστούμε πολύ και ευχαριστούμε όλους εσάς που μας ευχαριστούσατε. Γεια σας αγαπητές φίλες και φίλοι. Στην τέταρτη διάλεξη του μεταπτυχιακού του εκκλησιαστικού δικαίου του δευτέρου έτ...

Full description

Bibliographic Details
Main Author: Κυριαζόπουλος Κυριάκος (Επίκουρος Καθηγητής)
Language:el
Institution:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Genre:Ανοικτά μαθήματα
Collection:Νομικής / Εκκλησιαστικό Δίκαιο ΙΙΙ (Μεταπτυχιακό)
Published: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2015
Subjects:
Άδεια Χρήσης:Αναφορά-Παρόμοια Διανομή
Online Access:https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=46f1e929
id 45ab5156-db73-4a4b-90b3-95cd0cc0a969
title Διάλεξη 4 / Διάλεξη 4 / Εκκλησιαστικό Δίκαιο
spellingShingle Διάλεξη 4 / Διάλεξη 4 / Εκκλησιαστικό Δίκαιο
Νομική Επιστήμη - Δίκαιο
Εκκλησιαστικό Δίκαιο
Κυριαζόπουλος Κυριάκος
publisher ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
url https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=46f1e929
publishDate 2015
language el
thumbnail http://oava-admin-api.datascouting.com/static/f19d/5179/448f/1541/3f68/5380/9f03/086d/f19d5179448f15413f6853809f03086d.jpg
topic Νομική Επιστήμη - Δίκαιο
Εκκλησιαστικό Δίκαιο
topic_facet Νομική Επιστήμη - Δίκαιο
Εκκλησιαστικό Δίκαιο
author Κυριαζόπουλος Κυριάκος
author_facet Κυριαζόπουλος Κυριάκος
hierarchy_parent_title Εκκλησιαστικό Δίκαιο ΙΙΙ (Μεταπτυχιακό)
hierarchy_top_title Νομικής
rights_txt License Type:(CC) v.4.0
rightsExpression_str Αναφορά-Παρόμοια Διανομή
organizationType_txt Πανεπιστήμια
hasOrganisationLogo_txt http://delos.it.auth.gr/opendelos/resources/logos/auth.png
author_role Επίκουρος Καθηγητής
author2_role Επίκουρος Καθηγητής
relatedlink_txt https://delos.it.auth.gr/
durationNormalPlayTime_txt 00:32:25
genre Ανοικτά μαθήματα
genre_facet Ανοικτά μαθήματα
institution Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
asr_txt Υπόσχεσαι, κύριέ μου, ευχαριστούμε πολύ και ευχαριστούμε όλους εσάς που μας ευχαριστούσατε. Ευχαριστούμε πολύ και ευχαριστούμε όλους εσάς που μας ευχαριστούσατε. Γεια σας αγαπητές φίλες και φίλοι. Στην τέταρτη διάλεξη του μεταπτυχιακού του εκκλησιαστικού δικαίου του δευτέρου έτους συνεχίζομαι και ολοκληρώνομαι το ζήτημα του νομικού καθεστότος των εκκλησιών θρησκευτικών κοινωντήτων στην Αυστρία όπως μας το παρουσιάζει ο καθηγητής Ρίτσαρν Πότς. Όσον αφορά την οργάνωση των θρησκευτικών κοινωντήτων και ειδικότερα το νομικό καθεστώς των θρησκευτικών οργανισμών εν γένη ο καθηγητής Ρίτσαρν Πότς αναφέρει ότι οι οργανισμοί της Καθολικής Εκκλησίας οι οποίοι έχουν νομική προσωπικότητα σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο έχουν νομική προσωπικότητα δημόσιο δικαίου και στη σφαίρα της κρατικής νομοθεσίας. Αυτό το καθεστώς τους παραχωρείται μόλις η συγγνωστοποίηση της Ίδρυσης περιέλθει στο αρμόδιο Υπουργείο σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 10 του Κογκορδάτου. Μεταξύ της Αγίας Έδρας και της Αυστριακής Ομοσπονδίας το έτους 1933. Οι οργανισμοί της Πρωτεσταντικής Εκκλησίας που έχουν νομική προσωπικότητα γίνονται νομικά πρός πα δημόσιο δικαίου από την ημερομηνία περιελεύσεως στο αρμόδιο Υπουργείο της σχετικής γνωστοποίησης Ίδρυσής τους από την Πρωτεσταντική Εκκλησία σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 του νόμου για τις Πρωτεστάντες. Σε σχέση με όλες τις άλλες αναγρορισμένες εκκλησίες και τις σχετικές κοινότητες μόνο οι σχετικές κοινότητες και οι ενώσεις τους μπορούν καταρχή να αποκτήσουν νομική προσωπικότητα. Περαιτέρω, οι οργανισμοί των θρησκευτικών κοινοτήτων μπορούν να κάνουν χρήση όλων των άλλων νομικών μορφών τις οποίες η κρατική νομοθεσία επιτρέπει. Σε αυτό το τμήμα της μελέτης του καθηγητής Ρίτσαρ Πουότς αναφέρεται στην απόκτηση νομικής προσωπικότητας από τους οργανισμούς των αναγνωρισμένων εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινοτήτων. Υπάρχει μια διάκριση μεταξύ των οργανισμών της Καθολικής Εκκλησίας και των οργανισμών της Πρωθυσταντικής Εκκλησίας από τη μια μεριά και των οργανισμών των άλλων αναγνωρισμένων εκκλησίων θρησκευτικών κοινοτήτων. Οι μένοι οργανισμοί της Καθολικής Εκκλησίας και οι οργανισμοί της Πρωθυσταντικής Εκκλησίας αποκτούν νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου μόλις γνωστοποιηθεί η ιδρυσή τους στο αρμόδιο υπουργείο, ενώ όσον αφορά τις άλλες αναγνωρισμένες εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες μόνον οι θρησκευτικές κοινότητες και ενώσεις τους μπορούν καταρχή να αποκτήσουν νομική προσωπικότητα. Και τώρα προχωρούμε στις σχέσεις κράτους θρησκευμάτων στο Βέλγιο. Σύμφωνα με το σχετικό άρθρο του καθηγητή Ρικ Τόρφς. Ως προς τις νομικές ποιές ο καθηγητής Ρικ Τόρφς αναφέρει ότι οι σχέσεις θρησκευμάτων και κράτους στο Βέλγιο διέπονται κατά μεγάλο μέρος από το Σύνταμα του 1831. Τα συνταγματικά δικαιώματα και ελευθερίες εφαρμόζονται επίσης σε διάφορα θρησκευτικά θέματα για παράδειγμα η ελευθερία της εκπαίδευσης, άρθρο 24, η ελευθερία του τύπου, άρθρο 25, αλλά το Σύνταγμα προβλέπει ειδικά και την ίδια την ελευθερία θρησκείας. Τέσσερα ειδικά άρθρα είναι αφιερωμένα σε αυτό το ζήτημα. Η ελευθερία της λατρείας και η ελεύθερη και η δημόσια άσκησή της είναι εγγυημένες δυνάμοι του άρθρου 19 του Συντάγματος με μια εξέρεση που επιτρέπει την τιμωρία των μηνικών αδικημάτων που διαπράττονται κατά την άσκηση αυτών των ελευθεριών. Το άρθρο 20 είναι το αρνητικό αντίστοιχο του άρθρου 19. Κανένα πρόσωπο δεν επιτρέπεται να εξαναγκαστεί να μετέχει με οποιοδήποτε τρόπο στις πράξεις λατρείας ή τις τελετές οποιοδήποτε θρησκεύματος συνασέβεται τις δικές της ημέρες ανάπαψης. Το άρθρο 21 υπογραμμίζει ότι το κράτος δεν έχει δικαίωμα να παρεβένει στον διορισμό ή την επίσημη εγκατάσταση των λειτουργών οποιοδήποτε θρησκεύματος να τους απαγορεύει να επικοινωνούμε τις σκεφτικές αρχές ή να δημοσιεύουν τις πράξεις των τελευταίων υπό την επιφύλαξη των κοινών κανόνων και την ευθύνη της σχετική με τη χρήση του τύπου και των δημοσιεύσεων. Αυτό το άρθρο ερμηνεύεται γενικά ως επιβεβαίωση της ελευθερίας της εσωτερικής θρησκευτικής οργάνωσης. Περίεχει χρόνος εξαίρεσης σε αυτή την αρχή προβλέποντας ότι ο πολιτικός γάμος πρέπει πάντοτε να προηγείται της τελετής θρησκευτικού γάμου εκτός των ειδικών περιπτώσεων που προβλέπονται από το νόμο. Τέλος το άρθρο 181 ορίζει ότι η μισθή και οι συντάξεις των θρησκευτικών λειτουργών θα πρέπει να επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό. Πρόσφατα η βαθμέα περιφερειακή οργάνωση του Βελγίου άρχισε να έχει συνέπειες στη σχέση μεταξύ κράτους και θρησκευμάτων. Αυτή η επιρροή είναι τόσο άμεση όσο και έμεση. Έμεσα η περιφερειακή οργάνωση τομέων όπως ο πολιτισμός και η εκπαίδευση έχουν συνέπειες που άπτονται της νομικής θέσης της θρησκείας. Για παράγμα η θέση των θρησκευμάτων στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση αποτελεί περιφερειακή υπόθεση. Και μολονότι το μάθημα των θρησκευτικών είναι υποχρεωτικό σύμφωνα με το Σύνταγμα, οι συνομιλητές των εκκλησιών και των θρησκευτικών οργανισμών επιλέγονται σε περιφερειακό επίπεδο. Άμεσα η περιφερειακή οργάνωση έχει επηρεάσει τα θρησκεύματα αφότου τέθηκε σε ισχύο νόμος της 13ης Ιουλίου 2001. Από τότε οι περιφέρειες και όχι το ομοσπονδιακό κράτος είναι αρμόδιες για την ουσιώδη οργάνωση των αναγνωρισμένων θρησκευμάτων. Βαθμία η νομική θέση των θρησκευμάτων γίνεται μικρό ζήτημα. Αν και τα κύρια στοιχεία συμπεριλαμβανομένονται σαν σχετικών άθρων του Συντάγματος παραμένουν ομοσπονδιακά, η επιρροή και η αρμοδιότητα των περιφεριών αυξάνονται αργά. Υπάρχουν επίσης κοινή νόμιοι διατάξεις και νομοθετικές προβλέψεις που αφορούν τη νομική σχέση μεταξύ θρησκευμάτων και κράτους. Ειδού μερικά παραδείγματα. Δυνάμιτο άρθρο 268 του Κώδικα Ποινικού Δικαίου, οι θρησκευτικοί λειτουργοί οι οποίοι προσβάλλουν άμεσα τις αρχές κατά τη διάρκεια συναθρίσεων που πραγματοποιούνται δημοσίως, τιμωρούνται με χρηματική ποινή και ποινή φυλάκησης. Τα άρθρια 143 και 144 του Κώδικα Ποινικού Δικαίου θεσπίζουν ποινές για διατάραξη, διασάλευση της τάξης και εξιβρήσεις που διαπράττονται κατά τη διάρκεια της λατρείας. Τα άρθρια 145 και 146 προβλέπουν τη δυσφήμηση και τις βιοπραγίες εναντίον λειτουργού. Το άρθρο 228 προστατεύει τις επίσημες στολές και το άρθρο 267 καθιστά δίκημα για τους λειτουργούς την ευλογία των γάμων πριν την τέλεση του πολιτικού γάμου. Στη συνέχεια, μετά την πραγμάτηση του ζητήματος των νομικών πηγών, ο καθηγητής Rick Torfs εισέρχεται στο ζήτημα των βασικών κατηγοριών του συστήματος των σχέσεων κράτους-θρησκευμάτων στο Βελγείο και αναφέρει, δεν είναι ασυνήθιστο ο όρος χωρισμός θρησκευμάτων και κράτους να χρησιμοποιείται ως περιγραφή για να συνοψήσει τη σχέση μεταξύ των δύο οργανισμών. Αυτό υποστηρίζεται ότι είναι μια κάπως ατυχής επιλογή ορολογίας. Πολλά εξαρτώνται βέβαιος από τι ακριβώς εννοείται με τον όρο χωρισμός. Εάν αυτός ο όρος δίνει την εντύπωση ότι η εκκλησία και το κράτος δεν έχουν απολύτως καμιά σχέση μεταξύ τους, τότε είναι ανεπαρκής ο όρος. Ο χωρισμός με τέτοια έννοια δεν μπορεί να συμβαστεί με το άρθρο 181 του συντάγματος, στο οποίο ορίζεται ότι η πληρωμή των μισθών και συντάξεων στους θρησκευτικούς λειτουργούς πρέπει να λαμβάνεται από το κράτος. Εν τούτη στήθεται το ερώτημα, εάν ο χωρισμός συνεπάγεται απαραίτητος την απουσία κάθε επαφής μεταξύ των δύο μερών. Υπάρχει ένας άλλος όρος όμως, ο οποίος διασαφνίζει πιθανώς περισσότερο το ζήτημα. Ένας αριθμός συγγραφένο μιλεί για την αμοιβαία ανεξαρτησία θρησκευμάτων και κράτους. Αυτός ο όρος τονίζει όχι μόνο την ελευθερία που υπάρχει αλλά και τον αμοιβαίο σεβασμό, ο οποίος βεβαίως απαιτεί κατ' ελάχιστον την ιδέα ότι κάθε μέρος αποδέχεται την ύπαρξη του άλλου. Αυτό όλο συνεχίζει να αποτελεί λεπτή υπόθεση. Τόσο είναι εξαρτησία θρησκευμάτων και κράτους, όσο και υπερίσχυση της πολυφωνίας στο Βέλγιο, αναγκάζουν το κράτος να κρατά ουδέτερη θέση. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι χρειάζεται να φαίνεται ότι είναι αγνοστικιστικό εναντί του φαινομένου της θρησκείας. Η Κυβέρνηση παρέχει υποστήριξη και εμπροστασία στα θρησκεύματα και τους μη θρησκευτικούς οργανισμούς. Πράγματι, αυτό χρησιμεί μόνο για την απόδειξη της σημασίας τους στην κοινωνία. Το κράτος προάει θετικά την ελεύθερη ανάπτυξη των σκεφτικών και θεσμικών δραστηριοτήτων, χωρίς παρέμβαση στην ανεξαρτησία τους. Με αυτή την έννοια, μπορεί κάποιος να αποκαλέσει αυτή τη σχέση ωσθετική ουδετερότητα. Ο καθηγητής Τόρς, στο κεφάλαιο που αφορά τις βασικές κατηγορίες του συστήματος σχέσεων κράτους θρησκευμάτων στο Βέλγιο, προβληματίζεται γύρω από τη χρήση του όρου χωρισμός κράτους θρησκευμάτων στο Βέλγιο. Και λέει ότι αφού υπάρχει το άρθρο 181, για παράδειγμα, του Συντάγματος, είπαμε, με το οποίο την πληρωμή των μισθών και συντάξεων στους σκεφτικούς δικτουργούς την αναλαμβάνει το κράτος, τότε, αν πούμε ότι χωρισμός εκκλησία και κράτους σημαίνει ότι δεν έχουν καμία πολυτοσχέση μεταξύ τους, τότε ο όρος αυτός είναι ανεπαρκής. Στη συνέχεια αναφέρει ότι ένας αριθμός συγγραφέων ομιλεί για αμοιβαία ανεξαρτησία θρησκευμάτων και κράτους, αντί του όρου χωρισμός. Αμοιβαία ανεξαρτησία σημαίνει στην πραγματικότητα θρησκευτική ελευθερία και αυτονομία των εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινοτήτων έναντι του κράτους. Τα θρησκέματα αναγνωρίζουν την κρατική δικαιοδοσία του κράτους και το κράτος αναγνωρίζει τη θρησκευτική ελευθερία και ειδικότερα το δικαίωμα στην αυτονομία τους. Στη συνέχεια και ο καθηγητής τώρα βέβαια προτιμά να χαρακτηρίσει το σύστημα σχέσεων κράτων-σκευμάτων ως θετική ουδετερότητα, δηλαδή ευμενή ουδετερότητα. Αλλά στην πρώτη ισήγηση, στην πρώτη διάλεξη της παρούσας σειράς διαλέξεων του μεταπτυχιακού του εκκλησιαστικού δικαίου του δευτέρου έτους, είχαμε αναφέρει ότι ο όρος θετική ουδετερότητα συνιστά μία αρχή του συστήματος του χωρισμού με πολυθρησκευτικότητα του κράτους. Το Βέλγιο, όπως και όλες οι υπόλοιπες χώρες μέλη της Ε.Ε. με παράδοση καθολική, πρωτεσταντική, μικτή, πρωτεσταντικοκαθολική, έχουν το σύστημα του χωρισμού με πολυθρησκευτικότητα του κράτους, δηλαδή με χορίγηση εκτεταμένου αριθμού προνομίων σε ορισμένα θρησκεύματα. Εξαιρείται η Γαλλία για τους ιστορικούς λόγους της Γαλλικής Επανάστασης, που έχει το σύστημα του χωρισμού με λαϊκότητα του κράτους, δηλαδή τα λαϊκ, όπως είχαμε αναφέρει τότε. Στη συνέχεια ο καθηγητής Ρικ Τόρφς, εισέρχεται στο ζήτημα του νομικού καθεστώτος των θρησκευτικών κοινοτήτων και υποστηρίζει ότι αν και το βελγικό δίκιο αναγνωρίζει θρησκευτική ισότητα μεταξύ όλων των θρησκευμάτων, δεν μπορεί κάποιος να αρνηθεί ότι μερικές την χάνουν διαφορετικής μεταχείρισης από άλλες. Αρκετά θρησκεύματα έχουν αποκτήσει επίσημη αναγνώριση με νόμο ή δυνάμι νόμου. Η κύρια βάση για την λόγα αναγνώριση είναι η κοινωνική αξία του θρησκεύματος ως υπηρεσίας προς τον πληθυσμό. Επί του παρόντος έξι θρησκεύματα απολαμβάνουν αυτού του καθεστώτος. Ο καθολικισμός, ο πρωτεσταντισμός, ο ιουδαϊσμός, ο αγγλικανισμός σύμφωνα με το νόμο της 4ης Μαρτίου 1870 για την αναγνώριση των εγκόσμιων αναγκών των θρησκευμάτων. Το Ισλάμ σύμφωνα με το νόμο της 19ης Ιουλίου 1974 που τροποποιεί το νόμο του 1870. Και η Ελληνική και Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία σύμφωνα με το νόμο της 17ης Απριλίου 1985 που τροποποιεί τον ίδιο νόμο του 1870. Μια αναθεώρηση στο Σύνταγμα της 5ης Ιουνίου 1993 πρόσθεσε ομάδες μη πιστών, ουμανιστών στις ευθύνες του κράτους. Εκτός από τους μέτρους μισθούς για τους θρησκευτικούς λιτουργούς ενωρίας ή επισκοπής εγκεκριμένης από την κυβέρνηση προβλέποντα από το κρατικό προϋπολογισμό, η αναγνώριση επάγεται επίσης λίγα ακόμη πλειονεκτήματα για τα εν λόγω θρησκεύματα. Η νομική προσωπικότητα απονέμεται σε σκεφτικές διοικήσεις που είναι υπεύθυνες για τις εγκόσμιες ανάγκες των θρησκευμάτων. Τα ίδια τα θρησκεύματα και θρησκευτικές υποδιαιρέσεις τους δεν έχουν νομική προσωπικότητα. Προσοχή λοιπόν επίσης πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι τα ελλείμματα που δημιουργούνται από τις θρησκευτικές διοικήσεις για τα εγκόσμια αγαθά πρέπει να καλύπτονται από τους δήμους. Εγκόσμια αγαθά εννοείται η εκκλησιαστική περιουσία. Αυτή η δυνατότητα διαφυγής δεν ενθαρρύνει πάντοτε τη δέουσα ευθύνη εκ μέρους της θρησκευτικής διοικίσεως. Άλλο πλεονέκτημα για τα θρησκεύματα είναι οι κρατικές επιχορηγήσεις για την οικοδόμηση ή την ανακέννηση θρησκευτικών κτιρίων. Στους ποιμένες και τους επισκόπους πρέπει να παρέχει ανάλογη στέγαση και οποιασδήποτε δαπάνες γι' αυτόν τον σκοπό επιβαρύνουν τους δήμους ή τις επαρχίες. Περαιτέρω τα αναγνωρισμένα θρησκεύματα δικαιούνται δωρεάν χρόνο μετάδοσης εκπομπών στο δημόσιο ραδιόφωνο και τηλεόραση. Τέλος, τα θρησκεύματα μπορούν να διορίζουν ιερείς τις ενοπλές δυνάμεις και τις φυλακές, των οποίων οι μιστοί επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό. Από τα έξενα γνωρισμένα θρησκεύματα ο ρομιοκαθολισμός είναι ο σημαντικότερος. Οι αριθμοί παρέχουν αδιαμφισβήτητη απόδειξη αυτού. Αυτός δεν έχει καταλήξει στο να έχει προνομιακή θέση de jure, όμως αυτό δεν είναι εξ ολοκλήρω αληθές, de facto. Καταρχάς, δεν μπορεί κάποιος να αποφύγει το συμπέρασμα ότι το νομικό καθεστώς των θρησκευμάτων στο βελγικό δίκιο βρίσκει πραγματικά την πηγή εμπνευσής του στην οργάνωση και τη λειτουργία της ρομιοκαθολικής εκκλησίας. Ήδου ένα παράδειγμα αυτού. Για να είναι δυνατοί σήμερα η έγερση αξίωσης για κρατική αμοιβή των θρησκευτικών λειτουργών, είναι αναγκαία μια καθαρά ιεραρχικώς οργανωμένη θρησκευτική κοινότητα, όπως είναι κάποια που λειτουργεί σε εδαφική βάση. Για την καθολική εκκλησία αυτό δεν είναι τόσο μεγάλο πρόβλημα, αλλά το ισλαμικό θρησκευτικό λειτουργεί διαφορετικά. Οι μομεθανοί θρησκευτικοί λειτουργοί ακόμη δεν πληρώνονται από το κράτος. Εκτός αυτού η ρωμαικαθολική εκκλησία παίζει μεγαλύτερο ρόλο από τα άλλα θρησκεύματα, όταν πρόκειται για δημόσια εκφράσεις πίστης. Αυτό φαίνεται όταν παίζεται ο χαιρετισμός των στρατιωτικών δυνάμεων, όπως το τέντεουμ στους εορτασμούς της εθνικής ημέρας. Η καθολική εκκλησία είχε επίσης ξεχωριστό ρόλο στην κηδεία του βασιλιά Μπονδουά, στις 7 Αυγούστου 1993. Εν συντομία μπορεί να υποθέω ότι υπάρχουν έξι αναγνωρισμένα θρησκεύματα, μεταξύ των οποίων ο καθολικισμός είναι primus inter pares. Εκτός των έξι αναγνωρισμένων υπάρχει ολόκληρη σειρά μη αναγνωρισμένων θρησκευμάτων. Με αριθμητικούς όρους, οι μάρτυρες του Ιεχωβά είναι στην πρώτη θέση, με περίπου 20.000 μέλη, ακολουθούμενοι από τους μορμόνους που έχουν περίπου 3.000 πιστούς. Πολλοί αριθμες άλλες ομάδες έχουν μέλη που προσεγγίζουν ή ανέρχονται σε εκατοντάδες. Αυτά τα κινήματα δεν έχουν πάντοτε νομικό καθεστώς που θα μπορούσε να υποθεί ότι είναι αξιοζήλευτο. Όχι μόνο δεν απολαμβάνουν το πληρονοικτήμα, τα οποία τα αναγνωρισμένα θρησκεύματα μπορούν να αξιώσουν, αλλά μερικές φορές δεν θερρούνται καν ως θρησκεύματα γνήσια και ειλικρινή. Δεν υπάρχει νομικός ορισμός του όρου θρησκευμά, επομένως η απόφαση επαφήεται στα δικαστήρια. Εν όψη της ελευθερίας θρησκείας και της σχέσης μεταξύ θρησκευμάτων και κράτους, όπως εφίσταται στο Βέλγιο, όταν ο δικαστής πρέπει να αποφασίσει αν ένα κινήμα είναι θρησκευμά, θρησκευμά δεν επιτρέπεται κανονικά να καταφεύγει σε επιχειρήματα που αφορούν το περιεχόμενό τους. Για το δικαστή ο οποίος, για παράδειγμα, εξετάζει ποινική υπόθεση ή δικογραφείες φορολογικών απαλλαγών για να αποφασίσει αν υπάρχει πράγματη θρησκεία, αυτό συνεπάγει ότι πρέπει να επιλύσει το ζήτημα εάν η ενδιαφερόμενη κοινότητα φαίνεται να είναι σοβαρή και ευλόγως μπορεί να χαρακτηριστεί θρησκευμά. Σε αυτό το συλλογισμό, η απόφαση θα έπρεπε αρχικά να βασιστεί σε εξωτερητές πτυχές όπως είναι οι πραξηναών, κείμενα προσευχής ή τελετουργικές πράξεις. Μερικές φορές όμως ακόμη και αυτό δεν διευκρινίζει ικανοποιητικά το ζήτημα και κάποια ανάλυση του περιεχομένου του κινήματος συνεχίζει να είναι απαραίτητη. Η νομολογία υιοθετεί την άποψη ότι για να θεωρηθεί αυτό ο θρησκεύμα χρειάζεται να υπάρχει η λατρεία θεότητας. Τα μη αναγνωρισμένα θρησκεύματα ή θρησκευτικές ομάδες είναι πιθανότερο να διαφωνούν με έννοιες όπως η δημόσια τάξη και τα χριστά ήθη στο πλαίσιο της κρατικής ένομης τάξης. Ήταν πολύ γνωστά τα προβλήματα που συναντούσαν οι μάρτυρες του Ιεχωβά μέχρι την κατάργη της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. Αρνήθηκαν να εκπληρώσουν όχι μόνο η στρατιωτική θητεία αλλά και την εναλλακτική πολιτική θητεία. Βάσει το Άρθρο 46 του στρατιωτικού ποινικού κώδικα, ένα υπόχρεο πρόσωπο χαρακτηριζόταν ως ανυπότακτος και αυτό επέσηρε γενικά διετύπηλοι φυλάξεις. Εν συντομία, έχοντας λάβει υπόψη όλα τα στοιχεία, τα θρησκεύματα μπορούν να διακριθούν σε τρεις κατηγορίες. Πρώτον, τα νομίμως αναγνωρισμένα και με πραγματικούς όρους το μεγαλύτερο η Ρωμοκαθολική Εκκλησία. Δεύτερον, τα πέντε άλλα νομίμως αναγνωρισμένα αλλά με πραγματικούς όρους μικρότερα θρησκεύματα καθώς και οι μη πιστή ουμανιστές. Και τρίτον, τα μη αναγνωρισμένα κινήματα είτε εκπληρώνουν είτε δεν εκπληρώνουν τις προϋποθέσεις τις οποίες αισπίζει ο νόμος για την έννοια του θρησκεύματος. Τα τελευταία χρόνια το Βέλγιο ήταν ανάμεσα στις χώρες που ανησυχούσαν έντονα για τις αποκαλούμενες επιβλαβείς οργανώσεις των σεκτών. Μια κοινοβουλευτική έκθεση για το θέμα αυτό υποβλήθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 28 Απριλίου 1997. Αυτή η έκθεση περιείχε προσαρτημένο κατάλογο είδος συνοπτικού πίνακα που ανέφερε τις επωνυμίες των οργανισμών. Η δημοσίευση αυτού του καταλόγου προκάλεσε πολύ αναταραχή. Έτσι η Κοινοβουλευτική Επιτροπή που δημοσίευσε την έκθεση μαζί με το συνοπτικό πίνακα γρήγορα δήλωσε ότι η παρουσία ορισμένου κινήματος στον κατάλογο δεν σήμενε ότι η ομάδα ήταν σεκτα και αφορτιώρη ό,τι ήταν επικίνδυνη. Μετά την εξέταση της έκθεσης ιδρύθηκε το αποκαλούμενο Κέντρο Πληροφοριών και Συμβουλών με το νόμο της Δευτέρας Ιουνίου 1998. Το Κέντρο και οι αρμοδιωτητές το οδήγησαν σε μερικά ζητήματα τόσο στο Βέλγιο όσο και στο εξωτερικό. Το 2000 το Διετητικό Δικαστήριο έκρινε ότι το Κέντρο δεν μπορεί να απαγορεύσει την έκφραση γνώμης από φιλοσοφική ή θρησκευτική μειονότητα. Το Κέντρο μπορεί μόνο να ενημερώνει το κοινό σε σχέση με τις δραστηριότητες ορισμένων συνενόσεων, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να αξιολογήσουν ακριβέστρα τις γνώμεις που θα μπορούσαν να είναι επικίνδυνες. Το άρθρο 21 του Συντάγματος θεωρείται πάντοτε ως σταθερή νομική βάση για την αυτοδιοίκηση με ευρύα έννοια των θρησκευτικών κοινοτήτων. Το κράτος δεν επιτρέπεται να σκέπω πτία στα θρησκεύματα και τα τελευταία είναι ελεύθερα να επιλέγουν τη δική τους εσωτερική οργάνωση. Σημαίνει αυτό ότι το κράτος δεν έχει καμιά απολύτως δυνατότητα ελέγχου των θρησκευμάτων και των δραστηριοτήτων τους. Τούτο θα ήταν υπερβολή. Παραδοσιακό έλεγχος που ασχήθη από τα κρατικά δικαστήρια παρέμεινε αποκλειστικά τυπικός πράγμα, που σημαίνει ότι ο πολιτιακός δικαστής είχε μόνο το δικαίωμα να κρίνει αν η προσβαλόμενη απόφαση λήφθηκε από την αρμόδια θρησκευτική αρχή. Αυτή η προσέγγιστα κρατούσε καθόλου τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Με δύο αποφάσεις του Βελγικού Ανώτατου Δικαστηρίου του Κουγντε Κασσασιών, του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, το 1994 και το 1999 έλαβε χώρα κάποια εξέλιξη χωρίς πιθανότητα λάθους. Το Ακυρωτικό Δικαστήριο επενθύμισε σαφώς την αρχή της αυτονομίας, όπως διατυπώνται στο άρθρο 21 του Συντάγματος. Δεν επικύρωσε επίσης τις αποφάσεις δύο εφετείων που έκριναν ότι οι θρησκευτικές ομάδες θα έπρεπε όχι μόνο να τείρουν ορθά τις εσωτερικές διαδικασίες, όπως προβλέπονται εσωτερικά, αλλά θα έπρεπε επίσης να σέβονται το δικαίωμα της υπεράσπισης, όπως και όλες τις άλλες αρχές που διατυπώνονται από το άρθρο 6, 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το Ακυρωτικό Δικαστήριο δίνει θέση σε αυτήν την μάλλον επαναστατική άποψη, αλλά έπειτα φάνηκε πάλι να αποδέχεται την βασική αρχή, αποδεχόμενο ότι οι θρησκευτικές ομάδες πρέπει να ενεργούν στο πλαίσιο των κανόνων της αντίστοιχης θρησκείας. Λαμβάνοντας αυτή τη θέση, το coup de cassation πήγε πιο πέρα από την παρουσιακή θέση, χωρίς όμως να ακολουθεί στη ρυζική εκδοχή που υιοθετήθηκε από τα δύο εφετία. Τούτο θα μπορούσε να συνοψηθεί σε ένα διάγραμμα που διακρίνει τρία επίπεδα. Παραδοσιακή θέση. Έλαβε η αρμόδια θρησκευτική αρχή την προσβαλόμενη απόφαση. Κρατούσα θέση το Ανωτά του Δικαστηρίου. Έλαβε η αρμόδια θρησκευτική αρχή την προσβαλόμενη απόφαση σε συμμόρφωση με τους διαδικαστικούς κανόνες της αντίστοιχης θρησκείας. Απορριφθίσα ρίζος Παστικίδες. Έλαβε η αρμόδια θρησκευτική αρχή την προσβαλόμενη απόφαση σε συμμόρφωση με τους διαδικαστικούς κανόνες της αντίστοιχης θρησκείας. Πρώτο ρώτημα. Δεύτερο ρώτημα. Κι αυτοί οι κανόνες σέβονται το δικαίωμα της περάσπισης όπως και τις άλλες αρχές που διατυπώνονται από το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Εκτός από αυτό το ζήτημα αρχής υπάρχει ακόμη το πρόβλημα του καθορισμού του φάσματος των εκκλησιαστικών δρυκαστηριοτήτων που απολαμβάνουν προστασίας. Σε αυτό το σημείο μπορεί να σημειωθεί ότι μόνο ο θρησκευτικός οργανισμός με την αυστηρότερη έννοια απολαμβάνει πλήρωσης αυτονομίας που προβλέπεται από το άρθρο 21 του Συντάγματος. Τα θρησκέματα που επιθυμούν οργανώσουν δραστηριότητες σε άλλους τομείς όπως η υγειονομική περίθαλση και η εκπαίδευση δεσμεύονται από την πολιτιακή νομοθεσία σε σχέση με αυτούς τους τομείς προκειμένου να μετέχουν κανονικά σε αυτούς τους τομείς. Οι εκπρόσωποι του θρησκεύματος χρειάζεται να συστήσουν νομικό πρόσωπο σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο συνήθως μη κερδοσκοπικό σωματίο. Τούτο είναι απαραίτητο για δύο λόγους. Πρώτον τα ίδια τα θρησκεύματα και επίσης οι επισκοπές, οι ενορίες και οι άλλες θρησκευτικές υποδιαιρέσεις δεν έχουν νομική προσωπικότητα σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο. Και δεύτερον οι οργάνωσεις του μη κερδοσκοπικού σωματίου χρειάζεται σε διάφορους τομείς για τον απλό λόγο της απλής επιβίωσης καθώς αρκετά συχνά απαιτείται για τη λήψη οικονομικής ενίσχυσης από το κράτος. Κάθε πολιτική για τις θρησκευτικές δραστηριότητες στο πλαίσιο της φιλανθρωπίας πρέπει να αρχίζει από αυτή την πραγματικότητα. Είναι απαραίτητες οι οργανωτικές μορφές του πολικιακού δικαίου. Πρέπει κάποιος να τις αποδεχθεί ως αφετηρία. Οι προϋποθέσεις του κανονικού δικαίου και επιδιώξου των θρησκευτικών αρχών πρέπει να ενσωματώνονται σε αυτό το υποχρεωτικό πλαίσιο. Πολλά ζητήματα πραγματεύτηκε και λίγη ανενδιαφέροντα σε σχέση με το δίκαιο των σχέσεων κράτων θρησκευμάτων στο Βέλγιο ο καθηγητής Ρικ Τόρς. Το πρώτο ζήτημα. Τα θρησκεύματα και οι θρησκευτικές υποδιαιρέσεις τους δεν έχουν νομική προσωπικότητα στο Βέλγιο. Η νομική προσωπικότητα είναι απαραίτητη για τις θρησκευτικές διοικήσεις που είναι υπεύθυνες για τη διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση σε θέματα περιουσίας των θρησκευμάτων. Είναι λεγόμενες «fabric de glace», αυτές οι θρησκευτικές διοικήσεις που είναι υπεύθυνες για τη διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση σε θέματα περιουσίας των θρησκευμάτων. Δεύτερο θέμα, δεύτερο ζήτημα, το οποίο αξίζει να επισυμμανθεί και να σχολιαστεί. Δηλαδή, ότι το σύστημα σχέσεων κράτους θρησκευμάτων στο Βέλκιο έχει επηρεαστεί, έχει ως πηγή εμπνευσίστου δηλαδή την οργάνωση και τη λειτουργία της Ρωμιοκαθολικής Εκκλησίας. Επειδή όμως το σημείο αυτό τελείωσε ο χρόνος της τέταρτης διάλεξης του Μηταπτιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου του Δευτεροέτους, θα επανέλθομαι στην πέμπτη διάλεξη, αναφέροντας τις επισυμμάνσεις, τις αξιόλογες, με σχολιασμούς και αναλύσεις δικές μας, τις οποίες επισυμμάνσεις κάνει ο καθηγητής Rick Torffs. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.
_version_ 1782818351001632768
description Εκκλησιαστικό Δίκαιο: Υπόσχεσαι, κύριέ μου, ευχαριστούμε πολύ και ευχαριστούμε όλους εσάς που μας ευχαριστούσατε. Ευχαριστούμε πολύ και ευχαριστούμε όλους εσάς που μας ευχαριστούσατε. Γεια σας αγαπητές φίλες και φίλοι. Στην τέταρτη διάλεξη του μεταπτυχιακού του εκκλησιαστικού δικαίου του δευτέρου έτους συνεχίζομαι και ολοκληρώνομαι το ζήτημα του νομικού καθεστότος των εκκλησιών θρησκευτικών κοινωντήτων στην Αυστρία όπως μας το παρουσιάζει ο καθηγητής Ρίτσαρν Πότς. Όσον αφορά την οργάνωση των θρησκευτικών κοινωντήτων και ειδικότερα το νομικό καθεστώς των θρησκευτικών οργανισμών εν γένη ο καθηγητής Ρίτσαρν Πότς αναφέρει ότι οι οργανισμοί της Καθολικής Εκκλησίας οι οποίοι έχουν νομική προσωπικότητα σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο έχουν νομική προσωπικότητα δημόσιο δικαίου και στη σφαίρα της κρατικής νομοθεσίας. Αυτό το καθεστώς τους παραχωρείται μόλις η συγγνωστοποίηση της Ίδρυσης περιέλθει στο αρμόδιο Υπουργείο σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 10 του Κογκορδάτου. Μεταξύ της Αγίας Έδρας και της Αυστριακής Ομοσπονδίας το έτους 1933. Οι οργανισμοί της Πρωτεσταντικής Εκκλησίας που έχουν νομική προσωπικότητα γίνονται νομικά πρός πα δημόσιο δικαίου από την ημερομηνία περιελεύσεως στο αρμόδιο Υπουργείο της σχετικής γνωστοποίησης Ίδρυσής τους από την Πρωτεσταντική Εκκλησία σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 του νόμου για τις Πρωτεστάντες. Σε σχέση με όλες τις άλλες αναγρορισμένες εκκλησίες και τις σχετικές κοινότητες μόνο οι σχετικές κοινότητες και οι ενώσεις τους μπορούν καταρχή να αποκτήσουν νομική προσωπικότητα. Περαιτέρω, οι οργανισμοί των θρησκευτικών κοινοτήτων μπορούν να κάνουν χρήση όλων των άλλων νομικών μορφών τις οποίες η κρατική νομοθεσία επιτρέπει. Σε αυτό το τμήμα της μελέτης του καθηγητής Ρίτσαρ Πουότς αναφέρεται στην απόκτηση νομικής προσωπικότητας από τους οργανισμούς των αναγνωρισμένων εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινοτήτων. Υπάρχει μια διάκριση μεταξύ των οργανισμών της Καθολικής Εκκλησίας και των οργανισμών της Πρωθυσταντικής Εκκλησίας από τη μια μεριά και των οργανισμών των άλλων αναγνωρισμένων εκκλησίων θρησκευτικών κοινοτήτων. Οι μένοι οργανισμοί της Καθολικής Εκκλησίας και οι οργανισμοί της Πρωθυσταντικής Εκκλησίας αποκτούν νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου μόλις γνωστοποιηθεί η ιδρυσή τους στο αρμόδιο υπουργείο, ενώ όσον αφορά τις άλλες αναγνωρισμένες εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες μόνον οι θρησκευτικές κοινότητες και ενώσεις τους μπορούν καταρχή να αποκτήσουν νομική προσωπικότητα. Και τώρα προχωρούμε στις σχέσεις κράτους θρησκευμάτων στο Βέλγιο. Σύμφωνα με το σχετικό άρθρο του καθηγητή Ρικ Τόρφς. Ως προς τις νομικές ποιές ο καθηγητής Ρικ Τόρφς αναφέρει ότι οι σχέσεις θρησκευμάτων και κράτους στο Βέλγιο διέπονται κατά μεγάλο μέρος από το Σύνταμα του 1831. Τα συνταγματικά δικαιώματα και ελευθερίες εφαρμόζονται επίσης σε διάφορα θρησκευτικά θέματα για παράδειγμα η ελευθερία της εκπαίδευσης, άρθρο 24, η ελευθερία του τύπου, άρθρο 25, αλλά το Σύνταγμα προβλέπει ειδικά και την ίδια την ελευθερία θρησκείας. Τέσσερα ειδικά άρθρα είναι αφιερωμένα σε αυτό το ζήτημα. Η ελευθερία της λατρείας και η ελεύθερη και η δημόσια άσκησή της είναι εγγυημένες δυνάμοι του άρθρου 19 του Συντάγματος με μια εξέρεση που επιτρέπει την τιμωρία των μηνικών αδικημάτων που διαπράττονται κατά την άσκηση αυτών των ελευθεριών. Το άρθρο 20 είναι το αρνητικό αντίστοιχο του άρθρου 19. Κανένα πρόσωπο δεν επιτρέπεται να εξαναγκαστεί να μετέχει με οποιοδήποτε τρόπο στις πράξεις λατρείας ή τις τελετές οποιοδήποτε θρησκεύματος συνασέβεται τις δικές της ημέρες ανάπαψης. Το άρθρο 21 υπογραμμίζει ότι το κράτος δεν έχει δικαίωμα να παρεβένει στον διορισμό ή την επίσημη εγκατάσταση των λειτουργών οποιοδήποτε θρησκεύματος να τους απαγορεύει να επικοινωνούμε τις σκεφτικές αρχές ή να δημοσιεύουν τις πράξεις των τελευταίων υπό την επιφύλαξη των κοινών κανόνων και την ευθύνη της σχετική με τη χρήση του τύπου και των δημοσιεύσεων. Αυτό το άρθρο ερμηνεύεται γενικά ως επιβεβαίωση της ελευθερίας της εσωτερικής θρησκευτικής οργάνωσης. Περίεχει χρόνος εξαίρεσης σε αυτή την αρχή προβλέποντας ότι ο πολιτικός γάμος πρέπει πάντοτε να προηγείται της τελετής θρησκευτικού γάμου εκτός των ειδικών περιπτώσεων που προβλέπονται από το νόμο. Τέλος το άρθρο 181 ορίζει ότι η μισθή και οι συντάξεις των θρησκευτικών λειτουργών θα πρέπει να επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό. Πρόσφατα η βαθμέα περιφερειακή οργάνωση του Βελγίου άρχισε να έχει συνέπειες στη σχέση μεταξύ κράτους και θρησκευμάτων. Αυτή η επιρροή είναι τόσο άμεση όσο και έμεση. Έμεσα η περιφερειακή οργάνωση τομέων όπως ο πολιτισμός και η εκπαίδευση έχουν συνέπειες που άπτονται της νομικής θέσης της θρησκείας. Για παράγμα η θέση των θρησκευμάτων στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση αποτελεί περιφερειακή υπόθεση. Και μολονότι το μάθημα των θρησκευτικών είναι υποχρεωτικό σύμφωνα με το Σύνταγμα, οι συνομιλητές των εκκλησιών και των θρησκευτικών οργανισμών επιλέγονται σε περιφερειακό επίπεδο. Άμεσα η περιφερειακή οργάνωση έχει επηρεάσει τα θρησκεύματα αφότου τέθηκε σε ισχύο νόμος της 13ης Ιουλίου 2001. Από τότε οι περιφέρειες και όχι το ομοσπονδιακό κράτος είναι αρμόδιες για την ουσιώδη οργάνωση των αναγνωρισμένων θρησκευμάτων. Βαθμία η νομική θέση των θρησκευμάτων γίνεται μικρό ζήτημα. Αν και τα κύρια στοιχεία συμπεριλαμβανομένονται σαν σχετικών άθρων του Συντάγματος παραμένουν ομοσπονδιακά, η επιρροή και η αρμοδιότητα των περιφεριών αυξάνονται αργά. Υπάρχουν επίσης κοινή νόμιοι διατάξεις και νομοθετικές προβλέψεις που αφορούν τη νομική σχέση μεταξύ θρησκευμάτων και κράτους. Ειδού μερικά παραδείγματα. Δυνάμιτο άρθρο 268 του Κώδικα Ποινικού Δικαίου, οι θρησκευτικοί λειτουργοί οι οποίοι προσβάλλουν άμεσα τις αρχές κατά τη διάρκεια συναθρίσεων που πραγματοποιούνται δημοσίως, τιμωρούνται με χρηματική ποινή και ποινή φυλάκησης. Τα άρθρια 143 και 144 του Κώδικα Ποινικού Δικαίου θεσπίζουν ποινές για διατάραξη, διασάλευση της τάξης και εξιβρήσεις που διαπράττονται κατά τη διάρκεια της λατρείας. Τα άρθρια 145 και 146 προβλέπουν τη δυσφήμηση και τις βιοπραγίες εναντίον λειτουργού. Το άρθρο 228 προστατεύει τις επίσημες στολές και το άρθρο 267 καθιστά δίκημα για τους λειτουργούς την ευλογία των γάμων πριν την τέλεση του πολιτικού γάμου. Στη συνέχεια, μετά την πραγμάτηση του ζητήματος των νομικών πηγών, ο καθηγητής Rick Torfs εισέρχεται στο ζήτημα των βασικών κατηγοριών του συστήματος των σχέσεων κράτους-θρησκευμάτων στο Βελγείο και αναφέρει, δεν είναι ασυνήθιστο ο όρος χωρισμός θρησκευμάτων και κράτους να χρησιμοποιείται ως περιγραφή για να συνοψήσει τη σχέση μεταξύ των δύο οργανισμών. Αυτό υποστηρίζεται ότι είναι μια κάπως ατυχής επιλογή ορολογίας. Πολλά εξαρτώνται βέβαιος από τι ακριβώς εννοείται με τον όρο χωρισμός. Εάν αυτός ο όρος δίνει την εντύπωση ότι η εκκλησία και το κράτος δεν έχουν απολύτως καμιά σχέση μεταξύ τους, τότε είναι ανεπαρκής ο όρος. Ο χωρισμός με τέτοια έννοια δεν μπορεί να συμβαστεί με το άρθρο 181 του συντάγματος, στο οποίο ορίζεται ότι η πληρωμή των μισθών και συντάξεων στους θρησκευτικούς λειτουργούς πρέπει να λαμβάνεται από το κράτος. Εν τούτη στήθεται το ερώτημα, εάν ο χωρισμός συνεπάγεται απαραίτητος την απουσία κάθε επαφής μεταξύ των δύο μερών. Υπάρχει ένας άλλος όρος όμως, ο οποίος διασαφνίζει πιθανώς περισσότερο το ζήτημα. Ένας αριθμός συγγραφένο μιλεί για την αμοιβαία ανεξαρτησία θρησκευμάτων και κράτους. Αυτός ο όρος τονίζει όχι μόνο την ελευθερία που υπάρχει αλλά και τον αμοιβαίο σεβασμό, ο οποίος βεβαίως απαιτεί κατ' ελάχιστον την ιδέα ότι κάθε μέρος αποδέχεται την ύπαρξη του άλλου. Αυτό όλο συνεχίζει να αποτελεί λεπτή υπόθεση. Τόσο είναι εξαρτησία θρησκευμάτων και κράτους, όσο και υπερίσχυση της πολυφωνίας στο Βέλγιο, αναγκάζουν το κράτος να κρατά ουδέτερη θέση. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι χρειάζεται να φαίνεται ότι είναι αγνοστικιστικό εναντί του φαινομένου της θρησκείας. Η Κυβέρνηση παρέχει υποστήριξη και εμπροστασία στα θρησκεύματα και τους μη θρησκευτικούς οργανισμούς. Πράγματι, αυτό χρησιμεί μόνο για την απόδειξη της σημασίας τους στην κοινωνία. Το κράτος προάει θετικά την ελεύθερη ανάπτυξη των σκεφτικών και θεσμικών δραστηριοτήτων, χωρίς παρέμβαση στην ανεξαρτησία τους. Με αυτή την έννοια, μπορεί κάποιος να αποκαλέσει αυτή τη σχέση ωσθετική ουδετερότητα. Ο καθηγητής Τόρς, στο κεφάλαιο που αφορά τις βασικές κατηγορίες του συστήματος σχέσεων κράτους θρησκευμάτων στο Βέλγιο, προβληματίζεται γύρω από τη χρήση του όρου χωρισμός κράτους θρησκευμάτων στο Βέλγιο. Και λέει ότι αφού υπάρχει το άρθρο 181, για παράδειγμα, του Συντάγματος, είπαμε, με το οποίο την πληρωμή των μισθών και συντάξεων στους σκεφτικούς δικτουργούς την αναλαμβάνει το κράτος, τότε, αν πούμε ότι χωρισμός εκκλησία και κράτους σημαίνει ότι δεν έχουν καμία πολυτοσχέση μεταξύ τους, τότε ο όρος αυτός είναι ανεπαρκής. Στη συνέχεια αναφέρει ότι ένας αριθμός συγγραφέων ομιλεί για αμοιβαία ανεξαρτησία θρησκευμάτων και κράτους, αντί του όρου χωρισμός. Αμοιβαία ανεξαρτησία σημαίνει στην πραγματικότητα θρησκευτική ελευθερία και αυτονομία των εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινοτήτων έναντι του κράτους. Τα θρησκέματα αναγνωρίζουν την κρατική δικαιοδοσία του κράτους και το κράτος αναγνωρίζει τη θρησκευτική ελευθερία και ειδικότερα το δικαίωμα στην αυτονομία τους. Στη συνέχεια και ο καθηγητής τώρα βέβαια προτιμά να χαρακτηρίσει το σύστημα σχέσεων κράτων-σκευμάτων ως θετική ουδετερότητα, δηλαδή ευμενή ουδετερότητα. Αλλά στην πρώτη ισήγηση, στην πρώτη διάλεξη της παρούσας σειράς διαλέξεων του μεταπτυχιακού του εκκλησιαστικού δικαίου του δευτέρου έτους, είχαμε αναφέρει ότι ο όρος θετική ουδετερότητα συνιστά μία αρχή του συστήματος του χωρισμού με πολυθρησκευτικότητα του κράτους. Το Βέλγιο, όπως και όλες οι υπόλοιπες χώρες μέλη της Ε.Ε. με παράδοση καθολική, πρωτεσταντική, μικτή, πρωτεσταντικοκαθολική, έχουν το σύστημα του χωρισμού με πολυθρησκευτικότητα του κράτους, δηλαδή με χορίγηση εκτεταμένου αριθμού προνομίων σε ορισμένα θρησκεύματα. Εξαιρείται η Γαλλία για τους ιστορικούς λόγους της Γαλλικής Επανάστασης, που έχει το σύστημα του χωρισμού με λαϊκότητα του κράτους, δηλαδή τα λαϊκ, όπως είχαμε αναφέρει τότε. Στη συνέχεια ο καθηγητής Ρικ Τόρφς, εισέρχεται στο ζήτημα του νομικού καθεστώτος των θρησκευτικών κοινοτήτων και υποστηρίζει ότι αν και το βελγικό δίκιο αναγνωρίζει θρησκευτική ισότητα μεταξύ όλων των θρησκευμάτων, δεν μπορεί κάποιος να αρνηθεί ότι μερικές την χάνουν διαφορετικής μεταχείρισης από άλλες. Αρκετά θρησκεύματα έχουν αποκτήσει επίσημη αναγνώριση με νόμο ή δυνάμι νόμου. Η κύρια βάση για την λόγα αναγνώριση είναι η κοινωνική αξία του θρησκεύματος ως υπηρεσίας προς τον πληθυσμό. Επί του παρόντος έξι θρησκεύματα απολαμβάνουν αυτού του καθεστώτος. Ο καθολικισμός, ο πρωτεσταντισμός, ο ιουδαϊσμός, ο αγγλικανισμός σύμφωνα με το νόμο της 4ης Μαρτίου 1870 για την αναγνώριση των εγκόσμιων αναγκών των θρησκευμάτων. Το Ισλάμ σύμφωνα με το νόμο της 19ης Ιουλίου 1974 που τροποποιεί το νόμο του 1870. Και η Ελληνική και Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία σύμφωνα με το νόμο της 17ης Απριλίου 1985 που τροποποιεί τον ίδιο νόμο του 1870. Μια αναθεώρηση στο Σύνταγμα της 5ης Ιουνίου 1993 πρόσθεσε ομάδες μη πιστών, ουμανιστών στις ευθύνες του κράτους. Εκτός από τους μέτρους μισθούς για τους θρησκευτικούς λιτουργούς ενωρίας ή επισκοπής εγκεκριμένης από την κυβέρνηση προβλέποντα από το κρατικό προϋπολογισμό, η αναγνώριση επάγεται επίσης λίγα ακόμη πλειονεκτήματα για τα εν λόγω θρησκεύματα. Η νομική προσωπικότητα απονέμεται σε σκεφτικές διοικήσεις που είναι υπεύθυνες για τις εγκόσμιες ανάγκες των θρησκευμάτων. Τα ίδια τα θρησκεύματα και θρησκευτικές υποδιαιρέσεις τους δεν έχουν νομική προσωπικότητα. Προσοχή λοιπόν επίσης πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι τα ελλείμματα που δημιουργούνται από τις θρησκευτικές διοικήσεις για τα εγκόσμια αγαθά πρέπει να καλύπτονται από τους δήμους. Εγκόσμια αγαθά εννοείται η εκκλησιαστική περιουσία. Αυτή η δυνατότητα διαφυγής δεν ενθαρρύνει πάντοτε τη δέουσα ευθύνη εκ μέρους της θρησκευτικής διοικίσεως. Άλλο πλεονέκτημα για τα θρησκεύματα είναι οι κρατικές επιχορηγήσεις για την οικοδόμηση ή την ανακέννηση θρησκευτικών κτιρίων. Στους ποιμένες και τους επισκόπους πρέπει να παρέχει ανάλογη στέγαση και οποιασδήποτε δαπάνες γι' αυτόν τον σκοπό επιβαρύνουν τους δήμους ή τις επαρχίες. Περαιτέρω τα αναγνωρισμένα θρησκεύματα δικαιούνται δωρεάν χρόνο μετάδοσης εκπομπών στο δημόσιο ραδιόφωνο και τηλεόραση. Τέλος, τα θρησκεύματα μπορούν να διορίζουν ιερείς τις ενοπλές δυνάμεις και τις φυλακές, των οποίων οι μιστοί επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό. Από τα έξενα γνωρισμένα θρησκεύματα ο ρομιοκαθολισμός είναι ο σημαντικότερος. Οι αριθμοί παρέχουν αδιαμφισβήτητη απόδειξη αυτού. Αυτός δεν έχει καταλήξει στο να έχει προνομιακή θέση de jure, όμως αυτό δεν είναι εξ ολοκλήρω αληθές, de facto. Καταρχάς, δεν μπορεί κάποιος να αποφύγει το συμπέρασμα ότι το νομικό καθεστώς των θρησκευμάτων στο βελγικό δίκιο βρίσκει πραγματικά την πηγή εμπνευσής του στην οργάνωση και τη λειτουργία της ρομιοκαθολικής εκκλησίας. Ήδου ένα παράδειγμα αυτού. Για να είναι δυνατοί σήμερα η έγερση αξίωσης για κρατική αμοιβή των θρησκευτικών λειτουργών, είναι αναγκαία μια καθαρά ιεραρχικώς οργανωμένη θρησκευτική κοινότητα, όπως είναι κάποια που λειτουργεί σε εδαφική βάση. Για την καθολική εκκλησία αυτό δεν είναι τόσο μεγάλο πρόβλημα, αλλά το ισλαμικό θρησκευτικό λειτουργεί διαφορετικά. Οι μομεθανοί θρησκευτικοί λειτουργοί ακόμη δεν πληρώνονται από το κράτος. Εκτός αυτού η ρωμαικαθολική εκκλησία παίζει μεγαλύτερο ρόλο από τα άλλα θρησκεύματα, όταν πρόκειται για δημόσια εκφράσεις πίστης. Αυτό φαίνεται όταν παίζεται ο χαιρετισμός των στρατιωτικών δυνάμεων, όπως το τέντεουμ στους εορτασμούς της εθνικής ημέρας. Η καθολική εκκλησία είχε επίσης ξεχωριστό ρόλο στην κηδεία του βασιλιά Μπονδουά, στις 7 Αυγούστου 1993. Εν συντομία μπορεί να υποθέω ότι υπάρχουν έξι αναγνωρισμένα θρησκεύματα, μεταξύ των οποίων ο καθολικισμός είναι primus inter pares. Εκτός των έξι αναγνωρισμένων υπάρχει ολόκληρη σειρά μη αναγνωρισμένων θρησκευμάτων. Με αριθμητικούς όρους, οι μάρτυρες του Ιεχωβά είναι στην πρώτη θέση, με περίπου 20.000 μέλη, ακολουθούμενοι από τους μορμόνους που έχουν περίπου 3.000 πιστούς. Πολλοί αριθμες άλλες ομάδες έχουν μέλη που προσεγγίζουν ή ανέρχονται σε εκατοντάδες. Αυτά τα κινήματα δεν έχουν πάντοτε νομικό καθεστώς που θα μπορούσε να υποθεί ότι είναι αξιοζήλευτο. Όχι μόνο δεν απολαμβάνουν το πληρονοικτήμα, τα οποία τα αναγνωρισμένα θρησκεύματα μπορούν να αξιώσουν, αλλά μερικές φορές δεν θερρούνται καν ως θρησκεύματα γνήσια και ειλικρινή. Δεν υπάρχει νομικός ορισμός του όρου θρησκευμά, επομένως η απόφαση επαφήεται στα δικαστήρια. Εν όψη της ελευθερίας θρησκείας και της σχέσης μεταξύ θρησκευμάτων και κράτους, όπως εφίσταται στο Βέλγιο, όταν ο δικαστής πρέπει να αποφασίσει αν ένα κινήμα είναι θρησκευμά, θρησκευμά δεν επιτρέπεται κανονικά να καταφεύγει σε επιχειρήματα που αφορούν το περιεχόμενό τους. Για το δικαστή ο οποίος, για παράδειγμα, εξετάζει ποινική υπόθεση ή δικογραφείες φορολογικών απαλλαγών για να αποφασίσει αν υπάρχει πράγματη θρησκεία, αυτό συνεπάγει ότι πρέπει να επιλύσει το ζήτημα εάν η ενδιαφερόμενη κοινότητα φαίνεται να είναι σοβαρή και ευλόγως μπορεί να χαρακτηριστεί θρησκευμά. Σε αυτό το συλλογισμό, η απόφαση θα έπρεπε αρχικά να βασιστεί σε εξωτερητές πτυχές όπως είναι οι πραξηναών, κείμενα προσευχής ή τελετουργικές πράξεις. Μερικές φορές όμως ακόμη και αυτό δεν διευκρινίζει ικανοποιητικά το ζήτημα και κάποια ανάλυση του περιεχομένου του κινήματος συνεχίζει να είναι απαραίτητη. Η νομολογία υιοθετεί την άποψη ότι για να θεωρηθεί αυτό ο θρησκεύμα χρειάζεται να υπάρχει η λατρεία θεότητας. Τα μη αναγνωρισμένα θρησκεύματα ή θρησκευτικές ομάδες είναι πιθανότερο να διαφωνούν με έννοιες όπως η δημόσια τάξη και τα χριστά ήθη στο πλαίσιο της κρατικής ένομης τάξης. Ήταν πολύ γνωστά τα προβλήματα που συναντούσαν οι μάρτυρες του Ιεχωβά μέχρι την κατάργη της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. Αρνήθηκαν να εκπληρώσουν όχι μόνο η στρατιωτική θητεία αλλά και την εναλλακτική πολιτική θητεία. Βάσει το Άρθρο 46 του στρατιωτικού ποινικού κώδικα, ένα υπόχρεο πρόσωπο χαρακτηριζόταν ως ανυπότακτος και αυτό επέσηρε γενικά διετύπηλοι φυλάξεις. Εν συντομία, έχοντας λάβει υπόψη όλα τα στοιχεία, τα θρησκεύματα μπορούν να διακριθούν σε τρεις κατηγορίες. Πρώτον, τα νομίμως αναγνωρισμένα και με πραγματικούς όρους το μεγαλύτερο η Ρωμοκαθολική Εκκλησία. Δεύτερον, τα πέντε άλλα νομίμως αναγνωρισμένα αλλά με πραγματικούς όρους μικρότερα θρησκεύματα καθώς και οι μη πιστή ουμανιστές. Και τρίτον, τα μη αναγνωρισμένα κινήματα είτε εκπληρώνουν είτε δεν εκπληρώνουν τις προϋποθέσεις τις οποίες αισπίζει ο νόμος για την έννοια του θρησκεύματος. Τα τελευταία χρόνια το Βέλγιο ήταν ανάμεσα στις χώρες που ανησυχούσαν έντονα για τις αποκαλούμενες επιβλαβείς οργανώσεις των σεκτών. Μια κοινοβουλευτική έκθεση για το θέμα αυτό υποβλήθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 28 Απριλίου 1997. Αυτή η έκθεση περιείχε προσαρτημένο κατάλογο είδος συνοπτικού πίνακα που ανέφερε τις επωνυμίες των οργανισμών. Η δημοσίευση αυτού του καταλόγου προκάλεσε πολύ αναταραχή. Έτσι η Κοινοβουλευτική Επιτροπή που δημοσίευσε την έκθεση μαζί με το συνοπτικό πίνακα γρήγορα δήλωσε ότι η παρουσία ορισμένου κινήματος στον κατάλογο δεν σήμενε ότι η ομάδα ήταν σεκτα και αφορτιώρη ό,τι ήταν επικίνδυνη. Μετά την εξέταση της έκθεσης ιδρύθηκε το αποκαλούμενο Κέντρο Πληροφοριών και Συμβουλών με το νόμο της Δευτέρας Ιουνίου 1998. Το Κέντρο και οι αρμοδιωτητές το οδήγησαν σε μερικά ζητήματα τόσο στο Βέλγιο όσο και στο εξωτερικό. Το 2000 το Διετητικό Δικαστήριο έκρινε ότι το Κέντρο δεν μπορεί να απαγορεύσει την έκφραση γνώμης από φιλοσοφική ή θρησκευτική μειονότητα. Το Κέντρο μπορεί μόνο να ενημερώνει το κοινό σε σχέση με τις δραστηριότητες ορισμένων συνενόσεων, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να αξιολογήσουν ακριβέστρα τις γνώμεις που θα μπορούσαν να είναι επικίνδυνες. Το άρθρο 21 του Συντάγματος θεωρείται πάντοτε ως σταθερή νομική βάση για την αυτοδιοίκηση με ευρύα έννοια των θρησκευτικών κοινοτήτων. Το κράτος δεν επιτρέπεται να σκέπω πτία στα θρησκεύματα και τα τελευταία είναι ελεύθερα να επιλέγουν τη δική τους εσωτερική οργάνωση. Σημαίνει αυτό ότι το κράτος δεν έχει καμιά απολύτως δυνατότητα ελέγχου των θρησκευμάτων και των δραστηριοτήτων τους. Τούτο θα ήταν υπερβολή. Παραδοσιακό έλεγχος που ασχήθη από τα κρατικά δικαστήρια παρέμεινε αποκλειστικά τυπικός πράγμα, που σημαίνει ότι ο πολιτιακός δικαστής είχε μόνο το δικαίωμα να κρίνει αν η προσβαλόμενη απόφαση λήφθηκε από την αρμόδια θρησκευτική αρχή. Αυτή η προσέγγιστα κρατούσε καθόλου τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Με δύο αποφάσεις του Βελγικού Ανώτατου Δικαστηρίου του Κουγντε Κασσασιών, του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, το 1994 και το 1999 έλαβε χώρα κάποια εξέλιξη χωρίς πιθανότητα λάθους. Το Ακυρωτικό Δικαστήριο επενθύμισε σαφώς την αρχή της αυτονομίας, όπως διατυπώνται στο άρθρο 21 του Συντάγματος. Δεν επικύρωσε επίσης τις αποφάσεις δύο εφετείων που έκριναν ότι οι θρησκευτικές ομάδες θα έπρεπε όχι μόνο να τείρουν ορθά τις εσωτερικές διαδικασίες, όπως προβλέπονται εσωτερικά, αλλά θα έπρεπε επίσης να σέβονται το δικαίωμα της υπεράσπισης, όπως και όλες τις άλλες αρχές που διατυπώνονται από το άρθρο 6, 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το Ακυρωτικό Δικαστήριο δίνει θέση σε αυτήν την μάλλον επαναστατική άποψη, αλλά έπειτα φάνηκε πάλι να αποδέχεται την βασική αρχή, αποδεχόμενο ότι οι θρησκευτικές ομάδες πρέπει να ενεργούν στο πλαίσιο των κανόνων της αντίστοιχης θρησκείας. Λαμβάνοντας αυτή τη θέση, το coup de cassation πήγε πιο πέρα από την παρουσιακή θέση, χωρίς όμως να ακολουθεί στη ρυζική εκδοχή που υιοθετήθηκε από τα δύο εφετία. Τούτο θα μπορούσε να συνοψηθεί σε ένα διάγραμμα που διακρίνει τρία επίπεδα. Παραδοσιακή θέση. Έλαβε η αρμόδια θρησκευτική αρχή την προσβαλόμενη απόφαση. Κρατούσα θέση το Ανωτά του Δικαστηρίου. Έλαβε η αρμόδια θρησκευτική αρχή την προσβαλόμενη απόφαση σε συμμόρφωση με τους διαδικαστικούς κανόνες της αντίστοιχης θρησκείας. Απορριφθίσα ρίζος Παστικίδες. Έλαβε η αρμόδια θρησκευτική αρχή την προσβαλόμενη απόφαση σε συμμόρφωση με τους διαδικαστικούς κανόνες της αντίστοιχης θρησκείας. Πρώτο ρώτημα. Δεύτερο ρώτημα. Κι αυτοί οι κανόνες σέβονται το δικαίωμα της περάσπισης όπως και τις άλλες αρχές που διατυπώνονται από το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Εκτός από αυτό το ζήτημα αρχής υπάρχει ακόμη το πρόβλημα του καθορισμού του φάσματος των εκκλησιαστικών δρυκαστηριοτήτων που απολαμβάνουν προστασίας. Σε αυτό το σημείο μπορεί να σημειωθεί ότι μόνο ο θρησκευτικός οργανισμός με την αυστηρότερη έννοια απολαμβάνει πλήρωσης αυτονομίας που προβλέπεται από το άρθρο 21 του Συντάγματος. Τα θρησκέματα που επιθυμούν οργανώσουν δραστηριότητες σε άλλους τομείς όπως η υγειονομική περίθαλση και η εκπαίδευση δεσμεύονται από την πολιτιακή νομοθεσία σε σχέση με αυτούς τους τομείς προκειμένου να μετέχουν κανονικά σε αυτούς τους τομείς. Οι εκπρόσωποι του θρησκεύματος χρειάζεται να συστήσουν νομικό πρόσωπο σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο συνήθως μη κερδοσκοπικό σωματίο. Τούτο είναι απαραίτητο για δύο λόγους. Πρώτον τα ίδια τα θρησκεύματα και επίσης οι επισκοπές, οι ενορίες και οι άλλες θρησκευτικές υποδιαιρέσεις δεν έχουν νομική προσωπικότητα σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο. Και δεύτερον οι οργάνωσεις του μη κερδοσκοπικού σωματίου χρειάζεται σε διάφορους τομείς για τον απλό λόγο της απλής επιβίωσης καθώς αρκετά συχνά απαιτείται για τη λήψη οικονομικής ενίσχυσης από το κράτος. Κάθε πολιτική για τις θρησκευτικές δραστηριότητες στο πλαίσιο της φιλανθρωπίας πρέπει να αρχίζει από αυτή την πραγματικότητα. Είναι απαραίτητες οι οργανωτικές μορφές του πολικιακού δικαίου. Πρέπει κάποιος να τις αποδεχθεί ως αφετηρία. Οι προϋποθέσεις του κανονικού δικαίου και επιδιώξου των θρησκευτικών αρχών πρέπει να ενσωματώνονται σε αυτό το υποχρεωτικό πλαίσιο. Πολλά ζητήματα πραγματεύτηκε και λίγη ανενδιαφέροντα σε σχέση με το δίκαιο των σχέσεων κράτων θρησκευμάτων στο Βέλγιο ο καθηγητής Ρικ Τόρς. Το πρώτο ζήτημα. Τα θρησκεύματα και οι θρησκευτικές υποδιαιρέσεις τους δεν έχουν νομική προσωπικότητα στο Βέλγιο. Η νομική προσωπικότητα είναι απαραίτητη για τις θρησκευτικές διοικήσεις που είναι υπεύθυνες για τη διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση σε θέματα περιουσίας των θρησκευμάτων. Είναι λεγόμενες «fabric de glace», αυτές οι θρησκευτικές διοικήσεις που είναι υπεύθυνες για τη διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση σε θέματα περιουσίας των θρησκευμάτων. Δεύτερο θέμα, δεύτερο ζήτημα, το οποίο αξίζει να επισυμμανθεί και να σχολιαστεί. Δηλαδή, ότι το σύστημα σχέσεων κράτους θρησκευμάτων στο Βέλκιο έχει επηρεαστεί, έχει ως πηγή εμπνευσίστου δηλαδή την οργάνωση και τη λειτουργία της Ρωμιοκαθολικής Εκκλησίας. Επειδή όμως το σημείο αυτό τελείωσε ο χρόνος της τέταρτης διάλεξης του Μηταπτιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου του Δευτεροέτους, θα επανέλθομαι στην πέμπτη διάλεξη, αναφέροντας τις επισυμμάνσεις, τις αξιόλογες, με σχολιασμούς και αναλύσεις δικές μας, τις οποίες επισυμμάνσεις κάνει ο καθηγητής Rick Torffs. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.