Διάλεξη 10 / Διάλεξη 10 / Διάλεξη 10

Διάλεξη 10: Υπόσχεσθαι, κυρίες και φίλοι, στη 10η διάλεξη του Μεταπτυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου του 2ο έτους Ιαρινού Εξαμήνου η καθηγήτρια Σοφή Φων Μπίστρεβελτ θα μας παρουσιάσει από το άρθρο της για το κράτος για θρησκεύματα στην Ολλανδία το ζήτημα της νομικής έννοιας του θρησκεύματος και το...

Full description

Bibliographic Details
Main Author: Κυριαζόπουλος Κυριάκος (Επίκουρος Καθηγητής)
Language:el
Institution:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Genre:Ανοικτά μαθήματα
Collection:Νομικής / Εκκλησιαστικό Δίκαιο ΙV (Μεταπτυχιακό)
Published: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2015
Subjects:
Άδεια Χρήσης:Αναφορά-Παρόμοια Διανομή
Online Access:https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=dc45160a
Απομαγνητοφώνηση
Διάλεξη 10: Υπόσχεσθαι, κυρίες και φίλοι, στη 10η διάλεξη του Μεταπτυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου του 2ο έτους Ιαρινού Εξαμήνου η καθηγήτρια Σοφή Φων Μπίστρεβελτ θα μας παρουσιάσει από το άρθρο της για το κράτος για θρησκεύματα στην Ολλανδία το ζήτημα της νομικής έννοιας του θρησκεύματος και του δικαιώματος τον αυτοκαθορισμό αυτού στην Ολλανδία και στη συνέχεια θα σχολιάσουμε τα κυριότερα σημεία της παρουσίας της αυτής από την συγγραφέα. Η καθηγήτρια Σοφή Φων Μπίστρεβελτ αναφέρει το νομικό καθεστώς του θρησκεύματος όπως περιγράφηκε παραπάνω εφαρμόζεται μουτά της μουτάντης και στις αυτοτελείς μονάδες στο πλαίσιο των θρησκευμάτων όπως και στους οργανισμούς στους οποίους ενώνονται τα θρησκεύματα. Έτσι το δίκαιο είναι εξίσου δεκτικό σε σχέση με την οργάνωση των θρησκευμάτων που βασίζεται τόσο στην έννοια του κεντρικού ιεραρχικού θρησκεύματος όσο και σε αποκεντρωμένα μοντέλα θρησκευμάτων. Καμία από αυτές τις κατηγορίες δεν καθορίζεται από το δίκαιο. Ως προς τους οργανισμούς στους οποίους συνενώνονται τα θρησκεύματα η προϋπόδυση χωριστής νομικής προσωπικότητας κατά θρησκευτικό δίκαιο διατυπώθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας θέσπισης. Περαιτέρω η βούληση ίδρυσης νομικού προσώπου αυτού του τύπου είναι ουσιώδης προϋπόδυση. Συμβούλια θρησκευμάτων και άλλες μορφές συνεργασίας μεταξύ θρησκευμάτων συνήθως δεν θα θεωρούνται ως θρησκεύματα από οργανωτικής απόψεως. Ως προς τις αυτοτελείς μονάδες των θρησκευμάτων ο σκοπός του θρησκεύματος είναι καθοριστική προϋπόθεση. Ο τρόπος με τον οποίον ο σκοπός θα έπρεπε να εκφραστεί δεν είναι απόλυτα σαφής. Ουσιαστικά κριτήρια με τι ασχολεί το οργανισμός, οι θρησκευτικές, κοινωνικές, οικονομικές δραστηριότητες όπως και τυπικά κριτήρια. Ποια είναι η τυπική επιρροή του θρησκεύματος στο πλαίσιο του οργανισμού. Έχουμε ρωταθεί ως στοιχεία τα οποία μπορεί να παίζουν ρόλο στον καθορισμό του εάν ο οργανισμός θα μπορούσε ή δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αυτοτελείς μονάδα θρησκεύματος. Όμως εν όψη, τη συλλευθερία σκεφτικής οργάνωσης, κυρίως το αυτοκαθορισμού των θρησκευμάτων, είναι σημαντικό να μην τεθούν αυστηρά κριτήρια. Ούτε ο ίδιος ο ανοιχτός χαρακτήρας του νομικού συστήματος δικαιολογεί αυστηρά κριτήρια. Αν και τα θρησκεύματα ελεύθερα οργανώνουν ορισμένους τομείς των δραστηριοτήτων τους ως αυτοτελείς μονάδες, υπάρχει πράγματι μακρά παράδοση οργάνωσης δραστηριοτήτων στους τομείς των κοινωνικών, πολιτιστικών και εκπαιδευτικών ζητημάτων ως κανονικά σωματεία ιδρύματα στη βάση της θρησκείας υπεποίτησης. Αυτή η οργανισμή μπορεί σε μεγαλύτερη ή μικρότερη έκταση να συνδέονται με θρησκευμά, σύνδεση η οποία μπορεί να τυποποιηθεί σε διατάξεις καταστατικού και κανονισμών. Η θρησκευτική ταυτότητα τέτοιων οργανισμών προστατεύεται γενικά από το Ναστικό Κώδικα. Αυτή η οργανισμή υπόγειται στη νομοθεσία, η οποία διέπει τον τομέα δραστηριότητάς τους. Στο πλαίσιο αυτής της νομοθεσίας, ειδικές διατάξεις μπορεί να χρειάζονται ώστε να λαμβάνεται υπόψη η θρησκευτική πτυχή. Ό,τι προναφέρθηκε φανερώνι ότι. Στη βασική της ρύθμιση η Λευθερία Θρησκευτικής Οργάνωσης και Λευθερία Οργάνωσης στη βάση της θρησκείας γίνονται σεβαστές από το δίκαιο. Περιστασιακά όμως μπορεί να εμφανιστούν προβλήματα. Αυτό συμβαίνει κυρίως σε σχέση με την νομοθεσία, η οποία η ίδια δεν σχετίζεται με τα θρησκεύματα, αλλά μπορεί παρατάφτα να επηρεάζει τα θρησκεύματα. Για παράδειγμα η νομοθεσία, η οποία επιβάλλει το δημοκρατικό πολίτευμα στους οργανισμούς, η νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, η νομοθεσία για την ίση μεταχείριση. Το αποτέλεσμα για καθένα τύπο νομικού προσώπου μπορεί να μην είναι πάντα ικανοποιητικό. Σε κάθε περίπτωση η Λευθερία των θρησκευτικών οργανισμών συνήθως γίνεται σεβαστή. Έχει μικρότερη έκταση από εκείνη του θρησκεύματος ως νομικού προσώπου, περιλαμβανομένων των αυτοτερόν μονάδων, από τις οποίες τα θρησκεύματα απαρτίζονται. Η συζήτηση σχετική με τα κριτήρια για τις αυτοτερίες μονάδες αποκτά επιπλέον διάσταση εν όψη των νομικών συνεπιών, οι οποίες μπορούν να προκύψουν. Πριν προχωρήσουμε στον σχολιασμό αυτού του υποκεφαλαίου για τη νομική έννοια του θρησκεύματος και το δικαίωμα στον αυτοκαθορισμό των θρησκευμάτων της Ολλανδίας, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι η Ολλανδία δεν έχει έναν ειδικό νόμο για τα θρησκεύματα όπως έχουν πολλές χώρες. Επίσης και η Γερμανία δεν έχει έναν ειδικό νόμο για τα θρησκεύματα. Τόσο η Ολλανδία όσο και η Γερμανία αντιμετωπίζουν την έλλειψη ενός ειδικού νόμου, αναπληρώνουν μάλλον την έλλειψη ενός ειδικού νόμου για τα θρησκεύματα μέσω του αστικού κώδικα. Μέσω δηλαδή των διατάξεων για τα νομικά πρόσωπα του αστικού κώδικα. Η μεν Γερμανία, ερμηνευτικά, με βάση την ομολογία του Σταγματικού της Δικαστηρίου, στη γνωστή υπόθεση του Σωματίου Μπαχάη, η Γερμανία θεωρεί τα νομικά πρόσωπα των θρησκευτικών οργανισμών ως «sweet generous». Δηλαδή, όχι ως κοινά νομικά πρόσωπα, διότι τα κοινά νομικά πρόσωπα του αστικού κώδικα έχουν δημοκρατικό πολίτευμα, δηλαδή δημοκρατική οργάνωση και διοίκηση. Από την υποχρέωση να έχουν δημοκρατικό πολίτευμα, δηλαδή δημοκρατική οργάνωση και διοίκηση, απαλλάσσονται τα θρησκεύματα μέσω ερμηνείας των σχετικών διατάξεων του αστικού κώδικα της Γερμανίας από την ομολογία, που είναι αρχής γεννωμένης από την ομολογία του Σταυματικού Δικαστηρίου, την οποία προανέφερα. Έτσι, ενώ τα υπόλοιπα νομικά πρόσωπα πρέπει να έχουν το προβλεπόμενο από το αστικό κώδικα πολίτευμα, που είναι δημοκρατικό, δημοκρατική οργάνωση και διοίκηση, τα νομικά πρόσωπα των θρησκευμάτων και των θρησκευτικών αγγανισμών μπορεί να έχουν το πολίτευμα, το οποίο γίνεται δεκτό από τις θρησκευτικές υπεπιθύσεις της οικίας θρησκείας, δηλαδή είτε δημοκρατικό είτε ιεραρχικό. Και όταν λέμε ιεραρχικό εννοούμε είτε μοναρχικό είτε ολιγαρχικό, είτε συνδυασμούς αυτών των πολιτευμάτων ανα επίπεδο οργάνωσης. Ως γνωστόν τα επίπεδο οργάνωσης είναι το τοπικό, το περιφερειακό, το εθνικό, το διεθνές. Άνδια, πετυχαίνει το ίδιο αποτέλεσμα, όπως και η Γερμανία, διότι ερμηνεύουν η ΜΕΝ Γερμανία τροναστικό κώδικα ως προς τα θρησκεύματα σύμφωνα με τη θρησκευτική ελευθερία που είναι ανώτερης τυπικής ισχύος, κατοχυρωμένη δηλαδή σε νομοθετικά κείμενα, σε τυπικής ισχύου σύνταμα και διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και αυτό γίνεται ερμηνευτικά με την ομολογία του Συνταγματικού Δικαστήριου, την οποία αναφέραμε. Η ΔΕΟΛΑΝΔΙΑ επιτυχάνει το ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή την εφαρμογή της θρησκευτικής ελευθερίας στον αστικό κώδικα στο κεφάλαιο περινομικών προσώπων, μέσω της απαλλαγής της προβλεπόμενης από σχετικές διατάξεις του Λανδικού Αστικού Κώδικα, δηλαδή των θρησκευμάτων, τα οποία έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα, σού ή τζένερης, από την υποχρέωση να έχουν οπωσδήποτε δημοκρατικό πολίτευμα. Δηλαδή μπορούν στον καταστατικό τους να θεσπίζουν την οργάνωση και τη διοίκηση, δηλαδή το πολίτευμα, το οποίο είναι σύμφωνο με τις θρησκευτικές τους περιπτήσεις. Και τώρα, μετά από αυτές τις υπενθυμίσεις, προχωρούμε στο σχολιασμό των σημαντικότερων σημείων του υποκεφαλαίου της καθηγήτρης Σοφή Φων Μπίστερβελτ για τη νομική έννοια του θρησκεύματος και το δικαίωμα στον αυτοκαθορισμό. Σοφή Φων Μπίστερβελτ αναφέρεται για τους οργανισμούς τους οποίους συναινώνεται τα θρησκεύματα σε μια προϋπόθεση της χωριστής νομικής προσωπικότητας κατά το θρησκευτικό δίκαιο. Έτσι, λοιπόν, διακρίνει τα θρησκεύματα από τις αυτοτελείς μονάδες των θρησκευμάτων, καθώς και τους λοιπούς θρησκευτικούς οργανισμούς που έχουν σκοπούς κοινωνικούς, πολιτιστικούς, εκπαιδευτικούς. Το δικαίωμα στην αυτονομία των εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινοτήτων και το Ναστικό Κώδικα της Ολλανδίας εκτείνεται στα θρησκεύματα και στις αυτοτελείς μονάδες. Δηλαδή στις μονάδες που μπορούν να αποκτήσουν, στις μονάδες, δηλαδή στους θρησκευτικούς οργανισμούς, στους καθαρά θρησκευτικούς οργανισμούς ενός θρησκεύματος, που μπορούν να αποκτήσουν χωριστή νομική προσωπικότητα κατά το θρησκευτικό δίκιο, όπως είναι επισκοπές, ενωρίες. Ενώ το δικαίωμα στην αυτονομία των θρησκευτικών οργανισμών που έχουν σκοπούς κοινωνικούς, πολιτιστικούς, εκπαιδευτικούς είναι σεβαστό σε μικρότερη έκταση, δεδομένου ότι μπορούν να εξυπηρετηθούν η σκοπή των κοινωνικών πολιτιστικών και εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων μέσω της μορφής κοινών σωματίων ή ιδρυμάτων, δηλαδή χωρίς να χρειάζεται να εφαρμοστεί η αρχή της αυτονομίας των εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινοτήτων στους θρησκευτικούς οργανισμούς, δηλαδή στους οργανισμούς των θρησκευμάτων που επιδιώκουν κοινωνικούς πολιτιστικούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς. Αυτό σημαίνει ότι το δικαίωμα της αυτονομίας το απολαμβάνουν μόνο, τα θρησκεύματα ούτως ή άλλως το έχουν σε σχέση με την οργάνωση και διοίκησή τους, καθώς και οι οργανωτικές μονάδες των θρησκευμάτων, που μπορούν να αποκτήσουν νομική προσωπικότητα του κρατικού δικαίου, επιτρεπόμενοι από το εσωτερικό θρησκευτικό δίκαιο. Όμως όσον αφορά τις δραστηριότητες, μόνο από αυτά όλα δηλαδή που μας λέει ο Π. Μπίντερμπερ και τα οποία σχολίασα, συνάγεται ότι όσον αφορά τις δραστηριότητες, μόνο οι καθαρά θρησκευτικές δραστηριότητες καλύπτονται από το δικαίωμα στην αυτονομία των εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινοτήτων ή θρησκευτικά αιτιολογούμενες. Δηλαδή οι δραστηριότητες που δικαιολογούνται θρησκευτικά λόγω παιδείας, λόγω εκπαίδευσης, λόγω φιλανθρωπίας, λόγω ενημέρωσης, αυτές δεν καλύπτονται από το δικαίωμα στην αυτονομία των εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινοτήτων. Στο σημείο αυτό, ολοκληρώσαμε την παρουσίαση και τον σχολιασμό των δύο αυτών ζητημάτων, δηλαδή των νομικών πηγών των σχέσεων κράτων και θρησκευμάτων καθώς και τον νομικό καθεστώς των θρησκευτικών οργανισμών στην Ολλανδία με βάση το άρθρο της Sophie von Wistrebel, της καθηγήτριας για το κράτος και τα θρησκεύματα στην Ολλανδία. Και περνάμε τώρα στα ίδια ακριβώς ζητήματα, στην πραγμάδευση των ίδιων ακριβώς ζητημάτων, όπως μας τα παρουσιάζει ο καθηγητής Balatz Santa στο άρθρο του κράτους και θρησκεύματα στην Ουγγαρία. Και ξεκινούμε με τη βασική δομή και ειδικότερα με τις νομικές πηγές των σχέσεων του κράτους και των θρησκευμάτων στην Ουγγαρία. Ο καθηγητής Balatz Santa ως προς αυτό το θέμα αναφέρει «Η πηγές του δικαίου των θρησκευμάτων είναι βασικά και ειδικώς ισχύουσες πηγές του δικαίου, το Σύνταγμα, οι νόμοι του Κοινοβουλίου, τα διατάγματα της Κυβέρνησης και των Υπουργών της Κυβέρνησης». Σύμφωνα με το άρθρο 60 του Συντάγματος της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, παράγραφος 1 «Στη Δημοκρατία της Ουγγαρίας καθένας έχει το δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας». Παράγραφος 2 «Αυτό το δικαίωμα περιλαμβάνει την ελεύθερη επιλογή ή αποδοχή θρησκείας ή άλλης φιλοσοφίας ζωής και την ελευθερία της δημόσιας ή ιδιωτικής έκφρασης ή αποχής από την έκφραση, της άσκησης και της διδασκαλίας των ελόγων θρησκιών και φιλοσοφιών ζωής με θρησκευτικές πράξεις, ιεροτελεστίες ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, είτε ατομικά είτε ομαδικά». Παράγραφος 3 «Στη Δημοκρατία της Ουγκαρίας τα θρησκεύματα λειτουργούν χωριστά από το κράτος». Παράγραφος 4 «Η ψήφση του νόμου για την ελευθερία της συνείδησης και της θρησκείας απαιτεί της ψήφους των δύο τρίτων των παρόντων μελών του Κοινοβουλίου». Ο νόμος για την ελευθερία της συνείδησης και της θρησκείας και για τα θρησκεύματα προβλέπει το νομικό καθεστώς των θρησκευτικών κοινοτήτων και θεσπίζει λεπτομερές πλαίσιο για την ενεξάρτη λειτουργία τους. Ο νόμος για τη διευθέτηση της κυριότητας της πρώην ακίνητης περιουσίας των εκκλησιών, νόμος 32 του 1991, προβλέπει την απόδοση της θρησκευτικής περιουσίας η οποία προηγουμένως έπρεπε και στο μέλλον πρέπει να χρησιμοποιείται για τη λατρεία ή για κοινοφιλείς σκοπούς. Ο νόμος για τις οικονομικές προϋποθέσεις των θρησκευτικών και δημόσια δραστηριοτήτων των θρησκευμάτων, νόμος 124 του 1997, θεσπίζει πλαίσιο δημόσια επικοριγήσεων για τα θρησκεύματα. Άλλοι νόμοι έχουν σχέση με τις θρησκευτικές δραστηριότητες, εκπαίδευση, ανώτερη εκπαίδευση, φορολογία κλπ, μαζί με έναν αριθμό διαταγμάτων της Κυβέρνησης, τα οποία σχετίζονται με ορισμένα ειδικά ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία των θρησκευμάτων. Η Ουγγαρία αποτελεί μέρος σε έναν αριθμό διεθνών συμφωνιών, που έχουν σημασία για τα ζητήματα της θρησκευτικής ελευθερίας. Η Ουγγαρία επέγραψε και επικύρωσε το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τη Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Παιδιού, καθώς και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών με τα πρόστατα απροτόκολλα της. Στις 9 Φεβρουαρίου 1990, λίγες ημέρες αυτό το Κοινοβούλιο είχε ψηφίσει το νέο νόμο για την ελευθερία των θρησκευμάτων, αλλά πριν τη δημοσίευσή του, η Αγία Έδρα και η Ουγγαρία αποκατέστησαν τις διβλωματικές σχέσεις στο υψηλότερο επίπεδο. Η Συμφωνία που υπογράφηκε στη Βουδαπέστη ορίζει ότι τα ζητήματα που σχετίζονται με την Εκκλησία πρέπει να ρυθμίζονται από το νέο κώδικα Κανονικού Δικαίου και το νέο νόμο για τη θρησκευτική ελευθερία. Αυτό σημαίνει ότι από τη μία πλευρά το εγκρουκό δίκαιο των θρησκευμάτων δεν βασίζεται κυρίως σε συμφωνίες αλλά στο νόμο, από την άλλη πλευρά ο νόμος αναγνωρίζεται θετικά από την Καθολική Εκκλησία. Δύο περιτέλους συμφωνίες έχουν συναφθεί με την Αγία Έδρα. Στις 10 Ιανουαρίου 1994 υπογράφτηκε συμφωνία για τη Στρατιωτική Επισκοπή, καθώς αυτή ήταν προϋπόθεση για την Κυβέρνηση προκειμένου να ιδρύσει θρησκευτική υπηρεσία ενόπλων δυνάμεων. Στις 20 Ιουνίου 1997 τρίτη συμφωνία υπογράφτηκε πανηγερικά στο Βατικανό για τα οικονομικά ζητήματα που αφορούν την Καθολική Εκκλησία. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι συμφωνίες μεταξύ της Ουγγαρίας και της Αγίας Έδρας είναι ιδιαίτερα τεχνικού χαρακτήρα και δεν περιλαμβάνουν γενικές διατάξεις που είναι πολύ γνωστές από τη συμφωνία τύπου Κογκορδάτου. Η Ουγγαρία δεν έχει γενική συμφωνία με την Αγία Έδρα, ούτε Κογκορδάτο, ούτε βασική συμφωνία που να προβλέπει πλήρες σύνολο κανόνων. Άλλα θρησκεύματα έχουν συνάψει συμβατικές σχέσεις με την Κυβέρνηση, αν και χωρίς οποιαδήποτε διεθνή διάσταση. Υπογράφηκαν συμβάσεις για τις θρησκευτικές υπηρεσίες ενόπλων δυνάμεων, καθώς και για οικονομικά ζητήματα. Ενώ οι τελευταίες, ειδικά οι συμφωνίες με τη Μεταρρυθυσμένη Εκκλησία και την Ομοσπονδία Ιουδαϊκών Κοινοτήτων, περιέχουν θεμελιώδες ρυθμίσεις για τη συνεργασία μεταξύ κράτους και θρησκευμάτων. Το καθεστώς αυτών των συμφωνιών όμως αποτελεί αντικείμενος συζήτησης. Η Λευθερία συνήθως απολαμβάνει παρόμοιας προστασίας με εκείνη της ελευθερίας της θρησκείας. Η προσαρμογή των ισχυρισμών των σχετικών με τη θρησκευτική ελευθερία γίνεται γενικά στο επίπεδο του ατόμου, μάλλον, παρά με την παραχώρηση προνομίων σε ορισμένες ομάδες. Για παράδειγμα, στην περίπτωση αντίλησης συνεργατικής θητείας πρέπει να καταστεί αντικείμενο επίκλησης, η συνειδησιακή πεποίθηση του ατόμου και όχι η ιδιότητα του προσώπου ως μέλους συγκεκριμένης της θρησκευτικής κοινότητας. Υποθέες ελευθερίας της συνείδησης πράγματι ανακύπτουν στο εργατικό δίκιο, όπου τα σχετική νομολογία δεν είναι ιδιαίτερα πλούσια. Η ελευθερία της σκίας θεωρείται ως ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα της επικοινωνίας. Οι περιορισμοί στην ελεύθερη άσκηση αυτών των δικαιωμάτων υπόκεινται σε στενή ερμηνεία. Γενικώς οι περιορισμοί των θεμελιωδών δικαιωμάτων πρέπει να εξετάζονται ενδελεχώς με τα κριτήρια της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Οι περιορισμοί πρέπει να προβλέπονται από νόμους του Κοινοβουλίου, πρέπει να είναι αναγκαίοι για τη διασφάλιση άλλου συνταγματικού δικαιώματος ή συνταγματικής αξίας και πρέπει να είναι ανάλογοι με τον σκοπό του περιορισμού. Το οσιώδες περιεχόμενο των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν πρέπει να περιορίζεται. Δίκαιες σχετικές με ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας είναι σπάνιας. Και τώρα προχωρούμε στο σχολιασμό των νομικών πηγών, των σχέσεων κράτων και σκευμάτων στην Ουγγαρία, όπως μας τις παρουσιάζει ο καθηγητής Μπάλαντς Σάνδα. Το άνθρωπο 60 του συντάγματος της Ουγγαρίας. Εκτός στο ότι αναγρορίζει το δικαίωμα στη σκεφτική ελευθερία, καθιερώνει και το σύστημα του χωρισμού του κράτους από τα θρησκεύματα. Εκτός από τον Σύνταγμα, υπάρχει και ο νόμος για την ελευθερία της συνείδησης και της θρησκείας, ο οποίος αφορά το νομικό καθεστώς των θρησκευτικών κοινοτήτων και την απόκτηση νομικής προσωπικότητας από αυτές. Υπάρχουν, ευαίως, και κάποιοι άλλοι νόμοι, τους οποίους συναφέρει ο καθηγητής Μπάλαντς Σάνδα. Επίσης, είναι μέρος η Ουγγαρία διεθνών συμφωνιών, διεθνών συμβάσεων προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Ουγγαρία έχει επίσης συνάψει συμφωνίες με ορισμένα θρησκεύματα, καταρχάς με την Αγία Έδρα. Είναι η πρώτη συμφωνία που υπογράφθηκε το 1990 μεταξύ Αγίας Έδρας και Ουγγαρίας, η οποία ορίζει ότι τα ζητήματα που σχετίζονται με τις σχέσεις ουγγρικού κράτους και Καθολικής Εκκλησίας πρέπει να ρυθμίζονται από τον Κώδικα Κανονικού Δικαίου της Λατινικής Εκκλησίας και από τον Νόμο για τη Θρησκευτική Ελευθερία της Ουγγαρίας. Επίσης συνάφθηκαν άλλες δύο συμφωνίες, μια για τη Στρατιωτική Επισκοπή το 1994 και μια τρίτη για τα οικονομικά ζητήματα που αφορούν την Καθολική Εκκλησία. Άλλα θρησκεύματα τα οποία έχουν υπογράψει συμβάσεις που δεν είναι όμως διεθνούς δημερούς δικαίου, όπως είναι αυτές οι τρεις συμβάσεις τις οποίες υπέγραψε τον Ουγγρικό Κράτος και την Αγία Εδρά, οι άλλες συμφωνίες που υπογράφθηκαν με τα υπόλοιπα θρησκεύματα, δεν είναι διεθνούς δικαίου, αλλά είναι εσωτερικού δικαίου. Βεβαίως η ιδιαίτερη φύση αυτών των συμφωνιών συζητείται στη θεωρία στην Ουγγαρία. Αν είναι λαδιμικτού δικαίου, αν είναι διοικητικού δικαίου. Θρησκεύματα λοιπόν που υπέγραψαν συμφωνίες με την Ουγγρική Κυβέρνηση, εκτός από την Αγία Εδρά που υπέγραψε με τον Ουγγρικό Κράτος, είναι η Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία και η Ομοσπονδία Υουδαϊκών Κοινοτήτων. Στη συνέχεια, ο καθηγητής Μπαλάς Σάντα αναφέρεται στο ζήτημα της προσαρμογής της αντίρρησης συνειδήσεως στο νόμο και ειδικότερα αντίρρησης συνειδήσεως στρατιωτική θητεία. Αυτή δεν γίνεται με επίκληση της ιδιότητας του προσώπου ως μέλος συγκεκριμένης σκεφτικής κοινότητας, αλλά στη βάση της ατομικής συνείδησης του ενδιαφερομένου. Και ακολούθως κλείνει αυτό το κεφάλαιο των νομικών πηγών ο καθηγητής Μπαλάς Σάντα, αναφερόμενος στους περιορισμούς της ελευθερίας εκδήλωσης θρησκείας, οι οποίοι προβλέπονται από το συνταγματικό δίκαιο της Ουγγαρίας. Οι περιορισμοί δεν πρέπει να περιορίζουν το σιώδες περιεχόμενο των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Πρέπει να προβλέπονται από νόμους του Κοινοβουλίου. Πρέπει να είναι αναγκαίοι για τη διασφάλιση άλλου συνταγματικού δικαιώματος ή συνταγματικής αξίας και πρέπει να είναι ανάλογοι με το σκοπό του περιορισμού. Δηλαδή, στους περιορισμούς των θεμελιωδών δικαιωμάτων πρέπει να εφραμόζονται τα κριτήρια της αναγκειότητας και της αναλογικότητας. Στη συνέχεια, ο καθηγητής Μπαλάς Σάντα παρουσιάζει τις κατηγορίες του συστήματος σχέσεων κράτους δικαιωμάτων, δηλαδή την ουδετερότητα, το χωρισμό και τη συνεργασία. Και σε σχέση με αυτό το θέμα αναφέρει «Η ουδετερότητα μπορεί να θεωρηθεί ως η σημαντικότερη αρχή που διέπει το κράτος στις σχέσεις του με τη θρησκευτική κοινότητα, με τις σκεφτικές κοινότητες, αλλά και με άλλες ιδεολογίες». Αλλά όμως, επειδή στο σημείο αυτό τελείωσε ο χρόνος της δέκατης διάλεξης του Μεταπτυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου Δευτέρου Έτους εαρινού εξαμίνου, γι' αυτό διακόπτομαι και θα επανέλθομαι στην ενδέκατη διάλεξη δημιουργημένου να γίνει καταρχάς η παρουσίαση του ζητήματος των κατηγοριών του συστήματος σχέσεων κράτους σχευμάτων στην Ουγγαρία, δηλαδή ουδετερότητα, χωρισμός, συνεργασία και, εν συνεχεία, να γίνει σχολιασμός των κυριότερων σημείων της παρουσίασης του καθηγητή Μπαλάς Σουάντα. Ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.