Διάλεξη 6 / Διάλεξη 6 / Διάλεξη 6

Διάλεξη 6: Ολοκληρώνοντας σήμερα τα μαθήματα που αφορούν στην θεολογία του Αποστόλου Παύλου, ως κομμάτι βέβαια της θεολογίας της Καινής Διαθήκης, θα δούμε μία που είναι πολύ ενδιαφέρος από τυχή της σκέψης του Αποστόλου Παύλου, μάλιστα από τυχή είναι αυτή η οποία θα λέγαμε είναι ένας από τους κεντρικ...

Full description

Bibliographic Details
Main Author: Τσαλαμπούνη Αικατερίνη (Επίκουρη Καθηγήτρια)
Language:el
Institution:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Genre:Ανοικτά μαθήματα
Collection:Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας / Θεολογία της Καινής Διαθήκης
Published: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2015
Subjects:
Άδεια Χρήσης:Αναφορά-Παρόμοια Διανομή
Online Access:https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=37c7f917
id 55906551-c4e8-460c-b220-33b3343bba42
title Διάλεξη 6 / Διάλεξη 6 / Διάλεξη 6
spellingShingle Διάλεξη 6 / Διάλεξη 6 / Διάλεξη 6
Φιλοσοφία, Ηθική, Θρησκεία
Θεολογία
Διαθήκης
Καινής
Τσαλαμπούνη Αικατερίνη
publisher ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
url https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=37c7f917
publishDate 2015
language el
thumbnail http://oava-admin-api.datascouting.com/static/61ef/7392/3192/89b5/46e3/11c9/ebef/a75b/61ef7392319289b546e311c9ebefa75b.jpg
topic Φιλοσοφία, Ηθική, Θρησκεία
Θεολογία
Διαθήκης
Καινής
topic_facet Φιλοσοφία, Ηθική, Θρησκεία
Θεολογία
Διαθήκης
Καινής
author Τσαλαμπούνη Αικατερίνη
author_facet Τσαλαμπούνη Αικατερίνη
hierarchy_parent_title Θεολογία της Καινής Διαθήκης
hierarchy_top_title Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας
rights_txt License Type:(CC) v.4.0
rightsExpression_str Αναφορά-Παρόμοια Διανομή
organizationType_txt Πανεπιστήμια
hasOrganisationLogo_txt http://delos.it.auth.gr/opendelos/resources/logos/auth.png
author_role Επίκουρη Καθηγήτρια
author2_role Επίκουρη Καθηγήτρια
relatedlink_txt https://delos.it.auth.gr/
durationNormalPlayTime_txt 00:54:13
genre Ανοικτά μαθήματα
genre_facet Ανοικτά μαθήματα
institution Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
asr_txt Ολοκληρώνοντας σήμερα τα μαθήματα που αφορούν στην θεολογία του Αποστόλου Παύλου, ως κομμάτι βέβαια της θεολογίας της Καινής Διαθήκης, θα δούμε μία που είναι πολύ ενδιαφέρος από τυχή της σκέψης του Αποστόλου Παύλου, μάλιστα από τυχή είναι αυτή η οποία θα λέγαμε είναι ένας από τους κεντρικούς άξονες της σκέψης του, είναι ένα θέμα το οποίο τον απασχολεί ιδιαίτερα και συνδέεται άμεσα με όσο ο Παύλος λέει περί σωτηρίας και με τον τρόπο που ο Παύλος αντιλαμβάνεται και το ρόλο της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο, αλλά πολύ περισσότερο το ρόλο του Ιησού Χριστού και της σημασίας της θυσίας του και της Ανάστασης. Είναι δηλαδή ένα θέμα το οποίο απασχόλησε ιδιαίτερα και αναδείχθηκε περισσότερο μέσα στο πλαίσιο κυρίως της μεταρρύθμισης και της διδασκαλίας του Λουθήρου και των υπόλοιπων μεταρρυθμιστών, ακριβώς γιατί με κάποιο λόγο ο Λούθυρος θα λέγαμε ταύτισε το θέμα του Παύλου, προσπάθησε να το εφαρμόσει στην δικιά του πραγματικότητα που ήταν αυτή της σχέσης, μάλλον της στάσης του ίδιου και της κριτικής στάσης απέναντι στη Ρομεταφορική Εκκλησία. Αλλά γι'αυτό θα πούμε σύντομα κάποια πράγματα. Να πούμε ότι το θέμα το οποίο θα μας απασχολήσει είναι η στάση που τηρεί ο Απόστολος Παύλος απέναντι στο νόμο και η θέση του για το Ευαγγέλιο ως θα λέγαμε το κατεξοχή μέρος της διδασκαλίας του περισσοτηρίας. Μόνος νόμος και Ευαγγέλιο θα λέγαμε συνδέονται μεταξύ τους και επιπλέον και τα δύο θα πρέπει να συνδεθούν στη συνέχεια με τα όσα λέει ο Απόστολος Παύλος για τη σωτηρία. Έτσι μιλώντας λίγο εισαγωγικά θα πρέπει να πούμε ότι όταν ο Παύλος μιλά για το νόμο και όταν ο Παύλος μιλά ακόμα και για το Ευαγγέλιο το οποίο θα δούμε ένας όρος χαρακτηριστικός χριστιανικός έχει ουσιαστικά πίσω του ένα υπόβαθρο καθαρά Ιουδαϊκό και Παλαιοδιαθηκικό. Δηλαδή θα λέγαμε η αφετηρία της σκέψης του Παύλου στην προκειμένη περίπτωση είναι η ίδια η Παλαιά Διαθήκη. Ακόμα και όταν κρίνει θα λέγαμε αυστηρά τη στάση των συγχρόνων του Ιουδαίου απέναντι στο νόμο ακόμα και αν όπως θα δούμε στη συνέχεια κατά κάποιον τρόπο περιορίζει τη σημασία του νόμου για τον άνθρωπο ακόμα και τότε ο Παύλος ουσιαστικά αφορμάται και ουσιαστικά αναφέρεται στις ίσεις επαγγελίες της Παλαιάς Διαθήκης και στην ασκαλία και την αντίληψη περί νόμου και την αντίληψη περισχέσεις ανθρώπου και θεού μέσα στην Παλαιά Διαθήκη. Αυτό είναι ενδιαφέρον και σημαντικό να το έχουμε υπόψη γιατί αυτό μπορεί να αποτελέσει μία σημαντική βάση στην οποία μπορούμε στη συνέχεια να στηρίξουμε όλη την υπόλοιπη συζήτηση γιατί όπως θα δούμε το θέμα του νόμου όπως το αντιλαμβάνεται και το παρουσιάζει ο Παύλος είναι εξαιρετικά πολύπλοκο σε μια πρώτη ανάγνωση μπορεί να φαίνεται και εντελώς αντιφατικό στη δραματικότητα όμως όπως θα δούμε έχει και κάποιες θα λέγαμε μπορεί να κατανοηθεί μάλλον και μπορεί να εξηγηθεί εφόσον ιωθεί μέσα από το πρίσμα ακριβώς αυτής της παλαιοδιαφικής δασκαλίας. Επίσης θα πρέπει να πούμε έτσι εισαγωγικά ότι ο τρόπος που κατανοεί ο Παύλος τον νόμο έχει ως ένα σημείο να κάνει και με τον τρόπο που κατανοεί τη στάση του απέναντι στον Ισραήλ. Κατά ένα ενδιαφέροντα τρόπο όπως είπα και νωρίτερα το όλο ζήτημα περινόμου και Ευαγγελίου εντάχθηκε πολλές φορές μέσα στα πλαίσια ενός ευρύτερου διαλόγου χριστιανικού καταρχάς εσωτερικού μέσα στον χριστιανισμό. Να θυμίσω ότι οι μεταρρυθμιστές υιοθέτησαν έναν δίπολο, τουλάχιστον έτσι κατάλαβαν τη σκέψη του Παύλου ως αντιθετική ανάμεσα στον νόμο ο οποίος είναι άτεγκτος, ο οποίος τελικά δεν ελευθερώνει αλλά σκλαβώνει τον άνθρωπο και τον θα λέγαμε λειτουργεί ως μία φιλιάγυρο από το λαιμό του ανθρώπου και στο Ευαγγέλιο το οποίο είναι το μήνυμα της ελευθερίας και ο Λούθηρος αυτό το χρησιμοποιήσει γιατί εφάρμοσε αυτό κατά κάποιο τρόπο τυπολογικά επάνω στη σχέση, μάλλον στην αντίληψη που είχε η Ρωμαϊκαθολική Εκκλησία για τα έργα και για τη σωτηρία διατών έργων, το οποίο ο Παύλος του γνωρίζει, ο Λούθηρος τα ταύτησε με τα έργα του νόμου το οποίο κάνει λόγο ο Παύλος συχνά και από την άλλη μεριά με το μήνυμα της χάρης και της σωτηρίας το οποίο κυρίως προήγαγε η μεταρρύθμιση. Δηλαδή θα μου υπηρεπεί να πω ήδη στην αρχή ότι αυτό σήμερα θεωρείται μία πολύ αναχρονιστική ανάγνωση των κειμένων και δεν είναι και θεμητό να διαβάζουμε στα κείμενά μας που είναι νεότερα προβληματικές και καταστάσεις ιστορικές ή πολιτισμικές ή κοινωνικές πολύ μεταγενέστευσες. Σήμερα έχουν προταθεί πολύ διαφορετικές αντιλήψεις, θέσεις και υποθέσεις όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαβάσουμε την κριτική του Αποστόλου Παύλου στο νόμο και τα όσα λέει περί Ευαγγελίου και επίσης σήμερα θεωρούμε ότι όσα ο Παύλος λέει τουλάχιστον με τον τρόπο που τα λέει στη Γαλάδα αλλά και στη Ρωμαίως κυρίως όμως στη Γαλάδα είναι ένας θα λέγαμε μία συζήτηση καθαρά ενδοκινωτική, καθαρά ενδοκλησιαστική και δεν έχει να κάνει με μία κριτική και μία απόρρεψη γενικότερα του Ιουδαϊσμού. Μία απόρρεψη που πολλές φορές υιοθετήθηκε βασιζόμενη σε τέτοια κείμενα Παύλια και προήγαγε δυστυχώς, μάλλον έδωσε δυστυχώς τα νεότερα χρόνια επιχειρήματα για εκδηλώσεις θα λέγαμε εντελώς εχθρικές προς τον Ιουδαϊσμό. Ήδη το ανέφερα, δύο βασικά κείμενα χρησιμοποιούμε κυρίως από τον Παύλο όταν αναφερόμαστε στα θέματα του νόμου και του Ευαγγελίου και αυτά είναι οι προζωμαίους και οι προς γαλάτας επιστολή. Οι γαλάτας είναι όλοι νωρίτερα, οι προζωμαίους είναι διαφορετικοί, είναι μάλλον λίγο μεταγενέστες, σε κάθε περίπτωση πρόκειται για δύο κείμενα τα οποία έχουν πολύ διαφορετικές αφορμές για τις οποίες γράφτηκαν, είναι γραμμένα επίσης σε πολύ διαφορετικό ύφος του καθένα. Όλα αυτά λοιπόν είναι πάρα πολύ σημαντικά να τα έχουμε υπόψη όταν διαβάζουμε αυτά τα κείμενα, ώστε να μην αδικούμε τη σκέψη του συγγραφέα, του Παύλου δηλαδή, και να μην πολλές φορές προβάλλουμε πάνω στα κείμενα δικές μας, θα λέγαμε, δικούς μας προιδεασμούς. Αν δούμε τώρα τον τρόπο που παρουσιάζει ο Παύλος το νόμο, και θα ξεκινήσω εδώ κυρίως από την προζωμαίως επιστολή. Θα δούμε, ο Παύλος αφιερώνει αρκετά μέρη της επιστολής του, ακριβώς αυτό το θέμα του νόμου, γιατί ένα θέμα που τον απασχολεί τον Παύλο στην προζωμαίως επιστολή, είναι το θέμα της ενότητας, της κοινότητας της Ρώμης, η οποία συναπαρτίζεται από χριστιανούς εξ εθνών και χριστιανούς εξ Ιουδαίων. Και φαίνεται ότι υπάρχει μέσα στην κοινότητα κάποια ένταση και μια, θα λέγαμε, ιδιαίτερα επικριτική διάθεση των εξ εθνών χριστιανών, προς εκείνους που προέρχονται από τις τάξεις του Ιουδαισμού, κατηγορώντας τους ακριβώς ότι ο νόμος πλέον έχει παρέθει και επομένως όλη αυτή η προσπάθεια, η προηγούμενη ζωή τους ως Ιουδαίοι δεν είχε κανένα νόημα. Απέλλαντίες υπάρχει επίσης, από ό,τι φαίνεται, από όσα έμεσα λέει ο Παύλος, υπάρχει μία τάση μέρος των εξ εθνών χριστιανών να βλέπουμε περιφρόνηση και ως κατώτερο σε σχέση με τους ίδιους τους χριστιανούς εξ Ιουδαίων. Αυτό που είναι ένα θέμα το οποίο θα λέμε υποφόσκει στην προβληματική, μάλλον υποφόσκει στην συζήτηση την οποία κάνει ο Παύλος. Ο Παύλος πρέπει να πω βέβαια ότι δεν είχε ο ίδιος συντρίσει την εκκλησία της Ρώμης, γράφει όμως αυτή για διάφορους λόγους και ακριβώς γι' αυτό το λόγο είναι εξαιρετικά προσεκτικό στον τρόπο που αναπτύσσει τα θέματα τα οποία τον ενδιαφέρουν και αναπτύσσει και το θέμα το συγκεκριμένο το οποίο δεν είναι άλλο παρά ουσιαστικά είναι η σχέση Ιουδαίων και εθνών μέσα στη σχέση τους μέσα στους σχέσεις τους. Και για να μπορέσει ο Παύλος να αναλύσει αυτό το θέμα ξεκινά από αρκετά μακριά και μιλάει για το θέμα της αμαρτίας και ξετάζει στα πρώτα κεφάλαια της επιστολής του ποια είναι η θέση και ποια είναι η κατάσταση και των δύο αυτών ομάδων ο Παύλος δηλαμβάνεται τον κόσμο χωρισμένο σε δύο ομάδες στους Ιουδαίους και στους υπόλοιπους οι οποίοι είναι εξ εθνών και συζητά ακριβώς το νόημα της σωτηρίας που είναι ακριβώς η απελευθέρωση από την αμαρτία και η συμφιλήωση όπως είπαμε και σε προηγούμενο μάθημα και η καταλλαγή του ανθρώπου με το Θεό, η αποκατάσταση δηλαδή των σχέσεων του με το Θεό αλλά και με τους υπόλοιπους ανθρώπους και με την υπόλοιπη δημιουργία. Ξεκινά λοιπόν ο Παύλος και συζητά το θέμα της αμαρτίας και φτάνοντας στο νόμο για να δείξει γιατί το βασικό επιχείρημα του Παύλου είναι ότι ουσιαστικά ένοχοι και χρεωμένοι θα λέγαμε στην αμαρτία είναι και οι χριστιανοί, όχι συγγνώμη και οι εθνικοί αλλά και τα έθνη δηλαδή αλλά και οι Ιουδαίοι. Και αυτό είναι προφανώς ένα παράδοξο στην προκειμένη περίπτωση διότι θα δούμε ο Παύλος να πλήσει ένα θεολογικό διάλογο με ρωτήματα και αντερωτήματα μέσα στην επιστολή του που ουσιαστικά λέει ότι εντάξει αν αυτό όμως συμβαίνει θα πει ότι απέτυχε ο νόμος. Αλλά αν απέτυχε ο νόμος το πρόβλημα το θεολογικό που έχει ο Παύλος είναι πως μπορεί να αποτύχει κάτι το οποίο δόθηκε από τον ίδιο τον Θεό. Αυτό είναι η βασική του προϋπόθεση, η βασική του σκέψη, διότι δεν μπορεί κάτι το οποίο δόθηκε από τον Θεό να είναι κακό ή έστω να είναι ατελέστη. Αυτό είναι μια βασική θεολογική προϋπόθεση που υπάρχει στο πίσω μέρος του μυαλού του Παύλου, πολλές φορές είναι και λίγο πιο σαφής τη λέει και πιο ξεκάθαρα. Με λεντότες το θέμα του νόμου ο Παύλος εξετάζει τη σχέση που μπορεί να έχει ο νόμος με την αμαρτία και λέει καταρχάς ορισμένα πολύ σημαντικά πράγματα. Το πρώτο που λέει είναι ότι ο νόμος ουσιαστικά έχει μια πολύ συγκεκριμένη λειτουργία. Και η λειτουργία που έχει είναι ότι ουσιαστικά συμβάλει στο να μετρηθεί και να αξιολογηθεί η αμαρτία. Δηλαδή θα λέγαμε είναι το μέτρο, ο κανόνας, το σημείο αναφοράς ώστε όσοι γνωρίζουν τον νόμο να μπορούν να ξέρουν τι είναι αμαρτία και τι είναι απομάκρυση από το Θεό. Αυτή είναι η πρώτη πολύ σημαντική θέση του Παύλου. Πολύ συχνά έρχεται και επανέρχεται σε αυτό το θέμα. Θα αναφέρω έτσι πολύ χαρακτηριστικά ορισμένα χωρίες. Παραδείγμα, τους χάρη λέει στον είκοσι στίχος, στο κεφάλαιο τρία ο Παύλος, στο δεύτερο μέρος του στίχου, διαγάρ νόμου επίγνουσης αμαρτίας. Δηλαδή ότι με τον νόμο μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει τι είναι αμαρτία και ποια είναι η δύναμή της. Και λίγο αργότερα, στο 415, θα πει ου γάρ ουκ έστι νόμος ου δε παράβασες. Όπου δεν υπάρχει νόμος, δεν υπάρχει παράβαση. Γιατί, όχι γιατί ο νόμος γεννά την παράβαση, αλλά γιατί ο νόμος επισημένει την παράβαση και ουσιαστικά την αναδεικνύει και την φέρνει στο φως. Και κατά ανάλογο τρόπο λίγο αργότερα, στο 513, ο Παύλος θα σημειώσει ότι άχρηγαν νόμου αμαρτία είναιν κόσμο, αμαρτία δε ουκ ελογείτο μοιόντος ο νόμου. Αν δεν υπήρχε δηλαδή ο νόμος δεν θα μπορούσαμε να γνωρίζουμε την αμαρτία. Και ούτω καθεξής υπάρχουν διάφορα χωρί, απλώς ενέφερα μερικά χαρακτηριστικά για να δείτε ακριβώς πώς λειτουργεί η σκέψη του Παύλου. Επιπλέον, το πρώτο και βασικό είναι ότι ο νόμος χρειάζεται σαφώς και μία από τις βασικές του συμβολές είναι ακριβώς το ότι αναδεικνύει και το ότι επισημαίνει και αξιολογεί αυτό που λέμε αμαρτία, αυτό που λέμε απομάκρυση από το Θεό και αντίθεη ζωής. Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι ότι ο νόμος είναι και το μέτρο της κρίσης του Θεού. Ακριβώς όπως αναδεικνύει και επισημαίνει την αμαρτία, ο ίδιος ο νόμος είναι αυτός ο οποίος μας δείχνει και ποια θα είναι η κρίση του Θεού για τις διάφορες συμπεριφορές ανθρώπινες και για αυτή την αμαρτωλή στάσης ζωής. Λέει χαρακτηριστικά, όσοι γάρ ανόμως ήμαρτον, ανόμως και απολούνται. Όσοι αμάρτησαν εκτός του νόμου, χωρίς να το γνωρίζουν και θα πούμε τώρα με αυτό τι εννοεί ο Παύλος, και με βάση αυτοτομή ο νόμος θα κριθούν. Και όσοι ενόμω ήμαρτον, διανόμου κριθίσονται. Και όσοι μέσα στα πλαίσια του νόμου, δηλαδή όλοι αστηρητές του νόμου, παρέκλυναν από αυτό που έπρεπε να κάνουν και αυτοί με βάση του νόμου θα κριθούν. Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον και λέει συγκεκριμένα μετά, ούγαροι ακροατήτου νόμου δίκαιοι παρά το Θεό, δηλαδή δεν είναι αυτοί που θα αθωωθούν ας πούμε αυτοί οι οποίοι ακούν απλώς τον νόμο, αλλά οι ποιητές του νόμου δικαιωθήσουν, αλλά μόνο όσοι τον τηρήσουν. Επιμένως, μια δεύτερη σκέψη του Παύλου είναι ακριβώς ότι ο νόμος είναι το μέτρο της κρίσης του Θεού. Είναι ο τρόπος με τον οποίο θα φανεί από τη μια μεριά η παράβαση, θα φανεί η αντίθεη στάση του ανθρώπου και από την άλλη μεριά είναι αυτός που θα δείξει και θα υπαγορεύσει το πώς θα είναι η κρίση του Θεού. Τηρήσεις τον νόμο, δικαιώνεσαι λέει ο Παύλος, δεν τον τηρήσεις, επομένως από εκεί πέρα κατακρίνεσαι. Και είπα και πριν ότι εδώ ο Παύλος λέει ότι όσοι είναι εκτός νόμου, αυτοί θα κριθούν με βάση ακριβώς αυτόν τον μη νόμο. Εδώ ο Παύλος, η σάιν είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα, βασικά την έχει στο δεύτερο κεφάλαιο, ακριβώς στην περικοπή από το δώδεκα στίχο και εξής, ο Παύλος συζητάει το θέμα των εθνών. Τα έθνη δεν έχουν τον νόμο. Επομένως ένα άλλο ερώτημα θεολογικό που θέτει ο Παύλος είναι εντάξει, οι Ιουδαίοι έχουν τον νόμο και αυτό του αναδεικνύει την αμαρτία σε αυτούς και πιθανώς με αυτό θα κριθούν. Τι γίνεται όμως με τα έθνη, τα έθνη τα οποία δεν έχουν τον νόμο, διότι δεν έχουν αυτή τη σχέση με το Θεό, δεν είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού, επομένως ο εκλεκτός λαός του Θεού έχει ο σημείο της Διαθήκης και της συμφωνίας με το Θεό και τον νόμο. Τι γίνεται τώρα με εκείνους. Ο Παύλος λέει εδώ και αυτό είναι πολύ σημαντικό, λέει συγκεκριμένα στο δεκατέσσερα στίχο όταν τα έθνη τα μη νομοέχοντα φύσιτα του νόμου πει ούτι νόμων μη έχοντες εαυτοίς εις συν νόμος. Λέει και τα άλλα τα έθνη λέει που δεν γνωρίζουν τον νόμο, πολλές φορές κάνουν από μόνα τους αυτό που λέει ο νόμος και αυτό δείχνει πως και αν ακόμη δεν τους δόθηκε ο νόμος μέσα τους όμως αυτός υπάρχει. Και συνεχίζει ο Παύλος ήτι ενδείχνει το έργο του νόμου γραπτών εν τες καρδίες αυτός συμμαρτυρούσεις αυτόν της συνειδήσεως και μεταξύ των λογισμών κατηγορούντων ή και απολογούντων. Γιατί λέει η διαγωγή τους φανερώνει πως οι εντολές του νόμου είναι γραμμένες στις καρδιάς τους και σε αυτό συμφωνεί και η συνείδησή τους που η φωνή τους τους τύπτει ή τους επενεί ανάλογα με τη διαγωγή τους. Λέπουμε λοιπόν εδώ ότι ο Παύλος εισάγει την ιδέα του φυσικού νόμου. Ότι τα έθνη γνωρίζουν τον νόμο αλλά το γνωρίζουν με μια πολύ διαφορετική διαδικασία. Το γνωρίζουν γιατί έχουν ακριβώς τη συνείδηση, την οποία ο Παύλος φυσικά θεωρεί ότι είναι δώρο του Θεού, είναι δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός δίνει τον νόμο στα έθνη και επομένως στηρούν τα του νόμου μη όντως οι ίδιοι οι Ισραηλίδες. Μη ανήκοντας δηλαδή στον εκκρεπτό λαό του θεμαθού. Το τρόπο που ο Παύλος υπογραμμίζει είναι την οικουμενική διάσταση του νόμου. Ο νόμος για τον Παύλο είναι απαραίτητος βέβαια, ο νόμος έπραξε αυτό που έπρεπε να πράξει και κυρίως ο νόμος είναι κάτι που αφορά τους πάντες. Είτε ως Μοσαϊκός νόμος με όλη την πολυπλοκότητα που μπορεί να έχει αυτός ο Ιουδαϊκός νόμος είτε ως ο Φυσικός νόμος ο οποίος προφανώς περιορίζει σε πολύ βασικές αξίες και συμπεριφορές. Σε κάθε περίπτωση ο Παύλος θεωρεί ότι και τα έθνη και οι Ιουδαίοι έχουν έναν τρόπο να γνωρίζουν ή είχαν έναν τρόπο να γνωρίζουν τον νόμο. Και ακριβώς επειδή το γνώριζαν και κατά τον Απόστολο Παύλο επέμειναν και οι δύο στην αμαρτία, είναι και οι δύο υπόλογοι. Και επομένως και οι δύο είναι αποδέκτες της σωτηρίας και επομένως και οι δύο είναι ευεργετηθέντες με τον ίδιο τρόπο από τον Θεό. Με αυτόν τον τρόπο δηλαδή καταφέρνει ο Παύλος και εξισώνει δύο διαφορετικές ομάδες οι οποίες προέρχονται από δύο πολύ διαφορετικές παραδόσεις. Και τις εξισώνει απέναντι στο Θεό. Απέναντι στο θέμα της σωτηρίας. Ότι η σωτηρία δεν είναι περισσότερο για τον ένα και λιγότερο για τον άλλο. Ο ένας τη χρειάζεται περισσότερο από ότι τη χρειάζεται ο άλλος. Αλλά ουσιαστικά ακριβώς επειδή και οι μεν και οι δε έχουν τον νόμο, αλλά όπως θα δούμε στη συνέχεια δεν κατόρθωσαν να τον εφαρμόσουν, γι' αυτό και οι δύο χρειάζονται και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και με την ίδια επιτακτικότητα ακριβώς τη σωτηρία. Περνώντας τώρα στον Ισραήλ, ο Παύλος μιλάει για την σημασία που έχει ο νόμος στον εκλεκτό λαό. Ο Παύλος δηλαδή ακολουθεί εδώ πάλι αυτό που έχουμε δει από την Παλαιά Διαθήκη, ότι ο νόμος είναι στοιχείο της ταυτότητας και της εκλογής του λαού του Θεού. Γι' αυτό και πολύ σωστά ο Σάνντερς υπογράμισε σε αντίλογο προς αυτά που υποστηρίχθηκαν στην παλαιότερη έρευνα για τον Παύλο και τη σκέψη του όσον αφορά στο νόμο, ότι δηλαδή ο νόμος είναι κάτι πολύ άτεγκτο και κάτι ανελεύθερο και επομένως ο Ιουδαισμός της εποχής του Ιησού Χριστού και του Παύλου στερούνταν και ελευθερία, στερούνταν και πραγματικού θα λέγαμε θρησκευτικού συναισθήματος, αλλά ήταν μια καθαρά τυπολατρική τήρηση εντολών. Ο Σάνντερς επισημαίνει ακριβώς αυτόν τον διαθηκικό χαρακτήρα του Ιουδαισμού και του Μοσαϊκού νόμου, αυτό που λέει ο ίδιος ως διαθηκικός νομισμός. Και λέει ο Σάνντερς ότι ακριβώς η τήρηση του νόμου από τους Ισραηλίτες δεν θα πρέπει να κατανοείτε ότι είναι μια τυπολατρική προσαρμογή στις εντολές του νόμου, αλλά ουσιαστικά για το μεγαλύτερο μέρος του Ιουδαισμού δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εκδήλωση ακριβώς αυτής της εκλογής και της δέσμηυσης μέσα σε μια σχέση αγάπης και αλληλεξάρτησης του λαού του Ισραήλ με το θεό του. Ο νόμος λοιπόν στοιχείο ταυτότητας, ο νόμος στοιχείο εκλογής του λαού του Ισραήλ. Και για τους Ισραηλίτες καταρχάς ο νόμος είναι μια θετική δύναμη. Γιατί ακριβώς δουλεύουμε και στην Παλαιά Διαθήκη, εδώ πάλι δηλαδή έχουμε την Παλαιά Διαθήκη, χωριά κυρίως από τους Ψαλμούς που συναντούμε ότι η τήρηση του νόμου οδηγεί στην ευημερία του λαού. Αυτό είναι ξεκάθαρο, αντίθετα γιατί ακριβώς φέρνει τον λαό κοντά στον Θεό, μένει ο λαός μέσα στα όρια της Διαθήκης, στις συμφωνίες με τον Θεό και γι' αυτό ακριβώς ευημερεί. Αντίθετα η παράβαση και παρέκληση από τον νόμο τον απομακρύνει από αυτή τη σχέση της Διαθήκης και επομένως για τον κάθε Ισραηλίτη η απομάκρηση από τον Θεό σημαίνει ουσιαστικά αυτοκαταστροφή. Το επόμενο ερώτημα που προκύπτει είναι ωστόσο τι γίνεται τώρα με τον νόμο και προτού απαντήσει ο Παύλος το τι γίνεται τώρα με τον νόμο, ο Παύλος θέτει ένα άλλο πολύ σημαντικό ερώτημα στην προσγαλάτες επιστολή και θα διαβάσω το κομμάτι αυτό γιατί είναι πραγματικά πολύ ενδιαφέρον. Ο Παύλος μιλάει και θέτει το ερώτημα ποια είναι τελικά η χρησιμοτητα του νόμου. Τελικά δηλαδή ποιο σκοπό είπαμε να δηλώσει τα όρια της Διαθήκης, να αναδείξει την αμαρτία, να αναδείξει την κρίση του Θεού, σε πρακτικό επίπεδο αυτό και μάλιστα σε σχέση και με το γεγονός της έλευσης του Ιησού Χριστού. Ο νόμος τελικά ποια λογική μπορεί να έχει. Και ο Παύλος θα τα πει όλα αυτά γιατί ακριβώς στη συνέχεια θα πει ότι ο νόμος πλέον ως μια πραγματικότητα δεν μπορεί να ισχύσει. Και έχοντας αυτό ο Παύλος, υπόψη του, είπα, συζητάει, το είπα και από την αρχή, το πρόβλημα ότι αν δεν μπορεί να ισχύσει, τότε έχουμε ένα θεολογικό ζήτημα. Και το θεολογικό μας ζήτημα είναι πώς μπορεί να μην ισχύσει, πώς μπορεί να είναι πεπερασμένο, πώς μπορεί να είναι άτελες, κάτι το οποίο προέρχεται από την ίδια του Θεού. Και με αυτό το θέμα ασχολείται ιδιαίτερα στην προσγαλάτηση επιστολή. Θα πρέπει να έχουμε πάλι την υπόψη τη ρητορία του Παύλου. Ο Παύλος είναι θυμωμένος πολύ σε συγκεκριμένη επιστολή, γιατί βλέπει ότι οι Χριστιανοί της Γαλατείας παλληνδρομούν, ενώ δηλαδή τους κήρυξε το Ευαγγέλιο εκείνοι επανέρχονται στην παλιά τακτική του νόμου και αυτό τον εξοργίζει, θεωρεί ότι ουσιαστικά είναι η Παναχώρηση η οποία ακυρώνει με τον πιο ασφαλή τρόπο την θυσία του Ιησού. Μιλάει λοιπόν ο Παύλος και συζητά το θέμα, τελικά αυτός ο νόμος είναι καλός, είναι κακός, αν είναι καλός μένει και αν δεν είναι καλός φεύγει ή αν είναι καλός μπορεί να μην ισχύει πλέον. Και στο τρίτο λοιπόν κεφάλαιο της προς Γαλά της Επιστονής συζητά και θέτει ακριβώς το ερώτημα, τι είναι λοιπόν αυτός ο νόμος, γιατί μας τον έδωσε ο Θεός το νόμο. Αυτό που είπαμε και πριν ώστε να αναδεικνύει ακριβώς τις αντίθεες και παραβατικές συμπεριφορές του λαού αλλά όλα αυτά έγιναν άχρης ου έλθει το σπέρμα ο επίγγελται διαταγής διαγγέλων εγχειρή μεσίτου. Αυτά όλα έγιναν λέει, ώστε να έρθει ο απόγονος εκείνης της επαγγελίας και αυτή η επαγγελία για την οποία μιλάει λίγο νωρίτες είναι η υπόσχεση που έδωσε ο Θεός στον Αβραάν ότι από τη γενιά του θα γεννηθεί ο σωτήρας του κόσμου. Επομένως όλα αυτά λέει υπήρξαν ο νόμος μέχρι να έρθει αυτός για τον οποίο δώθηκαν οι επαγγελίες και συνεχίζει ο Παύλος στο στίχο 21 ο ου νόμος κατά των επαγγελιών του Θεού. Αν λοιπόν λέει ο Παύλος, εμείς σήμερα πούμε ότι εντάξει ο νόμος είναι καλός, δεν μπορούμε να τον ακυρώσουμε, εντάξει ήρθε ο Ιησούς Χριστός αλλά ο νόμος δεν χάνει την αξία του. Ουσιαστικά ο Παύλος εδώ βλέπει ότι αν γίνει κάτι τέτοιο, ουσιαστικά αυτό έρχεται σε αντίθεση προς τις επαγγελίες του ίδιου του Θεού. Μη γέννητο λέει ο Παύλος, για όνομα του Θεού, αντίθετα. Είγαρε δόθη νόμος ο δυνάμενος ζωοποιήσαι, όντως αν εκ νόμου είναι η δικαιώσινη. Τωματικά λέει, αν ο νόμος που δόθηκε στους ανθρώπους είχε τη δύναμη να δίνει ζωή, η σωτηρία θα προερχόταν από το νόμο. Αλλά συνέκλεισεν η γραφή τα πάντα υπό αμαρτίαν, είναι ότι η επαγγελία εκ πίστεως Ιησού Χριστού δοθεί της πιστεύωση. Η γραφή όμως διακηρύται πως όλοι οι άνθρωποι είναι υπόδουλοι στην αμαρτία. Αυτό σημαίνει πως η υπόσχεση για σωτηρία δόθηκε σε όσους πιστεύουν στον Ιησού Χριστό. Εδώ λοιπόν ο Παύλος εισάγει μία καινούργια ιδέα ότι ο νόμος ήταν καλός, ο νόμος δόθηκε από το Θεό, διαμεσίτη του Αγγέλου λέει εδώ στο κείμενό μας, δόθηκε λοιπόν από το Θεό, όμως τελικά οι άνθρωποι παραμένουν όλοι μέσα στην αμαρτία. Και ουσιαστικά αυτό το οποίο μπορεί να απελευθερώσει τον άνθρωπο δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο Ιησούς Χριστός και συνεχίζει σε αυτή την ενότητα ο Παύλος. Πρόδει του ελθύν την πίστην υπο νόμου εφρουρούμεθα. Συγκεκρισμένοι εις τη μέλουσαν πίστην αποκαλυφθύνε. Ως τε ο νόμος παιδαγωγώσιμον γέγον εις Χριστόν ειναι εκ πίστεως δικαιωθόμεν, ελθούσις δε της πίστεως ουκ έτη υποπεδαγωγονεσμέν. Πραγματικά λέει πριν έρθει ο Χριστός μας φροντίζει ο νόμος. Ήμασταν φυλακισμένοι ώσπου να φανεθεί ο μελλοντικός σωτήρας μας. Ο νόμος λοιπόν ήταν σκληρός παιδονόμος για μας, ώσπου εμφανίστηκε ο Χριστός οπότε η πίστη μας αυτών μας χάρισε τη σωτηρία. Τώρα όμως που ήρθε ο Χριστός δεν είμαστε πια υπόδουλοι στον νόμο. Εδώ ο Παύλος χρησιμοποιεί μία πάρα πολύ ενδιαφέρουσα εικόνα, την οποία δημιουργεί φυσικά στους αναγνώστες του, που είναι άνθρωποι του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Το παιδί στα πρώτα χρόνια της ζωής του είχε έναν παιδαγωγό. Κάποιον ο οποίος το πήγαινε και τον έφενε από το σχολείο, τον βοηθούσε στα μαθήματα ή τον δίδαξε και κατοίκων. Αυτός που φρόντιζε για τη διαπαιδαγώγηση του παιδιού, για τη σωστή του ανατροφή και ήταν συνήθως ένας δούλος ή και κάποιες φορές ελεύθερος. Συνήθως όμως δούλος του σπιτιού, μορφωμένος, ο οποίος αναλάβαινε αυτόν τον ρόλο. Ο Παύλος τώρα παραλυνίζει τον νόμο με αυτόν τον παιδαγωγό, ο οποίος καταλαβαίνει ότι όταν το παιδί ηλικιωνόταν και ο ρήμας δεν τον χρειαζόταν πλέον. Δεν χρειαζόταν κάποιον έναν παιδονόμο να τον μαζεύει και να τον ουθετεί και να τον τιμωρεί και να τον απειλεί και να τον μαλώνει και ούτω καθεξής. Ή και να τον επιβραβεύει αν θέλετε και να του υπεθυμίζει σε κάθε βήμα του ποια πρέπει να είναι η σωστή του συμπεριφορά. Διότι πλέον έχει αντροθεί το παιδί και επομένως μπορεί να σταθεί μόνο στον κόσμο. Ακριβώς αυτό συμβαίνει και με εμάς ο Παύλος, ότι ο νόμος λειτούργησε ως παιδαγωγός. Είχε δηλαδή θα λέγαμε μία συγκεκριμένη λειτουργία η οποία όμως είχε ημερομνία λήξης. Και ημερομνία λήξης είναι η έλευση του Ιησού Χριστού. Οπότε είναι η έλευση του Ιησού Χριστού θα λέγαμε σημανή, σηματοδοτή ακριβώς τη στιγμή της ορειμότητας, της ανθρωπότητας. Επομένως για αυτόν τον λόγο ο Παύλος λέει δεν μας χρειάζεται πλέον ο νόμος. Αυτό είναι μια πάρα πολύ έξυπνη σκέψη του Παύλου διότι με αυτόν τον τρόπο καταφέρνει θεολογικά. Μια μεριά να μην ακυρώσει το νόμο εντελώς, να μην πέσει δηλαδή στην θεολογική θα λέγαμε παγίδα να θεωρήσει το νόμο ότι είναι κάτι το οποίο είναι κακό από τη φύση του. Γιατί αυτό θα έρχονταν σε αντίθεση με αυτό που λέει ότι ο νόμος προέρχεται από τον Θεό, βασική θεολογική ιδέα της Παλαιάς Διαθήκης, από την άλλη μεριά όμως να περιορίσει την αξία του ή αν θέλει να περιορίσει και την εφαρμογή του. Χρονικά πλέον. Και για τον Παύλο ο νόμος είναι μια δύναμη η οποία επιβάλλεται στον Ισραήμ, αυτή η δύναμη του παιδονόμου, η οποία όμως δύναμη πλέον έχει μια προσωρινότητα. Αυτή είναι μια πάρα πολύ σημαντική ιδέα του Παύλου, την βρίσκουμε και στις Ρωμαίους και στη Γαλά της επιστολή, αλλά και στις επιστολές που σκοριθείς, στη Β προσκοριθείως. Και αυτό που ουσιαστικά βλέπει ο Παύλος είναι ότι η εκπλήρωση των προφητιών, οι οποίες οι προφητείες αυτές και οι υποσχέσεις έχουν ήδη δοθεί στους πατέρες του Ισραήλ, η εκπλήρωση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η έλευση του Ιησού Χριστού. Όπως είπα και πριν, αυτή η έλευση σηματοδοτεί την αλλαγή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Και με αυτήν την έλευση ουσιαστικά η ισχύς του νόμου πάβει. Ο νόμος δηλαδή πλέον πάβει να έχει αυτόν τον καθοριστικό ρόλο, αν θέλετε πάβει ακόμα και η αξία νόμου γενικότερα, βέβαια ο Παύλος μιλάει για τον Ιουδαϊκό νόμο εδώ και δεν πιάνει καθόλου την συζήτηση για τον Φυσικό νόμο ξανά, και ο Παύλος λέει ότι όλη αυτή η διαδικασία ουσιαστικά καταργεί τον νόμο. Το νόμο σε κάθε του μορφή, είτε είναι ο Μοσαϊκός, το Φυσικός, με την έννοια ότι φέρνει ένα καινούργιο νόμο. Και η υπόσχεση, και εδώ είναι το πολύ ενδιαφέρον, αφορά όχι μονάχα τους Ιουδαίους, αυτή η υπόσχεση για τη σωτηρία, αλλά αφορά και τους εθνικούς. Για αυτό ο Παύλος ως παράδειγμα στη Γαλάδα δεν χρησιμοποιεί τον Μωυσή για παράδειγμα ή κάποιον άλλο χαρακτηριστικό Ιουδαϊκό θα λέγαμε, μια χαρακτηστική Ιουδαϊκή μορφή. Αλλά χρησιμοποιεί τον Αβραάμ, ο οποίος Αβραάμ για τον Παύλο είναι ο άνθρωπος της πίστης. Ένας άνθρωπος της πίστης ο οποίος δεν ήταν εξ αρχής Ιουδαίος. Είναι από τους προπάτερες του Ισραήλ, είναι ένας άνθρωπος που προέρχεται από μία άλλη περιοχή, είναι όμως ο άνθρωπος αυτός που το οποίο επιλέγει ο Θεός για να αναδείξει μέσα από αυτόν το λαό του Ισραήλ. Επομένως για τον Παύλο είναι ένα πάρα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Βλέπουμε και σε άλλα σημεία της Παλαιόκαινης Διαθήκης να γίνει συζήτηση για τον Αβραάμ και ο Ιησούς να επικρίνει τους Ιουδαίους οι οποίοι λένε ότι είναι τα παιδιά του Αβραάμ και να λέει ότι ο Θεός μπορεί και από αυτές τις πέτρες να βγάλει παιδιά του Αβραάμ και ο Παύλος θα πει, συνεχίζοντας τη σκέψη, ότι αυτό που σε καθιστά ουσιαστικά και απόγωνο δηλαδή του Αβραάμ δεν είναι η φυσική σου καταγωγή αν είσαι Ιουδαίος ή όχι αλλά αν είσαι άνθρωπος της πίστης ή όχι. Κατά πόσο δηλαδή αποδέχεσαι αυτήν την επαγγελία, την υπόσχεση για την σωτηρία η οποία δόθηκε στον Αβραάμ και στους υπόλοιπους πατέρες του Ισραήλ και επομένως την κάνεις δική σου. Άρα ο Παύλος καταλήγει και εδώ είναι η άλλη σκέψη που κάνει για να μπορέσει μέσα στην επαγγελία και στη σωτηρία να εντάξει και τους Ιουδαίους και τους εθνικούς. Η επαγγελία αφορά και τους δύο. Είπαμε στην αρχή, η αποτυχία αφορά και τους δύο διότι και οι εθνικοί και οι Ιουδαίοι δεν κατόρθουσαν να εκπληρώσουν το νόμο αλλά και η υπόσχεση για σωτηρία αφορά και τους δύο. Αφορά και τους Ιουδαίους, γιατί ο νόμος είναι παιδαγωγός και ουσιαστικά λέω ο Παύλος Κοπώ είχε να προετοιμάσει τους Ιουδαίους να φτάσουν σε αυτό το σημείο της έλευσης του Ιησού, αλλά οι επαγγελίες που δόθηκαν στο Νοβραάμ και στους άλλους πατέρες, κυρίως από στο Νοβραάμ, είναι επαγγελίες οι οποίες αφορούν τους εθνικούς. Καταλαβαίνετε λοιπόν με ποιον τρόπο ο Παύλος κατορθώνει αυτή την καθολικότητα. Από μια μεριά της ευθύνης, ανθρώπινης ευθύνης και ανοχής και από την άλλη μεριά της δυνατότητας απελευθέρωσης και απενοχοποίησης, αν θέλετε, και λύτρωσης. Και ο Παύλος είναι σαφής ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές εποχές. Υπάρχει η εποχή του νόμου, η οποία πλέον παρήλθε και υπάρχει και η εποχή του Χριστού, η οποία είναι η νέα κατάσταση στην οποία και ο ίδιος επαγγέλεται πολύ χαρακτηριστικά με το θέμα ασχολείται στη Β' κοριθείως επιστολή, στο τρίτο κεφάλαιο, στους στίχους 1-18. Για λόγους συντομίες θα διαβάσω μόνο την μετάφραση. Λέει λοιπόν ο Παύλος, έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον, στην αρχή στο πρώτο μέρος στους στίχους 1-3 μιλάει για τους κοριθείους και λέει ότι εσείς είστε οι συστατικές μου επιστολές, εσείς είστε το καμάρι μου, εσείς είστε αυτό που έχω και μπροστά στο Θεό. Και λέει είναι φανερό πως εσείς είστε συστατική επιστολή γραμμένη από τον Χριστό με τη δική μας φροντίδα. Αυτή δεν γράφτηκε με Μελάνη αλλά με το Πνεύμα του αληθινού Θεού, δεν γράφτηκε πάνω σε πέτερνες πλάκες αλλά σε πλάκες ανθρώπινες της καρδιάς. Εδώ αυτό υπάρχει ένα συμπεριγμός στην αντίστοιχη παλαιοδιαθηκική ιδέα για την Διαθήκη όχι πάνω στις πλάκες του νόμου πλέον όπως στον Ιερεμία αλλά πάνω στις καρδιές των ανθρώπων λέει θα κάνουμε μια καινούργια Διαθήκη ο Θεός στον Ιερεμία, που όμως θα είναι πολύ διαφορετική Διαθήκη, δεν είχα κάνει με τον νόμο αλλά θα είναι μια Διαθήκη με θεωρία της καρδιάς των ανθρώπων. Και συνεχίζει ο Παύλος με αφορμή αυτό και λέει την βεβαιότητα αυτή μας την έδωσε ο Θεός μέσω του Χριστού δηλαδή εμείς δεν είμαστε από μόνοι μας ικάνοι να θεωρήσουμε ότι κάτι προέρχεται από εμάς τους ίδιους αλλά η ικανότητά μας προέρχεται από τον Θεό. Αυτός μας αξίουσε να υπηρετήσουμε τη Νέα Διαθήκη όχι το γράμμα του νόμου αλλά το Πνεύμα του Θεού. Βλέπετε τη διάκριση, η Διαθήκη καινούρια δεν έχει να κάνει με το γράμμα του νόμου έχει να κάνει με το Πνεύμα του Θεού γιατί το γράμμα του νόμου οδηγεί στο θάνατο ενώ το Πνεύμα δίνει ζωή. Η Διαθήκη του Μωυσή και εδώ αρχίζει να κάνει τη σύγκριση ανάμεσα στις δυο Διαθήκες που τα χαραγμένη σε λίθινες πλάκες και οδηγούσε στο θάνατο εγγενιάστηκε με λαμπρότητα. Οι Ισραλίτες δεν μπορούσαν να τον ατενήσουν εξαιτίας της λαμπρότητας του προσώπου του Μωυσή αν και η λαμπρότητα εκείνη ήταν πρόσκαιρη. Η Διαθήκη του Πνεύματος δεν πρέπει να παρουσιάζεται με μεγαλύτερη λαμπρότητα στο έργο του διακόνου της. Γιατί αν το έργο της Διαθήκης που οδηγούσε στην καταδίκη το συνόδευε λαμπρότητα πολύ περισσότερη ήταν η λαμπρότητα του έργου που οδηγεί στη σωτηρία. Και συνεχίζει για να μην διαβάσω όλο το κείμενο στο στίχο 13, δεν κάνουμε όπως ο Μωυσής που έβαζε κάλυμα στο πρόσωπο κατά μια παράδοση για να μην τον αντικρίσουν οι Ισραλίτες, να μην αντικρίσουν μάλλον οι Ισραλίτες μια λαμπρότητα που έβμενε να σβήσει, γιατί πριν ότι επειδή αντίκρισε τον Θεό έχει αντανακλά αυτή τη λαμπρότητα. Το μυαλό τους όμως κοτίστηκε και μέχρι σήμερα υπάρχει το ίδιο κάλυμα. Το βάζουν όταν διαβάζουν την Παλαιά Διαθήκη και δεν αφαιρείται γιατί μόνο με τον Ιησού Χριστό καταργείται. Ακόμη μέχρι σήμερα όποτε διαβάζουν τα βιβλία του Μωυσή το κάλυμα αυτό υπάρχει στις σκέψεις. Εδώ ο Παύλος παίζει με μία πρακτική, κάνει ένα λόγο πέγνιο. Η Ιουδαϊκή πρακτική είναι ότι όταν διαβάζουν το νόμο οι Ιουδαίοι έχουν καλυμμένο για λόγου σεβασμού το κεφάλι τους και σε ανάγκη ακριβώς αυτού του περιστατικού που αναφέρει για το Μωυσή. Και παίζει με αυτό με το κάλυμα και λέει ότι εισαστικά έχουν το κάλυμα και το έχουν και το κάλυμα στη σκέψη τους και δεν μπορούν να δουν πραγματικά, γιατί ακριβώς μένουν στο γράμμα του νόμου. Όταν όμως επιστρέφει λέει κανείς στον Κύριο το κάλυμα αφαιρείται όπως συνέβαινε με το Μωυσή. Και η λέξη Κύριος εδώ λέει σημαίνει το πνεύμα και όπου υπάρχει το πνεύμα του Κυρίου εκεί υπάρχει και η ελευθερία. Όλοι εμείς λοιπόν χωρίς κάλυμα στο πρόσωπο κοιτάζουμε σαν σε καθρέφτη τη λαμπρότητα του Κυρίου και μεταμαρχωνόμαστε σε αυτή τη λαμπρή εικόνα του. Η ενέργεια του Κυρίου που είναι το πνεύμα βαδίζουμε από δόξη σε δόξα. Εδώ βλέπουμε σαφώς ότι υπάρχει μια διάκριση ανάμεσα στο γράμμα του νόμου και στους περιορισμούς που αυτό θέτει, το πεπερασμένο θα λέγαμε χαρακτήρα του νόμου εκ των πραγμάτων και από την άλλη μεριά στην ελευθερία του πνεύματος, στο κήρυγμα δηλαδή του Ευαγγελίου για το οποίο θα μιλήσουμε σε λίγο και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Άρα λοιπόν ο Παύλος κάνει μια σαφή διάκριση ανάμεσα στις δυο αυτές πραγματικότητες, σε αυτό που ονομάζει ράμα στην β' κοριθείους και πνεύμα, σε αυτό που ονομάζει δουλειά του Σινά στη Γαλάτα στο τεκάρτο κεφάλαιο και στην ελευθερία των παιδιών του Θεού και σε αυτό που μιλάει για το νόμο ως σύμμαχο της αμαρτίας στο Ρωμαίους 5 και ως την ελευθερία που προσφέρει η σωτηρία πάλι στην προσδομή ως επιστολία. Υπάρχει δηλαδή αυτή η διάκριση ανάμεσα στα δύο. Και ο Παύλος όπως είπα και πριν έχει ένα μεγάλο πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσει. Το πρόβλημά του είναι γιατί τελικά ο νόμος ενώ ήταν καλός, γιατί τελικά ενώ ο νόμος έρχεται από τον ίδιο το Θεό, γιατί τελικά ο νόμος παρόλο που είναι παιδαγωγός ακόμα και σε αυτή τη φάση δεν μπόρεσε να εκπληρώσει τον αρχικό του σκοπό. Αυτό είναι μεγάλο θέμα και είπαμε ότι μπαίνει μέσα στη συζήτηση που κάνει ο Παύλος για το ποιος χρωστάει σε ποιον και ποιος τελικά χαίρεται και θα λέγαμε κερδίζει περισσότερα από τη σωτηρία. Για τους εθνικούς ο Παύλος πολύ απλά λέει ότι είχατε το φυσικό νόμο ωστόσο πάρα πολλές φορές απομακρυθήκατε ακόμα και από αυτό το φυσικό νόμο, τον αγνοήσατε και το νόμο της συνείδησης και πράξετε πράγματα τα οποία σας απομάκρυνε και από το Θεό. Από την άλλη μεριά για τους Ιουδαίους πρέπει να συζητήσει ακριβώς το ίδιο θέμα και λέει συγκεκριμένα ότι ο νόμος ο ίδιος είναι παιδαγωγός, έχει ένα προσωρινό χαρακτήρα. Ο νόμος ήρθε αλλά ο νόμος δεν κατόρθωσε τελικά να εκπληρώσει το στόχο για τον οποίο δόθηκε όχι γιατί ο ίδιος ήταν κακός, όχι γιατί ο ίδιος είχε θα λέγαμε ελλήματα ή ήταν προβληματικός αλλά γιατί αυτοί που τον παρέλαβαν και αυτοί που προσπάθησαν να τον τηρήσουν ήταν οι ίδιοι θα λέγαμε αυτοί που είχαν το πρόβλημα. Γιατί ακριβώς ο ανθρώπινος εγωισμός κατά τον Παύλο είναι αυτός που ουσιαστικά οδήγησε τους ανθρώπους να διαστρεβλώσουν αυτόν τον νόμο. Δηλαδή αυτό που λέει ο Παύλος είναι ότι ουσιαστικά οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν τον νόμο για την αυτοδικαίωσή τους. Για να μπορέσουν οι ίδιοι να φανούν στα μάτια και του εαυτού τους και των υπόλοιπων ανθρώπων ότι ήταν δίκαιοι. Με αυτόν τον τρόπο ο Παύλος ουσιαστικά δεν ακυρώνει την ουσία του νόμου. Δεν λέει δηλαδή ότι ο νόμος είναι από μόνος του και καθαυτός κάτι το αποτυχημένο. Αλλά αποτυχημένοι είναι αυτοί οι οποίοι προσπάθησαν να τον τηρήσουν. Γιατί εκείνοι έβαλαν μπροστά τον εγωισμό τους, ερμήνευσαν και κατανοήσαν τον νόμο και τον εφάρμοζαν με έναν τρόπο που αντί ουσιαστικά να λειτουργεί ως σημάδι της Διαθήκης να είναι ένας τρόπος αυτοδικαίωσης. Με αυτόν τον τρόπο ο Παύλος ουσιαστικά δεν επικρίνει γενικά τον Ιουδαϊσμό. Και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, ιδιαίτερα στη συζήτηση που γίνεται ακόμα και σήμερα και ιδιαίτερα μετά το Ολοκαύτωμα στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο των Χριστιανικών Εκκλησιών με τον Ιουδαϊσμό. Όπου υπάρχει μια διάθεση ακριβώς να συζητήσουμε πράγματα και να κρεμίσουμε θα λέγαμε τύχη μεταξύ μας και να δημιουργήσουμε γέφυρες. Και είναι πάρα πολύ σημαντικό να έχουμε στο νου μας ότι ο Παύλος, γιατί πολλές φορές ο Παύλος αποτελεί ένα δύσκολο σημείο στις σχέσεις της Ιουδαϊχο-Χριστιανικές ότι ο Παύλος ουσιαστικά δεν καταργεί ούτε ακυρώνει τον νόμο ούτε τον θεωρεί κάτι κακό. Δεν είναι ο νόμος αυτός καθ' αυτός προβληματικός. Και οι άνθρωποι και η πτυπολατρική και ανελαστική τήρηση του νόμου ή θα λέγαμε εντελώς νομικίστηκε η κατανόησή του και έξω από τα πλαίσια της Διαθήκης και έξω από αυτό που λέει ο Σάντες ως έκφραση της Διαθήκης είναι αυτό που τελικά οδηγεί στο να χάσει ο νόμος την αρχική του αξία, να χάσει φυσικά την αξία του ως τους ανθρώπους που την τήρουν, όχι ως προς την ουσία του και γι' αυτό και να μην καταρθώσει τελικά να επιτύχει το στόχο του. Γι' αυτό λοιπόν, ο Παύλος λέει, ακριβώς επειδή υπάρχει αυτή η μονομερής αντιμετώπιση από τους ανθρώπους, η οποία ξεκινάει από μια φύλαυτη και εγωιστική ενότροπια και από μια πάση αυτοδικαίωσης, ακριβώς αυτή η μονομερή ανάδειξη του νόμου ως το μοναδικό και το κεντρικό σημείο της πίστης, κάτι που κάνουν οι σύγχρονοι του Ιουδαίοι και οι Ιουδαίζοντες τους ο οποίους έχει να αντιμετωπίσει στην Μποσγαλάτας Επιστολή, θεωρεί ότι ακριβώς τον αδικείτονται, γιατί δεν αναδεικνύει ποιο είναι το πραγματικό του περιεχόμενο και ποιος είναι ο πραγματικός του στόχος. Ο πραγματικός του στόχος για τον Παύλο δεν είναι να οδηγήσει τον άνθρωπος να αισθάνεται ο ίδιος δίκαιος, ούτε να τον περιχαρακώσει και να τον απομακρύνει από τους υπόλοιπους συνανθρώπους του, να δημιουργήσει κατηγορίες ανθρώπων ανώτερο και κατώτερο στα μάτια του Θεού, αλλά ο νόμος είναι εργαλείο διαπαιδαγώγησης, αυτό που λέει παιδονόμος, παιδαγωγός εις Χριστόν, με στόχο το Χριστό, για να αναδειχθεί η αμαρτία από τη μία μεριά και κυρίως για να οδηγήσει τους ανθρώπους στον Ιησού Χριστό. Δηλαδή ο νόμος έχει ημερομηνία λήξης, όπως είπαμε και πριν, που είναι η έλευση του Ιησού Χριστού, ο νόμος όμως έχει και τέλος και σκοπό ακριβώς τον Ιησού Χριστό. Είναι ο εντελώς κεντρική, θα λέγαμε, κατανόηση του νόμου για το μέρος του Παύλου. Και στον αντίποδα ακριβώς του νόμου ο Παύλος έρχεται να βάλει το Ευαγγέλιο. Αυτό που ονομάζεται το Ευαγγέλιο, το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού ή το Ευαγγέλιο του Θεού. Είναι μια πολύ χαρακτηριστική έκφραση μέσα στα κείμενα του Παύλου. Είναι κεντρική ιδέα στη σκέψη του Παύλου και έχει απασχολήσει πάρα πολύ την έρευνα ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενο. Όταν λέει δηλαδή ο Παύλος Ευαγγέλιον τι εννοεί. Σαφώς ο Παύλος το Ευαγγέλιο το συνδέει με το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Για αυτό δεν χωρά καμία αφιβολία. Ο Ιησούς Χριστός είναι ουσιαστικά εκείνος που αποκαλύπτει με το λόγο του αλλά και κυρίως με τα έργα του το πάθος και την ανάστασή του αυτό το Ευαγγέλιο. Και το Ευαγγέλιο ουσιαστικά είναι το έργο της σωτηρίας που προσφέρεται από τον Θεό δια του Ιησού Χριστού μέσα στην ιστορία. Επομένως έχει μια ιστορική διάσταση διότι εκδηλώνεται μέσα στην ιστορία. Θα δούμε όμως έχει και μια ισχατολογική διάσταση. Εκτείνει δηλαδή και μέχρι το τέλος του χρόνου αρχίζοντας από εδώ και τώρα. Γιατί ακριβώς είναι ένα γεγονός σωτηρίας. Είναι λοιπόν δύναμης το Ευαγγέλιο. Όσο παράδειξο και αν φαίνεται θα πει ο Παύλος στην Α' προς Κορυθείους, όσο και αν προκαλεί τους Ιουδαίους και θεωρούν το σταυρό του Χριστού σκάνδαλο, οι Έλληνες οι δολάτες θα ήτον θεωρούν ανοησία, είναι η δύναμης λέει και η σοφία του Θεού. Και η δύναμης και η σοφία του Θεού είναι ακριβώς αυτό το Ευαγγέλιο, αυτό το μήνυμα της σωτηρίας. Και είναι κυρίως και πρώτιστα και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό και εδώ βλέπουμε πάλι τη σύνδεση του Παύλου με την Παλαιά Διαθήκη, είναι η επαγγελία των προφητών. Δεν είναι δηλαδή κάτι αφαίρετο, δεν είναι κάτι εντελώς καινούργιο το οποίο εμφανίζεται από το πουθενά, αλλά το Ευαγγέλιο είναι αυτό το οποίο υποσχέθηκε ο Θεός στους πατέρες του Ισραήλ και είναι αυτό το οποίο προανήγγειλαν οι προφήτες και οι προανήγγειλαν οι προφήτες που προανήγγειλαν τη σωτηρία και αυτό ακριβώς είναι το περιεχόμενο του Ευαγγέλιο. Μια μεγάλη συζήτηση που έχει απασχολήσει ιδιαίτερα την έρευνα είναι ακριβώς από πού προέρχεται αυτός ο όρος Ευαγγέλιο. Γιατί αν δούμε στην Παλαιά Διαθήκη, είπαμε βέβαια ότι η σκέψη του Παύλου είναι παλαιοδιαθηκική, αλλά αν δούμε στην Παλαιά Διαθήκη ορός δεν υπάρχει. Τουλάχιστον ως ουσιαστικό υπάρχει ως ρήμα. Ευαγγελίζομαι, δηλαδή μεταφέρω ένα καλό νέο. Αλλά ως όρος θα λέγαμε τεχνικός και μάλιστα ως ένα ουσιαστικό με αυτή τη τεχνική σημασία δεν υπάρχει στην Παλαιά Διαθήκη. Λοιπόν είναι μεγάλη συζήτηση από πού αντιλήγει και ποιος τελικά είναι ο πρώτος ο οποίος σκέφτεται αυτόν τον όρο. Μια μεγάλη μερίδα ερευνητών πιστεύουν ότι ο Παύλος είναι αυτός ο οποίος πρώτος σκέφτεται αυτή την ιδέα και ότι μάλιστα όταν το βρίσκουμε και στο αρχαιότερο μας Ευαγγέλιο στο κατά Μάρκο, ο Μάρκος έχει υπόψη του ακριβώς τον Παύλο και γι' αυτό αναφέρει τον όρο. Βέβαια αυτό είναι δύσκολο σήμερα να το αποδείξουμε. Γεγονός είναι βέβαια ότι αυτό που έχουμε σήμερα στα χέρια μας, τα αρχαιότερα κείμενα που έχουμε είναι του Παύλου που για πρώτη φορά συναντούμε τον όρο Ευαγγέλιο. Βέβαια ο όρος προέρχεται από τον εθνικό κόσμο όπου Ευαγγέλιο καταρχάς σημαίνει οποιαδήποτε χαρμόσυνη είδηση και από εκεί και πέρα Ευαγγέλιο πιο ειδικά μπορεί να σημαίνει τη γέννηση ενός καινούργιου αυτοκράτορα, τη γέννηση ενός θεού που είναι ο Σωτήρας και την άνοδο στο θρόνο ενός καινούργιου αυτοκράτορα. Αυτά δέχει και μια πολιτική θα λέγα μικριά στα χρόνια της Καινής Διαθήκης και επιλέγεται ο όρος αυτός ακριβώς γιατί ο Παύλος και οι Χριστιανοί θέλουν να πούν ότι ο κατεξοχήν Σωτήρας και κύριος αυτού του κόσμου είναι ο Ιησούς Χριστός, αυτός που φέρνει ουσιαστικά τη Σωτηρία και την Ελευθερία. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο αυτό είναι Ευαγγέλιο, πέρα και ανώτερο από οποιαδήποτε άλλο Ευαγγέλιο. Και επομένως μπορούμε να πούμε ότι έτσι όπως γίνεται καπνωριτός και έτσι όπως περιγράψαμε το περιεχόμενο του όρου Ευαγγελίου, ουσιαστικά το Ευαγγέλιο είναι μια καθαρά χριστιανική ιδέα. Άλλο ότι βέβαια έχει από πίσω του ένα διαφορετικό θα λέγαμε υπόβαθρο, το οποίο ουσιαστικά βοηθάει τους αναγνώστες του Παύλου και των μεγάλων κειμένων της Κενιζεδίκης να κατανοήσουν από πού ο Παύλος και οι υπόλοιποι χριστιανοί συγγραφείς και διδάσκαλοι αντλούν αυτήν την ιδέα. Και όπως είπα και πριν, ο όρος είναι μεν καινούριος, αλλά το περιεχόμενό του ουσιαστικά προαναγγέρεται στις γραφές. Αυτό που είπαμε νωρίτερα και σε σχέση με το νόμο, ότι ο Αβραάμ είναι αυτός που δέχεται την επαγγελία για τη σωτηρία, είναι η υπόσχεση που δίνεται στον Αβραάμ. Το Ευαγγέλιο, λοιπόν, θα πει ο Παύλος, είναι ακριβώς αυτό που υποσχέθηκε ο Θεός στους ανθρώπους, δηλαδή τη σωτηρία. Και αυτό βαίνεται πάρα πολύ χαρακτηριστικά στην προσδομή ως επιστολή. Στο τρίτο κεφάλαιο, στους τύπους 21-26, μιλήσαμε ήδη και νωρίτερα λίγο για αυτό το κεφάλαιο, όπου ο Παύλος, μιλώντας πάλι για το Ευαγγέλιο και τον νόμο, είναι τα κεφάλαια στα οποία ο Παύλος ιδιαίτερα ασχολείται με το θέμα της αμαρτίας και το θέμα της σωτηρίας και τον νόμο, και λέει τώρα όμως έγινε αυτό που είχαν προαγγείλει ο νόμος, αυτό που είπαμε και πριν, ότι ο ίδιος ο νόμος οδηγεί και προαγγέλει τον Ιησού Χριστό και οι προφήτες. Αποκαλύφθηκε στον κόσμο η σωτήρια επέμβαση του Θεού χωρίς τη μεσολάβηση του νόμου. Η σωτήρια αυτή επέμβαση του Θεού απευθύνεται διαμέσως της πίστεως του Ιησού Χριστού σε όλους τους ανθρώπους. Και ο Θεός σώζει όλους όσοι πιστεύουν χωρίς να κάνει διάκριση Ιουδαίων και εθνικών. Γιατί όλοι έχουν αμαρτήσει αυτό που είχαμε πει πριν και όλοι βρίσκονται μακριά από τη δόξα του Θεού. Ο Θεός όμως τους δικαιώνει χωρίς αντάλλαγμα με τη χάρη του. Γι' αυτό έστειλε τον Ιησού Χριστό να μας ελευθερώσει από την αμαρτία, αυτό ακριβώς είναι το περιεχόμενο του Ευαγγελίου. Ο Θεός τον όρισε να γίνει με το σταυρικό του θάνατο ο εξηλασμός των αμαρτιών δια της πίστεως δείχνοντας την αγάπη του και συγχωρώντας τις αμαρτίες που έγινε. Στο παρελθόν εξαιτίας ανεκτικότητάς του. Έτσι ο Θεός φανερώνει την αγάπη του στον έσχατο αυτό καιρό και δείχνει καθαρά ότι είναι και δίκαιος και δικαιώνει όποιον πιστεύει στον Ιησού. Εδώ βλέπουμε τρία βασικά πράγματα. Ας δούμε τι είναι αυτό το Ευαγγέλιο, τι είναι αυτό το οποίο προανήγγειλαν οι πατέρες ο νόμος και οι προφήτες. Τι σημαίνει που δεν είναι τίποτα άλλο ακριβώς το ότι ο Θεός όρισε μέσα από το σταυρικό θάνατο του Ιησού Χριστού τον εξηλασμό των αμαρτιών. Όλη αυτή η συμπεριφορά που οδήγησε τους ανθρώπους μακριά από τον Θεό συγχωρώντας τους και φένοντας τους ξανά κοντά του και δικαιώνοντας, δηλαδή σώζοντας τους ανθρώπους. Το δεύτερο είναι ακριβώς ότι αυτό το οποίο λέμε Ευαγγέλιο είναι κάτι το οποίο προαναγγέλθηκε και είναι κάτι το οποίο το περίμενε η ανθρωπότητα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Και το τρίτο είναι αυτό που λέει ο Παύλος ότι αυτό είναι μία παραδεδομένη παράδοση. Αυτό το λέει πάρα πολλές φορές, σας παραδίδω το Ευαγγέλιο το οποίο μου παραδόθηκε. Δηλαδή ο Παύλος επανειλημένα λέει ότι αυτό που σας λέω είναι καταρχάς αυτό που προαναγγέλθηκε μέσα στις γραφές, αλλά είναι και αυτό το οποίο διδάχτηκα από τους αυτόπινες μάρτυρες, αυτούς που ζήσαν τα γεγονότα. Και με αυτόν τον τρόπο ο Παύλος ουσιαστικά δημιουργεί μία συνέχεια στη σκέψη και στην ιστορία την οποία την κατανοεί ως μία πορεία σωτηρίας. Και το ενδιαφέρον είναι ότι ακριβώς ο Παύλος ήδη στο στίχο που διάβασα 26 μιλάει για τον νυν καιρό, τον τωρινό καιρό, το οποίο ο Παύλος τον κατανοεί αισχατολογικά. Είπαμε και στο προηγούμενο μάθημα μιλώντας για την αισχατολογική σκέψη του Παύλου ότι ο Παύλος κατανοεί ότι τα έσχατα έχουν ήδη εισέλθει μέσα στον κόσμο. Και απόδειξε ακριβώς ότι έχουν εισέλθει τα έσχατα, είναι ακριβώς αυτό που λέει εδώ ότι η σωτηρία έχει ήδη έρθει. Και η σωτηρία πραγματώνεται και αυτό είναι ακριβώς το Ευαγγέλιο. Το Ευαγγέλιο δηλαδή έχει και μία θα λέγαμε αισχατολογική προαπτική με την έννοια ότι έρχεται στον κόσμο και εισβάλλει με αυτόν τον τρόπο το θείο, ο θεϊκός κόσμος μέσα στον ανθρώπινο και από εκεί και πέρα η ιστορία πορεύεται σε μια ολοκλήρωση και σε ένα τέρμα το οποίο δεν θα είναι τίποτε άλλο παρουσιαστικά η απόκατάσταση, η πλήρης αποκατάσταση των σχέσεων του Θεού με τον άνθρωπο. Και η σωτηρία. Και εδώ ο Παύλος καταλαβαίνει ότι έχει μια φοβερή δυναμική στη σκέψη του, μια δυναμική την οποία θα πρέπει να τη δούμε από μια μεριά στις θεολογικές, όπως είπα, προϋποθέσεις του Παύλου, που είναι η Παλαιά Διαθήκη, από την άλλη μεριά και στην ειδική εμπειρία του. Δηλαδή δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Παύλος και αναφέρεται πολλές φορές και υπενίσεται πολλές φορές αυτό το γεγονός, δηλαδή της Δαμασκού, της συνάντησης του με τον Ιησού στον δρόμο για τη Δαμασκρό, το οποίο πρέπει να είχε συγκλονιστική σημασία. Ήταν σαφώς καθοριστική στιγμή γιατί ακριβώς άλλαξε τον τρόπο ζωής του και άλλαξε τον τρόπο σκέψης του. Και αυτό ο Παύλος το κατανοεί ότι είναι δείγμα ακριβώς αυτού του Ευαγγελίου και αυτής της σωτηρίας. Κατανοεί δηλαδή ότι από και πέρα δεν του μένει τίποτε άλλο παρά σε αυτή τη ζωή ακριβώς να κηρύττει το Ευαγγέλιο. Και έτσι λοιπόν βλέπουμε κλείνοντας αυτήν την πολύ σύντομη, θα λέγαμε, ξενάγηση στη σκέψη του Παύλου στα προηγούμενα μαθήματα, κλείνουμε εδώ με αυτό το θα λέγαμε ιδιαίτερα ελπιδοφόρο, ιδιαίτερα αισιόδοξο μήνυμα του Παύλου για τη σωτηρία που είναι το περιεχόμενο του Ευαγγελίου, η οποία ορίστηκε και την υποσχέθηκε ο Θεός ήδη από την αρχή του κόσμου, την έδωσε στους Ιουδαίους, την προετύπωσε μέσα ακόμα και από το φυσικό νόμο και έρχεται λοιπόν τώρα να τη χαρίσει πλουσιοπάροχα σε όλους τους ανθρώπους.
_version_ 1782818404413997056
description Διάλεξη 6: Ολοκληρώνοντας σήμερα τα μαθήματα που αφορούν στην θεολογία του Αποστόλου Παύλου, ως κομμάτι βέβαια της θεολογίας της Καινής Διαθήκης, θα δούμε μία που είναι πολύ ενδιαφέρος από τυχή της σκέψης του Αποστόλου Παύλου, μάλιστα από τυχή είναι αυτή η οποία θα λέγαμε είναι ένας από τους κεντρικούς άξονες της σκέψης του, είναι ένα θέμα το οποίο τον απασχολεί ιδιαίτερα και συνδέεται άμεσα με όσο ο Παύλος λέει περί σωτηρίας και με τον τρόπο που ο Παύλος αντιλαμβάνεται και το ρόλο της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο, αλλά πολύ περισσότερο το ρόλο του Ιησού Χριστού και της σημασίας της θυσίας του και της Ανάστασης. Είναι δηλαδή ένα θέμα το οποίο απασχόλησε ιδιαίτερα και αναδείχθηκε περισσότερο μέσα στο πλαίσιο κυρίως της μεταρρύθμισης και της διδασκαλίας του Λουθήρου και των υπόλοιπων μεταρρυθμιστών, ακριβώς γιατί με κάποιο λόγο ο Λούθυρος θα λέγαμε ταύτισε το θέμα του Παύλου, προσπάθησε να το εφαρμόσει στην δικιά του πραγματικότητα που ήταν αυτή της σχέσης, μάλλον της στάσης του ίδιου και της κριτικής στάσης απέναντι στη Ρομεταφορική Εκκλησία. Αλλά γι'αυτό θα πούμε σύντομα κάποια πράγματα. Να πούμε ότι το θέμα το οποίο θα μας απασχολήσει είναι η στάση που τηρεί ο Απόστολος Παύλος απέναντι στο νόμο και η θέση του για το Ευαγγέλιο ως θα λέγαμε το κατεξοχή μέρος της διδασκαλίας του περισσοτηρίας. Μόνος νόμος και Ευαγγέλιο θα λέγαμε συνδέονται μεταξύ τους και επιπλέον και τα δύο θα πρέπει να συνδεθούν στη συνέχεια με τα όσα λέει ο Απόστολος Παύλος για τη σωτηρία. Έτσι μιλώντας λίγο εισαγωγικά θα πρέπει να πούμε ότι όταν ο Παύλος μιλά για το νόμο και όταν ο Παύλος μιλά ακόμα και για το Ευαγγέλιο το οποίο θα δούμε ένας όρος χαρακτηριστικός χριστιανικός έχει ουσιαστικά πίσω του ένα υπόβαθρο καθαρά Ιουδαϊκό και Παλαιοδιαθηκικό. Δηλαδή θα λέγαμε η αφετηρία της σκέψης του Παύλου στην προκειμένη περίπτωση είναι η ίδια η Παλαιά Διαθήκη. Ακόμα και όταν κρίνει θα λέγαμε αυστηρά τη στάση των συγχρόνων του Ιουδαίου απέναντι στο νόμο ακόμα και αν όπως θα δούμε στη συνέχεια κατά κάποιον τρόπο περιορίζει τη σημασία του νόμου για τον άνθρωπο ακόμα και τότε ο Παύλος ουσιαστικά αφορμάται και ουσιαστικά αναφέρεται στις ίσεις επαγγελίες της Παλαιάς Διαθήκης και στην ασκαλία και την αντίληψη περί νόμου και την αντίληψη περισχέσεις ανθρώπου και θεού μέσα στην Παλαιά Διαθήκη. Αυτό είναι ενδιαφέρον και σημαντικό να το έχουμε υπόψη γιατί αυτό μπορεί να αποτελέσει μία σημαντική βάση στην οποία μπορούμε στη συνέχεια να στηρίξουμε όλη την υπόλοιπη συζήτηση γιατί όπως θα δούμε το θέμα του νόμου όπως το αντιλαμβάνεται και το παρουσιάζει ο Παύλος είναι εξαιρετικά πολύπλοκο σε μια πρώτη ανάγνωση μπορεί να φαίνεται και εντελώς αντιφατικό στη δραματικότητα όμως όπως θα δούμε έχει και κάποιες θα λέγαμε μπορεί να κατανοηθεί μάλλον και μπορεί να εξηγηθεί εφόσον ιωθεί μέσα από το πρίσμα ακριβώς αυτής της παλαιοδιαφικής δασκαλίας. Επίσης θα πρέπει να πούμε έτσι εισαγωγικά ότι ο τρόπος που κατανοεί ο Παύλος τον νόμο έχει ως ένα σημείο να κάνει και με τον τρόπο που κατανοεί τη στάση του απέναντι στον Ισραήλ. Κατά ένα ενδιαφέροντα τρόπο όπως είπα και νωρίτερα το όλο ζήτημα περινόμου και Ευαγγελίου εντάχθηκε πολλές φορές μέσα στα πλαίσια ενός ευρύτερου διαλόγου χριστιανικού καταρχάς εσωτερικού μέσα στον χριστιανισμό. Να θυμίσω ότι οι μεταρρυθμιστές υιοθέτησαν έναν δίπολο, τουλάχιστον έτσι κατάλαβαν τη σκέψη του Παύλου ως αντιθετική ανάμεσα στον νόμο ο οποίος είναι άτεγκτος, ο οποίος τελικά δεν ελευθερώνει αλλά σκλαβώνει τον άνθρωπο και τον θα λέγαμε λειτουργεί ως μία φιλιάγυρο από το λαιμό του ανθρώπου και στο Ευαγγέλιο το οποίο είναι το μήνυμα της ελευθερίας και ο Λούθηρος αυτό το χρησιμοποιήσει γιατί εφάρμοσε αυτό κατά κάποιο τρόπο τυπολογικά επάνω στη σχέση, μάλλον στην αντίληψη που είχε η Ρωμαϊκαθολική Εκκλησία για τα έργα και για τη σωτηρία διατών έργων, το οποίο ο Παύλος του γνωρίζει, ο Λούθηρος τα ταύτησε με τα έργα του νόμου το οποίο κάνει λόγο ο Παύλος συχνά και από την άλλη μεριά με το μήνυμα της χάρης και της σωτηρίας το οποίο κυρίως προήγαγε η μεταρρύθμιση. Δηλαδή θα μου υπηρεπεί να πω ήδη στην αρχή ότι αυτό σήμερα θεωρείται μία πολύ αναχρονιστική ανάγνωση των κειμένων και δεν είναι και θεμητό να διαβάζουμε στα κείμενά μας που είναι νεότερα προβληματικές και καταστάσεις ιστορικές ή πολιτισμικές ή κοινωνικές πολύ μεταγενέστευσες. Σήμερα έχουν προταθεί πολύ διαφορετικές αντιλήψεις, θέσεις και υποθέσεις όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαβάσουμε την κριτική του Αποστόλου Παύλου στο νόμο και τα όσα λέει περί Ευαγγελίου και επίσης σήμερα θεωρούμε ότι όσα ο Παύλος λέει τουλάχιστον με τον τρόπο που τα λέει στη Γαλάδα αλλά και στη Ρωμαίως κυρίως όμως στη Γαλάδα είναι ένας θα λέγαμε μία συζήτηση καθαρά ενδοκινωτική, καθαρά ενδοκλησιαστική και δεν έχει να κάνει με μία κριτική και μία απόρρεψη γενικότερα του Ιουδαϊσμού. Μία απόρρεψη που πολλές φορές υιοθετήθηκε βασιζόμενη σε τέτοια κείμενα Παύλια και προήγαγε δυστυχώς, μάλλον έδωσε δυστυχώς τα νεότερα χρόνια επιχειρήματα για εκδηλώσεις θα λέγαμε εντελώς εχθρικές προς τον Ιουδαϊσμό. Ήδη το ανέφερα, δύο βασικά κείμενα χρησιμοποιούμε κυρίως από τον Παύλο όταν αναφερόμαστε στα θέματα του νόμου και του Ευαγγελίου και αυτά είναι οι προζωμαίους και οι προς γαλάτας επιστολή. Οι γαλάτας είναι όλοι νωρίτερα, οι προζωμαίους είναι διαφορετικοί, είναι μάλλον λίγο μεταγενέστες, σε κάθε περίπτωση πρόκειται για δύο κείμενα τα οποία έχουν πολύ διαφορετικές αφορμές για τις οποίες γράφτηκαν, είναι γραμμένα επίσης σε πολύ διαφορετικό ύφος του καθένα. Όλα αυτά λοιπόν είναι πάρα πολύ σημαντικά να τα έχουμε υπόψη όταν διαβάζουμε αυτά τα κείμενα, ώστε να μην αδικούμε τη σκέψη του συγγραφέα, του Παύλου δηλαδή, και να μην πολλές φορές προβάλλουμε πάνω στα κείμενα δικές μας, θα λέγαμε, δικούς μας προιδεασμούς. Αν δούμε τώρα τον τρόπο που παρουσιάζει ο Παύλος το νόμο, και θα ξεκινήσω εδώ κυρίως από την προζωμαίως επιστολή. Θα δούμε, ο Παύλος αφιερώνει αρκετά μέρη της επιστολής του, ακριβώς αυτό το θέμα του νόμου, γιατί ένα θέμα που τον απασχολεί τον Παύλο στην προζωμαίως επιστολή, είναι το θέμα της ενότητας, της κοινότητας της Ρώμης, η οποία συναπαρτίζεται από χριστιανούς εξ εθνών και χριστιανούς εξ Ιουδαίων. Και φαίνεται ότι υπάρχει μέσα στην κοινότητα κάποια ένταση και μια, θα λέγαμε, ιδιαίτερα επικριτική διάθεση των εξ εθνών χριστιανών, προς εκείνους που προέρχονται από τις τάξεις του Ιουδαισμού, κατηγορώντας τους ακριβώς ότι ο νόμος πλέον έχει παρέθει και επομένως όλη αυτή η προσπάθεια, η προηγούμενη ζωή τους ως Ιουδαίοι δεν είχε κανένα νόημα. Απέλλαντίες υπάρχει επίσης, από ό,τι φαίνεται, από όσα έμεσα λέει ο Παύλος, υπάρχει μία τάση μέρος των εξ εθνών χριστιανών να βλέπουμε περιφρόνηση και ως κατώτερο σε σχέση με τους ίδιους τους χριστιανούς εξ Ιουδαίων. Αυτό που είναι ένα θέμα το οποίο θα λέμε υποφόσκει στην προβληματική, μάλλον υποφόσκει στην συζήτηση την οποία κάνει ο Παύλος. Ο Παύλος πρέπει να πω βέβαια ότι δεν είχε ο ίδιος συντρίσει την εκκλησία της Ρώμης, γράφει όμως αυτή για διάφορους λόγους και ακριβώς γι' αυτό το λόγο είναι εξαιρετικά προσεκτικό στον τρόπο που αναπτύσσει τα θέματα τα οποία τον ενδιαφέρουν και αναπτύσσει και το θέμα το συγκεκριμένο το οποίο δεν είναι άλλο παρά ουσιαστικά είναι η σχέση Ιουδαίων και εθνών μέσα στη σχέση τους μέσα στους σχέσεις τους. Και για να μπορέσει ο Παύλος να αναλύσει αυτό το θέμα ξεκινά από αρκετά μακριά και μιλάει για το θέμα της αμαρτίας και ξετάζει στα πρώτα κεφάλαια της επιστολής του ποια είναι η θέση και ποια είναι η κατάσταση και των δύο αυτών ομάδων ο Παύλος δηλαμβάνεται τον κόσμο χωρισμένο σε δύο ομάδες στους Ιουδαίους και στους υπόλοιπους οι οποίοι είναι εξ εθνών και συζητά ακριβώς το νόημα της σωτηρίας που είναι ακριβώς η απελευθέρωση από την αμαρτία και η συμφιλήωση όπως είπαμε και σε προηγούμενο μάθημα και η καταλλαγή του ανθρώπου με το Θεό, η αποκατάσταση δηλαδή των σχέσεων του με το Θεό αλλά και με τους υπόλοιπους ανθρώπους και με την υπόλοιπη δημιουργία. Ξεκινά λοιπόν ο Παύλος και συζητά το θέμα της αμαρτίας και φτάνοντας στο νόμο για να δείξει γιατί το βασικό επιχείρημα του Παύλου είναι ότι ουσιαστικά ένοχοι και χρεωμένοι θα λέγαμε στην αμαρτία είναι και οι χριστιανοί, όχι συγγνώμη και οι εθνικοί αλλά και τα έθνη δηλαδή αλλά και οι Ιουδαίοι. Και αυτό είναι προφανώς ένα παράδοξο στην προκειμένη περίπτωση διότι θα δούμε ο Παύλος να πλήσει ένα θεολογικό διάλογο με ρωτήματα και αντερωτήματα μέσα στην επιστολή του που ουσιαστικά λέει ότι εντάξει αν αυτό όμως συμβαίνει θα πει ότι απέτυχε ο νόμος. Αλλά αν απέτυχε ο νόμος το πρόβλημα το θεολογικό που έχει ο Παύλος είναι πως μπορεί να αποτύχει κάτι το οποίο δόθηκε από τον ίδιο τον Θεό. Αυτό είναι η βασική του προϋπόθεση, η βασική του σκέψη, διότι δεν μπορεί κάτι το οποίο δόθηκε από τον Θεό να είναι κακό ή έστω να είναι ατελέστη. Αυτό είναι μια βασική θεολογική προϋπόθεση που υπάρχει στο πίσω μέρος του μυαλού του Παύλου, πολλές φορές είναι και λίγο πιο σαφής τη λέει και πιο ξεκάθαρα. Με λεντότες το θέμα του νόμου ο Παύλος εξετάζει τη σχέση που μπορεί να έχει ο νόμος με την αμαρτία και λέει καταρχάς ορισμένα πολύ σημαντικά πράγματα. Το πρώτο που λέει είναι ότι ο νόμος ουσιαστικά έχει μια πολύ συγκεκριμένη λειτουργία. Και η λειτουργία που έχει είναι ότι ουσιαστικά συμβάλει στο να μετρηθεί και να αξιολογηθεί η αμαρτία. Δηλαδή θα λέγαμε είναι το μέτρο, ο κανόνας, το σημείο αναφοράς ώστε όσοι γνωρίζουν τον νόμο να μπορούν να ξέρουν τι είναι αμαρτία και τι είναι απομάκρυση από το Θεό. Αυτή είναι η πρώτη πολύ σημαντική θέση του Παύλου. Πολύ συχνά έρχεται και επανέρχεται σε αυτό το θέμα. Θα αναφέρω έτσι πολύ χαρακτηριστικά ορισμένα χωρίες. Παραδείγμα, τους χάρη λέει στον είκοσι στίχος, στο κεφάλαιο τρία ο Παύλος, στο δεύτερο μέρος του στίχου, διαγάρ νόμου επίγνουσης αμαρτίας. Δηλαδή ότι με τον νόμο μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει τι είναι αμαρτία και ποια είναι η δύναμή της. Και λίγο αργότερα, στο 415, θα πει ου γάρ ουκ έστι νόμος ου δε παράβασες. Όπου δεν υπάρχει νόμος, δεν υπάρχει παράβαση. Γιατί, όχι γιατί ο νόμος γεννά την παράβαση, αλλά γιατί ο νόμος επισημένει την παράβαση και ουσιαστικά την αναδεικνύει και την φέρνει στο φως. Και κατά ανάλογο τρόπο λίγο αργότερα, στο 513, ο Παύλος θα σημειώσει ότι άχρηγαν νόμου αμαρτία είναιν κόσμο, αμαρτία δε ουκ ελογείτο μοιόντος ο νόμου. Αν δεν υπήρχε δηλαδή ο νόμος δεν θα μπορούσαμε να γνωρίζουμε την αμαρτία. Και ούτω καθεξής υπάρχουν διάφορα χωρί, απλώς ενέφερα μερικά χαρακτηριστικά για να δείτε ακριβώς πώς λειτουργεί η σκέψη του Παύλου. Επιπλέον, το πρώτο και βασικό είναι ότι ο νόμος χρειάζεται σαφώς και μία από τις βασικές του συμβολές είναι ακριβώς το ότι αναδεικνύει και το ότι επισημαίνει και αξιολογεί αυτό που λέμε αμαρτία, αυτό που λέμε απομάκρυση από το Θεό και αντίθεη ζωής. Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι ότι ο νόμος είναι και το μέτρο της κρίσης του Θεού. Ακριβώς όπως αναδεικνύει και επισημαίνει την αμαρτία, ο ίδιος ο νόμος είναι αυτός ο οποίος μας δείχνει και ποια θα είναι η κρίση του Θεού για τις διάφορες συμπεριφορές ανθρώπινες και για αυτή την αμαρτωλή στάσης ζωής. Λέει χαρακτηριστικά, όσοι γάρ ανόμως ήμαρτον, ανόμως και απολούνται. Όσοι αμάρτησαν εκτός του νόμου, χωρίς να το γνωρίζουν και θα πούμε τώρα με αυτό τι εννοεί ο Παύλος, και με βάση αυτοτομή ο νόμος θα κριθούν. Και όσοι ενόμω ήμαρτον, διανόμου κριθίσονται. Και όσοι μέσα στα πλαίσια του νόμου, δηλαδή όλοι αστηρητές του νόμου, παρέκλυναν από αυτό που έπρεπε να κάνουν και αυτοί με βάση του νόμου θα κριθούν. Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον και λέει συγκεκριμένα μετά, ούγαροι ακροατήτου νόμου δίκαιοι παρά το Θεό, δηλαδή δεν είναι αυτοί που θα αθωωθούν ας πούμε αυτοί οι οποίοι ακούν απλώς τον νόμο, αλλά οι ποιητές του νόμου δικαιωθήσουν, αλλά μόνο όσοι τον τηρήσουν. Επιμένως, μια δεύτερη σκέψη του Παύλου είναι ακριβώς ότι ο νόμος είναι το μέτρο της κρίσης του Θεού. Είναι ο τρόπος με τον οποίο θα φανεί από τη μια μεριά η παράβαση, θα φανεί η αντίθεη στάση του ανθρώπου και από την άλλη μεριά είναι αυτός που θα δείξει και θα υπαγορεύσει το πώς θα είναι η κρίση του Θεού. Τηρήσεις τον νόμο, δικαιώνεσαι λέει ο Παύλος, δεν τον τηρήσεις, επομένως από εκεί πέρα κατακρίνεσαι. Και είπα και πριν ότι εδώ ο Παύλος λέει ότι όσοι είναι εκτός νόμου, αυτοί θα κριθούν με βάση ακριβώς αυτόν τον μη νόμο. Εδώ ο Παύλος, η σάιν είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα, βασικά την έχει στο δεύτερο κεφάλαιο, ακριβώς στην περικοπή από το δώδεκα στίχο και εξής, ο Παύλος συζητάει το θέμα των εθνών. Τα έθνη δεν έχουν τον νόμο. Επομένως ένα άλλο ερώτημα θεολογικό που θέτει ο Παύλος είναι εντάξει, οι Ιουδαίοι έχουν τον νόμο και αυτό του αναδεικνύει την αμαρτία σε αυτούς και πιθανώς με αυτό θα κριθούν. Τι γίνεται όμως με τα έθνη, τα έθνη τα οποία δεν έχουν τον νόμο, διότι δεν έχουν αυτή τη σχέση με το Θεό, δεν είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού, επομένως ο εκλεκτός λαός του Θεού έχει ο σημείο της Διαθήκης και της συμφωνίας με το Θεό και τον νόμο. Τι γίνεται τώρα με εκείνους. Ο Παύλος λέει εδώ και αυτό είναι πολύ σημαντικό, λέει συγκεκριμένα στο δεκατέσσερα στίχο όταν τα έθνη τα μη νομοέχοντα φύσιτα του νόμου πει ούτι νόμων μη έχοντες εαυτοίς εις συν νόμος. Λέει και τα άλλα τα έθνη λέει που δεν γνωρίζουν τον νόμο, πολλές φορές κάνουν από μόνα τους αυτό που λέει ο νόμος και αυτό δείχνει πως και αν ακόμη δεν τους δόθηκε ο νόμος μέσα τους όμως αυτός υπάρχει. Και συνεχίζει ο Παύλος ήτι ενδείχνει το έργο του νόμου γραπτών εν τες καρδίες αυτός συμμαρτυρούσεις αυτόν της συνειδήσεως και μεταξύ των λογισμών κατηγορούντων ή και απολογούντων. Γιατί λέει η διαγωγή τους φανερώνει πως οι εντολές του νόμου είναι γραμμένες στις καρδιάς τους και σε αυτό συμφωνεί και η συνείδησή τους που η φωνή τους τους τύπτει ή τους επενεί ανάλογα με τη διαγωγή τους. Λέπουμε λοιπόν εδώ ότι ο Παύλος εισάγει την ιδέα του φυσικού νόμου. Ότι τα έθνη γνωρίζουν τον νόμο αλλά το γνωρίζουν με μια πολύ διαφορετική διαδικασία. Το γνωρίζουν γιατί έχουν ακριβώς τη συνείδηση, την οποία ο Παύλος φυσικά θεωρεί ότι είναι δώρο του Θεού, είναι δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός δίνει τον νόμο στα έθνη και επομένως στηρούν τα του νόμου μη όντως οι ίδιοι οι Ισραηλίδες. Μη ανήκοντας δηλαδή στον εκκρεπτό λαό του θεμαθού. Το τρόπο που ο Παύλος υπογραμμίζει είναι την οικουμενική διάσταση του νόμου. Ο νόμος για τον Παύλο είναι απαραίτητος βέβαια, ο νόμος έπραξε αυτό που έπρεπε να πράξει και κυρίως ο νόμος είναι κάτι που αφορά τους πάντες. Είτε ως Μοσαϊκός νόμος με όλη την πολυπλοκότητα που μπορεί να έχει αυτός ο Ιουδαϊκός νόμος είτε ως ο Φυσικός νόμος ο οποίος προφανώς περιορίζει σε πολύ βασικές αξίες και συμπεριφορές. Σε κάθε περίπτωση ο Παύλος θεωρεί ότι και τα έθνη και οι Ιουδαίοι έχουν έναν τρόπο να γνωρίζουν ή είχαν έναν τρόπο να γνωρίζουν τον νόμο. Και ακριβώς επειδή το γνώριζαν και κατά τον Απόστολο Παύλο επέμειναν και οι δύο στην αμαρτία, είναι και οι δύο υπόλογοι. Και επομένως και οι δύο είναι αποδέκτες της σωτηρίας και επομένως και οι δύο είναι ευεργετηθέντες με τον ίδιο τρόπο από τον Θεό. Με αυτόν τον τρόπο δηλαδή καταφέρνει ο Παύλος και εξισώνει δύο διαφορετικές ομάδες οι οποίες προέρχονται από δύο πολύ διαφορετικές παραδόσεις. Και τις εξισώνει απέναντι στο Θεό. Απέναντι στο θέμα της σωτηρίας. Ότι η σωτηρία δεν είναι περισσότερο για τον ένα και λιγότερο για τον άλλο. Ο ένας τη χρειάζεται περισσότερο από ότι τη χρειάζεται ο άλλος. Αλλά ουσιαστικά ακριβώς επειδή και οι μεν και οι δε έχουν τον νόμο, αλλά όπως θα δούμε στη συνέχεια δεν κατόρθωσαν να τον εφαρμόσουν, γι' αυτό και οι δύο χρειάζονται και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και με την ίδια επιτακτικότητα ακριβώς τη σωτηρία. Περνώντας τώρα στον Ισραήλ, ο Παύλος μιλάει για την σημασία που έχει ο νόμος στον εκλεκτό λαό. Ο Παύλος δηλαδή ακολουθεί εδώ πάλι αυτό που έχουμε δει από την Παλαιά Διαθήκη, ότι ο νόμος είναι στοιχείο της ταυτότητας και της εκλογής του λαού του Θεού. Γι' αυτό και πολύ σωστά ο Σάνντερς υπογράμισε σε αντίλογο προς αυτά που υποστηρίχθηκαν στην παλαιότερη έρευνα για τον Παύλο και τη σκέψη του όσον αφορά στο νόμο, ότι δηλαδή ο νόμος είναι κάτι πολύ άτεγκτο και κάτι ανελεύθερο και επομένως ο Ιουδαισμός της εποχής του Ιησού Χριστού και του Παύλου στερούνταν και ελευθερία, στερούνταν και πραγματικού θα λέγαμε θρησκευτικού συναισθήματος, αλλά ήταν μια καθαρά τυπολατρική τήρηση εντολών. Ο Σάνντερς επισημαίνει ακριβώς αυτόν τον διαθηκικό χαρακτήρα του Ιουδαισμού και του Μοσαϊκού νόμου, αυτό που λέει ο ίδιος ως διαθηκικός νομισμός. Και λέει ο Σάνντερς ότι ακριβώς η τήρηση του νόμου από τους Ισραηλίτες δεν θα πρέπει να κατανοείτε ότι είναι μια τυπολατρική προσαρμογή στις εντολές του νόμου, αλλά ουσιαστικά για το μεγαλύτερο μέρος του Ιουδαισμού δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εκδήλωση ακριβώς αυτής της εκλογής και της δέσμηυσης μέσα σε μια σχέση αγάπης και αλληλεξάρτησης του λαού του Ισραήλ με το θεό του. Ο νόμος λοιπόν στοιχείο ταυτότητας, ο νόμος στοιχείο εκλογής του λαού του Ισραήλ. Και για τους Ισραηλίτες καταρχάς ο νόμος είναι μια θετική δύναμη. Γιατί ακριβώς δουλεύουμε και στην Παλαιά Διαθήκη, εδώ πάλι δηλαδή έχουμε την Παλαιά Διαθήκη, χωριά κυρίως από τους Ψαλμούς που συναντούμε ότι η τήρηση του νόμου οδηγεί στην ευημερία του λαού. Αυτό είναι ξεκάθαρο, αντίθετα γιατί ακριβώς φέρνει τον λαό κοντά στον Θεό, μένει ο λαός μέσα στα όρια της Διαθήκης, στις συμφωνίες με τον Θεό και γι' αυτό ακριβώς ευημερεί. Αντίθετα η παράβαση και παρέκληση από τον νόμο τον απομακρύνει από αυτή τη σχέση της Διαθήκης και επομένως για τον κάθε Ισραηλίτη η απομάκρηση από τον Θεό σημαίνει ουσιαστικά αυτοκαταστροφή. Το επόμενο ερώτημα που προκύπτει είναι ωστόσο τι γίνεται τώρα με τον νόμο και προτού απαντήσει ο Παύλος το τι γίνεται τώρα με τον νόμο, ο Παύλος θέτει ένα άλλο πολύ σημαντικό ερώτημα στην προσγαλάτες επιστολή και θα διαβάσω το κομμάτι αυτό γιατί είναι πραγματικά πολύ ενδιαφέρον. Ο Παύλος μιλάει και θέτει το ερώτημα ποια είναι τελικά η χρησιμοτητα του νόμου. Τελικά δηλαδή ποιο σκοπό είπαμε να δηλώσει τα όρια της Διαθήκης, να αναδείξει την αμαρτία, να αναδείξει την κρίση του Θεού, σε πρακτικό επίπεδο αυτό και μάλιστα σε σχέση και με το γεγονός της έλευσης του Ιησού Χριστού. Ο νόμος τελικά ποια λογική μπορεί να έχει. Και ο Παύλος θα τα πει όλα αυτά γιατί ακριβώς στη συνέχεια θα πει ότι ο νόμος πλέον ως μια πραγματικότητα δεν μπορεί να ισχύσει. Και έχοντας αυτό ο Παύλος, υπόψη του, είπα, συζητάει, το είπα και από την αρχή, το πρόβλημα ότι αν δεν μπορεί να ισχύσει, τότε έχουμε ένα θεολογικό ζήτημα. Και το θεολογικό μας ζήτημα είναι πώς μπορεί να μην ισχύσει, πώς μπορεί να είναι πεπερασμένο, πώς μπορεί να είναι άτελες, κάτι το οποίο προέρχεται από την ίδια του Θεού. Και με αυτό το θέμα ασχολείται ιδιαίτερα στην προσγαλάτηση επιστολή. Θα πρέπει να έχουμε πάλι την υπόψη τη ρητορία του Παύλου. Ο Παύλος είναι θυμωμένος πολύ σε συγκεκριμένη επιστολή, γιατί βλέπει ότι οι Χριστιανοί της Γαλατείας παλληνδρομούν, ενώ δηλαδή τους κήρυξε το Ευαγγέλιο εκείνοι επανέρχονται στην παλιά τακτική του νόμου και αυτό τον εξοργίζει, θεωρεί ότι ουσιαστικά είναι η Παναχώρηση η οποία ακυρώνει με τον πιο ασφαλή τρόπο την θυσία του Ιησού. Μιλάει λοιπόν ο Παύλος και συζητά το θέμα, τελικά αυτός ο νόμος είναι καλός, είναι κακός, αν είναι καλός μένει και αν δεν είναι καλός φεύγει ή αν είναι καλός μπορεί να μην ισχύει πλέον. Και στο τρίτο λοιπόν κεφάλαιο της προς Γαλά της Επιστονής συζητά και θέτει ακριβώς το ερώτημα, τι είναι λοιπόν αυτός ο νόμος, γιατί μας τον έδωσε ο Θεός το νόμο. Αυτό που είπαμε και πριν ώστε να αναδεικνύει ακριβώς τις αντίθεες και παραβατικές συμπεριφορές του λαού αλλά όλα αυτά έγιναν άχρης ου έλθει το σπέρμα ο επίγγελται διαταγής διαγγέλων εγχειρή μεσίτου. Αυτά όλα έγιναν λέει, ώστε να έρθει ο απόγονος εκείνης της επαγγελίας και αυτή η επαγγελία για την οποία μιλάει λίγο νωρίτες είναι η υπόσχεση που έδωσε ο Θεός στον Αβραάν ότι από τη γενιά του θα γεννηθεί ο σωτήρας του κόσμου. Επομένως όλα αυτά λέει υπήρξαν ο νόμος μέχρι να έρθει αυτός για τον οποίο δώθηκαν οι επαγγελίες και συνεχίζει ο Παύλος στο στίχο 21 ο ου νόμος κατά των επαγγελιών του Θεού. Αν λοιπόν λέει ο Παύλος, εμείς σήμερα πούμε ότι εντάξει ο νόμος είναι καλός, δεν μπορούμε να τον ακυρώσουμε, εντάξει ήρθε ο Ιησούς Χριστός αλλά ο νόμος δεν χάνει την αξία του. Ουσιαστικά ο Παύλος εδώ βλέπει ότι αν γίνει κάτι τέτοιο, ουσιαστικά αυτό έρχεται σε αντίθεση προς τις επαγγελίες του ίδιου του Θεού. Μη γέννητο λέει ο Παύλος, για όνομα του Θεού, αντίθετα. Είγαρε δόθη νόμος ο δυνάμενος ζωοποιήσαι, όντως αν εκ νόμου είναι η δικαιώσινη. Τωματικά λέει, αν ο νόμος που δόθηκε στους ανθρώπους είχε τη δύναμη να δίνει ζωή, η σωτηρία θα προερχόταν από το νόμο. Αλλά συνέκλεισεν η γραφή τα πάντα υπό αμαρτίαν, είναι ότι η επαγγελία εκ πίστεως Ιησού Χριστού δοθεί της πιστεύωση. Η γραφή όμως διακηρύται πως όλοι οι άνθρωποι είναι υπόδουλοι στην αμαρτία. Αυτό σημαίνει πως η υπόσχεση για σωτηρία δόθηκε σε όσους πιστεύουν στον Ιησού Χριστό. Εδώ λοιπόν ο Παύλος εισάγει μία καινούργια ιδέα ότι ο νόμος ήταν καλός, ο νόμος δόθηκε από το Θεό, διαμεσίτη του Αγγέλου λέει εδώ στο κείμενό μας, δόθηκε λοιπόν από το Θεό, όμως τελικά οι άνθρωποι παραμένουν όλοι μέσα στην αμαρτία. Και ουσιαστικά αυτό το οποίο μπορεί να απελευθερώσει τον άνθρωπο δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο Ιησούς Χριστός και συνεχίζει σε αυτή την ενότητα ο Παύλος. Πρόδει του ελθύν την πίστην υπο νόμου εφρουρούμεθα. Συγκεκρισμένοι εις τη μέλουσαν πίστην αποκαλυφθύνε. Ως τε ο νόμος παιδαγωγώσιμον γέγον εις Χριστόν ειναι εκ πίστεως δικαιωθόμεν, ελθούσις δε της πίστεως ουκ έτη υποπεδαγωγονεσμέν. Πραγματικά λέει πριν έρθει ο Χριστός μας φροντίζει ο νόμος. Ήμασταν φυλακισμένοι ώσπου να φανεθεί ο μελλοντικός σωτήρας μας. Ο νόμος λοιπόν ήταν σκληρός παιδονόμος για μας, ώσπου εμφανίστηκε ο Χριστός οπότε η πίστη μας αυτών μας χάρισε τη σωτηρία. Τώρα όμως που ήρθε ο Χριστός δεν είμαστε πια υπόδουλοι στον νόμο. Εδώ ο Παύλος χρησιμοποιεί μία πάρα πολύ ενδιαφέρουσα εικόνα, την οποία δημιουργεί φυσικά στους αναγνώστες του, που είναι άνθρωποι του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Το παιδί στα πρώτα χρόνια της ζωής του είχε έναν παιδαγωγό. Κάποιον ο οποίος το πήγαινε και τον έφενε από το σχολείο, τον βοηθούσε στα μαθήματα ή τον δίδαξε και κατοίκων. Αυτός που φρόντιζε για τη διαπαιδαγώγηση του παιδιού, για τη σωστή του ανατροφή και ήταν συνήθως ένας δούλος ή και κάποιες φορές ελεύθερος. Συνήθως όμως δούλος του σπιτιού, μορφωμένος, ο οποίος αναλάβαινε αυτόν τον ρόλο. Ο Παύλος τώρα παραλυνίζει τον νόμο με αυτόν τον παιδαγωγό, ο οποίος καταλαβαίνει ότι όταν το παιδί ηλικιωνόταν και ο ρήμας δεν τον χρειαζόταν πλέον. Δεν χρειαζόταν κάποιον έναν παιδονόμο να τον μαζεύει και να τον ουθετεί και να τον τιμωρεί και να τον απειλεί και να τον μαλώνει και ούτω καθεξής. Ή και να τον επιβραβεύει αν θέλετε και να του υπεθυμίζει σε κάθε βήμα του ποια πρέπει να είναι η σωστή του συμπεριφορά. Διότι πλέον έχει αντροθεί το παιδί και επομένως μπορεί να σταθεί μόνο στον κόσμο. Ακριβώς αυτό συμβαίνει και με εμάς ο Παύλος, ότι ο νόμος λειτούργησε ως παιδαγωγός. Είχε δηλαδή θα λέγαμε μία συγκεκριμένη λειτουργία η οποία όμως είχε ημερομνία λήξης. Και ημερομνία λήξης είναι η έλευση του Ιησού Χριστού. Οπότε είναι η έλευση του Ιησού Χριστού θα λέγαμε σημανή, σηματοδοτή ακριβώς τη στιγμή της ορειμότητας, της ανθρωπότητας. Επομένως για αυτόν τον λόγο ο Παύλος λέει δεν μας χρειάζεται πλέον ο νόμος. Αυτό είναι μια πάρα πολύ έξυπνη σκέψη του Παύλου διότι με αυτόν τον τρόπο καταφέρνει θεολογικά. Μια μεριά να μην ακυρώσει το νόμο εντελώς, να μην πέσει δηλαδή στην θεολογική θα λέγαμε παγίδα να θεωρήσει το νόμο ότι είναι κάτι το οποίο είναι κακό από τη φύση του. Γιατί αυτό θα έρχονταν σε αντίθεση με αυτό που λέει ότι ο νόμος προέρχεται από τον Θεό, βασική θεολογική ιδέα της Παλαιάς Διαθήκης, από την άλλη μεριά όμως να περιορίσει την αξία του ή αν θέλει να περιορίσει και την εφαρμογή του. Χρονικά πλέον. Και για τον Παύλο ο νόμος είναι μια δύναμη η οποία επιβάλλεται στον Ισραήμ, αυτή η δύναμη του παιδονόμου, η οποία όμως δύναμη πλέον έχει μια προσωρινότητα. Αυτή είναι μια πάρα πολύ σημαντική ιδέα του Παύλου, την βρίσκουμε και στις Ρωμαίους και στη Γαλά της επιστολή, αλλά και στις επιστολές που σκοριθείς, στη Β προσκοριθείως. Και αυτό που ουσιαστικά βλέπει ο Παύλος είναι ότι η εκπλήρωση των προφητιών, οι οποίες οι προφητείες αυτές και οι υποσχέσεις έχουν ήδη δοθεί στους πατέρες του Ισραήλ, η εκπλήρωση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η έλευση του Ιησού Χριστού. Όπως είπα και πριν, αυτή η έλευση σηματοδοτεί την αλλαγή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Και με αυτήν την έλευση ουσιαστικά η ισχύς του νόμου πάβει. Ο νόμος δηλαδή πλέον πάβει να έχει αυτόν τον καθοριστικό ρόλο, αν θέλετε πάβει ακόμα και η αξία νόμου γενικότερα, βέβαια ο Παύλος μιλάει για τον Ιουδαϊκό νόμο εδώ και δεν πιάνει καθόλου την συζήτηση για τον Φυσικό νόμο ξανά, και ο Παύλος λέει ότι όλη αυτή η διαδικασία ουσιαστικά καταργεί τον νόμο. Το νόμο σε κάθε του μορφή, είτε είναι ο Μοσαϊκός, το Φυσικός, με την έννοια ότι φέρνει ένα καινούργιο νόμο. Και η υπόσχεση, και εδώ είναι το πολύ ενδιαφέρον, αφορά όχι μονάχα τους Ιουδαίους, αυτή η υπόσχεση για τη σωτηρία, αλλά αφορά και τους εθνικούς. Για αυτό ο Παύλος ως παράδειγμα στη Γαλάδα δεν χρησιμοποιεί τον Μωυσή για παράδειγμα ή κάποιον άλλο χαρακτηριστικό Ιουδαϊκό θα λέγαμε, μια χαρακτηστική Ιουδαϊκή μορφή. Αλλά χρησιμοποιεί τον Αβραάμ, ο οποίος Αβραάμ για τον Παύλο είναι ο άνθρωπος της πίστης. Ένας άνθρωπος της πίστης ο οποίος δεν ήταν εξ αρχής Ιουδαίος. Είναι από τους προπάτερες του Ισραήλ, είναι ένας άνθρωπος που προέρχεται από μία άλλη περιοχή, είναι όμως ο άνθρωπος αυτός που το οποίο επιλέγει ο Θεός για να αναδείξει μέσα από αυτόν το λαό του Ισραήλ. Επομένως για τον Παύλο είναι ένα πάρα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Βλέπουμε και σε άλλα σημεία της Παλαιόκαινης Διαθήκης να γίνει συζήτηση για τον Αβραάμ και ο Ιησούς να επικρίνει τους Ιουδαίους οι οποίοι λένε ότι είναι τα παιδιά του Αβραάμ και να λέει ότι ο Θεός μπορεί και από αυτές τις πέτρες να βγάλει παιδιά του Αβραάμ και ο Παύλος θα πει, συνεχίζοντας τη σκέψη, ότι αυτό που σε καθιστά ουσιαστικά και απόγωνο δηλαδή του Αβραάμ δεν είναι η φυσική σου καταγωγή αν είσαι Ιουδαίος ή όχι αλλά αν είσαι άνθρωπος της πίστης ή όχι. Κατά πόσο δηλαδή αποδέχεσαι αυτήν την επαγγελία, την υπόσχεση για την σωτηρία η οποία δόθηκε στον Αβραάμ και στους υπόλοιπους πατέρες του Ισραήλ και επομένως την κάνεις δική σου. Άρα ο Παύλος καταλήγει και εδώ είναι η άλλη σκέψη που κάνει για να μπορέσει μέσα στην επαγγελία και στη σωτηρία να εντάξει και τους Ιουδαίους και τους εθνικούς. Η επαγγελία αφορά και τους δύο. Είπαμε στην αρχή, η αποτυχία αφορά και τους δύο διότι και οι εθνικοί και οι Ιουδαίοι δεν κατόρθουσαν να εκπληρώσουν το νόμο αλλά και η υπόσχεση για σωτηρία αφορά και τους δύο. Αφορά και τους Ιουδαίους, γιατί ο νόμος είναι παιδαγωγός και ουσιαστικά λέω ο Παύλος Κοπώ είχε να προετοιμάσει τους Ιουδαίους να φτάσουν σε αυτό το σημείο της έλευσης του Ιησού, αλλά οι επαγγελίες που δόθηκαν στο Νοβραάμ και στους άλλους πατέρες, κυρίως από στο Νοβραάμ, είναι επαγγελίες οι οποίες αφορούν τους εθνικούς. Καταλαβαίνετε λοιπόν με ποιον τρόπο ο Παύλος κατορθώνει αυτή την καθολικότητα. Από μια μεριά της ευθύνης, ανθρώπινης ευθύνης και ανοχής και από την άλλη μεριά της δυνατότητας απελευθέρωσης και απενοχοποίησης, αν θέλετε, και λύτρωσης. Και ο Παύλος είναι σαφής ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές εποχές. Υπάρχει η εποχή του νόμου, η οποία πλέον παρήλθε και υπάρχει και η εποχή του Χριστού, η οποία είναι η νέα κατάσταση στην οποία και ο ίδιος επαγγέλεται πολύ χαρακτηριστικά με το θέμα ασχολείται στη Β' κοριθείως επιστολή, στο τρίτο κεφάλαιο, στους στίχους 1-18. Για λόγους συντομίες θα διαβάσω μόνο την μετάφραση. Λέει λοιπόν ο Παύλος, έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον, στην αρχή στο πρώτο μέρος στους στίχους 1-3 μιλάει για τους κοριθείους και λέει ότι εσείς είστε οι συστατικές μου επιστολές, εσείς είστε το καμάρι μου, εσείς είστε αυτό που έχω και μπροστά στο Θεό. Και λέει είναι φανερό πως εσείς είστε συστατική επιστολή γραμμένη από τον Χριστό με τη δική μας φροντίδα. Αυτή δεν γράφτηκε με Μελάνη αλλά με το Πνεύμα του αληθινού Θεού, δεν γράφτηκε πάνω σε πέτερνες πλάκες αλλά σε πλάκες ανθρώπινες της καρδιάς. Εδώ αυτό υπάρχει ένα συμπεριγμός στην αντίστοιχη παλαιοδιαθηκική ιδέα για την Διαθήκη όχι πάνω στις πλάκες του νόμου πλέον όπως στον Ιερεμία αλλά πάνω στις καρδιές των ανθρώπων λέει θα κάνουμε μια καινούργια Διαθήκη ο Θεός στον Ιερεμία, που όμως θα είναι πολύ διαφορετική Διαθήκη, δεν είχα κάνει με τον νόμο αλλά θα είναι μια Διαθήκη με θεωρία της καρδιάς των ανθρώπων. Και συνεχίζει ο Παύλος με αφορμή αυτό και λέει την βεβαιότητα αυτή μας την έδωσε ο Θεός μέσω του Χριστού δηλαδή εμείς δεν είμαστε από μόνοι μας ικάνοι να θεωρήσουμε ότι κάτι προέρχεται από εμάς τους ίδιους αλλά η ικανότητά μας προέρχεται από τον Θεό. Αυτός μας αξίουσε να υπηρετήσουμε τη Νέα Διαθήκη όχι το γράμμα του νόμου αλλά το Πνεύμα του Θεού. Βλέπετε τη διάκριση, η Διαθήκη καινούρια δεν έχει να κάνει με το γράμμα του νόμου έχει να κάνει με το Πνεύμα του Θεού γιατί το γράμμα του νόμου οδηγεί στο θάνατο ενώ το Πνεύμα δίνει ζωή. Η Διαθήκη του Μωυσή και εδώ αρχίζει να κάνει τη σύγκριση ανάμεσα στις δυο Διαθήκες που τα χαραγμένη σε λίθινες πλάκες και οδηγούσε στο θάνατο εγγενιάστηκε με λαμπρότητα. Οι Ισραλίτες δεν μπορούσαν να τον ατενήσουν εξαιτίας της λαμπρότητας του προσώπου του Μωυσή αν και η λαμπρότητα εκείνη ήταν πρόσκαιρη. Η Διαθήκη του Πνεύματος δεν πρέπει να παρουσιάζεται με μεγαλύτερη λαμπρότητα στο έργο του διακόνου της. Γιατί αν το έργο της Διαθήκης που οδηγούσε στην καταδίκη το συνόδευε λαμπρότητα πολύ περισσότερη ήταν η λαμπρότητα του έργου που οδηγεί στη σωτηρία. Και συνεχίζει για να μην διαβάσω όλο το κείμενο στο στίχο 13, δεν κάνουμε όπως ο Μωυσής που έβαζε κάλυμα στο πρόσωπο κατά μια παράδοση για να μην τον αντικρίσουν οι Ισραλίτες, να μην αντικρίσουν μάλλον οι Ισραλίτες μια λαμπρότητα που έβμενε να σβήσει, γιατί πριν ότι επειδή αντίκρισε τον Θεό έχει αντανακλά αυτή τη λαμπρότητα. Το μυαλό τους όμως κοτίστηκε και μέχρι σήμερα υπάρχει το ίδιο κάλυμα. Το βάζουν όταν διαβάζουν την Παλαιά Διαθήκη και δεν αφαιρείται γιατί μόνο με τον Ιησού Χριστό καταργείται. Ακόμη μέχρι σήμερα όποτε διαβάζουν τα βιβλία του Μωυσή το κάλυμα αυτό υπάρχει στις σκέψεις. Εδώ ο Παύλος παίζει με μία πρακτική, κάνει ένα λόγο πέγνιο. Η Ιουδαϊκή πρακτική είναι ότι όταν διαβάζουν το νόμο οι Ιουδαίοι έχουν καλυμμένο για λόγου σεβασμού το κεφάλι τους και σε ανάγκη ακριβώς αυτού του περιστατικού που αναφέρει για το Μωυσή. Και παίζει με αυτό με το κάλυμα και λέει ότι εισαστικά έχουν το κάλυμα και το έχουν και το κάλυμα στη σκέψη τους και δεν μπορούν να δουν πραγματικά, γιατί ακριβώς μένουν στο γράμμα του νόμου. Όταν όμως επιστρέφει λέει κανείς στον Κύριο το κάλυμα αφαιρείται όπως συνέβαινε με το Μωυσή. Και η λέξη Κύριος εδώ λέει σημαίνει το πνεύμα και όπου υπάρχει το πνεύμα του Κυρίου εκεί υπάρχει και η ελευθερία. Όλοι εμείς λοιπόν χωρίς κάλυμα στο πρόσωπο κοιτάζουμε σαν σε καθρέφτη τη λαμπρότητα του Κυρίου και μεταμαρχωνόμαστε σε αυτή τη λαμπρή εικόνα του. Η ενέργεια του Κυρίου που είναι το πνεύμα βαδίζουμε από δόξη σε δόξα. Εδώ βλέπουμε σαφώς ότι υπάρχει μια διάκριση ανάμεσα στο γράμμα του νόμου και στους περιορισμούς που αυτό θέτει, το πεπερασμένο θα λέγαμε χαρακτήρα του νόμου εκ των πραγμάτων και από την άλλη μεριά στην ελευθερία του πνεύματος, στο κήρυγμα δηλαδή του Ευαγγελίου για το οποίο θα μιλήσουμε σε λίγο και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Άρα λοιπόν ο Παύλος κάνει μια σαφή διάκριση ανάμεσα στις δυο αυτές πραγματικότητες, σε αυτό που ονομάζει ράμα στην β' κοριθείους και πνεύμα, σε αυτό που ονομάζει δουλειά του Σινά στη Γαλάτα στο τεκάρτο κεφάλαιο και στην ελευθερία των παιδιών του Θεού και σε αυτό που μιλάει για το νόμο ως σύμμαχο της αμαρτίας στο Ρωμαίους 5 και ως την ελευθερία που προσφέρει η σωτηρία πάλι στην προσδομή ως επιστολία. Υπάρχει δηλαδή αυτή η διάκριση ανάμεσα στα δύο. Και ο Παύλος όπως είπα και πριν έχει ένα μεγάλο πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσει. Το πρόβλημά του είναι γιατί τελικά ο νόμος ενώ ήταν καλός, γιατί τελικά ενώ ο νόμος έρχεται από τον ίδιο το Θεό, γιατί τελικά ο νόμος παρόλο που είναι παιδαγωγός ακόμα και σε αυτή τη φάση δεν μπόρεσε να εκπληρώσει τον αρχικό του σκοπό. Αυτό είναι μεγάλο θέμα και είπαμε ότι μπαίνει μέσα στη συζήτηση που κάνει ο Παύλος για το ποιος χρωστάει σε ποιον και ποιος τελικά χαίρεται και θα λέγαμε κερδίζει περισσότερα από τη σωτηρία. Για τους εθνικούς ο Παύλος πολύ απλά λέει ότι είχατε το φυσικό νόμο ωστόσο πάρα πολλές φορές απομακρυθήκατε ακόμα και από αυτό το φυσικό νόμο, τον αγνοήσατε και το νόμο της συνείδησης και πράξετε πράγματα τα οποία σας απομάκρυνε και από το Θεό. Από την άλλη μεριά για τους Ιουδαίους πρέπει να συζητήσει ακριβώς το ίδιο θέμα και λέει συγκεκριμένα ότι ο νόμος ο ίδιος είναι παιδαγωγός, έχει ένα προσωρινό χαρακτήρα. Ο νόμος ήρθε αλλά ο νόμος δεν κατόρθωσε τελικά να εκπληρώσει το στόχο για τον οποίο δόθηκε όχι γιατί ο ίδιος ήταν κακός, όχι γιατί ο ίδιος είχε θα λέγαμε ελλήματα ή ήταν προβληματικός αλλά γιατί αυτοί που τον παρέλαβαν και αυτοί που προσπάθησαν να τον τηρήσουν ήταν οι ίδιοι θα λέγαμε αυτοί που είχαν το πρόβλημα. Γιατί ακριβώς ο ανθρώπινος εγωισμός κατά τον Παύλο είναι αυτός που ουσιαστικά οδήγησε τους ανθρώπους να διαστρεβλώσουν αυτόν τον νόμο. Δηλαδή αυτό που λέει ο Παύλος είναι ότι ουσιαστικά οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν τον νόμο για την αυτοδικαίωσή τους. Για να μπορέσουν οι ίδιοι να φανούν στα μάτια και του εαυτού τους και των υπόλοιπων ανθρώπων ότι ήταν δίκαιοι. Με αυτόν τον τρόπο ο Παύλος ουσιαστικά δεν ακυρώνει την ουσία του νόμου. Δεν λέει δηλαδή ότι ο νόμος είναι από μόνος του και καθαυτός κάτι το αποτυχημένο. Αλλά αποτυχημένοι είναι αυτοί οι οποίοι προσπάθησαν να τον τηρήσουν. Γιατί εκείνοι έβαλαν μπροστά τον εγωισμό τους, ερμήνευσαν και κατανοήσαν τον νόμο και τον εφάρμοζαν με έναν τρόπο που αντί ουσιαστικά να λειτουργεί ως σημάδι της Διαθήκης να είναι ένας τρόπος αυτοδικαίωσης. Με αυτόν τον τρόπο ο Παύλος ουσιαστικά δεν επικρίνει γενικά τον Ιουδαϊσμό. Και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, ιδιαίτερα στη συζήτηση που γίνεται ακόμα και σήμερα και ιδιαίτερα μετά το Ολοκαύτωμα στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο των Χριστιανικών Εκκλησιών με τον Ιουδαϊσμό. Όπου υπάρχει μια διάθεση ακριβώς να συζητήσουμε πράγματα και να κρεμίσουμε θα λέγαμε τύχη μεταξύ μας και να δημιουργήσουμε γέφυρες. Και είναι πάρα πολύ σημαντικό να έχουμε στο νου μας ότι ο Παύλος, γιατί πολλές φορές ο Παύλος αποτελεί ένα δύσκολο σημείο στις σχέσεις της Ιουδαϊχο-Χριστιανικές ότι ο Παύλος ουσιαστικά δεν καταργεί ούτε ακυρώνει τον νόμο ούτε τον θεωρεί κάτι κακό. Δεν είναι ο νόμος αυτός καθ' αυτός προβληματικός. Και οι άνθρωποι και η πτυπολατρική και ανελαστική τήρηση του νόμου ή θα λέγαμε εντελώς νομικίστηκε η κατανόησή του και έξω από τα πλαίσια της Διαθήκης και έξω από αυτό που λέει ο Σάντες ως έκφραση της Διαθήκης είναι αυτό που τελικά οδηγεί στο να χάσει ο νόμος την αρχική του αξία, να χάσει φυσικά την αξία του ως τους ανθρώπους που την τήρουν, όχι ως προς την ουσία του και γι' αυτό και να μην καταρθώσει τελικά να επιτύχει το στόχο του. Γι' αυτό λοιπόν, ο Παύλος λέει, ακριβώς επειδή υπάρχει αυτή η μονομερής αντιμετώπιση από τους ανθρώπους, η οποία ξεκινάει από μια φύλαυτη και εγωιστική ενότροπια και από μια πάση αυτοδικαίωσης, ακριβώς αυτή η μονομερή ανάδειξη του νόμου ως το μοναδικό και το κεντρικό σημείο της πίστης, κάτι που κάνουν οι σύγχρονοι του Ιουδαίοι και οι Ιουδαίζοντες τους ο οποίους έχει να αντιμετωπίσει στην Μποσγαλάτας Επιστολή, θεωρεί ότι ακριβώς τον αδικείτονται, γιατί δεν αναδεικνύει ποιο είναι το πραγματικό του περιεχόμενο και ποιος είναι ο πραγματικός του στόχος. Ο πραγματικός του στόχος για τον Παύλο δεν είναι να οδηγήσει τον άνθρωπος να αισθάνεται ο ίδιος δίκαιος, ούτε να τον περιχαρακώσει και να τον απομακρύνει από τους υπόλοιπους συνανθρώπους του, να δημιουργήσει κατηγορίες ανθρώπων ανώτερο και κατώτερο στα μάτια του Θεού, αλλά ο νόμος είναι εργαλείο διαπαιδαγώγησης, αυτό που λέει παιδονόμος, παιδαγωγός εις Χριστόν, με στόχο το Χριστό, για να αναδειχθεί η αμαρτία από τη μία μεριά και κυρίως για να οδηγήσει τους ανθρώπους στον Ιησού Χριστό. Δηλαδή ο νόμος έχει ημερομηνία λήξης, όπως είπαμε και πριν, που είναι η έλευση του Ιησού Χριστού, ο νόμος όμως έχει και τέλος και σκοπό ακριβώς τον Ιησού Χριστό. Είναι ο εντελώς κεντρική, θα λέγαμε, κατανόηση του νόμου για το μέρος του Παύλου. Και στον αντίποδα ακριβώς του νόμου ο Παύλος έρχεται να βάλει το Ευαγγέλιο. Αυτό που ονομάζεται το Ευαγγέλιο, το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού ή το Ευαγγέλιο του Θεού. Είναι μια πολύ χαρακτηριστική έκφραση μέσα στα κείμενα του Παύλου. Είναι κεντρική ιδέα στη σκέψη του Παύλου και έχει απασχολήσει πάρα πολύ την έρευνα ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενο. Όταν λέει δηλαδή ο Παύλος Ευαγγέλιον τι εννοεί. Σαφώς ο Παύλος το Ευαγγέλιο το συνδέει με το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Για αυτό δεν χωρά καμία αφιβολία. Ο Ιησούς Χριστός είναι ουσιαστικά εκείνος που αποκαλύπτει με το λόγο του αλλά και κυρίως με τα έργα του το πάθος και την ανάστασή του αυτό το Ευαγγέλιο. Και το Ευαγγέλιο ουσιαστικά είναι το έργο της σωτηρίας που προσφέρεται από τον Θεό δια του Ιησού Χριστού μέσα στην ιστορία. Επομένως έχει μια ιστορική διάσταση διότι εκδηλώνεται μέσα στην ιστορία. Θα δούμε όμως έχει και μια ισχατολογική διάσταση. Εκτείνει δηλαδή και μέχρι το τέλος του χρόνου αρχίζοντας από εδώ και τώρα. Γιατί ακριβώς είναι ένα γεγονός σωτηρίας. Είναι λοιπόν δύναμης το Ευαγγέλιο. Όσο παράδειξο και αν φαίνεται θα πει ο Παύλος στην Α' προς Κορυθείους, όσο και αν προκαλεί τους Ιουδαίους και θεωρούν το σταυρό του Χριστού σκάνδαλο, οι Έλληνες οι δολάτες θα ήτον θεωρούν ανοησία, είναι η δύναμης λέει και η σοφία του Θεού. Και η δύναμης και η σοφία του Θεού είναι ακριβώς αυτό το Ευαγγέλιο, αυτό το μήνυμα της σωτηρίας. Και είναι κυρίως και πρώτιστα και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό και εδώ βλέπουμε πάλι τη σύνδεση του Παύλου με την Παλαιά Διαθήκη, είναι η επαγγελία των προφητών. Δεν είναι δηλαδή κάτι αφαίρετο, δεν είναι κάτι εντελώς καινούργιο το οποίο εμφανίζεται από το πουθενά, αλλά το Ευαγγέλιο είναι αυτό το οποίο υποσχέθηκε ο Θεός στους πατέρες του Ισραήλ και είναι αυτό το οποίο προανήγγειλαν οι προφήτες και οι προανήγγειλαν οι προφήτες που προανήγγειλαν τη σωτηρία και αυτό ακριβώς είναι το περιεχόμενο του Ευαγγέλιο. Μια μεγάλη συζήτηση που έχει απασχολήσει ιδιαίτερα την έρευνα είναι ακριβώς από πού προέρχεται αυτός ο όρος Ευαγγέλιο. Γιατί αν δούμε στην Παλαιά Διαθήκη, είπαμε βέβαια ότι η σκέψη του Παύλου είναι παλαιοδιαθηκική, αλλά αν δούμε στην Παλαιά Διαθήκη ορός δεν υπάρχει. Τουλάχιστον ως ουσιαστικό υπάρχει ως ρήμα. Ευαγγελίζομαι, δηλαδή μεταφέρω ένα καλό νέο. Αλλά ως όρος θα λέγαμε τεχνικός και μάλιστα ως ένα ουσιαστικό με αυτή τη τεχνική σημασία δεν υπάρχει στην Παλαιά Διαθήκη. Λοιπόν είναι μεγάλη συζήτηση από πού αντιλήγει και ποιος τελικά είναι ο πρώτος ο οποίος σκέφτεται αυτόν τον όρο. Μια μεγάλη μερίδα ερευνητών πιστεύουν ότι ο Παύλος είναι αυτός ο οποίος πρώτος σκέφτεται αυτή την ιδέα και ότι μάλιστα όταν το βρίσκουμε και στο αρχαιότερο μας Ευαγγέλιο στο κατά Μάρκο, ο Μάρκος έχει υπόψη του ακριβώς τον Παύλο και γι' αυτό αναφέρει τον όρο. Βέβαια αυτό είναι δύσκολο σήμερα να το αποδείξουμε. Γεγονός είναι βέβαια ότι αυτό που έχουμε σήμερα στα χέρια μας, τα αρχαιότερα κείμενα που έχουμε είναι του Παύλου που για πρώτη φορά συναντούμε τον όρο Ευαγγέλιο. Βέβαια ο όρος προέρχεται από τον εθνικό κόσμο όπου Ευαγγέλιο καταρχάς σημαίνει οποιαδήποτε χαρμόσυνη είδηση και από εκεί και πέρα Ευαγγέλιο πιο ειδικά μπορεί να σημαίνει τη γέννηση ενός καινούργιου αυτοκράτορα, τη γέννηση ενός θεού που είναι ο Σωτήρας και την άνοδο στο θρόνο ενός καινούργιου αυτοκράτορα. Αυτά δέχει και μια πολιτική θα λέγα μικριά στα χρόνια της Καινής Διαθήκης και επιλέγεται ο όρος αυτός ακριβώς γιατί ο Παύλος και οι Χριστιανοί θέλουν να πούν ότι ο κατεξοχήν Σωτήρας και κύριος αυτού του κόσμου είναι ο Ιησούς Χριστός, αυτός που φέρνει ουσιαστικά τη Σωτηρία και την Ελευθερία. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο αυτό είναι Ευαγγέλιο, πέρα και ανώτερο από οποιαδήποτε άλλο Ευαγγέλιο. Και επομένως μπορούμε να πούμε ότι έτσι όπως γίνεται καπνωριτός και έτσι όπως περιγράψαμε το περιεχόμενο του όρου Ευαγγελίου, ουσιαστικά το Ευαγγέλιο είναι μια καθαρά χριστιανική ιδέα. Άλλο ότι βέβαια έχει από πίσω του ένα διαφορετικό θα λέγαμε υπόβαθρο, το οποίο ουσιαστικά βοηθάει τους αναγνώστες του Παύλου και των μεγάλων κειμένων της Κενιζεδίκης να κατανοήσουν από πού ο Παύλος και οι υπόλοιποι χριστιανοί συγγραφείς και διδάσκαλοι αντλούν αυτήν την ιδέα. Και όπως είπα και πριν, ο όρος είναι μεν καινούριος, αλλά το περιεχόμενό του ουσιαστικά προαναγγέρεται στις γραφές. Αυτό που είπαμε νωρίτερα και σε σχέση με το νόμο, ότι ο Αβραάμ είναι αυτός που δέχεται την επαγγελία για τη σωτηρία, είναι η υπόσχεση που δίνεται στον Αβραάμ. Το Ευαγγέλιο, λοιπόν, θα πει ο Παύλος, είναι ακριβώς αυτό που υποσχέθηκε ο Θεός στους ανθρώπους, δηλαδή τη σωτηρία. Και αυτό βαίνεται πάρα πολύ χαρακτηριστικά στην προσδομή ως επιστολή. Στο τρίτο κεφάλαιο, στους τύπους 21-26, μιλήσαμε ήδη και νωρίτερα λίγο για αυτό το κεφάλαιο, όπου ο Παύλος, μιλώντας πάλι για το Ευαγγέλιο και τον νόμο, είναι τα κεφάλαια στα οποία ο Παύλος ιδιαίτερα ασχολείται με το θέμα της αμαρτίας και το θέμα της σωτηρίας και τον νόμο, και λέει τώρα όμως έγινε αυτό που είχαν προαγγείλει ο νόμος, αυτό που είπαμε και πριν, ότι ο ίδιος ο νόμος οδηγεί και προαγγέλει τον Ιησού Χριστό και οι προφήτες. Αποκαλύφθηκε στον κόσμο η σωτήρια επέμβαση του Θεού χωρίς τη μεσολάβηση του νόμου. Η σωτήρια αυτή επέμβαση του Θεού απευθύνεται διαμέσως της πίστεως του Ιησού Χριστού σε όλους τους ανθρώπους. Και ο Θεός σώζει όλους όσοι πιστεύουν χωρίς να κάνει διάκριση Ιουδαίων και εθνικών. Γιατί όλοι έχουν αμαρτήσει αυτό που είχαμε πει πριν και όλοι βρίσκονται μακριά από τη δόξα του Θεού. Ο Θεός όμως τους δικαιώνει χωρίς αντάλλαγμα με τη χάρη του. Γι' αυτό έστειλε τον Ιησού Χριστό να μας ελευθερώσει από την αμαρτία, αυτό ακριβώς είναι το περιεχόμενο του Ευαγγελίου. Ο Θεός τον όρισε να γίνει με το σταυρικό του θάνατο ο εξηλασμός των αμαρτιών δια της πίστεως δείχνοντας την αγάπη του και συγχωρώντας τις αμαρτίες που έγινε. Στο παρελθόν εξαιτίας ανεκτικότητάς του. Έτσι ο Θεός φανερώνει την αγάπη του στον έσχατο αυτό καιρό και δείχνει καθαρά ότι είναι και δίκαιος και δικαιώνει όποιον πιστεύει στον Ιησού. Εδώ βλέπουμε τρία βασικά πράγματα. Ας δούμε τι είναι αυτό το Ευαγγέλιο, τι είναι αυτό το οποίο προανήγγειλαν οι πατέρες ο νόμος και οι προφήτες. Τι σημαίνει που δεν είναι τίποτα άλλο ακριβώς το ότι ο Θεός όρισε μέσα από το σταυρικό θάνατο του Ιησού Χριστού τον εξηλασμό των αμαρτιών. Όλη αυτή η συμπεριφορά που οδήγησε τους ανθρώπους μακριά από τον Θεό συγχωρώντας τους και φένοντας τους ξανά κοντά του και δικαιώνοντας, δηλαδή σώζοντας τους ανθρώπους. Το δεύτερο είναι ακριβώς ότι αυτό το οποίο λέμε Ευαγγέλιο είναι κάτι το οποίο προαναγγέλθηκε και είναι κάτι το οποίο το περίμενε η ανθρωπότητα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Και το τρίτο είναι αυτό που λέει ο Παύλος ότι αυτό είναι μία παραδεδομένη παράδοση. Αυτό το λέει πάρα πολλές φορές, σας παραδίδω το Ευαγγέλιο το οποίο μου παραδόθηκε. Δηλαδή ο Παύλος επανειλημένα λέει ότι αυτό που σας λέω είναι καταρχάς αυτό που προαναγγέλθηκε μέσα στις γραφές, αλλά είναι και αυτό το οποίο διδάχτηκα από τους αυτόπινες μάρτυρες, αυτούς που ζήσαν τα γεγονότα. Και με αυτόν τον τρόπο ο Παύλος ουσιαστικά δημιουργεί μία συνέχεια στη σκέψη και στην ιστορία την οποία την κατανοεί ως μία πορεία σωτηρίας. Και το ενδιαφέρον είναι ότι ακριβώς ο Παύλος ήδη στο στίχο που διάβασα 26 μιλάει για τον νυν καιρό, τον τωρινό καιρό, το οποίο ο Παύλος τον κατανοεί αισχατολογικά. Είπαμε και στο προηγούμενο μάθημα μιλώντας για την αισχατολογική σκέψη του Παύλου ότι ο Παύλος κατανοεί ότι τα έσχατα έχουν ήδη εισέλθει μέσα στον κόσμο. Και απόδειξε ακριβώς ότι έχουν εισέλθει τα έσχατα, είναι ακριβώς αυτό που λέει εδώ ότι η σωτηρία έχει ήδη έρθει. Και η σωτηρία πραγματώνεται και αυτό είναι ακριβώς το Ευαγγέλιο. Το Ευαγγέλιο δηλαδή έχει και μία θα λέγαμε αισχατολογική προαπτική με την έννοια ότι έρχεται στον κόσμο και εισβάλλει με αυτόν τον τρόπο το θείο, ο θεϊκός κόσμος μέσα στον ανθρώπινο και από εκεί και πέρα η ιστορία πορεύεται σε μια ολοκλήρωση και σε ένα τέρμα το οποίο δεν θα είναι τίποτε άλλο παρουσιαστικά η απόκατάσταση, η πλήρης αποκατάσταση των σχέσεων του Θεού με τον άνθρωπο. Και η σωτηρία. Και εδώ ο Παύλος καταλαβαίνει ότι έχει μια φοβερή δυναμική στη σκέψη του, μια δυναμική την οποία θα πρέπει να τη δούμε από μια μεριά στις θεολογικές, όπως είπα, προϋποθέσεις του Παύλου, που είναι η Παλαιά Διαθήκη, από την άλλη μεριά και στην ειδική εμπειρία του. Δηλαδή δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Παύλος και αναφέρεται πολλές φορές και υπενίσεται πολλές φορές αυτό το γεγονός, δηλαδή της Δαμασκού, της συνάντησης του με τον Ιησού στον δρόμο για τη Δαμασκρό, το οποίο πρέπει να είχε συγκλονιστική σημασία. Ήταν σαφώς καθοριστική στιγμή γιατί ακριβώς άλλαξε τον τρόπο ζωής του και άλλαξε τον τρόπο σκέψης του. Και αυτό ο Παύλος το κατανοεί ότι είναι δείγμα ακριβώς αυτού του Ευαγγελίου και αυτής της σωτηρίας. Κατανοεί δηλαδή ότι από και πέρα δεν του μένει τίποτε άλλο παρά σε αυτή τη ζωή ακριβώς να κηρύττει το Ευαγγέλιο. Και έτσι λοιπόν βλέπουμε κλείνοντας αυτήν την πολύ σύντομη, θα λέγαμε, ξενάγηση στη σκέψη του Παύλου στα προηγούμενα μαθήματα, κλείνουμε εδώ με αυτό το θα λέγαμε ιδιαίτερα ελπιδοφόρο, ιδιαίτερα αισιόδοξο μήνυμα του Παύλου για τη σωτηρία που είναι το περιεχόμενο του Ευαγγελίου, η οποία ορίστηκε και την υποσχέθηκε ο Θεός ήδη από την αρχή του κόσμου, την έδωσε στους Ιουδαίους, την προετύπωσε μέσα ακόμα και από το φυσικό νόμο και έρχεται λοιπόν τώρα να τη χαρίσει πλουσιοπάροχα σε όλους τους ανθρώπους.