: Παρακολουθήθηκε το 2001, όταν το 2001 το Πανεπιστήμιο Κρήτης ανέλαβε την οργάνωση της βιβλιοθήκης του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ανδριαν Πόλεως. Ανάμεσα στα βιβλία που καταγράφηκαν, υπήρχε και ένα σύμμικτος δερματόδετος τόμος, ο οποίος διέσουζε μια θησάβριστη ως τότε έμετρη ιστορική αφήγηση, γραμμένη από τον Ζακινθινό Λόγιο Θεόδωρο Μοντσελέζε και τυπωμένη στη Βενετία από το τυπογραφείο των Ιουλιανών στα 1657. Το ανακαλυφθένα έντυπο τυπλοφορείται «Ανδραγαθία του Λαζάρου Μιτσινίου» και πραγματεύεται κυρίως στην αυμαχία των Δαρτανελίων της 26ης Ιουνίου 1656 και άλλα ιστορικά γεγονότα σχετικά με τις ναυτικές επιχειρήσεις του βενετικού στόλου ενάντια στις τουρκικές ναυαρχίδες στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή του Αιγαίου κατά τη διάρκεια του Κρητικού πολέμου. Ο αφηγητής παρακολουθεί στενά και περιγράφει τα κατορθώματα του Βενετού ναυάρκου Λαζάρου Μοτσενίγκο και των συμπολεμιστών του αλλά και την υποδοχή τους όστρια αμβευτών στην ιδιαίτερη πατρίδα τους. Πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα παρουσιάζονται μέσα από γλαφυρές περιγραφές ναυμαχιών σε 1.044 συαμβικούς 15 σύλλαβους τείχους, ενώ ταυτόχρονα στο κείμενο συνηπάρχουν εκτενοί στρήνοι προσωποποιημένων πόλεων και άλλα λογοτεχνικά μοτίβα. Σε γενικές γραμμές το έντυπο παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των λαϊκών φυλάδων, τα οποία συναντάμε στις περισσότερες από τις εκδόσεις του ειδικευμένου σε εκτυπώσης ελληνικών βιβλίων πιαστηρίου των Ιουλιανών. Το έντυπο αυτό με είχε απασχολήσει για πρώτη φορά κατά την εκπόνηση της διπλωματικής εργασίας του μεταπτυχιακού μου, όπου έγινε μια προσπάθεια κριτικής αποκατάστασης του κειμένου, η οποία όμως χρειάζεται ακόμη αρκετή δουλειά προτού δει το φως της δημοσιότητας. Τον συγγραφέα Θεόδωρο Μοντσελέζε τον γνωρίζαμε ως τώρα από ένα και μόνο έργο, το αίμετρο θεατρικό Ευγένα, βασισμένο στο λεγόμενο παραμύθι της Κουτσοχέρας, το οποίο ανακάλυψε στα 1960 και εξέδωσε για πρώτη φορά λίγο αργότερα ο Μάριο Βίτη. Χρονολογικά η Ευγένα προηγείται των αντραγαθειών κατά 11 χρόνια. Αυτή τη φορά τον απασχολεί ένα διαφορετικό θεματικό πεδίο και παρόλες τις ομοιότητες ανάμεσα στα δύο κείμενα, στοιχουργικά, υφολογικά, γλωσσικά αλλά και όσον αφορά στη γενική εικόνα της έκδοσης, καταπιάνεται με ένα εντελώς διαφορετικό λογοτεχνικό είδος, αυτό της ιστορικής αφήγησης. Ο Μάριο Βίτη υποστήριξε τότε την ζακινθεινή καταγωγή του Μοντσελέζε βασιζόμενος κυρίως σε ενδοκιμενικά στοιχεία της Ευγένας. Αργότερα ακολούθησαν και άλλες μελέτες για το πρόσωπο του συγγραφέα, στις οποίες συναντάμε κάποιες βάσιμες υποθέσεις για τη βιογραφία του. Μία από αυτές τον ταυτίζει με τον Τοντέρο των βενετικών εγγράφων, ο οποίος υπήρξε αξιωματικός του βενετικού στρατού και κάποτε καπιτάνο της ζακινθου, δηλαδή επικεφαλής των πεζικών δυνάμεων στο νησί. Χρονολογικά, ο Τοντέρος θα μπορούσε να είναι ο συγγραφέας της Ευγένας, επομένως και των ανδραγαθειών. Η ανακάλυψη του εντύπου έρχεται σήμερα να δώσει φως τις υπάρχουσες μελέτες για τον Μοντσελέζε. Ο συγγραφέας εδώ δηλώνει ξεκάθαρα τη Ζακινθου ως τόπο καταγωγής του, ήδη από τη σελίδα τίτλου, όπου αναφέρεται «Πηθίσα υπό του κυρού Θεοδώρου Μοντσελέζε, λεγόμενος λούστρος Τζακίνθιος». Ενώ και στους τελευταίους τείχους του έργου, κατά την αυτοπαρουσίαση του ποιητή, δίνονται περιτέρο πληροφορίες. «Είναι και μέσα στη Ζακινθο κάτεχε γεννημένος, αμή είναι ο πατέρας του οχτωσάλο βγαλμένος». Με το παρονίμιο λούστρος Τζακίνθιος μας υποδεικνύει και την κοινωνική του τάξη. Παρουσιάζεται ως επιφανής από τη Ζακινθο, οι λούστρες τα ιταλικά, και παρόλο που ο χαρακτηρισμός μπορεί να εμπεριέχει κάποια στοιχεία υπερβολής, αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο συγγραφέας ανήκε μάλλον στην αστική τάξη. Μας δίνεται επιπλέον ένα νέο σημαντικό στοιχείο, ως άλλος ως τόπος καταγωγής του πατέρα του. Πρόκειται για μια περιοχή της Βόρειας Ιταλίας, από όπου η Βενετία στρατολογούσε άνδρες και τους έστελνε στην Ανατολή. Καταλήγουμε λοιπόν στην υπόθεση ότι ο πατέρας του ποιητή κάποια στιγμή έφτασε στη Ζακινθο, όπου εγκαταστάθηκε αφού ίσως νυμφεύτηκε της Ζακινθηνής καταγωγής μητέρα του. Εξηγείται το Ιταλίζον επώνυμο, αλλά και το γεγονός ότι η οικογένεια δεν μαρτυρείται στη Ζακινθο παλαιότερα από τον ποιητή. Πέρα από τα νέα στοιχεία της βιογραφίας του Μοντσελέζε, έχει ιδιαίτερη σημασία η ανακάλυψη αυτού του παλιού βενετικού εντύπου. Αφενός βιβλιογραφική, αφού διασώζει ένα ακόμη ανθισάβριστο κείμενο της νεοελληνικής γραμματείας του 17ου αιώνα, και αφετέρου ιστορική, καθώς το ίδιο το κείμενο αποτελεί κατά κάποιον τρόπο μαρτυρία μιας σημαντικής ιστορικής συγκυρίας. Η σημασία του κειμένου έγκειται σε ένα ακόμη παράγοντα που αφορά στη γλώσσα του. Είναι γραμμένο στη δημόδια ελληνική της εποχής, με αρκετές προσμήξεις ετερογενών στοιχείων, κριτικής διαλέκτου, λόγιων στοιχείων, ιταλικών αλλά και τουρκικών δανείων, όμως δεν λείπουν και τα στοιχεία της επτανασιακής διαλέκτου, δίνοντας έτσι και ένα στίγμα της καταγωγής του συγγραφέα του. Δεν είναι βέβαια σε θέση να καθορίσουν το χαρακτήρα του έργου ως απόλυτα διαλεκτικού, όμως μια εμβριθής μελέτη τους ενδεχομένως θα μπορούσε να εμπλουτίσει τις γνώσεις μας σχετικά με το επτανασιακό ιδίωμα για το οποίο δεν υπάρχουν ακόμη ακριβείς περιγραφές. Αντικείμενο της σημερινής μελέτης αποτελεί η εξέταση των αφηγούμενων γεγονότων ως προς την ιστορική πραγματικότητα. Πηγή για την διασταύρωση και τεκμηριωσή τους αποτέλεσαν οι λεγόμενες μεγάλες αφηγήσεις των Ιταλών ή κατά 20 περίπου έτη με τα γενέστερες από το έργο. Άλλες πηγές που όμως χρήζουν περιτέρω διερεύνησης θα ήταν το αρχιακό υλικό που βρίσκεται στο αρχείο του κράτους της Βενετίας και αλλού. Επιστολές, υπομνήματα, ενημερωτικά ήδη, σειογραφικά φυλάδια που περιέγραφαν τα τεκτενόμενα στο πολεμικό μέτωπο, αλλά και η λογοτεχνία. Οι σύγχρονες του ιταλικές και ελληνικές ιστορικές αφηγήσεις και μη που αφορούν στα ίδια περιστατικά. Ο κριτικός πόλεμος παράγει λογοτεχνία και σε αυτή τη χωρία των έργων συναντάμε και τοπικά γεγονότα. Έτσι, για τα κατορθώματα του Λαζάρου Μοτσενίου και των συμπολεμιστών του υπάρχουν αρκετά σονέτα και έμετρες αφηγήσεις στην ιταλική γλώσσα. Η ελληνόγλωση γραμματεία με θέμα τον κριτικό πόλεμο περιλαμβάνει κάποια κριτικά δημοτικά τραγούδια και εννέα καταγεγραμμένα έως σήμερα έμετρα έργα. Αναφέρω ενδεικτικά τους κριτικούς Μαρίνο Τζάνε Μπουνιαλί και Αθανάσιο Πικρό και τον κεφαλονίτη Άνθιμο Διακρούσι. Περιοριζόμαστε εδώ προς το παρόν στην καταγραφή και τεκμηρίωση των αμυγός ιστορικών γεγονότων μέσα από τα τρία ιστορικά συγγράμματα της εποχής τα οποία εξέφραζαν και την επίσημη άποψη της Βενετίας. Τις ιστορίες του κριτικού πολέμου των Μπρουζόνι και Βαλλέρω και την ιστορία της Βενετίας του Νάνε. Τα ιστορικά γεγονότα έχουν ως εξής. Στις 26 Ιουνίου του 1656, στην είσοδο του Ελείσποντου, ο βενετομαλτέζικος τόλος 67 πλοίων υπό τον Γενεράλε Λορένζο Μαρτσέλλο, συγκρούεται με τον Οθωμανικό τόλο 108 πλοίων του Κενάν Πασά. Το αποτέλεσμα είναι μία από τις σημαντικότερες σωστότε νίκες των Βενετών στο Αιγαίο. Καταγράφεται η καταστροφή και εχμαλωσία των Οθωμανικών πλοίων και η απελευθέρωση 5.000 χριστιανών σκλάβων, όμως και ο θάνατος του Λορένζο Μαρτσέλλο. Οι Βενετοί, με την νικητήρια ορμή του Θριάμπου που προηγήθηκε, ανακτούν την Τένεδο στις 8 Ιουλίου και την Λήμνο στις 20 Αυγούστου του ίδιου έτους, μεταφέροντας έτσι το κέντρο των επιχειρήσεων πιο κοντά στην Κωνσταντινούπολη και καταφέρνοντας αποτελεσματικά τον αποκλεισμό του ανεφοδιασμού της Κρήτης από τους Τούρκους. Τον επόμενο χρόνο, 1657, ο νέος βεζίρης Κοπουρλού Μεχμέτ Πασά προσπαθεί να αναζωπηρώσει τον πόλεμο. Ο στόλος του συνδυναμώνεται από τον Αιγύπτιο το Παλ Μεχμέτ και το Μάρτιο καταφέρνουν να σπάσουν τον αποκλεισμό στα Στενά και πλέουν προς την Τένεδο. Δεν καταφέρνουν όμως να επιτεθούν στο νησί καθώς η βενετική περιφρούρηση είναι αρκετά ισχυρή. Το Μάιο του 1657 οι Βενετοί καταφέρνουν νέες νίκες υπό τον Γενεράλε πια Λάζαρο Μοτσενίγκο στις 3 Μαΐου στη Χίο και στις 18 Μαΐου στο Σουατζικ το οποίο και καταλαμβάνουν. Ο Μοτσενίγκο τότε πλέει ξανά προς τα Δαρδανέλια και συγκρούεται με τον Οθωμανικό στόλος της 17 Ιουλίου. Οι Οθωμανοί καταφέρνουν να βγουν από τα Στενά και η ναυμαχία λύγει με την ανατύναξη της βενετικής ναυαρχίδας και τον θάνατο του Μοτσενίγκο. Τα συμμαχικά στρατεύματα αποχωρούν, οι Οθωμανοί πετυχαίνουν την άρση του αποκλεισμού της Κρήτης ενώ ανακαταλαμβάνουν και της Λήμνο και Τένεδο. Η αφήγηση τώρα του Μοντσελέζε εκτείνεται σε χρονικό πλαίσιο ενός έτους. Από την αυμαχία των Δαρδανελιών τον Ιούνιο του 56 έως την κατάληψη του Σουατζίκ το Μάιο του 57. Δεν περιγράφεται η επιστροφή του Μοτσενίγκο στα Δαρδανέλια και ο θάνατός του αφού όταν γράφεται και προφανώς όταν δημοσιεύεται το έργο ο Μοτσενίγκο είναι ακόμη ζωντανός, πράγμα που γίνεται φανερό σε όλη την έκταση του ποιήματος αλλά κυρίως από τον επίλογό του όπου ο συγγραφέας του εύχεται νέες δόξεις. Η αφήγηση δομίται σε τέσσερις κυρίως ενότητες. Στην πρώτη περιγράφεται η σύγκρουση στα Δαρδανέλια. Η δεύτερη ενότητα αφορά στο ταξίδι του Μοτσενίγκου στη Βενετία με σκοπό να ανακοινώσει τη νίκη, μια ενδιάμεση στάση στη Ζάκινθο, την θριαμβευτική του υποδοχή, την εκλογή του ως Γενεράλε και τους εορτασμούς της νίκης από τους κατοίκους της Βενετίας. Στην τρίτη ενότητα ο Μοτσενίγκο αφού έχει περάσει από την Κεφαλονιά και την Κρήτη, ξαναεπιχειρεί κερδοφόρα στοιχείο ενώ στην τέταρτη και τελευταία ενότητα περιγράφονται τα γεγονότα της 18ης Μαΐου στο Σουατζίκ. Τα ιστορικά και ιστορική φύση στοιχεία του κειμένου αξιολογήθηκαν για την αξιοπιστία και την εγκυρότητά τους με βάση τέσσερις κυρίως άξονες. Τα ίδια τα γεγονότα, η ακρίβεια, η πληρότητα και η χρονολογική σειρά στην οποία παρατήθενται, τις ημερομηνίες και χρονολογίες που δίνει ή δεν δίνει ο ποιητής, τα πρόσωπα του έργου και αν αυτά είναι υπαρκτά ιστορικά και τέλος τα αριθμητικά δεδομένα που αναφέρονται μέσα στην αφήγηση. Εξετάστηκαν επίσης παραλήψεις σημαντικών ιστορικών στοιχείων και περιφερειακών γεγονότων. Από τη συστηματική σύγκριση των παρουσιαζόμενων στην αφήγηση γεγονότων με εκείνα των ιστορικών συγγραμμάτων, παραθέτω εδώ κάποια γενικά συμπεράσματα. Όλα τα σημαντικά γεγονότα της αφήγησης ταυτίζονται στο γενικότερο πλαίσιο τους με τις αναφορές των ιστορικών. Οι ναυμαχίες και οι συγκρούσεις είναι πραγματικές και η αφήγηση ακολουθεί τη χρονική αλληλουχία με την οποία συνέβησαν τα γεγονότα. Σε όλες τις ενότητες του κειμένου αφηγείται με μεγάλη ακρίβεια τις κινήσεις του βενετικού στόλου αλλά και του οθωμανικού, τη διάταξη και τα είδη των πλοίων, τις στρατιωτικές τακτικές εκατέρωθεν και τις κυρικές συνθήκες που επικρατούν στην εκάστοτε θαλάσσια περιοχή. Ο ποιητής φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά και τα επιμέρους και μικρότερη σημασία ζητήματα στο πολεμικό μέτωπο όπως είναι μία συζήτηση ή ένα σεινιάλο. Με την ίδια έμφαση στις λεπτομέρειες εξακολουθεί η αφήγηση μέχρι το τέλος. Εξαιρετικά πολύ όμως εμένει στους πανηγυρισμούς που επικρατούν στη Βενετία όταν φτάνει ο Μοτσενίγκο και το πλήρωμά του για να ανακοινώσουν τη νίκη. Η αφήγηση ακολουθεί πιστά το πλοίο του Μοτσενίγκο. Είναι λοιπόν αναμενόμενο να μην αναφέρονται κάποια σημαντικά μέν γεγονότα που συμβαίνουν όμως περιφερειακά ή κατά την αποσία του ήρωά του. Έτσι αποσιωπάται για παράδειγμα το γεγονός ότι ο βενετικός στόλος καταλαμβάνει τη Λήμνο και την Τένεδο αφού ο Μοτσενίγκο έχει επιστρέψει πια στη Βενετία. Επιπλέον σε κανένα σημείο δεν αναφέρει τι συμβαίνει παράλληλα στην Κρήτη ή αγνοεί τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που επικρατούν στη Βενετία όταν ο Μοτσενίγκο δεν είναι παρόν. Υπάρχουν βέβαια και κάποιες παραλήψεις οι οποίες μάλλον είναι ενδεικτικές στη σκοπιά στο αφηγητή. Παραβλέπει ενδεχομένο σκόπιμα το παρασκήναιο της εκλογής του ηρωάτου ως generale, το γεγονός δηλαδή ότι υπήρξε διένεξη ανάμεσα στη Σύγκλητο και στο Μεγάλο Συμβούλιο για το αξιωμά του. Παραλήπει επίσης να αναφέρει ότι η τριήμερη πάνδημη συμμετοχή των Βενετών στους εορτασμούς γίνεται και ή μάλλον κυρίως για να τιμηθεί ο νεκρός Λορέντζο Μαρτσέλλο, του οποίου τη σωρό, όπως μαθαίνουμε από τα συγγράμματα, είχε αναλάβει να μεταφέρει στην πατρίδα ο Μοντσενίγκο. Οι αναφορές του συγγραφέας τον Μαρτσέλλο σταματούν στο πεδίο της μάχης. Για τον Μοντσελέζε το τιμόμενο πρόσωπο είναι ο Μοντσενίγκο. Έχει ενδιαφέρον σε αυτό το σημείο να επισημανθεί ότι ο Μοντσελέζε συμπεριλαμβάνει στην αφήγησή του και ένα ακόμη γεγονός το οποίο δεν υπάρχει στα ιστορικά συγγράμματα. Πρόκειται για μια στάση στην Κεφαλονιά με σκοπό τη στρατολόγηση επικυρηγμένων ανδρών και την τοποθέτησή τους στην Τένεδο λίγο αργότερα από την εκλογή και αναχώρησή του από τη Βενετία. Οι πληροφορίες παρόλα αυτά επιβεβαιώνονται από άλλη πηγή. Μια επιστολή η αναφορά που κάνει ο ίδιος ο Μοντσενίγκο με ημερομηνία 10 Αυγούς του 1656. Δεν αποκλείεται ο Μοντσελέζε να είχε γνώση αυτής της επιστολής καθώς μεταφέρει στην αφήγηση γλαφυρότατα περιστατικά από τις αντιδράσεις στο νησί. Όσον αφορά τώρα στις ημερομηνίες διεξαγωγής των συγκρούσεων, ξεκάθαρα αναφέρει μόνο μία, εκείνη της ναυμαχίας των Δαρδανελίων. Έχει ενδιαφέρον, που όμως το έχουμε συναντήσει και σε άλλα κείμενα της εποχής, ότι μας δίνει την ημέρα της εβδομάδας κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο αλλά την ημερομηνία με το Ιουλιανό. Στη συνέχεια της αφήγησης δεν δίνει άλλα ακριβή στοιχεία προς διορισμού του χρόνου και έτσι δεν μαθαίνουμε για παράδειγμα πότε κάνει στάση στη Ζάκινθο, πότε φτάνει στη Βενετία ούτε πότε ακριβώς ξαναφεύγει. Βέβαια πολλές από αυτές τις πληροφορίες δεν τις αγγλούμε πάντα με σαφήνια ούτε μέσα από τις ιστορίες των Βαλιέρω Μπρουζόνη και Νάνη παρά μόνο από άλλες αρχιακές συνήθως πηγές. Η μοναδική ημερομηνία που δίνει ο Μοντσελέζε ύστερα από εκείνη της ναυμαχίας των Δαρδανελίων είναι περιγραφική όμως και αληθινή. Όταν ο ήρωας φτάνει στη Χίο πληροφορούμαστε ότι είναι η μέρα του Αγίου Γεωργίου. Πράγματι η ιστορία μας λέει ότι ήταν 3 Μαΐου δηλαδή 23 Απριλίου με το Ιουλιανό ημερολόγιο του Μοντσελέζε. Και εδώ λοιπόν είναι ακριβής. Ένα άλλο σημείο που πρέπει να σταθούμε αφορά στα πρόσωπα της αφήγησης. Ο Μοντσελέζε αναφέρει αρκετά ονόματα Βενετών αξιωματούχων και ναυτών, αν και πολλές φορές περιορίζεται στο αξιωμά τους. Πρίντσιπες, Γενεράλες, Προβεδούρος. Από αυτά που καταγράφει όμως τεκμηριώνονται σχεδόν όλα, παρόλο που στα ιστορικά συγγράμματα κάποιες φορές φαίνεται να σχετίζονται με γεγονότα προγενέστερα ή μεταγενέστερα των περιστατικών στα οποία τα τοποθετεί ο Μοντσελέζε. Δίνει την εντύπωση πάντως ότι έχει πληρέστερη εικόνα των πληρωμάτων από την αναμενόμενη και ιδιαίτερα όσον αφορά στις δύο τελευταίες συγκρούσεις, της Χίου και του Σουατζικ. Όσον αφορά στους αντιπάλους, τα ονόματα τους αποσιωπώνται ολοκληρωτικά, πλην τριών εξαιρέσεων. Και πάλι όμως είναι μάλλον αδύνατη η ταύτιση των δύο από τους τρεις, καθώς ένα μονοπρόσωπο από αυτούς έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ οι άλλοι δύο είναι αλγερινοί εχμάλωτοι κατά τις επιχειρήσεις του Σουατζικ. Παραλήπινα αναφέρει ακόμα και το όνομα του Κενάν Πασά, ο οποίος διετέλεσε αρχηγός του Οθωμανικού στόλου κατά τη ναυμαχία των Δαρδανελιών. Περιορίζεται στην αναφορά των τίτλων τους, Σουλτάνο, Βεζίρι και Πασά, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις τους αποκαλεί απλώς Τούρκους ή Άπιστος. Τούρκους αποκαλεί και τους Βορειοαφρικανούς που συνδράμουν στις ναυμαχίες, ενώ στα πλοία τους αναφέρεται ως Μπαρμπαρέσικα. Αναφορικά με τα τοπονύμια όμως, φροντίζει να είναι πολύ ακριβής και δεν παραλείπει κάθε φορά να δηλώσει σε ποιο σημείο βρίσκεται ο στόλος. Επίσης, κατά τους πανηγυρισμούς της νίκης αναφέρονται διάφορες συνυκείες και περιοχές της Βενετίας με μεγάλη συνέπεια. Το μόνο που δεν μαθαίνουμε από το κείμενο είναι η συγκεκριμένη πόλη της Κρήτης, όπου κάνει μια πολύ σύντομη επιθεώρηση των στρατευμάτων. Η αφήγηση, παρότι κείμενο λογοτεχνικό, αναπόφευκτα αναφέρει αρκετά αριθμητικά στοιχεία που αφορούν στα πλοία που λαμβάνουν μέρος της επιχειρήσεις, στα κανόνια, στους νεκρούς, τους αιχμαλότους ή τα λάφυρα. Τα δεδομένα βέβαια της αφήγησης είναι πολύ περιορισμένα σε σχέση με αυτά που συναντάμε στα ιστορικά συγγράμματα, όμως λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του κειμένου, η πληροφόρησή μας είναι επαρκής και ενδεικτική στο σημείο που θέλουμε να αρκεστούμε στο λογοτεχνικό έργο. Από τη λεπτομερή αντιπαραβολή των αριθμών της αφήγησης με τους αντίστοιχους των συγγραμμάτων προκύπτει ταύτηση σε μεγάλο βαθμό. Σε αρκετά σημεία υπάρχουν ασυμφωνίες, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι συναντάμε μεγάλες αποκλήσεις από τα πραγματικά μεγέθη. Βεβαίως κάποιες από αυτές τις ασυμφωνίες σχετίζονται άμεσα με τη στιχουργία, καθώς τα νούμερα στρογγυλοποιούνται για χάρη του μέτρου. Για παράδειγμα τα 67 πλοία των Βενετών που επιχειρούν στα Δαρτανέλια στρογγυλοποιούνται σε 70, όταν γράφει «Ήτανε όλος ο αριθμός, άρμενα 70». Σε γενικές γραμμές πάντως θα λέγαμε ότι μας δίνει μια αξιόπιστη εικόνα. Ποιος είναι όμως ο ρόλος του ίδιου του ποιητή στα γεγονότα και γιατί επιλέγει να εξάρει στο κείμενό του τον συγκεκριμένο ήρωα και όχι για παράδειγμα τον Λορέντζο Μαρτσέλλο που σκοτώνεται πάνω στο καθήκον. Ανδιαμφισβήτητα ο Λάζαρος Μοτσενίγκο είναι μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του Κρητικού πολέμου και βέβαια ένας από τους πρωταγωνιστές της ναυμαχίας των Δαρτανελίων. Η ανδρία και το ήθος που έδειξε εκείνη τη χρονιά στάθηκαν οι αφορμοί για να φτάσει στο αποκορύφωμα της ναυτικής του καριέρας λαμβάνοντας από τη Γαλλινοτάτη το ανώτερο των αξιωμάτων. Ο Θεόδωρος Μοντσελέζε δεν θα μπορούσε να παραβλέψει αυτό το γεγονός όπως επίσης δεν ήταν σε θέση να προβλέψει τον τόσο σύντομο θάνατο του ήρωά του. Διαβάζοντας το κείμενο υποθέτει κανείς ότι ο συγγραφέας αποτέλεσε μέρος του πληρώματος του πλοίου του Μοντσενίγκο, γεγονός που θα του επέτρεπε πραγματικά να γνωρίζει εκ των έσωτα όσα διαδραματίστηκαν στο πεδίο της μάχης. Τα στοιχεία όμως δεν υπάρχουν για να επιβεβαιώσουμε αυτή την υπόθεση, παρόλο που σε αρκετά σημεία διαφαίνεται μια σχέση υποτέλειας και ιδιαίτερα στον επίλογο του έργου, όπου ο συγγραφέας αναφέρεται πολλά και στο Μοντσενίγκο ως αφέντη του. Το βέβαιο είναι ότι ο συγγραφέας πρέπει να καταγράψει τα γεγονότα όσο του είναι ακόμη πρόσφορα στη μνήμη του, όπως ο ίδιος δηλώνει. Λέει «Για να μην χάσω τα γράψα». Οι λεπτομερέστατες πληροφορίες του για την θριαμβευτική υποδοχή του Μοντσενίγκου και του πληρώματος του στηρίβανται οι σκιαβόνοι της Βενετίας, μας δίνουν την αίσθηση ότι και ο ίδιος βρισκόταν ανάμεσα στο πλήθος που ζητοκράβγαζε, ίσως όμως να είμαστε σε θέση να ισχυριστούμε ότι ο συγγραφέας ήταν μόνιμος κάτοικος της Βενετίας. Εδώ βέβαια μας ενδιαφέρει η περίσταση της σύνθεσης και δημοσίευσης των ονδραγαθειών. Θα περιοριστούμε λοιπόν στην υπόθεση ότι για κάποιο λόγο, εάν αυτός δεν ήταν πράγματι η συμμετοχή του στα στρατιωτικά πράγματα, βρέθηκε από τη Ζάκυνθο στη Βενετία για ένα σχετικά μεγάλο διάστημα ενώ η μάχη που αφηγείται ήταν σε εξέλιξη. Γράφει λοιπόν και δημοσιεύει το έργο του ενώ βρίσκεται ακόμα εκεί. Δεδομένου ότι για να φτάσει μια είδηση από το Αιγαίο στη Βενετία θα έπρεπε να μεσολαβήσει τουλάχιστον ένα διάστημα 15 ημερών, υποθέτουμε ότι πληροφορείται την νικηφόρα σύγκρουση της 18ης Μαΐου μέσα στον Ιούνιο του 1657, δηλαδή έναν περίπου μήνα πριν από τη δημοσίευση του έργου. Οδηγούμαστε επομένως στο συμπέρασμα ότι ο Μοντσελέζε συνέθεται σταδιακά την αφήγησή του ήδη από τον προηγούμενο χρόνο ή έστω αρκετούς μήνες πριν από τη δημοσίευσή της. Ενδεχομένως να κατέγραφε τα γεγονότα και τις εξελίξεις όταν τα νέα έφταναν γραπτά ή προφορικά στη Βενετία ή μετά από συζητήσεις με αυτοπτες μάρτυρες συνδεοντά στα εκτωνιστέρων. Όποια υπόθεση κι αν ευσταθεί η αφήγηση κινείται στο επίπεδο της προσωπικής μαρτυρίας. Ο ποιητής φαίνεται να γνωρίζει αρκετά και διαχειρίζεται τα ρεαλιστικά στοιχεία με τρόπο ώστε να επιτελέσει τον απότερο σκοπό του. Να αποδώσει δηλαδή όχι απαραίτητα με ιστορικούς αλλά με λογοτεχνικούς και θρησκευτικούς όρους τα κατορθώματα του ήρωά του. Και εδώ τίθεται το ερώτημα αν δεν μπορούσε το ίδιο το κείμενο να αντιμετωπιστεί ως ιστορική πηγή για τα γεγονότα που περιγράφονται. Η απάντηση είναι μάλλον ξεκάθαρη. Κάποιος που ενδιαφέρεται για τη μικρο ιστορική εξέταση των γεγονότων θα πρέπει να ανατρέξει στις επίσημες και αμυγώς ιστορικές πηγές. Η αφήγηση του Μοντσελέζε αγνοεί ή παραλείπει παράλληλα επεισόδια της ίδιας περίοδου αφού ο στόχος του είναι άλλος και η οπτική του δεν είναι ευρεία. Για την καταγραφή όμως μιας συγκεκριμένης μαρτυρίας, συλλογικών νοοτροπιών συγκεκριμένων ομάδων, της ψυχοσύνθεσης του ατόμου που γράφει ή του ατόμου που συμμετέχει στα γεγονότα τότε μπορεί κανείς να ανατρέξει και στις ανταγραφίες. Εφόσον όλα τα περιγραφόμενα γεγονότα είναι πραγματικά, ένας υποψιασμένος αναγνώστης που θα ήταν σε θέση να απομονώσει τα στερεότυπα, τους λογοτύπους, τα λογοτεχνικά μοτίβα και τα σχήματα, όπως επίσης και το πολύ σημαντικό στοιχείο της θρησκευτικής πίστης το οποίο είναι διάχυτο μέσα στο έργο και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη ροή αλλά και την ερμηνεία της αφήγησης, ενδεχομένως θα μπορούσε να διακρίνει μέσα στις λεπτομέρειες κάποια ιστορικά με την ευρύτερη έννοια του όρου, κοινωνικά και ανθρωπολογικά στοιχεία. |