"Ας διαβάσουμε επιτέλους στη γλώσσα μας την Αινειάδα του Βιργιλίου" /

: σε κάποιον φίλο πολύ επιθετικά, μάλιστα, ότι εμείς η Βιβλιοθήκη, δηλαδή, όταν ρίξει στον δρόμο της, θα κάνει μπυργήλιο ακόμα κανένας του κάθε άνθρωπος. Λοιπόν, ήταν πολύ παράπονο, και είμαστε κακαρόνοι γι' αυτό. Σε κάθε χώρα της Ευρώπης, η εννυάδα του κουλοφορεί σε βιβλία τσέπης, σε περισσότε...

Full description

Bibliographic Details
Language:el
Genre:Ακαδημαϊκές/Επιστημονικές εκδηλώσεις
Collection: /
Published: Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος 2020
Subjects:
Online Access:https://www.youtube.com/watch?v=AkyJsmowoTY&list=PLW3V1R3KCG4kPnCm6wzPfL2de57fb5vMf
Απομαγνητοφώνηση
: σε κάποιον φίλο πολύ επιθετικά, μάλιστα, ότι εμείς η Βιβλιοθήκη, δηλαδή, όταν ρίξει στον δρόμο της, θα κάνει μπυργήλιο ακόμα κανένας του κάθε άνθρωπος. Λοιπόν, ήταν πολύ παράπονο, και είμαστε κακαρόνοι γι' αυτό. Σε κάθε χώρα της Ευρώπης, η εννυάδα του κουλοφορεί σε βιβλία τσέπης, σε περισσότερες της νέας εκδόσεις, διαβάζει στα λεωφορία ή στα τρένα. Στην Ελλάδα αυτό δεν υπήρχε. Δεν μπορούσε κανείς να διαβάσει την εννυάδα σήμερα. Χάρη στην Ετάφαση του Ακαδημαϊκού, κ. Παπαγγελί, ο κ. Θάνο ο Μιλητής, μπορεί το ελληνικό κοινό να διαβάσει, επιτέλους, την εννυάδα στη γλώσσα του σε μια ζωντανή Ετάφαση. Η σημερινή εκδήλωση έχει ως εξής. Θα μιλήσει ο κ. Παπαγγελής και θα διαβάσει εγωσπάσματα ο κ. Λυγνάδης. Εάν και εφόσον υπάρχει διάθεση και συζήτηση, ο κ. Παπαγγελής είναι πρόθυμος και όταν ολοκληρωθεί η παρουσία και η ανάγνωση, μπορούμε να συζητήσουμε. Κ. Παπαγγελί, ευχαριστούμε πολύ και έχει εδώ λόγο. Θέλω να ευχαριστήσω πρώτα πρώτα τον κ. Στάυρο Ζουμπουλάκη, πρόεδρο της Εφορευτικής Επιτροπής της Ιωθήκης για την χαρά και την τιμή να βρίσκομαι απόψε εδώ μαζί σας, όπως και σας που είστε εδώ. Ο Ρωμαίος ποιητής Μεργίλιος αρχίζει να γράφει την εννιάδα του 29 χρόνια πριν από την συμβατική αρχή της χριστιανικής εποχής. Το 29 π.Χ. η Ρώμη έχει υποτάξει και τον τελευταίο κράτος που διέθεται δική του υφαλοκρυπίδα στη Μεσόγειο, δηλαδή του ελληνιστικού βασίλειου των τωδεμέων της Αιγύπτου. Η Μεσόγειος είναι ρωμαϊκή θάλασσα και ο ελλαδικός χώρος σημαντικά είναι ρωμαϊκή επαρχία. Η Ρώμη έχει ήδη αφηγηθεί στα παιδιά της το σαξές στόρι μιας πολύ μικρής πόλης του Λατίου που η κάτοική του ήταν ταπεινή και ευσεβής σωμάχη της θετικής πέθρου, αλλά υπέταξαν γενέα ή προσετερήστηκαν φιώς τους άμεσους γείτονές τους στην αρχή, άπλωσαν την ισχύ τους αργότερα στην Βιαλική Χερσόνησο και χασφάλισαν την κοινωνική ειρηνία ανάμεσα στους γεωκτήμονες πατρικίους και τους πληβίους των λαϊκών τάξεων και στη συνέχεια οι λεγεώνες τους επανέλαβαν, αλλά πολύ πιο συστηματικά, όπως το πράγμα της επέλασσης του Μακεδόνα, ουπς, δεν θα το υπάρχει πρόβλημα, Αλέξανδρο. Αν εκείνος έγινε αρχέντης της Ανατολής, οι Ρώμοι δεν ήθελαν να είναι τίποτε λιγότερο από πλανητάρχης. Και πράγματι ήταν πλανητάρχης σε μια οικουμένη, η οποία όταν δεν ήταν αναοφάριτη, είχε πάει καταπροτίμηση και πλειονότητα στο ελληνικό σχολείο. Πριν από την κατάκτηση του ελλαδικού χώρου, οι Ρώμοι έδωσε εισαγωγικές εξετάσεις στο μάθημα του ελληνικού πολιτισμού, ήδη επί ιταλικού εδάφους, στις ελληνικές πόλεις-απικίες της Κατωιτανίας. Όταν αργότερα αφαίρεσε εντελώς από τους αλληλοσπαρασσόμενους Έλληνες την ανεξαρτησία, που χαριστικά και με κάποιο τρόπο φίλε ελληνικά τους είχε δώσει και είχε ορίσει επίσημα ρωμαϊκές διοικήσεις, τότε βρέθηκε σε μια πολύ περίεργη θέση. Η πολιτικά έξουθενωμένη και παρικμασμένη Ελλάδα του μέσον του δευτέρου αιώνα π.Χ. και αργότερα, ήταν το πιο λαμπρό brand name από πολιτισμική άποψη. Λαμπρό επίζιο και κατά κάποιο τρόπο δυσπρόσωπο. Η κατακτημένη Ελλάδα κατάκτησε τον άγριο δυμάστη της και έφερε τον πολιτισμό στο αγρί κονάκιο, αυτό δεν το είπαν οι Έλληνες, το υπέροχο μέρος, ο ποιητής ο Ραντίριος. Οι σύγχρονοι Έλληνες έμοιαζαν μάλλον μικρομεσαίοι, αλλά πίσω τους οι Ρωμαίοι έβλεπαν η λεωφόρο της φύνης με τον Όμυρο, τον Σαπφόρ, τον Τίντερο, τον Εσκυρό, τον Πλάκωνα, τον Αριστοτέλη και όσους άλλους νεκιστάνες ανέβηξαν τα επόμενα ελληνιστικά χρόνια στη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, τις τέχνες, αλλά και τις θετικές επιστήμες. Έτσι, τα παιδιά της Ρώμης πρέπεικαν να παλινδρομούν ψυχαναγκαστικά μέσα σε ένα σύμβλεγμα πολιτικής ανωτερότητας και σε ένα σύμβλεγμα πολιτισμικής κατωτερότητας απέναντι στους Έλληνες. Και στη διαδικασία αυτής της παλινδρόμησης όρισαν με μεγαλύτερη σαφήνια τη δική τους ταυτότητα. Η Ελλάδα ήταν ταυτόχρονα το άλλο και το αυτό. Και το κατοπινό ελληνορωμαϊκό αμάλγαμα έπρεπε να σφυριλακείται μέσα στο δυναμικό πεδίο που όριζαν και οι δύο αυτή η πόλη. Μέρος αυτής της πολύπλοκης σχέσης ανάμεσα σε Ελλάδα και Ρώμη ήταν, βέβαια, η εργώδης προσπάθεια των Ρωμαίων να διαπορθουμέσουν τις ελληνικές μούσες σε ιταλικό έδαφος, να μεταφέρουν στον ρωμαϊκό στίβο το δέκαθλο του ελληνικού πνευματικού πολιτισμού. Πρόκειται ασφαλώς από μια άκουψη για μια άμυλα η οποία εμπλέκει ένα ποσοστό μύξεις. Αλλά το αποτέλεσμα μοιάζει περισσότερο μεριζική διασκευή παρά με δεύτερη μετάφραση. Κι ας πας έλεγαν οι παιδί μας δάσκαλοι στα δικά μας τα σχολεία ότι δεύτερος και καταυδρομένος ο Κικέρον είναι απλώς ψιωτής του δικουσταίνει ότι μια ολόκληρη σειρά από εξοχότητες των ρωμαϊκών γραμμάτων δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν θέση στην ιστορία παραμονάρχα ως φιλότιμοι σωσίες των ελληνικών originals. Κι ας μας έλεγαν οι παλιοί μας δάσκαλοι ότι ο Βεργίδιος που την μνήμη επιτελούμε απόψε δεν κάνει με την εννιάδα του τίποτε περισσότερο από το να επαναλαμβάνει συλλαγιστά τον ανυπέρβλητο όμυρο σε μια αργοπολιμένη ιταλική και μάλλον λαϊκή απογευματινή παράσταση. Έτσι θα σας μιλήσω για μια ρυζική, πιο ρυζική δεν γίνεται, σχετί του ομιλικού έμπους. Και μη δώντας γι' αυτό θα πω ότι διασκευάζοντας ρυζικά τα ομιλικά έμπη που ο Βεργίδιος μας προσφέρει είναι ένα τρανό αφήγημα ιστορικής και πολιτισμικής μετατόπισης προς τις μας. Και από αυτό το δυτικό μέτωπο υπάρχουν πολλά και σημαντικά έα. Ο Αχιλέας κηρίζει επίσκεση πολεμικών εργασιών γιατί του πήραν την βυζήρα. Στερεί από τους Αχαιούς την πιο φωνική μηχανή του πόλεμου, δηλαδή τον εαυτό του. Πισματώνει, κάθεται οκλαδόν στη σκηνή του, δεν υποχωρεί σε παρακλήσεις και επανενεργοποιείται μόνο όταν ο Έκτορ φωνεύει τον διαβίου επιστήφιο συγγροφό του, του Πατρούκου. Το αξιακό σύστημα του Αχιλέα είναι αναφανδόν εμοκεντρικό. Είναι ο κώδικας ενός αρχαϊκού πολέμαρκου που έχει σε απόλυτη προτεραιότητα το προσωπικό του κλαίος. Την προσωπική του αίσθηση τιμής. Και ο Αχιλέας δεν υποδένει εξέλιση. Οι ήρωες της ηλιάδας κατανοούν τη συλλογικότητα μόνο με όρους πολεμικής σύμβαξης. Όχι ως εθίνη και καθήκον που αποραίει από τη συναισθηματική, βιωματική, ιδεολογική αύτιση τους με μια εθνική συλλογικότητα, που θα υπερέβαινε τις προσωπικές τους εκδογές. Ο Οδυσσέας μοιάζει πιο φιλέτερος, αλλά κι αυτός στο νόσθο του τελικά για το προσωπικό του διός και την προσωπική του εξουσία. Μοχθεί και δοκιμάζεται. Από την άποψη αδύ ο Έκτορ έχει σαφώς υψηλότερη αίσθηση συλλογικής ευθύνης. Αλλά σε εμφαντική αντίθεση είναι όλα αυτά. Ο επώνυμος ήρωας της ενιάδας. Ο Εννίας. Ο τρόας που είναι προορισμένος από την Μύρα να γίνει ο ηγέτης των προσφύγων της Τρίας μετά την άλωση. Επιφορτίζεται από τους θεούς και τις μύρες με μια αποστολή την οποία δεν αποζήτησε ποτέ ο ίδιος και στην οποία δεν είναι παρά το συχνά αμύχανο, αλλά πάντα υπάκου οργάνο των θεών και της μύρας, που του αναθέτουν να κατευθυνθεί προς την εσπερία. Όχι μόνο για να βρει μια νέα πατρίδα, αλλά και για να θεμελιώσει μια νέα πόλη και ένα νέο έθνος, το οποίο με χρόνους με καιρούς μέλλεται να μεγαλουργήσει με τη δημιουργία ενός επομενικού ημπέριου. Μιας εξουσίας χωρίς όρια στον χώρο και στον χρόνο. Αν ο ΕΝΙΑΣ είχε προσωτικό παρελθόν, το μέλλον του τώρα θα είναι αποκλειστικά η συνεκδοχή ενός συλλογικού μέλλοντος. Ο τρόμας ήρωας που προέρχεται από τον κόσμο της ομπελικής ηλιάδας, που αταγωνιστεί με κάποιο τρόπο στην ηλιάδα ο ΕΝΙΑΣ, αυτός ο τρόμας ήρωας έχει αποστελεί και ιδιότητες που δεν είναι τυπικά ομπελικές. Ο Αχινέας είναι ο γογκοπόδας, ο Οδυσσέας είναι πολύ τρόπος, αλλά ο ΕΝΙΑΣ είναι αποκλειστικά ποιούς ευσεβής. Ο όρος της μετάφραστος που συνορεί και συνερεί την αφοσίωση στην οικογένεια, την αγάπη για την γενέα θυαγή και το σεβασμό προς τους θεούς. Και ο ΕΝΙΑΣ είναι ήρωας μεγελγυλική αποστολή. Ακριβώς όπως και ο Αβραάμ του Βιβλίου της Γενέσεως. Και είπε Κύριος το Αβραάμ, έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και εκ του ίδιου του Πατρός σου και δεύρεσθαι γιν την ανσιλήν σου και ποιήσωσαι εις έθνος Μέγρα και ευλογήσωσαι και μεγαλυνώ το όνομά σου και εσύ ευλογημένος. Η γη της Ευαγγελίας εδώ είναι η Ιταλία. Για την εγγύηση την δίνει ο Δίας, ο οποίος τώρα στην Εννιάδα δεν υπογεί όπως στον Όμηρο ως τοπικός Ιρεινοδίκης για συγγενειακές διαδέξεις αλλά εγκατεστημένος στο Ρωμαϊκό Καπιτόλιο είναι πλέον ο διευθυντής του Ρωμαϊκού Γεωπολιτικού Ινστιτούτου. Η Εννιάδα είναι το έπος του πολέμου, της προσφυγικής οδύνης, της εθνογέννησης της αναζήτησης εθνικής ταυτότητας σε τέες συνθήκες και είναι έπος το οποίο συνδονίζεται από μια συλλογική εθνική τελεολογία. Από τη δάμψη αυτή είναι το έπος μιας νεοτερικότητας που απέχει πολύ από τον μονοκόμματα ευθύγραμμα ηρωικό και εν πολλής ιδεολογικά αθώο κόσμου των ομιλικών επών. Είναι ταυτόχρονα όμως το έπος το οποίο αφηγούμενο και εμπροσδισμάσει με την κυκαισία και τον τρόμπι, ανακοινώνει ούρμπιετ ορμπι και μια άλλη συμβολική μετατόπιση. Ο όνειρος περνάει την αδρυατική και το εξουσιαστικό κέντρο της ιστορίας μεταφέρεται στη Ρώμη. Την ομερική, την κλασική και την ελληνιστική υπουμένη θα και διαδεχθεί πνευματικά, πολιτισμικά, ιδεολογικά και πολιτικά ένα Ιμπέριουμ της Πρωμαϊκής Δύσης. Και τότε, κάτω από το παντοκρατορικό βλέμμα ενός νελούμενου Κέσαρα, η ιστορία θα μεπάφσει, θα κινείται. Θα συμβεί το τέλος της ιστορίας, περίπου με την έννοια του Φράνσις Φουγουλιάμα, αλλά πολλούς αιώνες πριν από αυτό. Και αν το κατασκεφτούμε, το κολοσιαίο αυτό αφήγημα του Σκύπτου, που περνάει από την Ανατολή στη Δύση, δεν είναι ούτε ακριβώς πεπαλαιωμένο, ούτε εντελώς ανεπικερό. Αυτό είναι το ασύγκοτο φορτίο που εναποθέτει ο περιγυλίος τους όμους ενός ανυποψηφισμός του και αμύχανου ομοιρικού πολεμιστή. Ο Ελληνίας θα περιπλανηθεί σαν τον Οδυσσέα και στα χνάρια του Οδυσσέα, μέρες μετά απόν Οδυσσέα, στην Ισσόγειο. Θα φτάσει στην ιταλική του Δύση, θα πολεμήσει τώρα σαν αχιλέας με τα ντόπια ιταλικά φύλλα, θα κατανικήσει το ηρωικό κρωτοκαλύκαρο της ιταλικής αντίστασης, θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη συνέρεση Ιταλών και προσφύγων, μετά θα προκύψει το νέο ρωμαϊκό έθνος και θα δρομολογήσει μια δυναστία που μερικούς αιώνες αργότερα θα ιδρύσει την ιστορική Ρώμη. Που, σαν τον Μπάνιστερ, ο Ελληνίας είναι μύθος που επωάζει την ιστορική πραγματικότητα μιας Ρώμης, που μέλλεται να εικολαφθεί, αλλά που είναι ήδη συντελεσμένη ιστορική πραγματικότητα, όταν το 29 π.Χ. ο Βριγιλιός αρχίζει να κράτει εννιάδα. Για να το πω αλλιώς, ο μυθικός εννιάς κοιωφορεί μια ιστορία που δεν γνωρίζει και δεν θα γνωρίσει ποτέ, σε αντίθεση με τους αναγνώστες της εννιάδας τότε και σήμερα. Κάποτε, μέσα από χρησμούς, προφητείες και όνειρα, κληροφορείται για το ιστορικό μεγαλείο που αναμένει τους απόγορους του. Ο μυρικός ιστορίας, που κοιωφορεί την ιστορική πραγματικότητα, μας νεύει σε μία ακόμη συμβολική ανάκνωση. Όπως θα το έλεγε ο Ατκάρα Λαμπόε, το μεγαλείο που ήταν η Ρώμη είναι γέννημα της δόξας που ήταν η Ελλάδα. Έχουν πει, πολύ ουμανιστές, ότι με κάποιο τρόπο όλοι είμαστε ακόμα και σήμερα πολίτες της ρωμαϊκής ευτοκρατορίας, στην Ευρώπη. Και άλλοι είπαν ότι η Ρώμη, παλανιστική, η χριστιανική, είναι το οικογενειακό ρωμάνζο της δύσης. Τόσο που ο εβραϊκής καταγωγής, Φρόιτ, απέφερε χρόνια να τη βρεσκεφθεί, προκειμώντας να σκέφτεται την συνητική καρχιδόνα, που βέβαια οι ρωμαϊκές λαϊώνες την είχαν διαγράψει από το Χάρτι το 146 π.Χ. Αλλά η Ρώμη δεν θα είχε ποτέ αυτιστεί σε τέτοιο βαθμό και με τέτοιο τρόπο με τη Βύση, αν δεν είχε γραφτεί η εννιάδα του πληγγύνιου. Γιατί σε αυτό το έπος των 12 βιβλίων και των 10 περίπου 1.000 στιχών, η Ρώμη δεν προαναγγέλλεται μόνο ως ιστορικός συμβετικός, αλλά ως τελεσίδικο λιμπέριο που έχοντας κάνει απόδοχη της ελληνικής πολιτισμικής πλειοπλιάς, θα μερινά ΕΣΑΙ για τη δική και η διακυβέρνηση του κόσμου, όντας επηλικής για τους οικημένους αλλά αμήγηκτη για τους λαζόχνες. Πρόκειται για αυτοκρατορική αποστολή και ατσέντα που την έχουν επεξεργαστεί οι Ρωμαίοι πολιτικοί, φιλόσοφοι και νομικοί. Και από την εννιάδα στην εννιάδα ο ίδιος ουρίας. Φυσικά όντως οι αυτοκρατορίες λίγο πολύ επικανέστηκαν ένα είδος ηθικής, πολιτικής και θεολογικής μομιμοποίησης. Το ενδιαφέρον με το Ρωμαϊκό Ιμπέριου είναι ότι μπορούσε να επικαλείται επί προσθέτος και ένα είδος φιλοσοφικής κατοχύρωσης από τον καιρό που κάποιοι φιλοσοφούντες απολογητές του το τάφτισαν με τον τα πάντα πληρούντα λόγων της στροικής φιλοσοφίας. Την πανταχού παρούσα θεϊκή ενέργεια με την οποία είναι κορεσμένο το σύμβαν όπως ένα σφουγγάρι είναι κορεσμένο με νερό. Μια ενέργεια που οι φιλοσοφοί της Στουάστη περιέγραφαν με πολλαπλά ονόματα. Λόγος, πρόνοια, παιπρομένο και αριγορικά ζεύς. Και κάποια στιγμή η κοσμοκράτη ρε Ρομή φάνηκε να ενσωματώνει όλες τις εκδοχές του στροικού λόγου. Δεν το έδεκαν μόνο οι Ρωμαίοι για να παιδέψουν το σπίτι τους, το έδεκαν και οι προσήλικοι Έλληνες. Με δεχομένως με το φαμαγί της Έλληνες. Όπως ο ιστορικός Πολινίος, ο που πίστευε ότι μετά την 142 δηλειάδα, δηλαδή μετά το 226 όρος του, η ιστορία είναι μονόδρομος βγάζει στην παντοκρατορία της Ρώμης. Μερικές δεκαετίες αργότερα το είπε και ο ιστορικός φιλοσοφός Ποσιόγιος, που φανταζόταν μία κοσμόπολη ευταξίας και δικαιοσύνης με τη μορφή της ρωμαϊκής παντοκρατορίας. Η εννιά θα λοιπόν ανακεφαδεώνει, συμπυκνώνει και δίνει νημιακή μορφή σε αυτή την πολλαπλή κατοχύρωση και νοημοποίηση, καθιστώντας τη Ρώμη συμβολικό τόπο εξουσίας πέρα από τις ιστορικές συγκυρίες. Ένα διαχρονικό ή αχρονικό σύμβολο εξουσίας, που είναι αηφόρο, ανανεώσιμο και πάντα διαθέσιμο για αλεμπάνιδες υγειοποιήσεις σε μία ιστορική και πνευματική σκηταλλοδρομία, η οποία είναι ταυτόσιμη με την πολιτική, πνευματική και ιδεολογική ιστορία της Δύσης. Η μεταλλήβαση του σκίπτου της Ρώμης, η «τρατσλάτιο-υμπέριοι», τελέστηκε επίσημα. Και με την υψηλή επιστασία του Αιγηλίου, πρώτα στις τακτές του Μουσπορού, με τη δεύτερη ή νέα Ρώμη του Κωνσταντίνου, και με τη Μουσποβίτικη, τρίτη Ρώμη, ρογότερα μετά την Άλουση, αλλά πριν από αυτό, στη καρδιά της Ευρώπης, με την Αγία Ρωμαϊκή Ευτοκρατορία, που δεν ήταν ακριβώς ούτε ρωμαϊκή, όπως είπε ο Πολτέρος, στις όχθες του Σικουάννα, τον καιρό της Ναποδαιόντιας Επέλασης, όταν ο Ναποδαιόν παρουσίαζε τον εαυτό του ως αύγουστο Κέσαρα, πιο πέρα, πιο πάνω, στις όχθες του Τάμεση, το καιρό που ο ίδιος δεν έδιε ποτέ πάνω από την κρατανική Ευτοκρατορία, ξανά πίσω στον Τίβερη, όταν οι δαδανοχήτονες του Πενίτου Μουσολίνη, τον Οκτώβριο του 1922, έκαναν την μερίφνη πορεία με το Εμβατήριο της Ρώμης, και την επόμενη δεκαετία, οι Ιταλίοι φιλόδοχοι έρχισαν στην αγώρα αλεπάνηδες μεταβράσεις της Ιντιάδας, για να χαλιβδώσουν την πεποίθηση της φασιστικής Ιταλίας. Πεποίθηση ότι η Μεσόγειος θα ξαναγίνει μάρ ενώστρου, και ο Πενίτω θα διαθετεύσει ως νέος Κέσαρας Βάγουστος. Η φορά προς τη Βύση βρήκε νέα διάσταση και ιστορική εφαρμογή, όταν οι Ευρωπαίοι πρώτο Αμερικανοί, θυμήθηκαν την απόβαση του εννία στην Εσπερία, τον καιρό που αποβιβάζονταν στην άλλη ακτή του Ατλαντιού. Και αργότερα, όταν με κάποια υπερένταση της φαντασίας, έβλεπαν την νέα Υόρκη ως υπερατλαντική Ρώμη. Ένα υπέρ εκτεταμένο «Γόουεστ» και ειδού ο εννιάς στο Ματχάτανα. Το κατεσίδικο διαχρονικό Ιμπέριου μιας πόλης, ενός έθνους, μιας ιδεολογίας, μιας πίστης που προαναγγέλλει η εννιάδα, το έφεραν στα μέτρα των φιλοδοξιών και των οραμάτων τους, στρατάρχες, δικτάτορες, ευέλπηδες άπικοι, απικοιοκράτες. Αλλά το ίδιο όραμα, μίον την κοσμική του φιλοδοξία, το είδαν και οι Χριστιανοί, που είχαν από νωρίς οδηγήσει τον μεγάλο ποιητή στο βαπτιστήριο και τον είχαν ανακηρύξει ψυχή φύση χριστιανική. Ο Ρυγίλιος οδηγεί τον δάνδη της θείας Πογοδίας μέσα στο ημίφος της χριστιανικής πόνασης. Άγιοι, όσοι και πάπες διαβάζουν το κοσμικό ιμπέριον της ιστορικής Ρώμης, που προαναγγέλλει η εννιάδα ως δόρυμα του Χριστού, το οποίο προόριστε να γεννήσει, να αναστήσει και να διαδώσει τη νέα θρησκεία. Η Ρώμη της εννιάδας φιλοξενεί την κοσμική εξουσία του Καίσαρα. Η Ρώμη μετουσιωμένη θα φιλοξενήσει τώρα το πνευματικό ιμπέριον του Χριστού Τυπικότα. Όμοιρος, Πυργίδιος και Δάντης είναι τριαξονικό όρχημα με μεγάλο ωφέλημο φορτίο λιετικής πνευματικής, διανοητικής και ιδεολογικής ιστορίες. Αλλά στο σημείο αυτό θα ήθελα να πω με ιδιαίτερη ένφαση ότι η φωνή που καταφάσκει και πανηγυρίζει την εξουσιαστική Ρώμη δεν είναι η μοναδική φωνή που ακούγεται στην εννιάδα. Μια άλλη, πιο προσωπική φωνή, κάποτε σαν διακριτικός ψήφιος, άλλοτε σαν μακρόσιντος λιγμός υπολογίζει το ανθρώπινο κόστος της εξουσίας. Ο Βιγίλιος γνωρίζει τον όλεθρο που αφήνει πίσω του το δερπανιφόρο της ιστορίες. Νορίζει πόσο βαρύ μπορεί να πέσει το χέρι της ιστορίας πάνω στις ζωές των ανθρώπων. Ξέρει πόσο πλούσιο είναι σε αίμα και οδίνει το υπέδαφος που τρέχει τις ρίζες της μεγάλης εξουσίας. Ο ίδιος Βασιλείας, στον δρόμο κροσδισμάς, θα νιώσει ακαταμάχιτο το δέλεαρ μιας ερωτικής ιβιώτευσης στην αγκαλιά της Διδός, της βασίλησας της Καρχιδόνας. Ποιος, άγγελος διός, θα τον ανακαδέσει αυστηρά στο ερήνην του αποφασισμένο δρομοδόγιο, την ώρα που η απόγνωση οπλίζει το αυτοκτονικό χέρι της ερωτεκμένης βασίλησας. Το μαεστόζω του επικού ισκεδιασμού της μεγάλης εξουσίας θα διακοπεί μόνο προσωρινά από τις ρομαντικές νότες του ερωτικού θανάτου. Αυτή την πανγιερκή, δημούσια φωνή της εννιάδας την αφουγράζουνε κυρίως οι σχεδιαστές και οι πιστοί των εξουσιών και των αυτοκρατοριών. Την άλλη φωνή, την πιο προσωτική, την άκουσε πρώτος ο ιερός Αγγουστίνος, πριν γύει ιερός, την εποχή που νέος ακόμα ήταν δοσμένος στη θέρμη και την ιδονή της γενέθλιας του Καρχιδόνας. Την εποχή που παρακαλούζε ο Θεός να του δώσει αγνότητα, αλλά όχι ακόμη. Τις μέρες που διάβαζε την εννιάδα, αλλά μόνο για να χύσει δάκρυα για την τραγική Βιδό. Έκλαινα για την Βιδό, πριν κλάψω, για μένα που δεν ήξερα ακόμα τι χάρη του Χριστού, είπε. Και αυτήν την Άγι φωνή την άκουσαν δυνατά οι Αμερικανοί αναγνώσεις της εννιάδας, τον καιρό που το αιμαντηρό τέλμα του Βιεθνάμ έστελνε βαρύς ανεπάλληλους τοβεριασμούς στα εκτελεία της υπερδύναμισης. Τον Βιγιλιό τον είπαν «Πατέρα της Δύσης». Η εννιάδα του, βαθιά χαρακμένη στην πολιτισμική μνήμη της Δύσης, εντεύθεν και πέρα του μακρονατικού, αποτελεί ζώσα παρουσίας στη λογοτεχνία της Δύσης, της εικασίας τέχνης, της μουσικής. Είναι όμως δυσδιάκριτη, όπως είπε προηγουμένως και ο Στάρος Μουλάκης του ελληνικού ορίστοντα. Οι παλαιότεροι γυμνασιόπετες ίσως θα θυμούνται ένα μικρό και γλυσχρο φιλοδόρημα μερικών στίχων. Φυσικά, το γεγονός ότι ένας συγγραφέας επιβιώνει σε εξειδικερμένα πανεπιστημιακά σεμινάρια, δεν λέει τίποτα και δεν σημαίνει τίποτα για την ζώσα παρουσία του στην πολιτισμική συνείδηση μιας κοινότητας. Και να το πω αλλιώς, η εννιάδα αναπνέει με μηχανική υποστήριξη, διασολυνομένη στα ελληνικά φιλοδογικά πνήματα, όχι ότι όμως περνάει καλύτερα. Αλλά δύσκολα θα έβρισκε κανείς να πει περισσότερα πράγματα σχετικά με την ελληνική τύχη και στα διοδρομία της. Δεν υπάρχουν, όσο ξέρω, δυο-τρεις εξαιρέσεις. Η μία είναι ο Γιώργος Εφέριση που είχε στη βιβλιοθήκη του τουλάχιστον δύο ξένες εκκλώσεις της εννιάδας. Δεν είναι βέβαιος προσωπικά για την έκταση στην οποία γνώριζε το έπος. Και υποπτεύομαι ότι η εννιάδα μπήκε στον οπτικό του ορίζοντα την εποχή που ο Σεφέρις μαθήτευε στην ποιηση του Έβιωτ. Άντως γνώριζε καλά τη σημασία του έργου, όταν μεταξύ άλλων έγραφε ο Βυριγίλιος δεν έπαψε να έχει από το καιρό του θανάτου του μια τεράστια επιβολή στη δύση. Έμεινε πάντα στην κορυφή της πυραμίδας της δυτικής παράδοσης. Η άλλη εξαίρεση είναι πιο ένιγουσι η αιτία. Ο Διονύσιος Ολωμός, όπως εξάλλου θα ανέβετε κανείς, συνάντησε τον Βυριγίλιο της εννιάδας στην Ιταλική Εσπερία, όπου σπούδαζε από το 1808 μέχρι το 1718. Λίγο πριν τελειώσει τις γυμνασιακές του σπουδές στην Κρεμμόνα το 1815, ο Ολωμός στα 17 του αρχίζει να γράφει ένα ποίημα με τίτλο «Να διστρουτσιώνει την Κερουσαλέικα». Η καταστροφή της Κερουσαλίου, το οποίο έμεινε μισοτελειωμένο μετά από 269 στιγμούς. Ο Ιάκωβος Πολυμάς μας δηροφορεί ότι ο Διονύσιος Ολωμός ένιωσε για πρώτη φορά το μεγαλείο της ποιητικής τέχνης, όταν διάβασε την εννιάδα του Βυριγιλιού. Και πρέπει να σας πω ότι ως πιστός του Βυριγιλιού στάνομαι μια πολύ προσωτική ευφροσύνη όταν σκέπτομαι ότι ο ένας από τους δυο-τρεις ανηθώς μεγάλους ποιητές μας χειροτονήθηκε από τον Βυριγιλιό. Στους 269 αυτούς πρωτόριους αλλά ενθουσιώδηστοιχους ο Ολωμός γράφει, έχοντας κατά νου, το δεύτερο διβλίο της Ελιάδας όπου ο εννιάς περιγράφει τη νύχτα της άλωσης της τρίας. Αλλά βέβαια, όπως θα ξέρετε ή αντιληφήκατε, η φωνή αυτών των στίχων είναι ιταλική. Και αργότερα, όταν ο Ολωμός θα αναδείξει το πολιορκημένο Μεσολόγη σε ένα είδος ηλιαδικής τρίας, είναι πλέον ο Όμυρος ο οποίος, ισοδογικά, θα έρθει σε πρώτο πλάνο. Ήταν λίγο, αλλά όσο κράτησε, ήταν ωραία. Στα χέρια του Βυριγιλίου ο λατιντικός ποιητικός λόγος, ο οποίος είχε περάσει ήδη μακρά περίεδο μαθητίας, στο τελικό ποιητικό λόγο, αποκτά το βάθος, το βάρος, της ενωπρέπεια και το μέτρο της κλασικότητας. Το μέτρο του Βυριγιλίου, ο λατιντικός εξάμετρος, απανάσσεται από τις αρχαϊκές της καψίες του και το σκληρό του έλασμα σφυριλατείται με μαστοριά. Και ο ρυθμός συνδομίζεται αριστοριγματικά με τον αφήγημένο επικό λοιγικό. Αλλά πρέπει να συνομοτίσει όχι το σύμπανι, αλλά και σύμπαν σε μούσε και πνευτικές θεότητες της πίησης για να μπορέσει ο μεταφραστής να περάσει στο μετάφρασμά του έστω και μέρος αυτής της σύνθετης παρτιτούρες. Μιλάω για παράπτουρες απόγειες, μιλάω για ζωτικές απόγειες. Και ο μεταφραστής της Εννιάδας έχει πολλούς λόγους να νιώσει απόγολωση. Γράφω στο πρόλογο της μεταφρασίσματος ότι πριν προσεγγίσω την Εννιάδα είχα μεταφραστική φοιτία στον άλλο μεγάλο κετρανό της Αυγούστιας ή στον Ολίδιο τον μεταμορφός. Ο ίδιος, γεννημένος ρήτορας και ποιητής, ασκεί υψηλή αρχιδακτηλουργία με τις λέξεις. Αυτός ο πανούργος βιρτουόσος του εθιούς λογοπαιγμίου κρατεί τον αναγνώστη ασθημένοντα σε αλεπάνηδες εκκρίξεις σχημάτων λόγου και διαγνείες. Ο αναγνώστης αγάδεται μέσα σε αυτήν την ρητορική φωταψία. Διό μεταφραστής με όλη την αγωνία και τις σατανικές δυσκολίες. Στο τέλος μπορεί να έχει την αίσθηση ότι κάτι έχει αποτυπώσει στον μεταφρασμά του από αυτήν την ρητορική πρόσωψη. Του πρόβλημα με το Βυριγίλιο είναι ολαδήλυθος των διεσταυρουμένων συνδυλώσεων πίσω από την πρόσωψη. Στον Βυριγίλιο οι λέξεις δεν εξαντλούνται με την πρώτη ρητορική τους έκρηξη. Έχουν βαθύ συνδυλωτικό πέδωμα. Φθορίζουν μέσα σε ένα είδος επεκτατικής αμφισυμίες. Και απελευθερώνουν κύματα αρξιακών, ψυχολογικών, ιδεολογικών ήχων και αντικείσφων. Δεν τελεί οι ρητορικούς άθμους με τις λέξεις των εγγελίων. Τελεί ένα βαθύ και σύνθετο μυστήριο δυσπερίγραπτης υποβλητικότητας. Και ο μεταφραστής του στο τέλος του αγωνίσματος ξέρει ότι όσο μυημένος και αν είναι ο ίδιος το μυστήριο δεν είναι παρά ένας φιλότιμος, ταπεινός, ιεροφάντης. Κοσινία συλλαβές σε ιαρμικό ρυθμό με το μυς τη δέκατη συλλαβή. Το μέτρο της μετάφρασσης. Το μέτρο, θεωρώ να πω, είναι βρόχος και βράχνας. Αλλά μπορεί να συντελέσει σε τουλάχιστον δύο πράγματα. Το ένα είναι να σε κρατήσει σε απόσταση από ένα πιο χαλαρό αφηγηματικό τέμπο, όπως στην περίπτωση της εννιάδας αισθάνομαι ότι μπορεί να προδώσει την υπολογισμένη οικονομία του έμετρου λόγου. Και ακόμα περισσότερο, όταν ένα από τα εγγενή χαρίσματα της λατινικής είναι η πυκνή σχεδόν ουρουνομική επιγραμματικότητά της. Το άλλο είναι ότι οι οδύνες του έμετρου τοκετού αποδίδουν συχνά απροσδόκητα αποτελέσματα στη γλώσσα της μετάφρασης. Αποφέρουν μια ποιητική οικονομία του λόγου που δεν οφείλεται σε εύκολα διαθέσιμους και κοινόχρηστοις ποιητικισμούς. Και έτσι στο τέλος ο μεταφραστής, αφού έχει ξοδέψει πολύ κολάδι στο νυχτιάτικο λίχνο του, νιώθει ευγνωμοσύνη για τον σατραπικό του εντολέα. Έδωσα στον εαυτό μου το δικαίωμα να νιώσω συχνά τέτοια ευγνωμοσύνη και θέλω να πιστεύω ότι δεν ήταν απ' αυτά έσκαια ή ακονακτησισμό του κοινού ποινικού δικαίου. Από εδώ και πέρα, τα πάντα του αναγνώστη ανατύθυνη. Ας είναι αυστηρός, αλλά όταν συνειδητοποιεί ότι κουλιάζει ο οποίος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες, αν μπορεί ας είναι και ελέημα. Σας ευχαριστώ πολύ. Κύριε Νιγνάδη. Αυτό που θα κάνουμε τώρα, όπως προανείδηλε ο κύριος Χιτουλάκης, είναι να ακούσουμε ορισμένα κομμάτια από την μετάφραση. Επέλεξα μερικά χαρακτηριστικά κομμάτια. Το πρώτο κομμάτι είναι η ευγνωμοσύνη. Επέλεξα μερικά χαρακτηριστικά κομμάτια. Το πρώτο κομμάτι προέρχεται από το δεύτερο βιβλίο, όπου ο Εννίας αφηγείται στην Τιδό, τη λουξενούμενός της στην Καρχιδώνα, τη νύχτα της άλωσης της Τροίας. Τη νύχτα της άλωσης αυτής, καθώς με τον πατέρα του το να αρχίσει και το γιο του τον Ασκάνιο και τη γυναίκα του την Χρέουσα, εγκαταλείπουν διαστικά την πόλη, ο Εννίας, την ώρα που φτάνουν στο ορισμένο σημείο συνάντησης με τους άλλους πρόσφυγες, αντιλαμβάνεται ότι η Χρέουσα δεν είναι μαζί τους. Το ότι έχει συμβεί τους τα δεύτερους πέντε αιώνας με αυτό το περιστατικό, όπου έχει τον γιο του και τον πατέρα του να έχει ξεχάσει τη γυναίκα του πίσω, χειμένεται από το καθαρά κομικό μέχρι το τραγικό. Παραφέρει τόσια που φασίζει να επιστρέψει στη φτωεγόμενη τρία για να την αναζητήσει. Βρήκα κουράγιο, έβαλα φωνή, μέσα στις σκιές της νύχτας στα σκοτάδια και γέμισα με δυνατή κραυγή τους δρόμους, μέσα στη φλύψη μου εκείδη, την Χρέουσα καλούσα μια και δυό, πολλές φορές τη φώναξαν πάνω. Συγγύρευα και δίχως τελειωμό, περνόβια ένας σαμανιακός στα σπίτια και τότε έναν ύνδαλμα πικρό φάσμα σκοταδερό της Χρέουσάς μου με φάνηκε μπροστά μου πιο τρανή απ' τη γυναίκα που ήτσε αως τότε. Μαρμάρωσα, η τρύχα μου κορθή, μου πνίγηκε η φωνή μες στο λαρίγγι, αρχίνησε όμως τότε να μιλά και σήκωνε από πάνω μου τις έριες. Ποιο τόφελος με τέτοια επιμονή να δίνεσαι σε πόνο αρρωστημένο, γλυκέ μου άντρα, θέλημα Θεών όσα μας τύχαν. Μήτε είναι γραμμένο, την Κρέουσα μαζί σου από δω συνδρόφησα να πάρεις, μήτε στέργη του θεϊκού Ολύμπου ο βασιλιάς, αρτέλιο της εξωρίας δρόμοι σου μέλλονται, την άπειρη απλωσιά της θάλασσας θα πρέπει να οργώσεις. Η γη της εσπερίας θα αφηχθείς, όπου ποτάμι λιδικό ο θύβρης ανάμεσα σε καρπερούς αγρούς έργα ανδρών γαλήνιο σκυλάει, μέρες καλές εκεί σε καρπερούν. Βασίλειο, βασιλική συμβία, την Κρέουσα που αγάπησες πολύ, άλλο να μην την κλάψεις, των δολόπων, των μυρμηδών, των δικητών την ξυπασιά εξόριστη ποτέ δε θα αντικρίσω, ποιούτε θα λάχω σκλάβας ρισικός σε αφέντρες και κυράδες ελληνίδες, εγώ απ' τη γενιά μου θα εργανείς της ουρανίας αφροδίτης νύχτη. Μεγαλοδύναμη η μήτη των θεών σε τούτα δώ τα μέρη με κρατάει, ώρα για το στερνό χαιρετισμό, φύλαξε του παιδιού μας την αγάπη. Τέτοιος ο λόγος που είμαι και καθώς, ταγκρίζοντας πολλά να πω ποθούσα, με άβλησε μια άφαντη πνοή στην ελαφρώντα τη άβρα στο νεμένο. Απλώναντας τα χέρια τρεις φορές έκανα το λαιμό της ν' αγκαλιάσω, ανόφελα πιασμένη τρεις φορές ξεγλίστερη σε τ' αγκάλιασμα η μορφή της, σαν του ανέμου φύσημα απαλώ, φτερούγισμα ονείρου με στον ήλιο. Με τούτα ξημερώθηκα μεταγυρνώ και ξαναβρίσκω τους συντρόφους. Βρίσκω εδώ με δάληση ροή, καινούριους που είχαν σμίξει με τους άλλους πλήθμους λαού, το βρήκα θαυμαστό, όρινοι άντρες, μάνες, νεολέα, όλοι μαζί στο δρόμο της φυγής, λυπητερό ανθρώπινο κουπάδι, από παντού συνάχτηκαν εδώ με ό,τι είχαν. Αποφασισμένοι τα πέλαγα να πλέυσουν όπου γης να πορευτούν κατά τη θέλησή μου. Ήταν η ώρα που αυγερινός σηκώνονταν ψηλά πάνω απ' την ήδη. Ξημέρον ημέρα οι δαναοί κρατούσανε με τις φορές τις πύλες, η πόλη αποκλεισμένη πουθενά παραμικρή ελπίδα για βοήθεια. Στη ράχη μου πήρα το γονιό και χάραξα πορεία για τα πόλη. Στο πρώτο ειδείο της Εννιάδας η Αφροδίτη, μάνα του Εννία, παραπονείται στον Δία για τις βατυμασίες τις οποίες επιβάλλει στον Εννία και τους τρώεις του. Και του θυμίζει ότι έδωσε κάποτε υπόσχεση για το μελλοντικό μεγαλείο της Ρώμης. Και ο Δίας απαντάει παρηγορώντας την και διαπρεπεώντας την. Και δεν ορίζω σύνορο για αυτούς, μήπως στον χώρο είτε και στον χρόνο. Τους έδωκα εξουσία εσ' αεί και ακόμα τούτη η ύρα που αγριεύει, που από φόβο θάλασσες, στεριές και ουρανοί δεν στέργει να ησυχάσουν, θα το σκεφτεί καλύτερα κι αυτοί. Μαζί μου θα συνδράμει τους Ρωμαίους, τους κυριάρχους παντακού της γης, το Μέγα Έθνος, το Τιβενοφόρο. Η απόφαση ελήφθη και είναι αυτή. Με χρόνους, με καιρούς θα θεί μια μέρα που το ασάρακο, η τροϊνή γενιά, τροϊκή γενιά, τη χρία και τις ένδοξες μυκήνες, αρίξεις της δουλείας, το σιγό, νικήτρια θα διαφεντεύει στο άργος και από φύτρα όμορφη πλαστός, και σαραστροϊκός μέχρι τα στέρια, εν δόξη θα υψωθεί και κρατεός, ως τον οκεανό θα εξουσιάσει. Ιούλιος το όνομα αυτού, απ' τον μεγάλο Ήουλο βγαλμένο. Μία των ημερών στον ουρανό, απ' την Ανατολή τροπεοφόρο, αυτόν εσύ θα τον υποδεχτείς. Θεός θα μνημονεύεται εν ανθρώπις. Τα όπλα τότε θα κατατεθούν και οι πολεμόχαροι καιροί θα ημερέψουν, η πίστης και η αιστία πολιές. Οι αδελφοί ο Ρώμος και ο Κυρίνος θα ορίσουν νόμους, τότε οι στηγερές θα ασφαλιστούν, θείρες του πολέμου με σιδελιά κι αμπάρα. Μέσα εκεί, καθίμενοι στα άρματα του μίσους, τη βέβη λημανία εκατό πισθάνκων θα την κρατάν δεμένη, βρόχοι από μπακίρι, ουρλιαχτό λίσα και αίμα θα ξερνοβολάει. Το τέταρτο βιβλίο της Εννιάδας είναι ουσιαστικά αυτόν, όμως με την έννοια ότι εδώ ο Μυργήλιος αδειγείται την ιστορία του Εννία και της βασίλισσας της Καρχιδόνας, της Βηδός. Ο Εννιάς αναγκάζεται να προσφορμιστεί στα παράλια της Καρχιδόνας μετά από μία τρικοινία και στον δρόμο του προς την Ιταλία. Η Βηδό θα τον υποδεχθεί εθναινός και θα τον ερωτεθεί. Ο Εννιάς θα μην είναι αδειάστατος στην Καρχιδόνα, αλλά η Βηδό και η Καρχιδόνα είναι ο κίνδυνος εκτροπής του Εννιά από την αποστολή του. Έτσι θα λάβει επιτακτική εντολή από το Δία να αποπλέψει εσπευσμένα για Ιταλία. Παρά τις αναγώνιες παρακλήσεις της αρατευμένης Βηδός, ο Εννιάς τελικά θα φύγει, αφήναντάς τη Βηδό σε θανάσινη απόγνωση. Εκείνη τελικά θα βάλει τέρμα στη ζωή της. Λέγοντας τέτοια λόγια, εδώ και εκεί γιόφερε τη σκέψη της, ζητούσε το σιχαμένο της ζωής της φως, όσο μπορούσε αρχίτερα να ακούσει. Στη βάρκη του ψυχαίου την τροφόπαφου, η δικιά της πίσω στην Πατρίδα, αναπαυόταν μες στη μαύρη γη, γύρισε και της είπε μόνο τούτο. «Την Άννα, παραμάνα μου καλή, την αδελφή μου σήρα να μου πες. Να μη βραδείνει, πες της, να λουστεί με ποταμίσιο νάμα, να οδηγήσει τα σφάλια για τον εξυλασμό, καθώς το παραγγέλνει η αίρια. Έτσι είναι αυτή. Κι εσύ, σεβαστικά την κεφαλή σου, κάλυψε με στέμος. Τις προσφορές στον δία της τυγός, όσο μετάξει αρχίνησα να κάνω, σκοπεύω να ταινέσω, περιομώ στις έρμιες και να θα θυμούν να βάλω, και την πυρά που απάνω της αυτός ο τρόας θα καεί να την ανάψω». Έτσι της είπε, και άνοιξε αυτοί δηματισμό με ευραία σβουλιασίδη, σε ταραχή ήδη δώ, απ' τα φριχτά που είχε κατανοού αγριεμένη, τα δύο της μάτια κόκκινες σαϊτιές, στα μάγουλα που τρέμανε απλωμένες κυλίδες της πυράδας, περιυθμή επάνω στο κατόπι του θανάτου, στα ενδότερα ορμάη του σπιτιού, στον πιο βαθύ του δώμα, μανιασμένη, βγαίνει ψηλά στη στήβα της πυράς και βγάζει απ' το θηκάρι του το ξύφος, εκείνο που ήταν δώρο τροϊκό, όχι για τέτοια χρήση, ορισμένον του. Αντίκρισε εγώ τις φορεσιές του τρώα και την κλίνιο που πλαγιάζαν οι δυο τους, νεκρισμένη, σκεφτική για μια στιγμή σταμάτησε, κατόπι έγινε όλη πάνω στη στρωμή και είπε αυτά τα τελευταία λόγια. Γλυκές, αγαπημένες φορεσιές, όσο θεοί το έστερξαν και μοίρα, δέχτητε λοιμιστά τη μου κνοή και δώστε λιτρομό στα βασανά μου. Έζησα τη ζωή μου, την βροχιά της μοίρας μου, εκτέλεσα και τώρα εγώ ήδη δω, ασώμα τη σκιά, πραγμή θα πορευτώ στον κάτω κόσμο. Έχτισα πολιτεία ξακουστή, δικά μου κάστρα είναι να ψηλώνουν τον αδερφό που ήταν μαζί και χθρός, τιμώρισα στη πνίπη του αντρός μου, εγώ ήδη δω, γυναίκα ευτυχής, γυναίκα ευτυχέστατη, αν μονάχα ποτέ δεν είχα φτάσει στο γιαλό της χώρας μου, τον τρώω τα καράβια. Ακούμπαναν τα χείλη της στρωμή, αδίκως αδικαίωτοι πεθαίνω, στόσο ας πεθάνω στις σκίες που ρεύω. Κι αυτή είναι η βούληση, καθώς θα ξεμακραίνει ας δει καλά τις φλόγες μου ο άκαρτος του Αδίπης, του τέλους μου τον μαύρο Ιωνό για σύνοδο μαζί του να τον έχει. Δεν πρόλαβε να πει τα λόγια αυτά, κι οι άνθρωποι της έξαφνα τη βλέπουν στους σίδερου πεσμένου την αιχμή, ζεστό στις πάθη, αφρίζε το αίμα, και ράντιζε τα χέρια της κραυγιές αντίχησαν σε έθριο και δώμα. Τρελό οι φήμες έστισαν χορό, κι από τα βάδρα κλόνισαν την πόλη. Ο Εννίας ακολουθώντας χρισμούς και προφητείες στην πορεία του προς την Ιταλία, έχει εντολή από τους θεούς και τον πατέρα του, ο οποίος είναι πλέον στα ηλίσια πεδία, στον παράδεισο των αρχαίων, να επισκεφθεί το κάτω κόσμο. Βλέπετε ότι εδώ επαναλαμβάνεται η νέκεια της Οδύσσιας για να δει εκεί τον πατέρα του και να ακούσει από τον αρχήσει τον πατέρα του τα σχετικά με το μελλοντικό μεγαλείο της Ευρώπης. Στον δρόμο προς τα ηλίσια, με οδηγό την προφήτησα Σίγλα, θα έχει την ευκαιρία να δει διάφορες κατηγορίες νεκρών ψυχών. Εδώ περιγράφεται ο χάρος για το προθυμείο των ψυχών. Αρχή του δρόμου εδώ που οδηγεί στα τάρταρα, στο αχέροντα το κύμα, θολός από τη λάσπη ο ποταμός, στροβιλιστή πελόρι, ακαταβόθρα λυσσομανάει και στον κοκκιτό ξερνάει την άμμου που έχει στα νερά του. Φύλακας στα νερά του ποταμού και φοβερός λεμβούχος στέκει ο χάρος. Απέση αλεροσύσμα, κρυά λεγιά να σοπιούνει, ασπρισμένη, ανάκατη και αχθένηστη. Σκληρή στα μάτια του μια φλόγα να μυρίζει. Κρεμιέται απ' τον όμο αληπαρό το ρούχο του πιασμένον ακόμπου. Σπρώχνει την βάρκα μέσα στο νερό με το κοντάρι στρέφει η παπανιά της κι αντίπερα περνάει τα κορομιά με το πικρό το μπλάβο του κοριθμίου. Στα χρόνια γυραλέρος, πλύν χλωρό και θαλερό για τον θεό του γύρας. Πλήθος τρανό ξεχύμανταν, εδώ και βιάζονταν να φτάσει στο ποτάμι. Κυναίκες και άντρες άψικα κορομιά λαμπρώδη ρόαμ που είχαν τερματίσει το πέρασμά τους μέσα απ' τη ζωή. Ανείπαντες κοπέλες και αγόρια και νέοι που σε άωρη πειρά δοθήκαν μπρος τα μάτια των κονιών τους. Αμέτρητοι σαν φυνοκορινά φύλλα που πέφτουν χάμο μες στο δάσος, στην πρώτη ψύχρα και σαν τα πουλιά που αμέτρητα συνάζονται σε σμάρι απ' τα βαθιά πετώντας στη στεριά όταν χειμώνας πέρα από τον πόντο τα διώχνει και τα στέλνει μακριά στις χωρές του νοτιά και της διακάδας. Περίμεναν με παρακαλετά να κάνουν πρώτοι αυτοί το πέρασμά τους και άπλωναν τα χέρια με καημό την αντιπέρα όχθη αποζητώντας. Παραμένουμε στο έκτο ιδείο, είναι το κομμάτι το οποίο έκανε τον Ιερό Ακουστίνο να χύσει τ' άκρια. Ο Εννίας στον Κάτω Πόσο, στην κυλάδα των φλήνων θα συναντήσει το φάντασμα, το ύφωρο της αυτόχυρος λιγός. Μέσα σ' αυτές κι η φύνησα διδό με την οποία η πληγή της θα ματώνει, χειρόφερνε σ' εσύ ο Ιερό βαθύ. Όταν κοντά της βρέθηκε ο Εννίας και στάθηκε την όψη της να δει τι γνώρισε, κι ας ήταν χωνεμένη η σκιά μέσα στις άφενγκες σκιάς, τι γνώρισε σαν άνθρωπος που βλέπει ή που θα ρει πως είδε σε αχλή στην πρώτη γιώμοση του του φεγγάρι. Το άγρι του επήρε ένα κιλάκι με γλυκιά της μίλησε αγάπη. «Πως σε αλήθεια δεις, μυριδιδό», λέγανε αυτοί που μου έφεραν μαλτάτο, «πως έσβησες και πως με το σπάθι μου λήθηκες στο τέλος, να φέρεις. Αλήμο μου, αιτία είμαι εγώ που χάθηκες. Στορκίζομαι στα στέγια, στις θερικές δυνάμεις του ουρανού σου, ότι Ιερός τον κάτω κόσμο δεν ήτανε δικός μου ορίσμος. Βασιλισά, να φύγω από κοντά σου. Με εντολή μου έδωσαν θεοί δυνάστισμο τα παραγγέλματά τους. Και είναι αυτά που με έφεραν εδώ, μέσα στις χειές και τις νυπτών στο ζώφο, σε αυτή τη ρημαγμένη ειρημιά. Και ούτε ποτέ μπορούσα να πιστέψω ότι την μέρα που έφευγα από εκεί, θα σε ρίχνα σε τούτη την οδύνη». Συγκράτησα το μήμα σου. «Μακριά μη μου τραβιέσαι, θέλω να σε βλέπω. Με αποφεύγεις, κι όμως είναι αυτό της μοίρας μας το τελευταίο χέρι». Μια φλόγα η ψυχή της, της οργής, αγρίευε το βλέμμα. Και ο ενείας με λόγια τριφερά παρηγοριάς της μίλαγε. Λόγια που φέρναν δάκρυ, ήταν αλούστραμενη η δηδό. Είχε τα μάτια χάμο καρφωμένα, και ενώ αυτός μιλούσε η σκιά ανέκφραστη στην όψη της. Στεκόταν σαν μαρμαρένιος βράχος παριανός, ένας συγκληρός και ακούνητος γρανίκης. Κίνησε τέλος με έξαφνη ορμή, και δίστιμη γύρεψε γαλήνη στο μούχρωμα του σύνδετρου. Εκεί που ο πρωτινός της άντρας, ο ψυχαίος, μαζί της μοιραζόταν τους καημούς, και αντίδωρη της έδειχνε αγάπη. Το άδικο της μοίρας της βαθιά κονούσε τον ενία, δακρυσμένος και πήρα κατά πόδι από μακριά. Με λύπησε, την έβλεπε να φεύγει. Και το τελευταίο μας κομμάτι, από το δεύτερο μέρος της εννιάδας, τα τελευταία έξι μηγεία, το οποίο είναι ένα καθαρά πολεμικό μέρος, όπως προηγουμένως θυμάστε που είπα, ο ενίας αποβιβαζόμενος στην Ιταλία πρέπει να αποδεμίσει τις τόπιες ιταλικές φυλές με τις οποίες τελικά οι πρόσφυγες τώρα θα συνταγεθούν για να δημιουργήσουν το νέο έθνος. Αρχηγός της ιταλικής αντίστασης απέναντι στον ενία είναι ο νεαρός πολέμαρχος Τύρνος. Πρόκειται για ένας σπιρό και αδυσσόπιτο αποδεπιστή, ο οποίος σε μία από τις μονομαχίες του δευτερού μέρους της ενιάδας θα σκοτώσει ανήπιτα τον νεαρό πάλαντα, ο οποίος είναι σύμμαχος των τρόμων και του ενία και αφού τον σκοτώσει θα τον συγκυλεύσει αφαιρώντας από πάνω του μια πόρπη με μυθολογικές παραστάσεις. Η ενιάδα κορυφώνεται και τελειώνει με τη μονομαχία ανάμεσα στον ενία και στον Τύρνο. Εδώ ο Τύρνος, ήδη σοβαράτρακο ματσιχμένος, ζητάει εμπότον ενία επί οικία. Εκείνος με το κλέμα χαμηλά έτεινε το δεξί του και η και της παρακαλούσε. Το άξιζα αυτό, έλεος δεν ζητάω, κάνε χρήση της νίκης που σου έλαχε, αλλά αν γίνεται να σε αγγίξει έριμια για δύστυχο γονιό, παρακαλώ, είχες και σίγο νιώσαν το δικό μου, το γέροντα, αγχίστη σπλαχνικώς τα γερατιά του δάβνου συλλογή σου και εμένα δώσε, ή αν προτιμάς, το σώμα μου από το φως τους σκελεμένων, στους συγγενείς μου. Είσαι νικητής, ή αυσόνιοι με είδαν νικημένο, τα χέρια να σηκώνω, τώρα πια η λαβινία είναι σύζυγός σου, την έχθρα μην την πάς πιο μακριά. Κρατούσε τόπλο λαύρος ο ενιας, μας στάθηκε, κοιτούσε μια εδώ και μια εκεί το χέρι συγκρατώντας, δυστακτικό όλο και πιο πολύ τον λύγιζαν τα λόγια, όταν πάνω στο νόμο για κακό του αλλονού εφάνηκε ο ζωστήρας και γιαλύσαν καρφιά και πόρπη πάνω στο λουρί εκείνος ο ζωστήρας που φορούσε ο πάλλας, το παιδί μου νικητής με χτύπημα, θανάση μου ο τύρνος τον πρέμισε και φοράγε με τα στονόματο το σήμα του εχθρού του. Το λάφυρο εκοίταξε καλά αυτό που του ξυκλούσε άριο πόνο, επίρρωσε εντός του η οργή και τρομερός στη λύσα του ενιας του είπε, έχεις πάνω σου εσύ λάφυρα των δικών μου και από μένα θες κλητονώ, με το σπαθί αυτό ο πάλλας, ναι ο πάλλας σφάγιο του σε κάνει και ζητάει πληρωμή να δώσεις με το αίμα σου κακούργε. Με τέτοια λόγια πάνω στο φρασμό, τη συνδρένια λάμπα με στο στέρνο την έχωσε του τύρμου το κορμί παράλυτο στα μέλη του μια ψύχρα και με ένα παράπονο βογγητό έταξε η ψυχή του στα σκοτάρια.