Η έννοια της κοινωνικής τάξης , γλώσσα και κοινωνική διαστρωμάτωση, περιπτώσεις κοινωνικής και γλωσσικής διαφοροποίησης, περιορισμένος και επεξεργασμένος γλωσσικός κώδικας-χαρακτηριστικά.: Παρακαλώ για το σωστό και το ευκαιρικό σας τελευταίο βίντεο Συντονιστικά θα ξεκινήσουμε με καναπιού τυράκια όπως επιπτώσεις, βιντεάκια Και μετά θα δούμε υλικό πρώτα πριν περάσουν σε λίγο πιο θεωρητικά πράγματα Και μετά θα δούμε υλικό πρώτα πριν περάσουν σε λίγο πιο θεωρητικά πράγματα Και μετά θα δούμε υλικό πρώτα πριν περάσουν σε λίγο πιο θεωρητικά πράγματα Και μετά θα δούμε υλικό πρώτα πριν περάσουν σε λίγο πιο θεωρητικά πράγματα Και μετά θα δούμε υλικό πρώτα πριν περάσουν σε λίγο πιο θεωρητικά πράγματα Και μετά θα δούμε υλικό πρώτα πριν περάσουν σε λίγο πιο θεωρητικά πράγματα Μετά από αυτά τα εισαγωγικά, με μια, ας το πούμε, γενική πλατφόρμα που είναι η διαφορά γραμπτού και οπερφορικού λόγου. Ένα θέμα που το ξέρετε σε ένα βασμό από τα σχολικά, αλλά θέλω να το δούμε λίγο βαθύτερα γιατί έχει σχέση με αυτό που, να προσπαθήσω να παρουσιάσω σήμερα κάπως πιο συστηματικά, που είναι αυτό που λέμε χαμηλή και υψηλή επικοιλία, που για την κοινωνική γλωσσαιολογία είναι πάρα πολύ βασικό, αλλά και για τη δημοσιογραφία είναι βασικό, χωρίς απαραίτητα να πρέπει να χρησιμοποιήσουμε αυτούς τους όρους. Δηλαδή, ο τρόπος που μιλάνε, να το πω λίγο απλά, οι πιο ομορφωμένοι, οι πιο γραμματισμένοι, οι εμπειρόγνωμονες, πολλοί κλπ., και αυτό που λέμε μέσος ο άνθρωπος, ο άνθρωπος ο οποίος είναι χαμηλού γραμματισμού και τον βλέπουμε σε ρεπορτάζ, και το καθεξής. Η δική σας θέση ποια είναι, δηλαδή η δική σας θέση ως ρόλων δημοσιογράφων, σημερινών ή αυριανών, είναι διαμεσοδομική. Θα μου πείτε, λέω κάτι αυτονόητο. Στην περίπτωση αυτή δεν είναι και τόσο αυτονόητο, δηλαδή εσείς πρέπει από τον εαυτό σας να απαιτήσετε μια πάρα πολύ γνώση και των δύο επικοιλειών αυτών, και επίσης του τρόπου με τον οποίο θα μεσολαβίσετε ανάμεσα σ' αυτούς τους δύο. Παράδειγμα, πώς θα ρωτήσεις έναν μορφωμένο, έναν επιστοίμονα, έναν ειδικός σε κάποιο θέμα, με την έννοια του πώς θα χρησιμοποιείς το κεθνικό λεξιλόγιο, πώς θα ανταποκριθείς στο λόγιο λεξιλόγιό του, και αντίστορφα, έχεις έναν άνθρωπο που βλέπεις ότι είναι λίγο γραμμάτος, πώς θα τον πω πίσω στην μόντια σου, ώστε να ξέρεις ότι θα σε καταλάβει αμέσως, θα καταλάβει την ερώτησή σου και το καθεξής. Έχουμε ή δεν έχουμε πολλά παραδείγματα ακατανοησίας ανάμεσα σε ερωτώντα και απαντώντα. Σε δημοσογράφου, ο οποίος έχει στο μυαλό του μια ερώτηση και τη θέτει χωρίς να πολύ σκέφτεται αν θα γίνει κατανοητός ή δεν θα γίνει κατανοητός. Τι λέτε, πώς το βλέπεις αυτό το θέμα, έχει κάποια δυσκολία, είναι λειμένο ίσως, για μένα δεν είναι καθόλου λειμένο με την έννοια ότι πρέπει να τα προκροτεύσουμε όλα, ίσως, αν πρέπει να αποκτήσουμε μια βασική γνώση και θεωρητική αλλά και πρακτική και αυτού που κάτι ερώθηκε να ονομάζεται υψηλή επικοιλία και χαμηλή επικοιλία, που μάλιστα ξαναλέω στην ελληνική ιστορία από πίσω μου, γιατί η πρώτη έχει να κάνει με την λεγόμενη καθαρέωση του Λόγιου Ρώσε, την αρχαϊστη Ρώσε, και η δεύτερη έχει να κάνει με την παλιότερα λεγόμενη δημοτική, αλλά σήμερα τη λέμε καινή νεοελληνική. Είναι η Βλώσε, έτσι όπως παγιώθηκε το 1976 σιγά σιγά μέσα σε μια δεκαετία, δεκαπενταετία, η οποία είναι για πρώτη φορά το κοινό γλωσσικό όργανο, αν έχετε λίγο σκεφτεί ή λίγο διαβάσει γύρω από το γλωσσικό μας ζήτημα, το κοινό εκφραστικό όργανο για πρώτη φορά όλων των Ελλήνων. Αυτό δεν υπήρχε, το σχολείο νομίζω δεν δίνει τη βαρύτητα που πρέπει στο θέμα αυτό για να προβάλλει και την σπουδαιότητα που έχει διαμόρφωση τις κοινές ελληνικές. Παλιότερα δηλαδή, παλιότερα είχαμε, εγώ τα έζησα αυτά και σαν αυτίες, εσείς δεν τα ζήσατε, εσείς μεγαλώσατε μες στην κοινή νεοελληνική. Εμείς μεγαλώσαμε στον διχασμό δημοτική καθαρέμουσα, τελειώσαμε το δημοτικό με δημοτική και στην πρώτη, να σου υποχρεωθήκαμε, ήταν και εμείς στο κούνταρ του, να μάθουμε κάτι που τότε λεγόταν απλή καθαρέμουσα. Και μας βάζανε τα καημένα να γράψουμε κάτι κείμενα τα οποία δεν τα καταλαβαβαίναμε και εμείς. Στο φουργό, τα όρη, αντί τα βουνάκι, θυμάμαι κάτι, απίθανα κείμενα, εξέσεις δεν μπορεί να τα πεις, που μας βάζανε. Να γράψουμε κάποιους κανόνες που ήταν κάτι σαν αρχαία γραμματική αλλά λίγο πιο εξουμαλισμένη, κλπ κλπ. Μετά από αυτή τη περιπέτεια, το 1974 καθιερώθηκε άτυπα και επίσημα το 76, η δημοτική όπως τότε λεγόταν ως επίσημο όργανο του κράτους, της γραφειοκρατής κλπ. Αλλά αυτό το πράγμα και στα μέσα, ένα θέμα που με απασχόλησε σε μια μονογραφία, πήρε τουλάχιστον 10-15 χρόνια, το βλέπει κανείς, μελετώντας τα βελτίαι βίσκον της εποχής εκείνης, μέχρι να περάσουμε σε ένα κραστικό όργανο το οποίο είναι ικανό να μπορώσει από τα πιο απλά πράγματα και τα πιο δύσκολα πράγματα, από τα πιο τεχνικά μέχρι τα πιο καθημερινά και πολύ σημαντικό πράγμα. Υπάρχει ένα βιβλίο, μπορώ να το έχω αναφέρει καμιά φορά, θα το σημειώσετε αν έχετε έτσι γλωσσικό μεράκι λίγο παραπάνω, λέγεται η νεοελληνική γλώσσα του Πίτερ Μάκκρυς, μεταφρασμένο είναι, στο πατάκι, αυτό το βλέπω σημιστό έμφερμα. Δεν είναι γραμματική αφηγόση, είναι μια περιγραφή της γλώσσας μας από έναν φιλέλληνα, πολύ γνωστό καθηγητή της Οκσφόρδης, συνταξιού εγώ τώρα, ο οποίος έζησε χρόνια στην Ελλάδα, την Φέντινγκ, την Ελληνία και έχει την πολύ χρήσιμη ματιά του απ' έξω, του Ευρωπαίου, που μπορεί να κάνει και συγκρίσεις με άλλες γλώσσες και ιδιαίτερα με την Αγγλική. Εκεί, λοιπόν, θα δείτε πάρα πολλές ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τη χρήση της γλώσσας, για τις χρήσεις καλύτερα της γλώσσας. Και γι' αυτό το θέμα που σας μιλάω τώρα, δηλαδή για τη διαμόρφωση της κοινής του Νεοελληνικής ως ενός βουλωσικού οργάνου ευέλικτου και καθολικού, λέει πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Περιγράφει το πριν και περιγράφει και το τότε, γιατί δεν είναι τωρινό βιβλίο, έχει γράφει πριν από 20 χρόνια περίπου, αλλά παραμένει ένα πάρα πολύ ενδιαφέρουστο, πολύ σύγχρονο βιβλίο και πολύ εύκολο να το διαβάσει κανείς. Μέχρι και στην παραλία μπορεί να το πάρεις, έτσι, εναλλακτικά μηνά περιοδικά και εκεί μπορείς να ξεφυλίσεις μερικές ηλίτσες. Και αυτή είναι και η επιτυχία του βιβλίου, γιατί είναι πολύ πετυχημένο βιβλίο, διαβάζεται πολύ πιο εύκολα από μια γραμματική, ξέρω εγώ, ένα συντακτικό, τα οποία δεν διαβάζονται ουσιαστικά, είναι βιβλία αναφορά σε αυτό, είναι βιβλίο που διαβάζεται. Και ειδικά ορισμένα κεφάλαια προς το τέλος του μιλάνε για το ύφος, μιλάνε για θέματα που δεν τα συναντάσουν πολύ σε βιβλία γλώσσα, γραμματικής κλπ. Και έλεγα λοιπόν ότι η κοινή νεολογία έχει πολύ μεγάλη σημασία και για τα μέσα ως όργανο που εγώ τουλάχιστον διαπίστωσα ως πιο παλιότερος από εσάς που έζησα αυτές τις εποχές τις μεταβατικές, το πόσο ταλαιπώρησε τους δημοσογράφους. Αυτό το λέγαν και οι ίδιοι δημοσογράφοι, δηλαδή για ένα συνέδριο εκεί την εποχή 1180, έτσι, έχουν δημοσιευθεί άρθρα, μικρές εργάσεις και ένα ολόκληρο βουλιαράκι υπάρχει παλιό το πιο ακριβώς από την πόλη την αμηχανία των δημοσιογράφων όπως του όλων των ας πούμε μορφωμένων Ελλήνων, πώς θα πουν το ένα, πώς θα πουν το άλλο, αν θα επιλέξουν αναλόγιο τύπο ή έναν άλλο τύπο. Θα δούμε και κάποια παραδείγματα από ένα ωραίο αρθράκι σχετικά που αποικονίζει αυτήν την πραγματικότητα. Τώρα το πρόβλημα έχει εξομαλυνθεί, δεν υπάρχει παρά σε πολύ μικρό βαθμό. Στην τηλεόραση θα έλεγα καθόν, λίγο στον τύπο ίσως υπάρχει. Δηλαδή κάποια έντυπα όπως κασημερινή σε κάποιες περιπτώσεις, αισθία, αγαπημένη, τα σελίδι, λοιπόν, την πήρα το καλοκαίρι μια φορά και την ξεφύλισα, όμως, ευαρνάγνωστη, ενδιαφέρον, μια οπτική. Άλλα η γλώσσα της είναι σκατσιούχο, αεροπαγγίτη, αρχιεπισκόπη, κερπακόπη, σε πολλά κομμάτια με τελείωση, σε δεκάσεις. Δεν έχει διαρραιμίσεις, δεν έχει πολλά πράγματα, πάντως έχει ψαχνό σκέπτο, έχει πολύ κείμενο. Έτσι είναι τη διαβάση, γιατί δεν θέλεις να την ξεκουκαλίσεις ανάμεσα σε δύο μπάνια. Λοιπόν, περί αυτό θα μιλήσουμε σήμερα και έλεγα ότι πρέπει να ξεκινήσεις από αυτή τη πλατφόρμα των διαφορών του προφορικού και του γραφού, γιατί από εκεί μπορεί να βρει μια εξήγηση για όλα, γιατί υπάρχει μια αντιστοιχία ανάμεσα σε προφορικό λόγο και καθοδηλουμένη γραπτό λόγο και λόγια γλώσσα, ανάμεσα στα οποία πρέπει κανείς να κολυμπάει με ευκολία, ώστε να μπορεί να διαχειρίζεται και τον πιο ειδικό, όχι καλύτερα γλωστικά καταρτισμένο, το πιο ειδικό σε κάποια θέματα. Εσείς δεν θα είστε τόσο ειδικοί στη βιολογία, στην αστρονομία, στην πληροφορική, οπουδήποτε, θα είστε διαμυσολογητές στο μεγάλο κοινό, αλλά πρέπει να έχετε ένα επίπεδο γραμματισμού αρκετά ψηλό και νομίζω η σχολή το προσφέρει, θέλει να το προσφέρει, τουλάχιστον, με το πρόγραμμα που έχει, με την ευρεία, ας πούμε, γκάμα μαθημάτων και παρακολουμιών, ώστε και τα κείμενά σας και ο λόγος σας να είναι σε ένα επίπεδο αρκετά ψηλό πάνω από το καθημερινό κουβεντολόι, αλλά όχι και προς τη λογιωσή, προς το διαρρουνό μενίστοιχο στυλ. Γι' αυτό και ένα βίντεο που έχω έτσι δεύτερο να δούμε, ακριβώς καυτηριάζει τον Κουλτουριάρη. Μια λέξη που ξεχάστηκε, αλλά που στα πρώνια μου ήτανε πάρα πολύ μεγάλο θέμα, συστηθήκε πάρα πολύ, γιατί ήτανε ουσιαστικά ένας τύπος της μεταπολίτευσης, δεν ξέρω λέει σήμερα Κουλτουριάρη, το λέτε? Α, ναι. Λέω πως έχει αντικαταστάσεις από κάτι άλλο. Ήταν τότε, θα σας στείλουν να δείτε και ένα πολύ ωραίο κειμενάκι του, φαντάζουν ότι τον ξέρετε ή τον είχε ακουστά, ο Ψιανόπουλο, το ποιετή, του Θεσσαλονίκου Έτσι, έχει μια συνομιλία με έναν λογοτέρνη της Θεσσαλονίκης, τον Περικλήτο Σφυρίδη. Κάποιοι τον ξέρουν, φαντάζουν, ο οποίος έχει ένα σπαρταριστό λόγο, θα έλεγα, κατηγορητικό βέβαια, αντίον των διανοημένων της λίγο παλιότερης εποχής, αλλά από τι καταλαβαίνω δεν έχει εκλείψει το είδος. Τότε ήταν σε έξαρση ο τύπος του κουλτουλιά, για ένα πολύ συγκεκριμένο λόγο, φαντάζουμε ότι λίγο έχει εκλείψει, έχει αποχρωματιστεί, αλλά φαίνεται ότι κάνω λάθος. Επειδή τα έχω ζήσει αυτά μαζί με όλη τη γενιά μου την εποχή, υπήρχε μετά την κουλταμία τρομερή, πώς να πω, έξαρση βυτικοφιλίας σε ό,τι αφορά τη διανόηση, τον κινηματογράφο, τη φιλοσοφία, μεταφράζονταν σωριδών βιβλία, πολλές μεταφράσεις πολύ κακές, πάρα πολύ ιδιωτικοί εκεί, να φανταστεί ότι υπήρχαν καμιά δεκαριά περιοδικά κινηματογράφοι. Το σοβαρότερο εκ των οποίων, ως έγχρονος κινηματογράφος δεν υπάρχει σήμερα, ήταν σχεδόν μετάβρος από τα Γαλλικά όλο το τέφος. Ετέφραζε τα Καχαίδη Συνέμα, ένα πολύ διανόμενοι σαν το περιοδικό και γενικά είχε και μια περίπτωση ατμόσφαιρα μιας διανόησης ξενόφεπτης τα Λιβικά. Δηλαδή αντιγραφικής, πώς να πω έτσι, μαϊμουδίζουσας. Αυτόν τον τύπο καυθυριάζει ο Χριστιανόδρος σε αυτό το πετουμενάκι του. Και το αναφέρω ως ένα περιφερειακό στοιχείο, δεν αυτό που κυρίως θα μας απασχολήσει. Αλλά εν πάση με τόσο πολλά είπα, ας δούμε λίγο. Τι θα δούμε, το πρώτο. Το βρήκα, είναι ένα μικρό βιντεάκι από μια μαρτυρία που παίρνει στο Άλτερ, το Παλαιοποτέ. Ο Χαρταρβέλλας από έναν κοινικό μάλλον, κάπου στη Θεσσαλία, εμείς το κάνουμε στη Θεσσαλία. Η διάλεκτος γλώσσα που μιλάει, είναι ακριβώς αυτή η χαμηλή ποικιλία για την οποία συζητάμε και είναι ένα από τα πάνπολα δείγματα. Θα τα δούμε και γραφτεί και θα τα σχολιάσουμε. Ας το δούμε, όμως, πρώτα αυτό. Ας το δούμε. Πηγαίνουμε στιγμή να δούμε, χτυπάει, όταν έχετε ψηλάκια και είμαστε 10 μέτρα, δεν ξέρουμε ποιος θα χτυπήσει το πολύ. Αυτό το πολύ χρήσιμο άρθρο, το οποίο θα σας το στείλω κιόλας, έχει ένα υλικό σχέδιο, έχει ένα υλικό λίγο παλιότερο, αλλά δεν έχει καμία σημασία. Χωρίζει το λόγο, τις μαρτυρίες σε δυο μεγάλες κατηγορίες, στο λόγο των ειδικών, φαίνεται, έτσι, ο λόγος των ειδικών. Υπάρχουν διάφορες μαρτυρίες και έχει ενδιαφέρον, θα δείτε βέβαια και τα σχόλια της αγαπητής συναδέλφου μου, αλλά ας τα σχολιάσουμε κι εμείς. Έχουν στενή σχέση με αυτό που είπα προηγουμένως, δηλαδή με το χαμηλή και γλωσκή δικηλεία, με το δημοτική καθαρέουσα, είναι λόγος τηλεοπτικός, έτσι, από μαγνητοφορημένους και λοιπά, δεν είναι γραφτός λόγος. Στο πρώτο, όπως βλέπετε, μιλάει ο πρόεδρος νοσοκομείου 55-60 ετών, έχει σημασία και η ηλικία και το φύλο και η επαγγελματική ταυτότητα, όπως δείχονται. Ήταν ήδη νεκρή μετά το ατυχές περιστατικό, το οποίο είχε σε κοινωνική εμβείλωση. Θα μιλώσε έτσι ο κυνηγός? Όχι. Όχι, βέβαια. Καλά, όχι ότι αυτό είναι ένα πολύ ακραίο παράδειγμα λογιωσίας, αλλά εν πάση περίπτωση είναι σε ένα επίπεδο το ατυχές για παράδειγμα, είναι μια λέξη μορφολογικά λόγια, η οποία σχετικό θα περιμένει κανείς να ακουστεί απ' το στόμα του διαλεκτικού μιλήτη, του διαλεκτόφου. Τώρα, για να μην το ξεχάσω, ένα πρόσφατο παράδειγμα, πάρα πολλά, έβλεπα με την άδεια σας προχθές πάμε ο πακέτος. Δεν το κάνω συχνά, μη μου βγήκε το όνομα, αλλά παρατήρησα το εξής, ήταν ένα ζευγάρι από ένα χωριό της Βέρια, μπορεί να το είδατε κι εσείς. Μια χάρη στο παιδί και τους φιλοξένησαν κάποιοι Κύπριοι στην Αγγλία, μου έκανε εντύπωση ο τρόπος που μιλούσε ο άντρας του ζευγαριού, αγρότιστανο άνθρωπος, καλλιεργητής ροδακίνων, ήταν επίγονη προσπάθεια να αποκρύψει τα διαλεκτικά του στοιχεία, την απλή γλώσσα που μιλάει στο καφενείο μαζί με τους συνομιλίκους και με τη γυναίκα του Σαρσουμπίτ και λοιπά. Αν πρόσεχε κανείς το λόγο του, είχε κάμποσες λέξεις λόγιες που εγώ τουλάχιστον δεν περίμενα να τις ακούσω. Με είχε και όρους ιατρικούς που είχε πάρα πολλούς, γιατί άλλοι πια μεσοκομεία του είχαν τον παιδί, γιατρί, τον άλλο κλπ. Μου έκανε πολύ εντύπωση. Αν τον έβρεξε τον άνθρωπο που το προφίλ του ήταν ενός άνθρωπος αγρότης, αυτό δεν σημαίνει ότι αγρότης δεν έχει καλά μόρφωτια, ήταν λολοφάνο την προστά στην κάμερα, κάποια λολοφάνερα μια προσπάθεια να ανέβει στην ψηλή μυγήλια. Είναι θέμα που θα μας απασχολείς και στη συνέχεια θα το δούμε έτσι και θεωρητικά. Πρώτο παράδειγμα λοιπόν είναι αυτό. Ξαναγυρίσω τα παραδείγματα. Δεύτερη μαρτυρία, το βλέπετε. Κοιτάξτε τώρα τη διαφορά, έτσι. Προσέξτε λίγο τη διαφορά. Αυτά εσείς θα τα γράφετε ή δεν θα τα γράφετε, θα τα γράφετε αλλιότικα. Εδώ είναι μαρτυρία μεσήλικας γιατρού, καταλαβαίνετε τη διαφορά. Μεσήλικας γιατρός σημαίνει ένας άνθρωπος που έζησε τη δημοτική καθαρέμψα. Η γιατρή ξέρετε, θα το έχετε διαπιστώσει κιόλας ε, και για λόγους επαγγελματικού γοήτρου έχουν μια τάση να υπερβάλλουν σε τεχνικό λεξιολόγιο. Θα πάει σε οποιοδήποτε γιατρό να σας εξηγήσει τι έχετε. Αποδερματολόγο, μεχπαθολόγο, ό,τι θέλετε. Θα είναι στις δέκα λέξεις, οι τέσσερις, πέντε θα είναι όροι γιατρικοί. Δεν είναι απαραίτητοι, αλλά το κάνουν συστηματικά για να σου δείξουν την επιστημονία, να σου δείξουν ότι είναι καλή γιατρικοί, δεν είναι απαραίτητοι. Πιθανόν, αλλά και οι νέοι δεν διαφοροποιούνται εντελώς. Εκομίστη, κοιτάξτε τα ελληνικά τώρα. Εκομίστη σε βαρειά κατάσταση, μπορείς να πεις και σε βαρειά κατάσταση, θα μας τρέλουν τότε, με μια κρανιοεγγεφαλική, καλά αυτό το ξέρουν όλοι έτσι, έλληνικα στατισμός του δράματος και μεταφέθηκε στη Μονάνα Εντατικής Δραστηριότητας του Ωσοκομείου του Αγίου Νικολάου. Τι από αυτά δεν θα έλεγε ο συγγενής του τραυματισμένου, του εκομίστη, νομίζω δεν θα του έλεγε σίγουρα, το κρανιοεγγεφαλική κάκοση αποκλείεται να το έλεγε. Είναι γνωστό, το έλεγε πρώτα, μόνο αν του το έλεγε πρώτα ο γιατρός και αν του το έλεγε ο γιατρός, είναι γνωστός όλος εγώ νομίζω, πίθανο. Πόσες φορές το έχεις πει στη ζωή σου, εγώ μία, σωρά σήμερα. Το εκομίστη το έπανες, καμία περίπτωση, ο εκομίστης το έλεγε πρώτα, ή τους διακομιδοί ασθενούς και διάφορα τέτοια που λένε. Το καθαρισμός τραυματισμίσεις, αν και δεν είναι πολύ λόγιο, ρίμασε το κανένας από τους άνθρωπους, του καθαρίσαν την πληγεία του, έτσι θα το ρίξει. Εδώ είναι η διαφορά ονοματοποίησης και ας πούμε ρηματοποίηση, γιατί η ονοματοποίηση, το έχουμε πει, είναι γνώσμα της επιστημονικής γλώσσας και είναι πιο αφιερημένη δομή. Πάμε παρακάτω να δούμε και άλλα. Θέλω να πω ότι όταν είσαι δημοσογράφος και έχεις ένα κείμενο τέτοιο, ένα λόγο τέτοιο, αν θες να το μεταφέρεις στο δικό σου κείμενο, πρέπει να κατεβάσεις το επίπεδο τεχνικού λεξιολογιού, να αντικαταστήσεις λέξεις, να δεις ποιες θα κρατήσεις. Τρίτη μαρτυρία, δίνει μάχη να σωθεί. Εδώ είναι η ιατροδικαστής και αυτός είναι το επαγγελματός, φέρει ένα τραύμα εξαπολίτου επαφής στον αυτοδιώστοση, στην περιοχή της κεφαλής, όχι του κεφαλιού, είναι διαμπερές και μονείρες. Το διαμπερές το ξέρουν αρκετοί, το μονείρες δεν νομίζω. Ούτε το διαμπερές. Το διαμπερές τραύμα, ναι, νομίζω όσο πάει στρατόξ, λίγο πολύ οι άντρες το έχουν ακούσει κάτω. Το διαμπερές ως διαμέρισμα, ναι, όχι ως τραύμα. Ναι, η λέξη όμως είναι γνωστή, που περνάει και πάει μέχρι την άλλη άκρη, δεν είναι τόσο. Το εξαπολίτου επαφής είναι πολύ λόγιο, το φέρει τραύμα και αυτή η δομή φέρος είναι λόγια. Λοιπόν, και εδώ έχουμε ένα επίπεδο πολύ λόγιο, πολύ τεχνικό. Τέσσετα δηματητήρια, ματωμένος αραγώνας, δικηγόρος, 65 χρονών. Πρόκειται περί κλασικής περίπτωσης στο διορθόνι, δεν του κάνει περιπτώσεως αμελίας. Το αμέλι είναι νομικός όρος, φόνος αξαμελίας όπως λέμε. Και μέσα σε 4-5 λέξεις βλέπετε ότι έχει δύο τεχνικούς όρους. Άστραψαν τα στυλέτα, πέμπτη μαντήρια. Εδώ έχουμε έναν διοικητή ασφαλείας νησιού του Αιγαίου. Τι λέει αυτός, έχετε ακούσει αστυνομικούς βαθμοφόρους να δίνουν περιγραφή ενός ύποπου που είναι λύφη. Δεν σας κάνει εντύπωση το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν. Εγώ βλέπω και νέους ανθρώπους δεν μπορεί να είναι πάνω από 50 και μιλάνε σαν 80-90 χρονών. Από τις στρατιωτικές σχολές, από τις σχολές της αστυνομίας μαθαίνουν αυτό το λεξιλόγιο. Και θεωρώ ότι ακόμη και οι στρατιωτικοί δεν μιλάνε τόσο αυστηρά. Τι λέει αυτός, οι τέσσερς αφού τους παρεσχεύσαν η πρώτη βοήθεια της αυτοδιόρθωσης, στο νοσοκομείο ανεχώρησαν, όχι αναχώρησαν, ούτε έφυγαν. Οι δεν πέμπτωσαν, εξακολουθεί να νοσηλεύεται και αυτό πάλι είναι φόρμουλα. Είμαστε σε μια μέση κατάσταση, αλλά υπάρχουν και τα λογεστικία. Γιατρός του νοσοκομείου Τρικάλο, να η Θεσσαλία πάλι. Το παιδί προσεκομεί, το παιδάκι, προσεκομεί στη σεμάς σε κατάσταση μη αναστρέψει, με μυδρίαση, χωρίς ηλεκτροδραμμία κλπ. Αν και η δεύτερη πρόταση δεν είναι, αν κάποιος είσαι ετοιμός να το γυρίσει ανάποδα, να πατήσει λίγο την κοιλιά του, όχι την χειλία του, την κοιλιά του, και δεχόμαστε να κάνετε μητέρα πνοή, στόμα με στόμα, όπως λέμε. Αυτός είναι και αυτοίς τους λόγους. Έτσι θα μπορούσαμε να μιλήσουμε. Αλλά το πρώτο κομμάτι είναι ο διχασμός εδώ φαίνεται ανάμεσα στην ψηλή και τη χαμηλή κοιλιά. Και αυτό εξηγεί, βέβαια, και τις λοιπάκεις της συνέχεια. Ας το μεγαλώσουμε λίγο. Αν και εσείς με τα κοιλιντά τώρα έχετε συνηθίσει στις ψηλές. Κόντρα για την αποζημίωση, δικηγόρος, 60-65. Αυτό είναι μεγάλο. Τώρα έχει να κάνει με μόλυνση από αίμα μιας γυναίκας. Και λέει, λοιπόν, ο δικηγόρος, δεν τα έχουμε και νέους δικαστάσεις. Πολυδικαστές δικαστάσεις. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν μεστησία και κοινότητα να δώσουν, και δώσαν μάλλον, απάντηση στο κράτος. Το κράτος βολιάχ, το κράτος το ανάγκητο, το κράτος αυτό το οποίο δεν καταλαβαίνει τίποτα και νομίζει το τζογαδόρικο κράτος. Έχουμε, από όλα είχαμε ξέρεις, και λόγιους τύπους, δικαστάσεις, αλλά και λαϊκόλεξη, λόγιο τζογαδόρικο κράτος. Και παρά το ότι, και αυτό σημειώσετε το κατανούενο, η διάκριση υψηλής-χαμηλής ποικιλίας ή λόγιας γλώσσας, καθημερινής γλώσσας, είναι μελλ χρήσιμη, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και μίξεις, δεν υπάρχουν και ιδρυβικές περιπτώσεις. Απάντως στον λόγο των ειδικών, αυτον δηλαδή όποιοι συμμετέχουν στην ενημέρωση, στην επικοινωνία, μπορεί να είναι ειδικοί, αυτός είναι το σαράς. Υπό την έννοια αυτή είναι και αυτός ο ειδικός, αλλά στην ενημέρωση δεν συμμετέχει ως συσνολόγος για την πρώτη περίσσισμού. Είναι σπαγδαριστό το απόσπασμα αυτό. Τι να σας πω, πρέπει να το δείχνεις. Τρώμαξα τόσο πολύ που δεν ήξερα πού ή βρισκόμουν, πού ήμουνα, τι έπαθε το καΐτι μέσα, τι τρεμότανε το καΐτι, τι χτυπούσε, πας έξερα, έπεσε πάνω σε ήβε και λοιπόν χοροπίδαγα ολόκληρωσα και ένα σωρό. Είναι πάρα πολύ ζωντανή αφήγηση με πολλά στοιχεία διαλεκτικά, στο σχέδιο λόγου και λοιπόν, που διαφέρει πάρα πολύ από την... Κοιτάξτε λίγο τι λέει ο δημοσιογράφος, ας πούμε, στο κάτω, στο εκφώνημα χαμηλά. Εκείνη τη στιγμή μες στη θάλασσα πώς ήταν την ώρα της σεισμικής δόνυσης. Θα μπορούσα να πει του σεισμού. Χρησιμοποιεί μια φράση που θα τέριασε στο σχόμα σεισμολόγου περισσότερο παρά δημοσιογράφη. Και λοιπόν, και λοιπόν. Ας δούμε και μερικά άλλα παραδείγματα. Τραγωδία σε αραβώνα. Αυτό της μάρτυρας. Συγκενής της νύφης, από τον πατέρα του Αγγέλι Πά. Στην Κρήτη μάλλον. Είχε κάνει σαν την Κρήτη. Το όπλο το έβγαλε από την τσέπη του, βγάζει το υποθετικό... Α! Πληροφορία! Βγάζει το υποθετικό από την τσέπη και κύριε την ώρα που πάει να το σηκώσει. Σε αυτή τη φάση και λοιπά πολλές κινήσεις. Πέσα νυσφαίρες και λοιπά. Λόγος απλός, καθημερινός. Εδώ, ληστεία σε υποκατάστημα του Ίκα. Και εδώ απλός λόγος. Μια διευθύντρια μέσης ηλικίας. Και αναμένουμε να υπάρχει τεχνικό λεξιλόγιο. Α! Εδώ, να σταθούμε λίγο. Ο πατέρας ενός πυροσβέστη θύματος δυστυχήματος. Λέει, η αλήθεια είναι το αυτοκίνητο που αποδεικνύουν από τα στοιχεία... τα οποία έχουμε από το βιβλίο βλαβών, το δελτίο κινήσεις πέντε μέρες καταγραμμένο από το ατύχημα αλλά και από τις κατευθέσεις των οδηγών. Δεκαπέντου το αυτοκίνητο είχε πρόβλημα στα φρένα. Και να σημειωθεί εδώ και λοιπά και λοιπά. Κανά δυο τρία ακόμη. Α! Πηγαίνουμε τώρα. Είμαστε στους μήδικους έτσι. Στους μήδικους πρέπει να συμπεριλαμβούμε και ανθρώπους που κάνουν χιούμο, προκαλούν με τον λόγο τους, χρησιμοποιούν και άσχενο λεξιλόγιο. Τα έχει όλα αυτά η τηλεόραση. Όπως το τελευταίο παράδειγμα που θα δούμε εδώ. Και ακόμη και εκεί πρέπει να είναι σετοιμό τοιοπιμοσογράφος για να παίξει ένα ρόλο πυροσβεστικό, να το πω ένα ρόλο εξοσοροπητικό ανάμεσα στο λαϊκό και φορτισμένο λεξιλόγιο και το νυφάλιο που δετεροφανέσει πως πρέπει να είναι το νελτιό. Ο Χαριτοδιπλωμένος, γέρατε, ένας παλιός ροκάς, νομίζω είχε, αυτό λέει κιόλας, διαγνωστή τότε, υπόθεση με κόντερα και ναρκωτικά στιγμή. Αποκλείεται να το εννοούσε, δηλαδή το λόγιο τύπο. Θαλευκορούμαστε καθαλή κανονικά, αλλά αυτό είναι ολοφάνερα σαρκαστικό, αν τον ξέρετε κιόλας, διότι πρέπει, γιατί πρέπει, να δώσουμε κατάσταση στις αρχές να κάνουν τη δουλειά τους. Πολύ ωραίο δημοσογράφος, λοιπόν, όπως ξέρετε, δεν ενμπλεκόμεθα ένας πληθυντικός γεωνικός μεγαλοπρέπειας, ενώ γι' αυτόν πρόκειται. Μιλάει ότι είναι αυτός ο πληθυντικός κυμάτης με λόγια μορφολογία και μας έχουν καλές γιαγκατές κλπ. Μια περίπτωση, κάπως ιδιά ζούσα. Ξέρω εγώ, θα περίμενε κανείς από έναν πουλικάκο, από έναν πανούς, έτσι, πανούς, να μιλήσει κάπως έτσι, με αυτού του τύπου. Ρίκτερ στη Ζάκυνθο. Α, εδώ έχουμε μια άλλη περίπτωση, λίγο ας την προσέξουμε, τελειώνουμε με τα παραδείγματα. Δέκα, τέταρτη μακτυρία. Μεσίλη Κασάνδρας, Κάψονα στην Αθήνα, καλοκαίρι. Κοιτάξτε, εγώ έχω συνηθίσει τον Κάψονα γιατί δούλευα στα αρακτικά ημειράτα και νομίζω ότι είναι για μένα αυτό κάτι βατό, όπως καλά σβολιάζει. Λοιπόν, πέραψε τα θέμα του Πανελλήνου εξετάσεις όταν του Κάψονα. Αυτό το βατό έχει γίνει για παραγίνη μου φέραντε. Παράδειγμα, δεκαπέντε φωτιά σε υποσταθμό της ΔΕΙ. Έχουμε μια ελαφρά διαλεκτική προφορά μαζί με τεχνικό λεξιλόγιο. Η ανάφλεξη γίνεται ανάφλεξη μικροεικρίξης, μία διαμαρτυρία νευροπαθούς και χιούμορ στο 17. Ωραίο, καλό ζωάκι, γίνεται σούπα για έναν πίθον αυτό. Έχει και το άσεμνο λεξιλόγιο 19 μαρτυρία και έρχεται και λέει μου ρίς 100 γρια θα σε σκουτώσουν. Ε, τώρα αν είσαι δημοσιογράφος πρέπει να έχεις μια ετοιμότητα. Αν δεν επέμει το μοντάζ να τα καρατομείς αυτά, κάπως να το σώσεις το πράγμα. Και τελειώνουμε την 20η μαρτυρία η οποία είναι το αποκορύφωμα της αρέσεις και όλας της συναδέλφης μας αυτά τα αλμυρά. Επιστοφή μαρτύριου για... Επιστοφή σταστικά κέντρα μετά από Σαββατοκύρια. Ε, δεν μπορώ να το διαβάσω η αγωγή μου, τώρα δεν μου επιτρέπει. Έτσι, χήμα και τσουβαλάτα. Είναι διάφοροι που διαμαρτύνονται εκεί σε ρεπορτάζ, στην Εθνική Οδόφου, σε κάποιο ποτυλιάρισμα υπόθετο. Και εκεί κάπως πρέπει κανέσας να το σώσει. Όλα αυτά είναι αυθεντικά, είναι γλώσσα, αν θες να αποτυπώσεις την πραγματικότητα αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν είναι λογία, δεν είναι εξορραησμένη, δεν είναι κοψεγόμενη. Και είναι στο χέρι σας, όχι να την εξοβελείστε, ούτε να την ωραιοποιείστε, απλώς να κρατήσετε έναν ρόλο που θα λέει έξυς ωραιοποιητικότητα. Λοιπόν, αυτά σαν πρώτη εφόρμηση. Για να πάμε τώρα στο πρώτο κομμάτι. Σημειώστε και κάνετε έτσι σαν μια extra πληροφορία, αν και υπάρχουν και στην ύλη που θα σας στείλω και στέλνω και πριν τις γιορτάσεις έτσι να την έχετε έτοιμα. Προστάει σας να ετοιμάσετε σιγά σιγά. Εκτός από το βασικό κείμενο για κάθε μάθημα που πολλές φορές είναι σημειώσεις, γιατί δεν υπάρχουν όλα στο βιβλίο, υπάρχουν και κάποια βοηθητικά κείμενα. Δεν είναι ύλη των εξετάσεων, έχω κουραστεί να το λέω αυτό το πράγμα και θεωρώ πολύ συχολικό να δέχομαι αυτήν την ερώτηση. Αυτό το έχουμε, το άλλο το έχουμε, τι θα πει το όχι να. Υπάρχουν μερικά κείμενα τα οποία δεν προσφέρουν για τις εξετάσεις, αλλά είναι πάρα πολύ χρήσιμα. Δύο από αυτά αντιστοιχούν στο σημερινό μάθημα. Αν θέλετε σημειώστε, εκτός από αυτό που τυχαίνει να είναι δικό μου, υπάρχουν άλλα δύο κείμενα. Μικρά είναι αυτά, ανάμεσα σε δυο καφέδες θα διαβάζει. Είναι το κείμενο της Γιαννουλοπούλου της Γιάννας, το οποίο συστήνω να το δείτε κυρίως για το θέμα του πώς άλλαξε η γλώσσα μας μετά το 1976 και πώς σιγά σιγά αποχρωματίστηκε η καθαρέμουσα και προέκυψε η κοινή νεοελληνική. Αυτό είναι χρήσιμο κείμενο και αφορά το μάθημα. Επίσης υπάρχει ένα άλλο κείμενο της Ρέας Δελβερούδη, που είναι εισαγωγικού χαρακτήρα και λέει τι σημαίνει βλωσική επικοιλία. Είναι επίσης μια πολύ βασική γνώση γιατί, διότι εξηγεί με απλό τρόπο τι σημαίνει διάλεκτος από τη μία γεωγραφική κοινωνική και από την άλλη τι σημαίνει επίπεδο ύφους. Το επίπεδο ύφους αφορά απολύτως, δηλαδή αυτά που λέμε, το που λέμε αλλιώς και register, register σημαίνει χρειά μουσικού οργάνου, αυτή η παλιά σημασία της λέξης, ειδικά της Γαλλικής το register, αλλά αυτό κατέληξε σήμερα να σημαίνει στην προσωλολογία το ιδιαίτερο ύφος με το οποίο μιλάει ένας άνθρωπος, μια ομάδα, μια επαγγελματική ομάδα και λοιπά. Θα ούν λοιπόν εισαγωγικά έτσι μερικά πράγματα για τις διαφορές προφορικού και γραφτού λόγου και μετά θα πάμε στο θέμα αυτό που θα αναπτύξουμε κυρίως, δηλαδή πώς συνδέεται η θημονική τάξη με τη γλωσσική της κοιλότητας. Τέσσερα ζητήματα βασικά αναπτύσσουν σε αυτό το κείμενο. Εδώ έχω το βασικό κειμένο, αν θέλετε μπορώ να σας στείλω και τα υπερκείμενα, τα υποστηρικτικά, τα οποία είναι χρήσιμα, πιστεύω, για τη φιλιογραφία. Καταρχήν ποια είναι η διαφορετική τους φύση. Αυτό πρέπει να σας προβληματίσει και να σας προβληματίζει συνέχεια αν δουλεύετε σε τύπο ή περιοδικό ή διαδίπτειο αφενός ή σε ηλεκτρονική δημοσιογραφία φυτερό. Είναι τελείως άλλο πράγμα, τελείως. Αρκετά πολύ διαφορετικό πράγμα ο γραπτός και ο προφορικός λόγος. Ποιος είναι πιο δύσκολος? Ο γραπτός. Ο προφορικός. Ο προφορικός. Ναι, γιατί? Ο προφορικός γιατί, ο γραπτός γιατί. Ο προφορικός. Αυτό είναι. Και εσύ δεν είσαι ο γραπτός. Πιο δύσκολος. Ναι, πιο δύσκολος ο γραπτός. Εσείς είστε πιο δύσκολος. Το αντίθετο. Το αντίθετο. Δεν καταλαβαίνω. Ακούσατε, δεν άφησαν. Όχι, όχι. Όχι, ενώ ότι είσαι ο γραπτός μπορείς να έχεις να χάσεις περισσότερα και να το εγκωμπώσεις καλύτερα. Ενώ είσαι προφορικός. Α, το αναλύω αυτό το θέμα. Άρα ο παράγοντας χρόνης είναι αυτός που κάνει δύσκολο τον προφορικό λόγο. Σε κάθε περίσταση. Όχι σε κάθε περίσταση. Αν θέλεις να μιλήσεις σε... Σε δημόσια περίσταση. Α, εντάξει. Σε προφορικό δεν είναι δύσκολο. Αν θέλεις να μιλήσεις επίσημα όμως και να χρησιμοποιείς σίγουρα όσο δύσκολα είναι δύσκολο. Συμφωνείτε. Ναι. Συμφωνώ απλά. Απλά ή απλώς. Απλώς. Αλλά όλοι λένε σχεδόν απλά. Απλώς θέλω να μιλήσω μόνο. Μόνο. Απλά με απλό τρόπο. Ναι. Απλά. Ο προφορικός γραφτός είναι και γραφτός. Γιατί... Ποιος που? Ο προφορικός είναι και γραφτός. Γιατί στις ομιλίες στις σηματικές υπάρχει ένα κείμενο γραμμένο. Αυτός είναι εκφωνούμενος. Ναι. Γραφτός. Εκφωνούμενος. Α, αυτό δεν θεωρείται προφορικός γραφτός. Αυτό δεν θεωρείται προφορικός γραφτός. Έχει στιχεία προφορικότητες αλλά δεν είναι γραφτός. Προφορικός είναι ο αυτοσχέδιος. Ακόμα και ο προετοιμασμένος. Αλλά χωρέσεις χειρόγραφο. Α, όμως, δεν θεωρούσατε ότι είναι και εκείνος εξωτερός. Ναι, εκείνος έχει κάποια άλλα προβλήματα. Το ζωντανέμα τους. Πώς θα το διαβάσει καλά ή πώς θα τους κάνεις να ξεχάσουν ότι είναι γραφτό κείμενο. Εμείς την αγόρεψε, ας πούμε, στη Βουλή ή κάτι τέτοιο. Εκεί δεν υπάρχει, όμως, η δυσκολία που είπε η Ελένη του αυτοσχέδιου οικοφορικού υποποίησης χώρου και είναι άλλο. Εκτός αν παρεμβράλλεις στο γραφτό κείμενο σχόλια δικά σου που το κάνουν μερικοί, τότε είναι μια μείξη γραφτών και υποφορικών λόγω αυτή μια άλλη. Συμφωνείτε? Πολύ πιο εύκολα το να θέλεις να σκεφτείς εκείνη τη στιγμή, να στρέβεις το λόγο σου. Είναι πολλές παράδειγματα. Καταρχήν μια παράδειγμα είναι αν μιλάς μόνος σου ή συνομιλείς με άλλους. Ξέρω εγώ τώρα, εγώ μιλάω μόνος μου εδώ, κατά μία έννοια. Αν συνομιλήσεις σε ένα πάλι προφορικός λόγος άλλες δυσκολίες εκεί. Αν είσαι σε ένα περιβάλλον που το ελέγχεις είναι πιο εύκολα τα πράγματα, ο δάσκαλος συντάξει. Ναι. Ο γραφτός λόγος γιατί είναι πιο δύσκολος? Πες μας, πρέπει να το εξηγήσεις. Ναι, βασικά πιστεύω ότι είναι πιο δύσκολος, επειδή πρέπει να στρέψεις καλύτερα από τους προφορικούς λόγους. Έχεις χρόνο, όμως. Έχεις άνεση χρόνο, ε? Έχεις χρόνο, όμως πρέπει να το κάνεις τελείο ακριβώς αυτού του λόγου. Τέλεια, υπάρχει τέλεια γραφή? Όχι, δεν υπάρχει. Όσο καλύτερα που λάβεις. Σε εγώ πιστεύω και εγώ στο μάθη μου. Ο προφορικός σαγχώνει και εκείνη τη στιγμή πρέπει να τα σκέφτεσαι με τα λες. Σαγχώνει και εκείνη τη στιγμή πρέπει να τα σκέφτεσαι με τα λες. Σαγχώνει, αλλά ακριβώς επειδή έχουμε όλο το βάρο, πρέπει να τα σκεφτώμε. Ναι, καλό. Τέλος πάντων... Ποιο είναι πιο δύσκολος τελικά? Θα σας πω αυτά που έχω να πω και θα καταλήξουμε. Το πρωί από τώρα. Και από την άλλη μπορώ να πω και την προσωπική μου εκκλησία, που είναι άλλο πράγμα από την, ας πούμε, η πιστημονική. Μπορεί δηλαδή σε μένα ο γραφός να φαίνεται πιο εύκολος, ή ο προφορικός, αλλά αυτό και άλλο το τι θα πούμε εδώ. Είναι πολύ γενικά για την έρευνα πάνω στις διαφορές γραφτού. Το οποίο πρέπει να πω είναι ένα θέμα πάρα πολύ πελετμένο, πάρα πολύ δουλεμένο. Έρευνα πολλά πρώτα και παρ' όλα αυτά δεν έχουν καταλήξει. Μάλλον η σύγκληση δεν είναι καθολική των απόψων. Είναι δύο θεμελιώδεις και διαφορετικοί, αλλά και αμοιβαίοι. Δεν υπάρχει γραπτός λόγος χωρίς προφορικό και δεν υπάρχει υπροφορικός χωρίς γραπτό λόγο. Δεν νοούνται αυτά τα δύο. Επίσης ας κρατήσουμε και αυτό γιατί τη δημοσιογραφία έχει πρακτική αξία. Μπορεί να γίνει μεταγραφή από τον ένα στον άλλο. Δηλαδή ο προφορικός όπως είδαμε. Και μάλιστα εδώ σε αυτό το άρθρο, κάτι που δεν το ξέρετε μάλλον, η μεταγραφή γίνεται με τη μέθοδο της ανάλυσης συνομιλίας. Δηλαδή έχει πάρα πολλές λεπτομέρειες να προσέξετε. Που ανεβαίνει η φωνή, η διακοπία των παύσεων. Έχει μικρές λεπτομέρειες που αν ανοίξεις μια εφημερίδα που έχει μια συνομιλία. Θυμάμαι τα νέα παλιότερα είχαν μια στήλη 20 ερωτήσεις. Τη στέλναν τις ερωτήσεις σε έναν πολιτικό, έστελνε τις απαντήσεις και τις αναμείνουν. Ερώτηση, απάντηση, ερώτηση, απάντηση. Δεν ήταν μία πραγματική συνομιλία δηλαδή. Εκεί όλες αυτές τις λεπτομέρειες της ζωντανής συνομιλίας χάνονται. Δεν υπάρχουν. Είναι σαν τα σχεβασμένη συνομιλία. Πάντα δεν το προετοιμάζουν όμως κάπως. Εντάξει, αλλά άλλο είναι να το προετοιμάσεις και να γίνει ζωντανά η συνομιλία με τα πρόβλεπτά της. Και άλλο αυτό που είπα εγώ προετοιμένως, που είναι τελείως άλλο πράγμα. Θέλω να πω ότι γενικά αυτές οι λεπτομέρειες που έχουν πολύ μεγάλη σημασία και τις έχει αναδείξει η ανάλυση της συνομιλίας, αλλά αυτό δεν της ώρας, οι δημοσιογράφοι ούτε χρόνο έχουνε, ούτε γνώσεις. Και γενικά δεν τους ενδιαφέρουν, τους ενδιαφέρει το περιεχόμενο πιο πολύ παρά τη μορφή του λόγου και τα άλλα τεχνικά θέματα. Λοιπόν, άρα μπορεί να γίνεται τα γραφή του προφορικού στον γραπτό, χωρίς μεγάλες απώλειες νοήματος, μεγάλη ζήτηση αυτή, και του γραπτού στον προφορικό, το παράδειγμα που πήγε να πει ο Μενέλος και τον διακόψαμε, δηλαδή το ζωντανή μάρπη, η εκφορά έτσι, ώστε να νομίζουμε ότι δεν είναι γραπτό στον λόγο του. Υπάρχει λοιπόν μια άλλη βεότητα. Πρώτον, βασικό αυτό. Το δεύτερο, που είπα στην Ελένη, και φαντάζονται ότι συμμεριζόμαστε όλοι, είναι ότι γι' αυτό και είναι δύσκολο να απαντήσουμε σε αυτό που ρώτησες, την πιο εύκολο, γιατί είναι οι διαφορετικές περιστάσεις, είναι ο άνθρωπος, είναι το μορφωτικό του επίπεδο, είναι η πίεση του χρόνου, είναι ποιήνεις με ομιλητές σου, πηγαίνεις ένα μπάρ με τις φίλες σου και πίνεις το ποτό σου, έχεις καμιά δυσκολία στην προφορική επικοινωνία, έχεις αλληλεγγύη τη γλώσσα σου και έχεις λογορία και δεν σταματάει κανένας. Λοιπόν, άρα εκεί δεν μπορούμε, αλλά μετά γυρίζεις στο σπίτι και έχεις τον παπά σου που σε περιμένει να απολογηθείς, λέμε τώρα, σε ένα σενάριο παλιάς ελληνικής ταινίας. Όχι, η κόσμο ακόμα έτσι είναι. Α, ναι, για άλλα πέτυχα. Η γλώσσα δεν είναι κόμπο εκεί, αρχίζεις αυτό διορθώσεις, τα ψεύγει, τα ψεύγει, θέλουν περισσότερο χρόνο για να κατασκευαστούν, τελείωσε το αυτό, έτσι, ανεβαίνουν οι παλμοί της καρδιάς, οι δρόνες και λοιπά όλα αυτά, με αποτέλεσμα είναι πιο δύσκολο οι επικοινωνιακοί. Λες, μπαμπά καλύτερα να σου τα γράψω αυτά πάνω στα πόδια, έτσι είσαι. Η επόμενη φορά είσαι έτοιμη την απολογία γραφτή, αυτά έκανα. Και δεν σε ξανανοβληπιά. Λοιπόν, διαφορετικές περιστάσεις, διαφορετικοί στόχοι επίσης, στόχοι επικοινωνιακοί. Τα βασικά καρακτηριστικά του προφορικού λόγου λένε όλοι περίπου, οι ερμητές είναι αυτά που βλέπουμε, δηλαδή, αφθόρνητος, έτσι. Ακόμη και ο προετοιμασμένος, ο ποσθυμαρισμένος, ο κυριακάτητος προφορικός λόγος, έχει στοιχεία αφθορμησίας, αφθορμητισμού. Και ικανοποίηση δίκως τρέχει στις ανάγκες και περνεί η ζωή. Εκτός από αυτό, παρέθησε εδώ ο Σοσήρ που τον έχω αναφέρει κάποιες φορές, είναι ο πρώτος ίσως μελετής στη γλώσσα, ο οποίος έστρεψε όλο το ενδιαφέρον προς τον προφορικό λόγο. Μέχρι τότε, και οι φιλόλογοι ευθύνονται γι' αυτό πιο πολύ, οι ακαδημαϊκοί φιλόλογοι, επέμεναν πάρα πολύ στα γραπτά κείμενα και κυρίως στα κλασικά κείμενα. Αυτός είναι που, όχι από, ανάπροσα ανατόλησε τη μελέτη και κείμερα, παιδιά, η γλώσσα είναι η προφορική γλώσσα, η μάνα της γλώσσας, η πηγή της γλώσσας είναι η προφορική γλώσσα. Προηγήθη και φρονικά, το φέδρο του Πλάτω να τον έχετε διαβάσει, για τον ωραίο διάλογο του Σοκράτη, που αναφέρεται, λέει ένα μύθο για την Αίγυπτο κλπ., που ουσιαστικά υπερασπίζεται την προτεραιότητα του προφορικού λόγου. Αυτό είναι μερικαιολογία, θα το διαβάσετε πάντως, το κείμενο πολύ ωραίο, είναι αυτό το πράγμα, ότι ικανοποιεί άμεσες ανάγκες, τρέψες ανάγκες, σε ποια περίπτωση το πρώτο πράγμα που θα κάνουμε, θα είναι να αναγράψουμε κάτι, αντί να πούμε κάτι, ποτέ σχεδόν. Το πρώτο πράγμα, αν ζητηθεί και πρέπει να γραφτεί, δέχεται. Η βάση όλων είναι ο προφορικός λόγος και από εκεί πρέπει να ξεκινήσει κανείς, και κατά τότε είναι μια προτεραιότητα ο προφορικός λόγος. Δεν φοράει τα καλά στον πολύ συχνά, δηλαδή είναι απεριπίτως, έχει όλες αυτές τις ατέλειες, τις θεωρούσαμε παλιότερα, εγώ τις θεωρώ καθόλου, προτιμώ έναν λόγο ζωντανό, αυθόρμητο, που να έχει πολλές αυτοδιορθώσεις, να έχει κομπιάσματα και λοιπά, παρά έναν κολλαρισμένο προφορικό, προετοιμασμένο λόγο, ο οποίος κρίνει πράγματα. Από τον πολιτικό, ναι. Όχι μόνο από τον πολιτικό, μπορεί να είναι και από κάποιον ιδικό, μη μιλώνω μόνο, αλλά ακούν και απλόν, ανθρώπινο μπορεί να είναι. Ξέρω, όσο πιο απρετήμαστος βρίσκεις και μια ερώτηση, τόσο λιγότερο χρόνο έχεις να κρύψεις πράγματα ή να προετοιμαστείς, ώστε να μη φαίνονται τέτοια ατέλειες, έτσι. Και βεβαίως, το περιβάλλον, στο οποίο δοκιμή τελείως, είναι η οικειότητα, έτσι. Το μπαράκι, τελείως. Θα λάβω, αυτό που είπαντε πριν, περί... αν είναι απρετήμαστος ο άλλος ή όχι, εγώ νομίζω ότι η πλευσοφία των... Όχι ο άλλος, και εσύ που θα μιλήσεις, έτσι. Ναι, ναι, αυτός που θα μιλήσει. Εγώ πιστεύω η πλευσοφία των επαγγελματιών, εντός εισαγωγικών που δίνουν συνεντέπτεις, είτε είναι από το καλύτερο χώρο, είτε κτλ, είναι σχεδόν αδύνατο με το οποίο ασχολείται. Δηλαδή πάντα πάνε την απάντηση εκεί που θέλουν αυτοί. Οι πέντε θα είναι οι ίδιες απαντήσεις. Και οι άλλες δέκα θα είναι μερή μισή απάντηση οι άλλοι, κι άλλο, εσύ θα την πάει και την θέλει πάλι. Εγώ νομίζω ότι αυτό εξαρτάται από την ερώτηση, τη δυσκολία της ερώτησας, εξαρτάται από την περίσταση. Αν είναι μια αυτόμακη απάντηση, είναι πολύ πιθανό να είναι μια κλεισσαία απάντηση, μια πάρα πολύ προβλέψεωνια απάντηση. Αυτό δεν νομίζω ότι ισχύει γενικά ο δημο, δεν ισχύει γενικά για τους ανθρώπους. Δηλαδή έχει να κάνει με πάρα πολλά πράγματα. Δεν νομίζω ότι όλοι είναι στο ίδιο βαθμό προετοιμασμένοι, να πάει στη στιγμή να δώσουν μια αποτελεσματική απάντηση, πιστική απάντηση. Αν δεν δούμε υλικό, να τα βάλουμε κάτω, να δούμε τη λεωπιστική αδελφία, δεν μπορούμε να πούμε κάτι αξιόπιστο, μια γενήκευση, διότι πιστεύω ότι θα βρούμε τέτοια κλεισέ πολλά, θα βρούμε αμύχανες απαντήσεις, θα βρούμε απαντήσεις χωρίς ουσιαστικό περιγόμιο, θα βρούμε βέβαια και καλές και ουσιώδες. Εκτός καν το μη προετοιμασμένο είναι προετοιμασμένο με την έννοια, έξω από το Μέγαρο ή έξω από μια πετυχμένη θεατρική παράσταση, όταν είναι η πρεμιέρα, πολύ ξανά περιμένουν γνωσσογραφείς και κάποιοι σελεμπρετείς είναι έτοιμοι να δεχθούν μια ερώτηση απέ το κοινογραφείο. Κάτσε να σκεφτώ λίγο τι θα πω, τι ψέμα θα πω ή τι αλήθεια θα πω. Δεν ξέρεις πόσο προετοίμαστος πραγματικά είναι κάποιος. Τώρα, για το γραπτό λόγο περίπου αυτό που είπαμε πολύ βασικό είναι διάβολος συμβατικής επίσημης επικοινωνίας, όπως και στην περίπτωση του δημοσιογραφικού λόγου ή του διαδικτυακού δημοσιογραφικού λόγου και έχουν και διαφορετικά γλωσσικά χαρακτηριστικά τα οποία θα δούμε λίγο παρακάτω. Πολύ βασικά αυτά. Παραδείγματα. Ένα παράδειγμα για να φανεί διαφορά είναι η τηλεφωνική συνομιλία με την γραπτή επικοινωνία, το γράμμα. Ποιος γράφει τώρα γράμματα, γράφει κανείς, ε? Δεν το έγραψα με αερογραφία τώρα πια νομίζω ότι προκανίστηκε από τα sms, από το facebook, από το instagram και υπάρχει όλος ο Ζαλμίντεκη, το email. Το λέω όμως, αλλά όταν γράφτηκε αυτό το κείμενο δεν υπήρχε ούτε facebook ούτε... και το διαδίκρυταν στα Γενοφάσκετ ακόμη. Το θέμα είναι ότι η τηλεφωνική συνομιλία είναι προφορική, ζωντανή με όλα τα στοιχεία του αυτοσχεδιασμού. Στην επιστολή έχεις τέτοια στοιχεία, δηλαδή έχεις απέναντί σου έναν εσύ στο οποίο γράφεις, αλλά είναι γραπτός λόγος και εκεί κάνεις αυτό που είπες προηγουμένως, δηλαδή προσέχεις λιγάκι παρά το ότι θα το διαβάσεις ένας φίλος σε μια φίλη, σε νοιάζει πως θα το γράφεις. Ή αν συγκρίνουμε επιχειρηματολογία, προφορική και γραπτή. Ένας πολιτής, μια πολίτερα που θα πάει να αγοράσεις, καλή ώρα ένα αγοράκι, έχει τα επιχείρηματά του να σου πει γιατί είναι καλύτερο αυτό και το άλλο. Αλλά ας πούμε, αν γράψω εγώ μια συστατική πιστολή ή κάτι άλλο, δεν πρέπει να εξηγήσω γιατί είστε καλοί ή μέτροι ή οτιδήποτε για να σας πάρω σε ένα μετατυχιασμό, θα πρέπει να έχω κάποιο πολύ πιο συγκροτημένο επιχείρημα. Ή να μην έχω. Πάμε τώρα λίγο να δούμε... αυτά θέλουμε να τα προσέξουμε λιγάκι. Δεν είναι εντελώς άγνωστα φυσικά, αλλά νομίζω ότι είναι συστηματικά δοσμένα. Διαφορές ως προς τις επικοινωνιακές δραστηριότητες. Μια πρώτη μεγάλη διαφορά είναι το ότι ο πρώτος είναι ομιλία και ο άλλος είναι γραφή. Αυτό έχει μεγάλη σημασία για τη γλώσσα. Ομιλία σημαίνει πέραν όλων των άλλων προσωδία, δηλαδή μουσική. Και μουσική σημαίνει πάρξεις, ταχύτητα, ένταση, ύψος, ρυθμό, μελωδικές καμπύλες, της φωνής. Αυτά δεν υπάρχουν στον κρατολόγο. Αυτά τα στοιχεία, λοιπόν, είναι πλεονέκτημα και διακύβευμα, θα λένε, του προσωδικού λόγου. Πρέπει καλά να τα χειρίζετε. Μην ανοίξω τώρα το κεφάλαιο της προσωδίας ως reporter, γιατί ή και των παρουσιαστών. Θα έχω να πω πολλά, τα ξέρετε κι εσείς σαν τηλεθεατές, τηλεθεάτρες. Επίσης, ισχύει αυτό που λέω επάνω, ότι μερικές φορές είναι τόσο μεγάλο η προστιθέμενη αξία. Η αξία που δίνει η εκφορά του λόγου, ώστε κανείς βάζει σε δεύτερη μοίρα το περιοχόμενο του λόγου. Τι είναι για τον κρατό λόγος προς αυτά τα στοιχεία, μένει μόνο η στίξη, ψευσιαστικά, η οποία ανπομαχή θα έλεγα να αποδώσει την ιρωνία καμιά φορά, κάποιο υπονόημα, στις σημασίες διάχειτες. Επομένως, μια μεγάλη, και το λέω επειδή με ρωτήσατε, μια μεγάλη διαφορά, μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις δυσκολίες του ενός και τις δυσκολίες του άλλου, είναι ότι στον κρατό λόγο δεν έχεις το βάσανο της προσοδίας. Δηλαδή αυτά που κάνεις με τη φωνή, δεν πως θα κάνεις στον κρατό λόγο. Εκεί πρέπει να τα πεις όλα, ό,τι έχεις να πεις στον περιοχόμενο λόγο, να δοθεί με σαφή τρόπο. Στον προφορικό λόγο, από την άλλη μεριά, έχεις ίσως μεγαλύτερη ευκολία να τα πεις, να τα μετασχηματίσεις, αλλά πρέπει να ελέγχεις συνεχώς, πρώτα από τις νουλίες, ακόμα περισσότερο, τον προσοδιαθεί. Θα έλεγες? Ότι γι' αυτό θέλει το τρόπο, δηλαδή, να μπορείς να δοθείς στον προφορικό λόγο να τα εφράσεις με τον κατάλληλο τρόπο. Ναι, φυσικά, φυσικά. Επίσης, ένα άλλο πρόβλημα που προσταθούμε στη συνέχεια είναι το πώς εκτιμάσεις το απλωτήριο σου κάθε στιγμή. Άλλης τάξης δυσκολία είναι ένας που γράφει να μαντέψει αν θα τον διαβάσουν ή δεν θα τον διαβάσουν, όπως ο δημοσιογράφος, και άλλης τάξης δυσκολία είναι σε ένα talk show ή σε ένα στρογγυρό τραπέζι, τη στιγμή που μιλάς, αν σε καταλαβαίνει ο άλλος, πώς θα πάρει την ερώτησή σου, να προβλέψει πώς θα απαντήσει, ποια θα είναι η επόμενη ερώτηση ή πώς θα γίνει αποδεκτή συνομιλία από ένα ευρύτερο κοινό που βλέπει την εκκομπή. Εκεί χρειάζεται πιο ακαριές λύσεις που πρέπει να βρει κανείς επί κοινωνίας. Στην άλλη περίπτωση, το σκέφτεσαι συνολικά το ζέτημα. Βλέπεις το εκείμενό σου, λες αυτό το πράγμα να το κάνω λίγο πιο απλό, να το κάνω λίγο πιο νόστιμο, να το κάνω λίγο πιο αλλιώς και έχεις ένα φανταστικό κριτήριο στο μυαλό σου, ανεγνωσιμό κοινό δηλαδή, το οποίο θα το διαβάσεις. Είναι τελείως άλλο πράγμα στην μια, τελείως άλλο πράγμα στην άλλη. Άλλη ικανότητα θέλει διαχείριση στο ένα, άλλη ικανότητα το άλλο. Ο χρόνος για το οποίο μίλησε η Έλλην προηγουμένως είναι πραγματικά ένα διαφορετικό κριτήριο. Όταν μιλάς πρέπει να κάνεις σε αυτόν τον χρόνο πολλά πράγματα. Να ελέγχεις το προς τα πίσω, τι είπα μέχρι τώρα, να μην το ξαναπώ, να μην το επαναλάβω, να μην δώσω υπερβολικά πολλές λεπτομέρειες ή το απλώσω του τραχανά πάρα πολύ και βαρεθεί ο άλλος να ακούει τα ίδια πράγματα. Πολλά πράγματα πρέπει να ζυγίζεις καριέρα. Πρέπει και προς τα πρώτα να βλέπεις, όχι μόνο προς τα πίσω, τι θα πω, τι απομένει να πω, πώς θα το πω, πώς θα οικονομήσω το χρόνο μου κλπ. Αυτό που είπα προηγουμένως, το αν φτάνει με τον κατάλληλο τρόπο στον αποδέκτη, αυτό είναι ολονόγου πρόβλημα. Ακόμη και σε πολύ απλά πράγματα. Πόσες φορές είπαμε, με καταλαβαίνεις, κατάλαβες τι σου λέω, πόσες φορές το έχουν πει αυτό. Και στα πιο απλά πράγματα. Αυτό τι σημαίνει ότι η πιθανότητα μη κατανοήσεις είναι πάρα πολύ ευλογή αναμενόμενη, δεν είναι κάτι δύσκολο να συμβεί. Ειδικά σε περιπτώσεις διαφωνίας και διαξυπησμών. Και επίσης, δυσκολία του προφορικού λόγου είναι το να χάσεις το λόγο, να σου πάρουν το λόγο, να μιλάνε πάνω σε σένα. Αυτά δεν συμβαίνουμε ποτέ στην Ελλάδα. Ειδικά στην κλειόραση. Αντίοδος συγγραφέας έχει αυτονία χρόνου. Αυτό τώρα μην το πάρουμε τις μετρητής, γιατί όπως ξέρετε οι δημοσιογράφοι δεν έχουν τόσο μεγάλη αυτονία χρόνου. Ιδιαίτερα σε μέσα μεγάλο κοινό που πρέπει να βγάλουν ήλοι, να δώσουν ρεπορτάτη και λοιπά. Όλα αυτά είναι πολύ κλειστικά. Αλλά γενικά η γραφή έχει έστω και λίγο χρόνο παραπάνω από το λόγο το ζωντανό. Αυτό που λέω στο τέλος, νομίζω είναι μια καλή συνοψή, ότι στο γραπτό λόγο δεν φαίνεται, δηλαδή οι στροματικοί ή παλήψεις, να το πω, στη συγκρότησή του. Το γράφω, το αφήνω, το ξαναγράφω, το ξαναφήνω, το συμπληρώνω, διαβάζω κάτι κλπ. Αυτά στον προφορικό λόγο φαίνονται, στο γραπτό λόγο δεν φαίνονται. Το τελικό προϊόν, δηλαδή, είναι ομογενοποιημένο, στον προφορικό όχι. Τα δύο, λοιπόν, αυτά, ας το πούμε ήδη λόγου, έχουν αυτό το βασικό γνώρισμα. Την εντέλεια, την ολοκλήρωση ο γραπτός, την κατάτνηση ο προφορικός. Ούτε οι διαφορές είναι ότι ο συγγραφέας μπορεί άνετα να συγκεντρώσει πληροφορίες, μπορεί άνετα να σχεδιάσει το σύνολο του λόγου ή του κειμένου, να καταφύγει σε λεξικά, να κάνει το λόγο του πιο περίπλοκο. Αυτά είναι πολύ δύσκολο ή περισσότερο δύσκολο να γίνουν στον προφορικό λόγο από τον μέσο ανθρωπό. Αντίθετα, ο μιλητής ομιλών, οι τεχνοσογράφους ή το οποιοσδήποτε, πρέπει να ελέγχει συνεχώς και να ανταποκρίνεται ανάλογα με τους πρόσθους συνομιλητές του και του ευρύτερου κοινού. Το δεύτερο στοιχείο, τέσσερα είπαμε όλα είναι τα θέματα που θα μας απασχολήσουν, αυτή είναι η περιγραφή της φύσης τους όπως την ονόμασε. Το δεύτερο θέμα είναι οι λειτουργίες των δύο μορφών του λόγου, συμπληρωματικές αλλά και διαφορετικές μεταξύ τους. Ας κρατήσουμε τη γενήκεψη επάνω, κατά κανόνα ο γραπτός λόγος είναι λόγος μονής κατεύθυνσης, ο προφορικός είναι αμφίδρομος, κατά κανόνα πάντα έτσι. Πολύ βασικό για τον προφορικό λόγο είναι αυτό που λέω στην δεύτερη παράγραφο. Τι κάνουμε με τον προφορικό λόγο ή μάλλον ανάποδα πως συγκροτούμε την ταυτότητά μας, πως ανασυγκροτούμε την ταυτότητά μας, πως προβάλλουμε την ταυτότητά μας ή τις ταυτότητές μας. Έχουν διάφορους τρόπους με τον τίσιμο, την κόμμαση, με με με με, αλλά πρωτίστως με τη γλώσσα. Το να πεις ποιος είσαι σε κάποιον που δεν σε ξέρει, θα του δείξεις το άλμπουν να τα βαφτίσεις εσύ. Μπορεί να το κάνεις και αυτό σε κάποια φάση αλλά θα του μιλήσεις, θα του πεις. Η πρώτη ερώτηση είναι πως λέει για εσένα διεθνός και η δεύτερη ξέρει το ποιο είναι. Τι δουλειά κάνεις. Είναι διάφορους τρόπους. Μπορώ να μην λέει τι δουλειά κάνεις αλλά έχει παρατηρηθεί διεθνός ότι η δεύτερη δουλειά, η δεύτερη ερώτηση, έχει να κάνει με την επαγγελματική. Τι σπουδάζεις, σχετικό είμαι. Αυτό θα αλλάγει για κάποιον που σε μικρός θα σου πει τι σπουδάζεις. Εσείς τι κάνετε, δουλειά δεν κάνετε, σπουδάζετε. Το ίδιο είναι. Αν σε δώνε και σε μικρό, τι θα σου πω, σε ποιο ρωστάζιο δουλεύεις, δεν σπουδάζεσαι. Αλλά πάντως έχει σχέση πάντως με αυτό το κομμάτι πως θα ζήσεις, πως θα κάνεις τα λεφτά σου. Πάρα πολύ βασικό σαν κοινωνικό χαρακτηριστικό. Ή τι δεξιότητες έχεις. Μπορεί να μη σε ρωτήσουν τι δουλειά κάνεις, αλλά οποιαδήποτε σχετική ερώτηση θα έχει να κάνει με αυτό. Ποιος είσαι, τι κάνεις. Θα είναι τα δύο πρώτα. Καθεολογικά. Ζώνω τον κόσμο. Επομένως όταν είπα ότι όχι μόνο ο λόγος, εννοούσα ότι το σώμα, η φωνή, όλα αυτά είναι στιγια ταυτότητες, αλλά τα πιο ομιλητικά, τα πιο εύγλωτα στιγμή είναι ο λόγος. Και η σιωπέση αν θέλετε, αλλά ο λόγος είναι περισσότερο. Επομένως ο προφορικός λόγος, και όχι ο γραπτός, είναι το κυριότερο εργαλείο δείξης, συγκρότησης, ανταλλαγής ταυτότητων, μετασχηματισμού ταυτότητων. Και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, δηλαδή ο δημοσιογράφος δεν μεταλήγει μόνο πληροφορία, συγκροτεί και ταυτότητα ταυτόχρονα. Εμείς έναν reporter που μας αρέσει δεν θέλουμε να τον βλέπουμε και μια δεύτερη και μια τρίτη φορά. Αν έχουμε πέντε κοινοβουλευτικούς reporter λέω, εξίσου τους αγαπάμε όλους και θέλουμε να τους βλέπουμε, εγώ πάντως όχι. Εσείς? Ή έναν αστυνομικό reporter. Εμένα κάποιοι αστυνομικοί reporter δηλαδή κάνουν εκπαιδευσμένα φάνταστα. Δεν έχω όνοματα, για διάφορους λόγους. Άλλος για την πολύ αργή φορά του λόγου, άλλος για ένα είδος ξεωλισμού που αποπνέει ο λόγος του, σαν να σου λέει ότι εγώ και τα ξαναδεύεις από το πρωί μέχρι το βράδυ, είμαι τους εφητές στις αστυνομίες και τα ξέρω όλα. Υπάρχουν διάφορα πράγματα τα οποία απεικονίζονται στον λόγο και σε κάνουν να τον αγαπάς ή να μην τον αγαπάς. Δεν είναι μόνο η πληροφορία, αλλά είναι και η άβρα που μεταφέρει ο προφορικός λόγος και που είναι στοιχεία του κοινωνικής αυτού. Αυτό ισχύει για όλους, όχι μόνο για τον παρουσιαστή, για την εκφωνήτρια, για αυτή που λέει τον καιρό, για όλους, για όλους. Αυτό, λοιπόν, το... Ε, πες μου. Για αυτό που λέει τον καιρό... Ναι, τι? Ότι για παράδειγμα πηγαίνει αυτός που βάρετε συγκεκριμένες δύσκολες στον κόσμο. Στον τέλος. Στον τέλος. Στον τέλος. Στον τέλος. Στον τέλος. Στον τέλος. Στον τέλος. Στον τέλος. Στον τέλος. Στον τέλος. Λέει καλώς το βράδυ στο τέλος. Και... Καπό είναι αυτό. Τι θα εξοπλήθησαι, τώρα, όσο κάποιος πηγαίνει τις λέξεις. Δηλαδή, τον άμουσα να λέει. Τώρα το αρμιακό. Τριαντάρια από το μαγιάπι του. Τι μπορεί να γινει αυτό που λέει. Αρμιακό. Το αρμιακό. Δεν μου θέλετε να κάνω λεωχάτια. Τριαντάρια λέει από το μαγιάπι του. Τριαντάρια λέει τώρα από το μαγιάπι του. Α, για τις λέξεις που χρησιμοποιεί. Το πρώτο πράγμα που... Κανείς... Το συσχετίζουμε με αυτό που λέω μόλις τώρα. Για τις ταυτότητες. Αν δείτε λίγο την ιστορία της τηλεόρασης. Είναι η μεγάλη διαφορά. Του δελτιού καιρού της ΕΡΤ. Το εννοώ, όχι της ΕΡΤ, της παλιάς. Και ίσως και της ΕΡΤ. Από την ιδιωτική της δεκαετίας του 90' και εφ. Στην παλιά τηλεόραση, την κρατική, το δελτίο του λέγονταν καθιστά. Από άντρες συνήθως και αρκετά αργότερα από μία γυναίκα, μητεωρολόγο, πραγματική μητεωρολόγο όμως, όχι μοντέλο. Και πάντα από κάτω έρχεται μητεωρολόγος μαθηματικός, μητεωρολόγος φυσικός. Γιατί η μητεωρολόγη ήταν η μαθηματική φυσική. Με σοβαρό ύφος. Δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα την πρώτη, νομίζω ευεβηβήχη καραμανή λέγονταν. Πάχνουν στο YouTube κάποια δελτία, φαίνεται μια όμορφη μέρα. Πάρα πολύ σοβαρή και καθώς πρέπει. Με παρουσία και εκφορά του λόγου. Δεν είχε καθόρμα για Απρίλα και Τριαντάρια που ήταν εξενασμένα. Νομίζεις ότι είναι δελτίο για αεροπόρους πιο πολύ, έτσι που θα πετάξουν στο Αιγείο και πρέπει να έχουν όλες τις τεχνικές λειθμίσεις, παρά για τον πολύ κόσμο. Το δεύτερο ήταν καταμέμηση αμερικάνικων προτυπών. Καθαρά. Οι χάρτες αυτοί που τους χαϊδεύουν οι ωραίες κυρίες δεν υπήρχαν στην κρατική. Μετά εμφανίστηκαν. Μια φορά ή δύο που πάνε μια από εδώ και μια από εκεί. Αυτό επίσης. Το ντύσιμο, το ολοφάνερα αερασιτεχνικό, αερασιτεχνική φορά, δεν είναι δηλαδή με τη ρολόγη. Και επίσης ένα άλλο στοιχείο είναι πολύ διαφορετικό, ότι έγινε ένα δελτίο που μας αφορά προσωπικά. Δηλαδή δεν είναι το δελτίο που σου λέει ότι θα έχουμε βορειούς ανέμους, το δελτίο το οποίο καταλήγει πάρτε ομπρέλα γιατί θα γίνετε μούσκεμα ή θα παγώσετε το ποκαλάκι σας εάν πάτε στην αράχοβα. Τέτοιου τύπου δελτίο τα οποία μας εμπλέκουν προσωπικά και βάζουν το καθημερινό, χώρια το ντύσιμο, πεντρούλες και όλα αυτά. Ή μη ντύσιμο. Το πλύν ντύσιμο. Για αυτό μαζεύουν στο πλύσμο. Κανονικά είναι. Κάνει και στο πλύσμο με το κορυφατικό. Λοιπόν ο προφορικός λόγος έχει αυτά τα χαρακτηριστικά εδώ κάτω που βλέπετε. Πολύ συστηματιμένα. Πολύ χρήσιμο να τα ξέρετε. Ουσιαστικά τότε έχουμε καλύψει πια με αυτά που είπαμε για τη δυναυτότητα και με την πρωτοβάθμια γνήσια πρωτότυπη έκφραση συναισθημάτων και γνωμών. Δηλαδή ο προφορικός λόγος έχει θερμοκρασία πολύ πιο ψηλή από ότι έχει ο γραπτός. Ο γραπτός θεωρείται ψυχρό μέσο σε σχέση με τον προφορικό λόγο. Το αντιλαμβάνεται κανείς πολύ εύκολα. Αντίθετα, θα το ακούμε κι αυτό, ο γραπτός λόγος έχει μια αποθηκευτική λειτουργία γενικά. Αυτό λέει ο Σοκράτης στο Φέδρο, ουσιαστικά, ότι τα γραπτά κείμενα είναι αρχεία, όπως θα λέει ο Φουκώ. Δηλαδή αυτά είναι οι πρώτοι είναι για την ιστορία, για την ιστοριογραφία. Το αρχείο μιας εφημερίδας είναι πολύτιμο υλικό για τον ιστορικό του μέλλοντος. Αυτό είναι πολύ βασικό χαρακτηριστικό, γιατί σκρύπτα μάνευτο ως γνωστόν, ακόμη και σε ηλεκτρονική μορφή. Οπότε, γι' αυτό λέω ότι ο γραπτός λόγος έχει μια αιωνιότητα στη φύση του. Έχει μια ξεκολάγια απ' τα συμφραζόμενο του πότε γράφτηκε και διαρκεί για μεγάλο διάστημα. Την εγκυκλοπέδεια που μας λέγαν μικροί, πάντα στην εγκυκλοπέδεια να δείτε, τα βουνά της Θράκης και γράψετε μια εργασία, αυτό το πράγμα είναι ακριβώς αυτό. Δεν θα πάσεις στη Θράκη να μιλήσεις με τους δόπισνους που είναι τα βουνά, θα πάσεις στην εγκυκλοπέδεια που είναι το γραπτό, το μνημείο κλπ. Διαφορετική λοιπόν λειτουργία. Εδώ τα λέω έτσι λίγο συμπυκνωμένα, δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω. Με μία κουβέντα το κόκκινο, ο προφορικός είναι της διαπροσωπικής επικοινωνίας, γιατί δεν υπάρχει επικοινωνία που δεν είναι διαπροσωπική, επικοινωνία ίσως διαπροσωπική επικοινωνία. Εν λόγω γραπτός θα έλεγε κανείς ότι είναι ο λόγος της κοινωνικής χρησιμότητας, αυτό που ονομάσαμε αρχείο. Τώρα οι διαφορές, αυτά προσέξτε γιατί είναι και τεχνικά, γλωσσικά και πάρα πολύ χρήσιμα για εσάς σε ό,τι αφορά την γραφή. Πολλά είναι γνωστά, ίσως κάποια όχι τόσο πολύ. Συντακτικά τελείως προτάσεις, οι οποίες πολύ εύκολα συμπληρώνονται από τα συμφραζόμενα και από την αλληλοκατανόηση. Παράταξε και ασύρρει τη συμπαράσταση. Εδώ μπορώ να αρχίσω να απαντάω στο ερώτημα, κομματιαστά κομματιαστά. Είναι πιο εύκολο, είναι πιο δύσκολο. Ένα πράγμα που ο χρόνος δεν σου επιτρέπει να κάνεις πολλές φορές, είναι να κάνεις αυτό που ξέρουν ως υπόταξη. Η συνδεσμολογία, έτειο αποτέλεσμα, υπόθεση, απόδοση, όλα αυτά. Αυτό στην ταχύτητα του προφορικού λόγου, καμιά φορά όχι ότι δεν το αντιλαμβάνεσαι το επειδή γι' αυτό, την αιτίον της φύσης, αλλά δεν τη λες με επειδή γι' αυτό, απαραίτητα. Τη τη λες, πάνω σχεδόν, σαν δύο χρονικές διαδοχικές φάσεις, αλλά εσύ στον ιαλό σου τις έχεις ως και αιτιακά συνδεδεμένες. Το παράδειγμα το κλασικό, έχουμε πολλά βιβλία, «Είδα τη μαύρη γάτα και σκόττα ψακέμπεσα». Αν το πεις έτσι, εσύ μπορεί να το εννοείς αιτιακά, επειδή είδα τη μαύρη γάτα, ενώ στην πραγματικότητα είναι χρονική διαδοχή και αν δεν είσαι προληπτικός δεν το εμεινέψεις. Θέλω να πω ότι η παράδειξη με ο κανόνας, η ασφίβετη συμπαράθυνση προτάσεων, είναι και γνώρισμα και του παιδικού λόγου, «συκώθηκα, έφαγα, πλήθηκα», τελ. Πολλές επαναλήψεις, οι οποίες οφείλονται άλλοτε σε ανάγκη να γεμίσεις το χρόνο σου, άλλοτε σε αμυχανία, άλλοτε επειδή δεν το κατάλαβες, και ενεργητική σύνταξη επίσης κατά κανόνα, γιατί η δομή δράσης είναι η πιο χρήσιμη γενικά. Αυτό θέλει η ενεργητική σύνταξη. Αλλά είναι και άλλα, τα οποία δεν τα πολύ συζητάμε, ίσως δεν τα πολύ ξέρουμε, η δομή σε ένα σχόλιο και υποκείμενο κατηγόριμα. Αυτό δεν είναι τίποτε δύσκολο, αλλά υπάρχουν κάποιοι σχεδριμμένα, μια ιωμένη σχολή της Πράγας που μας δέχει έτσι, που σημαίνει και πρέπει να είναι λεπτή σχολή αυτό. Ο Γιάννης θα τον πάρω τηλέφωνο. Ο Γιάννης είναι ονομαστική υποκείμενο. Το τόν είναι πάλι κάτι που με μία έννοια είναι υποκείμενο, αλλά δεν είναι γραμματικά υποκείμενο, είναι όμως θέμα, δεν αλλάζει, και ο Γιάννης και το τόν είναι του διπρόσωπο. Αυτή λοιπόν η διαφορά ανάμεσα σε υποκείμενο κατηγόριμα και θέμα σχόλιο, είναι αυτό που χαρακτηρίζει πάρα πολύ συχνά τον προφορικό λόγο. Η καρέλα να την βάλει στη θέση της. Τέτοια παραμείματα έχουμε πάρα πολλά στον προφορικό λόγο και στον λόγο των δημοσιογράφων. Δηλαδή αυτό που μετράει στην περίπτωση, μας αλλάζει η σύνταξη, είναι το θέμα, το τόπικ, το τόπικ δεν αλλάζει, που εδώ είναι πρόσωπο, αυτό μπορεί να είναι μία έννοια, ένα φαινόμενο κλπ. Εδώ λοιπόν αυτό που μας ενδιαφέρει και καλύπτει αυτή την ιδιαίτερό του προφορικού λόγου, είναι ότι πάντα έχουμε ένα θέμα και ένα σχόλιο πάλι στο θέμα αυτό. Ενώ το υποκείμενο μπορεί να αλλάζει, το θέμα δεν αλλάζει όμως, απαραίτητα. Ένα άλλο πολύ συνηθισμένο γνώρισμα είναι οι επανεκκινήσεις. Αυτό είναι ένα πραγματικό παράδειγμα, κάπου το ξεσήκωσα, την, δε, την, τα, τέλη, του, πενήντα και τα, εξήντα, είναι μια κορτή και λοιπά και λοιπά. Πολλές τέτοιες ρεταρίσματα, πώς να τα πηγαίνεις, έτσι. Υπάρχει μια φράση που χρησιμοποιούν οι αναλυτές της ομιλίας, κλέφτης χρόνου. Κλέφτης χρόνου είναι διάφορα πράγματα, μπορεί να είναι το ε, το α, είναι μια το πρωί στο σκάι, μορφονιά, πώς τη λένε, δεν τη ξέρετε σίγουρα, μετά την πρωινή ζώνη, η οποία πρέπει να λέει καμιά εκατό ε μέσα στην εκπομπή. Δεν τα έχουμε τρήσει. Και επίσης λέει άλλα εκατό ή 200 βεβαίως. Αυτά τα βεβαίως δεν είναι πραγματικά βεβαίως, είναι κλέφτες χρόνου. Δηλαδή προσπαθώντας να συγκροτήσει τη σκέψη και τα παρακάτω και για να γινήσει τρεις ώρες πρόγραμμα, πόσο είναι. Δεν είναι τρεις ώρες, δύο, τρεις. Δεν έχει ύλη πραγματική να πει για δύο, τρεις ώρες. Πρέπει να πει ε, πρέπει να πει βεβαίως, πρέπει να επαναλάβει πράγματα. Πρέπει να πει ένα σωρό άχρηστες λέξεις και φράσεις για να γινήσει αυτό το χρόνο. Αυτές οι πρωίς, όπως θεωρώ, είναι μαρτύριο. Δεν θα μπορούσα ποτέ να τις κάνω. Δηλαδή, λένε σε τρεις ώρες πράγματα που μπορούν να ακολουθούν σε μισή ώρα. Αλλά πρέπει να καλύψουν τρεις ώρες. Πώς θα γινήσουν το χρόνο? Γιατί πρέπει να έχει 24 ώρες τηλεόραση? Γιατί να μην κλείνει τηλεόραση κάποιος ώστε που κοιμούνται οι άνθρωποι όπως οι κώτες και τα άλλα. Η έπτυ παλιά έπτυξε, αρχινούσε πέντε ώρες το απόγευμα και έντεκα τελείωσε. Οι άνθρωποι ήταν πιο ευτυχισμένοι. Το μαύρο της τηλεόρασης είναι ευπαιρινό, κάποιες ώρες. Αλλά το θεωρούμε δεδομένο ότι δεν μπορεί να γίνει αυτό. Αυτό δεν υπήρχε και πριν από δέκα χρόνια. Τέτοιες εκπομπές ενημερωτικές το πρωί, εγώ δεν θυμάμαι. Ψυχαγωγικές είναι, αλλά ενημερωτικές... Δηλαδή, αλλιώς, γεμίζει το χρόνο μια χαλαρή ψυχαγωγική εκπομπή, αλλά μια ενημερωτική εκπομπή θέλει ένα τέμπο, θέλει συνέχεια πληροφορία, θέλει λόγο συνέχεια. Δεν έχει τραγούδι, δεν έχει βίντεο, να χορέψουμε, να μαγειρέψουμε, να περάσει ο χρόνος καλά. Πρέπει να λες συνέχεια πράγματα. Κι εκεί είναι το πρόβλημα. Επανεγινείς, λοιπόν, πάρα πολλές. Επίσης, και το επόμενο, προσέξτε το αυτό, είναι δημοσιογραφικίστικο. Αυτοί που τους λένε όροι και λήφοι, κούφια. Γιατί όροι, η λέξη πράγμα θα πει πράγμα. Όταν δεν εννοεί κανείς το πράγμα-πράγμα σε σχέση με κάτι άλλο, αλλά να σου πω ένα πράγμα αυτού του τύπου. Ή μέρος. Πήγα σε ένα μέρος. Δεν λέει τόπο, τοποθεσία, αξιοθέατα, ένα μέρος. Το κάποιον, κάποιους. Το κάποιον, το διάφορα, το πολύ. Πάρα πολλές τέτοιες λέξεις. Και μάλιστα, μια συνάδελφος έχει ασχοληθεί με το θέμα και σε διάφορα είδη, έτσι, έχει μελετήσει. Νομίζω, οι δημοσιογράφοι, ειδικά, της αδικηλόρισης, έχουν η λενιά της. Μια. Αρχίου λεπτέρ να πηγαίνω να πω. Δεν είναι πολλές. Μια είναι. Αλλά είναι μια από τις αδυναμίες αρκετών, θα έλεγα. Αυτή η υπεροβολή συμπρήσης για την καθηκονομία, γεμίσει το χρόνο. Και επίσης, αυτά που λέμε, και αυτά είναι κλέφτες χρόνου, πραγματογλικά μόρια. Το λίγο, λιγάκι, να σας πω λίγο κάτι. Αντί να σας πω, σκέφτομαι. Έλα εδώ λιγάκι. Τι έλα εδώ λιγάκι, η Έλα ή η Μηνέλα. Η λιγάκι. Τα Α' όλοι τα λέμε, αλλά άλλα τα λέμε εσείς και εμείς. Και άλλα, να είμαστε υποχρεωμένοι να τα ακούμε όλη η Ελλάδα από αυτούς. Μήπως υπερβάλλω, μήπως δεν τα βλέπετε κι εσείς αυτά τα πράγματα. Δεν σας ενοχλώ. Εκείνη την ώρα εργάζεστε και δεν βλέπετε ποτέ τη τηλεόραση. Εγώ τα χρήσω. Δεν σε ενοχλώ λίγο αυτά τα πράγματα. Αυτά τα Α και Α. Πολλά είναι. Πάρα πολλά. Το έτσι το ασβούμε που λένε ξέρω εγώ νομίζω, Ε, Α, πολλά πολλά. Το εάν τα βάλει και έτσι θα μετρήσει και σε χρόνο, θα χρονομετρήσει. Είναι πολλείς χρόνους. Άγιος, κούφιος, κενός. Αυτά είναι του προφορικού λόγου. Στο γραπτό λόγο δεν θα γράψεις Ε, Α, ούτε ξέρω εγώ, ούτε έτσι. Το έτσι θα το γράψεις μόνο ως συμπερασματικό. Έτσι λοιπόν, μαθαίνετε την έννοια, ναι. Αλλά με αυτή τη σημασία ή με την αργοτική, ο έτσι του έτσι, τον έτσι και φέ, όχι. Τώρα στο γραπτό λόγο επίσης, όχι επίσης, κατ' αντίθεση. Υπόταξη που δεν έχουμε, αλλά προσοχή. Ο ομορφωμένος, διαφέρει από τον λιγότερο ομορφωμένος, ό,τι αφορά την πρέση υποτακτικών συνδέσμων. Δηλαδή, το πάντος, το συνεπώς, το βέβαια, το φυσικά, που μπορεί να τα ακούσεις και από έναν, όχι πολύ γραμματισμένο άνθρωπο, θα τα ακούσεις πιο συχνά από έναν άνθρωπο, ο οποίος έχει αίσθηση της αποδεικτικής ισχυούς των λόγων του έτσι. Μετακειμενικοί βίτες, όλοι τους χρησιμοποιούμε, τώρα, καθώς ακόμα μια γιαγιά πήγαινε το παιδάκι της στο αιθιαγωγείο, το εγγόν της, το εγγόν της, για να το εξηγήσει, είναι ο Μίχλης, πιο μίχλη η κειτονιά μου, και του λέει αυτό το πράγμα που βλέπεις, αυτό είναι μεταγωγητική έκφραση, έτσι, δεν του έλεγε τι είναι αυτό που βλέπει. Όλοι χρησιμοποιούμε μετακειμενικούς βίτες. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν εννοούσα αυτό, όλα αυτά είναι μετα. Δηλαδή μιλάει για αυτό που λέμε σε έναν πιο ψηλόεπικο. Ο κρατός λόγος το έχει συχνά αυτό. Και ο τηλεοτυπός το έχει πολύ στα δελτιά. Οι ονοματικές φράσεις υπάρχουν σε πολύ μεγαλύτερη συχνότητα από την ονοματοποίηση για την ακρίβεια, ο βρασμός νερού αντί το βράζοντο νερό. Παρσιτική συνταξία, αρκετές φορές, πολύ περισσότερο από ό,τι στον προφορικόλογο, ειδικά σε τεχνικά κείμενα, σε νομικά κείμενα, σε πιστωμικά κείμενα. Αυτό το πρώτο και αιλευτέο, το έχουμε πει και στον πρώτο έτος, η πρόταξη, όχι πρόταση, πρόταξη, και η ασθέαση σε τεχνικά κείμενα, δηλαδή, η καινούργια πληροφορία να μπαίνει μπροστά, να μπαίνει πάνω και αυτά, και να μπαίνει όμως, ξέρετε, του ειδησιογραφικού λόγου γενικότερα. Αυτό δεν το έχουμε δέει και καλά στον προφορικόλογο, στον γραπτό όμως παρατηρείται περισσότερο. Και επίσης, κατ' αντίθεση προς τον προφορικό, θυμάστε την διάκριση θέμα σχόλιο, στο γραπτό λόγο δεν θα δούμε, ο Γιάννης θα τον πάρω τηλέφωνο, θα πούμε τον Γιάννης θα τον πάρω τηλέφωνο, ή ο Γιάννης ήταν εκεί που τελειώνει η πρόταση, τον πήρα τηλέφωνο, όχι στην ίδια πρόταση, δεν θα αλλάξει τη σύνταξη. Εκεί βάλει μια μεγαλύτερη συνέπεια συντακτική. Και τελειώνουμε με τις συγκλήσεις μεταξύ τους, χωρέσμενα και συγκλήσεις. Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε από αυτό του τέσσερα, είναι ότι δεν είναι απόλυτες καταστάσεις ο προφορικός τώρα. Υπάρχουν κοσμώσεις, υπάρχουν μίξεις. Δεν υπάρχει απόλυτα προφορικός και απόλυτα γραπτός, κατά κάποιον τρόπο θα μπορούσε να πει κανείς. Γι' αυτό είναι σωστό, όπως αρκετοί μελετητές έχουν προτείνει, δηλαδή μιλάμε για ένα συνεχές γραπτότητας ή συνεχές προφορικότητας. Πάνω στο οποίο μπορούμε να βάβουμε διάφορες τιμές, τα πιο προφορικά είδη, πιο προφορική γραφή, πιο γραπτηγραφή, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, πιο διαλογικά, πιο μονολογικά. Αν θέλετε στο τετράδιο σας, στο κινητό σας, οπουδήποτε, κάντε δύο άξονες να σας δώσουν την ιδέα αυτού που λέω εδώ. Ένας άξονας είναι προφορικό γραπτό, ο άλλος είναι μονολογος διάλογος. Αυτό το βράγμα είναι ένα τετράγωνας κύκλος, όπως θέλετε, πέστε το, με τέσσερα τραγωνάκια ή τέσσερα ταρτημόρια, στο οποίο μπορούμε να αντισχύσουμε αυτά τα τέσσερα πράγματα. Προφορικός διάλογος, που είναι ο κανόνας, η συνομιλία, προφορικός μονολογος, που δεν είναι σπάνιο, αλλά δεν είναι τόσο συνηθισμένο όσο προφορικός διάλογος, προφορικός μονολογος είναι μια διάλεξη, έτσι, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς διακοπές, δεν είναι το μάθημα στην τάξη, ούτε αυτό που... Γραπτός διάλογος που δεν είναι συνηθισμένος, ας πούμε, θεωρώ γραπτό διάλογο την επιστολή, γραπτό διάλογο, ένα γραπτό μήνυμα που έχει μέσα ρε Κώστα, ρε Μαρία, δηλαδή έχει αυτό που λέμε αδρεσηβητή, απευθύνησε έναν άλλον, τον προϋποθέτει, του απευθύνεται, αλλά εσύ γράφεις και εσύ γράφεις μάλλον. Και γραπτός μονολόγος που είναι επίσης χαμός, δηλαδή το α, δ, ε είναι τα κανονικά, τα συχνά, το β, γ, ε είναι τα λιγότερο συχνά. Και όλα αυτά βέβαια είναι μια επικοιλία από καθένα, απλώς είναι οι μήτρες της τέσσερις μεγάλες κατηγορίες. Εδώ ακριβώς λέω ότι το κάθε ένα από αυτά, να γυρίσω πίσω, ανάλογα με ορισμένα χαρακτηριστικά, ισχύος, απόστασης, μπορεί να διαφοροποιηθούν. Προφορικό διάλογο έχεις όταν πας στην εφορία να πληρώσεις τον έμφυα. Αλλά έχεις και στο μπάρ που είπαμε, το αν είναι δηλαδή με συνομήλικους μετράει πάρα πολύ, το αν είναι με γνώριμους ή όχι μετράει πάρα πολύ, το αν είναι συχνό ή όχι μετράει πάρα πολύ. Αυτό λίγο σημειώσε το, το έχω πει κάποια στιγμή, πιθανόλα δεν ξέρω αν το συγκρατήσατε. Υπάρχουν τρία κριτήρια με τα οποία μπορούμε να περιγράψουμε με σχετική ακρίβεια αυτό που ονομάζουμε στη θεωρία τένορ, επίπεδο ήχους ας το πούμε ελληνικά. Το επίπεδο ήχους του λόγου καθορίζεται από τρία πράγματα. Το ένα είναι η διαφορά ή μη διαφορά κοινωνικής ισχύους μεταξύ των συνομηλητών, δηλαδή να είμαστε φίλοι αφενός, πισότητα, έτσι. Ή στη διαφορά πρέπει να μιλάς με τον δασκαλό σου, ή με τον στρατηγό σου. Ή ο δικαστής με τον υπόδεικο. Έτσι, πολύ μεγάλη διαφορά. Αυτό είναι το ένα. Το δεύτερο είναι η συχνότητα επαφών. Δηλαδή αν τον άνθρωπο βλέπεις συχνά, ή τον βλέπεις με χώρο το χώρο, ή μια φορά στη ζωή σου. Πολύ καθοριστικό αυτό. Και ο τρίτο είναι η συναισθηματική εμπλοκή στο θέμα, δηλαδή αν σε αφορά το θέμα. Ή αν συγκρίνεται, ας πούμε, το να συζητάς με έναν φίλο σου για ένα θέμα διεθνούς πολιτικής, ή για ένα θέμα ψωογό-επιστημονικό από του μια, κι από τον άλλο να συζητάς το θάνατο ενός κοινού φίλου. Τραστή η διαφορά, έτσι δεν είναι. Ή για μια ερωτική αποέντευση. Εμπλοκή στη μία περιοχή, μάλλον στη πρώτη, μη εμπλοκή συναισθηματικής, στη δεύτερη εμπλοκή έως και μεγάλη εμπλοκή. Θέλω να πω ότι ο προφορικός διάλογος επηρέαζεται από αυτά τα τρία κρυπηρία παραμέτρων, όπως θέλετε πέστετα, και διαφοροποιείται αναλόγως. Το ίδιο και ο προφορικός μονόλογος. Άλλο είναι ο μπαμπάς ή η μαμά που μαλώνει το παιδάκι. Και αυτός ο προφορικός μονόλογος είναι. Κι άλλο η αγώραση, η συμβουλή, το τελεμάρκετινγκ. Πάρτε το τάλε φέντρο για να βρεις. Άλλο εκείνος ο προφορικός μονόλογος είναι. Γραπτός διάλογος, ξαναλέω, έχει λίγες μορφές, αλλά ενδιαφέρουσα θα έλεγα. Από ό,τι η λογοτεχνία περιλαμβάνεται εδώ. Και ο γραπτός μονόλογος είναι ο κανόνας με πιο ακραία αντιπροσωπευτικά δείγματα, τους νόμους, τα ιερά κειμένα, όπου θα έλεγε κανείς ότι δεν υπάρχει, όχι ότι δεν υπάρχει, νομίζουμε ότι δεν υπάρχει ύχνος συνομιλίας, ας πούμε, με κάτι άλλο. Αυτά για τον προφορικό και γραπτό λόγο. Θα κάνουμε εδώ ένα μικρό κελματάκι για να μπούμε μετά και στα της κοινωνικής τράξης, επεξαγρασμένος και μη επεξαγραμμένος κώδικας, σύμφωνα με τον Ben Stein, έναν άγγλο κοινωνιολόγο. Αυτό είναι το πιο χρήσιμο, χρηστικό, επίσης, θα έλεγα, κομμάτι αυτών των διαφανιών. Ποιες είναι, λοιπόν, οι σχέσεις του γλώσσας και κοινωνικής τάξης και πώς αυτό το πράγμα απεικονίζεται και στην επικοινωνία, στη δημοσιογραφία. Θα πω εν συντομή, γιατί δεν έχουμε και πάρα πολύ χρόνο για να ανοίξουμε τι χρειάζεται κιόλας στην κοινωνική τάξη, αλλά κυρίως αυτό που θα ήθελα να τονίσω είναι πώς συνδέεται η κοινωνική τάξη με τη ρωσική πικιλότητα. Αυτό κρατήστε. Κοινωνική τάξη, κοινωνικές τάξεις καλύτερα και ρωσική πικιλότητα, όχι πικιλία πικιλότητα, διαφορετικότητα. Ορισμοί της κοινωνικής τάξης είναι πολύ βέβαια, αλλά πρέπει να διακρίνουμε δύο κατηγορίες. Τους αξιολογικούς ορισμούς, όπως είναι ο μαρξιστικός, που ως γνωστόν διακρίνει πάντα από τη μία πλευρά της δυναστικής τάξης και από την άλλη των προλυταριάρτων. Την εκμεταλλεύτρια και την εκμεταλλευόμενη, ας πούμε, δραγκασία τάξη. Και η δεύτερη ομάδα ορισμών είναι όπως αυτή του Warner, που βλέπετε, η οποία είναι υπερηγραφικός ορισμός των τάξεων, είναι αξιολογικός και διακρίνει ουσιαστικά κοινωνικά στρώματα, θα λέει λοιπόν. Είναι περισσότερο παρά τάξεις. Βλέπετε, υπάρχει η χαμηλή χαμηλή, η ανώτερη χαμηλή, αυτή είναι μικροαστική, η χαμηλή μέση, η ψηλή μέση, η χαμηλή ανώτερη και η ψηλή ανώτερη. Σε αυτή την κατηγοριοποίηση του Warner παίζουνε περισσότερο ρόλο κάποια κριτήρια σαν αυτά που βλέπετε και επίσης συναρτά αυτή η Αμερικάνη της κοινωνιολογίας ταξινώνηση, τη Γεωργική Ταξιονόηση με τον κοινωνισμό Γόιτρο. Αυτό το προτείνει και ένας κλασικός επίσης της κοινωνιολογίας, Γερμανός, μπορεί να τον έχει ακουστά από τα μαθήματα της κοινωνιολογίας, ο Μάξ, βέβαια, ο οποίος έχει γράψει και ένα πολύ ωραίο άρθρο για την κοινωνιολογία του Τίκπου, που το ξέρουν λίγοι. Στην Ελλάδα δεν έχω δει να ασχολούμαι, είναι πολύ ενδιαφέρον κοινή μου. Το βασιθό από αυτή τη διαφάνεια είναι ότι καμία από τις θαξινομίσεις, τους ορισμούς που έχουν εδοφεί, δεν είναι καθολικά αποδεκτή. Αυτό είναι ένα πρόβλημα. Αυτό όμως που εμάς μας ενδιαφέρει, είναι ποια είναι η σχέση, εγώ δεν είμαι κοινωνιολόγος, ποια είναι η σχέση ανάμεσα στη γλώσσα και την κοινωνική τάξη. Γιατί η κοινωνική τάξη εκφράζεται βέβαια και με άλλους τρόπους, και με την πράξη και με τον τίσιμο, αν θέλετε, αλλά για άλλη μια χώρα πρέπει να πω, όσο και ευλογώνω τα σταλιένια, ότι εκφράζεται με τον λόγο, με την γλώσσα, με λογικές επιλογές. Αυτό είναι που ενδιαφέρει την κοινωνιογλωσσαολογία και εμείς θα το συσχετήσουμε και με τα μέσα. Μέχρι το 60 λέω εδώ, και αυτό είναι διαπιστωμένο, δεν είναι καμιά αφιβολία για αυτό, η έρευνα έχει σημασία αυτό. Είχε κολλήσει, είχε μείνει, σε ποιο πράγμα, στο να διασώσει ό,τι χάνονταν. Δηλαδή, στις γεωγραφικές διαλέξεις που δεν τις μιλούσαν πλέον πολλοί άνθρωποι, ή που χάνονταν από τα στικά κέντρα, και σου λέει, ας τις διασώσουμε, για να είναι ένας παρακαταθήκης για τη γνώση της γλώσσας. Αλλά αυτό δεν έφτανε. Και έτσι, λοιπόν, από τότε και στο εξής, αρχίζει να αναπτύσσεται κάτι που μας ενδιαφέρει το εξώτερο, η λεγόμενη κοινωνική διαλεκτολογία. Δηλαδή, πώς μιλάνε οι άνθρωποι της πόλης. Γιατί, γιατί και συγκεντρώθηκε μεγάλο μέρος του λιθισμού, το οποίο αυτό μεγάλο κομμάτι του λιθισμού, είχε μία και κοινωνική και επαγγελματική και γλωσσική διαφοροποίηση, άγνωστη στην επαρχία και άγνωστη στις παλιότερες δεκαετίες. Τι υπήρχε στις παλιότερες δεκαετίες. Υπήρχαν πέντε επαγγελματά όλα κι όλα, χοντρικά. Αγώτης, μασαράς, εξωτερικού πρωτογενήτης τομέας, έτσι. Ο έμπορος ή εξωτερικός βιοτέχνης, και κάποιοι λίγοι στον λεγόμενο τριτογενήτη τομέα. Αυτό το πράγμα αυξάνεται κρυκτικά από τη βιομηχανική παράσταση και δόθηκε κυρίως στον 20ο αιώνα. Η αισθηκοποίηση λοιπόν, δηλαδή, η μαζική μετακίνηση κλειδισμών σταστικά κέντρα, συνοδεύεται από μία κοινωνική διαστροφάτης. Κλητήρας δεν υπάρχει στο χωριό. Τι να τον κάνεις, λένε τώρα. Φυρωρός πολυγραφικίας δεν υπάρχει σε κάθε επαγγέλμα, θα μου πεις. Τέτοια επαγγέλματα υπάρχουν, τα οποία δεν έχουν λόγο υπάρξει σε έναν μικρό μέρος. Ακόμη και ο ένας γιατρός στο χωριό, αν υπάρχει, στην πόλη είναι... Ξέρετε πόσες ειδικότητες, ειδικά σήμερα, έτσι. Αυτό το πράγμα δείχνει, νομίζω, πολύ εύκολο να το αντιληθεί κανείς, την κοινωνική και επαγγελματική διαστροφάτηση, η οποία, οπωσδήποτε, έχει απαικότηση και στην γλώσσα, μιλάμε για γλωσσική κοιλότητα, δηλαδή για μια διαφορετικότητα, για μια πολυκρομία υφών, ειδών, λόγου και λοιπά. Κανόνας είναι αυτό που βλέπετε επάνω, ότι όσο πιο διαστροματωμένη είναι μια κοινωνία, τόσο πιο διαφοροποιημένη είναι και η γλώσσα της. Να εξηγήσω λίγο τον όρο super diversity, ο οποίος είναι και της μόδας. Αυτός ο όρος περιγράφει την κατάσταση σε μεγάλες πόλεις, στη Βύση κυρίως, εξαιτίας της συνύπαρξης πολλών νοημοτήτων. Δηλαδή, αν πας σε μια περιοχή όπως είναι η Ομώνια, ας πούμε, στην Αθήνα, ίσως και εδώ η Βαρδάρη, δεν ξέρεις σε τι γλώσσα να μιλήσεις σε έναν άνθρωπο. Ξέρεις? Πριν από 20 χρόνια θα μιλούσες ελληνικά και θα σου απαντούσα. Δεν ξέρεις, γιατί μπορείς να σου απαντήσεις αρμένικα, μπορείς να σου απαντήσεις γεωργιανά, μπορείς να σου απαντήσεις ρουσικά, μπορείς να σου απαντήσεις αραβικά και ούτω μεταξύ. Αυτό είναι φαινόμενο που χαρακτηρίζει όλη τη Βύση και που έχει μελετηθεί από ένα novel world. Μάλλον έχει προταθεί ο όρος και είναι σαν απότερη συνέπεια αυτής της κατάστασης. Δηλαδή δεν έχουμε απλώς διαφοροποιήσει μέσα στην ίδια γλώσσα, δεν υπάρχει χαμηλή επικαιλία, εφορετικά η ύφυξη, αλλά έχουμε και πολυγνωσία. Εξαιτίας της... και μάλιστα αν σκεφτείτε ότι έχουμε και πολλούς δίγλωσους, ή καμία φορά και τρίγλωσους ομιλητές, εξαιτίας των... ένα παιδάκι που μεγαλώνει στη Γερμανία, ας πούμε, και είναι από ιταλό πατέρα και σέρβα μάνα και μαθαίνει και γερμανικά στο σχολείο, δεν είναι τρίγλωσο. Παρ' πολλές δεν είναι δύσπερτος. Η πολυγνωσία, λοιπόν, ειδικά στην Ευρώπη αλλά και στην Αμερική, και σε χώρες που έχουν διεξθεί κύματα μεταξύ, στο Αυστραλίδη, είναι μια πραγματικότητα που έχει αλλάξει πάρα πολύ τη γλωσσική διαφοροποίηση, ας πούμε. Το παράδειγμα της Συρβίας είναι κλασικό και είναι παλιό, επειδή υπάρχουν κάστες, κλειστές κοινωνικές ομάδες, δεν μπορείς να μπεις εύκολα σε μια άλλη κάστα, και οι οποίες έχουν και μεγάλες γλωσσικές διαφορές. Είναι και μια χώρα τεράστια, έτσι, ενός δισεκατομμύριου, όσο και παραπάνω. Αυτό είναι ένα απομακρυσμένο παράδειγμα. Μας ενδυθέτει πιο πολύ αυτό, δηλαδή οι διαφορές ανάμεσα σε εργατική τάξη και αστική τάξη, λόσα, που έχει παρατηρηθεί από πολύ σημαντικούς μελετητές, όπως είναι στην Αμερική ο Λαμπόφ και στην Αγγλία ο Τράγγιλ, που είναι και φίλος μας. Δηλαδή έρχεται συχνά στην Ελλάδα, εγγράψει, ξέρει ελληνικά και υπάρχει, αλλά είναι γνωστός κυρίως από τη μελέτη των διαλέκτων, των κοινωνικών διαλέκτων, από την περιοχή του Νόρβετση στην Αγγλία. Φεύγεται από τους πιο ειδικούς σε τέτοια θέματα. Εδώ είναι ένα παράδειγμα, το ξέρετε φαντάζουμε, από τις διαφορές ανάμεσα σε αφροαμερικάνικα, αγγλικά και τα επίσημα, ας το πούμε, αγγλικά, διαφορές ανάμεσα στο «He doesn't» και «He don't» ή στο «Running» και «Running» στην προφορά του ΑΙΝΓ. Εδώ θα ήθελα να κάνω μια παρατήρηση γενικότερη, ότι αυτές οι διαφορές που πάθουν σε πολλές γλώσσες, στη γραμματική, στη μορφολογή ή στη σύνταξη, είναι διαφορές που συνδέονται με αυτό που βλέπετε κάτω και που στο τέλος των διαφανιών θα το δούμε. Δηλαδή οι πιο προφορικές, οι πιο απλουστευμένες, οι πιο αντιγραμματικές, αν μπορεί να τις πει κανείς έτσι, συνδέονται με τον περιορισμένο κώδικα, δηλαδή με τον τρόπο που μιλάνε οι λιγότεροι ομορφωμένοι, ενώ οι πιο κανονικές που τις δασκόμαστε στα σχολιά, στη φροντιστήρα κλπ, συνδέονται με τον λεγόμενο επεξεργασμένο κοινωνικό κώδικα. Αλλά και εδώ, προσέξτε, τα πράγματα δεν είναι μαύρο-άσπρο, δεν είναι εντελώς διαφοροποιημένα το ένα από το άλλο, υπάρχουν και σημεία συνάντησης. Ας πούμε, αυτό που με μισή κουβέντα να το πω, λέγεται σε αυτή τη διαφάνεια, είναι ότι αυτό που λέμε μαύρα στην πρώτη παράγραφο, τα μέλη των κατώτεων ελληνικών στρωμάτων, εργατική φτάξη ίσως και κατώτερη μέση, γενικά χρησιμοποιούν, ή μερικά από αυτούς σχεδόν αποκλειστικά, τον περιορισμένο κώδικα, παρά μην, οι τεχνίτες. Οι τεχνίτες έχουν ένα προφίλ ανθρώπου ο οποίος δεν διαβάζει μπλια, δεν διαβάζει λόγο τεχνία, δεν έχει σχέση πολύ με τον γραπτό λόγο, οπότε είναι σχεδόν αναμενόμενο να χρησιμοποιεί τον περιορισμένο κωδικα, θα δούμε συνέχεια τι είναι, ίσως το φαντάζιστικό μας. Από την άλλη πλευρά πρέπει να πούμε όμως ότι και αυτοί που ανήκουν στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και άρα χρησιμοποιούν τον επεξεργασμένο γλωσσό κώδικα, δεν τον χρησιμοποιούν πάντα. Ήταν τα παραπέμματα στην αρχή του ιατροδικαστή, του γιατρού, ξέρω εγώ και λοιπά, ή του αστυνομικού διευθυντή, τον χρησιμοποιούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή όταν πάει ο αστυνομικός στο σπίτι με τη γυναίκα του, δεν θα της μιλήσει όπως μίλησε στην κάμερα, ούτε ο ιατροδικαστής με τους φίλους του το βράδυ στην καβέρνα θα μιλήσει τον τρόπο που μίλησε στο ρεπορτάζι. Έτσι λοιπόν, αυτό που σήμερα φαίνεται να κυριαρχεί, και εδώ ήθελα να θυμίσω κάτι και αν θέλετε σημειώσετε το, δεν υπάρχει διαφάνιση, αυτή η καθολική στροφή του λόγου της δημόσιας σφαίρας στην ανεπισημοποίηση, δεν υπάρχει τέτοια λέξη, αλλά έτσι αποδίδωτον η formalization, δηλαδή η εγκατάληψη του επίσημου ήφους, του πολύ αυστηρού ήφους, του πολύ λεπτέστη του με τρόπο μιλίας και γραφής, γενικώς δεν αρέσει. Και αυτό το πράγμα έχει περάσει πάρα πολύ στα μέσα ενημέρους, ακόμη και στην κρατική τηλεόραση, ακόμη και στα λεγόμενα ποιοτικά μέσα ενημέρους, εφημερίες κλπ. Γι' αυτό λέω εδώ ότι έχουμε μια στροφή ακόμη και των υψηλότερων στρωμάτων στην ανεπίσημη χρήση του λόγου, η οποία προέρχεται από την ομιλία των κατώτερων στρωμάτων κοινωνικών. Και επίσης μια μικρή προσθήκη ότι στοιχεία τα οποία υπάρχουν στο λόγο των ανθρώπων που είναι στην καμιλή μέσα ταξική, γιατί αυτή είναι και η μεγάλη μάρτυπλη δύσκολη γι' αυτό το λόγο, όταν εμφανίζονται εκεί ας πούμε κάποια στοιχεία λεξιολογίου κυρίως, περισσότερο θα έλεγα, που είναι λεξιολογικό, καθημερινό, κάποιες φορές μπορεί να είναι και διαλεκτικό, αυτά εισχωρούν σιγά σιγά και στην καθημερινή ανεπίσημη ομιλία και συνομία όλων των λόγου λοιπόν, ακόμη και των πιο ομορφωμένων. Έτσι λοιπόν βλέπει κανείς στα μέσα ανθρώπους που πριν από ομορφωμένους έτσι, δημιουργικούς επιστήμονες συγκρογών που μιλούσανε στη δεκαετία του 70, του 80, του 90, σαν να είχαν ακουρατήρια ο φοιτητές στο παρεπιστήμιο, όπου και αν μερισκορθάνε τώρα, τους ακούσαν να μιλάνε πολύ πιο λαϊκά, θέλετε, πολύ πιο κασημερινά. Εδώ τώρα, αυτή είναι μια κοινωνιογλωσική παρατήρηση, δεν θα θα την επιμένω περισσότερο, είναι ενδιαφέρονξα πάντως. Με πολύ απλά λόγια θα σας το πω αυτό, οι ελίτ κοινωνικές και γλωσσικές έχουν μια ομοιογένεια που δεν έχουν οι άνθρωποι που ανοίγουν στα κατώτερα στραμμύτια και αυτό απεικονίζεται και στη γλώσσα. Δηλαδή, ο τρόπος που μιλάνε η μορφωμένη μιας χώρας μοιάζει. Ο τρόπος που μιλάνε η λιγότερη μορφωμένη μιας χώρας από περιοχή σε περιοχή ενδιαφέρει. Δηλαδή, αλλιώς μιλάει ο κριτικός αγρότης, αλλιώς ο τανίσους αγρότης, αλλιώς ο θησαλός αγρότης. Αλλά ο μορφωμένος της Κρήτης, της Θεσσαλήδης, μιλάμε με τον ίδιο τρόπο. Γιατί? Γιατί χρησιμοποιούν αυτό το ελεύθερο εγγραφημένο κόνικο που το ονομάζουν στα σχολιά με τα βιβλία και λοιπά. Είναι πιο πολύ του προφορικού λόγου και των κοινοτήτων που μιλάνε τη γλώσσα του τόπου. Αυτές έχει παντού. Τα παραδείγματα που βλέπετε εδώ είναι ακριβώς πάνω σε αυτό το πράγμα. Αυτό λέει κάτι όμως. Λέει ότι αυτές οι ηλίτες κοινωνικής ισχύως έχουν ένα γνωστικό εργαλείο, είναι επιβάλλονται, έχουν ένα γνωστικό εργαλείο ομοιογενές, το οποίο το χρησιμοποιούν και στη δημόσια κοινωνία τους. Αν είναι πολιτικοί, αν είναι, ξέρω εγώ, επιστήμονες, γιατροί, νομικοί κλπ. Τώρα, σε ό,τι αφορά τους λιγότερους χειρούς, πρέπει να πούμε επίσης ότι αυτό που θα ονομάζουμε γλώσσα της μησέας τάξης, κοινή γλώσσα, όπως την ονομάζουν άλλη, δεν είναι μία γλώσσα, άλλη από αυτήν που μαθαίνουμε στο σχολείο. Απλώς, να αναφέρομαι στη δεύτερη παράγραφο, είναι μία κάπως διαφορετική χρήση της γραμματικής και κυρίως του λεξιολογίου, έτσι. Όπως και στο παράδειγμα που έδωσα με τα αφροαμερικάνικα. Η τελευταία παράγραφος λέει αυτό το παράγραμμα που είπα το Παμπακέτο στην αρχή. Είναι κανόνας, έχει παρατηρηθεί, έχει μελετηθεί, ότι αυτοί που έχουνε χαμηλό κοινωνικό στάτους, έχουνε μια γλωσσική αβεβαιότητα και προσπαθούν να μιλήσουν πιο καλαμαρίστητα, στο πίσω ένα όρο που λένε οι Κύπριοι, πιο να μοιάνουν σαμορφωμένοι, δηλαδή, παρά το αντίθετο. Παρά κάνουνε μια στροφή προς την διάλεκτό τους, προς την τοπιοραγιά κλπ. Κάποια πράγματα που δεν ισχύει για αυτούς που δεν ανήκουν στα χαμηλά στρώματα, δεν έχουν τέτοιου είδους αβεβαιότητα. Μπορούμε λοιπόν να κατελέξουμε σε κάποιους αντιθέσεις και αντιστοιχήσεις, ύστερα από όλα αυτά, που προτείνονται από τους μελετητές, το γυναικάνοντας να τους το αφήσουμε, έχει κάποια σημασία αυτό κοινωνική, περισσότερο την αντίθεση με ΕΣΕΣ και εργατική στάση την οποία είπαμε, σε αυτή μπορούμε να αντιστοιχήσουμε με μια άλλη αντίθεση επίσημης και ανεπίσημης περίστασης. Το επίσημη πιο πολύ ταιριάζει, αναλογεί στη Μεσέα το ανεπίσημη στην εργατική, όπως επίσης και το πρότυπη γλώσσα στη Μεσέα, το μη πρότυπη στην εργατική, την πρότυπη που αλλιότερα τη μάθαναν όσο πήγαινα σχολείο και μάλιστα τα κορίτσια πριν από πέντε χρόνια δεν πήγαιναν εκεί όλα και λιγότερο από πέντε. Η μη πρότυπη γλώσσα, η προφορική, η διάλεπτη και λοιπά είναι της εργατικής τάξης ή των κάτων των αστροβόλων. Και αντίστοιχα επίσης, το είπα και στην αρχή, σχόλος διαφόρα την λειτουργία ή το ύφος, το επίπεδο ύφος, μιλάμε για υψηλή επιτυλία, αυτό είναι περίπου, ο εξεργασμένος κόριτος όπως θα δούμε και η χαμηλή επιτυλία στην άλλη περίπτωση. Υπάρχει λοιπόν σε όλα τα επίπεδα μια αρμονική, ας πούμε, σειρά αντιθέσεων. Εδώ τώρα, επειδή ο χρόνος είναι λίγος, δεν φεύγουν, αυτά τα βλέπετε και κατηδύα, είναι παραδείγματα από την Αγγλία και την Αμερική, από εργασίες που έχουν κάνει οι δυο που προανέφερα ο Λαγκόφ και ο Τράτγιλ, κυρίως, που δείχνουν πώς διαφοροποιήθηκε το λεξιλόγιο και η προφορά ανάλογα με το κοινωνικό στρώμα. Εδώ έχω μια μικρή έτσι στάση να κάνουμε παρατήρηση για τον όρο αυτό του Λαγκόφ, που έχει σχέση με την αβεβαιότητα που είπαμε προηγουμένως. Αυτός είναι που πρότεινε τον όρο «γλωσσική ασφάλεια ή ανασφάλεια», που εξηγεί συμπεριφορές γλωσσικές μελών της κατώτερης ή της μεσαίας τάξης, αντιδραστολή προς αυτούς που χρησιμοποιούν εξεργασμένο κώδικα. Παραδείγματα χαρακτηριστικά αυτής της στάσης της αβεβαιότητας, κατά τη γνώμη των γλωσσολόγων λανθασμένα, αλλά έτσι κάνουν οι άνθρωποι, είναι ότι προσπαθούν λανθασμένα να βελτιώσουν τον λόγο τους. Παράδειγμα, αυτό που λένε στην Θεσσαλονίκη «θα σου πάρω τηλέφωνο» και το κοροϊδεύουν οι Αθηναίοι. «Θα σου πάρω τηλέφωνο» σημαίνει «θα σου πάρω συσκευή τηλέφωνο». Θα σε πάρω τηλέφωνο, γιατί όμως το κάνουν αυτό, γιατί τους κατηγορώνουν ότι έχουν εξαφανίσει την γενική, μερικές συντάξεις του τύπου «θα μου δώσεις κάτι». Ακούς πολλούς στη Θεσσαλονίκη, όχι όλους, να λένε «θα με δώσεις», «θα σε δώσω», ξέρω εγώ τη Ζάκρυα δικαιομόδοσης, κλπ. Αυτό έχει την εξέγγιση του βέβαια, αλλά δεν της ώρας, δεν είναι τυχαίο και ίσως δεν είναι και λάθος, αλλά είναι άλλη ιστορία αυτός. Αυτό λοιπόν που κάνουν, προσπαθώντας σε λάθος σύνταξη να επαναφέρονται οι γενικοί, είναι διόρθωση, δηλαδή λανθασμένη διόρθωση. Θα με πάρεις τηλέφωνο, είναι το σωστό, το οποίο γίνεται κάτι αναλογικό, «θα μου δείξεις» ξέρω εγώ, τα δίπτωτα δηλαδή της Αρχίας, ενώ ένας Θεσσαλονικός θα έλεγε «είσως θα με δείξεις πώς να λύνω τον κόμπου» κλπ. Ένα δεύτερο επίσης σημαντικό χαρακτηριστικό της συμπλοστικής ανασφάλειας, είναι οι αμνητικοί στάσεις που έχουν, πάλι το παράδειγμα, το πάνω παράδειγμα του είναι χαρακτηριστικό και πολλά άλλα βέβαια, αμνητικοί στάσεις που έχουν τη συμπληκτική τους. Αυτό είναι διεθνές βέβαια, δεν είναι λιμποφανόμενο. Πολλοί αποκρίττουν την καταγωγή τους, προσπαθούν να αλλάξουν το αξάν που έχουν, παίζουν με δύο κασέτες ας το πούμε έτσι. Ένας συνάδελφος που μελέτησε το θεσσαλικό ιδίωμα, το έχει πολύ συστηματικά διερευνήσει αυτό και κοινωνιογροσικά, πώς δηλαδή οι νέοι που έχουν γεννηθεί σε περιοχές με διερευντική προφορά, πηγαίνοντας στις πόλεις ή μπαίνοντας σε ένα επαγγελματικό χώρο, μιλάνε με άλλο τρόπο, τελείως άλλο τρόπο. Αυτό μιλάνε στα παιδιά τους, στους ελληνικμάνους κλπ. Επειδή φοβούνται ότι έτσι θα μαρκαριστούν, επειδή δεν θα έχουν τις ίδιες τείχες για επαγγελματική άνοιξη κλπ. Που μπορεί να είναι αλήθεια, αλλά πάνω σε περίπτωση, δεν θα μπορούσε να υπάρχει τίποτα. Θα τελειώσουμε, λοιπόν, με το ίσως πιο χρήσιμο, χρηστικό κομμάτι που έχει να κάνει με αυτούς τους δύο τύπους. Ξαναλέω, είναι σχηματική, δεν είναι μόνο απόλυτη αξία, αλλά οπωσδήποτε είναι χρήσιμη αυτή η διάκριση, ανάμεσα δηλαδή στον τρόπο που μιλάει, που τιμηθέται τα παραδείγματα της αρχής, ένας μη ειδικός και ένας ειδικός, ξεχασμένος και περιορισμένος σκότητας. Δεν θα μείνω σε αυτό, αν θέλετε, μπορείτε να δείτε, γιατί αφορά τους πολιτισμούς, εμείς θέλουμε να δούμε κυρίως αυτό εδώ. Εδώ υπάρχει μια θεωρητική τοποθέτηση, την προσπερνάω, γιατί θέλω να δω τα χαρακτηριστικά, γιατί αυτά είναι τα πιο πρίσιμα. Εάν δούμε τα χαρακτηριστικά του περιορισμένου πόδικα, τα αντίθετα εντελώς είναι τα χαρακτηριστικά του εξεργασμένου πόδικα. Ο Μπέρν Στάιν μελέτησε παιδάκια στα σχολιά, ήταν κοινωνιστός της εκπαίδευσης. Και αυτά τα απορρίσματα στο τουμέτσι είναι από τον τρόπο που μιλάνε παιδιά εργατικών υπογενειών και παιδιά αστικών υπογενειών στη σχολή της Αγγλίας. Από κει προέρχεται το υλικό. Το υλικό πράγμα που χαρακτηρίζει τη γλώσσα ενός τέτοιου παιδιού και των γονιών του προφανώς, είναι ότι δεν υπάρχει πολύ μεγάλη αυστηρότητα. Αυτό που λέγαμε για το θέμα σχόλιας, θυμάστε, ο Γιάννης δεν τον πάει τηλέφωνο, αυτό. Η σειρά των ωρών και η συνέχεια των προτάσεων είναι κάπου σκαλαρή, δεν έχει την συνέχεια του γραπτού. Σύντομα σπροτάσεις, όχι λίγα λόγια, μπορεί να μιλάνε κατάσχετα, αλλά οι προτάσεις δεν είναι μεγάλες. Έχετε παρατηρήσει μερικές φορές πόσοι άνθρωποι έτσι λιγμών γραμμάτων προσπαθούν να εξηγήσουν αφιερμένες έννοιες και δεν έχουν τη λέξη. Πόσοι αναγκάζονται να ακούνε 15 λέξεις προκειμένου να σου εξηγήσουν τι σημαίνει ανελευθερία, τι σημαίνει ευρωδισμός, τι σημαίνει μεταδυσμόρφωνο. Μουρφ. Μουρφ. Μουρφ. Μουρφ. Μουρφ. Μουρφ. Περίεργο. Σε αφορά να μάθω. Τρία. Η σύνταξη προτάσσεων επίσης είναι απλή, το οποίο έχει σχέση με το ένα. Λίγες δευτερεύουσες. Δευτερεύουσες είναι φρασιολογικών σχέσεων, λογικοσυμματικών σχέσεων. Πολλές ατελείς. Ενεργητικοί, δηλαδή τα γνωρίζουμε όπως είδαμε από το κουρφωρικό λόγο που ψιαστικά επαναλαμβάνονται εδώ. Παρατακτικοί σύνδεσμοι. Δυσκολία διατήρησης του συντακτικού υποκειμενού. Αυτό περίπου έχει να κάνει με τη σειρά των όρων. Το θέμα σχόλιο υποκείμενο κατηγορήμα. Κάθομαι και ακούγα μια φορά, όχι από το τσομπολίστικο φυσικά, αλλά από ενδιαφέρον παρατηρητή συνομιλίας μεγάλης μάλλον ηλικίας, όχι νέων, μέσα σε λεωφόριαξο ρομπότσες. Έχει απίστευτο ενδιαφέρον. Μερικές φορές μου λέει τρομερά το κασεπτόφωνο να μπορούσα να καταγράψω. Χωρίς αυτό περίφημο λέω και της λέω και μου λέει και τον λέω και του λέω. Και του λέω αυτό πέντε φορές μέσα σε ένα λεπτό, σε δύο λεπτά. Αλλά πιο πολύ αυτό, δηλαδή πόσο αλλάζει, σαν ένα αλλάσσόμενο ρέμα, ένα υποκείμενο μέσα σε μία σαν κοβολό για αυτούς τους προτάσεων και πετάγονται από πρόσωπο σε πρόσωπο, από θέμα σε θέμα, από φαινόμενο σε φαινόμενο. Επίσης γνώρισμα είναι επειδή αυτοί οι άνθρωποι αρέσκονται να γιώνουν στο εγώ και στο εσύ το λόγο. Οι ανομίστες του προσώπου δεν χρησιμοποιούνται τόσο πολύ όσο το εγώ και το εσείς, το εγώ και το εσείς, το εσείς και το εσείς. Επίσης χρεισμένη χρήση επίθετων και επιρρήμαν. Γιατί? Διότι τα επίθετα και τα επιρρήματα δεν είναι βασικές γραμματικές κατηγορίες. Οι βασικές ποιες είναι? Το ουσιαστικό και το ρήμα. Αυτές φτάνουν για να πει κανείς την βασική πληροφορία. Το επίθετο, ειδικά το λόγιο, το πολύ σπάνιο ή το λίγο σπάνιο. Και τα επιρρήματα ακόμα περισσότερο είναι μια πρόσθετη πληροφορία, η οποία απαιτεί λεξιολογικό πλούτο, γραμματικές γνώσεις απητές κλπ. Επίσης χρησιμοποιούν πάρα πολλά φωλολαϊκά στοιχεία, λαϊκή σοφία. Ξέρετε αυτό και από παππούδες. Χρησιμοποιούν πολλές εκφράσεις διεπιδραστικές, αλληλεπιδραστικές, οι οποίες είναι και μεταπλωσικές. Ακριβώς γιατί ο λόγος τους είναι συνήθως προφορικός, όπως το έτσι δεν είναι. Το έντεκα έχει σχέση με κάτι που υπάρχει σε προηγούμενη διαφάνεια με το τυλίπων υποτακτητής της ΔΕΣΜΙ, γιατί το παράδειγμα που σχετίζουμε με τη μαύρη γάτα, ας πούμε, είναι κλασικό. Συγχαίουν πολλές φορές το τώρα και το ύστερα μετά είναι κάτι άλλο, πρώτα αυτό και μετά το άλλο, επειδή και αυτό. Έτσι, τη σχέση, την χρονική με την αιτιακή σχέση, αυτό είναι επίσης γνώρισμα του Περισμένου που έβηκα. Η εκφορά του λόγου, δηλαδή προσοδιακά, ταχύτητα, πάρυσις, τέμπο, πολύ γρήγορο και προχειρό με την έννοια ότι έχουμε αλλαγές ρυθμού του λόγου, ακανόνιστες, ενώ ο λόγος δυσκολεύει όταν δεν έχει το ίδιο τέμπο. Το 13, πολύ σημαντικό επίσης, έχουμε πάρα πολύ συναισθηματικό συγκινητικό λόγο, λόγο που εκφράζει στάσεις. Οι άνθρωποι αυτοί ξεκλειδώνουν πολύ πιο εύκολα, ομολογούν πολύ πιο εύκολα, σομολογούνται πράγματα, αφηγούνται, κάνουν προσωπικές αφηγήσεις σε αντίθεση με τη σελίτ που λόγω κοινωνικού γοήτρου και κοινωνικού προσώπου είναι πιο κλειδωμένη γενικώς. Και γενικότερα, κάποιος συνοχίζει όλα αυτά, μπορούμε να μιλήσουμε για ένα, αυτό που αποδίδει η λέξη οικολογικού ελίσμου, το καθυμιλουμένη που λέγαμε παλαιότερα, το ανεπίσχουμε ποιμιδοήφους. Είναι γνώσμα το οποίο έρχεται από τον προφορτικό λόγο της διαλέξης. Αυτό είναι το προφίλ σε πολλοί γενικές γραμμές που δίνει ο Μπέρκ Στάινς σε ό,τι αφορά τον... Αυτά είναι τα εντελώς αντίθετα, αν τα πάρετε είναι ένα προς ένα, αριθμημένα. Δεν χρειάζεται να τα έχουμε όλα. Απλώς, ξαναλέω, είναι μια από τις λίγες, έτσι, πολύ πυκνές συνοψίσεις από ταξιδομίστων των χαρακτηριστικών του αυτού που ονομάζει ο Μπέρκ Στάινς. Να προσθέσω κάτι του βέβαιον, λέω εδώ, ότι δέχεται η κριτική για διάφορα πράγματα, γιατί τάχτησε τα παιδιά με τους γονείς, γιατί υπάρχει μια σχηματοποίηση οπωσδήποτε σε αυτά τα πράγματα, γιατί υπάρχουν άνθρωποι που μιλάνε με στοιχεία και του ενός και του άλλου. Αυτό δεν αναιρεί, δεν ακυρώνει την αξία αυτών των δύο κωδίκων που τους βρίσκει κανείς ως κεφάλαιο σε όλα τα συρκά βιβλία. Επιπλέον, πιστεύω ότι είναι χρήστομα εργαλείο για να διαβάσετε αυτό από τη μάρτυρά σας, τον συμμιλητή σας, τους αυγές της μοσογράφης και τον ήμι σας στον εαυτό, και τη γράφη σας στις θεκολόγους σας, για αυτό νομίζω ότι έχει μια ιδιαίτερη θεσμότητα. Εδώ είστε, νομίζουμε. |