Διάλεξη 10 / Διάλεξη 10 / Διάλεξη 10
Διάλεξη 10: Σε σχέση με την σύγχρονη διαδικασία που ακολουθείτε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Σε σχέση με την σύγχρονη διαδικασία που ακολουθείτε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Σε σχέση με την σύγχρονη διαδικασία που ακολουθείτε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Σε σχέση με την σύγχρονη διαδικασία που ακολο...
Κύριος δημιουργός: | |
---|---|
Γλώσσα: | el |
Φορέας: | Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης |
Είδος: | Ανοικτά μαθήματα |
Συλλογή: | Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας / Αγιολογία και Εορτολογία |
Ημερομηνία έκδοσης: |
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
2014
|
Θέματα: | |
Άδεια Χρήσης: | Αναφορά |
Διαθέσιμο Online: | https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=6a24b20b |
id |
9cd88eb1-faad-48da-b135-c2150266c3e8 |
---|---|
title |
Διάλεξη 10 / Διάλεξη 10 / Διάλεξη 10 |
spellingShingle |
Διάλεξη 10 / Διάλεξη 10 / Διάλεξη 10 Φιλοσοφία, Ηθική, Θρησκεία Πασχαλίδης Συμεών |
publisher |
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ |
url |
https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=6a24b20b |
publishDate |
2014 |
language |
el |
thumbnail |
http://oava-admin-api.datascouting.com/static/ed61/5f3f/1f85/080e/83b8/5c78/5dd0/6864/ed615f3f1f85080e83b85c785dd06864.jpg |
topic |
Φιλοσοφία, Ηθική, Θρησκεία |
topic_facet |
Φιλοσοφία, Ηθική, Θρησκεία |
author |
Πασχαλίδης Συμεών |
author_facet |
Πασχαλίδης Συμεών |
hierarchy_parent_title |
Αγιολογία και Εορτολογία |
hierarchy_top_title |
Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας |
rights_txt |
License Type:(CC) v.4.0 |
rightsExpression_str |
Αναφορά |
organizationType_txt |
Πανεπιστήμια |
hasOrganisationLogo_txt |
http://delos.it.auth.gr/opendelos/resources/logos/auth.png |
author_role |
Καθηγητής |
author2_role |
Καθηγητής |
relatedlink_txt |
https://delos.it.auth.gr/ |
durationNormalPlayTime_txt |
01:04:39 |
genre |
Ανοικτά μαθήματα |
genre_facet |
Ανοικτά μαθήματα |
institution |
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης |
asr_txt |
Σε σχέση με την σύγχρονη διαδικασία που ακολουθείτε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Σε σχέση με την σύγχρονη διαδικασία που ακολουθείτε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Σε σχέση με την σύγχρονη διαδικασία που ακολουθείτε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Σε σχέση με την σύγχρονη διαδικασία που ακολουθείτε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Είπαμε ότι όλη αυτή η διαδικασία, όπως ακολουθήκε και αποκρυσταλώθηκε στη διάρκεια του 20ου αιώνα, έχει την αφετηρία της στην πράξη που δημιουργήθηκε μέσα από μία πολύ μακρά περίοδο αναδείξειος των νέων αγίων. Πολύ μακρά περίοδο αναδείξειος των νέων αγίων στην Βυζαντινή εποχή και στην περίοδο της Τροποκρατίας, όπου, όπως είπαμε, από την παλαιολόγια περίοδο και μετά φτάνουμε στο σημείο να έχουμε πλέον επίσημες συνοδικές πράξεις για την αναγνώριση των νέων αγίων. Δηλαδή, η σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου ήταν αυτή η οποία καθόριζε με σχετική πράξη την τιμή και την καθιέρωνε μέσα στο εκκλησιαστικό εορτολόγιο την τιμή των νέων αγίων. Είπαμε ότι η πράξη αυτή αποκρυσταλώνεται στις αρχές του 20ου αιώνα με ένα έγγραφο, όπως είπαμε, μια έγγραφη απάντηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου Φωτίου του Β' στον Πατριαρχή της Ρουμανίας Μύρονα. Είναι ένα έγγραφο το οποίο χρονολογείται το 1920 και αποκρυσταλώνει την πράξη της εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως αυτήν την περίοδο. Είπαμε ότι για την Καθημάς Ανατολή και την Ορθόδοξη παράδοση η μήτρα από την οποία εξελίχθηκε το φαινόμενο της αναγνωρίσεως των νέων αγίων η πράξη που ακολουθούσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως χώρος καθολικής έκφρασης και πνευματικής αναφοράς όλων των χριστιανών της ανατολικής χριστιανωσύνης. Ιδιαίτερα των χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τα στοιχεία είπαμε που προκύπτουν από αυτήν την επιστολή που στέλνει ο Πατριάρχης Φώτιος, ο δεύτερος, στις αρχές όπως είπαμε του 20ου αιώνα, λίγο πριν την μικρασιατική καταστροφή. Στον Πατριάρχη Μύρονα της Ρουμανίας αφορούν στην προσπάθεια των αυτοκέφαλων πλέον εκκλησιών, όπως είναι το Πατριαρχείο της Ρουμανίας και πολλές άλλες αυτοκέφαλες εκκλησίες, πατριαρχία, αρχιεπισκοπές, που ιδρύθηκαν στη διάρκεια του 19ου αιώνα, τους παραχωρήθηκε το δικαίωμα της αυτοκέφαλης εκκλησίας. Και θέλησαν μέσα από τις τοπικές συνόδους να αναδείξουν τους νέους αγίους των τοπικών εκκλησιών. Τους νέους αγίους της εκκλησίας της Ρουμανίας, τους νέους αγίους της εκκλησίας της Βουλγαρίας, τους νέους αγίους της εκκλησίας της Σερβίας και ούτω καθεξής. Έτσι, λοιπόν, ενημερώνει σε αυτό το ερώτημα που θέτει με επιστολή του Πατριάρχης της Ρουμανίας προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ποια διαδικασία ακολουθείται από την Μεγάλη Εκκλησία σχετικά με την ανάδειξη των νέων αγίων. Τον ενημερώνει ότι ακολουθούνται αυτά τα στοιχεία, τα σημεία τα οποία εδώ τα βλέπετε κωδικοποιημένα. Το πρώτο, είπαμε, είναι η εξέλεγξη των στοιχείων της αγιότητας από την Σύνοδο. Ο έλεγχος, δηλαδή, των στοιχείων της αγιότητας από την Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Και είπαμε ότι εδώ εμπλέκεται και μια Επιτροπή, μια Συνοδική Επιτροπή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που ονομάζεται Επιτροπή επί των Κανονικών Ζητημάτων. Αυτή η διαδικασία, όπως είπαμε, εφαρμόζεται και στις μέρες μας. Δηλαδή, ξεκινά από αυτό το χρονικό σημείο του ελέγχου. Και δεν θα επαναλάβω αυτά τα οποία είπαμε στο προηγούμενο μάθημα σχετικά με την κανονικότητα ή τη μη κανονικότητα του ελέγχου των στοιχείων. Το πώς, δηλαδή, ερμηνεύεται ο όρος αυτός, έλεγχος των στοιχείων της αγιότητας, εξέλεγξης των στοιχείων της αγιότητας, τι σημαίνει αυτό στην διαδικασία αυτή. Και είπαμε ότι υπάρχει ένα σοβαρό προβληματισμός και από θεολόγους και εκκλησιαστικά πρόσωπα, σημαντικούς μητροπολίτες κατά το παρελθόν και κατά την εποχή μας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και γενικότερα από ορθόδοξοι θεολόγους σχετικά με το κατά πόσο αυτός ο έλεγχος καθίσταται ένας έλεγχος ρωμεοκαθολικού τύπου, όπως θα δούμε σήμερα, ή ακολουθεί ένα πλαίσιο μιας αποδοχής και επικύρωσης, αποτελεί αυτός ο έλεγχος στην ουσία μια επικυρωτική πράξη, μιας συνείδησης που έχει διαμορφωθεί στο εκκλησιαστικό σώμα, στο πλήρωμα της εκκλησιαστικής κοινότητας από την οποία προέρχεται ο νέος Άγιος. Γιατί είπαμε ότι οι νέοι Άγιοι, η διαδικασία για την ανάδειξη των νέων Αγίων εκπηγάζει από τις τοπικές εκκλησίες τις οποίες αυτοί έζησαν. Και σας ανέφερα το πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, το πιο πρόσφατο, του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτη, που η διαδικασία ακριβώς ξεκινά από τον οικείο επίσκοπο, στην επαρχία του οποίου έζησε ο Οσίος Παϊσίος, ένας μεγάλος, ο πιο λαοφιλής θα μπορούσαμε να πούμε και δημοφιλής, Αγιορείτης Άγιος της εποχής μας, ο οποίος όμως τα τελευταία χρόνια της ζωής του λόγω της ασθένειάς του φιλοξενούνταν στην Μονή του Ευαγγελισμού, στην Σουρωτή, εδώ κοντά έξω από την Θεσσαλονίκη. Βλέπουμε λοιπόν ότι η διαδικασία όλη, τα στοιχεία αυτά της Αγιότητας, που είπαμε ότι συγκροτούν έναν φάκελο για τον νέον Άγιο, που σχηματίζεται με την ευθύνη του οικείου επισκόπου, αποστέλλονται στην εκκλησιαστική αρχή, που είναι η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αλλά ειδικά σας ανέφερα για αυτή την πράξη στον ελλαδικό χώρο, που μας ενδιαφέρει και περισσότερο, ότι η Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν προβαίνει, παρότι αυτοκέφαλη εκκλησία, δεν προβαίνει στην αναγνώριση των νέων Αγίων αφεαυτής, μόνη της, αλλά κατά την παράδοση αποστέλει τα στοιχεία αυτά, που συγκορούν υπέρ της Αγιότητας αυτού του προσώπου, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για να διανεργήσει αυτό και να εκδώσει ή να μην εκδώσει την σχετική πατριαρχική κανονική και συνοδική απόφαση. Τονίζεται ότι δεν ακολουθείται αυτή η διαδικασία για πρόσπα που ήδη τιμώνται στην παράδοση των εκκλησιών ως Άγιοι, δηλαδή για τους παλαιότερους Αγίους δεν επαναλαμβάνεται αυτή η διαδικασία, ότι κατά την ανακήρυξη, εφόσον υπάρξει η ανακήρυξη μετά από αυτόν τον έλεγχο που πραγματοποιείται από τα μέλη της Επιτροπής Κανονικών Ζητημάτων και τις εισηγήσεις που κατατίθεται στην Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η σχετική ανακήρυξη εκδίδεται με πατριαρχική και συνοδική πράξη, δηλαδή με μια απόφαση κανονικού χαρακτήρα και γι' αυτό ακριβώς το θέμα αυτό παραπέμπεται σε αυτή την ειδική επιτροπή, στην ειδική επιτροπή επί των Κανονικών Ζητημάτων. Υπογράφεται η πράξη της ανακήρυξης πανηγυρικά από τα μέλη της Συνοδού, από τον Οικουμενικό Πατριαρχείο και τα μέλη της Συνοδού και αυτή όλη η διαδικασία πραγματοποιείται και μιας ειδικής εκκλησιαστικής τελετής, που όπως βλέπετε στο κείμενο αυτό, που είναι ένα απόσπασμα από την επιστολή του Πατριάρχη Φωτίου του Δευτέρου, ορίζει ακριβώς το τυπικό θα μπορούσαμε να πούμε αυτής της πανηγυρικής διαδικασίας. Κατέρχονται δηλαδή τα μέλη της Πατριαρχικής Συνοδού στον Πατριαρχικό Ναό, τίθεται στο μέσον του Ναού το Ευαγγέλιο, ψάλλονται τα τροπάρια, συγκεκριμένα τροπάρια που έχουν να κάνουν, είναι τροπάρια από την εορτή της Πεντηκοστής και διαβάζεται και υπογράφεται από όλους, από όλα τα μέλη της Συνοδού, τα οποία παρευρίσκονται, η πράξη της αναγνωρίσεως, είπαμε εδώ πέρα, χρησιμοποιείται αυτός ο όρος για τον οποίον κάναμε λόγο και τον χαρακτηρίσαμε αδόκιμο, ο όρος αγιοποίηση. Υπογράφεται από τα μέλη της Συνοδού η πράξη της αγιοποίησεως, είπαμε ότι είναι ένας όρος ο οποίος στην ουσία μεταφέρει και μεταφράζει τον αντίστοιχο λατινικό όρο της σαγκτιφικάτιο, που θα δούμε ότι χρησιμοποιείται στη Δύση. Για τους πιο σημαντικούς αγίους συντάσσεται και ιδιαίτερη ακολουθία. Έχουμε συνταξεί ιδιαίτερης ακολουθίας, εφόσον δεν καταχωρίζεται απλά και μόνο η μνήμη τους στο εορτολόγιο, αλλά κατά την ημέρα της μνήμης τους τελείται ένας πανηγυρικός εορτασμός σε μια τοπική εκκλησία, σε ένα μοναστήρι κ.ο.κ. Και βέβαια, τονίζεται ότι είναι απαραίτητη και η μετακομιδή, η ανακομιδή των λειψάνων, εφόσον σώζονται του νέου αγίου και το χρήσμα τους με Άγιο Μύρο, που είπαμε ότι ειδικά αυτή η αναφορά σχετίζεται με μια ειδική λειτουργική πράξη, που ονομάζεται στα ευκολόγια ο μυρισμός των λειψάνων. Μυρίζονται, χρύονται με μύρο δηλαδή τα ιερά λείψανα. Δεν έχει να κάνει, επαναλαμβάνω, με το φαινόμενο της μυροβλησίας, για το οποίο έχουμε μιλήσει. Τα κριτήρια και τα τεκμήρια της αγιότητας είπαμε γενικότερα ποια είναι. Τα τρία κύρια, η Ορθοδοξία, η διατύπωση δηλαδή με ακρίβεια της διδασκαλίας της εκκλησίας, των ορθών δογμάτων της εκκλησίας, η κατόρθωση όλων των αρετών, δηλαδή ο ενάρετος βίος, ο ασκητικός και ενάρετος βίος των αγίων και σε κάποιες περιπτώσεις η περιτυμπίστη μέχρις αίματος αντικατάστασης, όταν έχουμε μαρτύριο, που έχουμε σε πάρα πολλές περιπτώσεις, όπως γνωρίζετε, και είπαμε ότι είναι πολύ μεγάλος ο αριθμός των μαρτύρων και των παλαιών, αλλά και των νεότερων μαρτύρων που έχουν εισέλθει, έχει εισέλθει μνήμη τους στο εκκλησιαστικό εορτολόγιο. Και το τελευταίο στοιχείο, που εδώ πλέον, στην περίπτωση της Οικοκρατίας, προβάλλεται από τους περισσότερους εκκλησιαστικούς λογίους, όπως είναι εδώ ο Νεκτάριος Ιεροσολίμων ή και από άλλα πρόσωπα, ως αναγκαίο για τη διαδικασία αυτή, είναι τα θαύματα, η επίδειξης παραθεού, επίδειξης σημείων υπερφιών και θαυμάτων. Τα θαύματα καθίστανται τεκμήριο αγιότητας, που ακριβώς συνοδεύουν την διαμόρφωση της κοινής πεποίθησης μεταξύ των χριστιανών ή των μελών μιας μοναστικής κοινότητας, ότι κάποιο πρόσωπο έχει λάβει την χάρη του Θεού και ενεργεί αυτή η θεία χάρη μέσα από τα ιερά λείψανα, από το λείψανο αυτού του προσώπου ή από τον τάφο του ή από τις εικόνες του και ούτω καθεξής. Υπάρχει κάποια ερώτηση, ναι. Όχι, δεν μπορούμε να πούμε... Καταρχήν είπαμε ότι στις περιπτώσεις των μαρτύρων, όπως είναι η ιδιαίτερη ομάδα των νεομαρτύρων, δεν απαιτείται κανένα άλλο στοιχείο πέραν του μαρτυρίου, που εκφράζει την υπέρτατη μορφή, την υπέρτατη πιστοποίηση, έκφραση της πιστότητας απέναντι στο Θεό. Τα θαύματα είναι ένα στοιχείο, το οποίο και σήμερα διαδραματίζει πάρα πολύ σημαντικό ρόλο και γι' αυτό θα δείτε ότι στις περιπτώσεις πολλών νέων αγίων έχουμε ήδη τη διαμόρφωση, πριν από την επίσημη πράξη αναγνώρισης, συλλογών θαυμάτων. Αυτό σχετίζεται με την πεποίθηση αυτή ότι οι Άγιοι ενεργούν θαύματα. Και θα δούμε στο επόμενο μάθημα, όταν θα μιλήσουμε για την παρυσία των Αγίων, ότι το θαύμα το οποίο εκφαίρεται από τον Άγιο, είναι προϊόν αυτής της παρυσίας προς τον Θεό. Το θαύμα δεν ενεργείται από τον ίδιο τον Άγιο. Δεν αποτελεί ειδοποιό στοιχείο, θα μπορούσαμε να πούμε. Δεν προέρχεται από τον ίδιο τον Άγιο. Αλλά αποτελεί, θα μπορούσαμε να πούμε, το όργανο μέσα από το οποίο η χάρη του Θεού, στην ουσία οι θείες ενεργίες, εκφράζονται και μεταδίδονται στους ανθρώπους. Μέσω των προσώπων που έχουν καταστεί μέτοχοι των θείων ενεργειών. Αυτό, είπαμε, είναι το στοιχείο της μεθεκτής αγιότητας που αφορά στους ανθρώπους. Και βέβαια, αναφέραμε κάποια κριτήρια αγιότητας, που μετασχηματίζονται σε τεκμήρια αγιότητας. Το μαρτύριο και η ομολογία της πίστεως, η κτητορική ιδιότητα, οι αυστηρές μορφές της ασκήσεως και βέβαια το σημαντικό συγγραφικό έργο, ιδίως όταν έχουμε περιπτώσεις θεολογικών περιόδους, θεολογικών κρίσεων, όπως έχουμε στην εποχή των συνόδων, στην πρώτη εκκλησία, ως τον 8ο αιώνα με τις οικουμενικές συνόδους, αλλά και αργότερα έχουμε πάλι την επαναφορά αυτού του σχήματος, θα σας αναφέρω ως ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, την περίπτωση των ησυχαστικών συνόδων, των συνόδων που συγκλήθηκαν στο Βυζάντιο, κατά τη διάρκεια της έρηδας που ονομάζεται η ησυχαστική έρηδα, γύρω από τη διδασκαλία των ησυχαστών. Αυτά όλα τα θέσαμε ως μια ανακεφαλαίωση, για να δούμε το τι συμβαίνει στην ρωσική εκκλησία, δηλαδή σε μια ορθόδοξη εκκλησία, ποια πρακτική ακολουθήθηκε και θα δείτε ακριβώς γιατί επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον μας, στρέφουμε την προσοχή μας ειδικά στην πράξη που ακολούθησε η ρωσική εκκλησία, όπως και στην ρωμεοκαθολική εκκλησία. Δηλαδή σε μία παράδοση αυτό που ονομάζουμε αυτή που ονομάζουμε δυτική παράδοση, για να γνωρίζουμε ποια είναι ταυτόσυμα στοιχεία, η κοινή βάση, πάνω στην οποία πορεύεται αυτή η διαδικασία και ποια στοιχεία διαφοροποιούν την πράξη που ακολουθήθηκε στην Ορθόδοξη Ανατολή, σε σχέση με αυτή που ακολουθήθηκε στην Δύση μετά το σχίσμα. Λίγο πριν από το σχίσμα, αλλά κυρίως μετά το σχίσμα. Τι έχουμε τώρα στη ρωσική εκκλησία, στην εκκλησία της Ρωσίας. Καταρχήν υπάρχει ένα βασικό σημείο το οποίο θα πρέπει να τονίσουμε. Και είναι ποιο, ότι βέβαια γνωρίζετε ότι η ρωσική εκκλησία, η Ρωσ, όπως ονομάζονταν, το γένος των Ρωσ, αυτός ο μεγάλος λαός, δέχθηκαν πολύ νωρίς τον εχριστιανισμό από την Ώλγα, από την βασίλισσα Ώλγα, που θεωρείται από τα σημαντικότερα πρόσωπα μέσα στο αγιολόγιο της ρωσικής εκκλησίας και τους βόρειδες των Γκλεμπ, των Βόρεις και των Γκλεμπ κλπ. Υπάρχει ένα σημαντικό υπόβαθρο που σχετίζεται με τον εχριστιανισμό των Ρωσ και αφορά στον αρχικό αγιολογικό πυρήνα της ρωσικής εκκλησίας. Ξέρουμε επίσης από την εκκλησιαστική ιστορία και από τις σχέσεις του Βυζαντίου με τους Ρώσους ότι η ρωσική επικράτεια αποτελούσε έναν ενιαίο χώρο που υπαγόταν στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία. Θα μπορούσαμε να πούμε μια ενιαία μητροπολιτική περιφέρεια. Ο Μητροπολίτης Μόσχας ή ο Μητροπολίτης Κιεύου αρχικά στην κοιτίδα της ρωσικής χριστιανικής παράδοσης στην περιοχή της Κρυμαίας είναι αυτός ο οποίος αποτελεί έναν βυζαντινό μητροπολίτη. Δηλαδή έναν μητροπολίτη ο οποίος υπάγεται στην βυζαντινή ιεραρχία. Αυτό διαφαίνεται άλλωστε και από το γεγονός ότι έχουμε την αποστολή βυζαντινών ιεραρχών στην εκκλησία του Κιεύου και αργότερα και στην Μόσχα σε όλη αυτή την πρόημη περίοδο ως τον 15ο αιώνα. Ένας από τους πιο σημαντικούς, για παράδειγμα, αρχιερείς, μητροπολίτες, ο Μητροπολίτης Φώτιος Μονεμβασιώτης, Μητροπολίτης Κιεύου, ένα πάρα πολύ σημαντικό πρόσωπο που ξέρουμε ότι σχετίζεται με μια σημαντική εκκλησιαστική αναδιοργάνωση της Μητροπόλεως του Κιεύου, είναι ένας βυζαντινός μητροπολίτης. Ακόμη και πρόσωπα τα οποία προέρχονται από τον χώρο αυτό, όπως είναι ο Μητροπολίτης Κυπριανός, σύγχρονος του Αγίου και συνεργάτης και συνοδιπόρος στα εκκλησιαστικά ζητήματα του Αγίου Φιλοθέου του Κοκίνου, όταν ο Φιλόθεος Κόκκινος ήταν στα μέσα του 14ου αιώνα οικουμενικός πατριάρχης. Είναι επίσης ένα πρόσωπο το οποίο είναι απόλυτα προσανατολισμένο στην βυζαντινή παράδοση. Χαρακτηρίζεται στις πηγές, παρότι ο ίδιος ήταν σλάβος, χαρακτηρίζεται φιλορωμαίος άνθρωπος. Ένας φιλορωμαίος άνθρωπος. Αυτό τι σημαίνει? Σημαίνει ότι για τους Ρώσους η κητήδα του εκκριστιανισμού τους, το Βυζάντιο, παρέμενε και κητήδα της εκκλησιαστικής τους παραδόσεως. Και αυτό επιβιώνει ως τα μέσα του 16ου αιώνα. Όταν τι έχουμε, έχουμε ένα βασικό στοιχείο το οποίο τροποποιεί και εξελίσει τα πράγματα. Έχουμε την ανακήρυξη, την κλησιαστική άνοδο της Μητροπόλεως Μόσχας σε πατριαρχείο. Αυτό γίνεται, όπως γνωρίζουμε, επί της πατριαρχίας του Ιερεμία του Β' που είναι ο πρώτος οικουμενικός πατριάρχης ο οποίος επισκέφτηκε και παρέμεινε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στην Μόσχα, στη Ρωσία, στην Τσαρική Ρωσία, σε μία περίοδο πάρα πολύ σημαντική γιατί είναι η περίοδος κατά την οποίαν βασιλεύει ένας από τους σημαντικότερους Ρώσους ηγεμόνες ο Τσάρος, Ιβάν, Ιωάννης, ο Τέταρτος, ο Τρομερός, εντάξει, όπως μας είναι γνωστός. Μέχρι τότε τι έχουμε. Μέχρι τότε έχουμε ακριβώς την υιοθέτηση της Βυζαντινής παραδόσιας. Και η υιοθέτηση της Βυζαντινής παραδόσιας τι λέει. Λέει ότι οι τοπικοί Άγιοι τιμώνται, καταρχήν από το κέντρο της Βυζαντινής ορθοδοξίας, δηλαδή από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αυτό από πού φαίνεται. Φαίνεται από ένα πάρα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, το οποίο αφορά στους πρώτους μάρτυρες ή θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε νεομάρτυρες του 14ου αιώνα στη Ρωσική Γη, που είναι οι τρεις νεομάρτυρες της Λιθουανίας. Οι τρεις Λιθουανοί νεομάρτυρες, ο Αντώνιος, ο Ιωάννης και ο Ευστάθιος. Είναι οι πρώτοι μάρτυρες της Ρωσικής Εκκλησίας, οι οποίοι τιμήθηκαν ευρύτατα και πρέπει να σας πω ότι έχουμε ένα πολύ σημαντικό τεκμήριο για τα πρόσωπα αυτά. Πέραν των κειμένων που γράφτηκαν, έχουμε ένα πάρα πολύ σημαντικό τεκμήριο της τιμής τους ως αγίων στη Ρωσική Εκκλησία, που σχετίζεται με την πιο πρόημη απεικόνιση τους, των τριών αυτών, της τριάδος αυτής των Λιθουανών νεομαρτύρων, στον αρχιερατικό σάκο που μας έχει σωθεί του Μητροπολίτη Φωτίου, που σας ανέφερα, του Μητροπολίτη Φωτίου, του Δευτέρου. Όπως επίσης είναι χαρακτηριστικό ότι στην αγιογράφηση της περίφημης Λαμπρής Εκκλησίας της Αγίας Σοφίας του Κιεύου, διαπιστώνουμε ότι το εικονογραφικό πρόγραμμα το οποίο υιοθετείται ακριβώς ακολουθεί πιστά το βυζαντινό πρότυπο. Το βυζαντινό εικονογραφικό πρόγραμμα είναι αυτό το οποίο μεταφέρεται και υιοθετείται στην Ρωσική Εκκλησία. Αυτή η παράδοση λοιπόν, ένα πολύ χαρακτηριστικό δείγμα αυτής παραδόσεις είναι η περίπτωση των τριών λιθουανών νεομαρτήρων. Τι έχουμε στην περίπτωση αυτή? Έχουμε μεταφορά των λειψάνων τους στην Κωνσταντινούπολη, αποτίθενται στην Μεγάλη Εκκλησία, δηλαδή στην Αγία Σοφία, για να τιμηθούν, να αποδοθούν λειτουργικές τιμές στα λίψανα αυτών των τριών μαρτύρων. Και επιπλέον ο Πατριάρχης Φιλόθεος ο Κόκκινος θεσπίζει έναν πάνδημο εορτασμό τους που σχετίζεται και με τη συγγραφή του πρώτου κειμένου, το οποίο αφορά σε αυτούς τους τρεις μάρτυρες της Ρωσικής Εκκλησίας στο 14ο αιώνα, οι οποίοι τιμώνται με έναν πανηγυρικό λόγο που γράφεται από έναν βυζαντινό εκκλησιαστικό λόγιο τον Μιχαήλ Βαλσαμώνα, στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Είναι ένα χαρακτηριστικό κείμενο και είναι μάλιστα πολύ σημαντικό ότι το κείμενο αυτό χρησιμοποιήθηκε, όπως είπαμε, έχουμε πάρα πολλές περιπτώσεις που επαληθεύουν την μετάφραση των βυζαντινών αγιολογικών κειμένων και κατεξοχήν στον σλαβικό χώρο. Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση είναι η περίπτωση αυτών των τριών νεομαρτύρων, που ο λόγος του Μιχαήλ Βαλσαμώνα είναι το κείμενο εκείνο που λαμβάνεται από την ρωσική αγιολογική παράδοση για να δημιουργηθεί μια σχετική γραμματεία για τα τρία αυτά πρόσωπα. Και είπαμε ότι απεικονίζονται σε έναν εξαιρετικής τέχνης κεντημένο αρχιερατικό σάκο του Μητροπολίτη Φωτίου ή τα τρία αυτά πρόσωπα, οι νεομάρτυρες της Λιθουανίας. Από τα μέσα, όμως, του 16ου αιώνα, επέρχεται μια σημαντικότατη αλλαγή του Τσάρου, όπως είπαμε, Ιβάντου Τρομερού. Το 1547 έχουμε πλέον μια πράξη, μια πρώτη πράξη, στην οποία οι προγενέστερες εντός-ησαγωγικών ή εκτός-ησαγωγικών ατασταλίες των τοπικών επισκόπων στην ρωσική επικράτεια γίνεται προσπάθεια να ελεγχθούν και να αποτραπούν με ποιον τρόπο, με την απόφαση ότι μόνο η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ρωσίας θα έχει το δικαίωμα να ανακηρήσει πλέον τους νέους Αγίους. Αυτό είναι μια πολύ σημαντική εξέλιξη και βλέπουμε να πραγματοποιείται σε μια πολύ χαρακτηριστική περίπτωση, στην οποία, μάλιστα, αναδείξει ως νέου Αγίου, στην οποία συμμετέχει και ο Πατριάρχης Ιερεμίας, ο Δεύτερος ο Τρανός. Και είναι η ανάδειξη του πρώτου διαχρηστών σαλού Αγίου της Ρωσικής Εκκλησίας, που είναι ο Ώσιος Βασίλειος, ο Ρώσος Άγιος Βασίλειος, ο Νέος, ο πρώτος διαχρηστών σαλός, ο οποίος είναι αυτός ο Άγιος, στον οποίο είναι αφιερωμένη αυτή η εξαιρετική ομορφιά και μοναδικής τεχνοτροπίας, εκκλησία που βρίσκεται στην Κόκκινη Πλατεία, στην Πλατεία του Κρεμλίνου, στη Μόσχα. Αν θα δείτε σε όλα τα διαφημιστικά για τη Μόσχα, αυτή η πολύχρωμη εκκλησία που δεσπόζει και στους τουριστικούς οδηγούς και τα λοιπά, είναι η εκκλησία αυτή που αφιερώθηκε στον Ώσιο Βασίλειο, τον Νέο, των διαχρηστών σαλό. Είναι η πρώτη περίπτωση, επαναλαμβάνω, διαχρηστών σαλού αγίου στην ρωσική εκκλησιαστική παράδοση. Και έκτοτε καθιερώθηκε αυτή η παράδοση, γιατί έχουμε έντονο το φαινόμενο της διαχρηστών σαλότητας στη ρωσική αγιολογική παράδοση. Εδώ τώρα πλέον επισέρχεται ένα βασικό στοιχείο. Η αναγνώριση των νέων αγίων είναι συνιστά δικαίωμα της εκκλησιαστικής αρχής, δηλαδή της Ιεράς Συνόδου, και του Τσάρου. Υπάρχει την ανάδειξη του νέου αγίου. Επομένως δεν μπορεί κανένας τοπικός επίσκοπος να αναδείξει μόνος του, όπως συνέβαινε στα προηγούμενα χρόνια, σε κάποιες περιπτώσεις, με τρόπο ανεξέλεγκτο, που είχε εκφύγει όλων των πλαισίων λειτουργίας της εκκλησίας και των διαδικασιών αυτών στη Ρωσία. Καθιερώνεται, λοιπόν, η διπλή επικύρωση από την Ιερά Σύνοδο και από τον Τσάρο. Και περιορίζεται, κατά αυτόν τον τρόπο, ουσιαστικά, το δικαίωμα του οικίου επισκόπου να ανακηρήσει τους νέους αγίους της επαρχίας του. Μπορεί να εισηγηθεί στην Ιερά Συνόδο, αλλά αυτή είναι που θα ελέγξει, με έναν τρόπο, θα μπορούσαμε να πούμε, δικαστικό, πρόσωπα τα οποία προτείνονταν για να τιμηθούν ως Άγιοι. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι διαμορφώθηκαν τρεις κατηγορίες αγίων στην ρωσική εορτολογική παράδοση και την αγιολογική παράδοση. Οι Άγιοι που εορτάζονταν σε όλη την ρωσική επικράτεια, στη ρωσική εκκλησιαστική επικράτεια. Οι οικουμενικοί Άγιοι, θα μπορούσαμε να πούμε, της εκκλησίας της Ρωσίας. Οι Άγιοι μιας ορισμένης μόνο εκκλησιαστικής επαρχίας. Και το τρίτο, οι Άγιοι οι οποίοι δεν αναγνωρίζονταν επισήμως, με κανέναν τρόπο, αλλά που τους τιμούσε ο απλός λαός, δεδομένου ότι, όπως είπαμε, εκφεύγει πλέον, χάνεται το βασικό κριτήριο, που είπαμε ότι ισχύει σε όλη τη Βυζαντινή παράδοση, ως προς το ζήτημα αυτό, η διαμόρφωση μιας κοινής συνείδησης, γύρω από την αγιότητα ενός νέου Αγίου. Αποτελεί πρωτίστως έκφραση, της κοινής συνείδησης του εκκλησιαστικού πληρώματος. Αυτό λοιπόν χάνεται και αφού χάνεται, έχουμε πλέον μια λαϊκή τέτοια, θα μπορούσαμε να πούμε, λατρεία απέναντι σε τοπικούς Αγίους, τα οποία γνωρίζονται όμως ούτε από τους οικείους ιεράρχες, ούτε πολύ περισσότερο από την Σύνοδο της Εκκλησίας της Ρωτσίας, ή από τον Τσάρο. Έτσι λοιπόν βλέπουμε ότι επισέρχεται καταρχήν ένα βασικό στοιχείο, ελέγχου με διάφορες επιτροπές, των στοιχείων εκείνων τα οποία θεωρούνταν ότι σχετίζονται, αποτελούν τεκμήρια της αγιότητας αυτών των υποψηφίων, θα μπορούσαμε να πούμε Αγίων, στην ρωσική παράδοση. Και γι' αυτό ακριβώς χάνεται αυτή η αμεσότητα. Δηλαδή μπορεί να τιμηθεί ως Άγιος ένα πρόσωπο που από τις επιτροπές αυτές θεωρείται ότι πληρεί τα κριτήρια εκείνα για να τιμηθεί ως Άγιος, για το οποίο όμως δεν υπάρχει διαμορφωμένη συνείδηση μεταξύ του λαού, ή και το αντίστροφο, να τιμάται από τον λαό και να απορριθεί κατά τον έλεγχο αυτών των επιτροπών ένας νέος τέτοιος Άγιος. Ως προς αυτό λοιπόν το στοιχείο του σημαντικού ουσιόδους ελέγχου μέσα από επιτροπές και από διαδικασίες δικανικού χαρακτήρα, διαπιστώνουμε ότι εμφανίζονται κοινά στοιχεία στην παράδοση που ακολούθησε από τον 16ο αιώνα και μετά η Ρωσική Εκκλησία σε σχέση με την Ρωμιοκαθολική Εκκλησία. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Εάν θα μελετήσουμε αντίστοιχα σε αυτήν την περίοδο και στην προγενέστερη χρονική περίοδο στις προγενέστερους αιώνες ποια είναι η διήσδυση της Ρωμιοκαθολική Εκκλησίας σε όλες αυτές τις περιοχές, θα δούμε ότι πραγματικά υπάρχει μια πολύ σοβαρή διήσδυση σε όλο τον χώρο της Νότιας Ρωσίας, στην Παλαιά Ρωσία ή στην Μικρά Ρωσία όπως ονομάζεται, δηλαδή στη σημερινή Ουκρανία και στις περιοχές προς την Πολωνία, μια ευρύτερη περιοχή που ονομάζεται Ρουθινία ή Ρουσινία στις πηγές και έτσι λοιπόν ασκείται μια επίδραση, θα μπορούσαμε να πούμε μια αλληλεπίδραση, που είναι μοιραίο να ασκείται μέσα από τους μέσους των πληθυσμών και των εκκλησιαστικών κοινοτήτων πλέον που ακολουθούν την Ρωμιοκαθολική Εκκλησία και μάλιστα με μεγάλη έξαρση του φαινομένου, όπως γνωρίζουμε από την εκκλησιαστική ιστορία του ουνητισμού. Με πολύ σοβαρή έξαρση του ουνητισμού σε αυτές τις περιοχές. Μπορούμε λοιπόν να μιλήσουμε για πέντε κύριες περιόδους στη διαμόρφωση αυτής της διαδικασίας στη Ρωμιοκαθολική Εκκλησία για την ανάδειξη των νέων αγίων. Από τον χριστιανισμό είπαμε της Ρωσίας στα τέλη του 10ου αιώνα, το 1988, μέχρι τον 16ο αιώνα, όταν συγκροτούνται οι λεγόμενοι σύνοδοι του Μητροπολίτη Μακαρίου, που είναι ένα σημαντικό πρόσωπο, που διαδραματίζει ρόλος στο όλο φαινόμενο της λειτουργικής αναγέννησης στην Ρωσία. Η δεύτερη περίοδος είναι αυτή η περίοδος των συνόδων που συγκλήθηκαν στα αίτια αυτά το 1547, που είπαμε ότι είναι το κομβικό σημείο, η καμπή για το πέρασμα σε αυτήν τη νέα διαδικασία, και το 1549. Η περίοδος από τα μέσα του 16ου αιώνα μέχρι τη σύσταση του θεσμού της Ιεράς Συνόδου στην Εκκλησία της Ρωσίας, που συμβαίνει στα τέλη του 16ου αιώνα με τον προβιβασμό της Μητροπόλεως, όπως είπαμε Μόσχα, σε Πατριαρχείο της Μόσχας, η συνοδική περίοδος, κατά την οποία λειτουργήσε το σύστημα όπως καθιερώθηκε από τον Ιβάν τον Τρομερό, και στη σύγχρονη περίοδο όπου έχουμε πλέον ένα νέο στοιχείο. Έχουμε την εισαγωγή της αφετηρίας αυτής της πράξεως από μια τοπική εκκλησιαστική συνοδο, και στη συνέχεια την εξέλιξη της διαδικασίας αυτής από την Ιερά Συνόδο της Εκκλησίας του Πατριαρχείου της Ρωσίας. Βασικά γνωρίσματα αυτής της διαδικασίας, η προκαταρτική έρευνα της ζωής και των θαυμάτων. Είπαμε ότι ακολουθείται μια δικανικού χαρακτήρα διαδικασία με ειδικές επιτροπές που συγκροτούνται, η κατάσταση της αφθορίας του λειψάνου. Ένα στοιχείο που βλέπουμε να υπάρχει η αφθαρσία των λειψάνων ως ένα θαυμαστό στοιχείο. Βλέπουμε ότι υπάρχει και στη Βυζαντινία γεωλογική παράδοση, αλλά ποιο είναι το καινούργιο στοιχείο το οποίο επισέρχεται εδώ είναι ότι αποτελεί προαπετούμενο, θα μπορούσαμε να πούμε. Ένα κριτήριο το οποίο αποτελεί εκ των όνου Κάνεφ τεκμήριο για την ανάδειξη ενός νέου Αγίου. Αν δεν υπάρχει αφθαρσία του λειψάνου, τότε δεν μπορεί να προχωρήσει μια διαδικασία αναδείξους ενός νέου Αγίου. Η έκδοση ενός σχετικού αυτοκρατορικού διατάγματος επίσης ένα πάρα πολύ σημαντικό στοιχείο που διαφοροποιεί τη σχετική πράξη που είπαμε ότι έχουμε στο Βυζάντιο μια πράξη που βασίζεται στη συνοδική έκφραση της εκκλησίας, την έκδοση πατριαρχικών και συνοδικών πράξεων. Έχουμε συνοδική πράξη, δεν είναι πράξη μόνον του πατριάρχη, ούτε υπογράφεται μόνον από του πατριάρχη, δεν είναι ένα απλό πατριαρχικό έγγραφο, αλλά είναι ένα έγγραφο το οποίο υπογράφεται και εκφράζει την απόφαση του σώματος των μελών της Συνόδουε ή τέλεση πανηχίδων, δηλαδή σχετικών λειτουργικών συνάξεων κατά τη διάρκεια της νύχτας και η δημιουργία, η σύνθεση μιας ειδικής ακολουθίας για την ανακήρυξη του νέου αγίου και τη μετακομιδή των λειψάνων του. Σήμερα έχουμε μια πραγματικότητα που έχει μετριάσει, κατά κάποιο τρόπο, αυτήν την παλαιά εικόνα, όχι όμως σε σημαντικό βαθμό. Πρέπει πριν να αναφερθούμε σε αυτό το στοιχείο να σας πω ότι στην ρωσική αγιολογική παράδοση για τους νέους αγίους που εισήλθαν στο αγιολόγιο της ρωσικής εκκλησίας έχουμε, εξαιτίας ακριβώς αυτής της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, έχουμε πάρα πολλά παράδοξα φαινόμενα. Όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι ένας από τους πλέον λαοφιλείς αγίους της ρωσικής εκκλησίας, αλλά όχι μόνο της ρωσικής εκκλησίας, αλλά σύνολες της ορθόδοξης εκκλησίας, γιατί υπερκέρασε τα όρια της ρωσικής εκκλησίας η τιμή του και τιμήθηκε πάρα πολύ και στην ελληνόφωνη αγιολογική παράδοση και σε όλες τις άλλες τοπικές εκκλησίες. Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ δεν κρίθηκε με βάση τον έλεγχο αυτόν που διενεργήθηκε από αυτές τις επιτροπές επαρκής η τεκμηρίωση της αγιότητάς του και κρίθηκε επιβεβλημένη η προσκόμηση και ο έλεγχος νέων στοιχείων για να αναδειχθεί με επίσημο τρόπο Άγιος της ρωσικής εκκλησίας. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, πόσο κινδυνεύει αυτή η τυποποίηση, το φορμαλισμός αυτός να οδηγήσει σε πράξεις οι οποίες δεν έχουν καμία απολύτως επαφή. Είναι τελείως ξένες προς την συνείδηση και το βίωμα του λαού, του εκκλησιαστικού πληρώματος, όπως είπαμε. Σήμερα, λοιπόν, η κύρια ευθύνη για την ανάδειξη των νέων Αγίων απόκειται στον Πατριάρχη της Μόσχας και στη Σύνοδο της Ιεραρχίας. Και πάλι ο Πατριάρχης της Μόσχας και η Σύνοδος πραγματοποιεί τις αναδείξεις των νέων Αγίων. Θέτοντας και πάλι θα μπορούσαμε να πούμε μία οπισθοδρόμηση. Ειδίως παρατηρείτε το φαινόμενο αυτό από τον εορτασμό των χιλίων ετών, της χιλιατηρήδος του χριστιανισμού των Ρώσων και μετά. Το είδαμε και πάρα πολύ πρόσφατα μετά την κατάληση της Σοβιετικής Ένωσης, όταν τιμήθηκαν οι Ρωμανόφ ως Άγιοι από τη Ρωσική Εκκλησία. Τι έχουμε? Έχουμε το βασικό κριτήριο, είναι τα απορίσματα των διαφόρων επιτροπών που συγκροτούνται και όχι η συνείδηση του εκκλησιαστικού πληρώματος. Αυτό είναι ένα πάρα πολύ σοβαρό ζήτημα στο οποίο χωλένει αυτή η πράξη, η οποία ακολουθείται και σήμερα. Κατ' αναλογία, μπορούμε να πούμε ότι έχουμε παρόμοια θέματα και ένα σχετικό προβληματισμό και στα ζητήματα που αφορούν στην ανάδειξη και στην ανακήρυξη των νέων Αγίων στην Δυτική Εκκλησία, στην Ρωμαϊκαθολική Εκκλησία, δεδομένου ότι στην Πρωτεστατική Εκκλησία, στη μεταρρύθμιση, όπως γνωρίζετε από τον Λούθηρο, δεν έχουμε στον Πρωτεστατικό κόσμο Αγίους. Ένα ζήτημα που καταπολέμησε με τις θέσεις του ο Λούθηρος είναι η τιμή των Αγίων μέσα στην Εκκλησία. Και θα μπορούσαμε εδώ να πούμε πάρα πολλά πράγματα για τον προβληματισμό ο οποίος κατατέθηκε στον χώρο των μεταρρυθμισμένων εκκλησιών σε σχέση με τα επιχειρήματα τα οποία είπαμε είχαν οδηγήσει και στην περίπτωση οικονομαχίας πολλούς από τον χώρο που πολεμούσε την τιμή των ιερών εικόνων να καταφέρονται γενικότερα συλλήβδι κατά της τιμής των Αγίων. Στην δυτική λοιπόν παράδοση έχουμε καταρχήν μια και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό μια κοινή παράδοση, μια κοινή πράξη σε όλη την πρώτη θα μπορούσαμε να πούμε χονδρικά χριστιανική χιλιετία. Είναι η πατερική και η βυζαντινή περίοδος που φτάνει ως τα τέλη του 10ου αιώνα πριν από το σχίσμα και που η κοινή αυτή πράξη έχει ένα ένα εναυσμά, μια αφετηρία που θα μπορούσαμε να πούμε ότι προσιδιάζει σε αυτή την αφετηρία που την ίδια περίοδο συναντούμε και στην Ανατολή για την οποία έχουμε κάνει λόγο δηλαδή σε ένα φαινόμενο του τύπου σημεών νέου θεολόγου και σημεών ευλαβούς, του Αγίου σημεών του ευλαβούς του πνευματικού του πατέρα. Έχουμε την ανακήρυξη νέων Αγίων σε τοπικό επίπεδο από τοπικούς επισκόπους στην Δύση, η οποία δεν γίνεται δεκτή από τον Πάπα και γι' αυτό ακριβώς στον λόγο αποφασίζεται πάρα πολύ νωρίς θα δούμε στα τέλη του 10ου αιώνα να απαιτείται από τους οικείους επισκόπους να κατατίθεται έτηση εγκρίσεως της πρωτοβουλίας αυτής, της αναδείξειος νέων Αγίων από τον Πάπα, δηλαδή να κατατίθεται σχετική έγγραφη έτηση. Είχαμε μιλήσει αναφερόμενη στα θέματα της σύγχρονης διαδικασίας για την ορολογία που χρησιμοποιείται στην Ορθόδοξη παράδοση και για την προβληματική ή ας το πούμε ευρύτερα για τον προβληματισμό γύρω από αυτή την ορολογία. Κατά αναλογία μπορούμε να πούμε ότι τίθεται παρόμοια ζητήματα τα οποία μάλιστα είπαμε ότι έχουν μια επικοινωνία, λειτουργούν ως συγκοινωνώντα δοχεία με τους σχετικούς όρους που χρησιμοποιήθηκαν στην δυτική παράδοση. Οι όροι αυτή στα λατινικά, οι τρεις σημαντικότεροι όροι είναι ο όρος μπεατιφικάτιο, ο όρος αγκτιφικάτιο και ο όρος κανονιζάτιο. Μπεατιφικάτιο από το επίθετο, το χαρακτηρισμό μπεάτους που σημαίνει μακάριος. Σας θυμίζω ότι όταν μιλήσαμε για τον όρο Άγιος, το πώς χρησιμοποιήθηκε αυτός ο όρος από ένα προσδιοριστικό, οντολογικό γνώρισμα του ιδίου του Θεού στις εκκλησιαστικές κοινότητες και στην εκκλησιαστική παράδοση για να προσδώσει κάτι το ιδιαίτερο σε συγκεκριμένα μέλη των εκκλησιαστικών κοινοτήτων, είπαμε ότι ήδη στα πρώτα μαρτυρικά κείμενα χρησιμοποιείται και ο όρος μακάριος, τα επί του μακαρίου, πολυκάρπου, τελεστέντα κλπ. Για πολλούς μάρτυρες χρησιμοποιείται όχι ο όρος Άγιος, αλλά ο όρος μακάριος. Είναι λοιπόν ένας αγιολογικά χρωματισμένος ο όρος αυτός και ακριβώς αυτό το στοιχείο σχετίζεται με την αρχαιότητα και αυτού του λατινικού όρου, του όρου «πεάτους», που οδήγησε στην «πεατιφικάτιο», δηλαδή σε μια διαδικασία αναγνωρίσεως ενός Αγίου σε τοπικό επίπεδο, σε μια ορισμένη εκκλησιαστική επαρχία ή σε μια επισκοπή. Ο Άγιος λοιπόν που αναγνωριζόταν από έναν τοπικό επίσκοπο και εορταζόταν η μνήμη του σε ένα περιορισμένο επίπεδο, είπαμε ότι το βλέπουμε αυτό, είναι μια παράδοση κοινή και στην Ανατολή και στη Δύση. Αυτός ο Άγιος ονομαζόταν «πεάτους». Στη συνέχεια όμως βλέπουμε, διαπιστώνουμε ότι πλέον καθιερώνεται και ένας άλλος ο όρος, ο όρος «σανκτιφικάτιο». Ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τους Αγίους οι οποίοι τιμόνταν από σύνολοι την εκκλησία της Δύσεως, από τον Πατριαρχείο της Ρώμης, τον Πάπα της Ρώμης. Έχουμε λοιπόν τους «πεάτι» και τους «σάνκτι». Οι «πεάτι» είναι οι Άγιοι τοπικής εμβέλειας θα μπορούσαμε να πούμε, οι «σάνκτι» είναι οι Άγιοι, οι οικουμενικοί Άγιοι της Δύσεως ή όλοι στις χριστιανικής οικουμένης, δηλαδή Άγιοι που τιμόνταν και στην Ανατολή και στη Δύση. Και ο όρος βέβαια «κανονιζάτιο», που είπαμε ότι είναι ένας όρος που τον πήραμε ξανά πίσω ως αντιδάνειο. Στην περίοδο της Οικοκρατίας έχουμε τον όρο «κανονισμός» από την «κανονιζάτιο», που η «κανονιζάτιο» προέρχεται από τον «κανώνα», δηλαδή την ευθεία εκείνη γραμμή, την πορεία την οποία ακολουθούσε η Εκκλησία για το ζήτημα της ανακηρύξιος νέων Αγίων. Προισθώνουμε ότι στην πορεία αυτή η διαδικασία απετέλεσε το εξελικτικό βήμα μετά την «πεατιφικάτιο». Δηλαδή κάποιος Άγιος τιμόνταν αρχικά σε τοπικό επίπεδο, σε τοπικό εκκλησιαστικό επίπεδο ως «πεάτους». Όταν όμως αυτός ο Άγιος καθίστατο ευρύτερα γνωστός και τιμόνταν και σε άλλες εκκλησιαστικές επαρχίες της Δύσεως, τότε ο Πάπας της Ρώμης προέβαινε στην διαδικασία της κανονιζάτιο, δηλαδή στο να μετεξελιχθεί από «πεάτους» σε «σάγκτους». Είναι αντιληπτό αυτό, δηλαδή έχουμε μια εξέλιξη, μια διαβάθμιση Αγίων, κατά κάποιο τρόπο μπορούμε να πούμε. Η δική λοιπόν αγιότητα, η δική αναγνώριση που προέρχεται από τον οικείο επίσκοπο και η γενική αναγνώριση, η σαγκτιφικάτιο που προέρχεται από τον Πάπα και αφορά, όπως είπαμε και σήμερα ακόμη, με ένα γενικό παππικό διάταγμα, αφορά, απευθύνεται ούρμπιε τορμπιε σε όλο τον κόσμο, και στην πόλη αλλά και σε όλο τον κόσμο, σε όλη την οικουμένη. Και ακριβώς προβάλλει την τιμή ενός νέου αγίου. Είναι τα παππικά διατάγματα, τα οποία ή τα αφορούν στη διδασκαλία της εκκλησίας, αλλά ακόμη και αυτές τις πράξεις της αναδείξος των νέων οικουμενικών αγίων. Τώρα, η αφετηρία έχει ως χρονικό σημείο το έτος 995. Είμαστε πριν από το σχίσμα, όπως βλέπετε, τότε ο Πάπας Ιωάννης ο 15ος, για να καταπολεμήσει, είπαμε, ατασταλίες ως προς την ανάδειξη νέων αγίων και τις διαμαρτυρίες, προφανώς, των τοπικών εκκλησιαστικών κοινοτήτων για πρόσωπα, τα οποία, προφανώς, δεν είχαν τη συμμαρτυρία, θα μπορούσαμε να πούμε, της τοπικής εκκλησιαστικής συνειδήσεως, της συνειδήσεως των εκκλησιαστικών κοινοτήτων, εκδίδει την πρώτη πράξη, επίσημη πράξη, αναδείξιος αγίου, κεντρικά από την Αγία Έδρα, από το Πατριαρχείο της Ρώμης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή, εξακολουθούσε να διαιωνίζεται και στους επόμενους αιώνες, γι' αυτό, τον 12ο αιώνα, το 1170, έχουμε και μια νέα πράξη, μια νέα παππική, ένα νέο παππικό διάταγμα, που απαγορεύει και πάλι στους οικείους επισκόπους να προβαίνουν στην αναγνώριση νέων αγίων. Και επικυρώνει το προνόμιο μόνον του Πάπα ως της αρχής της Εκκλησίας, αρχή της Εκκλησίας, που αυτό έχει να κάνει, όπως πιθανότατα έχετε διδαχθεί, θα τα διδαχθείτε στη δογματική, έχει να κάνει με το ζήτημα της, με τη δογματική αποδοχή του Φιλιόκβε. Εδώ λοιπόν, και πάλι υπενθυμίζω ότι μόνο ο Πάπας έχει το δικαίωμα αυτό ως η μοναδική αρχή της Εκκλησίας να αναγορεύει, να ανακηρύσει νέους αγίους. Για να φτάσουμε και πολύ αργότερα σε μια, θα μπορούσαμε να πούμε, αποκρυστάλωση των αγίων της Δυτικής Εκκλησίας, 1634, είμαστε στις αρχές του 17ου αιώνα. Έχει προηγηθεί κάτι πάρα πολύ σημαντικό και αυτό είναι η δημιουργία και η πρώτη έκδοση του ρωμαρικού μαρτυρολογίου, του Martyrologium Romanum, όπως ονομάζεται. Δεν είναι, προσέξτε, το ρωμαϊκό μαρτυρολόγιο, το Martyrologium Romanum, δεν είναι μια συλλογή μαρτύρων της ρωμαϊκής ή της ρωμεοκαθολικής Εκκλησίας, όπως ενδεχομένως θα εξελάμβανε κάποιος τον όρο αυτό. Είναι μια συλλογή μαρτύρων, Martyrologium Romanum. Αλλά τι είναι, είναι η πρώτη επίσημη συλλογή αγίων του εκκλησιαστικού, δηλαδή ημερολογίου ή του εκκλησιαστικού ιορτωλογίου, οι μνήμες όλων των αγίων της ρωμακαθολικής Εκκλησίας. Η συλλογή εκδίδεται για πρώτη φορά, προϋπάρχει, βασίζεται και στις αρχές μαρτυρολογικές συλλογές, αλλά και στις άλλες τοπικές συλλογές και εξελίσσεται σε μια επίσημη συλλογή, η οποία κατά καιρούς γνώρισε προστίκες και επίσημες αναδημοσιεύσεις, επίσημες αναθεωρήσεις η συλλογή αυτή. Αυτό λοιπόν είναι το Martyrologium Romanum και επαναλαμβάνεται λοιπόν στις αρχές του 17ου αιώνα από τον Παπα Ορβανό τον 8ο, ότι κανένας νέος άγιος δεν θα εισέρχεται μέσα στην λειτουργική πράξη των διαφόρων εκκλησιών, στην ρωμακαθολική εκκλησία, χωρίς την έγκριση του Παπα. Εντάξει, επαναλαμβάνεται λοιπόν αυτή η κύρια βάση. Αυτό το οποίο διαπιστώνουμε σε αυτήν την περίοδο, ιδιαίτερα στην περίοδο της αναγέννησης και αργότερα την περίοδο της μεταρρίθμησης και της αντιμεταρρίθμησης, είναι ένα βασικό γνώρισμα που διακρίνει πλέον την σχετική διαδικασία που ακολουθεί η ρωμακαθολική εκκλησία και αυτό είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό. Ακολουθούνται πλέον μια σειρά διαδικασιών δικανικού χαρακτήρα. Γι' αυτό σας είπα ότι μοιάζουν με τις σχετικές διαδικασίες που καθιέρωσε η ρωσική εκκλησία στην χρήση, στην εισαγωγή του ελέγχου από ειδικές επιτροπές. Εντάξει. Αυτές όμως οι διαδικασίες χαρακτηρίζονται καταρχήν λόγω της εξαιρετικά μακροχρόνιας εξελίξειός τους. Είναι μακροχρόνιες οι διαδικασίες αυτές και ακολουθούν κανονικά τα δικανικά πρότυπα της Δύσης. Έχουμε ανακριτικού χαρακτήρα διαδικασίες και διάφορες δικαστικές φάσεις. Έτσι λοιπόν διαμορφώνεται η δίκη, θα μπορούσαμε να πούμε, του υποψηφίου Αγίου, διαμορφώνεται ένα δικαστικό πλαίσιο, που ο υποψήφιος Άγιος έχει και τους συνήγορους υπεράσπησης, αλλά και τους κατηγόρους. Έχει δηλαδή και τα πρόσωπα εκείνα τα οποία προσπαθούν να συγκεντρώσουν στοιχεία τα οποία συνηγορούν κατά της αγιότητας του υποψηφίου προσώπου. Έτσι λοιπόν έχουμε την εισαγωγή ενός θεσμού που μας είναι γνωστός ως τεχνικός όρος χρησιμοποιείται και σήμερα πολλές ώρες το χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας, ο Advocatus Diaboli. Ο Advocatus Diaboli σημαίνει ο συνήγορος, ο εκπρόσωπος του διαβόλου. Αυτή όλη η διαδικασία μέσα σε αυτές τις επιτροπές, αυτή όλη η μακροχρόνια διαδικασία έχει λοιπόν έναν καθαρά δικανικό χαρακτήρα και αναλόγως καταλήγει μέσα από όλη αυτή την εξέλιξη των διαφόρων αυτών δικαστικών φάσεων, στις οποίες συμμετέχουν κατά κύριο λόγο καρδινάλοι σε όλες αυτές τις επιτροπές. Βρίζει σε κάποια πορίσματα τα οποία κατατίθενται στον Πάπα και εφόσον τα πορίσματα αυτά συγκλίνουν υπέρ της αγιότητας του υποψηφίου αυτού προσώπου, τότε ο Πάπας προβαίνει στην έκδοση του σχετικού αυτού διατάγματος. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό, ιδιαίτερα στην τελευταία περίοδο, έχουν δημιουργηθεί ειδικές επιτροπές, λειτουργούν ειδικές επιτροπές και συμβούλια. Εδώ που βλέπετε, η Sacrorum Ritum Congregatio, η συνάθρηση δηλαδή για τις ιερές παραδόσεις, η Congregatio Pro Culto Divino. Είναι διάφορες επιτροπές καρδινάλων, η Congregatio Pro Causis Sanctorum, οι οποίες συνεργάζονται ακριβώς στην συγκέντρωση των στοιχείων, στον έλεγχο αυτών των στοιχείων, που όλα αυτά όμως, είπαμε, τι κάνουν, αποστερούν από τη διαδικασία αυτή τον αυθεντικό της χαρακτήρα. Εκφεύγει πλέον από το βασικό πλαίσιο στο οποίο πρέπει να υπάρχει να κινείται η διαδικασία αυτή, που είναι η συνείδηση, επαναλαμβάνω, του εκκλησιαστικού πληρώματος. Η συνείδηση, δηλαδή, του λαού που συμμετέχει μέσα στις εκκλησιαστικές κοινότητες. Αυτό, λοιπόν, το στοιχείο έχει απολεστεί. Και, βέβαια, έχουμε μια ύφεση ως προς τα θέματα αυτά που σχετίζονται με αυτές τις περίπλοκες διαδικασίες που ακολούθησε η Ρωμαϊκαθολική Εκκλησία. Μια ύφεση που σχετίζεται, που έχει την αφετηρία της στη Δεύτερη Βατικάνια Σύνοδο, η οποία επέφερε πάρα πολλές αλλαγές. Και είναι μια Σύνοδος η οποία επέφερε και μια αναθεώρηση, θα μπορούσαμε να πούμε, στα λειτουργικά πράγματα, αλλά και στην τιμή των Αγίων. Υπάρχει μια αναθεώρηση ως προς το ζήτημα της τιμής των Αγίων προς μία στροφή, προς μία κατεύθυνση πιο αυθεντική, θα μπορούσαμε να πούμε, πιο πρόημη σε σχέση με τις αφετηρίες της τιμής των Αγίων, όπως τις περιγράψαμε. Με αυτόν ακριβώς τον λόγο, το 1983, πριν από 30 χρόνια, εκδόθηκε ένα νέο παππικό διάταγμα, ονομάζεται το νέο αποστολικό διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο πλέον ο τοπικός επίσκοπος και πάλι, επισέρχεται ως εκφραστής της τοπικής εκκλησιαστικής κοινότητας, επισέρχεται πάλι στη διαδικασία, στο πρώτο στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή δεν ξεκινάει η διαδικασία ερήμην των διαφόρων τοπικών εκκλησιαστικών κοινοτήτων, που είπαμε ότι αυτή είναι η παράδοση που τη συναντούμε πάντοτε διαχρονικά σε όλους τους αιώνες στη ζωή της εκκλησίας. Οι τοπικές εκκλησιαστικές κοινότες αναδεικνύουν τους αγίους τους. Εδώ, λοιπόν, επανέρχεται η Ρωμαϊκαθολική Εκκλησία στην παρουσία του τοπικού επισκόπου, αλλά σε ένα πολύ πρωταρχικό στάδιο, δηλαδή ότι η αφετηρία, ότι αναλαμβάνει την ευθύνη για την αφετηρία αυτής της διαδικασίας, για την έναρξη αυτής της διαδικασίας. Δεν συμμετέχει στην διαδικασία αυτή, απλά εκκινεί η διαδικασία αυτή από τον τοπικό επίσκοπο στις αναδείξεις των νέων αγίων. Αυτά, γενικότερα, όσα είπαμε σήμερα και δεν θα επεκταθούμε περισσότερο γύρω από το ζήτημα αυτό, αφορούν κάτι, επαναλαμβάνω, το οποίο δεν αφορά την ιστορία, δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά αφορά και το παρόν της σχετικής εκκλησιαστικής πράξης. Δεν είναι κάτι το οποίο το εξετάζουμε μόνο με βάση τα ιστορικά στοιχεία, αλλά το εξετάζουμε και μέσα από τον προβληματισμό που γεννιέται στη σύγχρονη εκκλησιαστική πράξη, η οποία σύγχρονη εκκλησιαστική πράξη θα πρέπει πάντοτε να λαμβάνει υπόψη αυτήν ακριβώς την παράδοση, αλλά όχι ως κάτι το εξωτερικό, προσλαμβάνοντας εξωτερικά στοιχεία. Όπως ρωτήσατε πριν, ποια είναι τα κριτήρια, είναι ένα, δύο, τρία, αυτά είναι τα κριτήρια. Επομένως ο Γιώργος βλέπουμε ότι κάνουμε τικ, έχει το πρώτο κριτήριο, πληρεί το δεύτερο κριτήριο, πληρεί το τρίτο κριτήριο και τον ανακηρύσουμε Άγιο. Όχι, δεν είναι μια εξωτερική διαδικασία, αλλά είναι μια εσωτερική διαργασία που θα μπορούσαμε να πούμε ότι ξεπηδά και προέρχεται μέσα από τους κόλπους των εκκλησιαστικών κοινοτήτων. Και σήμερα έτσι πρέπει να λειτουργεί, εάν θέλουμε να δεχόμαστε ότι αυτή η διαδικασία δεν εξυπηρετεί άλλες σκοπιμότητες άσχετες από τη συνέχιση αυτής της μακράς παραδόσιας. Πρέπει να αναζητήσουμε, να αναζητούν οι εκκλησίες πάντοτε το στοιχείο, τα εσωτερικά κριτήρια με βάση τα οποία οδηγήθηκαν στη διαμόρφωση αυτών των διαδικασιών οι διάφορες τοπικές εκκλησίες. Αυτά πολύ σύντομα για το θέμα αυτό. Θα ολοκληρώσουμε εδώ πέρα αυτό το μάθημα και θα συνεχίσουμε στο επόμενο μάθημα. Είχα σκοπό να πούμε κάποια πράγματα, αλλά είναι αρκετά μεγάλο το κεφάλαιο για τα Ιερά Λείψανα, την ιστορική θεώρηση και κυρίως με ενδιαφέρει και θα ήθελα να το προσέξετε ιδιαίτερα την θεολογική κατοχύρωση, το θεολογικό πλαίσιο πάνω στο οποίο εδράζεται η τιμή των Ιερών Λείψανα, για τα οποία όμως θα μιλήσουμε στο επόμενό μας μάθημα. Αν θέλετε κάτι να ρωτήσετε, σας ακούω. Αν υπάρχει κάποια απορία. Ή σας πήρα μονότερμα, κάποιους τους κούρασα, είναι και η ώρα δύσκολη ή είστε ήδη κουρασμένοι. Η ώρα αυτή δεν ενδείχνεται για μάθημα και μάλιστα υποχρεωτικό μάθημα. Το χρόνο του χρόνου θα αλλάξω την ώρα οπωσδήποτε. Έκανα μια υποχώρηση φέτος, αλλά κακώς την έκανα, από τι φαίνεται. Αν θέλετε κάτι να ρωτήσετε, σας ακούω. Αν θέλετε κάτι να ρωτήσετε, σας ακούω. Υπάρχουν διαβαθμίσεις στην αγιότητα. Ασφαλώς και υπάρχουν διαβαθμίσεις στο θέμα της παρουσίας των αγίων θεολογικά. Υπάρχει ένα θεολογικό υπόβαθρο, ένα θεολογικό πλαίσιο. Θα το δούμε στο επόμενο μας μάθημα, στο τελευταίο μάθημα, που θα πούμε κάποια πράγματα και για την παρουσία των αγίων, που σχετίζεται με αυτό το θέμα. Είναι, σε διάφορες περιόδες, πέθυκε, ας πούμε, και στη Βυζαντινή παράδοση, εάν ο τάδε Άγιος είναι μεγαλύτερος από αυτόν, από τον άλλον ή από μια ομάδα άλλων. Εντάξει. Υπάρχει μύζον Άγιος από άλλους Άγιους και ποια είναι τα κριτήρια. Το θεολογικό πλαίσιο είναι αυτό που ονομάζουμε παρυσία, που είναι ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον θέμα, καθαρά θεολογικό. Εκπηγάζει αυτή η θεολογία της παρυσίας, καταρχή μέσα από τα βιβλικά κείμενα, όπως θα δούμε. Εντάξει. Και αν παρακολουθήσατε το συνέδριο αυτό που κάναμε για τον Απόστολο Παπλο, μία συνάνδελφος από τον Στρασβού, που είχε μια σχετική ανακοίνωση για το πώς ο όρος παρυσία εμφανίζεται στην παύλια θεολογία. Παρυσία. Είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό ζήτημα. Θα τα δούμε όμως αυτά στο επόμενο μάθημα. Ναι. Να πόκειται στον επόμενο Παππα να κηρύξει κάποιον προκάτωχό του ως Άγιον. Όπως βλέπετε, δεν ξέρω κατά πόσο τα παρακολουθείτε, νομίζω κάποιοι τα παρακολουθείτε τα θέματα αυτά, όπως έγινε με τον Παππα Ιωάννη Παύλο τον έκτο επί του διαδόχου του Βενεδίκτου. Εντάξει, ακριβώς είχαμε μία τέτοια πράξη. Δηλαδή συγκεντρώθηκαν στοιχεία και ο επόμενος Παππας αναγνώρισε τον προηγούμενο. Αλλά δεν είναι κανόνας αυτό στη δυτική παράδοση. Δεν είναι κανόνας. Κάτι άλλο, όχι. Λοιπόν, παιδιά καλό απόγευμα. Θα πάτε στο καλό, καρή συνέχεια και στο επανειδήμα. |
_version_ |
1782818411980521472 |
description |
Διάλεξη 10: Σε σχέση με την σύγχρονη διαδικασία που ακολουθείτε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Σε σχέση με την σύγχρονη διαδικασία που ακολουθείτε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Σε σχέση με την σύγχρονη διαδικασία που ακολουθείτε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Σε σχέση με την σύγχρονη διαδικασία που ακολουθείτε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Είπαμε ότι όλη αυτή η διαδικασία, όπως ακολουθήκε και αποκρυσταλώθηκε στη διάρκεια του 20ου αιώνα, έχει την αφετηρία της στην πράξη που δημιουργήθηκε μέσα από μία πολύ μακρά περίοδο αναδείξειος των νέων αγίων. Πολύ μακρά περίοδο αναδείξειος των νέων αγίων στην Βυζαντινή εποχή και στην περίοδο της Τροποκρατίας, όπου, όπως είπαμε, από την παλαιολόγια περίοδο και μετά φτάνουμε στο σημείο να έχουμε πλέον επίσημες συνοδικές πράξεις για την αναγνώριση των νέων αγίων. Δηλαδή, η σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου ήταν αυτή η οποία καθόριζε με σχετική πράξη την τιμή και την καθιέρωνε μέσα στο εκκλησιαστικό εορτολόγιο την τιμή των νέων αγίων. Είπαμε ότι η πράξη αυτή αποκρυσταλώνεται στις αρχές του 20ου αιώνα με ένα έγγραφο, όπως είπαμε, μια έγγραφη απάντηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου Φωτίου του Β' στον Πατριαρχή της Ρουμανίας Μύρονα. Είναι ένα έγγραφο το οποίο χρονολογείται το 1920 και αποκρυσταλώνει την πράξη της εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως αυτήν την περίοδο. Είπαμε ότι για την Καθημάς Ανατολή και την Ορθόδοξη παράδοση η μήτρα από την οποία εξελίχθηκε το φαινόμενο της αναγνωρίσεως των νέων αγίων η πράξη που ακολουθούσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως χώρος καθολικής έκφρασης και πνευματικής αναφοράς όλων των χριστιανών της ανατολικής χριστιανωσύνης. Ιδιαίτερα των χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τα στοιχεία είπαμε που προκύπτουν από αυτήν την επιστολή που στέλνει ο Πατριάρχης Φώτιος, ο δεύτερος, στις αρχές όπως είπαμε του 20ου αιώνα, λίγο πριν την μικρασιατική καταστροφή. Στον Πατριάρχη Μύρονα της Ρουμανίας αφορούν στην προσπάθεια των αυτοκέφαλων πλέον εκκλησιών, όπως είναι το Πατριαρχείο της Ρουμανίας και πολλές άλλες αυτοκέφαλες εκκλησίες, πατριαρχία, αρχιεπισκοπές, που ιδρύθηκαν στη διάρκεια του 19ου αιώνα, τους παραχωρήθηκε το δικαίωμα της αυτοκέφαλης εκκλησίας. Και θέλησαν μέσα από τις τοπικές συνόδους να αναδείξουν τους νέους αγίους των τοπικών εκκλησιών. Τους νέους αγίους της εκκλησίας της Ρουμανίας, τους νέους αγίους της εκκλησίας της Βουλγαρίας, τους νέους αγίους της εκκλησίας της Σερβίας και ούτω καθεξής. Έτσι, λοιπόν, ενημερώνει σε αυτό το ερώτημα που θέτει με επιστολή του Πατριάρχης της Ρουμανίας προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ποια διαδικασία ακολουθείται από την Μεγάλη Εκκλησία σχετικά με την ανάδειξη των νέων αγίων. Τον ενημερώνει ότι ακολουθούνται αυτά τα στοιχεία, τα σημεία τα οποία εδώ τα βλέπετε κωδικοποιημένα. Το πρώτο, είπαμε, είναι η εξέλεγξη των στοιχείων της αγιότητας από την Σύνοδο. Ο έλεγχος, δηλαδή, των στοιχείων της αγιότητας από την Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Και είπαμε ότι εδώ εμπλέκεται και μια Επιτροπή, μια Συνοδική Επιτροπή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που ονομάζεται Επιτροπή επί των Κανονικών Ζητημάτων. Αυτή η διαδικασία, όπως είπαμε, εφαρμόζεται και στις μέρες μας. Δηλαδή, ξεκινά από αυτό το χρονικό σημείο του ελέγχου. Και δεν θα επαναλάβω αυτά τα οποία είπαμε στο προηγούμενο μάθημα σχετικά με την κανονικότητα ή τη μη κανονικότητα του ελέγχου των στοιχείων. Το πώς, δηλαδή, ερμηνεύεται ο όρος αυτός, έλεγχος των στοιχείων της αγιότητας, εξέλεγξης των στοιχείων της αγιότητας, τι σημαίνει αυτό στην διαδικασία αυτή. Και είπαμε ότι υπάρχει ένα σοβαρό προβληματισμός και από θεολόγους και εκκλησιαστικά πρόσωπα, σημαντικούς μητροπολίτες κατά το παρελθόν και κατά την εποχή μας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και γενικότερα από ορθόδοξοι θεολόγους σχετικά με το κατά πόσο αυτός ο έλεγχος καθίσταται ένας έλεγχος ρωμεοκαθολικού τύπου, όπως θα δούμε σήμερα, ή ακολουθεί ένα πλαίσιο μιας αποδοχής και επικύρωσης, αποτελεί αυτός ο έλεγχος στην ουσία μια επικυρωτική πράξη, μιας συνείδησης που έχει διαμορφωθεί στο εκκλησιαστικό σώμα, στο πλήρωμα της εκκλησιαστικής κοινότητας από την οποία προέρχεται ο νέος Άγιος. Γιατί είπαμε ότι οι νέοι Άγιοι, η διαδικασία για την ανάδειξη των νέων Αγίων εκπηγάζει από τις τοπικές εκκλησίες τις οποίες αυτοί έζησαν. Και σας ανέφερα το πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, το πιο πρόσφατο, του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτη, που η διαδικασία ακριβώς ξεκινά από τον οικείο επίσκοπο, στην επαρχία του οποίου έζησε ο Οσίος Παϊσίος, ένας μεγάλος, ο πιο λαοφιλής θα μπορούσαμε να πούμε και δημοφιλής, Αγιορείτης Άγιος της εποχής μας, ο οποίος όμως τα τελευταία χρόνια της ζωής του λόγω της ασθένειάς του φιλοξενούνταν στην Μονή του Ευαγγελισμού, στην Σουρωτή, εδώ κοντά έξω από την Θεσσαλονίκη. Βλέπουμε λοιπόν ότι η διαδικασία όλη, τα στοιχεία αυτά της Αγιότητας, που είπαμε ότι συγκροτούν έναν φάκελο για τον νέον Άγιο, που σχηματίζεται με την ευθύνη του οικείου επισκόπου, αποστέλλονται στην εκκλησιαστική αρχή, που είναι η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αλλά ειδικά σας ανέφερα για αυτή την πράξη στον ελλαδικό χώρο, που μας ενδιαφέρει και περισσότερο, ότι η Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν προβαίνει, παρότι αυτοκέφαλη εκκλησία, δεν προβαίνει στην αναγνώριση των νέων Αγίων αφεαυτής, μόνη της, αλλά κατά την παράδοση αποστέλει τα στοιχεία αυτά, που συγκορούν υπέρ της Αγιότητας αυτού του προσώπου, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για να διανεργήσει αυτό και να εκδώσει ή να μην εκδώσει την σχετική πατριαρχική κανονική και συνοδική απόφαση. Τονίζεται ότι δεν ακολουθείται αυτή η διαδικασία για πρόσπα που ήδη τιμώνται στην παράδοση των εκκλησιών ως Άγιοι, δηλαδή για τους παλαιότερους Αγίους δεν επαναλαμβάνεται αυτή η διαδικασία, ότι κατά την ανακήρυξη, εφόσον υπάρξει η ανακήρυξη μετά από αυτόν τον έλεγχο που πραγματοποιείται από τα μέλη της Επιτροπής Κανονικών Ζητημάτων και τις εισηγήσεις που κατατίθεται στην Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η σχετική ανακήρυξη εκδίδεται με πατριαρχική και συνοδική πράξη, δηλαδή με μια απόφαση κανονικού χαρακτήρα και γι' αυτό ακριβώς το θέμα αυτό παραπέμπεται σε αυτή την ειδική επιτροπή, στην ειδική επιτροπή επί των Κανονικών Ζητημάτων. Υπογράφεται η πράξη της ανακήρυξης πανηγυρικά από τα μέλη της Συνοδού, από τον Οικουμενικό Πατριαρχείο και τα μέλη της Συνοδού και αυτή όλη η διαδικασία πραγματοποιείται και μιας ειδικής εκκλησιαστικής τελετής, που όπως βλέπετε στο κείμενο αυτό, που είναι ένα απόσπασμα από την επιστολή του Πατριάρχη Φωτίου του Δευτέρου, ορίζει ακριβώς το τυπικό θα μπορούσαμε να πούμε αυτής της πανηγυρικής διαδικασίας. Κατέρχονται δηλαδή τα μέλη της Πατριαρχικής Συνοδού στον Πατριαρχικό Ναό, τίθεται στο μέσον του Ναού το Ευαγγέλιο, ψάλλονται τα τροπάρια, συγκεκριμένα τροπάρια που έχουν να κάνουν, είναι τροπάρια από την εορτή της Πεντηκοστής και διαβάζεται και υπογράφεται από όλους, από όλα τα μέλη της Συνοδού, τα οποία παρευρίσκονται, η πράξη της αναγνωρίσεως, είπαμε εδώ πέρα, χρησιμοποιείται αυτός ο όρος για τον οποίον κάναμε λόγο και τον χαρακτηρίσαμε αδόκιμο, ο όρος αγιοποίηση. Υπογράφεται από τα μέλη της Συνοδού η πράξη της αγιοποίησεως, είπαμε ότι είναι ένας όρος ο οποίος στην ουσία μεταφέρει και μεταφράζει τον αντίστοιχο λατινικό όρο της σαγκτιφικάτιο, που θα δούμε ότι χρησιμοποιείται στη Δύση. Για τους πιο σημαντικούς αγίους συντάσσεται και ιδιαίτερη ακολουθία. Έχουμε συνταξεί ιδιαίτερης ακολουθίας, εφόσον δεν καταχωρίζεται απλά και μόνο η μνήμη τους στο εορτολόγιο, αλλά κατά την ημέρα της μνήμης τους τελείται ένας πανηγυρικός εορτασμός σε μια τοπική εκκλησία, σε ένα μοναστήρι κ.ο.κ. Και βέβαια, τονίζεται ότι είναι απαραίτητη και η μετακομιδή, η ανακομιδή των λειψάνων, εφόσον σώζονται του νέου αγίου και το χρήσμα τους με Άγιο Μύρο, που είπαμε ότι ειδικά αυτή η αναφορά σχετίζεται με μια ειδική λειτουργική πράξη, που ονομάζεται στα ευκολόγια ο μυρισμός των λειψάνων. Μυρίζονται, χρύονται με μύρο δηλαδή τα ιερά λείψανα. Δεν έχει να κάνει, επαναλαμβάνω, με το φαινόμενο της μυροβλησίας, για το οποίο έχουμε μιλήσει. Τα κριτήρια και τα τεκμήρια της αγιότητας είπαμε γενικότερα ποια είναι. Τα τρία κύρια, η Ορθοδοξία, η διατύπωση δηλαδή με ακρίβεια της διδασκαλίας της εκκλησίας, των ορθών δογμάτων της εκκλησίας, η κατόρθωση όλων των αρετών, δηλαδή ο ενάρετος βίος, ο ασκητικός και ενάρετος βίος των αγίων και σε κάποιες περιπτώσεις η περιτυμπίστη μέχρις αίματος αντικατάστασης, όταν έχουμε μαρτύριο, που έχουμε σε πάρα πολλές περιπτώσεις, όπως γνωρίζετε, και είπαμε ότι είναι πολύ μεγάλος ο αριθμός των μαρτύρων και των παλαιών, αλλά και των νεότερων μαρτύρων που έχουν εισέλθει, έχει εισέλθει μνήμη τους στο εκκλησιαστικό εορτολόγιο. Και το τελευταίο στοιχείο, που εδώ πλέον, στην περίπτωση της Οικοκρατίας, προβάλλεται από τους περισσότερους εκκλησιαστικούς λογίους, όπως είναι εδώ ο Νεκτάριος Ιεροσολίμων ή και από άλλα πρόσωπα, ως αναγκαίο για τη διαδικασία αυτή, είναι τα θαύματα, η επίδειξης παραθεού, επίδειξης σημείων υπερφιών και θαυμάτων. Τα θαύματα καθίστανται τεκμήριο αγιότητας, που ακριβώς συνοδεύουν την διαμόρφωση της κοινής πεποίθησης μεταξύ των χριστιανών ή των μελών μιας μοναστικής κοινότητας, ότι κάποιο πρόσωπο έχει λάβει την χάρη του Θεού και ενεργεί αυτή η θεία χάρη μέσα από τα ιερά λείψανα, από το λείψανο αυτού του προσώπου ή από τον τάφο του ή από τις εικόνες του και ούτω καθεξής. Υπάρχει κάποια ερώτηση, ναι. Όχι, δεν μπορούμε να πούμε... Καταρχήν είπαμε ότι στις περιπτώσεις των μαρτύρων, όπως είναι η ιδιαίτερη ομάδα των νεομαρτύρων, δεν απαιτείται κανένα άλλο στοιχείο πέραν του μαρτυρίου, που εκφράζει την υπέρτατη μορφή, την υπέρτατη πιστοποίηση, έκφραση της πιστότητας απέναντι στο Θεό. Τα θαύματα είναι ένα στοιχείο, το οποίο και σήμερα διαδραματίζει πάρα πολύ σημαντικό ρόλο και γι' αυτό θα δείτε ότι στις περιπτώσεις πολλών νέων αγίων έχουμε ήδη τη διαμόρφωση, πριν από την επίσημη πράξη αναγνώρισης, συλλογών θαυμάτων. Αυτό σχετίζεται με την πεποίθηση αυτή ότι οι Άγιοι ενεργούν θαύματα. Και θα δούμε στο επόμενο μάθημα, όταν θα μιλήσουμε για την παρυσία των Αγίων, ότι το θαύμα το οποίο εκφαίρεται από τον Άγιο, είναι προϊόν αυτής της παρυσίας προς τον Θεό. Το θαύμα δεν ενεργείται από τον ίδιο τον Άγιο. Δεν αποτελεί ειδοποιό στοιχείο, θα μπορούσαμε να πούμε. Δεν προέρχεται από τον ίδιο τον Άγιο. Αλλά αποτελεί, θα μπορούσαμε να πούμε, το όργανο μέσα από το οποίο η χάρη του Θεού, στην ουσία οι θείες ενεργίες, εκφράζονται και μεταδίδονται στους ανθρώπους. Μέσω των προσώπων που έχουν καταστεί μέτοχοι των θείων ενεργειών. Αυτό, είπαμε, είναι το στοιχείο της μεθεκτής αγιότητας που αφορά στους ανθρώπους. Και βέβαια, αναφέραμε κάποια κριτήρια αγιότητας, που μετασχηματίζονται σε τεκμήρια αγιότητας. Το μαρτύριο και η ομολογία της πίστεως, η κτητορική ιδιότητα, οι αυστηρές μορφές της ασκήσεως και βέβαια το σημαντικό συγγραφικό έργο, ιδίως όταν έχουμε περιπτώσεις θεολογικών περιόδους, θεολογικών κρίσεων, όπως έχουμε στην εποχή των συνόδων, στην πρώτη εκκλησία, ως τον 8ο αιώνα με τις οικουμενικές συνόδους, αλλά και αργότερα έχουμε πάλι την επαναφορά αυτού του σχήματος, θα σας αναφέρω ως ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, την περίπτωση των ησυχαστικών συνόδων, των συνόδων που συγκλήθηκαν στο Βυζάντιο, κατά τη διάρκεια της έρηδας που ονομάζεται η ησυχαστική έρηδα, γύρω από τη διδασκαλία των ησυχαστών. Αυτά όλα τα θέσαμε ως μια ανακεφαλαίωση, για να δούμε το τι συμβαίνει στην ρωσική εκκλησία, δηλαδή σε μια ορθόδοξη εκκλησία, ποια πρακτική ακολουθήθηκε και θα δείτε ακριβώς γιατί επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον μας, στρέφουμε την προσοχή μας ειδικά στην πράξη που ακολούθησε η ρωσική εκκλησία, όπως και στην ρωμεοκαθολική εκκλησία. Δηλαδή σε μία παράδοση αυτό που ονομάζουμε αυτή που ονομάζουμε δυτική παράδοση, για να γνωρίζουμε ποια είναι ταυτόσυμα στοιχεία, η κοινή βάση, πάνω στην οποία πορεύεται αυτή η διαδικασία και ποια στοιχεία διαφοροποιούν την πράξη που ακολουθήθηκε στην Ορθόδοξη Ανατολή, σε σχέση με αυτή που ακολουθήθηκε στην Δύση μετά το σχίσμα. Λίγο πριν από το σχίσμα, αλλά κυρίως μετά το σχίσμα. Τι έχουμε τώρα στη ρωσική εκκλησία, στην εκκλησία της Ρωσίας. Καταρχήν υπάρχει ένα βασικό σημείο το οποίο θα πρέπει να τονίσουμε. Και είναι ποιο, ότι βέβαια γνωρίζετε ότι η ρωσική εκκλησία, η Ρωσ, όπως ονομάζονταν, το γένος των Ρωσ, αυτός ο μεγάλος λαός, δέχθηκαν πολύ νωρίς τον εχριστιανισμό από την Ώλγα, από την βασίλισσα Ώλγα, που θεωρείται από τα σημαντικότερα πρόσωπα μέσα στο αγιολόγιο της ρωσικής εκκλησίας και τους βόρειδες των Γκλεμπ, των Βόρεις και των Γκλεμπ κλπ. Υπάρχει ένα σημαντικό υπόβαθρο που σχετίζεται με τον εχριστιανισμό των Ρωσ και αφορά στον αρχικό αγιολογικό πυρήνα της ρωσικής εκκλησίας. Ξέρουμε επίσης από την εκκλησιαστική ιστορία και από τις σχέσεις του Βυζαντίου με τους Ρώσους ότι η ρωσική επικράτεια αποτελούσε έναν ενιαίο χώρο που υπαγόταν στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία. Θα μπορούσαμε να πούμε μια ενιαία μητροπολιτική περιφέρεια. Ο Μητροπολίτης Μόσχας ή ο Μητροπολίτης Κιεύου αρχικά στην κοιτίδα της ρωσικής χριστιανικής παράδοσης στην περιοχή της Κρυμαίας είναι αυτός ο οποίος αποτελεί έναν βυζαντινό μητροπολίτη. Δηλαδή έναν μητροπολίτη ο οποίος υπάγεται στην βυζαντινή ιεραρχία. Αυτό διαφαίνεται άλλωστε και από το γεγονός ότι έχουμε την αποστολή βυζαντινών ιεραρχών στην εκκλησία του Κιεύου και αργότερα και στην Μόσχα σε όλη αυτή την πρόημη περίοδο ως τον 15ο αιώνα. Ένας από τους πιο σημαντικούς, για παράδειγμα, αρχιερείς, μητροπολίτες, ο Μητροπολίτης Φώτιος Μονεμβασιώτης, Μητροπολίτης Κιεύου, ένα πάρα πολύ σημαντικό πρόσωπο που ξέρουμε ότι σχετίζεται με μια σημαντική εκκλησιαστική αναδιοργάνωση της Μητροπόλεως του Κιεύου, είναι ένας βυζαντινός μητροπολίτης. Ακόμη και πρόσωπα τα οποία προέρχονται από τον χώρο αυτό, όπως είναι ο Μητροπολίτης Κυπριανός, σύγχρονος του Αγίου και συνεργάτης και συνοδιπόρος στα εκκλησιαστικά ζητήματα του Αγίου Φιλοθέου του Κοκίνου, όταν ο Φιλόθεος Κόκκινος ήταν στα μέσα του 14ου αιώνα οικουμενικός πατριάρχης. Είναι επίσης ένα πρόσωπο το οποίο είναι απόλυτα προσανατολισμένο στην βυζαντινή παράδοση. Χαρακτηρίζεται στις πηγές, παρότι ο ίδιος ήταν σλάβος, χαρακτηρίζεται φιλορωμαίος άνθρωπος. Ένας φιλορωμαίος άνθρωπος. Αυτό τι σημαίνει? Σημαίνει ότι για τους Ρώσους η κητήδα του εκκριστιανισμού τους, το Βυζάντιο, παρέμενε και κητήδα της εκκλησιαστικής τους παραδόσεως. Και αυτό επιβιώνει ως τα μέσα του 16ου αιώνα. Όταν τι έχουμε, έχουμε ένα βασικό στοιχείο το οποίο τροποποιεί και εξελίσει τα πράγματα. Έχουμε την ανακήρυξη, την κλησιαστική άνοδο της Μητροπόλεως Μόσχας σε πατριαρχείο. Αυτό γίνεται, όπως γνωρίζουμε, επί της πατριαρχίας του Ιερεμία του Β' που είναι ο πρώτος οικουμενικός πατριάρχης ο οποίος επισκέφτηκε και παρέμεινε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στην Μόσχα, στη Ρωσία, στην Τσαρική Ρωσία, σε μία περίοδο πάρα πολύ σημαντική γιατί είναι η περίοδος κατά την οποίαν βασιλεύει ένας από τους σημαντικότερους Ρώσους ηγεμόνες ο Τσάρος, Ιβάν, Ιωάννης, ο Τέταρτος, ο Τρομερός, εντάξει, όπως μας είναι γνωστός. Μέχρι τότε τι έχουμε. Μέχρι τότε έχουμε ακριβώς την υιοθέτηση της Βυζαντινής παραδόσιας. Και η υιοθέτηση της Βυζαντινής παραδόσιας τι λέει. Λέει ότι οι τοπικοί Άγιοι τιμώνται, καταρχήν από το κέντρο της Βυζαντινής ορθοδοξίας, δηλαδή από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αυτό από πού φαίνεται. Φαίνεται από ένα πάρα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, το οποίο αφορά στους πρώτους μάρτυρες ή θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε νεομάρτυρες του 14ου αιώνα στη Ρωσική Γη, που είναι οι τρεις νεομάρτυρες της Λιθουανίας. Οι τρεις Λιθουανοί νεομάρτυρες, ο Αντώνιος, ο Ιωάννης και ο Ευστάθιος. Είναι οι πρώτοι μάρτυρες της Ρωσικής Εκκλησίας, οι οποίοι τιμήθηκαν ευρύτατα και πρέπει να σας πω ότι έχουμε ένα πολύ σημαντικό τεκμήριο για τα πρόσωπα αυτά. Πέραν των κειμένων που γράφτηκαν, έχουμε ένα πάρα πολύ σημαντικό τεκμήριο της τιμής τους ως αγίων στη Ρωσική Εκκλησία, που σχετίζεται με την πιο πρόημη απεικόνιση τους, των τριών αυτών, της τριάδος αυτής των Λιθουανών νεομαρτύρων, στον αρχιερατικό σάκο που μας έχει σωθεί του Μητροπολίτη Φωτίου, που σας ανέφερα, του Μητροπολίτη Φωτίου, του Δευτέρου. Όπως επίσης είναι χαρακτηριστικό ότι στην αγιογράφηση της περίφημης Λαμπρής Εκκλησίας της Αγίας Σοφίας του Κιεύου, διαπιστώνουμε ότι το εικονογραφικό πρόγραμμα το οποίο υιοθετείται ακριβώς ακολουθεί πιστά το βυζαντινό πρότυπο. Το βυζαντινό εικονογραφικό πρόγραμμα είναι αυτό το οποίο μεταφέρεται και υιοθετείται στην Ρωσική Εκκλησία. Αυτή η παράδοση λοιπόν, ένα πολύ χαρακτηριστικό δείγμα αυτής παραδόσεις είναι η περίπτωση των τριών λιθουανών νεομαρτήρων. Τι έχουμε στην περίπτωση αυτή? Έχουμε μεταφορά των λειψάνων τους στην Κωνσταντινούπολη, αποτίθενται στην Μεγάλη Εκκλησία, δηλαδή στην Αγία Σοφία, για να τιμηθούν, να αποδοθούν λειτουργικές τιμές στα λίψανα αυτών των τριών μαρτύρων. Και επιπλέον ο Πατριάρχης Φιλόθεος ο Κόκκινος θεσπίζει έναν πάνδημο εορτασμό τους που σχετίζεται και με τη συγγραφή του πρώτου κειμένου, το οποίο αφορά σε αυτούς τους τρεις μάρτυρες της Ρωσικής Εκκλησίας στο 14ο αιώνα, οι οποίοι τιμώνται με έναν πανηγυρικό λόγο που γράφεται από έναν βυζαντινό εκκλησιαστικό λόγιο τον Μιχαήλ Βαλσαμώνα, στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Είναι ένα χαρακτηριστικό κείμενο και είναι μάλιστα πολύ σημαντικό ότι το κείμενο αυτό χρησιμοποιήθηκε, όπως είπαμε, έχουμε πάρα πολλές περιπτώσεις που επαληθεύουν την μετάφραση των βυζαντινών αγιολογικών κειμένων και κατεξοχήν στον σλαβικό χώρο. Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση είναι η περίπτωση αυτών των τριών νεομαρτύρων, που ο λόγος του Μιχαήλ Βαλσαμώνα είναι το κείμενο εκείνο που λαμβάνεται από την ρωσική αγιολογική παράδοση για να δημιουργηθεί μια σχετική γραμματεία για τα τρία αυτά πρόσωπα. Και είπαμε ότι απεικονίζονται σε έναν εξαιρετικής τέχνης κεντημένο αρχιερατικό σάκο του Μητροπολίτη Φωτίου ή τα τρία αυτά πρόσωπα, οι νεομάρτυρες της Λιθουανίας. Από τα μέσα, όμως, του 16ου αιώνα, επέρχεται μια σημαντικότατη αλλαγή του Τσάρου, όπως είπαμε, Ιβάντου Τρομερού. Το 1547 έχουμε πλέον μια πράξη, μια πρώτη πράξη, στην οποία οι προγενέστερες εντός-ησαγωγικών ή εκτός-ησαγωγικών ατασταλίες των τοπικών επισκόπων στην ρωσική επικράτεια γίνεται προσπάθεια να ελεγχθούν και να αποτραπούν με ποιον τρόπο, με την απόφαση ότι μόνο η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ρωσίας θα έχει το δικαίωμα να ανακηρήσει πλέον τους νέους Αγίους. Αυτό είναι μια πολύ σημαντική εξέλιξη και βλέπουμε να πραγματοποιείται σε μια πολύ χαρακτηριστική περίπτωση, στην οποία, μάλιστα, αναδείξει ως νέου Αγίου, στην οποία συμμετέχει και ο Πατριάρχης Ιερεμίας, ο Δεύτερος ο Τρανός. Και είναι η ανάδειξη του πρώτου διαχρηστών σαλού Αγίου της Ρωσικής Εκκλησίας, που είναι ο Ώσιος Βασίλειος, ο Ρώσος Άγιος Βασίλειος, ο Νέος, ο πρώτος διαχρηστών σαλός, ο οποίος είναι αυτός ο Άγιος, στον οποίο είναι αφιερωμένη αυτή η εξαιρετική ομορφιά και μοναδικής τεχνοτροπίας, εκκλησία που βρίσκεται στην Κόκκινη Πλατεία, στην Πλατεία του Κρεμλίνου, στη Μόσχα. Αν θα δείτε σε όλα τα διαφημιστικά για τη Μόσχα, αυτή η πολύχρωμη εκκλησία που δεσπόζει και στους τουριστικούς οδηγούς και τα λοιπά, είναι η εκκλησία αυτή που αφιερώθηκε στον Ώσιο Βασίλειο, τον Νέο, των διαχρηστών σαλό. Είναι η πρώτη περίπτωση, επαναλαμβάνω, διαχρηστών σαλού αγίου στην ρωσική εκκλησιαστική παράδοση. Και έκτοτε καθιερώθηκε αυτή η παράδοση, γιατί έχουμε έντονο το φαινόμενο της διαχρηστών σαλότητας στη ρωσική αγιολογική παράδοση. Εδώ τώρα πλέον επισέρχεται ένα βασικό στοιχείο. Η αναγνώριση των νέων αγίων είναι συνιστά δικαίωμα της εκκλησιαστικής αρχής, δηλαδή της Ιεράς Συνόδου, και του Τσάρου. Υπάρχει την ανάδειξη του νέου αγίου. Επομένως δεν μπορεί κανένας τοπικός επίσκοπος να αναδείξει μόνος του, όπως συνέβαινε στα προηγούμενα χρόνια, σε κάποιες περιπτώσεις, με τρόπο ανεξέλεγκτο, που είχε εκφύγει όλων των πλαισίων λειτουργίας της εκκλησίας και των διαδικασιών αυτών στη Ρωσία. Καθιερώνεται, λοιπόν, η διπλή επικύρωση από την Ιερά Σύνοδο και από τον Τσάρο. Και περιορίζεται, κατά αυτόν τον τρόπο, ουσιαστικά, το δικαίωμα του οικίου επισκόπου να ανακηρήσει τους νέους αγίους της επαρχίας του. Μπορεί να εισηγηθεί στην Ιερά Συνόδο, αλλά αυτή είναι που θα ελέγξει, με έναν τρόπο, θα μπορούσαμε να πούμε, δικαστικό, πρόσωπα τα οποία προτείνονταν για να τιμηθούν ως Άγιοι. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι διαμορφώθηκαν τρεις κατηγορίες αγίων στην ρωσική εορτολογική παράδοση και την αγιολογική παράδοση. Οι Άγιοι που εορτάζονταν σε όλη την ρωσική επικράτεια, στη ρωσική εκκλησιαστική επικράτεια. Οι οικουμενικοί Άγιοι, θα μπορούσαμε να πούμε, της εκκλησίας της Ρωσίας. Οι Άγιοι μιας ορισμένης μόνο εκκλησιαστικής επαρχίας. Και το τρίτο, οι Άγιοι οι οποίοι δεν αναγνωρίζονταν επισήμως, με κανέναν τρόπο, αλλά που τους τιμούσε ο απλός λαός, δεδομένου ότι, όπως είπαμε, εκφεύγει πλέον, χάνεται το βασικό κριτήριο, που είπαμε ότι ισχύει σε όλη τη Βυζαντινή παράδοση, ως προς το ζήτημα αυτό, η διαμόρφωση μιας κοινής συνείδησης, γύρω από την αγιότητα ενός νέου Αγίου. Αποτελεί πρωτίστως έκφραση, της κοινής συνείδησης του εκκλησιαστικού πληρώματος. Αυτό λοιπόν χάνεται και αφού χάνεται, έχουμε πλέον μια λαϊκή τέτοια, θα μπορούσαμε να πούμε, λατρεία απέναντι σε τοπικούς Αγίους, τα οποία γνωρίζονται όμως ούτε από τους οικείους ιεράρχες, ούτε πολύ περισσότερο από την Σύνοδο της Εκκλησίας της Ρωτσίας, ή από τον Τσάρο. Έτσι λοιπόν βλέπουμε ότι επισέρχεται καταρχήν ένα βασικό στοιχείο, ελέγχου με διάφορες επιτροπές, των στοιχείων εκείνων τα οποία θεωρούνταν ότι σχετίζονται, αποτελούν τεκμήρια της αγιότητας αυτών των υποψηφίων, θα μπορούσαμε να πούμε Αγίων, στην ρωσική παράδοση. Και γι' αυτό ακριβώς χάνεται αυτή η αμεσότητα. Δηλαδή μπορεί να τιμηθεί ως Άγιος ένα πρόσωπο που από τις επιτροπές αυτές θεωρείται ότι πληρεί τα κριτήρια εκείνα για να τιμηθεί ως Άγιος, για το οποίο όμως δεν υπάρχει διαμορφωμένη συνείδηση μεταξύ του λαού, ή και το αντίστροφο, να τιμάται από τον λαό και να απορριθεί κατά τον έλεγχο αυτών των επιτροπών ένας νέος τέτοιος Άγιος. Ως προς αυτό λοιπόν το στοιχείο του σημαντικού ουσιόδους ελέγχου μέσα από επιτροπές και από διαδικασίες δικανικού χαρακτήρα, διαπιστώνουμε ότι εμφανίζονται κοινά στοιχεία στην παράδοση που ακολούθησε από τον 16ο αιώνα και μετά η Ρωσική Εκκλησία σε σχέση με την Ρωμιοκαθολική Εκκλησία. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Εάν θα μελετήσουμε αντίστοιχα σε αυτήν την περίοδο και στην προγενέστερη χρονική περίοδο στις προγενέστερους αιώνες ποια είναι η διήσδυση της Ρωμιοκαθολική Εκκλησίας σε όλες αυτές τις περιοχές, θα δούμε ότι πραγματικά υπάρχει μια πολύ σοβαρή διήσδυση σε όλο τον χώρο της Νότιας Ρωσίας, στην Παλαιά Ρωσία ή στην Μικρά Ρωσία όπως ονομάζεται, δηλαδή στη σημερινή Ουκρανία και στις περιοχές προς την Πολωνία, μια ευρύτερη περιοχή που ονομάζεται Ρουθινία ή Ρουσινία στις πηγές και έτσι λοιπόν ασκείται μια επίδραση, θα μπορούσαμε να πούμε μια αλληλεπίδραση, που είναι μοιραίο να ασκείται μέσα από τους μέσους των πληθυσμών και των εκκλησιαστικών κοινοτήτων πλέον που ακολουθούν την Ρωμιοκαθολική Εκκλησία και μάλιστα με μεγάλη έξαρση του φαινομένου, όπως γνωρίζουμε από την εκκλησιαστική ιστορία του ουνητισμού. Με πολύ σοβαρή έξαρση του ουνητισμού σε αυτές τις περιοχές. Μπορούμε λοιπόν να μιλήσουμε για πέντε κύριες περιόδους στη διαμόρφωση αυτής της διαδικασίας στη Ρωμιοκαθολική Εκκλησία για την ανάδειξη των νέων αγίων. Από τον χριστιανισμό είπαμε της Ρωσίας στα τέλη του 10ου αιώνα, το 1988, μέχρι τον 16ο αιώνα, όταν συγκροτούνται οι λεγόμενοι σύνοδοι του Μητροπολίτη Μακαρίου, που είναι ένα σημαντικό πρόσωπο, που διαδραματίζει ρόλος στο όλο φαινόμενο της λειτουργικής αναγέννησης στην Ρωσία. Η δεύτερη περίοδος είναι αυτή η περίοδος των συνόδων που συγκλήθηκαν στα αίτια αυτά το 1547, που είπαμε ότι είναι το κομβικό σημείο, η καμπή για το πέρασμα σε αυτήν τη νέα διαδικασία, και το 1549. Η περίοδος από τα μέσα του 16ου αιώνα μέχρι τη σύσταση του θεσμού της Ιεράς Συνόδου στην Εκκλησία της Ρωσίας, που συμβαίνει στα τέλη του 16ου αιώνα με τον προβιβασμό της Μητροπόλεως, όπως είπαμε Μόσχα, σε Πατριαρχείο της Μόσχας, η συνοδική περίοδος, κατά την οποία λειτουργήσε το σύστημα όπως καθιερώθηκε από τον Ιβάν τον Τρομερό, και στη σύγχρονη περίοδο όπου έχουμε πλέον ένα νέο στοιχείο. Έχουμε την εισαγωγή της αφετηρίας αυτής της πράξεως από μια τοπική εκκλησιαστική συνοδο, και στη συνέχεια την εξέλιξη της διαδικασίας αυτής από την Ιερά Συνόδο της Εκκλησίας του Πατριαρχείου της Ρωσίας. Βασικά γνωρίσματα αυτής της διαδικασίας, η προκαταρτική έρευνα της ζωής και των θαυμάτων. Είπαμε ότι ακολουθείται μια δικανικού χαρακτήρα διαδικασία με ειδικές επιτροπές που συγκροτούνται, η κατάσταση της αφθορίας του λειψάνου. Ένα στοιχείο που βλέπουμε να υπάρχει η αφθαρσία των λειψάνων ως ένα θαυμαστό στοιχείο. Βλέπουμε ότι υπάρχει και στη Βυζαντινία γεωλογική παράδοση, αλλά ποιο είναι το καινούργιο στοιχείο το οποίο επισέρχεται εδώ είναι ότι αποτελεί προαπετούμενο, θα μπορούσαμε να πούμε. Ένα κριτήριο το οποίο αποτελεί εκ των όνου Κάνεφ τεκμήριο για την ανάδειξη ενός νέου Αγίου. Αν δεν υπάρχει αφθαρσία του λειψάνου, τότε δεν μπορεί να προχωρήσει μια διαδικασία αναδείξους ενός νέου Αγίου. Η έκδοση ενός σχετικού αυτοκρατορικού διατάγματος επίσης ένα πάρα πολύ σημαντικό στοιχείο που διαφοροποιεί τη σχετική πράξη που είπαμε ότι έχουμε στο Βυζάντιο μια πράξη που βασίζεται στη συνοδική έκφραση της εκκλησίας, την έκδοση πατριαρχικών και συνοδικών πράξεων. Έχουμε συνοδική πράξη, δεν είναι πράξη μόνον του πατριάρχη, ούτε υπογράφεται μόνον από του πατριάρχη, δεν είναι ένα απλό πατριαρχικό έγγραφο, αλλά είναι ένα έγγραφο το οποίο υπογράφεται και εκφράζει την απόφαση του σώματος των μελών της Συνόδουε ή τέλεση πανηχίδων, δηλαδή σχετικών λειτουργικών συνάξεων κατά τη διάρκεια της νύχτας και η δημιουργία, η σύνθεση μιας ειδικής ακολουθίας για την ανακήρυξη του νέου αγίου και τη μετακομιδή των λειψάνων του. Σήμερα έχουμε μια πραγματικότητα που έχει μετριάσει, κατά κάποιο τρόπο, αυτήν την παλαιά εικόνα, όχι όμως σε σημαντικό βαθμό. Πρέπει πριν να αναφερθούμε σε αυτό το στοιχείο να σας πω ότι στην ρωσική αγιολογική παράδοση για τους νέους αγίους που εισήλθαν στο αγιολόγιο της ρωσικής εκκλησίας έχουμε, εξαιτίας ακριβώς αυτής της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, έχουμε πάρα πολλά παράδοξα φαινόμενα. Όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι ένας από τους πλέον λαοφιλείς αγίους της ρωσικής εκκλησίας, αλλά όχι μόνο της ρωσικής εκκλησίας, αλλά σύνολες της ορθόδοξης εκκλησίας, γιατί υπερκέρασε τα όρια της ρωσικής εκκλησίας η τιμή του και τιμήθηκε πάρα πολύ και στην ελληνόφωνη αγιολογική παράδοση και σε όλες τις άλλες τοπικές εκκλησίες. Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ δεν κρίθηκε με βάση τον έλεγχο αυτόν που διενεργήθηκε από αυτές τις επιτροπές επαρκής η τεκμηρίωση της αγιότητάς του και κρίθηκε επιβεβλημένη η προσκόμηση και ο έλεγχος νέων στοιχείων για να αναδειχθεί με επίσημο τρόπο Άγιος της ρωσικής εκκλησίας. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, πόσο κινδυνεύει αυτή η τυποποίηση, το φορμαλισμός αυτός να οδηγήσει σε πράξεις οι οποίες δεν έχουν καμία απολύτως επαφή. Είναι τελείως ξένες προς την συνείδηση και το βίωμα του λαού, του εκκλησιαστικού πληρώματος, όπως είπαμε. Σήμερα, λοιπόν, η κύρια ευθύνη για την ανάδειξη των νέων Αγίων απόκειται στον Πατριάρχη της Μόσχας και στη Σύνοδο της Ιεραρχίας. Και πάλι ο Πατριάρχης της Μόσχας και η Σύνοδος πραγματοποιεί τις αναδείξεις των νέων Αγίων. Θέτοντας και πάλι θα μπορούσαμε να πούμε μία οπισθοδρόμηση. Ειδίως παρατηρείτε το φαινόμενο αυτό από τον εορτασμό των χιλίων ετών, της χιλιατηρήδος του χριστιανισμού των Ρώσων και μετά. Το είδαμε και πάρα πολύ πρόσφατα μετά την κατάληση της Σοβιετικής Ένωσης, όταν τιμήθηκαν οι Ρωμανόφ ως Άγιοι από τη Ρωσική Εκκλησία. Τι έχουμε? Έχουμε το βασικό κριτήριο, είναι τα απορίσματα των διαφόρων επιτροπών που συγκροτούνται και όχι η συνείδηση του εκκλησιαστικού πληρώματος. Αυτό είναι ένα πάρα πολύ σοβαρό ζήτημα στο οποίο χωλένει αυτή η πράξη, η οποία ακολουθείται και σήμερα. Κατ' αναλογία, μπορούμε να πούμε ότι έχουμε παρόμοια θέματα και ένα σχετικό προβληματισμό και στα ζητήματα που αφορούν στην ανάδειξη και στην ανακήρυξη των νέων Αγίων στην Δυτική Εκκλησία, στην Ρωμαϊκαθολική Εκκλησία, δεδομένου ότι στην Πρωτεστατική Εκκλησία, στη μεταρρύθμιση, όπως γνωρίζετε από τον Λούθηρο, δεν έχουμε στον Πρωτεστατικό κόσμο Αγίους. Ένα ζήτημα που καταπολέμησε με τις θέσεις του ο Λούθηρος είναι η τιμή των Αγίων μέσα στην Εκκλησία. Και θα μπορούσαμε εδώ να πούμε πάρα πολλά πράγματα για τον προβληματισμό ο οποίος κατατέθηκε στον χώρο των μεταρρυθμισμένων εκκλησιών σε σχέση με τα επιχειρήματα τα οποία είπαμε είχαν οδηγήσει και στην περίπτωση οικονομαχίας πολλούς από τον χώρο που πολεμούσε την τιμή των ιερών εικόνων να καταφέρονται γενικότερα συλλήβδι κατά της τιμής των Αγίων. Στην δυτική λοιπόν παράδοση έχουμε καταρχήν μια και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό μια κοινή παράδοση, μια κοινή πράξη σε όλη την πρώτη θα μπορούσαμε να πούμε χονδρικά χριστιανική χιλιετία. Είναι η πατερική και η βυζαντινή περίοδος που φτάνει ως τα τέλη του 10ου αιώνα πριν από το σχίσμα και που η κοινή αυτή πράξη έχει ένα ένα εναυσμά, μια αφετηρία που θα μπορούσαμε να πούμε ότι προσιδιάζει σε αυτή την αφετηρία που την ίδια περίοδο συναντούμε και στην Ανατολή για την οποία έχουμε κάνει λόγο δηλαδή σε ένα φαινόμενο του τύπου σημεών νέου θεολόγου και σημεών ευλαβούς, του Αγίου σημεών του ευλαβούς του πνευματικού του πατέρα. Έχουμε την ανακήρυξη νέων Αγίων σε τοπικό επίπεδο από τοπικούς επισκόπους στην Δύση, η οποία δεν γίνεται δεκτή από τον Πάπα και γι' αυτό ακριβώς στον λόγο αποφασίζεται πάρα πολύ νωρίς θα δούμε στα τέλη του 10ου αιώνα να απαιτείται από τους οικείους επισκόπους να κατατίθεται έτηση εγκρίσεως της πρωτοβουλίας αυτής, της αναδείξειος νέων Αγίων από τον Πάπα, δηλαδή να κατατίθεται σχετική έγγραφη έτηση. Είχαμε μιλήσει αναφερόμενη στα θέματα της σύγχρονης διαδικασίας για την ορολογία που χρησιμοποιείται στην Ορθόδοξη παράδοση και για την προβληματική ή ας το πούμε ευρύτερα για τον προβληματισμό γύρω από αυτή την ορολογία. Κατά αναλογία μπορούμε να πούμε ότι τίθεται παρόμοια ζητήματα τα οποία μάλιστα είπαμε ότι έχουν μια επικοινωνία, λειτουργούν ως συγκοινωνώντα δοχεία με τους σχετικούς όρους που χρησιμοποιήθηκαν στην δυτική παράδοση. Οι όροι αυτή στα λατινικά, οι τρεις σημαντικότεροι όροι είναι ο όρος μπεατιφικάτιο, ο όρος αγκτιφικάτιο και ο όρος κανονιζάτιο. Μπεατιφικάτιο από το επίθετο, το χαρακτηρισμό μπεάτους που σημαίνει μακάριος. Σας θυμίζω ότι όταν μιλήσαμε για τον όρο Άγιος, το πώς χρησιμοποιήθηκε αυτός ο όρος από ένα προσδιοριστικό, οντολογικό γνώρισμα του ιδίου του Θεού στις εκκλησιαστικές κοινότητες και στην εκκλησιαστική παράδοση για να προσδώσει κάτι το ιδιαίτερο σε συγκεκριμένα μέλη των εκκλησιαστικών κοινοτήτων, είπαμε ότι ήδη στα πρώτα μαρτυρικά κείμενα χρησιμοποιείται και ο όρος μακάριος, τα επί του μακαρίου, πολυκάρπου, τελεστέντα κλπ. Για πολλούς μάρτυρες χρησιμοποιείται όχι ο όρος Άγιος, αλλά ο όρος μακάριος. Είναι λοιπόν ένας αγιολογικά χρωματισμένος ο όρος αυτός και ακριβώς αυτό το στοιχείο σχετίζεται με την αρχαιότητα και αυτού του λατινικού όρου, του όρου «πεάτους», που οδήγησε στην «πεατιφικάτιο», δηλαδή σε μια διαδικασία αναγνωρίσεως ενός Αγίου σε τοπικό επίπεδο, σε μια ορισμένη εκκλησιαστική επαρχία ή σε μια επισκοπή. Ο Άγιος λοιπόν που αναγνωριζόταν από έναν τοπικό επίσκοπο και εορταζόταν η μνήμη του σε ένα περιορισμένο επίπεδο, είπαμε ότι το βλέπουμε αυτό, είναι μια παράδοση κοινή και στην Ανατολή και στη Δύση. Αυτός ο Άγιος ονομαζόταν «πεάτους». Στη συνέχεια όμως βλέπουμε, διαπιστώνουμε ότι πλέον καθιερώνεται και ένας άλλος ο όρος, ο όρος «σανκτιφικάτιο». Ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τους Αγίους οι οποίοι τιμόνταν από σύνολοι την εκκλησία της Δύσεως, από τον Πατριαρχείο της Ρώμης, τον Πάπα της Ρώμης. Έχουμε λοιπόν τους «πεάτι» και τους «σάνκτι». Οι «πεάτι» είναι οι Άγιοι τοπικής εμβέλειας θα μπορούσαμε να πούμε, οι «σάνκτι» είναι οι Άγιοι, οι οικουμενικοί Άγιοι της Δύσεως ή όλοι στις χριστιανικής οικουμένης, δηλαδή Άγιοι που τιμόνταν και στην Ανατολή και στη Δύση. Και ο όρος βέβαια «κανονιζάτιο», που είπαμε ότι είναι ένας όρος που τον πήραμε ξανά πίσω ως αντιδάνειο. Στην περίοδο της Οικοκρατίας έχουμε τον όρο «κανονισμός» από την «κανονιζάτιο», που η «κανονιζάτιο» προέρχεται από τον «κανώνα», δηλαδή την ευθεία εκείνη γραμμή, την πορεία την οποία ακολουθούσε η Εκκλησία για το ζήτημα της ανακηρύξιος νέων Αγίων. Προισθώνουμε ότι στην πορεία αυτή η διαδικασία απετέλεσε το εξελικτικό βήμα μετά την «πεατιφικάτιο». Δηλαδή κάποιος Άγιος τιμόνταν αρχικά σε τοπικό επίπεδο, σε τοπικό εκκλησιαστικό επίπεδο ως «πεάτους». Όταν όμως αυτός ο Άγιος καθίστατο ευρύτερα γνωστός και τιμόνταν και σε άλλες εκκλησιαστικές επαρχίες της Δύσεως, τότε ο Πάπας της Ρώμης προέβαινε στην διαδικασία της κανονιζάτιο, δηλαδή στο να μετεξελιχθεί από «πεάτους» σε «σάγκτους». Είναι αντιληπτό αυτό, δηλαδή έχουμε μια εξέλιξη, μια διαβάθμιση Αγίων, κατά κάποιο τρόπο μπορούμε να πούμε. Η δική λοιπόν αγιότητα, η δική αναγνώριση που προέρχεται από τον οικείο επίσκοπο και η γενική αναγνώριση, η σαγκτιφικάτιο που προέρχεται από τον Πάπα και αφορά, όπως είπαμε και σήμερα ακόμη, με ένα γενικό παππικό διάταγμα, αφορά, απευθύνεται ούρμπιε τορμπιε σε όλο τον κόσμο, και στην πόλη αλλά και σε όλο τον κόσμο, σε όλη την οικουμένη. Και ακριβώς προβάλλει την τιμή ενός νέου αγίου. Είναι τα παππικά διατάγματα, τα οποία ή τα αφορούν στη διδασκαλία της εκκλησίας, αλλά ακόμη και αυτές τις πράξεις της αναδείξος των νέων οικουμενικών αγίων. Τώρα, η αφετηρία έχει ως χρονικό σημείο το έτος 995. Είμαστε πριν από το σχίσμα, όπως βλέπετε, τότε ο Πάπας Ιωάννης ο 15ος, για να καταπολεμήσει, είπαμε, ατασταλίες ως προς την ανάδειξη νέων αγίων και τις διαμαρτυρίες, προφανώς, των τοπικών εκκλησιαστικών κοινοτήτων για πρόσωπα, τα οποία, προφανώς, δεν είχαν τη συμμαρτυρία, θα μπορούσαμε να πούμε, της τοπικής εκκλησιαστικής συνειδήσεως, της συνειδήσεως των εκκλησιαστικών κοινοτήτων, εκδίδει την πρώτη πράξη, επίσημη πράξη, αναδείξιος αγίου, κεντρικά από την Αγία Έδρα, από το Πατριαρχείο της Ρώμης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή, εξακολουθούσε να διαιωνίζεται και στους επόμενους αιώνες, γι' αυτό, τον 12ο αιώνα, το 1170, έχουμε και μια νέα πράξη, μια νέα παππική, ένα νέο παππικό διάταγμα, που απαγορεύει και πάλι στους οικείους επισκόπους να προβαίνουν στην αναγνώριση νέων αγίων. Και επικυρώνει το προνόμιο μόνον του Πάπα ως της αρχής της Εκκλησίας, αρχή της Εκκλησίας, που αυτό έχει να κάνει, όπως πιθανότατα έχετε διδαχθεί, θα τα διδαχθείτε στη δογματική, έχει να κάνει με το ζήτημα της, με τη δογματική αποδοχή του Φιλιόκβε. Εδώ λοιπόν, και πάλι υπενθυμίζω ότι μόνο ο Πάπας έχει το δικαίωμα αυτό ως η μοναδική αρχή της Εκκλησίας να αναγορεύει, να ανακηρύσει νέους αγίους. Για να φτάσουμε και πολύ αργότερα σε μια, θα μπορούσαμε να πούμε, αποκρυστάλωση των αγίων της Δυτικής Εκκλησίας, 1634, είμαστε στις αρχές του 17ου αιώνα. Έχει προηγηθεί κάτι πάρα πολύ σημαντικό και αυτό είναι η δημιουργία και η πρώτη έκδοση του ρωμαρικού μαρτυρολογίου, του Martyrologium Romanum, όπως ονομάζεται. Δεν είναι, προσέξτε, το ρωμαϊκό μαρτυρολόγιο, το Martyrologium Romanum, δεν είναι μια συλλογή μαρτύρων της ρωμαϊκής ή της ρωμεοκαθολικής Εκκλησίας, όπως ενδεχομένως θα εξελάμβανε κάποιος τον όρο αυτό. Είναι μια συλλογή μαρτύρων, Martyrologium Romanum. Αλλά τι είναι, είναι η πρώτη επίσημη συλλογή αγίων του εκκλησιαστικού, δηλαδή ημερολογίου ή του εκκλησιαστικού ιορτωλογίου, οι μνήμες όλων των αγίων της ρωμακαθολικής Εκκλησίας. Η συλλογή εκδίδεται για πρώτη φορά, προϋπάρχει, βασίζεται και στις αρχές μαρτυρολογικές συλλογές, αλλά και στις άλλες τοπικές συλλογές και εξελίσσεται σε μια επίσημη συλλογή, η οποία κατά καιρούς γνώρισε προστίκες και επίσημες αναδημοσιεύσεις, επίσημες αναθεωρήσεις η συλλογή αυτή. Αυτό λοιπόν είναι το Martyrologium Romanum και επαναλαμβάνεται λοιπόν στις αρχές του 17ου αιώνα από τον Παπα Ορβανό τον 8ο, ότι κανένας νέος άγιος δεν θα εισέρχεται μέσα στην λειτουργική πράξη των διαφόρων εκκλησιών, στην ρωμακαθολική εκκλησία, χωρίς την έγκριση του Παπα. Εντάξει, επαναλαμβάνεται λοιπόν αυτή η κύρια βάση. Αυτό το οποίο διαπιστώνουμε σε αυτήν την περίοδο, ιδιαίτερα στην περίοδο της αναγέννησης και αργότερα την περίοδο της μεταρρίθμησης και της αντιμεταρρίθμησης, είναι ένα βασικό γνώρισμα που διακρίνει πλέον την σχετική διαδικασία που ακολουθεί η ρωμακαθολική εκκλησία και αυτό είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό. Ακολουθούνται πλέον μια σειρά διαδικασιών δικανικού χαρακτήρα. Γι' αυτό σας είπα ότι μοιάζουν με τις σχετικές διαδικασίες που καθιέρωσε η ρωσική εκκλησία στην χρήση, στην εισαγωγή του ελέγχου από ειδικές επιτροπές. Εντάξει. Αυτές όμως οι διαδικασίες χαρακτηρίζονται καταρχήν λόγω της εξαιρετικά μακροχρόνιας εξελίξειός τους. Είναι μακροχρόνιες οι διαδικασίες αυτές και ακολουθούν κανονικά τα δικανικά πρότυπα της Δύσης. Έχουμε ανακριτικού χαρακτήρα διαδικασίες και διάφορες δικαστικές φάσεις. Έτσι λοιπόν διαμορφώνεται η δίκη, θα μπορούσαμε να πούμε, του υποψηφίου Αγίου, διαμορφώνεται ένα δικαστικό πλαίσιο, που ο υποψήφιος Άγιος έχει και τους συνήγορους υπεράσπησης, αλλά και τους κατηγόρους. Έχει δηλαδή και τα πρόσωπα εκείνα τα οποία προσπαθούν να συγκεντρώσουν στοιχεία τα οποία συνηγορούν κατά της αγιότητας του υποψηφίου προσώπου. Έτσι λοιπόν έχουμε την εισαγωγή ενός θεσμού που μας είναι γνωστός ως τεχνικός όρος χρησιμοποιείται και σήμερα πολλές ώρες το χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας, ο Advocatus Diaboli. Ο Advocatus Diaboli σημαίνει ο συνήγορος, ο εκπρόσωπος του διαβόλου. Αυτή όλη η διαδικασία μέσα σε αυτές τις επιτροπές, αυτή όλη η μακροχρόνια διαδικασία έχει λοιπόν έναν καθαρά δικανικό χαρακτήρα και αναλόγως καταλήγει μέσα από όλη αυτή την εξέλιξη των διαφόρων αυτών δικαστικών φάσεων, στις οποίες συμμετέχουν κατά κύριο λόγο καρδινάλοι σε όλες αυτές τις επιτροπές. Βρίζει σε κάποια πορίσματα τα οποία κατατίθενται στον Πάπα και εφόσον τα πορίσματα αυτά συγκλίνουν υπέρ της αγιότητας του υποψηφίου αυτού προσώπου, τότε ο Πάπας προβαίνει στην έκδοση του σχετικού αυτού διατάγματος. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό, ιδιαίτερα στην τελευταία περίοδο, έχουν δημιουργηθεί ειδικές επιτροπές, λειτουργούν ειδικές επιτροπές και συμβούλια. Εδώ που βλέπετε, η Sacrorum Ritum Congregatio, η συνάθρηση δηλαδή για τις ιερές παραδόσεις, η Congregatio Pro Culto Divino. Είναι διάφορες επιτροπές καρδινάλων, η Congregatio Pro Causis Sanctorum, οι οποίες συνεργάζονται ακριβώς στην συγκέντρωση των στοιχείων, στον έλεγχο αυτών των στοιχείων, που όλα αυτά όμως, είπαμε, τι κάνουν, αποστερούν από τη διαδικασία αυτή τον αυθεντικό της χαρακτήρα. Εκφεύγει πλέον από το βασικό πλαίσιο στο οποίο πρέπει να υπάρχει να κινείται η διαδικασία αυτή, που είναι η συνείδηση, επαναλαμβάνω, του εκκλησιαστικού πληρώματος. Η συνείδηση, δηλαδή, του λαού που συμμετέχει μέσα στις εκκλησιαστικές κοινότητες. Αυτό, λοιπόν, το στοιχείο έχει απολεστεί. Και, βέβαια, έχουμε μια ύφεση ως προς τα θέματα αυτά που σχετίζονται με αυτές τις περίπλοκες διαδικασίες που ακολούθησε η Ρωμαϊκαθολική Εκκλησία. Μια ύφεση που σχετίζεται, που έχει την αφετηρία της στη Δεύτερη Βατικάνια Σύνοδο, η οποία επέφερε πάρα πολλές αλλαγές. Και είναι μια Σύνοδος η οποία επέφερε και μια αναθεώρηση, θα μπορούσαμε να πούμε, στα λειτουργικά πράγματα, αλλά και στην τιμή των Αγίων. Υπάρχει μια αναθεώρηση ως προς το ζήτημα της τιμής των Αγίων προς μία στροφή, προς μία κατεύθυνση πιο αυθεντική, θα μπορούσαμε να πούμε, πιο πρόημη σε σχέση με τις αφετηρίες της τιμής των Αγίων, όπως τις περιγράψαμε. Με αυτόν ακριβώς τον λόγο, το 1983, πριν από 30 χρόνια, εκδόθηκε ένα νέο παππικό διάταγμα, ονομάζεται το νέο αποστολικό διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο πλέον ο τοπικός επίσκοπος και πάλι, επισέρχεται ως εκφραστής της τοπικής εκκλησιαστικής κοινότητας, επισέρχεται πάλι στη διαδικασία, στο πρώτο στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή δεν ξεκινάει η διαδικασία ερήμην των διαφόρων τοπικών εκκλησιαστικών κοινοτήτων, που είπαμε ότι αυτή είναι η παράδοση που τη συναντούμε πάντοτε διαχρονικά σε όλους τους αιώνες στη ζωή της εκκλησίας. Οι τοπικές εκκλησιαστικές κοινότες αναδεικνύουν τους αγίους τους. Εδώ, λοιπόν, επανέρχεται η Ρωμαϊκαθολική Εκκλησία στην παρουσία του τοπικού επισκόπου, αλλά σε ένα πολύ πρωταρχικό στάδιο, δηλαδή ότι η αφετηρία, ότι αναλαμβάνει την ευθύνη για την αφετηρία αυτής της διαδικασίας, για την έναρξη αυτής της διαδικασίας. Δεν συμμετέχει στην διαδικασία αυτή, απλά εκκινεί η διαδικασία αυτή από τον τοπικό επίσκοπο στις αναδείξεις των νέων αγίων. Αυτά, γενικότερα, όσα είπαμε σήμερα και δεν θα επεκταθούμε περισσότερο γύρω από το ζήτημα αυτό, αφορούν κάτι, επαναλαμβάνω, το οποίο δεν αφορά την ιστορία, δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά αφορά και το παρόν της σχετικής εκκλησιαστικής πράξης. Δεν είναι κάτι το οποίο το εξετάζουμε μόνο με βάση τα ιστορικά στοιχεία, αλλά το εξετάζουμε και μέσα από τον προβληματισμό που γεννιέται στη σύγχρονη εκκλησιαστική πράξη, η οποία σύγχρονη εκκλησιαστική πράξη θα πρέπει πάντοτε να λαμβάνει υπόψη αυτήν ακριβώς την παράδοση, αλλά όχι ως κάτι το εξωτερικό, προσλαμβάνοντας εξωτερικά στοιχεία. Όπως ρωτήσατε πριν, ποια είναι τα κριτήρια, είναι ένα, δύο, τρία, αυτά είναι τα κριτήρια. Επομένως ο Γιώργος βλέπουμε ότι κάνουμε τικ, έχει το πρώτο κριτήριο, πληρεί το δεύτερο κριτήριο, πληρεί το τρίτο κριτήριο και τον ανακηρύσουμε Άγιο. Όχι, δεν είναι μια εξωτερική διαδικασία, αλλά είναι μια εσωτερική διαργασία που θα μπορούσαμε να πούμε ότι ξεπηδά και προέρχεται μέσα από τους κόλπους των εκκλησιαστικών κοινοτήτων. Και σήμερα έτσι πρέπει να λειτουργεί, εάν θέλουμε να δεχόμαστε ότι αυτή η διαδικασία δεν εξυπηρετεί άλλες σκοπιμότητες άσχετες από τη συνέχιση αυτής της μακράς παραδόσιας. Πρέπει να αναζητήσουμε, να αναζητούν οι εκκλησίες πάντοτε το στοιχείο, τα εσωτερικά κριτήρια με βάση τα οποία οδηγήθηκαν στη διαμόρφωση αυτών των διαδικασιών οι διάφορες τοπικές εκκλησίες. Αυτά πολύ σύντομα για το θέμα αυτό. Θα ολοκληρώσουμε εδώ πέρα αυτό το μάθημα και θα συνεχίσουμε στο επόμενο μάθημα. Είχα σκοπό να πούμε κάποια πράγματα, αλλά είναι αρκετά μεγάλο το κεφάλαιο για τα Ιερά Λείψανα, την ιστορική θεώρηση και κυρίως με ενδιαφέρει και θα ήθελα να το προσέξετε ιδιαίτερα την θεολογική κατοχύρωση, το θεολογικό πλαίσιο πάνω στο οποίο εδράζεται η τιμή των Ιερών Λείψανα, για τα οποία όμως θα μιλήσουμε στο επόμενό μας μάθημα. Αν θέλετε κάτι να ρωτήσετε, σας ακούω. Αν υπάρχει κάποια απορία. Ή σας πήρα μονότερμα, κάποιους τους κούρασα, είναι και η ώρα δύσκολη ή είστε ήδη κουρασμένοι. Η ώρα αυτή δεν ενδείχνεται για μάθημα και μάλιστα υποχρεωτικό μάθημα. Το χρόνο του χρόνου θα αλλάξω την ώρα οπωσδήποτε. Έκανα μια υποχώρηση φέτος, αλλά κακώς την έκανα, από τι φαίνεται. Αν θέλετε κάτι να ρωτήσετε, σας ακούω. Αν θέλετε κάτι να ρωτήσετε, σας ακούω. Υπάρχουν διαβαθμίσεις στην αγιότητα. Ασφαλώς και υπάρχουν διαβαθμίσεις στο θέμα της παρουσίας των αγίων θεολογικά. Υπάρχει ένα θεολογικό υπόβαθρο, ένα θεολογικό πλαίσιο. Θα το δούμε στο επόμενο μας μάθημα, στο τελευταίο μάθημα, που θα πούμε κάποια πράγματα και για την παρουσία των αγίων, που σχετίζεται με αυτό το θέμα. Είναι, σε διάφορες περιόδες, πέθυκε, ας πούμε, και στη Βυζαντινή παράδοση, εάν ο τάδε Άγιος είναι μεγαλύτερος από αυτόν, από τον άλλον ή από μια ομάδα άλλων. Εντάξει. Υπάρχει μύζον Άγιος από άλλους Άγιους και ποια είναι τα κριτήρια. Το θεολογικό πλαίσιο είναι αυτό που ονομάζουμε παρυσία, που είναι ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον θέμα, καθαρά θεολογικό. Εκπηγάζει αυτή η θεολογία της παρυσίας, καταρχή μέσα από τα βιβλικά κείμενα, όπως θα δούμε. Εντάξει. Και αν παρακολουθήσατε το συνέδριο αυτό που κάναμε για τον Απόστολο Παπλο, μία συνάνδελφος από τον Στρασβού, που είχε μια σχετική ανακοίνωση για το πώς ο όρος παρυσία εμφανίζεται στην παύλια θεολογία. Παρυσία. Είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό ζήτημα. Θα τα δούμε όμως αυτά στο επόμενο μάθημα. Ναι. Να πόκειται στον επόμενο Παππα να κηρύξει κάποιον προκάτωχό του ως Άγιον. Όπως βλέπετε, δεν ξέρω κατά πόσο τα παρακολουθείτε, νομίζω κάποιοι τα παρακολουθείτε τα θέματα αυτά, όπως έγινε με τον Παππα Ιωάννη Παύλο τον έκτο επί του διαδόχου του Βενεδίκτου. Εντάξει, ακριβώς είχαμε μία τέτοια πράξη. Δηλαδή συγκεντρώθηκαν στοιχεία και ο επόμενος Παππας αναγνώρισε τον προηγούμενο. Αλλά δεν είναι κανόνας αυτό στη δυτική παράδοση. Δεν είναι κανόνας. Κάτι άλλο, όχι. Λοιπόν, παιδιά καλό απόγευμα. Θα πάτε στο καλό, καρή συνέχεια και στο επανειδήμα. |