Διάλεξη 6: Στο σημερινό μάθημα θα ολοκληρώσουμε, θα ασχοληθούμε και θα ολοκληρώσουμε την ιστορική επισκόπηση της Αγιολογικής Γραμματείας για την οποία ξεκινήσαμε να μιλούμε στο προηγούμενο μας μάθημα, φτάνοντας ως τον Λεόντιο τον Υπίσκοπο Νεαπόλεως της Κύπρου αυτήν την σημαντική μορφή με το πρωτότυπο αγιολογικό έργο, το σημαντικό σαγραφέα του 7ου αιώνα, δηλαδή του τέλους της ίστερης αρχαιότητας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι από τον 8ο αιώνα και εφ. σε μια περίοδο, κατά την οποία πλέον μιλούμε ασφαλώς για τους συγγραφείς της Μέσης Βυζαντινής περίοδου, η αγιολογία γνωρίζει μία μακρά περίοδο που χαρακτηρίζεται ως μία από τις πλέον σημαντικές περιόδους ακμής και ανθίσεως της αγιολογικής γραμματείας, όχι μόνο της γραμματείας αλλά γενικότερα και των διαφόρων τάσεων που διαμορφώνονται στον χώρο της αγιολογίας. Αθετηρία αυτής της περίοδου είναι η περίοδος της αγιολογίας με αφορμή την οικονομαχική έρηδα, με αφορμή τα σοβαρά γεγονότα τα οποία εξελίχθηκαν στο Βυζάντιο σε μία πολύ σοβαρή και επώδυνη περίοδο μιας έρηδας θεολογικής αλλά και με πολιτικές προεκτάσεις που μας είναι γνωστοί ως οικονομαχία ή ως οικονομαχική έρηδα. Η περίοδος αυτή γνωρίζουμε ότι ξεκινάει από τις αρχές του 8ου αιώνα με την άνοδος στον αυτοκρατορικό θρόνο ενός σημαντικού στρατιωτικού αυτοκράτορα του ιδρυτή της δυναστίας των Ισαύρων του Λέοντα του 3ου του Ισαύρου και έχει ως χρονική αφετηρία το 1823 μετά Χριστόν. Εξελίχθηκε δε με κάποια ενδιάμεση διακοπή αυτής της ένδασης ως το 1843 όταν πλέον έχουμε την επίσημη διακήρυξη της επιστροφής της τιμής των ιερών εικόνων από την εκκλησία με ενέργειες του παντριάρχη Μεθοδίου και της αυτοκράτηρας Θεοδόρας. Αυτό το οποίο είναι σημαντικό για όλη αυτήν την περίοδο είναι ότι θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αγιολογία υπηρετεί αυτήν την θεολογική έρηδα. Είναι δηλαδή ένα εργαλείο στα χέρια των υπερασπιστών των εικόνων ή των εικονομάχων για να προβάλλουν και να διασπίρουν τις θεωρικές τους θέσεις σχετικά με την τιμή των ιερών εικόνων. Γνωρίζουμε βέβαια ότι η περίοδος αυτή δεν έχει μόνο ως αντικείμενό της την τιμή των ιερών εικόνων, το ζήτημα της τιμής των ιερών εικόνων. Αυτό που είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό και σημαντικό για την αγιολογία είναι ότι η αντίδραση κατά της τιμής των ιερών εικόνων, μια αντίδραση και μια μεγάλη θεολογική συζήτηση που ξεκινάει και που έχει ασφαλώς θεολογικές βάσεις που σχετίζονται με την ενανθρώπιση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, με την δυνατότητα εξηκονισμού του ή όχι, την δυνατότητα εξηκονισμού γενικότερα του Θεού ή όχι με βάση την Αγία Γραφή, την Παλαιά Διαθήκη, δεν περιορίζεται λοιπόν μόνο στο ζήτημα της τιμής των ιερών εικόνων, όλη αυτή η θεολογική συζήτηση, αλλά επεκτείνεται και στο ζήτημα της τιμής των ιερών λειψάνων και διαπιστώνουμε από αρκετές πηγές ότι στην περίοδο αυτή δεν έχουμε μόνο μια πολεμική κατά των εικόνων, μια εικονομαχία, αλλά έχουμε και μια λειψανομαχία, δηλαδή μια καταπολέμηση αυτής της πρακτικής που είχε διαμορφωθεί από τους προγενέστερους αιώνες, από πάρα πολύ νωρίς, ήδη σε κείμενα μαρτυρολογικά σε αρχαία μαρτύρια καταγράφεται η περισυλλογή και η τιμή που απέδειδαν οι χριστιανοί στα λειψανά των μαρτύρων της εκκλησίας και ασφαλώς καταγράφεται με το πιο επίσημο τρόπο μέσα από συνοδικούς κανόνες και η τιμή που απέδειδαν στα μαρτυρικά λειψανά, χρησιμοποιώντας τα ως θεολογική και μια εκκλησιαστική βάση για τον εγκαινιασμό της Αγίας Τράπεζας στις νέες τους νέους ναούς, κάτι του οποίου έχουμε δείσουμε ότι συμβαίνει η ισχύ και σήμερα στη σύγχρονη λειτουργική πράξη όταν εγκαινιάζεται ένας νέος ναός. Έτσι λοιπόν, εξελίχθηκε σε λειψανομαχία και καταγράφονται περιπτώσεις όπου από τους οικονομάχους καταστρέφονταν τα λειψανά τα οποία βρίσκονταν τις έδειξαν δυσμένες σε ναούς ή σε μοναστήρια, όπως επίσης και αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον βεβαίως και το ζήτημα της τιμής των εικόνων που σχετίζεται με την τιμή προς τους Αγίους που εικονίζουν τα πρόσωπα των Αγίων τα οποία εικονίζονταν σε πολλές τυχογραφίες ή φορητές εικόνες. Η τιμή προς τα λειψανά επίσης σχετίζεται με την αγιοργία δεδομένου ότι σε μεγάλο βαθμό τα ιερά λειψανά των Αγιών σχετίζονται με τα θαύματα που επιτελούσαν οι Άγιοι με τα θάνατον. Αλλά σε ακόμη και θεωρητικό επίπεδο η οικονομαχία εξελίχθηκε και σε μία θα μπορούσαμε να πούμε αγιομαχία. Και ο όρος αυτός δεν είναι ένας νεολογισμός, δεν είναι ένας όρος που το χρησιμοποιούμε εμείς σήμερα, αλλά ο όρος αγιομάχη και αγιομαχούντες και αγιοκατήγοροι χρησιμοποιείται στις πηγές ακριβώς αυτής της περιόδου. Και σχετίζεται με τη διδασκαλία με τη θεολογική επιχειρηματολογία των οικονομάχων που υποστήριζε ότι δεν θα πρέπει να τιμώνται ως Άγιοι κάποιοι άνθρωποι. Δεδομένου ότι ο χαρακτηρισμός Άγιος αποδίδεται μόνο στο Θεό από τα βιβλικά κείμενα. Θα μιλήσουμε για το θέμα αυτό στο επόμενό μας μάθημα όταν θα ασχοληθούμε και θα παρουσιάσουμε το πώς εξελίσσεται η σχετική ορολογία γύρω από τους Αγίους και η σχέση που έχει με την βιβλική παράδοση των όρων ή ακόμη και με την εξωχριστιανική παράδοση αυτών των όρων. Είναι λοιπόν χαρακτηριστικό ότι επιμένουν στο ότι δεν θα έπρεπε κάποιοι άνθρωποι κτιστά δηλαδή όντα να προσδιορίζονται με τον χαρακτηρισμό Άγιοι και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο θεωρούσαν ότι θα έπρεπε να απαλήθηται αυτός ο χαρακτηρισμός από οποιασδήποτε εικόνες ή τυχογραφίες χρησιμοποιούσαν που όπως γνωρίζουμε προσονιμούνταν ακριβώς με αυτόν τον χαρακτηρισμό Άγιος, Όσιος, ο Αιναγίας και ούτω καθεξής. Έτσι λοιπόν έχουμε όλα αυτά τα χαρακτηριστικά στοιχεία που αναδεικνύουν την περίοδο αυτή σε μία κρίσιμη και για την αγιολογία ως την ενασχόληση με την τιμή των Αγίων και με τη συγγραφή των σχετικών στους Αγίους κειμένων περίοδο και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο μπορούμε να πούμε ότι ιδιαίτερα στον χώρο του μοναχισμού που έλαβε μια πολύ στεναρή στάση απέναντι στο ζήτημα της οικονομαχίας αναπτύχθηκαν σοβαρές τάσεις και μια συστηματική προσπάθεια να συγγραφούν αγιολογικά κείμενα και μάλιστα βιογραφίες για τα πρόσωπα εκείνα τα οποία πρωτοστάτησαν στον αγώνα κατά της πολεμικής απέναντι στις εικόνες δηλαδή εναντίον των οικονομάχων και της οικονομαχικής διδασκαλίας και γενικότερα όλων εκείνων των προσώπων μαρτύρων ή κατά κύριο λόγο ομολογητών όπως χαρακτηρίζονται έπαιξαν, διαδραμάτησαν έναν καταλλητικό ρόλο σε αυτήν την συλλογική θα μπορούσαμε να πούμε εκκλησιαστική αντίσταση κατά των οικονομαχικών μεθοδεύσεων. Γνωρίζουν βέβαια και δεν θα μας απασχολήσει εδώ το ζήτημα των αιτίων της οικονομαχίας, το αν τα αίτια αυτά ήταν μόνο θεολογικά, εάν επισέχονταν και άλλοι παράγοντες πολιτικοί, στρατιωτικοί ή σαν να γνωρίζουμε ότι ήταν μια από τις πιο σημαντικές στρατιωτικές δυναστίες που ανέβηκαν στον βυζαντινό θρόνο και ασφαλώς το γεγονός ότι για παράδειγμα οι μοναχοί δεν στρατεύονταν ήταν ένα ζήτημα που θα μπορούσαμε να πούμε ότι συνυπολογιζόταν σε μια τέτοια πολεμική γενικότερα και κατά που είχε ως τον αποηχό της και στον ίδιο το μοναχισμό, αφού γνωρίζουμε ότι υπήξαν διώξεις πάρα πολλών μοναχών και καταστροφές της βάρος βυζαντινών μοναστηριών. Αλλά δεν θα εξετάσουμε και δεν μας απασχολεί το ζήτημα αυτό παρά το γεγονός ότι σε πάρα πολλά από τα κείμενα αυτής της περιόδου, τα γεωλογικά κείμενα αυτής της περιόδου, τα κείμενα δηλαδή της οικονομαχικής, τα γεωλογικά κείμενα της οικονομαχίας, διαπιστώνουμε ότι υποφόσκει ένας σαφές θεολογικό πλαίσιο το οποίο μάλιστα καταγράφεται με έναν χαρακτηριστικό και μοναδικό τρόπο μέσα στα κείμενα αυτά, δεδομένου ότι όπως και στα αρχαιότερα κείμενα που είναι τα μαρτύρια των μαρτύρων της Αρχίας Εκκλησίας, έτσι και σε αυτά τα κείμενα υπησέρχεται ένα στοιχείο πάρα πολύ σημαντικό που είναι το διαλογικό αντιρητικό στοιχείο. Δηλαδή καταγράφονται με πολύ μεγάλη συχνότητα οι διάλογοι που χαρακτηρίζονται σε κάποιες περιτώσεις και ως αντιρήσεις μεταξύ των βιογραφούμενων αγίων της εικονόφυλης ή καλύτερα να πούμε πιο σωστά στην ορολογία της ορθόδοξης παρατάξιος απέναντι στους οικονομάχους κριτές τους, δικαστές τους που μπορεί να είναι ο ίδιος ο αυτοκράτορας ή να είναι κάποιο εκκλησιαστικό πρόσωπο ή κάποιος άλλος κρατικός αξιωματούχος. Έτσι λοιπόν μέσα από αυτήν την κρίση, από αυτήν την πολύ σοβαρή κρίση που ξέσπασε στο Βυζάντιο ασχέτως εάν μπορούμε να πούμε ότι επικεντρώθηκε κατά κύριο λόγο στην Κωνσταντινούπολη και στην ενδοχώρα της Κωνσταντινούπολης φτάνοντας για παράδειγμα ως την βυθυνία που δεν απέχει πολύ από την Κωνσταντινούπολη όπου έχουμε την ενεργό εμπλοκή σε όλα αυτά τα θέματα των μοναχών του μοναστικού κέντρου του Ολύμπου της βυθυνίας για παράδειγμα που γνωρίζουμε ότι αυτά τα μοναστήρια αποτέλεσαν τους στεναρούς και τους σημαντικούς πόλους αντίστασης απέναντι στην μεθόδευση αυτής του Βυζαντινού αυτοκράτορα, του Βυζαντινού παλατιού αλλά και αρκετών οικονομάχων πατριαρχών που συνεργάστηκαν με τους οικονομάχους αυτοκράτορες παρά το γεγονός λοιπόν ότι θεωρείται από κάποιους επιστήμονες ότι η οικονομαχία εκείρξε ένα κωνσταντινουπολιτικό φαινόμενο ένα φαινόμενο που δεν επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τις άλλες πιο αγμακρισμένες περιοχές του Βυζαντιού αλλά εξελίχθηκε κατά κύριο λόγο στην Κωνσταντινούπολη και στις Πέρυξ αυτής τις περιοχές παρά ταυτά διαπιστώνουμε ότι υπάρχει μια μεγάλη διασκορά των σχετικών αγιολογικών κειμένων και αυτή η διασκορά δημιούργησε μια μεγάλη άνθιση της αγιολογίας κατά την περίοδο αυτής της βυζαντινής αγιολογικής παραγωγής κατά την περίοδο αυτή μάλιστα με δεδομένη και την λειτουργία, την ίδρυση και τη λειτουργία μεγάλων σημαντικών αντιγραφικών κέντρων και στα μοναστήρια που μνημονεύσαμε, στα μοναστήρια του Ολύμπου της Βυθηνίας όπως είναι στους πρόποδες κοντά στην σημερινή Τρίβια η Μονή Μηδικίου, η Μονή των Πατέρων της Μονής Μηδικίου, η Μονή Τριμπλίας, η Μονή Χινολάκου στον Όλυμπο της Βυθηνίας, η Μονή Βαθέως Ρίακος και άλλα μοναστήρια τα οποία διαδραμάτησαν οι μοναχοί τους σημαντικό ρόλο σε αυτήν την θεολογική αντιπαράθεση αλλά αυτό το οποίο επίσης είναι ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι στα μοναστήρια αυτά σε πολλά από αυτά τα μοναστήρια λειτούργησαν και σπουδαία αντιγραφικά κέντρα και στα μοναστήρια του Ολύμπου της Βυθηνίας αλλά και σε μοναστήρια της Ποστοκνόπολης όπως είναι η περίφημη η Μονή Στουδίου που γνωρίζουμε ότι κατά την περίοδο αυτή ακριβώς εξελίσσεται ίσως στο σημαντικότερο κέντρο αντιγραφής και παραγωγής χειρογράφων γεγονός που ασφαλώς καθιστά εύλογο το γεγονός της ευρύτατης κυκλοφορίας αυτού των κειμένων δηλαδή θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι μοναχοί με τηρουμένων των αγγλογιών με σημερινούς όρους είχαν στη διάθεσή τους την κυπογραφία την κυκλοφορία της δημοσίας και την κυκλοφορία όλων αυτών των κειμένων κάτι το οποίο ασφαλώς διαμόρφωνε και διατηρούσε την συνείδηση της ορθόδοξης παράδοσης γύρω από την τιμή των ιερών εικόνων ότι θα πρέπει δηλαδή να τιμώνται οι ιερές εικόνες σύμφωνα με την αρχαία παράδοση της εκκλησίας και με την βασική θεολογική γραμμή ότι η τιμή της εικόνος επί το πρωτότυπο διαβαίνει όπως συχνά επαναλαμβάνουν οι ορθόδοξοι συγγραφείς αυτής της περιόδου στα κείμενά τους και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκινός που είναι ο πρώτος σημαντικός πολεμικός θεολόγος κατά της οικονομαχίας και αργότερα ο Άγιος Θεόδωρος ο στουδίτης αλλά και πολλοί άλλοι επίσης συγγραφείς τονίζουν λοιπόν αυτήν ακριβώς τη ρύση του Μεγάλου Βασιλείου ότι η τιμή προς την εικόνα στην ουσία δεν είναι μία ιδόλολατρία δεν είναι μία τιμή που αποδίδεται σε ένα ξύλο όπως θα ήταν σε ένα ξόανο σε μια οποιαδήποτε φυσική θρησκεία αλλά είναι μία τιμή η οποία συμβολικά μεταβαίνει με έναν τρόπο αδειόρατο και ενωερό μεταβαίνει στο ίδιο το πρωτότυπο το οποίο απεικονίζεται στο απήκασμα αυτής της εικόνας το οποίο είναι ένα ιερό πρόσωπο που έχει αγιαστεί από τη χάρη και από τις ζωοποιές και άκτιστες ενέργειες της χάριτος του Θεού Έτσι λοιπόν έχουμε μία ανάπτυξη της αγιολογίας που ξεκινάει όπως είπαμε από τον 8ο αιώνα στην περίοδο αυτή και είναι χαρακτηριστικό ότι έχουμε ένα πολύ μεγάλο αριθμό αγιολογικών κειμένων όχι μόνον εγκωμίων που παράγονται και κυκλοφορούν σε πολύ μεγάλο βαθμό εγκωμιαστικοί λόγοι προς τιμή παλαιότερων αγίων αλλά έχουμε τη συγγραφή κυρίως βίαιων βιογραφιών δηλαδή και μάλιστα εκτενών κειμένων σε αρκετές περιπτώσεις που αφορούν σε σύγχρονα πρόσωπα σε αγίους οι οποίοι συμμετείχαν ενεργά στα γεγονότα αυτής της εποχής. Μάλιστα δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι για κάποιους από αυτούς τους αγίους έχουμε και περισσότερες της μίας βιογραφίας είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα που αναδεικνύει ακριβώς αυτήν την σκοπιμότητα και την αναγκαιότητα που προκύπτει να καταγραφούν και να κυκλοφορήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο η ζωή, η διδασκαλία, η δραστηριότητα, η εκκλησιαστική και θεολογική δραστηριότητα των αγίων που σχετίζονται με την οικονομαχία κατά την περίοδο αυτή. Έτσι λοιπόν έχουμε την αφητηρία της πιο παραγωγικής περίοδου για την βυζαντινία γεωλογία που θα μπορούσαμε να πούμε ότι ξεκινάει από τις αρχές του 8ου αιώνα, από το 1ο μισό του 8ου αιώνα μέσα από το έργο του σπουδαίου, ίσως του σημαντικότερου θεολόγου και πατέρα της εκκλησίας αυτής της περίοδου που υπερμάχησε για την τιμή των ιερών εικόνων αλλά και για πολλά άλλα σημαντικά σοβαρά θέματα και αναδείχθηκε σε έναν εξαιρετικά σημαντικό αντιαιρετικό συγγραφέα του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκενού και φτάνει αυτή η περίοδος της αθμής θα μπορούσαμε να πούμε καταλαμβάνει τρεις σχεδόν ολόκληρους αιώνες τον 8ο τον 9ο αλλά και τον 10ο αιώνα φτάνοντας ως την εποχή της βασιλείας του βασιλείου του δευτέρου του αποκληθέντος και βουργαροκτόμου. Στην περίοδο λοιπόν αυτή είπαμε ότι την αφητηρία της αθμής αυτής την συναντούμε στο έργο του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκενού αυτής της σπουδαίας θεολογικής μορφής που όχι μόνο έγραψε όπως είπαμε αντιαιρετικούς λόγους με τους οποίους υπερασπίστηκε την τιμή των ιερών εικόνων και καταδίκασε την διδασκαλία των οικονομάχων αλλά υπήρξε συγγραφέας και αρκετών αγιολογικών κειμένων στην κυρίως εγκομείων σε αγίους στην Αγία Βαρβάρα και σε άλλους αγίους και βέβαια είναι σημαντικό ότι στον Άγιο Ιωάννη του Δαμασκενού αποδίδεται και μια πάρα πολύ σημαντική αγιολογική διήγηση αυτής της περίοδου η οποία μάλιστα γνώρισε και μεταφράσεις και σε άλλες γλώσσες, στα αραδικά, στα γεωργιανά, ήδη κατά την περίοδο εκείνη που είναι η διήγηση περί των Αγίων Βαρλαάμ και Ιωάσα. Είναι αυτό το προσφυλές ανάγνωσμα το οποίο η νεότερη έρευνα τείνει να το αποδώσει στον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκενό και βέβαια μέσα από το συνολικό έργο του Αγιών του Δαμασκενού έχουμε μια ιδιαίτερη προβολή της τιμής των Αγίων όχι μόνο μέσα από τα εγκωμιαστικά αυτά κείμενα που μιμονεύσαμε, με το όνομα του Δαμασκενού δεν μας έχουν παραδοθεί κείμενα της βιογραφικού χαρακτήρα αλλά μόνο εγκωμιαστικά κείμενα. Γνωρίζουμε όμως ότι προβλήθηκε ιδιαίτερα η τιμή των Αγίων και μέσα από το υμνογραφικό του έργο το οποίο είναι επίσης πάρα πολύ σημαντικό δεδομένου ότι όπως γνωρίζουμε ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκενός υπήρξε ένας από τις σημαντικότερες μορφές υμνογράφων αυτής της περιόδου που μάλιστα διακρίνεται για το στοιχείο για μια σημαντική καινοτομία που επέρχεται στην υμνογραφία αυτής της περιόδου και είναι η μετάβαση από το παλαιότερο υμνογραφικό είδος που είναι το κοντάκιο στο νεότερο είδος το οποίο επινοείται, επινοήθηκε και χρησιμοποιήθηκε το οποίο είναι ο κανόνας και έτσι έχουμε λοιπόν την εποχή του τροπολογίου με τα διάφορα τροπάρια και του σχηματισμού των διαφόρων υμνογραφικών συθέσεων που χαρακτηρίζονται ως κανόνες. Για την περίοδο αυτή επίσης θα μπορούσαμε να αναφέρουμε και κάποιους μεμονωμένους συγγραφείς αγιολογικών κειμένων που είναι πάρα πολύ σημαντικά και ενδιαφέροντα τα έργα τους όπως είναι για παράδειγμα ο βίος του Αγίου Στεφάνου του Νέου που είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο σε ένα λειτουργεί με μία μορφή προτύπου για τα μεταγενέστερα κείμενα γραμμένο από τον Στέφανο τον Διάκονο, από τον Ιγνάτιο τον Διάκονο και βέβαια και πολλών άλλων πολλούς έχουμε αρκετούς άλλους βίους γραμμένους από μεμονωμένους συγγραφείς είτε της πρώτης όπως ονομάζεται περίοδος της οικονομαχίας είτε της δεύτερης περίοδος της οικονομαχίας εδωμένου ότι διακρίνεται όπως είπαμε σε δύο περιόδους με την δεύτερη περίοδο να είναι μικρότερη, να έχει μικρότερη χρονική διάρκεια αφού ξεκινά μετά την άνοδο στον αυτοκρατορικό θρόνο του Μιχαήλ του Β' του Τραβλού όπως επίσης και σημαντικό ας το πούμε κριτήριο χρονολογικό είναι και η συγκλήση της Εύδωνης Οικουμενικής Συνόδου ή δεύτερης Ελληνικέα Οικουμενικής Συνόδου το 787 που ασχολήθηκε αποκλειστικά με την αντιμετώπιση της οικονομαχίας και που γνωρίζουμε ότι στην Σύνοδο αυτή χρησιμοποιήθηκαν για να προβάλλουν και να τεκμηριώσουν την τιμή των ιερών εικόνων πολλές μαρτυρίες από όχι μόνο πατερικά κείμενα αλλά και από παλαιότερα αγιολογικά κείμενα και αυτό είναι ένα επίσης πάρα πολύ σημαντικό στοιχείο το γεγονός δηλαδή ότι επισέρχονται τα αγιολογικά κείμενα όπως είπαμε μέσα σε αυτή τη διαδικασία προβολής και ενίσχυσης της διδασκαλίας για την τιμή των ιερών εικών. Ο δεύτερος σημαντικός συγγραφέας από τον οποίο προέρχονται αρκετά αγιολογικά κείμενα επίσης εγκωμιαστικού χαρακτήρας μορφή εγκωμιαστικών λόγων κυρίως είναι ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης και είναι μάλιστα χαρακτηριστικό και αξίζει να πούμε εδώ ότι για τον Άγιο Θεόδωρο του Στουδίτη μας σώζονται από την περίοδο αυτή τρεις διαφορετικές βιογραφίες του, στοιχείο που επιμαρτυρεί την σπουδαιότητα του προσώπου του και του έργου του του Αγίου Θεοδωρος Στουδίτης ζει στα τέλη του 8ου και στο πρώτο μισό του 1ου αιώνα και εμπορίζουμε ότι υπήρξε συντάκτης αρκετών εγκωμιών μιας ομάδας εγκωμιαστικών λόγων γύρω στα 16 με 17 κείμενα τα οποία μάλιστα συναπετέλησαν και μία πρώτη συλλογή και αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα το οποίο θα πρέπει να τονίσουμε σε σχέση με το σχολιασμό με το έργο του Αγίου Θεοδωρού του Στουδίτη δηλαδή το γεγονός ότι κατά την περίοδο της δράσεώς του εφανίζονται για πρώτη φορά κάποιες συγκεκριμένες τάσεις στην αγιολογία. Οι τάσεις αυτές δεν έχουν την αφητηρία τους μόνο από το έργο του Αγίου Θεοδωρού του Στουδίτη και του στουδιτικού περιβάλλον αλλά είναι σημαντικό ότι καταγράφονται με μεγάλη ενάργεια στο σχετικό αυτό έργο του Στουδίτη και είναι χαρακτηριστικό για παράδειγμα ότι καταγράφεται η δημιουργία μιας πρώτης πανηγυρικής δίβλου, μιας πρώτης πανηγυρικής συλλογής. Έχουμε λοιπόν για πρώτη φορά την αναφορά σε μία, στον καταρτισμό συλλογών κατά την περίοδο αυτή, μια νέα τάση η οποία προκύπτει την εποχή αυτή και η οποία θα δούμε ότι στην διάρκεια του 9ου και όλου του 9ου και κυρίως του 10ου αιώνα συνδυάζεται και με κάποιες άλλες τάσεις μέσα στο χώρο της αγιολογίας με σημαντικότερη την μετάφραση των αγιολογικών κειμένων, της αγιολογικές μεταφράσεις. Έτσι λοιπόν για πρώτη φορά στο έργο του Αγίου Θεοδόρου του Στουδίτης συναντούμε μία τέτοια συλλογή και μάλιστα καταγράφεται και σε μία επιστολή του στην δεύτερη επιστολή του προς τον θείο του Πλάτωνα τον ηγούμενο της Μονής Σαπουδίου που αρχικά είχαν εγκαταβιώσει ως μοναχοί οι Στουδίτες αδερφοί ο Άγιος Θεόδωλος και ο Άγιος Ιωσήφ ο Στουδίτης ο ομολογητής καταγράφεται στα κείμενα στην επιστολή αυτή μία πολύτιμη αναφορά που έχει να κάνει με την συγκρότηση μία ολοκληρωμένη συγκρότηση συλλογών με μυνολογιακό χαρακτήρα και λέει ο χαρακτηριστικά ο Άγιος Θεόδωλος ο Στουδίτης στην επιστολή του αυτή ότι έγινε τόμοι έντευξης δια πολλών μαρτυρίων εν 12 δέλτης απογεγραμμένων αυτή η πληροφορία λοιπόν είναι μία πολύ σημαντική μαρτυρία που έρχεται να καταδείξει ότι έχουμε στην εποχή των Στουδιτών μία καθαρή πλέον καταγεγραμμένη παράδοση όπου τα μαρτύρια των παλαιωτέρων μαρτύρων των μαρτύρων της αρχαίας εκκλησίας έχουν ομαδοποιηθεί σε 12 δέλτους και ασφαλώς το γεγονός η πληροφορία αυτή μας οδηγεί εύλογα στην σκέψη και στο συντέρασμα ότι πρόκειται για 12 με μυνολογιακή διάταξη τόμους που περιείχαν όλα αυτά τα μαρτύρια των παλαιότερων μαρτύρων είναι λοιπόν αυτό ένα πολύ σημαντικό στοιχείο που μαρτυρείται στο έργο του Αγίου Θεοδόλου του Στουδίτη και ακριβώς αποτυπώνει αυτές τις αθετηριακές τάσεις για συγκρότηση συλλογών με μυνολογιακό χαρακτήρα δηλαδή κατακολουθίαν των μηνών του εκκλησιαστικού έτους από τον Σεπτέμβριο δηλαδή έως και τον Αύγουστο και βέβαια δεν θα πρέπει να μας διαφύγει ότι στην περίπτωση του Αγίου Θεοδόλου του Στουδίτη εκτός από τα εγκωμιαστικά αυτά κείμενα τα οποία έχουν πάρα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον που συγκροτούν στους εγκωμιαστικού λόγους που συγκροτούν την συλλογή αυτή την πανηγυρική συλλογή που του αποδίδουν οι βιογράφοι του ότι ο ίδιος σε κάποιες από τις κατηχύσεις της επιστολές του επίσης παρέχει πολύτιμο αγειολογικό υλικό και τα κείμενα αυτά θα μπορούσα να πούμε ότι επίσης καταγράφονται μεταξύ των αγειολογικών κειμένων δηλαδή κατηχύσεις του οι οποίες συμπεριλαμβάνονται από τους βολαντιστές στην κλίδα αυτή την αγειολογική στην βιβλιοθέκρα καγκιογράφικα Γκρέκα συμπεριλαμβάνονται μεταξύ των αγειολογικών κειμένων του Αγίου Θεοδόλου του Στουδίτη και μάλιστα κάποιες από αυτές τις κατηχύσεις του αναφέρονται και σε συγγενικά του πρόσωπα όπως είναι η μητέρα του και επομένως οι κατηχύσεις αυτές προσλαμβάνουν μια σαφή αγειολογική χρεία το ίδιο ασφαλώς συμβαίνει όπως είπαμε και με τις επιστολές του από τις οποίες αντλούμε πολύτιμα αγειολογικά στοιχεία και για πρόσωπα αυτής της περιόδου που γνωρίζουμε ότι τιμήθηκαν ως Άγιοι και που αποτελούν αποδέκτες επιστολών του Αγίου Θεοδόλου Στουδίτη που μας έχει σωθεί ένα από τα μεγαλύτερα επιστολάρια αυτής της περιόδου με περίπου σχεδόν 600 επιστολές που εκδόθηκαν πριν από μερικά χρόνια από τον καθηγητή Γεώργιο Φατούργων και από τις επιστολές αυτές διαπιστώνουμε ότι αντλούμε ένα πλήθος στοιχείων όπως αυτή η αναφορά που μνημονεύσαμε από τη δεύτερη επιστολή του σχετικά με τις συλλογές αυτές με μυνολογιακή διάταξη που είχαν συγκροτηθεί ή άλλες που σχετίζονται με τις αγιολογικές τάσεις και με τα τεκμήρια της αγιότητας που διαμορφώνανται κατά την περίοδο αυτή και υπερτονίζονται κατά την περίοδο αυτή όπως είναι για παράδειγμα η Μυροβλησία ως ένα έκτακτο φαινόμενο, ένα έκτακτο θαυμαστό φαινόμενο της Χάριτος του Θεού που ενεργεί μέσα από τα λείψανα και τους τάφους των αγίων και θέλει να καταδείξει ακριβώς την αγιότητα των ιερών λειψάνων η Μυροβλησία όπως επίσης και η ομολογία της πίστεως, η προσωνημία δηλαδή ομολογητής που παρέχεται κατά την περίοδο αυτή δεν είναι ένας γενικός χαρακτηρισμός ενδεκομένως μια αναφορά, μια αναγωγή στην Καινή Διαθήκη, στην χαρακτηριστική αναφορά του ίδιου του Χριστού στον Καταμαρθέον και στον Καταμάρκον Ευαγγέλιο περί της ομολογίας του ονόματος του, ως της ομολογής εμένει έμπροστον των ανθρώπων ομολογήσω κακό εναυτό έμπροστον του Πατρός μου του εν ορανής αλλά έχει να κάνει με την καθιέρωση ενός νέου ή με την επαναφορά ενός αγιολογικού κριτήριου δεδομένου ότι γνωρίζουμε πως η τάξη των ομολογητών εμφανίζεται ήδη από την εποχή των διωγμών στην Πρώτη Εκκλησία εδώ όμως οι ομολογητές προσλαμβάνουν ένα διαφορετικό χαρακτήρα και η ομολογία προσλαμβάνει ένα διαφορετικό περιεχόμενο αφού η ομολογία τους, η ομολογία της πίστεως δεν είναι απλά μία γενική ομολογία της πίστεως στο όνομα και στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού αλλά είναι μία ομολογία της ορθής πίστεως, είναι ομολογητές της ορθής πίστεως και η ομολογία τους αυτή κατατίθεται απέναντι όχι στους ειδωλολάτρες διόρκες τους αλλά απέναντι στους μη ορθοδόξους διδάσκοντες και λειτουργούντες αυτοκράτορες ή πατριάρχες Στην περίοδο αυτή μάλιστα είπαμε ότι ένας σημαντικός πόλος πνευματικής αντίστασης απέναντι στις μεφοδεύσεις των οικονομάχων ήταν ο μοναχισμός, ήταν σημαντικά μοναστήρια όπως η Μονή Στουδίου ή η Μονή Σακουβίων ως όπου βρίσκονταν παλαιότερα οι στουδίτες μοναχοί ή τα μοναστήρια στα μοναστικά κέντρα του Ολύμπου της Βηθυνίας ή στα άλλα μοναστικά κέντρα της Μικράς Ασίας στην δυτική πλευρά της Μικράς Αιτικής Σχεσσονήσου ακόμη και του Αγίου Όρους δεδομένου ότι για πρώτη φορά καταγράφονται την περίοδο αυτή καταγράφεται η συμμετοχή απεσταλμένων αγιοριτών μοναχών από το Άγιον Όρος στις ζυμώσεις αυτές όλες και στις συζητήσεις που γίνονται και εξελίσσονται σε συνοδικό επίπεδο δεδομένου ότι γνωρίζουμε ότι κατά την περίοδο αυτή συγκλήθηκαν σύνοδοι και μάλιστα συγκλήθηκαν και σημαντικές οικονομαχικές σύνοδοι όπως είναι η Σύνοδος της Ιέριας του 793 δηλαδή μετά την 7η Οικουμενική Σύνοδο της Νίκης του 787 ή αρκετά αργότερα όταν έχουμε την ανάκαμψη της οικονομαχίας επί Μιχαήλ του Δευτέρου όπως είπαμε επιλέοντας του Πέμπτου καταρχήν του Αρμενίου και στη συνέχεια του Μιχαήλ του Δευτέρου του Τραυλού όταν έχουμε την λεγόμενη Σύνοδο της Αγίας Σοφίας του 815 επίσης μια οικονομαχική σύνοδο της οποίας μάλιστα τον όρο της αποφάσεις της ανέρεσε με συστηματικό τρόπο ο τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεος ο Άγιος Νικηφόρος ο ονολογητής. Θα πρέπει να πούμε ότι οι βιογραφίες για συγχρόνους Αγίους και Αγίους που σχετίζονται με την οικονομαχία κατεξοχήν είναι μοναστικές βιογραφίες ωστόσο δεν απουσιάζουν και βιογραφίες Αγίων που προέρχονται από τον χώρο της πειμένου της Εκκλησίας και μάλιστα πρωτίστως Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως. Σώζεται ένας σημαντικός αριθμός βιογραφιών για ομολογητές Πατριάρχες όπως υπήρξε ο Πατριάρχης Ταράσιος που σχετίζεται με τη Σύγκληση της 7ης Οικουμενικής Συνόδου όπως είναι ο Πατριάρχης Νικηφόρος ο ονολογητής που αναφέραμε και ο Πατριάρχης Ιγνάτιος αργότερα ή και άλλοι Πατριάρχες που ο Μεθώδιος ο ονολογητής για τους οποίους γράφονται σημαντικές βιογραφίες τους. Και βέβαια γνωρίζουμε ότι τα κείμενα που γράφονται για τα πρόσωπα αυτά προέρχονται από πεπεδευμένους απολογίους βυζαντινούς εκκλησιαστικούς συγγραφείς για τον Πατριάρχη Ταράσιο ή και για τον Ωσιού Γρηγόριο τον Δεκαπολίτη που ζει την περίοδο αυτή. Γνωρίζουμε ότι είναι επώνυμα έργα που έρχονται από τη γραφίδα του Ιγνατιού του Διακόνου, ένας πολύ σημαντικού λογίου εκκλησιαστικούς συγγραφέας αυτής της περιόδου. Αναφέραμε τον Στέφανο του Διάκομου που συγγράφει τον εκτενή Ιβίω στον διάρκεια του 8ου αιώνα του Αγίου Στεφάνου του Νέου. Και βέβαια μας παραδίδονται και αρκετά επίσης κείμενα και άλλα επώνυμα κείμενα αυτής της περιόδου. Αξίζει να μνημονεύσουμε την περίπτωση του Αγίου Μεθοδίου του Ομολογητή στα μέσα του 1ου αιώνα. Μάλλον σε όλη τη διάρκεια, στο 1ο μισό του 1ου αιώνα, δεδομένου ότι ο Άγιος Μεθόδιος δεν σχετίζεται μόνο με την αναστήλωση των εικόνων που επίλθε και μέσα από την συγγραφία της σύνταξης του γνωστού μας Συνοδικού της Οπροδοξίας που αναγνώστηκε τότε. Αλλά είναι πολύ σημαντικό το ότι υπήρξε και ο ίδιος συντάκτης αρκετών αγιολογικών κειμένων με εγκωμιαστικό κυρίως περιεχόμενο. Και μάλιστα υπήρξε ο συντάκτης μιας εκτενούς αγιολογικής συλλογής που θα μπορούσαμε να πούμε ότι συμφείρει δύο διαφορετικές κατηγορίες κειμένων, δηλαδή τα εγκωμιαστικά κείμενα που έχουν πανηγυρικό χαρακτήρα, εγκωμιαστικό χαρακτήρα, ανήκουν στην εκπλησιαστική επιδεικτική ρητορική και που αναφερθήκαμε σε αυτά σε μια τέτοια συλλογή που μνημονεύεται για το ότι συγκρότησε ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης. Και βεβαίως η δεύτερη κατηγορία είναι η κατηγορία των μαρτυρολογίων γιατί ο ίδιος αναφέρεται ως συντάκτης ενός πανηγυρικομαρτυρολογίου. Λέει όπως μνημονεύσαμε, όπως σημειώσαμε στο πανηγυρικομαρτυρολόγιο όνομα, που ακριβώς δείχνει ότι έχουν ήδη διαμορφωθεί μικτές τάσεις στη συγγραφή των αγιολογικών κειμένων, όχι μόνον δηλαδή αποκλειστικών μαρτυρίων ή αποκλειστικά εγκωμιαστικών κειμένων, αλλά τάσεις στις οποίες θέλουν να συνδυάσουν την ιστορική διήγηση του μαρτυρίου με τον εγκωμιαστικό χαρακτήρα και εντάσσονται μέσα στην τυπολογία των αγιολογικών κειμένων, σε αυτό το είδος της τυπολογίας των αγιολογικών κειμένων που χαρακτηρίζεται ως μικτός τύπος. Είναι επίσης χαρακτηριστικό για το έργο του Αγίου Μεθαδίου ότι συμπεριέλαβε μεταξύ των έργων του αυτόν κείμενα για αγίους της Δύσεως, της Δυτικής Εκκλησίας, γιατί υπάρχει μια εύλογη εξήγηση για το θέμα αυτό που είναι το γεγονός ότι είχε εγκαταλείψει εξόριστο στην Κωνσταντινούπολη και κατέφυγε στη Ρώμη όπου παρέμεινε και όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται, σημειώνεται και από τον ίδιο και από άλλες πηγές, μπορέσε να χρησιμοποιήσει μια πολύ καλά οργανωμένη βιβλιοθήκη και με ελληνικά χειρόγραφα που υπήρχε στην Ρώμη και έτσι να εργαστεί συστηματικά για τη συγκρότηση μιας τέτοιας συλλογής. Στην περίοδο αυτή της οικονομαχίας είπαμε ότι εντάσσεται αυτή η προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν τα κείμενα τα γεωλογικά ως ένα όχημα μέσα από το οποίο θα διωχετευόταν στους αναγνώστες, στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, στο χριστιανικό αναγνωστικό κοινό, η ορθόδοξη παράδοση της πίστης προς τις ιερές εικόνες και της τιμής προς τα ιερά λείψανε και προς τους αγίους. Τι όμως η παράδοση, μπορούμε να πούμε ότι καταγράφεται με πιο συστηματικό τρόπο στη διάρκεια του 10ου αιώνα μετά το τέλος της οικονομαχίας, στην εξέλιξη αυτή που έχει η μεταικονομαχική αγιολογία και η οποία πλέον διακρίνεται για τη συστηματοποίηση αυτών των τάσεων, ιδιαίτερα των τάσεων της συλλογής και της μεταφράσεως. Όταν μιλούμε για μετάφραση θα αξίζει να πούμε δύο λόγια, ότι μιλώντας για μετάφραση δεν αναφερόμαστε στην γλωσσική μετάφραση κάποιων κειμένων, δηλαδή δεν χρησιμοποιούμε τον όρο με την σημερινή έννοιά του που δηλώνει ότι μεταφράζω ένα κείμενο, κυρίως ένα ξένο κείμενο από μία γλωσσική παράδοση σε μία άλλη, ούτε καν μόνο για μία παράφραση, για μία δηλαδή απόδοση διαφορετική της γλώσσας και του ύφους ενός κειμένου, που βέβαια υπάρχει αυτό το στοιχείο, το στοιχείο της θεολογικής, της γλωσσικής καλλιέργειας και της κυρίως της εξυψώσεως του γλωσσικού επιπέδου των αγιολογικών κειμένων σε μία περίοδο που διακρίνεται ιδιαίτερα για την εξύψωση την καλλιέργεια της γλώσσας, της ριτορικής και την εξύψωση του γλωσσικού επιπέδου των δυζαντινών συγγραφέων, αλλά κυρίως διακρίνεται η μετάφραση, η αγιολογική μετάφραση για την θεολογική επεξεργασία και θα μπορούσαμε να πούμε την θεολογική κάθαρση των αγιολογικών κειμένων. Το φαινόμενο των αγιολογικών μεταφράσεων, καταρχήν πρέπει να πούμε ότι μεταφράσεις έχουμε σε διάφορα είδη της βυζαντινής γραμματείας. Εμάς όμως μας ενδιαφέρουν εδώ οι αγιολογικές μεταφράσεις και θα πρέπει να πούμε ότι το στοιχείο αυτό των αγιολογικών μεταφράσεων το συναντούμε αρκετά πρώιμα, ήδη δηλαδή από τον 6ο αιώνα καταγράφονται με τα χαρακτηριστικά αυτά που περιγράψαμε αγιολογικές μεταφράσεις. Δηλαδή κείμενα τα οποία υφίστανται και μια γλωσσική επεξεργασία αλλά κυρίως μια θεολογική κάθαρση. Ίσως το πιο πρώιμο κείμενο είναι το μαρτύριο των αγίων Κυρίκου και Ιουλήτης. Είναι ένα κείμενο το οποίο μας έχει διασωθεί, μας είναι γνωστό και με ένα προήμιο στο οποίο καταγράφεται αυτή η προσπάθεια να αποκαθαρθεί το κείμενο του μαρτυρίου από τις νοθεύσεις της οποίας είχαν επιφέρει κάποιοι αιρετικοί και αυτό μας δίνει μια πολύτιμη μαρτυρία ότι δηλαδή οι διάφορες αιρετικές ομάδες επίσης καλλιεργούσαν την αγιολογία των δικών τους αγίων για να προβάλουν μέσα από την εξιστόρηση, τον εγκωμιασμό αυτών των προσώπων τις δικές τους θεολογικές αντιλήψεις. Γι' αυτό είναι ακριβώς το λόγο ο συντάκτης αυτού του κειμένου, ο συντάκτης του κειμένου αυτού για τους αγίους του μαρτυρίου των αγίων Κυρίπου και Ιουλίτης μνημονεύει τους ως πιθανούς νοθευτές αυτού του παλαιού μαρτυρίου των αγίων τους μανιχέους. Οι πιθανότατα κάποιοι μανιχέοι ήταν αυτοί οι οποίοι είχαν προκαλέσει αυτήν την νόθευση, είχαν προσθέσει στοιχεία από την διδασκαλία τους μέσα στο κείμενο και γι' αυτό ακριβώς το λόγο έκρινε σκόπιμο να ανασυστήσει στην ουσία και να ανασυνθέσει το κείμενο της βιογραφίας τους μέσα από μια θεολογική καταρχήν κάθαρση. Έτσι λοιπόν το φαινόμενο αυτό εξελίσσεται, μπορούμε να πούμε ότι εξελίσσεται στους μεταγενέστερους αιώνες και είναι πολύ χαρακτηριστικό δηλαδή ακόμη και σε κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου στον 61 το κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου καταγράφεται ακριβώς αυτή η τάση, η προσπάθεια που είχε καταβληθεί από ερετικούς να χρησιμοποιήσουν για την κυκλοφορία των θέσεών τους, της διδασκαλίας τους, τα αγιολογικά κείμενα και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο καταδικάζεται η ανάγνωση κάποιων αγιολογικών κειμένων, κάποιων παλαιότερων μαρτυρίων. Μεταξύ αυτών νημονεύεται το μαρτύριο των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης, είναι μια πληροφορία που προφανώς σχετίζεται με την επιστολή αυτή που έχουμε του Θεοδόρου, του Επισκόπου Ικωνίου προς τον Ζώσιμο και βεβαίως και ένα μαρτύριο του Αγίου Γεωργίου που χαρακτηρίζεται ότι σημειώνεται στον κανόνα αυτό της πενθέκτης ότι δεν θα πρέπει να αναγινώσκονται και ότι τα κείμενα αυτά είναι πάντοι απόβλητα διότι κάποιοι αιρετικοί τα νόθευσαν, τα είχαν νοθεύσει αιρετικοί την αιρετικές νοθεύσαντες κλπ. αποτελούσαν λοιπόν κείμενα τα οποία θα έπρεπε, των οποίων η ανάγνωση θα έπρεπε να αποφεύγεται. Έτσι λοιπόν έχουμε για το ζήτημα των αγιολογικών μεταφράσεων μια πολύ καθαρή, μια πολύ σαφή εικόνα ότι από την περίοδο αυτή, από τον 7ο αιώνα ιδίως και μετά πλέον και σε επίσημο επίπεδο τα αγιολογικά κείμενα χρησιμοποιήθηκαν αλλά και ελέγχθηκαν και για τις θεολογικές τους απόψεις. Και θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεδομένης της μεγάλης κυκλοφορίας που είχαν ιδιαίτερα κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο, κατά την περίοδο δηλαδή αυτή που εξετάζουμε τα αγιολογικά κείμενα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελούσαν, συνιστούσαν τα best sellers όπως έχουμε πει, τα κείμενα τα οποία γνώρισαν την πιο μεγάλη κυκλοφορία και κατά συνέπεια ήταν ευνόητο και εύλογο το να χρησιμοποιηθούν για να υπάρχει μια διάχυση είτε της ορθόδοξης διδασκαλίας και της ορθόδοξης θεολογίας είτε αντίστοιχα των ερετικών θέσεων κάποιων ομάδων. Στον 10ο αιώνα θα μπορούσαμε να πούμε ότι τις διάφορες τάσεις γνωρίζουν έναν συγκαιρασμό, συνδέονται στο πρόσωπο ενός συγγραφέα που θεωρείται ίσως ο πιο σημαντικός αγιολόγος του 10ου αιώνα και αυτός είναι ο Άγιος Σημεών ο Μεταφραστής. Ο Σημεών ο Μεταφραστής ζει στη διάρκεια του 10ου αιώνα, ο χρόνος ακμής του προσδιορίζεται κυρίως στις τελευταίες δεκαετίες του 10ου αιώνα, αποτελεί μια κυρίαρχη μορφή στο χώρο της βυζαντινής αγιολογίας, βεβαίως υφίστανται διάφορα προβλήματα ως προς την χρονολόγηση της ζωής του και ως προς τον προσδιορισμό των διαφόρων απτικών της ζωής του. Γνωρίζουμε ωστόσο ότι υπήρξε ένας διαπρεπής λόγιος και ότι είχε διατελέσει βυζαντινός αξιωματούχος με υψηλά αξιώματα, όπως το αξιώμα του λογοθέτη. Και αρκετές πληροφορίες αντρούμε για το πρόσωπο του Σημείον του Μεταφραστή από ένα πολύ σημαντικό έργο που γράφτηκε στις αρχές του 11ου αιώνα και είναι ένα εγκόμιο στο Σημείον του Μεταφραστή από τον Μιχαήλ Ψελό, αυτήν την κυρίαρχη μορφή λογίου φιλοσόφου του 11ου αιώνα. Ο Μιχαήλ Ψελός λοιπόν μας παραδίδει κάποιες πληροφορίες, δεν είναι ιδιαίτερα λεπτομερής ως προς τα βιογραφικά στοιχεία, επιμένει όμως κυρίως ως προς το ζήτημα της σπουδαιότητας των μεταφράσεων που διενήργησε ο Σημείον ο Μεταφραστής και η ομάδα του, το κύκλος των συνεργαστών του οι οποίοι εργάστηκαν και γνωρίζουμε ότι με ένα τέτοιο τρόπο συνεργασιών από ευρύτερες ομάδες συγκροτήθηκαν όλες αυτές οι συλλογές οι οποίες καταγράφονται την περίοδο αυτή όπως θα δούμε στην συνέχεια. Το αποτέλεσμα αυτής της εργασίας υπήρξε μια πολύτιμη μυνολογιακή συλλογή με εκτενοί κείμενα, με εκτενοί αγιολογικά κείμενα που μας είναι γνωστοί ως το μυνολόγιο του μεταφραστή, το μυνολόγιο του Σημείου μεταφραστή ή το μεταφραστικό μυνολόγιο. Έχουμε λοιπόν για πρώτη φορά συγκαιρασμό των δύο αυτών τάσεων που καταγράφονται από τους προγενέστερους αιώνες όπως ήταν τις τάσεις της μεταφράσεως των αγιολογικών κειμένων και τις τάσεις της συλλογής. Και το μεταφραστικό μυνολόγιο γνωρίζουμε ότι αποτελείται από 10 βιβλία, ότι αποτελέστηκε από 10 βιβλία που συνολικά περιέλαβαν 148 κείμενα. Είναι στη μορφή που μας έχουν σωθεί σε ένα πολύ μεγάλο αριθμό χειρογράφων που παραδίδουν τα χειρόγραφα αυτά όλο το μυνολόγιο του μεταφραστή ή πολλά από αυτά παραδίδουν ένα τμήμα του μυνολογίου εάν είναι τετραμηνιαίοι ή εξαμηνιαίοι ή αιτήσιοι μεταφραστές, αιτήσια δηλαδή μυνολόγια. Αυτό το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό και θα πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι τα κείμενα αυτά έχουν εκτενή μορφή, έχουν εισέλθει για παράδειγμα υπομνήματα, υπομνήματα κυρίως με τη βιογράφηση των Αποστόλων ή άλλων προσώπων της πρώτης περιόδου της ζωής της ιστορίας της εκκλησίας. Είναι πιο αναλυτικά και πιο διεξοδικά τα κείμενα τα οποία περιέχονται για τους τέσσερις πρώτους, τους τέσσερις χειμερινούς μήνες. Συνολικά είναι 122 τα κείμενα αυτά, ενώ περιορίζονται στιτά στους επόμενους μήνες. Η ερμηνεία που έχει προταθεί για αυτή την ανισομέρεια στα κείμενα του μεταφραστικού μυνολογίου έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο σημανών μεταφραστής έπεσε σε δυσμένια κατά την περίοδο της βασιλείας του Βασιλείου του Δευτέρου, που επίσης, όπως θα δούμε, είναι ένας πολύ σημαντικός αυτοκράτουρας, όχι μόνο λόγω των σπουδαίων στρατιωτικών επιτυχιών του, αλλά και ως προς το σκέλος της προωθήσεως του πολιτισμού, των πολιτισμικών αγαθών του Βυζαντίου και της καλλιέργειας του πολιτισμού μέσα στο χώρο του Ιερού Παλατίου, των αυτοκρατορικών ανακτόρων. Και η ερμηνεία λοιπόν αυτή κυρίως αποδίδει σε αυτή τη δυσμένια το γεγονός ότι το έργο δεν ολοκληρώθηκε με τον τρόπο που προφανώς θα επιθυμούσε να ολοκληρωθεί. Ο συνον μεταφραστής παρέμεινε πιο ατελές στους τελευταίους μήνες, ιδίως στους στερινούς μήνες και βέβαια δεν κυκλοφόρησε το έργο αυτό κατά την περίοδο κατά την οποίαν συγκρογήθηκε. Δηλαδή δεν έχουμε κυκλοφορία σε χειρόγραφο αυτού του έργου του τέλους του 10ου αιώνα, αλλά σε χειρόγραφο του 11ου αιώνα μετά το τέλος της βασιλείας του βασιλείου του δευτέου. Έτσι λοιπόν αντιλαμβανόμαστε ότι το μυνολόγιο και το μεταφραστικό δικαιώθηκε αυτή η προσπάθεια από τους επόμενους αυτοκράτορες και γι' αυτόν τον λόγο το σύνολο των παλαιότερων χειρογράφων χρονολογούνται από τον 11ο αιώνα και μετά όταν πλέον διαπιστώνουμε ότι πραγματικά ότι το μεταφραστικό μυνολόγιο επισέρχεται και στα καθημερινά αναγνώσματα των διαφόρων μοναστηριών με χαρακτηριστικότερη περίπτωση για τον 10ο αιώνα, που θα αξίζει να αναφέρουμε την περίπτωση της Μονής Ευεργέτηδος, το πρώτο σημαντικό μοναστηριό που ιδρύεται κατά την εποχή αυτή στην Κωνσταντινούπολη από τον Παύλο, τον ιδρυτή της και πρώτοι ο ηγούμενος της Μονής Ευεργέτηδος που συγκροτούνται στο πλαίσιο λειτουργίας αυτής της Μονής σημαντικές συλλογές όπως είναι η Συναγωγή των Αγίων Πατέρων που είναι ο γνωστός Ευεργετηνός που χρησιμοποιεί ένα μεγάλο αριθμό αποσφασμάτων από το μεταφραστικό μυνολόγιο ή το γεγονός ότι στο λειτουργικό τυπικό της Μονής Ευεργέτηδος, που είναι ένα εξαιρετικά σπάνιο τυπικό γιατί διασώζει τη μνία των κειμένων και των αγιολογικών και των νυμνογραφικών που περιλαμβάνονταν στις ακολουθίες στην ενιάυσια λατρεία της λειτουργικής πράξης αυτής της Μονής σημειώνει πάρα πολύ συχνά αναγνώσματα τα οποία προέρχονται από κείμενα του μεταφραστικού μυνολογίου έτσι μπορούμε να πούμε ότι στην διάρκεια του 11ου αιώνα δικαιώνεται η δημιουργία αυτού του πολύ σημαντικού μυνολογίου, του μεταφραστικού μυνολογίου. Θα πρέπει να πούμε για να ολοκληρώσουμε την πολύ σημαντική αυτήν την περίοδο του 10ου αιώνα ότι εκτός από τις σχεδόν 85-90 βιογραφίες, εκτενείς βιογραφίες που μας έχουν παραδοθεί μια σημαντική δημιουργία, ένα σημαντικό στοιχείο αυτής της περίοδου είναι ότι έχουμε τη δημιουργία των πρώτων μεγάλων συναξαριακών συλλογών και μυνολογιακών όπως ήταν με το μυνολόγιο του σημεών του μεταφραστή αλλά πρωτίστως έχουμε τη δημιουργία μιας επίσημης συναξαριακής συλλογής που χρονολογείται στο 2ο μισό του 1ου αιώνα και κυρίως στη διάρκεια του 10ου αιώνα από κάποιες σωζόμενα χειρόγραφα που ανήκουν σε αυτήν την εποχή και που γνωρίζουμε ότι στην συναξαριακή αυτή συλλογή καταγράφηκαν οι μνείες όχι μόνο των αγίων που τιμόνταν από την εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως αλλά και η ορτολογική μνία των αγίων διαφόρων περιοχών ακόμη και περιοχών που είχε απολέσει, επαρχιών που είχε απολέσει το βυζαντινό κράτος όπως ήταν οι ανατολικές του επαρχίες στην Παλαιστίνη, στη Συρία ακόμη και στην Αίγυπτο έχουμε τεκμήρια τα οποία επιβεβαιώνουν ότι συγκροτήθηκαν τέτοιες ότι υπήρξε μια προσπάθεια συστηματική για να εμπλουτιστεί κατά τη συγκρότησή της αυτή η συλλογή με τις λειτουργικές μνείμες των αγίων όλων των περιοχών όπου ενδιαταβιούσαν οι ορθόδοξοι χριστιανοί η συλλογή αυτή μας είναι γνωστή ως συναξάριο της εκκλησίας της Κωνσταντινού Πόλεως έχει εκδοθεί στις αρχές του 20ου αιώνα σε μια υποδειγματική κριτική έκδοση και έχει καταδείξει από τον πλούτο των χειρογράφων το πόσο μεγάλη κυκλοφορία γνώρισε το συναξάριο της εκκλησίας της Κωνσταντινού Πόλεως από τον 10ο αιώνα ιδίως και μετά με σύντομε συναξαριακές δουλειές ή εκτενέστερα συναξαριακά υπομνήματα για όλους τους αγίους του εκκλησιαστικού έτους εκείνο το οποίο πρέπει να σημειώσουμε μόνο για το συναξάριο της εκκλησίας της Κωνσταντινού Πόλεως είναι καταρχήν ότι σήμερα βέβαια για τεχνικούς λόγους έχει διακριθεί από μία άλλη συλλογή που έχει αγιολογικό επίσης ενδιαφέρον το τυπικό της μεγάλης εκκλησίας πρέπει να πούμε ότι σε μία παράδοση του κειμένου του συναξαρίου της εκκλησίας Κωνσταντινού Πόλεως οι δυο αυτές σήμερα εκδομένες χωριστά συλλογές συναξάριο εκκλησίας Κωνσταντινού Πόλεως δηλαδή και τυπικό μεγάλης εκκλησίας το τυπικό δηλαδή της Αγίας Σοφίας θα μπορούσαμε να πούμε της Κωνσταντινού Πόλεως μας έχουν εκδοθεί και εφανίζονται να παραδίδονται χωριστά ωστόσο έχουμε παράδοση του κειμένου στην ενιαία μορφή του δηλαδή και με τις εορτολογικές μνείες και τα συναξαριακά υπομνήματα αλλά και με τις τυπικές διατάξεις της εορτής αυτών των Αγίων της καθημερινής, της καθημέρα λατρείας με τροπάρια, μνήια τροπαρίων του Εσπερινού ή του Όρθρου των ακολουθιών, δηλαδή των βασικών ακολουθιών του νυχτιμέρου στην ενότητα αυτή ως μία ενότητα δηλαδή των δυο αυτών διαχωρισμένων στην εκδοτική πράξη συλλογών. Το συναξαριακό της Εκκλησίας Κοστινοπόλου υπήξε θα μπορούσαμε να πούμε ένα έργο καθοριστικής σημασίας και τούτο διότι σε όλους τους μεταγενέστερους αιώνες σε όλες τις περιοχές, αποτέλεσε τον κανόνα των οποίων ακολούθησαν όλες οι τοπικές εκκλησίες ακόμη και οι σλαδικές εκκλησίες και οι εκκλησίες δηλαδή που δημιουργήθηκαν μετά την μεσοβυζαντινή περίοδο από την εποχή αυτή, από τον 1ο αιώνα μέσα από το σημαντικό ιεραποστολικό έργο των Αγίων Κυρίλου και Μεθοδίου και των μαθητών τους και απλά αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι σε τοπικό επίπεδο ο κορμός ηρακοκαλιά αυτή του Συναξαρίου της Εκκλησίας Κωνσταντινωπόλεως εμπλουτίστηκε με τις μνήμες κάποιων τοπικών Αγίων. Έτσι λοιπόν μας είναι χρήσιμες και οι τοπικές παραλλαγές παραλλαγές του Συναξαρίου του Κωνσταντινωπόλεως που μας δίνουν μια παράδοση εορτολογική κάποιων συγκεκριμένων περιοχών όπως είναι για παράδειγμα η κατοιταλική παράδοση του Συναξαρίου του Κωνσταντινωπόλεως με μνήμες των Βυζαντινών Αγίων της Κάτω Αιταλίας, της Σικελίας, της Καλαβρίας και των άλλων εκεί γειτονικών περιοχών ή η μικρασιατική παράδοση και ούτω καθεξής. Μας επιστήμονε σήμερα που ασχολούνται ειδικά, μελετούν ειδικά το Συναξάριο του Κωνσταντινωπόλεως και τις Εκκλησίες του Κωνσταντινωπόλεως και τη χειρόρφη παράδοση του έχουν καταλήξει σε διάφορες ομάδες, οικογένειες όπως ονομάζονται, χειρογράφων και υπό ομάδες χειρογράφων μέσα σ' αυτές τις ευρύτερες οικογένειες και έτσι έχουμε σήμερα μια πληρέστερη εικόνα για το πώς εξελίχθηκε αυτή η πολύ σημαντική Συναξαριακή Συλλογή που διαδραμάτισε πάρα πολύ σημαντικό ρόλο, επαναλαμβάνω, σε όλη τη μεταγενέστερη πορεία της Αγιολογίας και κατά τη Βυζαντινή αλλά και κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο. Αυτό το οποίο ίσως αξίζει να μνημονεύσουμε σε σχέση με το Συναξάριο της Εκκλησίας Κωνσταντινωπόλεως είναι ότι απετέλεσε τη βάση και για τη νεότερη και πιο γνωστή σε εμάς Συναξαριακή Συλλογή που είναι ο Συναξαριστής των 12 μηνών του 19ου που επεξεργάστηκε και εξέδωσε ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιωρήτης. Για την ακρίβεια εξέδωσαν οι κληρονόμοι του Αγιού Νικόδημου του Αγιωρήτη. Ο ίδιος είχε κοιμηθεί 10 χρόνια πριν από την έκδοση αυτού του σπουδαίου έργου που ονομάζεται Συναξαριστής των 12 μηνών του 19ου. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιωρήτης χρησιμοποίησε χειρόγραφους συναξαριστές όπως αναφέρει χειρόγραφα που παρέδιδαν το Συναξάριο της Εκκλησίας Κωνσταντινωπόλεως από διάφορες Αγιωρήτηκες Βιβλιοθήκες και προτίστους από δύο χειρόγραφα από την Βιβλιοθήκη της Μονής Παντοκράτορος αφού ο ίδιος ήταν εξαρτηματικός μοναχός της Μονής Παντοκράτορος ζώντας για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στην Παντοκρατορινή Καψάλα και εργαζόμενος και στη Βιβλιοθήκη της Μονής Παντοκράτορος αλλά και άλλων μοναστηριών, μνημονεύει χειρόγραφα της Μονής Ιουνησίου, της Μονής Ιβίρων, της Μονής Κουτλουμουσίου, της Μονής Βατοπεδίου τα οποία χρησιμοποιήθηκαν από τον ίδιο για να διορθώσει τον παλαιότερο έντυπο Συναξαριστή που ήταν αυτός του Μαξίμου του Μαργουνίου και να τον εμπλουτίσει με περισσότερα στοιχεία και βέβαια διαπιστώνουμε ότι από τον 11ο αιώνα και μετά το Συναξάριο της Εκκλησίας Κωνσταντινωπόλεως μπορούσαμε να πούμε εμπλουτίζεται και με τα αγιολογικά επιγράμματα τα οποία είχαν ήδη συνταχθεί στην εποχή αυτής τον 11ο αιώνα από τον Χριστόφορο τον Ιτιλινέο αυτόν τον σπουδαίο, τον σημαντικότερο ίσως ποιητή βυζαντινό ποιητή του 11ο αιώνα αλλά και από άλλα επιγράμματα. Προσθήθεται λοιπόν πριν από τα Συναξάρια και αυτά τα αγιολογικά ιερά θα μπορούσαμε να πούμε επιγράμματα. Το πόσο σημαντικό υπήρξε και το πόσο μεγάλη αποδοχή και απίχηση είχε η συλλογή αυτή φαίνεται το Συναξάριο του Κωνσταντινωπόλεως φαίνεται από το γεγονός ότι ακόμη και σε μια συλλογή που δημιουργημένα ένα μέρος της μόνο απόσπασματικά μας έχει σωθεί αλλά είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό έργο το μυνολόγιο του Βασιλείου του Β' που σώζεται σε ένα σπουδαίο χειρόγραφο της Βατικανής Βιβλιοθήκης το 1618. Διαπιστώνουμε ότι στο μυνολόγιο του Βασιλείου του Β' δεν έχουμε τη μορφή που συναντούμε στο μυνολόγιο του σημαίνου μεταφραστή δηλαδή τη χρήση εκτωάν υπομοιμάτων αλλά έχουμε τη χρήση του συναξάριου της Εκκλησίας Βουστινοπόλεως σε μια οικογένεια αυτού του συναξαρίου. Έτσι λοιπόν ένα μυνολόγιο, ένα συναξάριο χαρακτηρίζεται μυνολόγιο και βέβαια διακοσμείται με έναν εξαιρετικό μοναδικό τρόπο όπως είναι αυτός με τον οποίο μας παραδίδεται το μυνολόγιο του Βασιλείου του Β' σε κάθε σελίδα του οποίου υπάρχει το κείμενο του συναξαρίου της ημέρας αλλά υπάρχει και μια καταπληκτική εξαιρετική τεχνοτροπία μικρογραφία με απεικόνιση από τον Άγιο ο οποίος θεωτάζει την κάθε ημέρα. Στην συνέχεια κατά τον 11ο και τον 12ο αιώνα η αγιολογία προσδιορίζεται, χαρακτηρίζεται για μια περίοδο υφέσεως. Θεωρείται ότι υπάρχει μια ύφεση της αγιολογίας κατά την περίοδο αυτή. Στην πραγματικότητα μπορούμε να πούμε ότι η ύφεση αυτή αντικατοκτρίζει κυρίως την μίωση του αριθμού των παραγόμενων αγιολογικών κειμένων σε σχέση με την μεγάλη έξαρση που γνώρισε η συγγραφή και η παραγωγή γενικότερα αγιολογικών κειμένων κατά την περίοδο που είχε προηγηθεί. Δηλαδή κατά την περίοδο από την αρχή της οικονομαχίας ως το τέλος όπως είπαμε της λαμπρίς αυτής περίοδου του 10ου αιώνα που μας είναι γνωστή σε πνευματικό επίπεδο, στο επίπεδο της παιδείας και του πολιτισμού ως ο δεύτερος, ως η περίοδος της βυζαντινής αναγέννησης του βυζαντινού ουμανισμού, του βυζαντινού εγκυκλοπεδισμού. Δεδομένου ότι έχουμε μια συστηματική τάση συγκροτήσεων συλλογών με πρωτοβουλία μάλιστα των βυζαντινών αυτοκρατόρων δηλαδή και του Λέοντα του 6ου και του γιού του, του Κωνσταντίνου του 7ου του πορφυρογενήτου κυρίως, στο όνομα του οποίου μας έχουν σωθεί οι περισσότερες τέτοιες σχετικές συλλογές αλλά αργότερα και από τον Βασίλειο τον 2ο και από άλλους αυτοκράτορες γιατί μας έχουν σωθεί επίσης κατά την περίοδο του 11ου αιώνα μας έχουν σωθεί και πολύ σημαντικά ανώνυμα αυτοκρατορικά μυνολόγια τα οποία σώζονται επίσης σε κάποια μεμονωμένα χειρόγραφα με αυτοκρατορική προέλευση. Με προέλευση από την βιβλιοθήκη των αυτοκρατορικών ανακτόρων στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι λοιπόν ο 11ος και ο 12ος αιώνας χαρακτηρίζεται ως μία περίοδος ύφεσης και κάμψης της αγιολογίας παρά ταύτα διαπιστώνουμε ότι και νέα κείμενα εξακολουθούν να γράφονται για συγχρόνους αγίους θα μνημονεύσω ενδεικτικά τον βίο του ωσίου Νίκονος του Μετανοήτη αυτής της σημαντικής μορφής του τέλους του 10ου και των αρχών του 11ου αιώνα με το σπουδαίο ιεραποστολικό έργο στον ελλαδικό χώρο και στην Πελοπόννησο του Αγίου του Οσίου Λαζάρου του Γαλισιώτη του 12ου αιώνα ή του Αγίου Λουκά που είναι ακριβώς στο ίδιο μετέχμηλο του Αγίου Λουκά του Σπυριώτη στο μετέχμηλο του 10ου με το 11ο αιώνα όταν γράφεται το κείμενο αυτό και πολλά άλλα κείμενα που θα μπορούσαμε να μνημονεύσουμε τα οποία επιβεβαιώνουν ότι εξακολουθούν οι συγγραφείς κάποιων αγιολογικών κειμένων να θεωρούν αναγκαία τη βιογράφηση νέων αγίων παρά το γεγονός ότι κατά την περίοδο αυτή έχουμε κυρίως μια σοβαρή κάμψη και ένα σοβαρό προβληματισμό ως προς την δυνατότητα αναδείξεως νέων αγίων Οι νεότερες έρευνες έχουν δείξει ότι το στοιχείο αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι έχει προηγηθεί η συγκρότηση των μεγάλων αγιολογικών και συναξαριακών και μυνολογιακών συλλογών Επομένως θα μπορούσαμε να ακούμε μια αποκριστάλωση του βυζαντινού εορτολογίου και κατά δεύτερο λόγο με το γεγονός ότι σε θεωρητικό επίπεδο εκφράζεται ένας έντονος προβληματισμός για το εάν μπορούν πλέον στην έσχατη αυτή εποχή να αναδειχθούν νέοι άγιοι Αυτό το στοιχείο προβάλλεται ιδιαίτερα σε ένα εξαιρετικό κείμενο που θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ότι είναι το σημαντικότερο αγιολογικό κείμενο του 11ου αιώνα και αυτό είναι ο βίος του Αγίου Σημεών του Νέου Θεολόγου που γράφεται κατά την περίοδο αυτή από τον μαθητή του Νικήτα τον Στιθάτο Ο βίος του Αγίου Σημεών του Νέου Θεολόγου μας δίνει πλούσιο αγιολογικό υλικό δεδομένου ότι εξετάζει και ασχολείται με ένα ζήτημα που αφορά την καρδιά αυτού του προβλήματος δηλαδή το ζήτημα της τιμής του πνευματικού πατέρα του Αγίου Σημεών του Νέου Θεολόγου, του Σημεών του Στουδίτη ή Σημεών του Ευλαβούς, τον οποίον τιμούσε στο μοναστήρι του Αγίου Σημεών ο Νέος Θεολόγος και γέννησε τον φθόνο και την αντίδραση κάποιων εκκλησιαστικών προσώπων στην Κουστατινούπολη που οδήγησε τελικά στην καταδίκη και στην εξωρία, την προσωρινή εξωρία του Σημεών του Νέου Θεολόγου από τη μονή του εξαιτίας ακριβώς αυτής της τιμής ενός νέου Αγίου. Έχουμε λοιπόν μια πολύ σημαντική συζήτηση και μια ζήμωση γύρω από το ζήτημα αυτό που καταγράφεται σε πάρα πολλά κείμενα. Καταρχήν στα ίδια τα κείμενα του Αγίου Σημεών του Νέου Θεολόγου όπως είναι για παράδειγμα οι κατηχήσεις του. Στις κατηχήσεις του συχνά κάνει λόγο για την ανάδειξη, την αναγκαιότητα αναδείξεως και τιμής και των νέων Αγίων και την επισήμανση ότι η ανάδειξη νέων Αγίων καταδεικνύει το γεγονός ότι ενεργεί η Χάρη του Θεού και το Άγιο Πνεύμα μέσα στην Εκκλησία και έτσι χαριτώνει και νέα πρόσωπα και τα αναδεικνύει ως φίλους του Θεού και ως μεσήτες των μελών της στρατευόμενης Εκκλησίας προς τον Θεό. Αλλά επίσης μέσα από τα κείμενα αυτά καταπολεμείται και αυτή η αντίληψη που υπήρχε και σε κάποιους επισιαστικούς χώρους στην Κωνσταντινούπολη. Αναφέρεται μας είναι γνωστός και μνημανεύεται ο πρώην σύγγελος του Πατριαρχείου ο Μητροπολίτης Νικομυδίας Στέφανος ο οποίος ήταν ένα πρόσωπο που υποκίνησε αυτήν όλη την πολεμική εναντίον του Αγίου Συμμανού του Νέου Θεολόγου αλλά και το γεγονός ότι ο ίδιος προβληματισμός ως προς την μη δυνατότητα μιας σωστικής και υπέρ αισθητής παρεμβάσεως των Αγίων υπέρ τον ενζωή χριστιανών καταγράφεται ακόμη και σε φιλοσοφικό επίπεδο ιδιαίτερα από έναν σπουδαίο δυζαντινό φιλόσοφο αυτής της εποχής τον Ιωάννη τον Ιταλό. Είναι χαρακτηριστικό ότι τελικά η Εκκλησία καταδίκασε αυτήν όλη την προσπάθεια που καταβλήθηκε να περιοριστεί σε θεωρητικό πλαίσιο η ανάδειξη των νέων Αγίων να θεωρηθεί ότι δεν είναι αδύνατο όπως σημειώνει ο Νικήτας ο Στιθάτος σε ένα πολύ σημαντικό έργο του που φέρει το τίτλο λόγος κατά Αγιοκατηγόρων να περιοριστεί η αντίληψη η οποία υπήρχε σε κάποιους κύκλους εκκλησιαστικούς όπως είπαμε και φιλοσοφικούς ότι είναι αδύνατον εντί η μετέρα γενεά των ανθρώπων αναδειχθείν εις ύψος αγιότητος των ερούμενων αθλείσεων αριθείς κτλ. ότι ήταν παντελώς αδύνατο να αναδειχθούν νέοι Άγιοι έτσι λοιπόν προβάλλονται και στην εποχή αυτή νέοι Άγιοι και προβάλλονται σε όλην αυτήν την περίοδο ως και στην εποχή της αναδείξεως των Αγίων του 11ου του 12ου αλλά και των μετέπειτα αιώνων με τα ονόματα των Αγίων συμπληρώθηκε ο εορτολογικός κύκλος της Βυζαντινής Εκκλησίας έτσι λοιπόν στην εποχή αυτή στο 11ο και στο 12ο αιώνα έχουμε αφενός με τη συνέχιση της συγγραφής νέων πρωτότυπων βιογραφιών ταυτόχρονα έχουμε και μια εξιδίκευση και μια εξήψωση της προσπάθειας της γλωσσικής επεξεργασίας των αγιολογικών κειμένων με μεγαλύτερη καλλιέργεια των αγιολογικών μεταφράσεων μας σώζονται πολλές αγιολογικές μεταφράσεις από τον 11ο και τον 12ο αιώνα και κατεξοχή με την προσπάθεια να ανιψωθούν στο ανώτερο επίπεδο γλωσσικό και υφολογικό επίπεδο τα αγιολογικά κείμενα μέσα από μια ρητορική και γλωσσική επεξεργασία τους όπως αυτή καταγράφεται ιδιαίτερα στη διάρκεια του 12ου αιώνα μέσα από τους λογίους αυτής της περιόδου και θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ως την πιο εξέκουσα περίπτωση στην περίπτωση του Αγίου Ευσταθείου Θεσσαδονίκης αυτού του μεγάλου σχολιαστή του Ομύρου κατά την εποχή αυτή και των άλλων κλασικών έργων όπως ήταν ο Διονύσιος ο Περιηγητής ή ο Πίνδαρος και ο οποίος στο θεολογικό του έργο προσπάθησε ακριβώς να προσδώσει αυτό το υψηλό υφολογικό και γλωσσικό επίπεδο στα κείμενά του. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην περίοδο αυτή στον 11ο και στο 12ο αιώνα την περίοδο της ύφεσης όπως συνήθως χαρακτηρίζεται η περίοδος αυτή της αγιολογίας έχουμε κατουσίαν ανάπτυξη και των πρωτότυπων αγιολογικών συγγραφών αλλά και των νέων τάσεων που σχετίζονται όπως είπαμε με την γλωσσική επεξελδασία ακόμη δε και με την καλλιέργεια των συλλογών και της αγιολογίας και σε διάφορα περιφερειακά κέντρα και όχι μόνο στην Κωνσταντινούπολη. Είναι χαρακτηριστικό ότι αγιολογικά και εμένα συγγράφονται και στη Θεσσαλονίκη αλλά και στη Σικελία όπου έχουμε μια σημαντική παραγωγή και αντιγραφή αγιολογικών χειρογράφων στα αντιγραφικά εργαστήρια των βυζαντινών μονών της Κάτω Ιταλίας αλλά ακόμη και στην Κύπρο που είναι θα μπορούσαμε να πούμε ένας χώρος που βρίσκεται στο μεθόριο στις ασχατιές της βυζαντινής αυτοκρατορίας κατά την περίοδο αυτή και όπου γνωρίζουμε ότι πριν την έναρξη της φραγκοκρατίας ακριβώς αυτό το μετέχνιο δηλαδή στο τέλος της βυζαντινής περιόδου της ιστορίας της Κύπρου και στην έναρξη της φραγκοκρατίας στην Κύπρο δηλαδή στο τέλος του ενδέκατου και στις αρχές του δωδέκατου αιώνα, κατά τη διάρκεια του δωδέκατου αιώνα έχουμε τη συγκρότηση μιας πολύ σημαντικής συλλογής από μια κυρίαρχη φυσιολογία στην Κυπριακή θεολογία και στην Κυπριακή παράδοση της περίοδο αυτής που είναι ο Άγιος Νεόφυτος Έγκλιστος που γνωρίζουμε ότι αυτός ο ψημαθής μοναχός παρήγαγε ένα πολύ σπουδαίο θεολογικό έργο που μας είναι γνωστό και προσιτώ σήμερα μέσα από την καινούργια κρητική έκροση σύνολου του συγγραφικού έργου του Αγίου Νεοφύτου του Εγκλίστου και που γνωρίζουμε ότι στο πλαίσιο αυτής της συγγραφικής του δραστηριότητας ο Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλιστος παρήγαγε μία σπουδαία πανηγυρική συλλογή, μία πανηγυρική βίβλο που ένα τμήμα της μας έχει σωθεί με 30 κείμενα με πάρα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον δεδομένου ότι στα κείμενα αυτά δεν συναντούμε μόνο αναφορές σε Αγίους της βυζαντινής αιωρτολογικής παράδοσης και αγιολογικής παράδοσης σίγουρα οι σημαντικότεροι πηγοί παραμένουν τα κείμενα του αιωρτολογικού κύκλου της Κωνσταντινου Πόλεως αλλά προστίθενται όπως είπαμε ότι συμβαίνει και με τις τοπικές παραδόσεις στο συναξάριο του Κωνσταντινου Πόλεως και σε αυτήν την πανηγυρική βίβλο που συντάσσει ο Άγιος Νεόφυτος. Προστίθενται και κείμενα για Αγίους της Κυπριακής Αγιολογίας για πρόσωπα, για Αγίους οι οποίοι θα μας ήταν, εάν δεν είχαμε αυτήν τη συλλογή, παντελώς άγνωστοι δομένου ότι για κάποιους από αυτούς αποτελεί μοναδική πηγή η συγκεκριμένη πανηγυρική του Αγίου Νεοφυτού του Εγκλίστου. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι στην παράδοση αυτή συμπεριλαμβάνεται, εξακολουθεί και κατά τον 12ο αιώνα να συνεχίζεται η τάση της συλλογής των συλλογών των αγιολογικών κειμένων, των αγιολογικών συλλογών, μυνολογιακών και πανηγυρικών συλλογών που περιλαμβάνουν κείμενα τα οποία ασφαλώς, τουλάχιστον για τις πανηγυρικές συλλογές γνωρίζουμε ότι αναγινόσκονταν κατά της πανηγύρης των μονών ή και των εκκλησιών μέσα στον κόσμο, των μεγάλων εκκλησιών της πόλης, στα αστικά κέντρα του Βυζαντίου που περιλαμβάνουν κείμενα της τοπικής αγιολογικής παραδώσεως. Κάτι ανάλογο συναντούμε και στη Θεσσαλονίκη όταν καθ' όλη αυτή την περίοδο του 11ου και του 12ου αιώνα έχουμε μια συνέχιση της συγγραφής αγιολογικών κειμένων κυρίως για τον μεγαλύτερο άγιο της Θεσσαλονίκης, για τον προστάτη της Θεσσαλονίκης τον Άγιο Δημήτριο και τη συγκρότηση σχετικών νέων συλλογών με τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου κατά την περίοδο αυτή όπως είναι η χαρακτηριστική συλλογή του Νικίτα του Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Σε όλη αυτή την περίοδο μπορούμε να πούμε ότι από τον 10ο και στη συνέχεια στο 11ο και στο 12ο αιώνα συναντούμε σημαντικές αγιολογικές μορφές όπως είναι ο Νικίτας Δαβίδ Παφλαγών στη διάρκεια του 10ου αιώνα αυτός ο σπουδαίος πρόδρομος του αγιολογικού έργου που στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε από τον Σιλιόν τον Μεταφραστή και τους συνεργάτες του και που το έργο του δουλεύουμε ότι χρησιμοποιήθηκε εν μέρη από τον Σιλιόν τον Μεταφραστή, τον Μιχαήλ Ψελό με τα σπουδαία αγιολογικά έργα του και τους πανηγυρικούς του λόγους κατά την περίοδο αυτή, τον Ευστάθη Θεσσαλονίκης που μνημονεύσαμε και αρκετούς άλλους επώνυμους συγγραφείς αυτής της περίοδου όπως είναι για παράδειγμα ο Ιωάννης Μαυρόπους που στη διάρκεια του 11ου αιώνα καθιερώνει με το έργο του νέες σημαντικές εξελίξεις στον χώρο της αγιολογίας και της Βυζαντινής ορτωλογίας με την καθιέρωση και της κοινής εορτής των τριών ιερακών με δική του πρωτοβουλία και με ένα αγιολογικό και ημιογραφικό έργο που προήλθε από τον Ιωάννη τον Μαυρόποδα ή ο Θεοφύλακτος Αχρίδος στην ίδια εποχή του 11ου αιώνα και άλλη σημαντική συγγραφή αγιολογικών κειμένων που συνεχίζουν την Βυζαντινή αγιολογική παράδοση των προγενέστερων αιώνων και εμπλουτίζουν αυτήν την παράδοση με νέα κείμενα είτε για νέους αγίους είτε με την επεξεργασία των παλαιότερων αγιολογικών κειμένων μέσα από τις αγιολογικές μεταφράσεις. Στο επόμενό μας μάθημα θα ολοκληρώσουμε αυτήν την περιδιάβαση στην ιστορία της Βυζαντινής και της μεταβυζαντινής αγιολογικής γραμματείας και θα επισέλθουμε στα θέματα εκείνα τα οποία εμπίπτουν στο δεύτερο μέρος των μαθημάτων μας. Σχετίζονται δηλαδή με το καθαρά θεολογικό ή θεωρητικό πλαίσιο το οποίο ανακύπτει μέσα από διάφορα θέματα με τα οποία ασχολείται η αγιολογία ως επιστήμη. |