Διάλεξη 11 / Διάλεξη 11 / Διάλεξη 11

Διάλεξη 11: Στο σημερινό μας μάθημα, το οποίο είναι και το τελευταίο του κύκλου των μαθημάτων της Αγιολογίας, θα παρουσιάσουμε με συνοπτικό τρόπο κάποια τελευταία ζητήματα, τα οποία έχουν σχέση με το θεολογικό σκέλος της Αγιολογίας, αφού ήδη παρουσιάσαμε στα προηγούμενα μαθήματα τα ζητήματα της ιστο...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος δημιουργός: Πασχαλίδης Συμεών (Καθηγητής)
Γλώσσα:el
Φορέας:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Είδος:Ανοικτά μαθήματα
Συλλογή:Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας / Αγιολογία και Εορτολογία
Ημερομηνία έκδοσης: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2014
Θέματα:
Άδεια Χρήσης:Αναφορά
Διαθέσιμο Online:https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=77470fab
id b9e68fee-98cf-4a07-991a-cec0d02b2394
title Διάλεξη 11 / Διάλεξη 11 / Διάλεξη 11
spellingShingle Διάλεξη 11 / Διάλεξη 11 / Διάλεξη 11
Φιλοσοφία, Ηθική, Θρησκεία
Πασχαλίδης Συμεών
publisher ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
url https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=77470fab
publishDate 2014
language el
thumbnail http://oava-admin-api.datascouting.com/static/13f5/a427/778f/ecc8/938d/f0c6/70b0/a5cb/13f5a427778fecc8938df0c670b0a5cb.jpg
topic Φιλοσοφία, Ηθική, Θρησκεία
topic_facet Φιλοσοφία, Ηθική, Θρησκεία
author Πασχαλίδης Συμεών
author_facet Πασχαλίδης Συμεών
hierarchy_parent_title Αγιολογία και Εορτολογία
hierarchy_top_title Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας
rights_txt License Type:(CC) v.4.0
rightsExpression_str Αναφορά
organizationType_txt Πανεπιστήμια
hasOrganisationLogo_txt http://delos.it.auth.gr/opendelos/resources/logos/auth.png
author_role Καθηγητής
author2_role Καθηγητής
relatedlink_txt https://delos.it.auth.gr/
durationNormalPlayTime_txt 00:46:13
genre Ανοικτά μαθήματα
genre_facet Ανοικτά μαθήματα
institution Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
asr_txt Στο σημερινό μας μάθημα, το οποίο είναι και το τελευταίο του κύκλου των μαθημάτων της Αγιολογίας, θα παρουσιάσουμε με συνοπτικό τρόπο κάποια τελευταία ζητήματα, τα οποία έχουν σχέση με το θεολογικό σκέλος της Αγιολογίας, αφού ήδη παρουσιάσαμε στα προηγούμενα μαθήματα τα ζητήματα της ιστορικής διαμόρφωσης της τιμής προς τους Αγίους, της εισαγωγής του συνοδικού παράγοντα, των συνοδικών διαγνώσεων στην ανάδειξη των νέων Αγίων, των κριτηρίων με τα οποία αναγνωρίζονται από την περίοδο της Τουρκοκρατίας και κυρίως κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα και στις μέρες μας τα κριτήρια τα οποία διαμορφώθηκαν για την ανάδειξη των νέων Αγίων σήμερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία μέσα από τη σχετική πράξη που έχει εδραιωθεί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις υπόλοιπες αυτοκέφαλες εκκλησίες ή στα άλλα Ορθόδοξα Πατριαρχεία και ασφαλώς σε σχέση αφού εξετάσαμε ήδη και το πως διαμορφώθηκε αυτή η παράδοση με έναν ιδιάζοντα τρόπο στη Ρωσική Εκκλησία αλλά και κατά κύριο λόγο στην Ορθοκρατολική Εκκλησία μέσα από την καθιέρωση μιας δικανικού χαρακτήρας διαδικασίας που λαμβάνοντας χώρα σε μεγάλο χρονικό διάστημα εξετάζει με εξονυχιστικό τρόπο διάφορα ζητήματα τα οποία συνηγορούν ή δεν συνηγορούν υπέρ της αγιότητας του εξεταζόμενου προσώπου για να καταλήξει τελικά σε μια απόφαση που λαμβάνεται από τον ίδιο τον Πάπα και είδαμε πως αυτή η διαδικασία κατά κάποιο τρόπο κάποια στοιχεία αυτής της διαδικασίας τα συναντούμε και στην διαδικασία που ακολουθήθηκε από την εποχή του Ιβάν του 4ου του τρομερού από την τσαρική δηλαδή περίοδο όταν αυτός ο σπουδαίος Ρώσος τσάρος εδραιώνει την Ρωσική Εκκλησία και συμβάλει στην ανήψωση της Μητροπόλεως της Μόσχας σε Πατριαρχείο της Μόσχας Πως λοιπόν αυτή η διαδικασία εξελίσσεται σε ένα πλαίσιο που έχει αρκετά στοιχεία που διαφοροποιούνται από την αρχαιότερη χριστιανική παράδοση και ασφαλώς και από την δυζαντινή παράδοση η οποία ακολούθησε αυτή την αρχαιότερη παράδοση. Το πρώτο θέμα το οποίο σήμερα θα εξετάσουμε είναι το ζήτημα των Ιερών Λειψάν. Είναι ένα ζήτημα θα μπορούσαμε να πούμε το οποίο επανέρχεται και στην εποχή μας σε διάφορες συζητήσεις και έχει να κάνει με το γεγονός ότι ευκέρος-ακέρος τίθενται ζητήματα ως προς την τιμή των Ιερών Λειψάνων ως προς την μεταφορά των Ιερών Λειψάνων σε διάφορους ενοριακούς ναούς σε μεγάλες πόλεις της πατρίδας μας ως προς την παρουσία των Ιερών Λειψάνων ασφαλώς σε μεγάλο αριθμό σε μοναστήρια και κυρίως στο μεγαλύτερο μοναστικό κέντρο στο Άγιον Όρος όπου όσοι άντρας επισκέπτονται τα μοναστήρια του Αγίου Όρους διεπιστώνουν ότι εκεί θυσαυρίζεται ένας μεγάλος αριθμός Ιερών Λειψάνων και βέβαια το γεγονός ότι κατά περιόδους εγείρεται το ζήτημα της ιερότητας των Λειψάνων των Αγίων ή της συσχέτισης χαρακτηριστικών γνωρισμάτων των Ιερών Λειψάνων όπως είναι η ευωδία των Ιερών Λειψάνων ή η αφθαρσία των Ιερών Λειψάνων με την αγιότητα των προσώπων και κυμημένων αυτών προσώπων στα οποία ανήκουν τα Λείψανα αυτά. Θα θυμίσω ενδεικτικά δύο περιπτώσεις που σχετίζονται με το Θεό με αυτό. Πριν από μερικά χρόνια την περίπτωση του αφθάρτους κοινώματος του Ιερομονάχου Βυσαρίωνος στην Ιερά Μονή Αγάθονος του μακαριστού Ιερομονάχου Γέροντους Βυσαρίωνος το οποίο μετά την ανακομιδή του Λειψάνου βρέθηκε ακέραιο και τότε δημιούργησε πάρα πολλές συζητήσεις ως προς την συσχέτιση αυτής της ακεραιότητας του Λειψάνου του Γέροντους Βυσαρίωνος με την αγιότητά του όπως επίσης και το πρόσφατο ζήτημα που επανήρθε και δημιούργησε μεγάλη συζήτηση στην ελληνική κοινωνία μετά την μεταφορά ενός μέρους του Ιερού Λειψάνου της Αγίας Βαρβάρας από μια πόλη της Ιταλίας σε έναν ναό στην Αθήνα. Βλέπουμε λοιπόν ότι το θέμα αυτό δεν αφορά μόνον στην απότερη ιστορία που θα δούμε ότι ιστορικά το θέμα της θυμής των Ιερών Λειψάνων και της παρουσίας των Ιερών Λειψάνων απασχόλησε ακόμη και τους Βυζαντινούς αλλά σχετίζεται και με την νεότερη περίοδο, αποτελεί θα μπορούσαμε να πούμε δηλαδή ένα σύγχρονο θέμα που προβληματίζει πάρα πολύ το χριστιανικό κόσμο και ασφαλώς προβληματίζει ιδιαίτερα ως προς τις κατηγορίες που πολλές φορές εκτοξεύονται είτε από χριστιανούς οι οποίοι αντιμετωπίζουν το θέμα αυτό με ένα σκεπτικισμό είτε και από πρόσωπα τα οποία δεν έχουν σχέση ασφαλώς με την εκκλησία. Αυτό το οποίο καταρχήν θα πρέπει να πούμε είναι ότι ιστορικά το ζήτημα της παρουσίας των Ιερών Λειψάνων τεκμηριώνεται και διαπιστώνεται από ένα πλήθος πληροφοριών που ανακύπτουν και εντοπίζονται ήδη από τα πιο πρόημα μαρτυρολογικά κείμενα και διαπιστώνεται από τα αρχαία μαρτύρια ότι ακριβώς οι χριστιανοί μερινούσαν να λαμβάνουν τα λείψανα των μαρτύρων των τοπικών εκκλησιαστικών κοινοτήτων για να τιμήσουν τα λείψανα αυτά εναποθέτοντάς τα ασφαλώς σε τάφους οι οποίοι είχαν μια διακριτή θέση μέσα στα χριστιανικά κημητήρια. Τα γνωστά μαρτύρια τα οποία επιβιώνουν και σήμερα στις αρχαίες χριστιανοί εντοπίζονται έχουν εντοπιστεί στις αρχαιολογικές ανασκαφές στις αρχαίες χριστιανικές νεκροπόλεις και γνωρίζουμε ότι και εδώ στη Θεσσαλονίκη έχουμε στα επτά ανασκαφέντα χριστιανικά κημητήρια της ύστερης αρχαιότητας έχουν εντοπιστεί τέτοια μαρτύρια δηλαδή τάφη χριστιανών μαρτύρων και σε κάποιες περιπτώσεις έχουν εντοπιστεί και λείψανα μαρτύρων μέσα Λοιπόν, ένα σημαντικό ζήτημα η αρχαιότητα και ένα στοιχείο το οποίο συνηγορεί υπέρ αυτής της τιμής που αποδίδονται και σήμερα προς τα ιερά λείψανα η αρχαιότητα της τιμής των ιερών λειψάνων, των λειψάνων των μαρτύρων και αργότερα των λειψάνων των άλλων αγίων, των αουσίων όπως είπαμε και των υπολοίπων αγίων που μετά το τέλος της εποχής των βιωγμών τιμήθηκαν ως Άγιοι στη Βυζαντινή εποχή ή και στη μεταβυζαντινή εποχή και τα λείψανα τους απέκτησαν τη φήμη ως πηγών θαυματουργιών και θαυμαστών θεραπιών και κατ' αυτόν τον τρόπο έχουμε τη δημιουργία πολύ σημαντικών παραδόσεων για προσκυνήματα που σχετίζονται με την παρουσία τέτοιων λειψάνων που πολλές φορές διακρίνονταν για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα έκτακτα γνωρίσματα τα οποία σχετίζονται με τα λείψανα των αγίων όπως είναι η ευωδία τους που καταγράφεται σε αρκετές πηγές η ευωδία των ιερών λειψάνων και καταγράφεται πολλές φορές και από προσκυνητές των ιερών λειψάνων στην εποχή μας όπως είναι το ζήτημα της αμφασίας των λειψάνων και αξίζει να αναφέρουμε να μνημονεύσουμε την περίπτωση των άφθαρτων σκηνωμάτων αγίων πολιούχων σε διάφορες περιοχές της πατρίδας μας, πολύ χαρακτηριστικές υπερηπτώσεις των σκηνωμάτων του Αγίου Σπυρίδωνος στην Κέρκυρα ή του σκηνώματος του Αγίου Γερασίμου στην Κεφαλονιά ή του Αγίου Διονησίου στην Ζάκινθο ή άλλων σκηνωμάτων του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου στη Μέβεια και ούτω καθεξής Έτσι λοιπόν μέσα από αυτά τα έκτακτα σημεία προβάλλεται ιδιαίτερα μέσα στη χριστιανική παράδοση η ιερότητα των λειψάνων και βέβαια ως ένα έκτακτο γνώρισμα της ιερότητας των λειψάνων θεωρήθηκε κατά τη Βυζαντινή εποχή και κατά τους μεταγενέστερους αιώνες το στοιχείο της μοιροβλησίας σε συνάφεια με το στοιχείο της ευωδίας των ιερών λειψάνων ένα φαινόμενο που όπως είχαμε πει σε ένα παλαιότερο μάθημά μας σχετίζεται ιδιαίτερα με την αφισβήτηση της τιμής των ιερών λειψάνων που εμφανίστηκε κατά την εποχή της οικονομαχίας Εκείνο το οποίο θα πρέπει να πούμε είναι ότι από τους παλαιότερους χρόνους από την περίοδο της ύστερης αρχαιότητας καταγράφεται ένα έντονο ενδιαφέρον μεταξύ διαφόρων χριστιανών για να αποκτήσουν τα ιερά λείψανα των μαρτύρων και των υπολοίπων αγίων της εκκλησίας και μάλιστα το φαινόμενο αυτό προσέλαβε θα μπορούσαμε να πούμε ανεξέλεγκτες διαστάσεις ακόμη και μέσα από τις λεγόμενες ιερές κλοπές δηλαδή τις κλοπές ιερών λειψάνων φούρτα σάκρα καταγράφονται στις λατινικές πηγές που με τον τρόπο αυτό επιχειρούσαν κάποιοι χριστιανοί ακόμη και για ιδιοτελείς σκοπούς να αποκτήσουν τα λείψανα των αγίων γνωρίζοντας ότι η ευλάβεια των χριστιανών, η μεγάλη ευλάβεια των χριστιανών επιζητούσε την απόκτηση αυτών των ιερών λειψάνων και γι' αυτόν τον λόγο ακριβώς αυτές οι ιερές κλοπές οδήγησαν ακόμη και σε ένα εμπόριο λειψάνων όχι μόνο στη Δύση όπου περισσότερο καταγράφεται το φαινόμενο αυτό αλλά ακόμη και στη Βυζαντινή ιστορική παράδοση είναι χαρακτηριστικό για παράδειγμα και θα αξιζήσω να το αναφέρουμε ένα πείημα του γνωστού ποιητή του σημαντικότερου ποιητή του ενδέκα του αιώνα του Χριστοφόρου Μητυλινέου προς κάποιον μοναχό Ανδρέα με τον τίτλο «προς τον μοναχό Ανδρέα ωστά ιδιωτών ως αγίων λειψάνων εξωνούμενων μέληται άπειρα ως ενός και του αυτού αγίου δέχεται» και τα λοιπά και επικρίνει στο πείημά του αυτό ο Χριστοφόρος Μητυλινέος αυτόν τον μοναχό Ανδρέα ο οποίος διάφορα ωστά απλών ανθρώπων τα βάφτιζε ωστά αγίων για να τα πουλήσει και να τα προμηθεύσει σε διάφορους ευλαβείς χριστιανούς οι οποίοι ήθελαν να τα αποκτήσουν και μάλιστα ασκόντας ένα εμπόριο με πολλά μέλη αυτών των αγίων τα οποία εμφανίζονται να προέρχονται όλα από έναν και τον αυτό άγιο είναι χαρακτηριστικό να διαβάσουμε ένα απόσπασμα από το κείμενο αυτό Προκοπίουμεν μάρτυρος ΧΕΡΑΣ 10 βλέπουμε εδώ αυτήν ακριβώς την ιρωνία του Χριστοφόρου Μητυλινέου παρουσιάζεις τους φίλους σου πολλές θήκες με ιερά λίψανα και μάλιστα χαρακτηριστικά του Μάρτυρα Προκοπίου 10 χέρια, Θεοδόρου δε 5 και 10 γνάθους, 15 γνάθους του Αγίου Θεοδόρου και Νέστορος μεν άχλη των 8 πόδας, 8 πόδια του Αγίου Νέστορος, Γεωργίου δε 4 κάρας άμα και ούτω καθεξής βαβές ζεούς της πίστεωσής Ανδρέα, τον κατηγορεί και τον μεμφέται για αυτήν την ζεούσα πίστη όπως λέει τον Ανδρέα ή της επίθη τους μεν αθλητάς ύδρας, τους μάρτυρας δε θείρας ή αισταικίνας και ούτω καθεξής και με τον τρόπο αυτό λοιπόν ο Χρυστοφόρος ο Μητυλινέος μας δίνει ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός βυζαντινού μοναχού ο οποίος μέσα από αυτόν τον ζήλο είχε οδηγηθεί τελικά σε μια πλαστή, σε μια τελείως επίπλαστη ευσέβεια η οποία ασφαλώς δεν είχε καμιά σχέση με την αλήθεια της διδασκαλίας της εκκλησίας γύρω από τα Ιερά Λείψαινα. Όπως θα την δούμε να αποτυπώνεται στη συνέχεια σε διάφορα κείμενα. Αυτό λοιπόν το ιστοϊκό πλαίσιο μπορούμε να πούμε ότι καταγράφεται σε αρκετά κείμενα μέσα από τις ανακομιδές των Ιερών Λειψάνων που καταγράφονται πάρα πολύ πρώιμα, ιδίως από τους Αγίους Τόπους προς την Κωνσταντινόπολη σε μία περίοδο κατά την οποία η Κωνσταντινόπολη ήδη από πάρα πολύ νωρίς από τους πρώτους αιώνες ιδρύσεώς της και λειτουργίας της ως της πρωτεύουσας του νέου ρωμαϊκού κράτους της χριστιανικής αυτοκρατορίας καθίσταται και ένα κέντρο θα μπορούσαμε να πούμε εορτολογικής τιμής. Και αυτό το πλαίσιο τίθεται μάλιστα από τους ίδιους τους αυτοκράτορες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, δηλαδή γνωρίζουμε ότι αρκετά πρόσωπα όπως η Αυγούστα Πουλχερία και αργότερα ο Λέοντας ο Έκτος ή ο Κωνσταντινός ο Πορφυρογέννητος στη Μεσοβυζαντινή περίοδο προσπαθούν και μερινούν να συγκεντρώσουν, να συλλέξουν από διάφορα μέλη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ται μάχια ή ολόκληρα τα ιερά λείψανα των αγίων στην πρωτεύουσα του Βυζαντινού κράτους για να καταστεί έτσι η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας και το αερωτολογικό επίκεντρο όλου του χριστιανικού κόσμου. Έτσι λοιπόν δημιουργήθηκαν αρκετά προσκυνήματα με χριστιανικά ελείψανα μαρτύρια ή με τάφους στους οποίους σώσονταν τα λείψανα των μαρτύρων και των αγίων και κατ' αυτόν τον τρόπο εδραιώθηκαν τα μεγάλα χριστιανικά προσκυνήματα και στους αγίους τόπους αλλά και σε διάφορες άλλες περιοχές της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Εκείνο το στοιχείο βέβαια το οποίο μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι ότι στην περίπτωση των μαρτυρικών λειψάνων γνωρίζουμε ότι πάρα πολύ νωρίς η Εκκλησία προέδει σε μια προβολή των λειψάνων των χριστιανών μαρτύρων ως της βάσης και της κρυπίδας πάνω στην οποία αναπτύχθηκε η Εκκλησία στους μεταγενέστερους αιώνες. Γι' αυτό ακριβώς τον λόγο και θεσπίστηκε με κανόνες τοπικών και οικουμενικών συνόδων να όχι μόνο η τιμή των ιερών λειψάνων αλλά και ο εγγενισμός των νέων επλησιών της Αγίας Τράπεζας στις νέες εκκλησίες με λείψαν αμαρτύρο. Και βέβαια η λειτουργική αυτή πράξη, η λειτουργική δηλαδή χρήση των μαρτυρικών λειψάνων κατά τον καθαγιασμό της Αγίας Τραπέζης στους νέους ιερούς ναούς που εγγενιάζονταν, έχει μια σαφή βιβλική αναγωγή στο βιβλίο της Αποκαλύψεως όπου ακριβώς διατυπώνεται με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι το θυσιαστήριο στον θρόνο του Θεού υποκάτω του θυσιαστήριου βρίσκονταν τα οστά των πεπελεκυμένων δια το όνομα του Ιησού Χριστού, δηλαδή των μαρτύρων της Εκκλησίας. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο καταπόλυτη αναγωγή στο φυτό της, όπως ονομάζεται η βάση της Αγίας Τραπέζης ο αρχιερέας και σήμερα ακόμη κατά τον εγγενισμό νέων ιερών ναών τοποθετεί μάχια μικρά αποτμήματα από τα λειψανά μαρτύρων της Αρχίας Εκκλησίας. Και βέβαια, στη Μεσοβυζαντινή περίοδο εδραιώνεται αυτή η θεολογία για την τιμή των ιερών λειψάνων, όπως ακριβώς καταγράφεται από τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκινό στο σχετικό κεφάλαιο για την τιμή των αγίων και των ιερών λειψάνων των αγίων στην έκθεση ακριβή της Ορθοδόξου Πίστεως. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκινός σημειώνει χαρακτηριστικά ότι τα λειψανά αποτελούν πηγές που παρέχει ο Δεσπότης Χριστός σε όλους τους χριστιανούς, πηγάς ημίν σοκυρίους, ο Δεσπότης Χριστός στα των αγίων παρέσχετο λειψανά, πολυτρόπος τα συμπεριεσίας πηγάζοντα. Και μάλιστα σημειώνει στη συνέχεια ότι βρύουν μύρον ευωδίας, αναφέρεται στη Μυροβλησία που είναι ένα φαινόμενο όπως είπαμε που ιδιαίτερα γνωρίζει ιδιαίτερη έξαρση κατά την περίοδο της Ιφωνομαχίας, στην εποχή δηλαδή που έζησε ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκινός και μάλιστα τονίζει ότι παρά το γεγονός ότι στο Μοσαϊκό νόμο πας ο νεκρού απτόμενος ακάθαρτος εχρημάτιζε, ωστόσο στην περίπτωση της χριστιανικής πίστης τα νεκρά σώματα των Χριστιανών, των Αγίων της Εκκλησίας δεν λογίζονται ως πηγή ακαθαρσίας αλλά ως πηγή αγιασμού. Και αυτό διότι τα πρόσωπα αυτά τονίζει ο Δαμασκινός δεν είναι νεκροί αλλ' ούχ ούτι νεκροί αφού γάρ η αυτοζωή ότι ζωείς έτειος ο ίδιος δηλαδή ο Χριστός εν νεκρής ελογίστην τους επελπίδει Αναστάσεως και εις αυτόν πίστη κοιμηθέντας ού νεκρούς προσαγορεύομαι. Δεν είναι νεκροί και επομένως δεν είναι πηγή αγιασμού οι Χριστιανοί και μάλιστα οι Άγιοι οι οποίοι έχουν κοιμηθεί εν Χριστό από τη στιγμή που αγιάστηκε το ανθρώπινο σώμα μέσα από τον ίδιο τον Χριστό ο οποίος εν νεκρής ελογίστη. Αυτό δεν τους αποκαλούμε λέει νεκρούς ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκινός αλλά κοιμηθέντας και ού νεκρούς προσαγορεύομαι νεκρών κατασώμα πως θα αγματουργεί δύναται και μάλιστα αναφέρει εδώ πέρα την δύναμη που έχουν τα λείψανα των Αγίων μέσα από τα θαύματα τα οποία επιτελούσαν. Έτσι κατά αυτόν τον τρόπο η τινή προς τα ιερά λείψανα των Αγίων μπορούμε να πούμε ότι θεολογικά κατοχυρώνεται και εδράζεται σε ένα κύριο δόγμα της χριστιανικής πίστεως και αυτό είναι το δόγμα της ενανθρωπίσεως του Υιού και λόγου του Θεού. Από τη στιγμή που ο Χριστός ενυθρώπισε και έλαβε πλήρη την ανθρώπινη σάρκα, το ανθρώπινο σώμα και την ανθρώπινη ψυχή δηλαδή έλαβε τον πλήρη άνθρωπον, κατά την ίδια στιγμή πλέον η ανθρώπινη φύση προσέλαβε την δύναμη και τη δυνατότητα της θεώσεως. Έτσι γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο τα λείψανα των Αγίων χαρακτηρίζονται στις φύγες ως τα τεθεωμένα λείψανα των Αγίων και δυνάμει όλοι οι Χριστιανοί έχοντας τη δυναμική της θεώσεως δηλαδή τη δυνατότητα μέσα από την Χριστό ζωή τους να μεθέξουν των Θεών ενεργιών του Θεού καθίστανται δεκτικοί αυτής της χάριτος και αυτών των ενεργιών του Θεού και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο και τα σωματικά τους λείψανα, τα νεκρά σώματα των Χριστιανών Αγίων καθίστανται φορείς αυτής της χάριτος του Θεού. Ο Άγιος Κύριλος ο Ιεροσολύμων τονίζει χαρακτηριστικά ότι «έγγιτε της δύναμης των Αγίων σώματι, δια την εντοσού της έτεσιν ενοικίσασα εναυτό δικαίων ψυχήν». Τονίζεται ιδιαίτερα σε πάρα πολλά κείμενα ότι αυτή η χάρη και η μετοχή στις ενεργίες του Θεού ή το γεγονός ότι υπήρξαν μέτοχοι των ενεργιών του Θεού, όχι ασφαλώς της ουσίας του Θεού, αλλά μόνον των ενεργιών του Θεού καθιστά δυνατά τα σώματα να εκφέρουν αυτή την εκθεωτική ενέργεια και στους υπόλοιπους ανθρώπους και γι' αυτόν ακριβώς θαυματουργούν τα ιερά λείψανα των Αγίων ακόμη και μέσα από τα εξεπαφείς όπως ονομάζονται λείψανα, δηλαδή όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία σχετίζονται με τα λείψανα των μαρτύρων και των Αγίων όπως είναι τα ενδήματά τους ή ακόμη και αυτά τα όργανα του βασανισμού τους. Και γι' αυτόν ακριβώς στον λόγο στο εορτολόγιο της Εκκλησίας, όπως ήδη αναφέραμε, καταγράφονται τέτοιες περιπτώσεις λειψάνων τα οποία εντάσσονται μέσα στα εξεπαφείς λείψανα. Χαρακτηριστικότερη βέβαια περίπτωση εξεπαφής λειψάνου είναι ο ίδιος ο Τίμιος Σταυρός, ο Σταυρός του Χριστού, ο οποίος αγιάστηκε από την επαφή του σώματος του Χριστού με το Τίμιο αυτό ξύλο και γι' αυτόν ακριβώς στον λόγο μεταδίδει αυτήν την χάρη της θείας ενέργειας, της ενέργειας του Θεού και στους πιστούς οι οποίοι στα πρόσωπα αυτά τα οποία με πίστη προσέρχονται για να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό που διάφορα τμήματά του, όπως γνωρίζουμε, φυλάσσονται και στα μεγάλα μοναστή, σε μεγάλα μάλιστα τμήματα που δορήθηκαν από βυζαντινούς αυτοκράτορες, φυλάσσονται στα μεγάλα κοινόδια του Αγίου Όρους. Και βέβαια και άλλες εορτές όπως η εορτή της Τιμίας Αλίψεως του Αποστόλου Πέτρου, της Τιμίας Αλίψεως του Αποστόλου Πέτρου στις 17 Ιανουαρίου ή οι εορτές των θεομετορικών αμφίων ακριβώς σχετίζονται με τη δύναμη που έχουν και τα εξεπαφείς λείψανα, αυτά τα ενδύματα δηλαδή και τα όργανα του βασανισμού να μεταφέρουν την χάρη του Θεού προς τους χριστιανούς που με πίστη, προς τα μέλη της εκκλησίας που με πίστη τα προσκυνούν. Και τονίζεται αυτό το στοιχείο με ιδιαίτερο τρόπο και με αναγωγές από τους μεταγενέστερους συγγραφείς και με αναγωγές ακριβώς στα χαύματα τα οποία επιτελούσαν οι Απόστελοι μετά την ανάληψη του Χριστού, που επιτελούσαν οι Απόστελοι μέσω των σουδαρίων τους και ακόμη και μέσα από την σκιά τους όταν περνούσαν κοντά σε ασθενείς οι οποίοι θεραπεύονταν ακόμη και από την σκιά των Αποστόλων ή από τα σουδάρια και από τα ενδύματα με τα οποία έχονταν σε επαφή οι ασθενείς οι οποίοι θεραπεύονταν. Με το ζήτημα αυτό της δύναμης που έχουν να επιτελούν θαύματα τα Ιερά Λείψανα των Αγίων έχει μεγάλη σημασία, έχει μεγάλη σχέση και υπαρουσία γενικότερα των θαυμάτων μέσα στη ζωή της Εκκλησίας. Τα θαύματα γνωρίζουμε ότι είναι ένα θέμα το οποίο έχει βιβλικές ρίζες, ρίζες και στην Παλαιά Διαθήκη αλλά κυρίως στην Καινή Διαθήκη όπου έχουμε την επιτέλεση πλήθους θαυμάτων μέσα από τα θαύματα του Χριστού και των Αποστόλων. Είναι ένα επίσης θέμα που και σήμερα στην λογοκρατούμενη εποχή μας γεννά πάρα πολλές συζητήσεις το αν είναι δυνατόν να υπάρχουν ή να πιστεύουν οι άνθρωποι σε θαύματα και γεννά πάρα πολλές αμφιβολίες η αναφορά σε θαύματα που και στις ημέρες μας ακόμη καταγράφονται σε διάφορες περιπτώσεις. Αυτό το ζήτημα έχει να κάνει σε πολύ μεγάλο βαθμό με την στάση που λαμβάνουν οι ίδιοι οι άνθρωποι απέναντι γενικότερα στο φαινόμενο της πίστεως αλλά και οι ίδια ακόμη θα λέγαμε τη σχέση που έχουν τα θαύματα και η μεταφυσική θα μπορούσαμε να πούμε των θαυμάτων με το ζήτημα της επιστήμης και των αντιλήψεων που σήμερα εκφράζονται μέσα από τις επιστημονικές διαπιστώσεις. Αυτό το οποίο ασφαλώς πρωτίστως θα πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι εφόσον κάποιος αποδέχεται ως γενόμενα τα βιβλικά θαύματα δηλαδή τα θαύματα τα οποία συνέβησαν κατά την εποχή του Χριστού και των Αποστόλων και παλαιότερα κατά την εποχή των μεγάλων Αγίων της Παλαιάς Διαθήκης ασφαλώς δεν αυτομάτως οδηγεί και στην αποδοχή των θαυμάτων των Αγίων δηλαδή των θαυμάτων που επιτελούνται που επιτελέστηκαν μετά την εποχή του Χριστού και των Αποστόλων. Το ζήτημα όμως αυτό το οποίο θα πρέπει να επισημάνουμε ιδιαίτερα είναι ότι υφίσταται μια ιδιαίτερη οπτική και ένα ιδιαίτερο αντικείμενο μέσα από το οποίο πρέπει να ερευνήσουμε το ζήτημα των θαυμάτων των Αγίων ως προς την ουσία τους, τον σκοπό τους αλλά και την ιδοποιώ διαφορά που έχει το χριστιανικό θαύμα από τα διάφορα άλλα θαύματα τα οποία καταγράφονται μάλιστα και στον προχριστιανικό κόσμο αλλά και στον εξοχριστιανικό, στον ιδιολατρικό κόσμο και σε άλλες θρησκευτικές παραδόσεις. Κάποια βασικά ζητήματα τα οποία θα πρέπει να λάβουμε υπόψη, κάποια βασικά στοιχεία τα οποία θα πρέπει να λάβουμε υπόψη σε σχέση με τα θαύματα τα οποία επιτελούνται από τους Αγίους είναι καταρχήν η βασική θεολογική αρχή ότι οι νόμοι της φύσεως, οι φυσικοί νόμοι ορίζονται από τον Θεό όπως ετέχθησαν από τον ίδιο τον Θεό και ορίζονται κατά συνέπεια από τον Θεό ως δημιουργό του κόσμου ο οποίος όμως ως δημιουργός ακριβώς της χτίσεως δεν περιορίζεται από την χτίση, δεν περιορίζεται από τους νόμους της χτίσεως, γι' αυτό ακριβώς τον λόγο και ο Θεός είναι εκείνος ο οποίος ως δημιουργός μπορεί να αναστέλει την λειτουργία των νόμων της φύσεως, των νόμων της χτίσεως και κατά συνέπεια μέσα από αυτή την αναστολή των φυσικών νόμων να υπέρχεται το θαύμα. Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι το θαύμα δεν αποτελεί όπως είπαμε αποκλειστικό προνόμιο του χριστιανισμού. Ο ίδιος ο Χριστός είπε στους μαθητές Του ότι εγιερθίσονται ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήτε και δώσουσι σημεία μεγάλα και τέρατα. Και γνωρίζουμε άλλωστε ότι και στον εξωχριστιανικό κόσμο όπως είπαμε οι περιπτώσεις του Απολλονίου του Τιανέως και άλλων προσώπων που εμφανίζονταν ως θαυματοποιοί στην εποχή τους ακριβώς επιβεβαιώνουν αυτό το στοιχείο της υπάρξεως του θαύματος και έξω από τον χριστιανικό πνευματικό χώρο. Το τρίτο στοιχείο το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό είναι το ζήτημα της αναγκαιότητας των θαυμάτων, του ποιος έχει ανάγκη από τα θαύματα. Και βέβαια αυτό το οποίο θα πρέπει να συνειώσουμε εξ αρχής είναι ότι εκείνοι που έχουν τα θαύματα δεν είναι οι χριστιανοί, οι χριστιανοί δεν έχουν ανάγκη από τα θαύματα διότι το θαύμα δεν αποτελεί μια προϋπόθεση της πίστεως δηλαδή δεν απαιτούμε το θαύμα για να πιστέψουμε αλλά το θαύμα αποτελεί συνέπεια της πίστεως. Αφορούν λοιπόν τα θαύματα τους μη πισθούς, αυτούς οι οποίοι δεν βρίσκονται μέσα στο χώρο της πίστεως και όπως βλέπουμε και από τα θαύματα που καταγράφονται μέσα στην Καινή Διαθήκη η ανάλυση αυτών των θαυμάτων θα μας οδηγούσε σε ένα πολύ βασικό συμπέρασμα ότι τα θαύματα δεν οδηγούν τον άνθρωπο στην πίστη αλλά ότι προϋποθέτουν την πίστη. Αυτό το βλέπουμε σε πάρα πολλές περιπτώσεις όπου θεραπεύονται ή ακόμη και ανασταίνονται άνθρωποι από τον Χριστό όχι για να πιστέψουν οι άλλοι άνθρωποι ή οι συγγενείς τους αλλά ως αποτέλεσμα της πίστεως των ιδίων των ασθενών ή των συγγενών τους οι οποίοι με πίστη προσέφευγαν στον Ιησού. Έτσι λοιπόν συχνά αναφέρεται στα κείμενα των Ευαγγελίων ότι ο Χριστός αναφέρεται σε μια προϋποθετική πίστη. Όχι είναι μεγάλη σου η πίστης. Αναφωνεί για τη γυναίκα εκείνη η πίστη της οποίας οδήγησε τελικά στην επιτέλεση του θαύματος από τον Χριστό. Ή η ομολογία από τον Χριστό ότι αισθάνθηκε κάποια δύναμη να φεύγει από το σώμα του λέγοντας ότι ύψα το όμο της στην περίπτωση της αιμορροούσας η οποία τον άγγιξε και θεραπεύτηκε. Έτσι λοιπόν η πίστη των ανθρώπων είναι αυτή η οποία οδηγεί στην επιτέλεση των θαυμάτων, η πίστη των χριστιανών και δεν συμβαίνει το αντίστροφο. Δηλαδή το θαύμα δεν είναι αυτό το οποίο λειτουργεί για την ορθόδοξη θεολογική παράδοση ως αποδεικτικό στοιχείο για να πιστέψει κάποιος. Οι πειρασμοί του Χριστού επίσης μας δίνουν ένα άλλο πολύ χαρακτηριστικό στοιχείο και ένα πολύ χαρακτηριστικό τεκμήριο. Όταν ο σατανάς του ζητάει να επιτελέσει κάποια θαύματα ο Χριστός αρνείται να επιτελέσει την πρόκληση αυτή για το θαύμα, να επιτελέσει τα θαύματα. Το θαύμα λοιπόν αποτελεί περί της πίστεως και δεν αποτελεί μια προϋπόθεση που οδηγεί στην πίστη. Το τέταρτο στοιχείο που είναι πάρα πολύ επίσης σημαντικό είναι ότι το θαύμα δεν αποτελεί προσωπικό επίτευμα αυτού ο οποίος έχει το χάρισμα να επιτελεί τα θαύματα. Εάν επιτελούνταν θαύματα από τους Αγίους ή από τους Αποστόλους, από τους μαθητές του Χριστού, αυτό συνέβαινε διότι οι επιτέλεις των θαυμάτων δίνεται ως ένα χάρισμα υπηρετικό του λόγου και του χαρίσματος και της δασκαλίας της πίστεως όχι μόνο με τα λόγια αλλά και μέσα από τα έργα. Και γι' αυτό ακριβώς ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναίτης στις Αταποκρίσεις του λέει ότι πολλές φορές και η πίστη αυτού που προσέρχεται είναι εκείνη η οποία πραγματοποιεί το σημείο και όχι η αξία του ποιήσαδος. Πολλές φορές δηλαδή είναι ανάξιος αυτός μέσω του οποίου επιτελείται το θαύμα να πραγματοποιήσει το συγκεκριμένο θαύμα αλλά η πίστη είναι αυτή η οποία επιφέρει και οδηγεί στο θαύμα πολλάκης και η πίστης του προσερκωμένου εστιν ή το σημείο ποιήσασα και όχι η αξία του ποιήσαδος. Είναι επίσης πολύ σημαντικός ο μυστικός και ο σωτηραιολογικός θα μπορούσαμε να πούμε χαρακτήρας του θαύματος δηλαδή το θαύμα λειτουργεί ως μια έκφραση της αγάπης και της ευλαχνίας του Θεού προς τον άνθρωπο. Δεν είναι κάτι το οποίο επιφέρει μόνο τη σωματική θεραπεία και τη μίαση αλλά είναι κάτι που πρωτίστως επενεργεί και θεραπεύει την ψυχή του ανθρώπου και γι' αυτό ακριβώς τον λόγο αποτελεί στοιχείο έκφρασης της Θείας αγάπης. Αποσκοπεί λοιπόν το θαύμα πρωτίστως στην εσωτερική μεταμόρφωση του ανθρώπου και στη σωτηρία του και κατά δεύτερο λόγο στη σωτηρία και στη θεραπεία της φθαρτής φύσεως του. Και γι' αυτό ακριβώς το θαύμα λογίζεται ως μια ανταπόκριση του Θεού στα αιτήματα των πιστών κατά την παρότριση του Χριστού. Ετείτε και δοθήσετε ειμήν, ζητείτε και ευρίσετε, κρουέτε και ανοιγήσετε ειμήν αλλά πάντατε προς το συμφέρον των προσώπων των πιστών οι οποίοι ζητούν τα θαύματα. Γι' αυτόν τον λόγο ο Θεός απαντάει ακόμη και αρνητικά ανάλογα προς το συμφέρον των Χριστιανών με την παραχώρηση και την παροχή ή όχι του θαύματος. Πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι το θαύμα μέσα στη χριστιανική θεολογική παράδοση τίθεται μέσα σε ένα εσχατολογικό πλαίσιο. Υπάρχει η εσχατολογική θεώρηση του θαύματος ως μια προεικόνισης των εσχάτων. Ως μια προεικόνισης της βασιλείας του Θεού και έτσι το θαύμα καθίσταται, το θαύμα που χαρακτηρίζεται και ως σημείο μέσα στα κείμενα της Καινής Διαθήκης αποτελεί ένα σημείο αυτού του νέου κόσμου. Της βασιλείας του Θεού λοιπόν που έρχεται στην οποία ασφαλώς δεν υπάρχει ο θάνατος, δεν υφίσταται ο θάνατος και δεν υπάρχει ο σωματικός πόνος και η σωματική ασθένεια. Και τέλος τα θαύματα θα πρέπει να πούμε ότι τέθηκαν μέσα σε ένα πλαίσιο της επικύρωσης της δογματικής αλήθειας της εκκλησίας. Γι' αυτό και όπως έχουμε πει και σε παλαιότερο μάθημά μας χρησιμοποιήθηκαν μέσα στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης της Ορθόδοξης από τη Ρωμαϊκαθολική Εκκλησία για την επικύρωση και την στοιχείωση της δογματικής αλήθειας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Θα υπενθυμίσω αυτήν την πολύ σημαντική πραγματεία που έγραψε στη διάρκεια του 18ου αιώνα ο μεγάλος θεολόγος και λόγιος Ευγένιος Βούλγαρης με το τίτλο «Περί τον μετά το σχίσμα αγίων της Ανατολικής Εκκλησίας και των γενωμένων εν αυτοί θαυμάτων» συγκεντρώνοντας ακριβώς τις μαρτυρίες για τα θαύματα ακόμη και από την εποχή του αλλά και κυρίως από τις πηγές των προγενεστέρων αιώνων για να επιβεβαιώσει ακριβώς και να επικυρώσει το στοιχείο της δογματικής αλήθειας της Ορθόδοξης Πίστης που φέρεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Έτσι λοιπόν τα ιερά λείψανα όπως είπαμε φέρονται ως αποτελούν φορείς της αγάπης αυτής του Θεού μπρος τον άνθρωπο μέσα από τις θεραπείες και την σωστική παρέμβαση των ιερών λειψάνων προς τους έχοντες ανάγκη ανθρώπους. Αυτό το στοιχείο έχει να κάνει και με ένα άλλο πολύ σημαντικό γνώρισμα που σχετίζεται με τους Αγίους και αυτό αφορά στην δυνατότητα, στην παρουσία που έχουν οι Άγιοι προς τον Θεό και στην δυνατότητα που έχουν κατά συνέπεια συνειδητοχικά να πρεσβεύουν προς τον Θεό υπέρ των ζωή ανθρώπων. Η παρουσία των Αγίων προς τον Θεό σχετίζεται άμεσα με την παρουσία τους ενώπιον του Θεού και επιφέρει ασφαλώς την αποδοχή των πρεσβειών τους. Είναι χαρακτηριστικό όπως σημειώνει ο Άγιος Διάδοχος Ποδικής στον πέμπτο αιώνα ότι τους Αγίους τους έχουμε πρεσβευτάς των ευχών των ετημάτων δια το υπερβάλλον της παρουσίας αυτών. Τους καθιστούμε λοιπόν πρεσβευτές μας γιατί οι Άγιοι έχουν παρουσία για να πρεσβεύουν προς τον Θεό. Κάτι βέβαια το οποίο ασφαλώς δεν γίνεται αντιληπτό από τα γνωστικά όργανα του ανθρώπου, δηλαδή από το νου, από την λογική και από τα αισθητήρια όργανα του ανθρώπου. Και αυτό είναι ένα στοιχείο το οποίο επιφέρει πολλές φορές την αφισβήτηση και την αμφιβολία για τις πρεσβείες και για τα θαύματα των Αγίων και των λειψάνων τους όπως είπαμε. Είναι λοιπόν πολύ χαρακτηριστικό όπως τονίζεται στην Ορθόδοξη Παράδοση ότι οι Άγιοι έχουν παρουσία προς τον Θεό. Και έχουν παρουσία προς τον Θεό διότι είχαν οι ίδιοι την αντίληψη ότι δεν έχουν παρουσία προς τον Θεό. Τονίζεται χαρακτηριστικά ότι έχει παρουσία προς τον Θεό, ο μη νομίζων έχει παρουσία. Τι είναι λοιπόν παρουσία. Η παρουσία είναι η κατάσταση οικιότητας της ψυχής του ανθρώπου με τον Θεό. Και προϋποθέτει ασφαλώς την απάθεια του ανθρώπου δηλαδή την αποβολή των ανθρωπίνων παθών και την καθαρότητα του νοός. «Η καθαρότης δε η αληθείς ποιοι τονούν κτάστε παρουσία εν τη ώρα της προσευχής» τονίζει ο Άγιος διάδοχος Φωτικής. Και η παρουσία θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί μια κατάσταση χαρισματική για τον άνθρωπο. Μια χαρισματική κατάσταση και μια επαναφορά του ανθρώπου στην ίδια την προπτωτική κατάσταση. Δηλαδή στην κατάσταση στην οποία υπήρχε ο προπτωτικός Αδάμ ο οποίος όπως σημειώνεται από τους πατέρες της εκκλησίας ήταν γυμνώσμεν από την επιβολή των νεκρών δερμάτων εν παρουσία δε το του Θεού πρόσωπον έβλεπε. Η παρουσία που είχε προς τον Θεό δεν του επέτρεπε να έχει επίγνωση της γυμνότητάς του. Κάτι το οποίο βέβαια είναι πάρα πολύ σημαντικό για να δείξει ακριβώς ότι ο Άγιος στην ουσία κατέχει και κατορθώνει αυτή την ίδια την προπτωτική χάρη που είχε ο Αδάμ. που είχε ο άνθρωπος πριν από την πτώση. Στα κείμενα της Αγίας Γραφής έχουν αρκετές αναφορές αρκετά περιστατικά που καταγράφονται όπου έχουμε πρεσβείες αγγέλων ή και εν ζωή δικαίων όχι όμως και νεκρών. Στην παράδοση όμως της εκκλησίας βλέπουμε ότι σταδιακά εμπλουτίστηκε αυτό το ζήτημα των πρεσβειών των Αγίων και από τους νεκρούς, από τα νεκρά σώματα και από την επίκληση των νεκρών πλέον μελών της εκκλησίας των Αγίων υπέρ των ζώντων. Οι Άγιοι όμως δεν αποτελούν μεσήτες όπως τονίζεται και από τον Απόστολο Παύλο όπου ο μόνος μεσήτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων χαρακτηρίζεται ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός, δεν ονομάζονται λοιπόν μεσήτες αλλά πρεσβευτές, πρέσβεις. Γι' αυτό τονίζεται ότι δεν ονομάζουμε τους Αγίους μεσήτας λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκυνός εις γαρ εστι μεσήτης Θεού και ανθρώπων άνθρωπος Ιησούς Χριστός. Επομένως ονομάζονται σύμφωνα με τον Δαμασκυνό πρέσβεις και οικέτε προς τον Θεό. Και στο πλαίσιο αυτό λειτουργεί η ενότητα της στρατευόμενης με την θριαμβεύουσα Εκκλησία δηλαδή λαμβάνει χώρα και υφίσταται αυτό που ονομάζεται στην παράδοση της Εκκλησίας κοινωνία των Αγίων. Οι Άγιοι πρεσβεύουν υπέρ των ζών των μελών της Εκκλησίας και οι πιστοί εορτάζουν τη μνήμη των Αγίων, επικαλούνται τη βοήθειά τους και λαμβάνουν τα ονόματά τους. Σε αυτό λοιπόν το λατρευτικό πλαίσιο γνωρίζουμε ότι η Εκκλησία σήμερα εύχεται με τις πρεσβείες ή διευχών των Αγίων. Και των Αγίων Πατέρων ημών σε όλες τις προσευχές της. Και βέβαια εκείνο το οποίο θα πρέπει να αναφέρουμε ολοκληρώνοντας τη συνορτική παρουσίαση του θέματος αυτού είναι ότι η παρησία και οι πρεσβείες των ιερών λειψάνων των Αγίων και των Αγίων γενικότερα συνδέεται με το ζήτημα της ζωής εντός εισαγωγικών των ψυχών των Αγίων και σε αντιδιαστολή προς τις θνητοψυχικές τάσεις που εμφανίζονταν στην αρχαιότητα και στο Βυζάντιο ακόμη. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο οι πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν ότι οι Άγιοι στην Θριαβεύουσα Εκκλησία αισθάνονται, έχουν αίσθηση των ανάγκων των εν ζωή μελών της Εκκλησίας και γι' αυτό προσεύχονται και δαίονται γι' αυτούς. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, μάλιστα, η 7η Οικουμενική Σύνοδος αναθεματίζει εκείνους που δεν πιστεύουν ότι οι Άγιοι είναι ψυχομοσοματικές οντότητες και παραμένουν τίμιοι ενώπιον του Θεού και πρεσβεύουν υπέρ αυτών που τους επικαλούνται. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο ιδιαίτερα τονίστηκε στην Ορθόδοξη Θεωρική Παράδοση ότι οι Άγιοι επιτελούν τα θαύματα λόγω της παρησίας που έχουν ως παρόντες ενώπιον του Θεού μέσα από την συνεχή επαφή και επικοινωνία που έχουν με τα ζώντα μέλη της Εκκλησίας στο πλαίσιο της αένα εις λειτουργίας της εκκλησιαστικής κοινότητας. Ευχαριστούμε!
_version_ 1782818413090963456
description Διάλεξη 11: Στο σημερινό μας μάθημα, το οποίο είναι και το τελευταίο του κύκλου των μαθημάτων της Αγιολογίας, θα παρουσιάσουμε με συνοπτικό τρόπο κάποια τελευταία ζητήματα, τα οποία έχουν σχέση με το θεολογικό σκέλος της Αγιολογίας, αφού ήδη παρουσιάσαμε στα προηγούμενα μαθήματα τα ζητήματα της ιστορικής διαμόρφωσης της τιμής προς τους Αγίους, της εισαγωγής του συνοδικού παράγοντα, των συνοδικών διαγνώσεων στην ανάδειξη των νέων Αγίων, των κριτηρίων με τα οποία αναγνωρίζονται από την περίοδο της Τουρκοκρατίας και κυρίως κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα και στις μέρες μας τα κριτήρια τα οποία διαμορφώθηκαν για την ανάδειξη των νέων Αγίων σήμερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία μέσα από τη σχετική πράξη που έχει εδραιωθεί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις υπόλοιπες αυτοκέφαλες εκκλησίες ή στα άλλα Ορθόδοξα Πατριαρχεία και ασφαλώς σε σχέση αφού εξετάσαμε ήδη και το πως διαμορφώθηκε αυτή η παράδοση με έναν ιδιάζοντα τρόπο στη Ρωσική Εκκλησία αλλά και κατά κύριο λόγο στην Ορθοκρατολική Εκκλησία μέσα από την καθιέρωση μιας δικανικού χαρακτήρας διαδικασίας που λαμβάνοντας χώρα σε μεγάλο χρονικό διάστημα εξετάζει με εξονυχιστικό τρόπο διάφορα ζητήματα τα οποία συνηγορούν ή δεν συνηγορούν υπέρ της αγιότητας του εξεταζόμενου προσώπου για να καταλήξει τελικά σε μια απόφαση που λαμβάνεται από τον ίδιο τον Πάπα και είδαμε πως αυτή η διαδικασία κατά κάποιο τρόπο κάποια στοιχεία αυτής της διαδικασίας τα συναντούμε και στην διαδικασία που ακολουθήθηκε από την εποχή του Ιβάν του 4ου του τρομερού από την τσαρική δηλαδή περίοδο όταν αυτός ο σπουδαίος Ρώσος τσάρος εδραιώνει την Ρωσική Εκκλησία και συμβάλει στην ανήψωση της Μητροπόλεως της Μόσχας σε Πατριαρχείο της Μόσχας Πως λοιπόν αυτή η διαδικασία εξελίσσεται σε ένα πλαίσιο που έχει αρκετά στοιχεία που διαφοροποιούνται από την αρχαιότερη χριστιανική παράδοση και ασφαλώς και από την δυζαντινή παράδοση η οποία ακολούθησε αυτή την αρχαιότερη παράδοση. Το πρώτο θέμα το οποίο σήμερα θα εξετάσουμε είναι το ζήτημα των Ιερών Λειψάν. Είναι ένα ζήτημα θα μπορούσαμε να πούμε το οποίο επανέρχεται και στην εποχή μας σε διάφορες συζητήσεις και έχει να κάνει με το γεγονός ότι ευκέρος-ακέρος τίθενται ζητήματα ως προς την τιμή των Ιερών Λειψάνων ως προς την μεταφορά των Ιερών Λειψάνων σε διάφορους ενοριακούς ναούς σε μεγάλες πόλεις της πατρίδας μας ως προς την παρουσία των Ιερών Λειψάνων ασφαλώς σε μεγάλο αριθμό σε μοναστήρια και κυρίως στο μεγαλύτερο μοναστικό κέντρο στο Άγιον Όρος όπου όσοι άντρας επισκέπτονται τα μοναστήρια του Αγίου Όρους διεπιστώνουν ότι εκεί θυσαυρίζεται ένας μεγάλος αριθμός Ιερών Λειψάνων και βέβαια το γεγονός ότι κατά περιόδους εγείρεται το ζήτημα της ιερότητας των Λειψάνων των Αγίων ή της συσχέτισης χαρακτηριστικών γνωρισμάτων των Ιερών Λειψάνων όπως είναι η ευωδία των Ιερών Λειψάνων ή η αφθαρσία των Ιερών Λειψάνων με την αγιότητα των προσώπων και κυμημένων αυτών προσώπων στα οποία ανήκουν τα Λείψανα αυτά. Θα θυμίσω ενδεικτικά δύο περιπτώσεις που σχετίζονται με το Θεό με αυτό. Πριν από μερικά χρόνια την περίπτωση του αφθάρτους κοινώματος του Ιερομονάχου Βυσαρίωνος στην Ιερά Μονή Αγάθονος του μακαριστού Ιερομονάχου Γέροντους Βυσαρίωνος το οποίο μετά την ανακομιδή του Λειψάνου βρέθηκε ακέραιο και τότε δημιούργησε πάρα πολλές συζητήσεις ως προς την συσχέτιση αυτής της ακεραιότητας του Λειψάνου του Γέροντους Βυσαρίωνος με την αγιότητά του όπως επίσης και το πρόσφατο ζήτημα που επανήρθε και δημιούργησε μεγάλη συζήτηση στην ελληνική κοινωνία μετά την μεταφορά ενός μέρους του Ιερού Λειψάνου της Αγίας Βαρβάρας από μια πόλη της Ιταλίας σε έναν ναό στην Αθήνα. Βλέπουμε λοιπόν ότι το θέμα αυτό δεν αφορά μόνον στην απότερη ιστορία που θα δούμε ότι ιστορικά το θέμα της θυμής των Ιερών Λειψάνων και της παρουσίας των Ιερών Λειψάνων απασχόλησε ακόμη και τους Βυζαντινούς αλλά σχετίζεται και με την νεότερη περίοδο, αποτελεί θα μπορούσαμε να πούμε δηλαδή ένα σύγχρονο θέμα που προβληματίζει πάρα πολύ το χριστιανικό κόσμο και ασφαλώς προβληματίζει ιδιαίτερα ως προς τις κατηγορίες που πολλές φορές εκτοξεύονται είτε από χριστιανούς οι οποίοι αντιμετωπίζουν το θέμα αυτό με ένα σκεπτικισμό είτε και από πρόσωπα τα οποία δεν έχουν σχέση ασφαλώς με την εκκλησία. Αυτό το οποίο καταρχήν θα πρέπει να πούμε είναι ότι ιστορικά το ζήτημα της παρουσίας των Ιερών Λειψάνων τεκμηριώνεται και διαπιστώνεται από ένα πλήθος πληροφοριών που ανακύπτουν και εντοπίζονται ήδη από τα πιο πρόημα μαρτυρολογικά κείμενα και διαπιστώνεται από τα αρχαία μαρτύρια ότι ακριβώς οι χριστιανοί μερινούσαν να λαμβάνουν τα λείψανα των μαρτύρων των τοπικών εκκλησιαστικών κοινοτήτων για να τιμήσουν τα λείψανα αυτά εναποθέτοντάς τα ασφαλώς σε τάφους οι οποίοι είχαν μια διακριτή θέση μέσα στα χριστιανικά κημητήρια. Τα γνωστά μαρτύρια τα οποία επιβιώνουν και σήμερα στις αρχαίες χριστιανοί εντοπίζονται έχουν εντοπιστεί στις αρχαιολογικές ανασκαφές στις αρχαίες χριστιανικές νεκροπόλεις και γνωρίζουμε ότι και εδώ στη Θεσσαλονίκη έχουμε στα επτά ανασκαφέντα χριστιανικά κημητήρια της ύστερης αρχαιότητας έχουν εντοπιστεί τέτοια μαρτύρια δηλαδή τάφη χριστιανών μαρτύρων και σε κάποιες περιπτώσεις έχουν εντοπιστεί και λείψανα μαρτύρων μέσα Λοιπόν, ένα σημαντικό ζήτημα η αρχαιότητα και ένα στοιχείο το οποίο συνηγορεί υπέρ αυτής της τιμής που αποδίδονται και σήμερα προς τα ιερά λείψανα η αρχαιότητα της τιμής των ιερών λειψάνων, των λειψάνων των μαρτύρων και αργότερα των λειψάνων των άλλων αγίων, των αουσίων όπως είπαμε και των υπολοίπων αγίων που μετά το τέλος της εποχής των βιωγμών τιμήθηκαν ως Άγιοι στη Βυζαντινή εποχή ή και στη μεταβυζαντινή εποχή και τα λείψανα τους απέκτησαν τη φήμη ως πηγών θαυματουργιών και θαυμαστών θεραπιών και κατ' αυτόν τον τρόπο έχουμε τη δημιουργία πολύ σημαντικών παραδόσεων για προσκυνήματα που σχετίζονται με την παρουσία τέτοιων λειψάνων που πολλές φορές διακρίνονταν για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα έκτακτα γνωρίσματα τα οποία σχετίζονται με τα λείψανα των αγίων όπως είναι η ευωδία τους που καταγράφεται σε αρκετές πηγές η ευωδία των ιερών λειψάνων και καταγράφεται πολλές φορές και από προσκυνητές των ιερών λειψάνων στην εποχή μας όπως είναι το ζήτημα της αμφασίας των λειψάνων και αξίζει να αναφέρουμε να μνημονεύσουμε την περίπτωση των άφθαρτων σκηνωμάτων αγίων πολιούχων σε διάφορες περιοχές της πατρίδας μας, πολύ χαρακτηριστικές υπερηπτώσεις των σκηνωμάτων του Αγίου Σπυρίδωνος στην Κέρκυρα ή του σκηνώματος του Αγίου Γερασίμου στην Κεφαλονιά ή του Αγίου Διονησίου στην Ζάκινθο ή άλλων σκηνωμάτων του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου στη Μέβεια και ούτω καθεξής Έτσι λοιπόν μέσα από αυτά τα έκτακτα σημεία προβάλλεται ιδιαίτερα μέσα στη χριστιανική παράδοση η ιερότητα των λειψάνων και βέβαια ως ένα έκτακτο γνώρισμα της ιερότητας των λειψάνων θεωρήθηκε κατά τη Βυζαντινή εποχή και κατά τους μεταγενέστερους αιώνες το στοιχείο της μοιροβλησίας σε συνάφεια με το στοιχείο της ευωδίας των ιερών λειψάνων ένα φαινόμενο που όπως είχαμε πει σε ένα παλαιότερο μάθημά μας σχετίζεται ιδιαίτερα με την αφισβήτηση της τιμής των ιερών λειψάνων που εμφανίστηκε κατά την εποχή της οικονομαχίας Εκείνο το οποίο θα πρέπει να πούμε είναι ότι από τους παλαιότερους χρόνους από την περίοδο της ύστερης αρχαιότητας καταγράφεται ένα έντονο ενδιαφέρον μεταξύ διαφόρων χριστιανών για να αποκτήσουν τα ιερά λείψανα των μαρτύρων και των υπολοίπων αγίων της εκκλησίας και μάλιστα το φαινόμενο αυτό προσέλαβε θα μπορούσαμε να πούμε ανεξέλεγκτες διαστάσεις ακόμη και μέσα από τις λεγόμενες ιερές κλοπές δηλαδή τις κλοπές ιερών λειψάνων φούρτα σάκρα καταγράφονται στις λατινικές πηγές που με τον τρόπο αυτό επιχειρούσαν κάποιοι χριστιανοί ακόμη και για ιδιοτελείς σκοπούς να αποκτήσουν τα λείψανα των αγίων γνωρίζοντας ότι η ευλάβεια των χριστιανών, η μεγάλη ευλάβεια των χριστιανών επιζητούσε την απόκτηση αυτών των ιερών λειψάνων και γι' αυτόν τον λόγο ακριβώς αυτές οι ιερές κλοπές οδήγησαν ακόμη και σε ένα εμπόριο λειψάνων όχι μόνο στη Δύση όπου περισσότερο καταγράφεται το φαινόμενο αυτό αλλά ακόμη και στη Βυζαντινή ιστορική παράδοση είναι χαρακτηριστικό για παράδειγμα και θα αξιζήσω να το αναφέρουμε ένα πείημα του γνωστού ποιητή του σημαντικότερου ποιητή του ενδέκα του αιώνα του Χριστοφόρου Μητυλινέου προς κάποιον μοναχό Ανδρέα με τον τίτλο «προς τον μοναχό Ανδρέα ωστά ιδιωτών ως αγίων λειψάνων εξωνούμενων μέληται άπειρα ως ενός και του αυτού αγίου δέχεται» και τα λοιπά και επικρίνει στο πείημά του αυτό ο Χριστοφόρος Μητυλινέος αυτόν τον μοναχό Ανδρέα ο οποίος διάφορα ωστά απλών ανθρώπων τα βάφτιζε ωστά αγίων για να τα πουλήσει και να τα προμηθεύσει σε διάφορους ευλαβείς χριστιανούς οι οποίοι ήθελαν να τα αποκτήσουν και μάλιστα ασκόντας ένα εμπόριο με πολλά μέλη αυτών των αγίων τα οποία εμφανίζονται να προέρχονται όλα από έναν και τον αυτό άγιο είναι χαρακτηριστικό να διαβάσουμε ένα απόσπασμα από το κείμενο αυτό Προκοπίουμεν μάρτυρος ΧΕΡΑΣ 10 βλέπουμε εδώ αυτήν ακριβώς την ιρωνία του Χριστοφόρου Μητυλινέου παρουσιάζεις τους φίλους σου πολλές θήκες με ιερά λίψανα και μάλιστα χαρακτηριστικά του Μάρτυρα Προκοπίου 10 χέρια, Θεοδόρου δε 5 και 10 γνάθους, 15 γνάθους του Αγίου Θεοδόρου και Νέστορος μεν άχλη των 8 πόδας, 8 πόδια του Αγίου Νέστορος, Γεωργίου δε 4 κάρας άμα και ούτω καθεξής βαβές ζεούς της πίστεωσής Ανδρέα, τον κατηγορεί και τον μεμφέται για αυτήν την ζεούσα πίστη όπως λέει τον Ανδρέα ή της επίθη τους μεν αθλητάς ύδρας, τους μάρτυρας δε θείρας ή αισταικίνας και ούτω καθεξής και με τον τρόπο αυτό λοιπόν ο Χρυστοφόρος ο Μητυλινέος μας δίνει ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός βυζαντινού μοναχού ο οποίος μέσα από αυτόν τον ζήλο είχε οδηγηθεί τελικά σε μια πλαστή, σε μια τελείως επίπλαστη ευσέβεια η οποία ασφαλώς δεν είχε καμιά σχέση με την αλήθεια της διδασκαλίας της εκκλησίας γύρω από τα Ιερά Λείψαινα. Όπως θα την δούμε να αποτυπώνεται στη συνέχεια σε διάφορα κείμενα. Αυτό λοιπόν το ιστοϊκό πλαίσιο μπορούμε να πούμε ότι καταγράφεται σε αρκετά κείμενα μέσα από τις ανακομιδές των Ιερών Λειψάνων που καταγράφονται πάρα πολύ πρώιμα, ιδίως από τους Αγίους Τόπους προς την Κωνσταντινόπολη σε μία περίοδο κατά την οποία η Κωνσταντινόπολη ήδη από πάρα πολύ νωρίς από τους πρώτους αιώνες ιδρύσεώς της και λειτουργίας της ως της πρωτεύουσας του νέου ρωμαϊκού κράτους της χριστιανικής αυτοκρατορίας καθίσταται και ένα κέντρο θα μπορούσαμε να πούμε εορτολογικής τιμής. Και αυτό το πλαίσιο τίθεται μάλιστα από τους ίδιους τους αυτοκράτορες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, δηλαδή γνωρίζουμε ότι αρκετά πρόσωπα όπως η Αυγούστα Πουλχερία και αργότερα ο Λέοντας ο Έκτος ή ο Κωνσταντινός ο Πορφυρογέννητος στη Μεσοβυζαντινή περίοδο προσπαθούν και μερινούν να συγκεντρώσουν, να συλλέξουν από διάφορα μέλη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ται μάχια ή ολόκληρα τα ιερά λείψανα των αγίων στην πρωτεύουσα του Βυζαντινού κράτους για να καταστεί έτσι η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας και το αερωτολογικό επίκεντρο όλου του χριστιανικού κόσμου. Έτσι λοιπόν δημιουργήθηκαν αρκετά προσκυνήματα με χριστιανικά ελείψανα μαρτύρια ή με τάφους στους οποίους σώσονταν τα λείψανα των μαρτύρων και των αγίων και κατ' αυτόν τον τρόπο εδραιώθηκαν τα μεγάλα χριστιανικά προσκυνήματα και στους αγίους τόπους αλλά και σε διάφορες άλλες περιοχές της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Εκείνο το στοιχείο βέβαια το οποίο μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι ότι στην περίπτωση των μαρτυρικών λειψάνων γνωρίζουμε ότι πάρα πολύ νωρίς η Εκκλησία προέδει σε μια προβολή των λειψάνων των χριστιανών μαρτύρων ως της βάσης και της κρυπίδας πάνω στην οποία αναπτύχθηκε η Εκκλησία στους μεταγενέστερους αιώνες. Γι' αυτό ακριβώς τον λόγο και θεσπίστηκε με κανόνες τοπικών και οικουμενικών συνόδων να όχι μόνο η τιμή των ιερών λειψάνων αλλά και ο εγγενισμός των νέων επλησιών της Αγίας Τράπεζας στις νέες εκκλησίες με λείψαν αμαρτύρο. Και βέβαια η λειτουργική αυτή πράξη, η λειτουργική δηλαδή χρήση των μαρτυρικών λειψάνων κατά τον καθαγιασμό της Αγίας Τραπέζης στους νέους ιερούς ναούς που εγγενιάζονταν, έχει μια σαφή βιβλική αναγωγή στο βιβλίο της Αποκαλύψεως όπου ακριβώς διατυπώνεται με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι το θυσιαστήριο στον θρόνο του Θεού υποκάτω του θυσιαστήριου βρίσκονταν τα οστά των πεπελεκυμένων δια το όνομα του Ιησού Χριστού, δηλαδή των μαρτύρων της Εκκλησίας. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο καταπόλυτη αναγωγή στο φυτό της, όπως ονομάζεται η βάση της Αγίας Τραπέζης ο αρχιερέας και σήμερα ακόμη κατά τον εγγενισμό νέων ιερών ναών τοποθετεί μάχια μικρά αποτμήματα από τα λειψανά μαρτύρων της Αρχίας Εκκλησίας. Και βέβαια, στη Μεσοβυζαντινή περίοδο εδραιώνεται αυτή η θεολογία για την τιμή των ιερών λειψάνων, όπως ακριβώς καταγράφεται από τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκινό στο σχετικό κεφάλαιο για την τιμή των αγίων και των ιερών λειψάνων των αγίων στην έκθεση ακριβή της Ορθοδόξου Πίστεως. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκινός σημειώνει χαρακτηριστικά ότι τα λειψανά αποτελούν πηγές που παρέχει ο Δεσπότης Χριστός σε όλους τους χριστιανούς, πηγάς ημίν σοκυρίους, ο Δεσπότης Χριστός στα των αγίων παρέσχετο λειψανά, πολυτρόπος τα συμπεριεσίας πηγάζοντα. Και μάλιστα σημειώνει στη συνέχεια ότι βρύουν μύρον ευωδίας, αναφέρεται στη Μυροβλησία που είναι ένα φαινόμενο όπως είπαμε που ιδιαίτερα γνωρίζει ιδιαίτερη έξαρση κατά την περίοδο της Ιφωνομαχίας, στην εποχή δηλαδή που έζησε ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκινός και μάλιστα τονίζει ότι παρά το γεγονός ότι στο Μοσαϊκό νόμο πας ο νεκρού απτόμενος ακάθαρτος εχρημάτιζε, ωστόσο στην περίπτωση της χριστιανικής πίστης τα νεκρά σώματα των Χριστιανών, των Αγίων της Εκκλησίας δεν λογίζονται ως πηγή ακαθαρσίας αλλά ως πηγή αγιασμού. Και αυτό διότι τα πρόσωπα αυτά τονίζει ο Δαμασκινός δεν είναι νεκροί αλλ' ούχ ούτι νεκροί αφού γάρ η αυτοζωή ότι ζωείς έτειος ο ίδιος δηλαδή ο Χριστός εν νεκρής ελογίστην τους επελπίδει Αναστάσεως και εις αυτόν πίστη κοιμηθέντας ού νεκρούς προσαγορεύομαι. Δεν είναι νεκροί και επομένως δεν είναι πηγή αγιασμού οι Χριστιανοί και μάλιστα οι Άγιοι οι οποίοι έχουν κοιμηθεί εν Χριστό από τη στιγμή που αγιάστηκε το ανθρώπινο σώμα μέσα από τον ίδιο τον Χριστό ο οποίος εν νεκρής ελογίστη. Αυτό δεν τους αποκαλούμε λέει νεκρούς ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκινός αλλά κοιμηθέντας και ού νεκρούς προσαγορεύομαι νεκρών κατασώμα πως θα αγματουργεί δύναται και μάλιστα αναφέρει εδώ πέρα την δύναμη που έχουν τα λείψανα των Αγίων μέσα από τα θαύματα τα οποία επιτελούσαν. Έτσι κατά αυτόν τον τρόπο η τινή προς τα ιερά λείψανα των Αγίων μπορούμε να πούμε ότι θεολογικά κατοχυρώνεται και εδράζεται σε ένα κύριο δόγμα της χριστιανικής πίστεως και αυτό είναι το δόγμα της ενανθρωπίσεως του Υιού και λόγου του Θεού. Από τη στιγμή που ο Χριστός ενυθρώπισε και έλαβε πλήρη την ανθρώπινη σάρκα, το ανθρώπινο σώμα και την ανθρώπινη ψυχή δηλαδή έλαβε τον πλήρη άνθρωπον, κατά την ίδια στιγμή πλέον η ανθρώπινη φύση προσέλαβε την δύναμη και τη δυνατότητα της θεώσεως. Έτσι γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο τα λείψανα των Αγίων χαρακτηρίζονται στις φύγες ως τα τεθεωμένα λείψανα των Αγίων και δυνάμει όλοι οι Χριστιανοί έχοντας τη δυναμική της θεώσεως δηλαδή τη δυνατότητα μέσα από την Χριστό ζωή τους να μεθέξουν των Θεών ενεργιών του Θεού καθίστανται δεκτικοί αυτής της χάριτος και αυτών των ενεργιών του Θεού και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο και τα σωματικά τους λείψανα, τα νεκρά σώματα των Χριστιανών Αγίων καθίστανται φορείς αυτής της χάριτος του Θεού. Ο Άγιος Κύριλος ο Ιεροσολύμων τονίζει χαρακτηριστικά ότι «έγγιτε της δύναμης των Αγίων σώματι, δια την εντοσού της έτεσιν ενοικίσασα εναυτό δικαίων ψυχήν». Τονίζεται ιδιαίτερα σε πάρα πολλά κείμενα ότι αυτή η χάρη και η μετοχή στις ενεργίες του Θεού ή το γεγονός ότι υπήρξαν μέτοχοι των ενεργιών του Θεού, όχι ασφαλώς της ουσίας του Θεού, αλλά μόνον των ενεργιών του Θεού καθιστά δυνατά τα σώματα να εκφέρουν αυτή την εκθεωτική ενέργεια και στους υπόλοιπους ανθρώπους και γι' αυτόν ακριβώς θαυματουργούν τα ιερά λείψανα των Αγίων ακόμη και μέσα από τα εξεπαφείς όπως ονομάζονται λείψανα, δηλαδή όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία σχετίζονται με τα λείψανα των μαρτύρων και των Αγίων όπως είναι τα ενδήματά τους ή ακόμη και αυτά τα όργανα του βασανισμού τους. Και γι' αυτόν ακριβώς στον λόγο στο εορτολόγιο της Εκκλησίας, όπως ήδη αναφέραμε, καταγράφονται τέτοιες περιπτώσεις λειψάνων τα οποία εντάσσονται μέσα στα εξεπαφείς λείψανα. Χαρακτηριστικότερη βέβαια περίπτωση εξεπαφής λειψάνου είναι ο ίδιος ο Τίμιος Σταυρός, ο Σταυρός του Χριστού, ο οποίος αγιάστηκε από την επαφή του σώματος του Χριστού με το Τίμιο αυτό ξύλο και γι' αυτόν ακριβώς στον λόγο μεταδίδει αυτήν την χάρη της θείας ενέργειας, της ενέργειας του Θεού και στους πιστούς οι οποίοι στα πρόσωπα αυτά τα οποία με πίστη προσέρχονται για να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό που διάφορα τμήματά του, όπως γνωρίζουμε, φυλάσσονται και στα μεγάλα μοναστή, σε μεγάλα μάλιστα τμήματα που δορήθηκαν από βυζαντινούς αυτοκράτορες, φυλάσσονται στα μεγάλα κοινόδια του Αγίου Όρους. Και βέβαια και άλλες εορτές όπως η εορτή της Τιμίας Αλίψεως του Αποστόλου Πέτρου, της Τιμίας Αλίψεως του Αποστόλου Πέτρου στις 17 Ιανουαρίου ή οι εορτές των θεομετορικών αμφίων ακριβώς σχετίζονται με τη δύναμη που έχουν και τα εξεπαφείς λείψανα, αυτά τα ενδύματα δηλαδή και τα όργανα του βασανισμού να μεταφέρουν την χάρη του Θεού προς τους χριστιανούς που με πίστη, προς τα μέλη της εκκλησίας που με πίστη τα προσκυνούν. Και τονίζεται αυτό το στοιχείο με ιδιαίτερο τρόπο και με αναγωγές από τους μεταγενέστερους συγγραφείς και με αναγωγές ακριβώς στα χαύματα τα οποία επιτελούσαν οι Απόστελοι μετά την ανάληψη του Χριστού, που επιτελούσαν οι Απόστελοι μέσω των σουδαρίων τους και ακόμη και μέσα από την σκιά τους όταν περνούσαν κοντά σε ασθενείς οι οποίοι θεραπεύονταν ακόμη και από την σκιά των Αποστόλων ή από τα σουδάρια και από τα ενδύματα με τα οποία έχονταν σε επαφή οι ασθενείς οι οποίοι θεραπεύονταν. Με το ζήτημα αυτό της δύναμης που έχουν να επιτελούν θαύματα τα Ιερά Λείψανα των Αγίων έχει μεγάλη σημασία, έχει μεγάλη σχέση και υπαρουσία γενικότερα των θαυμάτων μέσα στη ζωή της Εκκλησίας. Τα θαύματα γνωρίζουμε ότι είναι ένα θέμα το οποίο έχει βιβλικές ρίζες, ρίζες και στην Παλαιά Διαθήκη αλλά κυρίως στην Καινή Διαθήκη όπου έχουμε την επιτέλεση πλήθους θαυμάτων μέσα από τα θαύματα του Χριστού και των Αποστόλων. Είναι ένα επίσης θέμα που και σήμερα στην λογοκρατούμενη εποχή μας γεννά πάρα πολλές συζητήσεις το αν είναι δυνατόν να υπάρχουν ή να πιστεύουν οι άνθρωποι σε θαύματα και γεννά πάρα πολλές αμφιβολίες η αναφορά σε θαύματα που και στις ημέρες μας ακόμη καταγράφονται σε διάφορες περιπτώσεις. Αυτό το ζήτημα έχει να κάνει σε πολύ μεγάλο βαθμό με την στάση που λαμβάνουν οι ίδιοι οι άνθρωποι απέναντι γενικότερα στο φαινόμενο της πίστεως αλλά και οι ίδια ακόμη θα λέγαμε τη σχέση που έχουν τα θαύματα και η μεταφυσική θα μπορούσαμε να πούμε των θαυμάτων με το ζήτημα της επιστήμης και των αντιλήψεων που σήμερα εκφράζονται μέσα από τις επιστημονικές διαπιστώσεις. Αυτό το οποίο ασφαλώς πρωτίστως θα πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι εφόσον κάποιος αποδέχεται ως γενόμενα τα βιβλικά θαύματα δηλαδή τα θαύματα τα οποία συνέβησαν κατά την εποχή του Χριστού και των Αποστόλων και παλαιότερα κατά την εποχή των μεγάλων Αγίων της Παλαιάς Διαθήκης ασφαλώς δεν αυτομάτως οδηγεί και στην αποδοχή των θαυμάτων των Αγίων δηλαδή των θαυμάτων που επιτελούνται που επιτελέστηκαν μετά την εποχή του Χριστού και των Αποστόλων. Το ζήτημα όμως αυτό το οποίο θα πρέπει να επισημάνουμε ιδιαίτερα είναι ότι υφίσταται μια ιδιαίτερη οπτική και ένα ιδιαίτερο αντικείμενο μέσα από το οποίο πρέπει να ερευνήσουμε το ζήτημα των θαυμάτων των Αγίων ως προς την ουσία τους, τον σκοπό τους αλλά και την ιδοποιώ διαφορά που έχει το χριστιανικό θαύμα από τα διάφορα άλλα θαύματα τα οποία καταγράφονται μάλιστα και στον προχριστιανικό κόσμο αλλά και στον εξοχριστιανικό, στον ιδιολατρικό κόσμο και σε άλλες θρησκευτικές παραδόσεις. Κάποια βασικά ζητήματα τα οποία θα πρέπει να λάβουμε υπόψη, κάποια βασικά στοιχεία τα οποία θα πρέπει να λάβουμε υπόψη σε σχέση με τα θαύματα τα οποία επιτελούνται από τους Αγίους είναι καταρχήν η βασική θεολογική αρχή ότι οι νόμοι της φύσεως, οι φυσικοί νόμοι ορίζονται από τον Θεό όπως ετέχθησαν από τον ίδιο τον Θεό και ορίζονται κατά συνέπεια από τον Θεό ως δημιουργό του κόσμου ο οποίος όμως ως δημιουργός ακριβώς της χτίσεως δεν περιορίζεται από την χτίση, δεν περιορίζεται από τους νόμους της χτίσεως, γι' αυτό ακριβώς τον λόγο και ο Θεός είναι εκείνος ο οποίος ως δημιουργός μπορεί να αναστέλει την λειτουργία των νόμων της φύσεως, των νόμων της χτίσεως και κατά συνέπεια μέσα από αυτή την αναστολή των φυσικών νόμων να υπέρχεται το θαύμα. Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι το θαύμα δεν αποτελεί όπως είπαμε αποκλειστικό προνόμιο του χριστιανισμού. Ο ίδιος ο Χριστός είπε στους μαθητές Του ότι εγιερθίσονται ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήτε και δώσουσι σημεία μεγάλα και τέρατα. Και γνωρίζουμε άλλωστε ότι και στον εξωχριστιανικό κόσμο όπως είπαμε οι περιπτώσεις του Απολλονίου του Τιανέως και άλλων προσώπων που εμφανίζονταν ως θαυματοποιοί στην εποχή τους ακριβώς επιβεβαιώνουν αυτό το στοιχείο της υπάρξεως του θαύματος και έξω από τον χριστιανικό πνευματικό χώρο. Το τρίτο στοιχείο το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό είναι το ζήτημα της αναγκαιότητας των θαυμάτων, του ποιος έχει ανάγκη από τα θαύματα. Και βέβαια αυτό το οποίο θα πρέπει να συνειώσουμε εξ αρχής είναι ότι εκείνοι που έχουν τα θαύματα δεν είναι οι χριστιανοί, οι χριστιανοί δεν έχουν ανάγκη από τα θαύματα διότι το θαύμα δεν αποτελεί μια προϋπόθεση της πίστεως δηλαδή δεν απαιτούμε το θαύμα για να πιστέψουμε αλλά το θαύμα αποτελεί συνέπεια της πίστεως. Αφορούν λοιπόν τα θαύματα τους μη πισθούς, αυτούς οι οποίοι δεν βρίσκονται μέσα στο χώρο της πίστεως και όπως βλέπουμε και από τα θαύματα που καταγράφονται μέσα στην Καινή Διαθήκη η ανάλυση αυτών των θαυμάτων θα μας οδηγούσε σε ένα πολύ βασικό συμπέρασμα ότι τα θαύματα δεν οδηγούν τον άνθρωπο στην πίστη αλλά ότι προϋποθέτουν την πίστη. Αυτό το βλέπουμε σε πάρα πολλές περιπτώσεις όπου θεραπεύονται ή ακόμη και ανασταίνονται άνθρωποι από τον Χριστό όχι για να πιστέψουν οι άλλοι άνθρωποι ή οι συγγενείς τους αλλά ως αποτέλεσμα της πίστεως των ιδίων των ασθενών ή των συγγενών τους οι οποίοι με πίστη προσέφευγαν στον Ιησού. Έτσι λοιπόν συχνά αναφέρεται στα κείμενα των Ευαγγελίων ότι ο Χριστός αναφέρεται σε μια προϋποθετική πίστη. Όχι είναι μεγάλη σου η πίστης. Αναφωνεί για τη γυναίκα εκείνη η πίστη της οποίας οδήγησε τελικά στην επιτέλεση του θαύματος από τον Χριστό. Ή η ομολογία από τον Χριστό ότι αισθάνθηκε κάποια δύναμη να φεύγει από το σώμα του λέγοντας ότι ύψα το όμο της στην περίπτωση της αιμορροούσας η οποία τον άγγιξε και θεραπεύτηκε. Έτσι λοιπόν η πίστη των ανθρώπων είναι αυτή η οποία οδηγεί στην επιτέλεση των θαυμάτων, η πίστη των χριστιανών και δεν συμβαίνει το αντίστροφο. Δηλαδή το θαύμα δεν είναι αυτό το οποίο λειτουργεί για την ορθόδοξη θεολογική παράδοση ως αποδεικτικό στοιχείο για να πιστέψει κάποιος. Οι πειρασμοί του Χριστού επίσης μας δίνουν ένα άλλο πολύ χαρακτηριστικό στοιχείο και ένα πολύ χαρακτηριστικό τεκμήριο. Όταν ο σατανάς του ζητάει να επιτελέσει κάποια θαύματα ο Χριστός αρνείται να επιτελέσει την πρόκληση αυτή για το θαύμα, να επιτελέσει τα θαύματα. Το θαύμα λοιπόν αποτελεί περί της πίστεως και δεν αποτελεί μια προϋπόθεση που οδηγεί στην πίστη. Το τέταρτο στοιχείο που είναι πάρα πολύ επίσης σημαντικό είναι ότι το θαύμα δεν αποτελεί προσωπικό επίτευμα αυτού ο οποίος έχει το χάρισμα να επιτελεί τα θαύματα. Εάν επιτελούνταν θαύματα από τους Αγίους ή από τους Αποστόλους, από τους μαθητές του Χριστού, αυτό συνέβαινε διότι οι επιτέλεις των θαυμάτων δίνεται ως ένα χάρισμα υπηρετικό του λόγου και του χαρίσματος και της δασκαλίας της πίστεως όχι μόνο με τα λόγια αλλά και μέσα από τα έργα. Και γι' αυτό ακριβώς ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναίτης στις Αταποκρίσεις του λέει ότι πολλές φορές και η πίστη αυτού που προσέρχεται είναι εκείνη η οποία πραγματοποιεί το σημείο και όχι η αξία του ποιήσαδος. Πολλές φορές δηλαδή είναι ανάξιος αυτός μέσω του οποίου επιτελείται το θαύμα να πραγματοποιήσει το συγκεκριμένο θαύμα αλλά η πίστη είναι αυτή η οποία επιφέρει και οδηγεί στο θαύμα πολλάκης και η πίστης του προσερκωμένου εστιν ή το σημείο ποιήσασα και όχι η αξία του ποιήσαδος. Είναι επίσης πολύ σημαντικός ο μυστικός και ο σωτηραιολογικός θα μπορούσαμε να πούμε χαρακτήρας του θαύματος δηλαδή το θαύμα λειτουργεί ως μια έκφραση της αγάπης και της ευλαχνίας του Θεού προς τον άνθρωπο. Δεν είναι κάτι το οποίο επιφέρει μόνο τη σωματική θεραπεία και τη μίαση αλλά είναι κάτι που πρωτίστως επενεργεί και θεραπεύει την ψυχή του ανθρώπου και γι' αυτό ακριβώς τον λόγο αποτελεί στοιχείο έκφρασης της Θείας αγάπης. Αποσκοπεί λοιπόν το θαύμα πρωτίστως στην εσωτερική μεταμόρφωση του ανθρώπου και στη σωτηρία του και κατά δεύτερο λόγο στη σωτηρία και στη θεραπεία της φθαρτής φύσεως του. Και γι' αυτό ακριβώς το θαύμα λογίζεται ως μια ανταπόκριση του Θεού στα αιτήματα των πιστών κατά την παρότριση του Χριστού. Ετείτε και δοθήσετε ειμήν, ζητείτε και ευρίσετε, κρουέτε και ανοιγήσετε ειμήν αλλά πάντατε προς το συμφέρον των προσώπων των πιστών οι οποίοι ζητούν τα θαύματα. Γι' αυτόν τον λόγο ο Θεός απαντάει ακόμη και αρνητικά ανάλογα προς το συμφέρον των Χριστιανών με την παραχώρηση και την παροχή ή όχι του θαύματος. Πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι το θαύμα μέσα στη χριστιανική θεολογική παράδοση τίθεται μέσα σε ένα εσχατολογικό πλαίσιο. Υπάρχει η εσχατολογική θεώρηση του θαύματος ως μια προεικόνισης των εσχάτων. Ως μια προεικόνισης της βασιλείας του Θεού και έτσι το θαύμα καθίσταται, το θαύμα που χαρακτηρίζεται και ως σημείο μέσα στα κείμενα της Καινής Διαθήκης αποτελεί ένα σημείο αυτού του νέου κόσμου. Της βασιλείας του Θεού λοιπόν που έρχεται στην οποία ασφαλώς δεν υπάρχει ο θάνατος, δεν υφίσταται ο θάνατος και δεν υπάρχει ο σωματικός πόνος και η σωματική ασθένεια. Και τέλος τα θαύματα θα πρέπει να πούμε ότι τέθηκαν μέσα σε ένα πλαίσιο της επικύρωσης της δογματικής αλήθειας της εκκλησίας. Γι' αυτό και όπως έχουμε πει και σε παλαιότερο μάθημά μας χρησιμοποιήθηκαν μέσα στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης της Ορθόδοξης από τη Ρωμαϊκαθολική Εκκλησία για την επικύρωση και την στοιχείωση της δογματικής αλήθειας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Θα υπενθυμίσω αυτήν την πολύ σημαντική πραγματεία που έγραψε στη διάρκεια του 18ου αιώνα ο μεγάλος θεολόγος και λόγιος Ευγένιος Βούλγαρης με το τίτλο «Περί τον μετά το σχίσμα αγίων της Ανατολικής Εκκλησίας και των γενωμένων εν αυτοί θαυμάτων» συγκεντρώνοντας ακριβώς τις μαρτυρίες για τα θαύματα ακόμη και από την εποχή του αλλά και κυρίως από τις πηγές των προγενεστέρων αιώνων για να επιβεβαιώσει ακριβώς και να επικυρώσει το στοιχείο της δογματικής αλήθειας της Ορθόδοξης Πίστης που φέρεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Έτσι λοιπόν τα ιερά λείψανα όπως είπαμε φέρονται ως αποτελούν φορείς της αγάπης αυτής του Θεού μπρος τον άνθρωπο μέσα από τις θεραπείες και την σωστική παρέμβαση των ιερών λειψάνων προς τους έχοντες ανάγκη ανθρώπους. Αυτό το στοιχείο έχει να κάνει και με ένα άλλο πολύ σημαντικό γνώρισμα που σχετίζεται με τους Αγίους και αυτό αφορά στην δυνατότητα, στην παρουσία που έχουν οι Άγιοι προς τον Θεό και στην δυνατότητα που έχουν κατά συνέπεια συνειδητοχικά να πρεσβεύουν προς τον Θεό υπέρ των ζωή ανθρώπων. Η παρουσία των Αγίων προς τον Θεό σχετίζεται άμεσα με την παρουσία τους ενώπιον του Θεού και επιφέρει ασφαλώς την αποδοχή των πρεσβειών τους. Είναι χαρακτηριστικό όπως σημειώνει ο Άγιος Διάδοχος Ποδικής στον πέμπτο αιώνα ότι τους Αγίους τους έχουμε πρεσβευτάς των ευχών των ετημάτων δια το υπερβάλλον της παρουσίας αυτών. Τους καθιστούμε λοιπόν πρεσβευτές μας γιατί οι Άγιοι έχουν παρουσία για να πρεσβεύουν προς τον Θεό. Κάτι βέβαια το οποίο ασφαλώς δεν γίνεται αντιληπτό από τα γνωστικά όργανα του ανθρώπου, δηλαδή από το νου, από την λογική και από τα αισθητήρια όργανα του ανθρώπου. Και αυτό είναι ένα στοιχείο το οποίο επιφέρει πολλές φορές την αφισβήτηση και την αμφιβολία για τις πρεσβείες και για τα θαύματα των Αγίων και των λειψάνων τους όπως είπαμε. Είναι λοιπόν πολύ χαρακτηριστικό όπως τονίζεται στην Ορθόδοξη Παράδοση ότι οι Άγιοι έχουν παρουσία προς τον Θεό. Και έχουν παρουσία προς τον Θεό διότι είχαν οι ίδιοι την αντίληψη ότι δεν έχουν παρουσία προς τον Θεό. Τονίζεται χαρακτηριστικά ότι έχει παρουσία προς τον Θεό, ο μη νομίζων έχει παρουσία. Τι είναι λοιπόν παρουσία. Η παρουσία είναι η κατάσταση οικιότητας της ψυχής του ανθρώπου με τον Θεό. Και προϋποθέτει ασφαλώς την απάθεια του ανθρώπου δηλαδή την αποβολή των ανθρωπίνων παθών και την καθαρότητα του νοός. «Η καθαρότης δε η αληθείς ποιοι τονούν κτάστε παρουσία εν τη ώρα της προσευχής» τονίζει ο Άγιος διάδοχος Φωτικής. Και η παρουσία θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί μια κατάσταση χαρισματική για τον άνθρωπο. Μια χαρισματική κατάσταση και μια επαναφορά του ανθρώπου στην ίδια την προπτωτική κατάσταση. Δηλαδή στην κατάσταση στην οποία υπήρχε ο προπτωτικός Αδάμ ο οποίος όπως σημειώνεται από τους πατέρες της εκκλησίας ήταν γυμνώσμεν από την επιβολή των νεκρών δερμάτων εν παρουσία δε το του Θεού πρόσωπον έβλεπε. Η παρουσία που είχε προς τον Θεό δεν του επέτρεπε να έχει επίγνωση της γυμνότητάς του. Κάτι το οποίο βέβαια είναι πάρα πολύ σημαντικό για να δείξει ακριβώς ότι ο Άγιος στην ουσία κατέχει και κατορθώνει αυτή την ίδια την προπτωτική χάρη που είχε ο Αδάμ. που είχε ο άνθρωπος πριν από την πτώση. Στα κείμενα της Αγίας Γραφής έχουν αρκετές αναφορές αρκετά περιστατικά που καταγράφονται όπου έχουμε πρεσβείες αγγέλων ή και εν ζωή δικαίων όχι όμως και νεκρών. Στην παράδοση όμως της εκκλησίας βλέπουμε ότι σταδιακά εμπλουτίστηκε αυτό το ζήτημα των πρεσβειών των Αγίων και από τους νεκρούς, από τα νεκρά σώματα και από την επίκληση των νεκρών πλέον μελών της εκκλησίας των Αγίων υπέρ των ζώντων. Οι Άγιοι όμως δεν αποτελούν μεσήτες όπως τονίζεται και από τον Απόστολο Παύλο όπου ο μόνος μεσήτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων χαρακτηρίζεται ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός, δεν ονομάζονται λοιπόν μεσήτες αλλά πρεσβευτές, πρέσβεις. Γι' αυτό τονίζεται ότι δεν ονομάζουμε τους Αγίους μεσήτας λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκυνός εις γαρ εστι μεσήτης Θεού και ανθρώπων άνθρωπος Ιησούς Χριστός. Επομένως ονομάζονται σύμφωνα με τον Δαμασκυνό πρέσβεις και οικέτε προς τον Θεό. Και στο πλαίσιο αυτό λειτουργεί η ενότητα της στρατευόμενης με την θριαμβεύουσα Εκκλησία δηλαδή λαμβάνει χώρα και υφίσταται αυτό που ονομάζεται στην παράδοση της Εκκλησίας κοινωνία των Αγίων. Οι Άγιοι πρεσβεύουν υπέρ των ζών των μελών της Εκκλησίας και οι πιστοί εορτάζουν τη μνήμη των Αγίων, επικαλούνται τη βοήθειά τους και λαμβάνουν τα ονόματά τους. Σε αυτό λοιπόν το λατρευτικό πλαίσιο γνωρίζουμε ότι η Εκκλησία σήμερα εύχεται με τις πρεσβείες ή διευχών των Αγίων. Και των Αγίων Πατέρων ημών σε όλες τις προσευχές της. Και βέβαια εκείνο το οποίο θα πρέπει να αναφέρουμε ολοκληρώνοντας τη συνορτική παρουσίαση του θέματος αυτού είναι ότι η παρησία και οι πρεσβείες των ιερών λειψάνων των Αγίων και των Αγίων γενικότερα συνδέεται με το ζήτημα της ζωής εντός εισαγωγικών των ψυχών των Αγίων και σε αντιδιαστολή προς τις θνητοψυχικές τάσεις που εμφανίζονταν στην αρχαιότητα και στο Βυζάντιο ακόμη. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο οι πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν ότι οι Άγιοι στην Θριαβεύουσα Εκκλησία αισθάνονται, έχουν αίσθηση των ανάγκων των εν ζωή μελών της Εκκλησίας και γι' αυτό προσεύχονται και δαίονται γι' αυτούς. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, μάλιστα, η 7η Οικουμενική Σύνοδος αναθεματίζει εκείνους που δεν πιστεύουν ότι οι Άγιοι είναι ψυχομοσοματικές οντότητες και παραμένουν τίμιοι ενώπιον του Θεού και πρεσβεύουν υπέρ αυτών που τους επικαλούνται. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο ιδιαίτερα τονίστηκε στην Ορθόδοξη Θεωρική Παράδοση ότι οι Άγιοι επιτελούν τα θαύματα λόγω της παρησίας που έχουν ως παρόντες ενώπιον του Θεού μέσα από την συνεχή επαφή και επικοινωνία που έχουν με τα ζώντα μέλη της Εκκλησίας στο πλαίσιο της αένα εις λειτουργίας της εκκλησιαστικής κοινότητας. Ευχαριστούμε!