Διάλεξη 9 / Διάλεξη 9 / Διάλεξη 9

Διάλεξη 9: Συνεχίζοντας τα μαθήματα για τις αναστάσιμες αφηγήσεις, αποκοράμε στην αφήγηση του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου για να δούμε δύο ακόμα αφηγήσεις οι οποίες έχουν να κάνουμε την εμφάνιση του αναστάτους. Όπως είχαμε δει στα προηγούμενα μαθήματα γενικά για το κατά Ιωάννη Ευαγγελίου και το ρόλο που...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος δημιουργός: Τσαλαμπούνη Αικατερίνη (Επίκουρη Καθηγήτρια)
Γλώσσα:el
Φορέας:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Είδος:Ανοικτά μαθήματα
Συλλογή:Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας / Ευαγγελικές αφηγήσεις της Ανάστασης
Ημερομηνία έκδοσης: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2015
Θέματα:
Άδεια Χρήσης:Αναφορά
Διαθέσιμο Online:https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=16e741be
Απομαγνητοφώνηση
Διάλεξη 9: Συνεχίζοντας τα μαθήματα για τις αναστάσιμες αφηγήσεις, αποκοράμε στην αφήγηση του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου για να δούμε δύο ακόμα αφηγήσεις οι οποίες έχουν να κάνουμε την εμφάνιση του αναστάτους. Όπως είχαμε δει στα προηγούμενα μαθήματα γενικά για το κατά Ιωάννη Ευαγγελίου και το ρόλο που παίζουμε με αναστάσιμες αφηγήσεις μέσα σε αυτά. Στη συνέχεια συζητήσαμε εκτελώς την παράδοση γύρω από τη Μαρία τη Μαγαρινή και την πρόσνηψη και τη συνέχιση που έχουν αφήσει παράδοση μέσα στην Αρχαία Εκκλησία και στο τέλος επικεντρωθήκαμε ερμηνευτικά στη γνωστή αφήγηση της συνάντησης του Ιησού με τη Μαρία τη Μαγαρινή στο γήπο της Γεστημανή και τώρα θα προχωρήσουμε σε δύο ακόμη ενδιαφέρουσες αφηγήσεις οι οποίες αφορούν στην εμφάνιση του Ιησού στους μαθητές του. Θα πρέπει να πούμε εδώ ότι η ενότητα την οποία θα συζητήσουμε σήμερα διακρίνεται σε δύο επιμέρους αφηγήσεις. Ειδικότερα οι στίχοι 19-23 αφορούν τη συνάντηση του Ιησού με τους 10 μαθητές. Έτσι αποσιάζει πλέον ο Ιούδας από την ιστορία και αποσιάζει και ο Θωμάς. Και η δεύτερη αφήγηση είναι αυτή που έχει να κάνει με την εμφάνιση του Ιησού στο Θωμά είναι οι στίχοι 24-29. Να πω κατ' αρχάς ότι αυτή όλη η ενότητα μαζί με τους στίχους 30-31 συναπαρτίζουν θα λέγαμε το τέλος του, αλήθεια καλύτερα να πούμε το πρώτο τέλος, κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο και αυτό γιατί όπως θα δούμε στο επόμενο μάθημα το Ευαγγέλιό μας, το 5ο του Ευαγγέλιο, έχει δύο διαφορετικές καταλήξεις, δύο διαφορετικά τέλη. Ουσιαστικά έχει έναν δεύτερο, έναν επίλογο θα λέγαμε στο τέλος το οποίο βρίσκουμε στο 20ο κεφάλαιο και θα δούμε στο επόμενο μάθημα ποια είναι η λογική που υπήρχε από αυτή την προσθήκη, ποια είναι η θεολογική βαρύτητα του επιλόγου. Σήμερα στόσο θα επικεντρωθούμε στο πρώτο τέλος και ειδικότερα στις δύο εμφανίσεις του Ιησού, τη μία προς τους δέκα μαθητές και τη δεύτερη στους δέκα μαθητές μαζί με τον Θωμά. Οι δύο αυτές ενότητες είναι πάρα πολύ σημαντικές, γιατί ακριβώς όπως είπα αφηγηματικά κλείνουν την αφήγηση του 4ου Ευαγγελίου, αλλά και από θεολογικής από, ουσιαστικά, ανακεφαλεών. Όλα όσα λέχτηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια και ουσιαστικά οδηγούν σε μία κλιμάκωση. Μία κλιμάκωση η οποία αφορά δύο διαφορετικά επίπεδα. Κατ' αρχάς η πρώτη ενότητα, η ενότητα 19-23, θα λέγαμε αποτελεί την πνευματολογική κλιμάκωση του Ευαγγελίου. Και αυτό γιατί είδαμε νωρίτερα στα προηγούμενα κεφάλαια του Ευαγγελίου, τον Ιησού, να υπόσχευε στους μαθητές ότι θα ζητήσει από τον πατέρα να τους στείλει άλλο παράτητο το πνεύμα της αληθίας, το οποίο θα τους οδηγήσει σε κάθε αλήθεια, το οποίο θα τους βοηθήσει να κατανοήσουν τα όσα ο ίδιος τους δίδαξε και τους εξηγούσε την ώρα που φυσικά έλεγε αυτά και να κατανοήσουν και γενικότερα την παγουσία του Ιησού μέσα στην ιστορία και το ρόλο του μέσα σε αυτήν. Καθώς επίσης και το μυστήριο της Αμαστάσης και του Ευαγγελίου του Θεού. Έτσι λοιπόν η πρώτη μας περικοπή εδώ ακριβώς αποτελεί την εκπλήρωση αυτής της υπόσχευσης και την κορύφωση φυσικά πνευματολογικά του Νοτολίου μας αφού ο Ιησούς χαιρετά τους Μαθητές και τους δίνει το Πνεύμα το Άγιο. Και θα δούμε στη συνέχεια αυτό τι μπορεί να σημαίνει σε σχέση με άλλες αφηγήσεις για τη δορειά του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Καινή Διαθήκη. Από την άλλη μεριά η δεύτερη μεσαινότητα 24 έως 21 είναι η γνωστή σε όλους και αρκετά παρεξεγημένη θα έλεγα αφήγηση της εμφάνισης του Ιησού στο Θεό. Εκεί σε αυτή την περικοπή έχουμε την κλιμάκωση της Χριστολογίας θα λέγαμε του Ευαγγέλιο. Με την έννοια δηλαδή ότι εδώ ο Θωμάς φτάνει σε μία ομολογία πίστης η οποία είναι μοναδική μέσα στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο. Είναι η πιο θα λέγαμε σαφής, η πιο ανοιχτή ομολογία της θεότητας του Ιησού και είναι και μία κατεξοχήν έκφραση πίστας μέσα στο Ευαγγέλιο μας. Βλέπουμε ότι όντως πραγματικά το Ευαγγέλιο μας εδώ θα κλείσει πραγματικά στο υποστό κεφάλαιο με δύο κορυφώσεις της αφήγησης και δύο κορυφώσεις θεολογικές. Και είναι πάρα πολύ λογικό, ξέραμε πάντοτε ότι και το έχουμε δει και στα άλλα Ευαγγέλια σωστικά στα τελευταία κεφάλαια να κεφαλαιώνουν η συγγραφή και μπορούμε να βρούμε στο τέλος πράγματα που συναντήσαμε στην αρχή ή που συναντήσαμε σε όλη τη διάρκεια της Ευαγγελικής αφήγησης, της οκάστου Ευαγγελικής αφήγησης. Ας ξεκινήσουμε πρώτα με την εμφάνιση του Ιησού στους δέκα μαθητές. Θα διαβάσω πρώτα το συγκεκριμένο κομμάτι, έτσι ώστε, στη μετάφραση βέβαια, ώστε να έχουμε μία εικόνα περί τίνος πρόκειται, αν και, όπως είπα, είναι εξαιρετικά γνωστές ιστορίες, ιδιαίτερα αγαπητές, καθώς αποτελούν και αναστάσιμα αναγνώσεων, τα οποία λίγο πολύ όλοι έχουν την ευκαιρία να ακούσουν. Η πρώτη, λοιπόν, περιποπή μας, η εμφάνιση στους μαθητές, έχει ως εξής. Διαβάζω τη μετάφραση. Την ίδιακή ημέρα, δηλαδή την πρώτη μέρα μετά το Σάββατο, όταν βράδιασε, και ενώ οι μαθητές στα συγκεντρωμένοι κάπου με κλειστές τις πόρτες, επειδή φοβούνταν τις ιουραϊκές αρχές, η αιθοησούς, στάθηκε στη μέση και τους λέει, «Ειρήνησέ σάς». Και όταν είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά του. Οι μαθητές χάρηκαν που είδαν τον Κύριο. Ο Ιησούς τους είπε πάλι, «Ειρήνησέ σάς, όπως ο Πατέρας έστειλε εμένα, έτσι στέλνω και εγώ εσάς». Και πέντε από τα λόγια αυτά φύσηξε στα πρόσωπά τους και τους λέγει, «Λάβετε Πνεύμα Άγιο, σε όποιους συγχωρείστε τις αμαρτίες θα τους είναι συγχωρημένες, σε όποιους τις κρατήσετε ασυγχώρητες». Θα κρατηθούν έτσι. Εδώ, σε αυτή την περικοπή, καταρχάς θα πούμε ότι βρούσκουμε δύο βασικά, είπαμε και πριν, ότι έχουμε την κορύφωση του νευματολογίας του κατά Ιωάννια Βαγγελίου. Εδώ θα βρούμε καταρχάς δύο βασικά θέματα της Ιωάννιας Νευματολογίας. Το ένα είναι το θέμα της αναγέννησης και της αναδημιουργίας και το δεύτερο είναι το θέμα της προφητικής δύναμης, η οποία εγχειρίζεται από το Θεό στους προφήτες του. Αυτά τα δύο θέματα, τα οποία τα βρίσκουμε πολλές φορές μέσα στον κατά Ιωάννιο Βαγγέλιου με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, τα βρίσκουμε και εδώ και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό και είναι και πάρα πολύ ενδιαφέρον γιατί ακριβώς μας δίνει αυτήν την διάσταση και θα λέγαμε μόνον κατά αυτήν τη συνέχεια την οποία βρίσκουμε μέσα στον κατά Ιωάννιο Βαγγέλιου για το οποίο όμως θα μιλήσουμε συνέχεια αναλυτικότερα. Και σίγουρα έχουμε αυτήν την αναγέννηση και αυτό έχει να κάνει με το Άγιο Πνεύμα, το Άγιο Πνεύμα το οποίο μπορεί να γεννήσει άλλονθεν τον άνθρωπο και από την άλλη μεριά αυτό το Πνεύμα του Θεού είναι αυτό το οποίο εμφορεί τους μαθητές και για το οποίο ακριβώς θα τους δώσει την δυνατότητα να δράσουν φωτισμό, να κατανοήσουν τα όσα έζησαν αλλά θα τους δώσει και την δυνατότητα και τη λύνα μου και το θάρρος να κηρύξουν τον Λόγο του Θεού σε όλο τον κόσμο. Ένα άλλο θέμα ενδιαφέρον εδώ που θα δούμε είναι το θέμα του διωγμού. Αυτό το θέμα υπάρχει μέσα στον κατά Ιωάννιο Βαγγέλιου. Πανελμένα είναι το βρίσκουμε στο τελευταίο μέρος του Ευαγγελίου, στον γερνιστήριο για παράδειγμα ο Λόγος του Ιησού αλλά και νωρίτερα. Ήδη από τον πρόλογο υπάρχει αυτή η λογική της απόρριψης του Ιησού και κατά συνέχεια και όλων όσων δεν ακολουθούν και υπάρχει και αυτό θα λέγουμε το κλίμα το οποίο αντικατοπτρίζει ίσως και μια κατάσταση ιστορική της κοινότητας η οποία βρίσκεται πίσω από το Ευαγγέλλιο. Μια κατάσταση που βιώνεται εκ μέρους της ως μια κατάσταση κλειψής και διωγμού. Εδώ λοιπόν να φέρετε χαρακτηριστικά ότι οι πόρτες είναι κλειστές. Βέβαια το κλειστές θα μπορούσε να είναι και μια απλή αναφορά ότι έχουμε μια ιδιωτική συγκέντρωση αλλά ο ίδιος ο Ευαγγελστής πρέπει να εξηγήσει ότι αυτό γίνεται δια των φόβων των Ιουδαίων. Είναι προφανές εδώ ότι έχουμε τον φόβο των μαθητών, ένα φόβο τον είδα επανειλημμένα ιδιαίτερα στο τελευταίο μέρος του Ευαγγελίου αλλά θα δούμε ότι στη συνέχεια σε αυτόν τον φόβο των μαθητών θα έρθει ο Ιησούς και θα την παραβάλλει ή θα τον αντικαταστήσει αν θέλετε με τη θερά και τη βεβαιότητα που δίνει ο παράκριτος και την ενίσχυση που θα δίνει εκείνος. Και αυτό καταλαβαίνετε ότι σε ένα αφηγηματικό επίπεδο βέβαια σε ένα πρώτο αφηγηματικό επίπεδο διτουργεί μέσα στην αφήγηση με τον τρόπο που είπα. Και πριν οι μαθητές φοβούνται, έχουν ήδη φοβηθεί από τα όσα συνέβησαν στον δάσκαλό τους, ο Ιησούς εμφανίζεται αναστημένος, τους δίνει χαρά, τους δίνει προδίνει και ταυτόχρονα με το βαράκι του, ουσιαστικά τους νησί. Πρέπει να μας σκεφτούμε ότι αυτά είναι κείμενα τα οποία διάβαζε μία κοινότητα. Και μόλις μία κοινότητα διαβάζει αυτά τα κείμενα με τον ίδιο μάλλον τρόπο, ταυτίζεται κάτω περισσότερο ή λιγότερο με αυτά. Και μόλις εδώ ο τρόπος που ουσιαστικά παρουσιάζεται αυτό έδειο των φόβων, των βροδιών κτλ. ουσιαστικά βρίσκει και μία εφαρμογή στο παρόν της κοινότητας. Όπως η κοινότητα, δηλαδή όπως είπα και πριν, αντικατοπτρίζεται μέσα στο κείμενό μας η κατάσταση του διωγμού, την οποία προφανώς βιώνει, όπως λοιπόν η κοινότητα βιώνει αυτή την κατάσταση και προφανώς αισθάνεται των φόβων, είτε των Ιουδαίων, είτε των όλων αυτών οι οποίοι προφανώς τους αντιτήθενται και τους προκαλούν θλίψεις, ο παράκλητος που είναι η πραγματικότητα της κοινότητας πλέον και η οποία πραγματικότητα και η παρουσία του οποίου βεβαιώνει επίσης την παρουσία μέσα στην κοινότητα του Ιησού Χριστού και δίνει και τον φωτισμό και τον θάρρος και τη δύναμη και την ενίσχυση που χρειάζεται στην κοινότητα για να συνεχίσει την πορεία της. Ο παράκλητος λοιπόν είναι αυτός που παρηγορεί, ενισχύει και ουσιαστικά δημιουργεί να είναι και περιεχόμενο στη ζωή των μυρών της κοινότητας. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι αυτή η κοινότητα, διαβάζοντας μία τέτοια αφήγηση, ταυτίζεται σαφώς με τους βασιλευτές, άλλωστε είναι πολύ εμφανής η χρήση των χαρακτήρων, όπως θα πούμε στη συνέχεια με αφορμή των Θωμά, όπου οι χαρακτήρες πλέον αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα των ελών της κοινότητας, που ουσιαστικά αντικατοτίζουν πραγματικές καταστάσεις μέσα στο ιστορικό παράον της κοινότητας, στην οποία καταρχάς γράφτηκε το Επαγγέλιο. Επιπλέον σε μία εκκλησιολογική προσέγγιση και μη σε μία πρόσβληψη του κειμένου μέσα στο σημερινό παράον, καταλαβαίνουμε ότι αυτό το κείμενο αποκτά επίσης για ιδιαίτερη τελετριωλική σημασία, διότι ακριβώς δίνει, όπως είπα και πριν, αυτή τη διάσταση στο εκάστου το παρόν της εκάστου της χριστιανικής κοινότητας μέσα στην ιστορία. Ένα πρόβλημα που έχουμε στη συγκεκριμένη ενότηση, με το οποίο θα ήθελα να ασχοληθούμε για λίγο, είναι το θέμα αυτής της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος. Το ερώτημα λοιπόν που έχουμε εδώ, είχαμε δει βέβαια, όπως είχα πριν, πει στον αποχαιρετιστήριο λόγο του Ιησού, Ιησούς να υπόσχεται στον μαθητές, ότι θα πάει στον πατέρα του, θα ανέβει στον πατέρα του και θα του στείλει άλλον παράκριτο. Και βλέπουμε εδώ, ως εδώ καλά, διότι αυτό θα μπορούσε κανείς να πει, ότι το γνωρίζουμε κατά κάποιον τρόπο και από την αφήγηση των πράξεων, αλλά και του καταλουκάνου, που Ιησούς αφεύγει αναλαμβάνοντας τους Ιηρανούς, δηλαδή ότι επηγαίνει στα δεξιά του πατέρα του, οι Άγγελοι υπόσχονται ότι όπως τον βλέπετε να αφεύγει έτσι θα έρθει κατά τη Δευτέρα Παρουσία και στη συνέχεια έχουμε μετά από λογισμό από το διάστατο, όπως τους έχει υποσχεθεί ο Κύριος, την Πεντικοστή. Δηλαδή την κάρδο του Αγίου Πνεύματος, τη δωρεά του Πνεύματος, με όλες εκείνες τις θαυμαστές ενέργειες και συνέπειες, τις οποίες ήδη γνωρίζουμε. Εδώ όμως τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Υπάρχει βέβαια αυτή η εικόνα, η υπόσχεση του Ιησού, ότι εγώ θα είναι μπρος στον πατέρα μου και θα σας στείλει άλλον παράκριτο, αλλά βλέπουμε ότι ο ίδιος στη συνέχεια, το είχαμε πει μάλιστα μια φορμή και την περίπτωση της Ευναγδελμής, όπου της λέει «Είμαι από τον Ποδάρο να βέβηκα προς τον πατέρα μου», βλέπουμε στη συνέχεια τον Ιησού να εμφανίζεται, να αφήνει τους μαθητές να τον αγγίξουν, κάτι που αφήνει μέσα στην αφήγηση του Ευαγγελίου, το οποίο ήδη έχει ανεβεί στον ματέρα του και κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται αυτή η υπόθεση από το γεγονός ότι ο ίδιος στη συνέχεια δίνει το πνεύμα του Άγιου και λέει «Λάβετε το πνεύμα του Άγιου, πάρτε το πνεύμα του Άγιου» και στη συνέχεια τους δίνει και η κυκλοτολή να συνεχίσουν το έργο του και να κάνουν ακριβώς αυτό που έκανε εκείνος ως απεσταρμένος του πατέρα του. Μόνος το ερώτημα το οποίο τίθεται εδώ, θέλω κάτι ορνιστικά, είναι ποια μπορεί να είναι η σχέση μεταξύ της εμφάνισης στους μαθητές εδώ στον Καταγιγάνιο Απογγέλιο και της Βεργάς του αυτού του πνεύματος και στην αφήγηση των πράξεων για την Πεπικοστή. Έχουν δημοφωθεί διάφορες υποδοθέσεις γιατί ακριβώς έγινε μια προσπάθεια να εναρμονιστούν αυτές οι δύο αφηγήσεις. Βέβαια πολύ συχνά, ως λόγος δίνεται στην έρευνα, για την Πεπικοστή αυτή ως την Ιωάννια Πεντηκοστή. Ως δηλαδή την Πεντηκοστή στην εποδοχή του Καταγιγάνιο Απογγέλιου. Και αυτό ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα, θα έλεγα, εξήγηση και όντως θα μπορούσε ο κανείς να αφιερώσει πολύ χρόνο και να ολοκληρωμάθει να συσδάει μόνο τις ιδιωρίες της διάφορες που έχουν διαδικοφεί. Επίσης θα περισσούμε εδώ σε μερικές σκέψεις και επίσης θα πούμε και ποιες υποθέσεις γενικά έχουν διαδικοφεί σχετικά με τη σχέση αυτής της περικοπής με τις πράξεις και την αφηγησία της για την Πεπικοστή. Μία λοιπόν εκδοχή είναι κατά πώς και να ερώτημα είναι αν εδώ πρόκειται στο 2022 ουσιαστικά για μία θα λέγαμε συμβολική δωρεά του Αιγίου Πνεύματος, η οποία σε καμία περίπτωση δεν είναι εκείνη η οποία λαμβάνει χώρα κάθε μέρα της Πεπικοστής. Δηλαδή ουσιαστικά εδώ συμβολικά ο Ιησούς δίνει το πνεύμα αλλά ουσιαστικά αυτό γίνεται τελικά την ημέρα της Πεπικοστίας. Στη συνέχεια αυτής της σκέψης υπάρχει η άποψη ότι εδώ έχουμε μία ενδυνάμη δωρεά του παρακλήτου. Δηλαδή ο Ιησούς δίνει μία παράκητο πρόληπτη δρα, αλλά αυτό στη συνέχεια πραγματώνεται κατά τη μέρα της Πεπικοστής. Δεν βλέπουμε ακριβώς αυτή την τάση και την διάθεση να ενερμονιστούν οι δύο αφηγήσεις. Επιπλέον μία άλλη ερμονία είναι ότι εδώ δεν θα πρέπει τόσο πολύ να εστιάσουμε στο κατά πόσο είναι μία Πεντικοστή, δηλαδή να περιεριστούμε μόνο στην δωρεά του Αγίου Πνεύματος, αλλά πως έξω από αυτή την περικοπή πραγματικά δεν εκπληρώνονται μόνο η υπόσχηση του Ιησού για την έλευση του παρακλήτου και τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, αλλά ουσιαστικά έχουμε και την εκπληρώνση μία σειράς άλλων υποσχέσεων, τις οποίες δίνει ο Ιησούς στους μαθητές του πριν από το πάθος. Και ειδικότερα την υπόσχεσή του για την ειρήνη, καθώς επίσης και την υπόσχεσή του για τη χαρά, διότι θα θυμίσω και θα το πω και στη συνέχεια ότι ο Ιησούς, ουσιαστικά για λίγο καιρό θα λυπθείτε, αλλά μετά θα μείνετε και πάλι θα χαρείτε. Εδώ βλέπουμε ουσιαστικά, θα έλεγε κανείς, ουσιαστικά ο Ιωάννης, ο συγγραφέας του Ευαγγελίου, προσπαθεί να ολοκληρώσει την αφήγηση, προσπαθεί να δώσει μία κατακλίνδα η οποία να συμπεριλαμβάνει όλα τα στοιχεία τα οποία υπήρχαν νωρίτερα στην αφήγηση και επομένως δεν θα πρέπει κανείς να εστιάσει τόσο πολύ στο θέμα της πεντηκοστής. Και φυσικά υπάρχει και μία ερμηνεία ότι εδώ ουσιαστικά είναι το ίδιο περιστατικό. Πρόκειται για το ίδιο περιστατικό, αλλά ειδωμένο από μία διαφορετική οπτική γωνιά ενώ το ίδιο περιστατικό οπωσκέινται μπροστοί και ότι εδώ έχουμε τον Ιωάννιο, έχει αρχίσει να εστιάσει την αφήγηση. Καταλαβαίνετε ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο σήμερα να καταλήξουν σε ένα συμπεριλαμβάνειο. Εποφανές εδώ ότι η ιστορία μας, έτσι όπως παρατήθεται εδώ στον κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, δεν είναι η ίδια με εκείνη των πράξεων των Αποστόλων. Βλέπουμε ότι ο Ιωάννης δηλαδή δεν δίνει την εκδοχή των πράξεων. Όταν μπορούμε να ξέρουμε, όπως δηλαδή έχουν υποστηρίξει, αν ο Ιωάννης εδώ συγγραφές δέει το 4ο Ευαγγέλιο, γνωρίζει την αφήγηση των πράξεων. Προφανές είναι πιθανόν μάνα να τη γνωρίζει, δηλαδή έχει δυσκέσεις ανάμεσα στο 4ο Ευαγγέλιο και στο 3ο Ευαγγέλιο, στο καταλοκάν. Οι πρακές της πράξης είναι αρκετά εμφανείς σε πολλά συνδεία, αλλά πάλι δεν μπορούμε εμβαιότητα να πούμε εδώ τι έχει υπόψη του ο συγγραφέας και τι δεν έχει υπόψη του από το 3ο Ευαγγέλιο. Εδώ βέβαια αυτό που μπορούμε να θέσουμε ως ερώτημα και το οποίο μπορεί ως ένα σημείο να μας βοηθήσει να προχωρήσουμε λίγο παραπέρα την βέβαια μας και τις σκέψεις μας, και να αποφασίσουμε τι νομίζουμε ότι κάνει εδώ το 4ο Ευαγγέλιο, ο συγγραφέας του 4ο Ευαγγέλιου. Θεωρούμε ότι παραθέτει κάμια ιστορική παράθεση των γεγονότων, οπότε σε αυτήν την περίπτωση όντως θα πρέπει να προσπαθήσουμε με κάποιο τρόπο να αναμουνήσουμε τις δύο αφηγήσεις, ή περισσότερο ουργανώνει θεολογικά τα επιμέρους γεγονότα, τα οποία έχει υπόψη του και από την παράδοση του και τα εντάσεις μέσα στην αφήγηση του εξωτερικών αστυνομέρων ο φεργολογικός σκοπός. Είναι δύσκολο και είναι και πάρα πολύ δύσκολο σήμερα να απαντήσουμε με βεώτη και ασφάλεια με τον ίδιο τρόπο. Αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι είναι πολύ πιθανό ο συγγραφέας να γνωρίζει την Πεντηκοστή, και αυτό το υποστηρίζουν όσοι ελεύθερα, υποστηρίζουν αυτή τη θέση, γιατί ακριβώς το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο έχει πολύ στενές σχέσεις για την παράδοση κατα Λουκά και Παράξου, είναι πιθανό όμως ο συγγραφέας μας να γνωρίζει την Πεντηκοστή ή τέλος που αν κάνει παράδεισμα να συνδέεται με την Πεντηκοστή, όμως για δικούς του θεολογικούς λόγους επιλέγει να τονίσει μια προηγούμενη εντύρια των αθητών σχετικών. Θα λέγαμε ότι αυτή η θέση θα μπορούσε να ενισχύσει την άποψη ότι εδώ έχουμε μια προληπτική αφανέρωση του Αγίου Πνεύματος, μια προληπτική δωρεά και ότι ουσιαστικά αυτό που γίνεται στην Πεντηκοστή είναι το γεγονός εκείνου μάλλον, το οποίο παραδίδει την πράξη του Αποστόλου και το οποίο αποτυπώνει με σαφήνια την εμπειρία της Εκκλησίας όσον αφορά το Άγιο Πνεύμο. Και θα πρέπει να δούμε φυσικά εδώ ότι έχουμε μια πολύ διαφορετική αντίληψη ιστορίας μεταξύ του συγγραφέα τον Λουκά και του πράξου Αποστόλου και του κατά Ιωάννιου Βαγγελίου. Ενώ στα δύο πρώτα έχουμε μια τάση του συγγραφέα να βάζει τα κεγονότα σε μια χρονινική σειρά, το ένα να ακολουθεί το άλλο και μάλιστα φροντίζει να τονίσει και την κλονική απόσταση μεταξύ τους ώστε να μην γίνει μια τάφτιση του ενός από τον άλλο. Βλέπουμε στην περίπτωση του κατά Ιωάννιου Βαγγελίου να μην επιλέγεται αυτή η αφηγηματική λογική, αλλά αντίθετα ανάσταση, ανάληψη και παιδικοστή με κάποιον τρόπο στον κατά Ιωάννιου Βαγγελίου τα όρια τους να είναι ρευστά χρονικά και επομένως να μην είναι και τόσο σαφές τι ακριβώς ο συγγραφέας εδώ θέλει να δηλώσει, αν δηλαδή σκέφτεται ότι είναι εξαιρετικά γεγονότα, αν δηλαδή σκέφτεται ότι υπάρχει μία παιδικοστή μετά την γνωστή μας μετά την ανάσταση ή όχι. Βλέπουμε μια πολύ διαφορετική αντίληψη του χρόνου και μια πολύ διαφορετική αντίληψη της ιστορίας πρώτης εκκλησίας και της ιστορίας μετά την ανάσταση. Και το άλλο ενδιαφέρον στοιχείο εδώ που μας οδηγεί περισσότερο στην απάντηση ότι εδώ δεν έχουμε μία ιστορική με τη σημερινή αντίληψη παράθεση γεγονότων αλλά έχουμε μία περισσότερο θεολογική ανακατάταξη και των επιμέρους γεγονότων που συνδέονται με την ανάσταση του Ιησού και ο οποίος σκοπό έχει ακριβώς να εξυπηρετήσει τους θεολογικούς σκοπούς του Ευαγγελίου. Μια διπλέον απόδειξα ότι εδώ όπως είπα και πριν βρίσκουμε μέσα σε μία αφηγήση να ενώνονται διάφορα επιμέρους στοιχεία της Ιωάννιας θεολογίας. Νεματολογία όπως είπαμε, η εντολή στους μαθητές να συνεχίσουν το έργο του Ιησού και ουσιαστικά το έργο του Πατέρα και να αποτελέσουν τους μάρτυρους του Πατέρα πλέον στη θέση του Ιησού με την ενδυνάμωση κοινωνικής ιστορίας του Νεαίματος που έχει φυσικά όπως καταλαβαίνει καλεί σημαντικές εκκλησιομικές προεκτάσεις και φυσικά η δύναμη της συγχώρησης και της αιφιλίωσης του κόσμου του Θεού, μια άλλη ιδέα η οποία ήδη υπάρχει στο καταγραφείο Ευαγγέλιο. Είναι η χαρά, επίσης ο παράκριτος, όλα αυτά είναι στοιχεία τα οποία τα έχουμε δει παλαιότερα μέσα στο κείμενο του Τάρτου Ευαγγέλιου και τώρα τα βλέπουμε όλα μαζί να ενώνονται σε μια μικρή βέβαια αλλά πάρα πολύ πυκνή αφήληση. Προμένως αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι ναι εδώ έχουμε μια τάση θα λέγαμε μέσα στο Ευαγγέλιο Ρώμας υπεντυπωστή να συνδεθεί με την Ανάσταση και την Ανάληψη και κάπου τα σύνορα τα χρονικά μεταξύ των γεγονότων να μην είναι τόσο σαφή όπως κανείς θα περίμενε. Από την άλλη μοσβολιά κανείς δεν θα πρέπει να μπαίνει σε μια σχολαστική λογική και μια ιστορική διάθεση ώστε να προσπαθεί να εναλμονήσει κάθε φορά τις αφηγήσεις με σκοπό να προσπαθείς να αποδείξει την ιστορικότερη του γεγονότου. Τα γεγονότα είναι ιστορικά σαφώς, τα γεγονότα αποτελεί την εμπειρία της πόλης της Εκκλησίας και την εμπειρία της κοινότητας η οποία τα καταγράφει στην προκειμένη περιοχή τους τελευτακή, επομένως δεν νομίζω ότι θα πρέπει κανείς να ανησυχεί γιατί εδώ θα λέγαμε η αφήγηση του Ιωάννη απομακρυνείται από την αφήγηση του Λουκάρ, άλλωστε η αισχατολογία των δύο Ευαγγελίων διαφέρει αρκετά και όπως επίσης και η θεώρηση του χρόνου και της ιστορίας. Μέλλον λαμβάνοντας αυτά τα πράγματα, λαμβάνοντας και τα υπόψη, νομίζω ότι μπορεί να καταλάβει ακριβώς αυτές τις αποκλήσεις και τις επιλογές του κάθε Ευαγγελιστή. Θα απογρόψουμε τώρα λίγο, να δούμε λίγο μερικά ερευνάστικα σχόλια σχόλια συναφορά τους οκτωμέρους τύκους της Περικοπήσης. Κατ' αρχάς ας επικεντρωθούμε για λίγο στο πρώτο μέρος του δεκατονάτου στίχου. Εδώ το πρώτο που μας δίνει ως πληροφορία είναι ούσης ουνοψία, την χρονική στιγμή που λαμβάνω κόρτα γεωργά. Ούσης ουνοψίας τη μέρα εκείνη, τη μία του Σαββάτου. Η μία του Σαββάτου είναι πάρα πολύ γνωστή η μέρα, είναι η μέρα της Ανάστασης και ό,τι γνωρίζουμε είναι ακριβώς ότι αυτή η μέρα παραδοσιακά σε όλα τα βαγγέλια είναι εκείνη η οποία συνδέεται με την Ανάσταση του Ιησού. Και φυσικά έχει το ενδιαφέρον εδώ ότι εδώ ο Ιησούς εμφανίζεται στους μαθητές σε ένα σπίτι στο οποίο ξέρουμε ότι είναι συγκεντρωμένοι μαθητές. Αυτή η αφήγηση είναι σύμφωνη και με τα όσα γνωρίζουμε και από το Καταλουκάν Ευαγγέλιο όπου εκεί έχουμε μια αντίστοιχη αφήγηση στο 24 κεφάλαιο στους τύχους 29 έως 33. Εκεί λοιπόν στους τύχους 29 έως 33 βλέπουμε και πάλι τον Ιησού. Στους τύχους 29 έως 33 έχουμε τους μαθητές να συγκεντρώνονται. Μάλλον καλύτερα για να πω από το 23 και εξής. Στο 29 έως 33 έχουμε ουσιαστικά την αφήγηση της Ευάννης Σαμαούς. Στο 33 έχουμε ουσιαστικά τους μαθητές να είναι συγκεντρωμένοι αλλά οι 11 έως έχει μια μικρή διαφορά. Έχει μετά στη συνέχεια ο Λουκάς μια αντίστοιχη συζήτηση όπου οι μαθητές είναι όλοι μαζεμένοι και εμφανεί στο Ιησούς ανάμεσα τους και τους χαιρετά με τον ίδιο ακριβώς χαιρετισμό Ιηρή Νιννή. Βλέπουμε λοιπόν ότι υπάρχει η δημιέσια στην παράδοση σε μια κοινή παράδοση με την οποία μοιράζεται το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο με το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο η ιστορία της εμφάνισης του Ιησού, μιας εμφάνισης του Αυστημένου Ιησού στους μαθητές στην ώρα που αυτοί βρίσκονται μέσα σε ένα κριστό όρο. Όπως δείτε εδώ στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο είναι πολύ πιο ανεκτυμμένοι οι άνθρωποι στον κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο και εντολίζονται άλλα στοιχεία. Και επίσης η λογική της εμφάνισης του Ιησού στους μαθητές και μάλιστα πάρα πολύ σύντομα, αμέσως μετά δηλαδή τα γεγονότα του γεγονός της Ανάστασης είναι κάτι το οποίο πρέπει να είναι μια πάρα πολύ αρχαία αρχαία χρησιμική παράδοση καθώς ως μυστόν το βρίσκουμε και στην ομολογία για την Ανάσταση στο 15ο κεφάλου στην Άνθρωπος Κωνθιούς Επισκοπή για την οποία είχαμε συζητήσει κάπως στο αρχή των μαθημάτων μας. Και εδώ βλέπουμε τον Ιησού να εμφανίζεται, να μάλλον πάλλον αναφέρει με μία ομολογική ή κάποια άλλη σειρά ότι εμφανίζεται και πρώτα στον ένα μετά στον άλλο μετά στον άλλο και ο τρόπος που αφηγεί την ομολογία επίσης εκεί δείχνει πάλι μια σταριακή μια εμφάνιση του Ιησού η οποία όμως γίνεται άμεσα αμέσως μετά την Ανάσταση μετά τα γεγονότα της Ανάστασης. Οι μαθητές λοιπόν είναι κλεισμένοι μέσα στο σπίτι και αυτό μπορεί κατ' αρχάς να σημαίνει ότι να υπενίσσεται ακριβώς το πένθος το οποίο ζουν οι μαθητές ως μοστόν αυτό με το μεταγενέστες πηγές ρατουλικές. Το πένθος αυτό σήμερα αποχεί από κάθε δραστηριότητα, αποχεί ακόμα και από την άγνωση του νόμου ο οποίος αποτελούσε ένα βασικό καθήκον κάθε ευσεβούς ή ουδέ. Λοιπόν, προφανώς κατ' αρχάς αυτό μπορεί να οδηγήσει την αίσθηση ότι εδώ οι μαθητές κανθούν. Ο Ευαγγελιστός πρέπει να μας πει ότι ο λόγος κυρίως που μένουν κλεισμένοι μέσα στο σπίτι είναι ο φόβος που στάνονται απέναντι στους υγιωταίους. Είπαμε ήδη και στην αρχή της σημερινής κουβέντας ότι ακριβώς αυτό το μοτίβο του φόβου και του διωμού είναι ένα μοτίβο το οποίο υπάρχει συχνά μέσα στο κείμενό μας, στο Ευαγγέλιο και προφανώς θα δικατοκρίζει την πραγματικότητα της κοινότητας στην οποία απευθύνεται το συγκεκριμένο Ευαγγέλιο. Είναι μια κατάσταση στην οποία προφανώς βιώνουν και εκείνοι, αυτό άλλοστε υπάρχει και τόσο συχνή αναφορά στους υγιωταίους οι οποίοι αντιστοιχούν στους εχθρούς αυτής της κοινότητας ως αναφορά στο εκπληκτικό της ίδιας της κοινότητας. Ή ακόμα θέλετε και αυτή η αναφορά στους αποσυνάγουδους που θεωρούμε απλώς ότι σηματοδοτεί κάποια ιστορική εμπειρία της κοινότητας. Σε κάθε περίπτωση οι θύρες είναι κλεισμένες, είναι κλειστές και μέσα από αυτές τις κλειστές πόρτες περνά ο Ιησούς. Αυτή η πληροφορία έκτος, όπως είπα ότι πρέπει να συναιθεί με το μοτίβο του φόβου και του διωμού, καταρχάς προφανώς μας δίνει κάποιες σημαντικές πληροφορίες όσον αφορά στη φύση των αστημένων σώματων του Ιησού. Μας δίνει λοιπόν την πληροφορία ότι ο Ιησούς έχει μία σωματική διάσταση, αυτό που στο στίχο είκωσε στη συνέχεια μας λέει ότι ο Ιησούς δείχνει τα χέρια του και δείχνει τις πληροφορίες του, κάτι που το κάνει και στη συνέχεια και στο θεωρημοποίηση του ακόμα. Έχει λοιπόν μία σωματική διάσταση, έχει όμως το σώμα του Βνήκανου, όταν περνά μέσα από τα υλικά σώματα. Θα δούμε ότι μία αντίστοιχη αλλά πιο σαφής απολογιευτική διάθεση υπάρχει στο καταλογικό Ευαγγέλιο που ο Ιησούς ζητά να του δώσουν να φάει, ώστε να μην υπάρχει υποψία ότι είναι φάντασμα. Ακριβώς αυτά βέβαια δικατοποιούν μια προφανή συζήτηση στην Αρχαία Εκκλησία για το αναστημένο σώμα του Ιησού οι οποίοι καταλαβαίνουν ότι είχε και ένα ενδιαφέρον και σε ένα δεύτερο επίπεδο συναφορά και την Ανάσταση και των υπολοίπων χριστιανών αφού, όπως είπα, σε ένα πολύ μεγάλο μέρος της αρχαίας ιστονικής θεολογίας, η Ανάσταση του Ιησού συνδέεται άμεσα και με την Ανάσταση των Εκκλησών. Και η κλειστή πόρτα και η πληροφορία ταυτόχρονα ότι αυτό γίνεται για τον φόβο του Νίου Νέα αποτελεί μια ενδιαφέρουσα πληροφορία υπό την έννοια ότι προκαλεί και μια αντίθεση προς την βεβαιότητα, την ενθάριση και την χαρά την οποία έρχεται να τα δώσει συνεχώς ο Ιησούς περνώντας μέσα από αυτές τις γνιστές που θα μπορούσαν να βγουν σε ένα συμβολικό επίπεδο. Οι πόρτες σηματοδοτούν και συμβολίζουν αυτόν τον φόβο των αθητών, αυτό το άγχος που σηματονεί αυτούς και απέναντι στην πιθανότητα ενός διωγμού. Και από την άλλη μεριά το ότι ο Ιησούς διαπερνά αυτές τις κλειστές πόρτες με τον ασθημένο του σώμα και τους βέρνει τη χαρά και την ειρήνη και την εντολή να κηρύξουν το λόγο του Θεού και ταυτόχρονα που τους δίνει το Άγιον Νέο είναι από τρεις σαν συμβολικό επίπεδο. Μια πληροφορία για το τι ακριβώς σημαίνει η Ανάσταση για τη ζωή των ελλών της Κυμάτρας. Δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία ενθάριση, μία βεβαιότητα, μία σιγουριά και μία ενίσχυση διά του Αγίου Θεού Νέγματος και και η χαρά φυσικά η οποία πηγάζει και η ειρήνη από το ίδιο το γεγονός της Ανάστασης. Σκαταλαβαίνουμε λοιπόν ότι εδώ έχει και ένα ενδιαφέρον από αυτήν την άποψη με την έννοια δηλαδή ότι μπορεί να διαβαστεί και αυτό σημαίνει πάρα πολύ στενά μέσα στο κείμενό μας και σε ένα συμβολικό επίπεδο και σε ένα επίπεδο που αφορά πλέον την κοινότητα που ακούει και διαβάζει το τέταρτο Ευαγγέλιο. Αρκετά μακριά από τα γεγονότα τα οποία περιγράφεται. Συνεχίζοντας στο τελευταίο μέρος του 19 του στίχου λέγουμε ότι ο Ιησούς λέει «έστι εις το μέσο». Αυτό το «έστι εις το μέσο» είναι ένα συνηθισμένο μοτύβο στις αποκαλύψεις. Θα γίνει πάρα πολύ συχνά στην αποκάλυψη για παράδειγμα η Διστυπημή Διαθήκη αλλά και σε ιουδαϊκά κείμενα που συνδέονται με θεοφάνιες, αγγελοφάνιες και γενικότερα αποκαλύψεις. Είναι ακριβώς αυτός το μέσο δηλώνει το φανερό, δηλώνει αυτό το οποίο είναι προσιτό και ορατό από τους πάντες. Και ο χαιρετισμός με τον οποίο ο Ιησούς απευθύνεται είναι ο χαιρετισμός «Ειρήνη, Ειμή» είπαμε και στο καταλουκάνε παγκέλη που έχουν μια αντίστοιχη παράδοση. Ο ίδιος είναι ο ίδιος χαιρετισμός, είναι αυτός που απευθύνεται στους μοθητές. Βέβαια ο χαιρετισμός αυτός είναι πάρα πολύ γνωστός του ιουδαϊκού κόσμου, συνηθισμένος χαιρετισμός. Δεν μπορούσε κανείς να το διαβάσει καταρχάς σε αυτό το επίπεδο, ότι εδώ έχουν το σαλόν, το γνωστό ελληνικό χαιρετισμό των Ιουδαίων. Όμως, θα ήταν άδικο για την αφήγηση του κειμένου και θα αργούσε τις δυενδοκειμενικές συνδέσεις, οι οποίες είναι εμφανέστατες στον Καταγιάνι Ευαγγέλιο. Αν δεν το συνδέει με αυτό και με όσα για παράδειγμα λέει ο Ιησούς νωρίτερα στο 14ο κεφάλαιο και πιο ειδικά στο στίχρο 27, όπου λέει χαρακτηριστικά ο Ιησούς, μιλώντας στους μαθητές, στο γνωστό επίχετι στήριο του λόγου και μιλώντας εκεί με μεγάλη διεξοδικότητα για το θέμα του Αγίου Πνεύματος, λέει εκεί «Ειρήνη αφήνει μην, ειρήνην την εμήν δίδων μην, ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν εγώ δίδων μην, μη ταρασέσθω ειμών η καρδία, μη δε δηλιάτο». Εδώ βλέπουμε πάλι ότι η ειρήνη συνδέεται με το θάρρος, που ενάλλωγον τρόπος είναι εδώ το μοτύβο του φόβου και του διωμού έρχεται να την καταστατεί από τη χαρά και την ειρήνη του χαιρετισμού του αναστημένου Κυρίου. Άρα βλέπουμε ότι εδώ κατά κάποιον τρόπο αυτό που λέγεται εκεί συνδέεται με αυτά που λέγονται στην παρούσα και υποσυζήτηση ενότητα. Άρα λοιπόν δεν θα πρέπει να περιουστούμε να πούμε ότι απλά είναι ένας χαιρετισμός, ένας τυπικός Ιουδαϊκός χαιρετισμός, αλλά εδώ μάλλον πρόκειται και μια επιπλήρωση της υπόσχεσης που έδωσε ο Ιησούς, ότι θα σας δώσω την ειρήνη, σας αφήνω την ειρήνη μου και τώρα πλέον ως αραστημένος έχετε να εκκληρώσει αυτή την υπόσχεσή. Και στη συνέχεια λέει έδειξε, αυτού το έδειξε και έδειξε λέει τα χέρια του και την πλευρά του, αυτά αποτελούν απόδειξη της ταυτότητάς του καταρχάς. Έτσι και μια αβεβαιότητα που πρόκειται για το ίδιο πρόσχονο που μεχθές ήδη να σταυρώνεται και επομένως δεν μπορεί να χωρέσει καμία αμφιβολία. Εξάλλου παρούμια μοτίβα έχουμε και σε άλλες εμφανίσεις στην Ερωμαϊκή Γραμματεία αλλά και στην Ιουδαϊκή Γραμματεία όπου τα σημάδια του σώματος ακριβώς είναι στοιχεία τα οποία βοηθούν στην ταυτοποίηση ενός προσωπικού. Θεωρώ όμως ότι εδώ έχει μία βαθύτερη θεωρητική σημασία, καθώς εδώ το γεγονός ότι Ιησούς τους δείχνει τις σπουλιές αποτελεί μία σύνδεση του ανθρώπου του βλέπουν μπροστά τους, του αναστημένου Ιησού και όσων βιώνουν οι μαθητές με τα γεγονότα του πάθους. Με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή, στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο συνδέεται ο επίγειος Ιησούς με τον αναστημένο Ιησού και υπάρχει και η συνέχεια μεταξύ των όσων παρουσιάστηκαν στον πάθους με όσα τώρα βιώνουν οι μαθητές μετά την Ανάσταση. Και και στα άλλα Ευαγγέλια υπάρχει με αντίστοιχη τάση να ενώνονται, να υπάρχει αυτή η σύνδεση, η οποία είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Και φυσικά το αποτέλεσμα αυτής της εφάνισης του Ιησού, τις απόδειξες θα λέγαμε, είναι η ανανόριση του απομέρους των μαθητών, το οποίο φυσικά προκαλεί τη χαρά. Πρώτα λοιπόν έχουμε την ίδια τη χαρά της αναγνώρισης, αλλά και πάλι θα πω, είναι ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, σε ένα καθαρά αφηγηματικό επίπεδο, πρώτο αφηγηματικό επίπεδο. Η χαρά που ειστάρχουν οι μαθητές όταν αναγνωρίζουν τον Ιησού, απ' την άλλη ευασμιδιά έχουμε ταυτόχρονα και την εκπείρρωση της υπόσχεσης προσέχει λόγω νωρίτερα. Βλέπουμε και πάλι αυτή τη σύνδεση με την πρωπασχάλια περίοδο, και κυρίως μου θα πω χαιρετιστήριο λόγο του Ιησού, που ο Ιησούς απλώς τους βεβαιώνει ότι δεν θα τους αγκαλείψει, ταυτόχρονα μας περιγράφει την κρίσιμη αποκύτητα του Μασίου, τα οποία θα υποστην βλέποντάς το σταυρομένου, και μετά η υπόσχεση της χαράς. Λέει λοιπόν χαρακτηριστικά στο 16 κεφάλαιο, στο στίγος 20 και 24 γίνεται λόγος για αυτή τη χαρά, και την οποία σημαίνει ακριβώς με αυτή την φάση, κατά εμένου θα λέγαμε προφητικό τρόπο, λέει λοιπόν χαρακτηριστικά «Αμήν αμήν λέγω ειμήν, ότι κλάψετε και θραινίσετε με» θα κλάψετε και θα θραινίσετε, «ο δίκον μου σχαρίσεται» και το προφανώς αναφέρεται στα γεγονότα του πάθους. «Ειμής δε λυπηθήσεσθε, αλλά η λύπη μου εις χαράν γεννίσεται». Η λύπη σας όμως θα με τραπεί σε χαρά και στον στίγο 24 αναφέρει χαρακτηριστικά και συνεχίζει φυσικά. Φέρνει το παράδειγμα της Γέλλνας, ότι γυναίκα πρωνά και λοιπάται, όμως όταν γεννήσει τελικά χαίρονται γιατί γεννήθηκε άνθρωπος στον κόσμο και εμείς λέμε «Λύπη μεν μην έχετε, πάλιν δε ώψω με εμάς και χαρίσε τη μόνη καρδιά» όταν έχουμε σημειώσει το κεφάλαιο μπορούμε να δούμε ότι αυτό αναφέρεται ακριβώς στα γεγονότα μετά την Ανάσταση και την «χαράν ημών δις έρια φυμών». «Και εκείνη τη μέρα εμέ ουκ ερωτήσετε ουδέν, αμήν αμήν λέγουν εμείν, οτι όσα ανετίστον Πατέρα εν τω ονόματί μου δώσει εμείν, έως άρτι ουκ ειτήσετε ουδέν εν τω ονόματί μου, οτι τε κελύψεσθε, ειναι χαρά ημών ουκ ουδέν». Βλέπουμε λοιπόν εδώ το αίσθημα της χαράς ως ένα στοιχείο το οποίο θα συνδέεται ακριβώς με αυτή την μεταπασχάλια εμπειρία των μαθητών, την εμπειρία της Ανάστασης. Άρα ο Ιησούς θα πει αμέσως μετά, θα δώσει την εντολή στους μαθητές να συνεχίσουν το έργο του. Καθαριστικά αμέσως με το χαιροτισμό της Ιρήνης και την απόκροστο μαθητών ο Χαρά, τους δίνει την εντολή, ξανά ηρήνη και πάρει την ειρήνη και μετά τους λέει «Καθώς απέστα ο Κέννηρ ο Πατήρ καγό πρέμπου ημάς». Και εδώ έχουμε ακριβώς την εντολή του Αναστημένου Ιησού στους μαθητές να συνεχίσουν το έργο του, να μεταφέρουν το Ευαγγέλιο, το χαρμόσιμο μήνυμα της σωτηρίας σε όλον τον κόσμο. Εδώ βλέπουμε σαφώς, έχουμε στοιχεία της παράδοσης, τα οποία μας είναι γνωστά και από άλλα κείμενα Ευαγγελικά. Θα θυμίσω πολύ χαρακτηριστικά και τον Καταμανθέανα Ευαγγέλιο στο τέλος του, αλλά και τον Καταλοκάν Ευαγγέλιο επίσης στο τέλος του. Περιέχουν ανάλογες εντολές, αλλά και έδειξαν στην αρχή με διαφορετική, με παραλλαγμένη διατύπωση. Στην πραγματικότητα όλοι, ουσιαστικά λίγο πολύ, στην ίδια εντολή αναφέρονται. Εγώ μιλάμε εδώ για μία κοινή παράδοση στην αρχαία Εκκλησία. Θα διαβάσω τις πολύ σύντομα μονάχα αυτές τις εντολές, τις επιταγές που δούσουμε στα άλλα Ευαγγέλια, ώστε να δούμε ακριβώς αυτή τη σύνδεση. Λέω ας πούμε χαρακτηριστικά. Στον Καταμαρθέανα, στο 28ο κεφάλαιο, το διαβάσαμε άλλωστε, θα συζητούσαμε και τον Καταμαρθέανα Ευαγγέλιο. «Πορευθαίνουμε ότι συμμαθητεύσετε πάντα τα έθνη, βαπτίζονται σε αυτούς, εις το όνομα του Πατρός Κυτριού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκονται σε αυτούς τη δύναμη πάντα ως ανατυλάμιν μη και δούγο μυθιμόνιμοι, πάντα στις ημέρες έως στις συντελείες του αιώνιους». Αυτή είναι η εντολή, όπως δίνει το ασθημένο Ιησού στον Καταμαρθέο Ευαγγέλιο. Στον Καταμαρθέο Ευαγγέλιο θα βρούμε πάλι στο Καταμαρθέο Κεφάλαιο του Ευαγγέλιου, στο 24, μια ανάλογη εντολή λέει χαρακτηριστικά «και είπεν αυτοίς ούτου ούτου γέγραπται κι ούτως έδει παθύν το Χριστόν κι αμεσθύν εκ νεκρών τη τρίτη μέρα και κηρυχθείν επί το όνομα του αυτού μετάνιον και άφεσην αμαρτιών». Δεν ενδιαφέρουμε εδώ, γιατί αυτό το στιγμό το βρούμε και στον Καταμαρθέο Ευαγγέλιο στη συνέχεια, είναι πάντα τα έθνη. Αρχάμε με να πω Ιερουσαλήν. «Εμείς δε έστε μάρτυρες τούτων». Και εδώ εγώ αποστέλω την επαγγελία του πατρός μου, Φιμάς, «Εμείς δε καθίσατε εν διπόλιου Ιερουσαλήν, έως ούτε μη δεις εις τερινάνι εξήβους», γιατί εδώ ακριβώς δημιουργείται η αφηλυματική γέφυρα με τις πράξεις των Αποστών, όπου γίνεται λόγος συνέχεια για την αποστολή του Αγίου Πνεύχου. Μέχρι εδώ έχουμε σε αυτή την αποστολή, την εντολή μάλλον, που δίνει ο Ιησούς, να μεταφέρουν οι μαθητές το μήνυμα σε όλους, έχουμε στοιχεία της αρχιερικής παράδοσης. Από την άλλη όμως μεριά έχουμε και ιδιαίτερα στοιχεία της Ιωάννιας παράδοσης. Και όπως εδώ η ιδέα ότι κουλτονίστε κυρίως με το καθώς και το καγό, μία συνέχεια ανάμεσα στο έργο του Ιησού και των αθητών, αλλά και κατεπέκταση μια συνέχεια του έργου της μαρτυρίας για τον πατέρα από τους μαθητές. Ήδη είδαμε και στο καταλουκάν ευαγγέλια αυτή η έννοια της μαρτυρίας υπάρχει, αν και όχι συνδεμένη με τον τρόπο που τη βρίσκουμε εδώ στο Τελευταίο Πνεύχο. Είναι ενδιαφέρον δηλαδή ότι εδώ έχουμε μια έμφαση χαρακτηριστική Ιωαννία. Αυτά είναι η σύνδεση με τον παράκλητο, μια σύνδεση που βρίσκουμε και στο καταλουκάν διαφορετικότερο από εκεί, εκεί ονομάζεται το Άγιο Βλέμμα, εδώ είναι ο παράκλητος. Επομένως, αυτό που βλέπουμε εδώ πέρα και είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, οι μαθητές συνεχίζουν το έργο του Ιησού, γίνονται μάρτυρες του πατέρα με τη βοήθεια του παρακλήτου και αυτό που πρέπει τώρα πλέον να κάνουν, ξεπαιμώνοντας τον φόβο τους για τον διωγμό, που φυσικά είναι κάτι το οποίο το γνωρίζουμε ότι θα έρθει. Αυτό λοιπόν πρέπει τώρα να κάνουν, δεν είναι τίποτα άλλο, παρά να μεταφέρω. Το μήνυμα της Ανάστασης και το χαρμόσυνο μήνυμα της Λύτρωσης και σε όλον τον κόσμο. Θα συνεχίζω δηλαδή ουσιαστικά το έργο το οποίο ξεκίνησε ο Ιηός, ο Ιησούς δηλαδή, ο Λόγος, όπως αναφέθηκε ήδη στο πρωί με τον καπερβάνιο Βαγιλί. Θα συνεχίσουν λοιπόν αυτό το έργο με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, λειτουργώντας πλέον οι ίδιοι ως μάρτυρες του Πατέρα και ως συνεχιστές του έργου. Μου λέω μια συνέχεια εκκλησιολογική, ότι είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Και στη συνέχεια, αμέσως μετά από αυτό, αυτό που δίνει ο Ιησούς για να μπορέσουν να εκπληρώσουν το έργο τους στους μαθητές, αυτή είναι η εντολή, η οποία τους δίνει και εδώ ακριβώς βρίσκουμε μία αναλογία με αυτό που βρίσκουμε στο Πατέρα, πολύ διαφορετικά, είναι η δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Ο Ιησούς, λοιπόν, εν εφήσιση και λέει γι' αυτής, λάβεται Πνεύμα Άγιο. Εδώ, όπως είπα και πριν, έχουμε μία κορύφωση της τελετωργίας, το Ευαγγελία, έχουμε πλέον την Αποκάλυψη και τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, για το οποία είναι πολύ συχναλόγους, δωρίτερα. Και, φυσικά, πολύ ερευνητές βρίσκουν εδώ, μία απ' ηχήσεις και της παλαιοδιαφυκικής παράδοσης του Πνεύματος του Θεού, αλλά και γενικότερα στοιχεία της αρχαίας αστιανικής παράδροσες, αφώς εδώ δύο διαφορετικά μοτίβα της Ιωάννιας Πνευματολογίας απαντούν, στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους, από μια μεριά είναι η ιδέα της αναγέννησης και του αγιασμού, να θυμίσω ότι για αυτή την αναγέννηση που σχετίζεται με το Άγιο Πνεύμα, ο Ιησούς έχει ήδη κάνει λόγο, από την αρχή και όλας του Ευαγγελίου, μιλώντας για παράδειγμα στο Νικόδημο και μιλώντας για την αναγέννηση του ανθρώπου, και είναι πολύ ενδιαφέρον ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το Άγιο Πνεύμα στην προκειμένη υπολίπωση. Από την άλλη μεριά λέει χαρακτηστικά στο τρίτο κεφάλαιο του Βαγγελίου, όταν βλάει και υπάρχει εκεί η ασάφη ή τέλος πάντων η παρανόηση του νικοδύτημου, τι εννοεί ο Ιησούς όταν κάποιος πρέπει να γεννηθεί άμορφο και λέει ο Ιησούς αμήν αμήν λεύωσι αμήν της γεννηθεί εξίδατος και πνεύματος, που δίνεται εις ευθυμίστην ασήλειο του Θεού, του εγγενημένου εκ της αρκώς άξεστη και του εγγενημένου του πνεύματος πνεύμαστη. Εδώ έχουμε μία αναγέννηση των αθητών, μία δωρεά του Αγίου Πνεύματος και οικομένως εχθλήρωση του Αγίου Πνεύματος, τον οποίον ήδη προληπτικά ο Ιησούς αναφέρει στο νικοδύτημο στην αρχή του κεφάλαιου και από την άλλη μεριά έχουμε ακριβώς μία πολύ γνωστή και από την Παλαιά Διαθήκη ιδέα να μορτύγω πολύ συχνό τη δωρεά του Πνεύματος του Θεού και την ενίσχυση και την εντολή του Θεού στους απεσταρμένους προφήτες να μεταφέρουν το μήνυμά τους, όπως λειτουργούν εδώ θα λέγανε, οι μαθητές τους, οι προφήτες τους, οι απεσταρμένοι όσοι εγγενημαθόροι του ίδιου του Θεού. Και θα πω πάλι ότι σε ένα επίπεδο της κοινότητας, στο επίπεδο πλέον της κοινότητας, στον πρώτο εναγωστό, αν θέλετε, του Ευαγγελίου, αυτό το γεγονός έχει μία απολεπτική σημασία, βαθύτατη, με βαθύτατες εκκλησιολογικές προεκτάσεις, αφού ακριβώς αυτό που συμβαίνει εδώ και το γεγονός, αυτό το πέμπο, αυτούς ενας πότας, αφήνει χώρο για να ταυτιστεί και η υπόλοιπο κοινότητα με τις μοναδικές αυτούν εδώ και να σταθεί ακριβώς ότι η εντολή του ανστημένου Ιησού αφορά και τους ίδιους. Μπορούμε να πούμε λοιπόν εδώ ότι έχουν και μία απολεπτική, όπως είπα, σημασία του γεγονότος και το γεγονός του αναποπτά μια ιδιαίτερη σκληρότητα και αφορά και την ίδια την κοινότητα, η οποία διαβάζει το κοινό. Και το δεύτερο ενδιαφέρον στο χειρό είναι η συγχώρηση των αμαρτιών. Είπα και πριν ότι στο Καταλουκάνι Ευαγγέλη με έναν ενδιαφέρον τρόπο υπάρχει μια σύγκριση. Δηλαδή εκεί ο ανστημένος Ιησού λέει ότι θα κηρύξετε την άφθιση των αμαρτιών. Αυτή η άφθιση των αμαρτιών και εκεί αλλά και εδώ, και αυτό είναι ακόμα ένα σημείο συνάντησης των παραδόσων του Καταλουκάνι και του Καταϊωάνι Ευαγγέλη, είχαμε ήδη πληγήσει παλαιότερα για την πιθανότητα είτε να υπάρχει μια κοινή παράδοση όπου να πει αντλούν και οι δύο είτε το Καταϊωάνι Ευαγγέλη ή η κοινότητα του Καταϊωάνι Ευαγγέλη να γνωρίζει και το Καταλουκάνι Ευαγγέλη. Αυτό βέβαια τώρα δεν μπορούμε να το αναφέρουμε ξανά. Έχουν ήδη είπαμε κάποιες σκέψεις, υπάρχει μια εκτενής βιβλιογραφία πάνω σε αυτό. Αυτό που είναι ενδιαφέρον εδώ είναι ότι έχουν μια ταυτότητα στη σκέψη και το ενδιαφέρον πρώτο στοιχείο είναι ακριβώς η σύνδεση της άθλησης της χώρας, δηλαδή των αμαρτιών, με την κήρυξη του Ευαγγελίου. Βέβαια η αμαρτία στην περίπτωση του Ευαγγελίου του στιγμήν αλλά και στη συνολική παράδοση δεν κατανοείται ως μια νομική στοιχειά, όχι σε δικανική έννοια, αλλά περισσότερο έχει εντολικές πολιτάσεις και σημαίνει ακριβώς με το ξένος τρόπο από τον Θεό αλλά και από τον υπόλοιπο κόσμο. Έχουν λοιπόν, καταρχάς εδώ, όπως είπα, μια σύνδεση με το έργο του ευαγγελίου και κατά δεύτερο είναι αυτό που και πιο πριν είπα, εδώ βρίσκουμε στοιχεία της αρχαίας παράδοσης όσον αφορά τις χώρες των αμαρτιών και το έργο που έχει η Εκκλησία πλέον, οι μαθητές κατά πρώτο και η Εκκλησία, η οποία ουσιαστικά προληπτικά και συμβολικά αντιπροσωπεύουν για τη συγχώρηση, την αναπτώληση, την έννοιση της αποκατάστασης των σχέσεων των ανθρώπων με τον Θεό αλλά και με τον υπόλοιπο κόσμο και γενικό των δημιουργιών χαρακτηριστικά στο καταγωά ο Ματθαίων Ευαγγέλιου ακριβώς είναι η ιδέα όπου Ιησούς ξεκάθαρα λέει στους μαθητές ότι αφηδέσαι της αρχηγόρας, δεν είναι ότι θα αφήσετε, κατά παράμοιο, παρόμοιο τρόπο θα είναι και αυτό δεσβετμένο και ουσιαστικά θα είναι αυτό το οποίο θα λάβει υπόψη του ο Θεός, ακριβώς για να δείξει τη σημασία που έχει ακριβώς ο αγιαστικός, θα λέγαμε, ρόλος της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο. Σε κάθε περίπτωση που μένω σ' εδώ βλέπουμε στοιχεία της αρχαίας παράδοσης και όπως είπατε αυτή τη στοιχεία εντοπίζουμε ήδη και στα υπόλοιπα Ευαγγέλια όπως είναι το Καταλοκάν και το Καταματέρα. Περνούσα το δεύτερο μέρος του μαθήματος, την εμφάνιση του Ιησού στο χορμό, θα πούμε ότι εδώ έχουμε μια δεύτερη ιδέα και όπως είπα και πριν έχουμε τη δεύτερη κλιμάκωση του Ευαγγελίου μας, αυτή τη φορά μια κλιμάκωση η οποία αφορά τη χριστολογία του Ευαγγελίου μας. Εδώ πλέον στην ιστορία αυτή θα δούμε ότι θα υπάρξει μια σύνδεση ανάμεσα στην πίστη και στην αυτοψία. Ένα θέμα πολύ συχνά το βρίσκουμε στο Καταλοκάν του Ευαγγέλιου. Στο Ευαγγέλιο πάρα πολύ συχνά ακριβώς το γεγονός ότι κάποιος είναι αυτόπτης μάρτυρας είναι εκείνο που το δημιουργεί στην πίστη. Διαφορετικά από ό,τι συνήθως βρίσκουμε στα συνοπτικά όπου η πίστη προηγείται του θαύματος, στο Καταλοκάν του Ευαγγέλιου η θεολογία φασιλεί σκεφτάει και τονίζει ότι ακριβώς αυτή η αυτοψία του γεγονός ότι κάποιος είναι μάρτυρας των γεγονότων τον βοηθά στην ανάσταση και φυσικά αυτό συνδέεται άμεσα με τα θαύματα, με τα σημεία όπως ονομάζονται στο Καταλοκάν του Ευαγγέλιου, που εκεί ακριβώς τα σημεία αποτελούν για τους αυτόπτες μάρτυρες αφορμές για πίστη. Εδώ όμως θα δούμε ότι στο τέλος του Ευαγγελίου ο Ιωάννης θα προχωρήσει να βγει παραπέρα από αυτός το οποίο μας έχει συνηφίσει, ενώ δηλαδή ως τώρα αυτή η αυτοψία είναι αρκετή και με την αυτοψία ουσιαστικά εδώ συνεχίζει να ασχολείται το κείμενό μας, την περίπτωση του θωμά. Εδώ θα βρούμε μία άλλη ιδέα που του έχουμε πάρα πολύ συχνά μέσα στο Καταλοκάν Ευαγγελίου, ότι αυτή η αρχική πίστη, η οποία ξεκινάει από τον αντυπωσιασμό αφαίρεται μπροστά στο θαυμαστό γεγονός, πρέπει να ολυμάσει και να γίνει μαθητία. Είναι γαρακτηριστικά στο 8ο κεφάλαιο όπου εκεί ο Ιησούς ασκεί κριτική σε όλους αυτούς τους συνδέους οι οποίοι βλέπουν τα θαύματά του, εντυπωσιάζονται όταν ακολουθούν. Είναι γαρακτηριστικά στους τείχους 30-31 «Ταύτα αυτούς λαλούντους πολλοί επίστευσαν εις αυτόν» έλεγε ο Ιησούς προς τους που εμπιστευκόταν σε αυτό οι ουραίους «εάν εμείς μείνετε εν τω λόγω του αιμώ, αληθώς μαθηταίσουμε αιστέμιο». Είναι απλώς αυτή η πρώτη πίστη που είναι η θετική αποδοχή ενός γεγονός στο οποίο κάποιοι βρίσκονται αυτοπτες μάρτυρες αλλά πρέπει κανείς να προχωρήσει να μείνει σταθερός, να ακούσει και το λόγο, τη δασκαλία του Ιησού και να γίνει μαθητής του. Ακριβώς αυτό βλέπουμε εδώ πλέον να πραγματοποιείται στην περίπτωση του Θωμάου. Γιατί ακριβώς ο Θωμάς γίνεται αυτοπτες μάρτυρες, ένα γεγονός που φράζει ποιο είναι τη δυσπιστία του, ακριβώς γιατί που η αυτοψία παίζει αυτό το σημαντικό ρόλο, αλλά αφού φτάσει στην πίστη δεν μένει εκεί αλλά θα προχωρήσει συνέχεια όπως θα δούμε στη συνέχεια σε μια πολύ σημαντική χριστολογική ομολογία και μια κορύφος χριστολογική θα λέγαμε πλέον της αφήγησης του 4ου Βακελείου. Όπως είπα και νωρίτερα αυτό το περιστατικό ουσιαστικά μας οδηγεί και στο τέλος του κατά Ιωάννη Βακελείου και βρίσκουμε ακριβώς στοιχεία τα οποία βρήκαμε ήδη πολύ νωρίτερα μέσα στο κείμενό μας. Η γενιά των μαθητών εμφανίζεται εδώ στο τελευταίο μας κεφάλαιο να πιστεύουν στα θάματα, είναι και αυτοπτες μάρτυρες και πλέον δεν περνούν μέσα από την αυτοψία και την εμπειρία τους, η πραγματικότητα των όσων ζώνει κεπωμένους και εδρεώνονται οι πίστες τους, από την άλλη μεριά όμως αυτή η πίστη δεν είναι μόνη της, αλλά το Πνεύμα το Άγι είναι αυτό που θα τους οδηγεί σε αυτήν την πίστη και βοηθά στην ορίμαση αυτής της πίστης. Και ακριβώς εδώ αυτό τους οδηγεί στη συνέχεια με χαρτισκό παράδειγμα το χειμά, στη μακρύα και στη μορουγή αυτής της πίστης. Αυτό το χαρτισκό, αυτό το στοιχείο, το στοιχείο δηλαδή της μαρτυρίας της πίστης και της μαρτυρίας βανοκέ της πίστης, είναι αυτό το οποίο βρισκόμαστε στο τέλος ακριβώς στην κατακλείδα, όπως είπαμε την πρώτη κατακλείδα του κατά Ιωάννια Βαγγελίου, στους στίχους 30 έως 31 όπου λέει «Πολλά με νου και άλλα σημεία επίησε ο Ιησούς ενώπιον των μαθητών αυτού, ουκ εστι γεγραμμένα ειν' το βιβλίο αυτού. Τα αυτοδηγέγραπτε να πιστεύσετε ότι Ιησού σ' εστιν ο Χριστός ο Υιός του Θεού και να πιστεύονται η ζωή να έχετε εν τω ονόματι αυτού». Πίστη, ζωή και ομολογία. Επομένως είναι ενδιαφέρον εδώ το πώς λειτουργεί η όλη φύση και θα πούμε λίγα σχόλια τώρα όσον αφορά τον τρόπο που παρουσιάζονται οι ζουνένα γεγονότα, τα γεγονότα μέσα σε αυτήν την τελικόπιο. Καταρχάς, εδώ ο Θωμάς αναφέρεται ως ο ίσεκτον 12, αφού γνωρίζουμε ότι ο Ιούδας δεν υπάρχει πια και σε ένα αφηγηματικό λογικό θα ήταν να πει κανείς ο ίσεκτον 11, εφόσον όλοι, παρ' ό,τι δεν αναφέρεται με σαφήνια μέσα στο κείμενο, μας γνωρίζουν έναν γνώστος ότι ο Ιούδας πλέον δεν υπάρχει διότι έχει ήδη φύγει από την ζωή. Αυτός ο ίσεκτον 12, εδώ, χρησιμοποιείται ως τέρμηλος τέχνης, όπως θα το βρούμε και αργότερα, κυρίως κατά το 2ο αιώνα και έξις, αλλά και νουρίτερα μέσα στα κείμενά μας, γιατί ακριβώς συμβολίζει αυτή την πρώτη μικρή ομάδα γύρω από τον Ιησού. Ένα όλο θέμα είναι το πρόσωπο του Θωμάου. Ο Θωμάς μας είναι γνωστός και από άλλους σημείδες στο κείμενο. Ο Θωμάς είναι γνωστός και από άλλα γραγκέλη και, όπως είναι επίσης γνωστός, υπάρχει μια μεγάλη παράδοση, η οποία πήγαινε να πτυχθεί γύρω από το πρόσωπό του. Κείμενα τα οποία τελικά δεν πέρασαν μέσα στον καρβάνι της Ακκλησίας και τα οποία θεωρούνται εξοκονομικά. Υπάρχει λοιπόν μια θεωρία, απορρισμένως ελευθεές, ότι ίσως το γεγονός που παρουσιάζεται εδώ ως σκεπτικιστής του Θωμάς αποτελεί μια ένιση κριτική και πολεμική ενάντια σε εκείνους, οι οποίοι έδωσαν να βγάλουν μεγάλη σημασία στο πρόσωπο του Θωμά και ανέπτυξαν μια παράδοση, όπως είπα, σε πάρα πολλά σημεία απορρίφθηκε από την Ακκλησία. Αυτή βέβαια η θεωρία είναι βοητευτική, είναι όμως πάρα πολύ δύσκολο να αποδειχθεί. Και ίσως αδικεί και το πρόσωπο του Θωμά, τουλάχιστον τον τρόπο με τον οποίο το πήρε, καταρχάς. Θα πούμε ότι η αμφισβή της Ανάστασης, δεν είναι ένα θέμα που το βρίσκουμε για πρώτη φορά στο Καπελάνι για κύριε Πορνανδίας, είναι ένα θέμα το οποίο αποσχολεί, όπως είδαμε και στις προηγούμενες συζητήσεις μας, τα προηγούμενα μαθήματα, τους πρώτους αποδέκτες του μηνύματος της Ανάστασης. Ίσως να θυμίσω στον κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο το πώς αντιπλούν οι αρχαίοι. Ίσως να θυμίσω επίσης πώς αντιπλούν οι μαθητές στον κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο όταν οι γυναίκες τους μεταφέρουν το μήνυμα του Ευαγγελίου. Και καταλαβαίνουμε δηλαδή ότι υπάρχει γενικά μια, κατω με άλλον ή τον, επιφυλακτική πολλές φορές στάση απέναντι στο γεγονός αυτό. Ήδη και στον κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο θυμόμαστε ότι ο Ιησούς εμφανίζεται στο τέλος, κάποιοι τον προσφύγουνε, κάποιοι άλλοι την στάζουν και πραγματική αυτό είναι μια απήχηση ακριβώς της σκολίας και του σκεκριντισμού με τον οποίο κάποιοι μέσα στην Εκκλησία αντιμετωπίζαν ακριβώς το γεγονός της Ανάστασης. Επομένως δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι εδώ αυτό, η αμφισβή της Εσκευμένα συνδέεται με τον Θωμά ή τέλος πάντων εμφανίζεται για πρώτη φορά εδώ στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο ακριβώς για να βάλει κατά της έννοισης του Κύρου του προσώπου του Θωμά και το γεγονός ότι συνέχεια μια ολόκληρη παράδοση συνδέεται γύρω από τον Θωμά. Νομίζω ότι αυτό θα πρέπει να το δούμε πολύ διαφορετικά, να το δούμε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση και να πούμε ότι ακριβώς επειδή εδώ ο Θωμάς κάνει μια πολύ σημαντική ομολογία εμπειριστής στο τέλος της Ανάστασης ακριβώς αυτό το βιαθυστά ένα πρόσωπο με κύρους με εμφανία και αυτός τη συνέχει σαν αποτέλεσμα γύρω από το πρόσωπό του να αναπτυθεί μια ολόκληρη παράδοση. Όχι δηλαδή ότι ακριβώς επειδή υπάρχει αυτή η παράδοση έρχεται από το κατά Ιωάννη Αντιδρολονίσσα αλλά αντίθετα ακριβώς επειδή υπάρχει η παράδοση. Η ιστορία αυτή στον κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο του Θωμά αναπτύσσεται όλη η υπόλοιπη παράδοση. Η αφηβίσμη της ιδέας εδώ έχει ένα πολύ ενδιαφέροντα ρόλο αφηγματικό. Από μια μεριά συμβάλλει στην κλιμάκωση της ιστορίας διότι μας οδηγεί σιγά σιγά στην αποκάλυψη και στην ομολογία και φυσικά είναι θα λέγαμε η προϋπόθεση κατά κάποιο τρόπο αφηγματικά για την ομολογία πίστης την οποία στη συνέχεια δίνει ο Θωμάς. Ενδιαφέρον εδώ είναι ότι η εμφάνιστομα γίνεται μετά από οκτώ ημέρες, με τη ημέρες οκτώ, δηλαδή πάλι την ημέρα του Μιάτου Σαββάτ και αυτό ίσως απειχεί και την λειτουργική πράξη της Αρχαίας Εκκλησίας όπου γνωρίζουμε ότι αυτή η ημέρα είναι η κατεξοχή ημέρα συνάντησης και λειτουργική συναξής, ημέρα κατά την οποία οδηγόταν η Ανάσταση του Ίσου. Βλέπουμε ότι αυτό ίσως απειχεί ακριβώς αυτή την λειτουργική πράξη και το δεύτερο ενδιαφέρον στοιχείο εδώ είναι η ψηλάφυση των ομολογών. Ο Ιησούς εμφανίζεται πάλι, είναι κλειστές πάλι ως παρτινασπαλισμός αν αφηγήσεις ή αφηγήσεις, ο Ιησούς ξαναχαιρετά με τον ίδιο τρόπο και στη συνέχεια ο Θείνος Θωμάκη του λέει έλα να ψηλαφύσεις τις αντιπληγές μου και μη γυμνάπους τους αγαπηστούς. Υπάρχει κοινή παράδοση εδώ με το Καταλουκάν Ευαγγέλιο με το 24 κεφάλαιο στους τελευταίους και τα γυναίκες, ενάντα ό,τι και πάλι ο Ιησούς δείχνει τις πληγές του. Βέβαια ήδη υπάρχει από πίσω μια αφήγηση. Βέβαια τα ίδια τα Ευαγγέλια δεν περιγράφουν πουθενά άλλου τις πληγές του Ιησού, στην δυσκολία σου με το πάθος. Να μείνουμε εδώ στο Καταλουκάν Ευαγγέλιο και στις σχέσεις με την Μανάσταση και ως απόδειξη ακριβώς ότι το πρόσωπο που βλέπουν είναι αυτός ο οποίος σταυρώθηκε και υποθέτουμε ότι εδώ βέβαια, το γεγονός ότι βρίσκουμε κοινά στοιχεία σε δύο ίδια Ευαγγέλια μας οδηγεί στο συνδέαχνο ότι μάλλον είναι κοινή αρχαία χριστιανική παράδοση εδώ, η οποία διασώζεται μέσα στα Ευαγγέλια μας και η οποία παράδοσε ακριβώς με αυτόν τον τρόπο είχε και ένα απολογιτικό θα λέγαμε χαρακτήρα καθώς με κάποιο τρόπο αποδείκνει ότι ο Ιησούς, ο αναστημένος Κύριος είναι το πρόσωπο το οποίο ακλούθησαν στην επίγεια του δράσης οι μαθητές και το ίδιο να σταυρώνευε, όπως πάλι η σύνδεση του πάθους και της Ανάστασης και το ενδιαφέρον είναι εδώ ότι δεν έχει τόσο έντονη απολογική τάση όπως έχει και η αποδεικτική αν θέλετε όπως είχε στον Καταλουκάν Ευαγγέλιο που εκεί υπάρχει η διάθεση ακριβώς να φανεί το πρόσωπο το οποίο εμφανίζεται δεν είναι ένα φάντασμα. Εδώ βλέπουμε ότι ο Ευαγγελιστής δεν τον εμφανίζει τον Ιησού Ματρόι, έτσι υπάρχει αυτό το στοιχείο το οποίο απουσιάζει, λοιπόν τη δικιά του αποξελμασία διφλονούν πολύ αργότερα να έχει έναν κοινό δείγμα με τους μαθητές του, αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία. Ο Θωμάς λοιπόν αναγνωρίζει τον Ιησού, γίνεται αυτό της Μάτυρος και αμολογεί αμέσως τον Ιησού. Φυσικά πολύ συχνά μέσα στην παράδοση και στη λαϊκή ύψευγεια ο Θωμάς ονομάζεται ως ο άπιστος του Μάσχαλο Κριστά, αυτό αδικεί εξαιρετικά την αφήγησή μας εδώ, αλλά δεν είναι η απιστία του Θωμάου. Ο Θωμάς είναι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται κι αλλού και μιλά εκ μέρους των μαθητών, για παράδειγμα στον 10 του κυφάλαιο και το ενδιαφέρον είναι ότι αυτός ο άνθρωπος ο οποίος ξεκινά με μία αρκετά σκεπτικιστική διάθεση και με μία αμφισβήτηση, είναι αυτός που τελικά θα φτάσει σε μία υψηλού προηγουμένου εχθρολογική ομολογία. Και αυτό στο οποίο μας οδηγεί εδώ η αφήγηση, το οποίο το είπαμε και πριν, ότι δεν φτάνει αυτοψία. Η αυτοψία οπωσδήποτε οδηγεί στη χαρά της ανάστασης, αυτό είναι κάτι το οποίο δηλώνεται ξεκάθαρα μέσα από την αφήγησή μας, αλλά ουσιαστικά πέρα από την εδώ μιλάμε για μία βαθύτερη πίστη, η οποία βασικά πλέον αφορά και αναγνωρίζει την ίδια την ταυτότητα του προσώπου του Ιησού, όπου ο Ιησούς πλέον κατανοείται ως ο Θεός, ο Κύριος και ο Θεός μου, θα πει χαρακτηριστικά ο Θωμάς. Και από αυτήν την έννοια ο Θωμάς ως χαρακτήρας μοιάζει πάρα πολύ με το χαρακτήρα του Νικοδήμου, όπου και εκείνος ξεκινά με μία σκεπτική διάθεση και με μία θετική, βέβαια, αντισβήτηση και αναζήτηση και ο Λουκοθωμάς έτσι θα πρέπει να καταγνωριθεί ως ο άνθρωπος των εναζητών και ως σκεπτικιστής με την καλή έννοια, ο οποίος να παραμένει ως θετικός αποδέκτης των δυο γονώτων. Και ένα δεύτερο σημείο με το οποίο μπορούμε να το συγκρίνουμε είναι τη Μαραίτη Μαγδαλία, την οποία οπωσδήποτε οι διαφορές είναι μεγάλες και ιδιακοτελούν δύο διαφορετικά υποδείγματα μαθητών μέσα στην αρχαία κοινότητα. Η Μαραίτη είναι ο άνθρωπος ο οποίος με το συστηματικό του κόσμου και με τη βαθιά του πίστη, του είναι αρκετό αυτό για να μπορέσει να αναγνωρίσει τον Ιησού, δεν τη χρειάζεται αποδείξεις. Ο Θωμάς είναι περισσότερο ο άνθρωπος ο οποίος χρειάζεται αυτές τις αποδείξεις, αλλά από την ανηνεργία ο Θωμάς επιπλέον, είναι ουσιαστικά ο τύπος όλων των ανθρώπων και των μαθητών του Ιησού, οι οποίοι έρχονται μετά την ανάληψη και δεν ήταν οι ίδιοι αυτοπτες εξ αρχής μάρτυρες των γεγονότων της ζωής του Ιησού, του πάθους και της Ανάστασης του. Δηλαδή όλοι μόνον θα έλεγα απλά, καθώς και εμείς όπως και ο Θωμάς δεν έχουμε άμεση αυτοψία και εμπειρία, αλλά η εμπειρία της Εκκλησίας και η εμπειρία μέσα από την προσωπική συνάντηση με τον Ιησού είναι αρκετή για να οδηγήσει στο τέλος στην αναγνώριση του Ιησού και την πίστη στην Ανάσταση, μια πίστη όμως στην Ανάσταση, η οποία μας δείχνει ξεκάθαρα εδώ στο κείμενό μας, δεν είναι αρκετή από μόνη μας. Αυτό είναι να λέμε ένα πρώτο στάβιο στην πορεία των ανθρώπων να γίνουν μαθητές του Ιησού και αυτό στο οποίο θα πρέπει να καταλήξουμε, αυτό το οποίο ουσιαστικά εδώ μας δείχνει ο Θωμάς, που είναι η πίστη στην παιδότητα του Ιησού. Λοιπόν, μία θα λέγαμε, ο Θωμάς λειτουργεί σαν ένας τύπος του χριστιανού και όπως είπα τύπος στον χριστιανό είναι μέσα στους αιώνες, οι οποίοι δεν υπήρξαν αυτό από τις μάρτυρες. Ναι, η Μαρία Μεγαλίνη περισσότερο λειτουργεί ως ο τύπος των ανθρώπων εκείνων οι οποίοι καταρχάς υπήρξαν αυτό από τις σχετικοί μάρτυρες και οι οποίοι έχουν και όλους τους μαθητών ακριβώς αυτής της πρώτης γενιάς. Συνοψίζοντας και πέρας να πούμε ότι πρώτη γενιά είναι ενδιαφέρουσα περικοπή, για μια ακόμα φορά βλέπουμε τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται στοιχεία της αρχαίας χριστιανικής παράδοσης με στοιχεία της Ιωάννη αστυολογίας και πώς ο συγγραφέας μας χρησιμοποιεί αυτά τα κείμενα σε αυτά τα στοιχεία της παράδοσης για να αναδείξει βασικά στοιχεία της τειματολογίας του και της χριστολογίας του και φυσικά να αποτελέσει αυτή η ιστορία της συνάντησης του με τους μαθητές του, μόνο ένα απλό γεμονός, ονάννησης και ιστορικός γεμονός, μία συνάντησης του Ιησού τη μία των Σαββάτων με τους μαθητές του να διτουργήσει πολιτικά και πολιτιπικά για τις επόμενες γενιές των Ισθιανών.