: Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Καλησπέρα σας κυρίες και κύριοι και χρόνια πολλά! 25 Μαρτίου σήμερα και συμπληρώνονται 200 χρόνια από την έναρξη της ένδοξης Ελληνικής Επανάστασης. Είναι μεγάλη χαρά και τιμή να σας έχουμε σήμερα κοντά μας, για να παρακολουθήσουμε όλοι μαζί ζωντανά την τελετή εορτασμού αυτής της ιστορικής επαιτείου. Αμέσως, σήμερα θα παρακολουθήσουμε τη διάρκεια της Επανάστασης. Δίνω τον λόγο στον Πρίτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητή κ. Δημήτρη Μπουραντόνη, για ένα σύντομο χαιρετισμό. Κύριε Πρίτανη! Κυρίες και κύριοι, χρόνια πολλά! Βασική αποστολή του Πανεπιστημίου είναι να παραγράγει και να διαχέει την ιστορική γνώση σε συνδεσμό πάντοτε με την ανάπτυξη της κριτικής και αναλυτικής σκέψης. Και η αποστολή αυτή είναι ιδιαίτερα επιβεβλημένη για το Οικονομικό Πανεπιστημίο Αθηνών, που επιδιώκει διαχρονικά να λειτουργεί ως πνευματική κητήδα ανανέωσης και συγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας και όχι φυσικά ως ένας ακόμη θεσμός αναπαραγωγής κατεστημένων αρχών, ιδεών και αντιλήψεων. Υπό αυτό το πρίσμα, το Οικονομικό Πανεπιστημίο οφείλει να καλλιεργήσει, αντί των ευκαιριακών παραγωγικών υπερβολών, το σοβαρό πνευματικό προβληματισμό που γεννά η επέτειος της εθνικής παλιγενεσίας. Να σταθμίσει το παρελθόν και να εντοπίσει τα αερίσματα του μετά το 1821 συλλογικού μας βίου. Να εγκύψει κριτικά στην ιστορία των 200 χρόνων και να στοχαστεί με εναργή τρόπο, αναφορικά με τις μελλοντικές ανάγκες και προτεραιότητες της δημοκρατικής πολιτείας και της κοινωνίας. Το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με αφορμή της συμπρίωσης 200 χρόνων από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης, έχει προγραμματίσει σειρά πανηγυρικών εκδηλώσεων με το τίτλο «Ελευθερία. Μια ΑΕΝΑΙ Αναζήτηση». Και αποτελεί ξεχωριστή τιμή για το ίδρυμα το γεγονός ότι η Εθνική Επιτροπή Ελλάδα 2021 συμπεριέλαβε και έθεσε τις εκδηλώσεις του Πανεπιστήμιού μας υπό την αιγίδα της. Κυρίες και κύριοι, είναι ιδιαίτερη τιμή για το Οικονομικό Πανεπιστήμιο να φιλοξενεί στην ενακτήρια εκδήλωσή του στο πλαίσιο του ρεγερτασμού των 200 χρόνων το διαπρεπεί Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και Χάτουχο της Εδρας Γκλανστόουν στο Πανεπιστήμιο της Ωξφόρδης, κ. Στάθη Καλύβα. Ο καθηγητής κ. Καλύβας θα εκφωνήσει το πανηγυρικό της ημέρας με θέμα «ΘΕΜΑ 1821 Η ΑΠΟΡΟΣΜΕΝΗ ΣΥΝΘΕΣΗ». Εκ μέρους της κοινότητας του Πανεπιστήμιου θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον καθηγητή κ. Καλύβα και να του δώσω αμέσως το λόγο. Χρόνια πολλά σε όλους και όλες. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ κ. Πρίτανη και για την εισαγωγή σας και για την πρόσχληση αυτή που με τιμάει ιδιαίτερα. Και αυτό παρά το γεγονός πως γίνεται κάτω από συνθήκες που όπως όλοι γνωρίζουμε δεν είναι οι πιο ιδανικές. Ακριβώς όμως πιστεύω επειδή συνθήκες είναι αυτές που είναι ο ιστορικός εναστοχασμός στον οποίο μας προσκαλεί η σημερινή επέτειος είναι ίσως πιο αναγκαίως από ποτέ. Θα προσθέσω εδώ και ως μια προσωπική υποσυνείωση το γεγονός ότι η ομιλία μου αυτή αρχικά ήταν προγραμματισμένη να γίνει πέρσι και αναβλήθηκε τότε λόγω της πανδημίας. Έτσι λοιπόν βρίσκομαι στη μοναδικά τιμητική θέση και αφωνώ την ομιλία μου στην επέτειο των 200 ετών. Αντιλαμβάνεστε δηλαδή πως μέσα σε όλα τα αρνητικά της η πανδημία έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση τουλάχιστον ένα θετικό για μένα. Θα μου αντιτρέψετε ελπίζω μια πάρα πολύ σύντομη εισαγωγή για τον πανηγητικό λόγο ως είδος ομιλίας, ως φόρμα. Είναι μια φόρμα που απευθύνεται κυρίως στο συνέστημα, αναφέρατε κι εσείς τον όρο υπερβολή, όπως υποδηλώνει και το όνομα του τύπου αυτού της ομιλίας. Δηλαδή επιδιώκει να συγκινήσει. Ταξιδεύουμε στο παρελθόν, όχι μόνο για να διδαχθούμε, αλλά κυρίως για να συγκινηθούμε και να εμπνευστούμε. Ο πανηγητικός λόγος είναι όμως, και νομίζω πως αυτό θα πρέπει να το παραδεχθούμε ανοιχτά, μια φόρμα που κάπως έχει απολέσει ένα σημαντικό κομμάτι από τη δύναμη που είχε στο παρελθόν και γι' αυτό θεωρώ ότι συνιστά ιδιαίτερη πρόκληση για όποιον ή όποια την αποδέχεται. Και με αυτή την λογική δέχθηκα και εγώ την πρόσκληση σας αυτή. Αυτή η απώλεια ενός μέρους της δύναμης του πανηγηρικού οφείλεται πιστεύω σε δύο κυρίως λόγους. Από τη μία, αναπόφευκτα, οι περισσότεροι πανηγηρικοί προστρέχουν σε γνωστά μοτίβα, δηλαδή από την επανάληψη. Δεν είναι πάντα εύκολο να καινοτομήσεις σε αυτή τη φόρμα. Από την άλλη, έχουμε μάθει να συγκινούμαστε όλο και περισσότερο, είτε από οπτικοακουστικό υλικό, για παράδειγμα ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, είτε από το διαδίκτυο που είναι ακριβώς σχεδιασμένο με τέτοιο τρόπο που να μας ερεθίζει με τρόπο συνεχή και εντέλει εθιστικό. Για να το θέσω διαφορετικά, και ίσως με τρόπο που ταιριάζει σε ένα οικονομικό πανεπιστήμιο, ο πανηγηρικός λόγος πάσχει ως προϊόν από ένα έλλειμμα ανταγωνιστικότητας. Σε αυτούς τους δύο λόγους θα πρέπει να προσθέσουμε και έναν τρίτο, το γεγονός πως ανάμεσα στον πανηγηρικό λόγο και το πανεπιστημιακό περιβάλλον, εμφυλοχωρεί μια μικρή ένταση. Και αυτό γιατί ενώ ένας πανηγηρικός αναγκαστικά βασίζεται σε απλοποιητικά και κινητοποιητικά αφηγήματα, το πανεπιστήμιο είναι το κατεξοχή περιβάλλον, όπου καλλιεργείται ένας τρόπος σκέψης και έρευνας που βασίζεται στην ψυχρή λογική και θεωρεί, ορθά πιστεύω, πως η συγκίνηση και το συνέστημα καμιά φορά μπορεί να δρούν ως εμπόδια στην κατανόηση του κόσμου, να μας περιτριγυρίσει και να μην υποβοηθούν την ψυχρή ανάλυση. Κάθε πρόταση που αρθρώνουμε ως επιστήμονες πρέπει να έχει υποστεί την βάσανο του εξονυχιστικού επιστημονικού ελέγχου και αν δεν τα καταφέρνει να τον περάσει πρέπει να αγνοείται. Με αυτή τη μένει λοιπόν ο επιστημονικός λόγος, όπως γνωρίζουμε όλοι από τις έρευνες και τις μελέτες, έχει ένα χαρακτήρα ψυχρό και κλινικό. Ο λόγος που κάνω αυτή τη σύντομη εισαγωγή είναι για να τυλώσω την πρόθεσή μου να προσπαθήσω να ξεφύγω κάπως από την κλασική φόρμα του πανηγυρικού. Δηλαδή με άλλα λόγια θέλω να προσπαθήσω να μοιραστώ μαζί σας μια πάρα πολύ σύντομη ερμηνευτική προσέγγιση της επανάστασης του 1721, που πιστεύω πως εξυπηρετεί και τις δύο φόρμες συγχρόνως, δηλαδή και την πανηγυρική και την επιστημονική. Μια προσέγγιση που θέλω να ελπίζω εμπαθύνει πατώντας πάνω στα επιστημονικά πορίσματα, αλλά ταυτόχρονα εμπνέοντας. Ή τουλάχιστον αυτό ελπίζω πως θέλω να προσπαθήσω να καταφέρω. Θα ξεκινήσω λοιπόν με ένα προφανώς ερώτημα, που όμως έχει κάποιες ενδιαφέρουσες προεκτάσεις που δεν τις γνωρίζουμε και που δεν έχουν αναλυθεί επαρκώς. Πώς ακριβώς μπορούμε να ορίσουμε το γεγονός που γιορτάζουμε σήμερα. Αυτό που ήθεσταν να αποκαλούμε ελληνική επανάσταση και που ουσιαστικά είναι η συστατική πράξη γέννησης του σύγχρονου εθνικού μας κράτους, υπήρξε αναμφίβολα μια επανάσταση. Υδωμένη από την οπτική των συνεπιών της όμως. Οι πολιτικές, κοινωνικές, νομικές και γεωγραφικές συνθήκες που προκύπτουν μετά του 1830, ξεκινά το σύγχρονο ελληνικό κράτος, συνιστούν μία αναπόλητη σχεδόντομη με το παρελθόν. Είναι σύνηθες να αναφερόμαστε στην σημασία των 400 χρόνων της τουρκοκρατίας ως το αίτιο για διάφορα σημερινά προβλήματα που μας κατατρίχουν. Και μάλιστα τελευταία, πολύ οικονομικοί ιστορικοί, μελετούν τις μακροπρόθεσμες συνέπειες πολλών γεγονότων του παρελθόντος. Το ονομάζουν αυτό, η μακρά σκιά του παρελθόντος. Αλλά κατά τη γνώμη μου, το συγκρονιστικό στοιχείο της εξέγερσης του 1821 που το καθιστά επανάσταση, είναι ο βαθμός στον οποίο συνιστά ένα εντελώς νέο ξεκίνημα. Οι στρατιωτικές συγκρούσεις και οι δικλωματικές διαργασίες που έλαβαν χώρα στο διάστημα της οκταϊτίας που διήρχε σε πάνω κάτω η εξέγερση αυτή, αλλάζουν τα πάντα με τρόπο που επηρεάζει καταλυτικά την καθημερινότητα των ανθρώπων που ζουν στον τόπο αυτό αλλά και τη ζωή πολλών ανθρώπων που ζουν αλλού αλλά σχετίζονται με αυτό. Πρόκειται με άλλα λόγια για ένα πραγματικό σοκ που θέτει την περιοχή σε εντελώς διαφορετική τροχιά από αυτήν που είχε ως τότε. Αν όμως η επανάσταση προκύπτει δια του αποτελέσματος και βέβαια σε σημαντικό βαθμό και από τις προθέσεις των ανθρώπων που εμπλέκονται στη διαδικασία αυτή, το ίδιο το γεγονός συνιστά θα λέγαμε μία στρατιωτική εξέλιεση με στενούς τεχνικούς όρους και με ακόμα πιο στενούς τεχνικούς όρους έναν αποσχηστικό πόλεμο που είναι εξορισμού ενδοκρατικός. Δεν συγκρούνται δηλαδή δύο κράτη μεταξύ τους, δεν έχουμε έναν διακρατικό πόλεμο, αλλά έναν κράτος με έναν εξεγερμένο αντάρτικο στρατό. Στην διεθνή επιστημονική πρακτική που είναι και το πεδίο της κύριας ερευνητικής μου δραστηριότητας, οι πόλεμοι αυτού του είδους καταγράφονται και μελετώνται ως εμφύλιοι. Είμαι σίγουρος πως αυτό το τελευταίο σας εκπλήση, τον αποκαλέσουμε δηλαδή την Ελληνική Επανάσταση, έναν εμφύλιο πόλεμο στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά σας διαβεβαιώνω πως ανταποκρίνεται πλήρως στην διεθνή επιστημονική πρακτική που μόλις ανέφερα. Ένα εξίσου ενδιαφέρον στοιχείο είναι το γεγονός ότι ο πόλεμος αυτός κλείνει, τελειώνει, ολοκληρώνεται ως αποτέλεσμα μιας διεθνούς επέμβασης που με σημερινούς όρους θα χαρακτηρίζαμε ως ανθρωπιστική επέμβαση, humanitarian intervention. Με λίγα λόγια, η μελέτη της Ελληνικής Επανάστασης μπορεί να εμπλουτιστεί ιδιαίτερα αν τοποθετηθεί στο συγκεκριτικό πλαίσιο της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης ακόμα και όταν αυτό εισάγει όρους, προοπτικές και αντιλήψεις που μπορεί να μας εκπλήσουν. Δεν θα σταθώ όμως σε αυτή τη συζήτηση για την περιγραφή του γεγονότος, αλλά θέλω να επικεντρωθώ σε κάποια ερμηνευτικά κλειδιά και πιο συγκεκριμένα αυτό που θα κάνω στην ομιλία μου είναι θα επιχειρήσω να ερμηνεύσω την Επανάσταση ως ένα μοντέλο, ως ένα πρότυπο πολιτικής δράσης. Καταγράφοντας τα βασικά του χαρακτηριστικά, αυτό που θέλω να κάνω είναι να επιχειρήσω να αναδείξω τα θεμελιώδη στοιχεία που τον διακρίνουν. Η Ελληνική Επανάσταση ως μοντέλο πολιτικής δράσης θεωρώ πως διακρίνεται από τρία θεμελιώδη χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι ένας πολιτικός βολονταρισμός υψηλού ρίσκου που ταυτόχρονα όμως κινείται στην κόψη των διεθνών τράσεων. Το δεύτερο είναι η συγκρότηση μιας ετερόκλητης αλλά εξαιρετικά πλουραλιστικής πολιτικής και κοινωνικής συμμαχίας για την υλοποίηση του στόχου και το τρίτο είναι η έντονα εξωστρεφή συλλοποίησή του, η διεθνοποίηση και η επιτυχής του μόχλευση. Τα τρία αυτά χαρακτηριστικά που μόλις περιέγραψα συνοπτικά συνειστούν ένα μοντέλο πολιτικής δράσης που μπορεί να περιγραφεί σχηματικά ως μία απρόσμενη σύνθεση και θα εξηγήσω κλείνοντας το γιατί αφού πρώτα περιγράψω τα χαρακτηριστικά του καθενός από τα τρία αυτά στοιχεία. Θα ξεκινήσω λοιπόν με τον πολιτικό βολονταρισμό υψηλού ρίσκου και θα σημειώσω πως αντίθετα από ότι πιστεύουν οι περισσότεροι δεχομένους, η ελληνική επανάσταση δεν ήταν απλά η διαδικασία της αφύκνησης, μιας εθνικής συνείδησης που υπήρχε διάσπαρτη και άπλετη και που δεν χρειαζόταν παρά μια σπίθα για να πάρει μπρος. Στην πραγματικότητα τα πράγματα ήταν πολύ πιο σύνθετα. Η ιδέα της δημιουργίας ενός εθνικού κράτους των Ελλήνων ήταν μια πρόταση νεοτερική και απόλυτα πρωτοποριακή για την εποχή της, ιδιαίτερα μάλιστα αν την εντάξουμε στη γεωγραφική της περιοχή. Μια πρόταση που στα αυτιά των περισσότερων ανθρώπων της εποχής στην περιοχή εκείνη ακουγόταν ίσως και εντελώς ακατανόητη. Η έννοια της ελευθερίας στο ΕΕΠΙΝ είναι μια σύγχρονη έννοια που στα αυτιά των περισσότερων ανθρώπων της εποχής εκείνης, των αναλφάβητων αγροτών και πτηνωτρώφων, ακουγόταν όχι μόνο ωσαφυρημένη έννοια αλλά έχει και ένα πάρα πολύ περίεργο και δύσκολο να κατανοηθεί περιεχόμενο. Πώς όμως λοιπόν απέκτησε αυτή η ιδέα, την δυναμική που απέκτησε σε τέτοιο βαθμό που κατέληξε να αλλάξει τα πάντα γύρω της. Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα που θέλω να θέσω. Όπως είναι γνωστό το εθνικό κράτος είναι μια ιδέα που εμφανίζεται στο προσκήνιο της ιστορίας με τις μεγάλες επαναστάσεις της Αμερικής, βόρειας και νότιας και της Γαλλίας. Είναι ίσως πολιτικά η πιο πετυχημένη ιδέα των δύο τελευταίων αιώνων, πιο πετυχημένη με όρους συγκριτικούς από την ιδέα της δημοκρατίας και θα μεταμορφώσει το διεθνές στερέωμα από ένα σύστημα που κυριαρχείται σχεδόν αποκλειστικά από δυναστικά κράτη και μεγάλες πολυεθνικές αυτοκρατορίες, σε ένα σύστημα που κυριαρχείται από εθνικά κράτη. Όμως, την εποχή που αρθρώνεται, την εποχή που μας ενδιαφέρει, είναι μια ιδέα αρκετά επικίνδυνη και κανείς ακόμα δεν γνωρίζει το λαμπρό της μέλλον. Και αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι οι πρώτοι που θα υιοθετήσουν την ιδέα αυτή στην Οθωμανική αυτοκρατορία είναι οι Έλληνες. Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί, πώς εξηγείται αυτό. Η απάντηση είναι πως οι Έλληνες, ως κοινωνική ομάδα μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία, εκμεταλλεύτηκαν μια σειρά ευκαιρίες που ξεκίνησαν μέσα στον 18ο αιώνα, μια σειρά ευκαιρίες που τους παρέχει το διεθνές εμπόριο για να δημιουργήσουν μια ευρεία εμπορική διασπορά, που θα έρθει με τον τρόπο αυτό, με την γεωγραφική κινητικότητα, σε επαφή με τις νέες ιδέες που αναπτύσσονται στην Ευρώπη και συγχρόνως θα βρεθεί στη θέση να μπορέσει να χρηματοδοτήσει ένα εντυπωσιακό νέο δίκτυο σχολείων, όπου οι ιδέες αυτές θα καλλιεργηθούν και θα διεχυθούν ευρύτερα. Η ελληνική επανάσταση είναι δηλαδή μια επανάσταση στην παιδεία πριν γίνει μια επανάσταση στα όπλα. Είναι μια επανάσταση εμπόρων και διανοούμενων, προτού περάσει στα χέρια των οπλαχηγών. Γι' αυτό νομίζω είναι μια διάσταση που δεν τονίζεται πάντα όσο θα έπρεπε και που αξίζει να τονίσουμε με ιδιαίτερο τρόπο. Αναπόφευκτα, οι επιτυχίες στο εμπόριο και την παιδεία δημιούργησαν μια αίσθηση υπεροχής, που ενισχύθηκε από το τεράστιο συμβολικό κεφάλαιο που αντιπροσώπευε η σύνδεση με την κλασική αρχαιότητα. Αυτό μας το υπενθυμίζει και ο Σπυρίδωνας Τρικούπης, ο πατέρας του Χαρίλαου Τρικούπη, ένας λόγιος από το Μεσολόγγι, με συμμετοχή ο ίδιος στην Επανάσταση, που έγραψε και την ιστορία της, μια από τις πιο γνωστές ιστορίες της. Στην εισαγωγή της υπογραμμίζει το γεγονός ότι οι Έλληνες, παρότι δεσποζόμενοι, υπερήχαν και προώδευαν, ενώ οι Τούρκοι, παρότι δεσπόζοντας, παρέμειναν στάσινοι και θεωρεί αυτή τη διαφοροποίηση ως γυνητήρια σπίθα για την Επανάσταση. Στο ξεκίνημα του 19ου αιώνα υπάρχει λοιπόν μια κρίσιμη μάζα ανθρώπων, που αφορούνται από τις νεοτερικές αυτές ιδέες που μόλις περιέγραψα και επιθυμούν να τις θέσουν σε εφαρμογή. Αριθμητικά πρόκειται για πολύ μικρό εριθμό ανθρώπων, αλλά η επιδραστικότητά τους, όπως τα λέγαμε σήμερα, είναι τεράστια και οι πόροι τους αρκετά αξιόλογοι. Θα θέσουν όμως σε εφαρμογή τελικά ένα εντελώς αόριστο σχέδιο που χαρακτηρίζεται από έλλειψη συστηματικής οργάνωσης, υψηλό ρίσκο, απίστευτο μαξιμαλισμό αρκεί να διαβάσει κανένας το λεγόμενο σχέδιο μερικών Κωνσταντινουπόλεως που προέβλεπε ανάμεσα στα άλλα τον εμπρισμό της Κωνσταντινούπολης για τη δολοφονία του Σουλτάνου και πολλές λανθασμένες παραδοχές με φρόντι και κύρια την αναμονή μιας αποφασιστικής ρωσικής επέμβασης υπέρ των Ελλήνων. Είναι χαρακτηριστικό πως η επανάσταση ξεκινά με την διάβαση από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη του ποταμού Προύθου στις 21 Φεβρουαρίου του 21 και την άφιξή του στο Ιάσιο την επόμενη μέρα, όπου και εκδηλώνεται επίσημα το επαναστατικό κίνημα το οποίο φτάσει στη Θελοπόννησο. Πρόκειται για ένα από τα πιο δυσνόητα επεισόδια της Ελληνικής Επανάστασης όπως το χαρακτηρίζει ο ιστορικός Βασίλης Παναγιωτόπουλος και γίνεται κατανοητό μόνο αν ενταχθεί στην ιδέα αυτή του υψηλού ρίσκου βολονταρισμού με πολλά προβλήματα. Όμως παρά τις αρχικές αποτυχίες η επανάσταση τελικά θα ριζώσει όπως όλοι γνωρίζουμε στο Μωριά και τη Ρούμελη το οποίο οφείλεται εν μέρη και σε μια απρόβλεπτη ευτυχή συγκυρία το γεγονός πως οι Οθωμανοί απασχολούνται εκείνη την εποχή με την περίπτωση του Αλή Πασά που θεωρείται πολύ πιο επικίνδυνος από τους εξεγερμένους του Μωριά. Όμως το πιο σημαντικό στοιχείο για την επιτυχή εκκίνηση της επανάστασης υπήρξε κατά τη γνώμη μου ένα άλλο χαρακτηριστικό το δεύτερο της απρόσμενης σύνθεσης η συγκρότηση δηλαδή μιας ετερόκλητης αλλά εξαιρετικά πλουραλιστικής πολιτικής και κοινωνικής συμμαχίας που υπήρξε το αποτέλεσμα και η τεράστια συμβολή της Φιλικής Εταιρίας. Οι εξεγερμένοι συνέστησαν μια ετερόκλητη ομάδα ήταν έμποροι, διανοούμενοι, κληρικοί, προύχοντες, τοπικοί, άνθρωποι των όπλων είτε εντός συστήματος, η λεγόμενη αρματολή, είτε εκτός, οι λεγόμενοι κλέφτες και η συνύπαρξη αυτή δεν ήταν ούτε αυτονόητη ούτε εύκολη ενώ οι αντιπάθειες και τα αντικρουόμενα συμφέροντα ήταν πολύ έντονα όπως φάνηκε αργότερα με πολύ καθαρό τρόπο από τις εφίλοι συγκρούσεις που ξέφτασαν στο πλαίσιο της επανάστασης και τις οποίες μπορεί κάποιος να ερμηνεύσει ως μια ανακόφευτη αρνητική εξωτερικότητα της συνεργασίας αυτής. Πρώτον για ένα σχήμα που μπορεί να περιγραφεί δηλαδή ως συνύπαρξη δίχως απαραίτητα σύμπνια και αυτό γιατί συνεργάστηκαν μεταξύ τους άνθρωποι που είχαν μεταξύ τους ελάχιστα κοινά στοιχεία. Είναι δύσκολο να φανταστεί σήμερα κανένας τι συνέδρεε για παράδειγμα κάποιους κοσμοπολίτες, εμπόρους και πρίγκιπες με τους τραχείς οπλαχηγούς αυτή την ιδιόμορφη αριστοκρατία των όπλων και της βίας όπως την χαρακτήρησε ο Σπύρος Ασδραχάς. Οι επαγγελματίες ένοπλοι του Μοριά και της Ρούμελης που θα αποτελέσουν και το βασικό μηχανισμό της εξέλιευσης είχαν συνήθως μάλλον περιορισμένη αντίληψη των ιδεολογικών δημόσιων που χαρακτήρησαν την πρώτη μεγάλη ομάδα. Οι άνθρωποι που βούσαν στο πλαίσιο προνεωτερικών προφορικών παραδόσεων δεν είχαν πρόσβαση στο γραπτό λόγο και η πρωταρχική τους ταύτηση ήταν πολλές φορές με την φατρία τους και τον τόπο τους, όχι με μεγάλες και αφηρημένες ιδέες όπως ήταν το έθνος και η ελευθερία. Πρόκειται δηλαδή γι' αυτό που πάλι ο Ασδραχάς αποκαλεί Πρωτόγονη Επανάσταση. Αν υπήρχε μια υπερβατική έννοια με την οποία οι άνθρωποι, η ετερόκλητη συμμαχή αυτή συνδεόταν, αυτή κυρίως ήταν η θρησκεία. Ενώ η ρητορική της Εθνικής Επανάστασης παρέμενε μία ρητορική για τη δεύτερη ομάδα κυρίως. Πώς μπορούσε άραγε, πρακτικά μιλώντας, να συνεργηθεί κάποιος όπως ο φαναριώτης πρίγκιπας και αξιωματικός καταπουζινός παντρεμένος με την πριγκίπισσα Ελένη Κορτσεάκοθ, με τον Μοραϊτη πρώην ληστή Θόδωρο Κολοκοτρώνη, ο οποίος περιγράφει στα απομοιμονεύματά του τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούσε με τους Οθωμανούς τους συνεργάτες στην προεπαναστατική περίοδο. Το γράφει ο Κολοκοτρώνης όταν βρισκόταν στην Ζάκενθο. Ήρθαν λοιπόν στη Ζάκενθο ο αδελφός του Αλή Φαρμάκη με τους ανθρώπους του Βελή Πασά, ο οποίος με εδάγκωσε στο αυτί και εγκατάλαβα. Τους είπα πηγαίνετε και έρχομαι. Μιλάμε δηλαδή για τελείως διαφορετικούς κόσμους. Όσο για τους απλούς πολεμιστές που αποτέλεσαν και τη μάζα των αγωνιστών του 1921, αυτοί ήταν κυρίως κτηνοτρόφοι και αγρότες που αρχικά συμμετείχαν κυρίως γιατί ήταν πιστοί στους αρχηγούς τους με τους οποίους τους ένωναν τοπική και συγκενική δεσμή. Πιο σημαντικό δηλαδή απ' το γιατί συνεργάστηκαν είναι κατά τη γνώμη μου το γεγονός ότι κατάφεραν και συνεργάστηκαν. Και αυτή είναι η θεμελιώδη συμβολή της Φιλικής Εταιρείας στο έργο της Επανάστασης. Στονίζουμε συχνά το γεγονός ότι με το που ξεσπάει η Επανάσταση ξεφανίζεται η Φιλική Εταιρεία και ακριβώς εκεί βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης ότι η Φιλική Εταιρεία δημιουργεί αυτό το δίκτυο που θα οδηγήσει στην έκρηξη της Επανάστασης. Η σύνθεση των μελών της, και έχουμε κάποιους πολύ ενδιαφέροντες μελέτες εδώ, προσφέρει μια πολύ διαφωτιστική κοινωνική ακτινογραφία της. Τα περισσότερα μέλη της ήταν έμποροι και ακολουθούσαν οι επαγγελματίες, οι πρόκριτοι, οι κληρικοί και οι ένωπνοι. Οι περισσότεροι προέρχονταν από τις παραδονάβιες ηγεμονίες και τις πόλεις της Νοτιοδυτικής Ρωσίας, εκεί βρίσκεται η καρδιά της Φιλικής Εταιρείας. Κοινωνικά ανήκαν σε μια ενδιάμεση κατηγορία ανάμεσα στα αγροτικά στρώματα και τις υψηλά ιστάμενες χριστιανικές ελλήν, δηλαδή τον ανώτερο πύρο και τους φαναριώτες. Όμως το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο των μελετών αυτών είναι ότι περίπου το 40% των μελών της, δηλαδή μια πολύ σημαντική μοιοψηφία, καταγόνταν από το Μωριά που θα γίνει και το λύκνο της Επανάστασης. Η συντήπαξή τους λοιπόν είναι εντελώς απαραίτητη για την επιτυχία του εχειρήματος της Επανάστασης. Δίχως τους διανοούμενους, η εξέγερση θα παρέμενε ένα τοπικό γεγονός, πολύ περιορισμένη σε εμπέλειες, όχι πολύ διαφορετικό από προηγούμενες εξεγέρσεις ή από την εξέγερση των Σέρβων που έχει ξεκινήσει νωρίτερα από την ελληνική περίπτωση και δεν εξελίσσεται σε Επανάσταση. Στην καλύτερη περίπτωση αυτό, γιατί στη χειρότερη περίπτωση θα ήταν μια κλασική ανταρσία που δεν θα οδηγούσε, όπως γράφει ο Στραχάς, στην ανατροπή του συστήματος, αλλά στην ανατροπή των ανθρώπων που έχουν τους πρωτεύοντες ρόλους στο σύστημα αυτό. Δεν θα ήταν δηλαδή Επανάσταση. Παράλληλα όμως, δίχως τους τραχείς ανθρώπους των όπλων, η Επανάσταση θα παρέμενε μια φαντασίωση άκαπνων διανοούμενων. Δεν θα έμπαινε στην πράξη ποτέ. Δεν αποκλείεται αρκετή από αυτούς τους ένοπρους ανθρώπους που αποτέλεσαν και την ουσιαστική σπίθα στην έναρξη της Επανάστασης, αν είχαν πλήρη αντίληψη του τι ακριβώς πήγαιναν να κάνουν, να μην έπιαναν τα όπλα. Να έβλεπαν δηλαδή το όλο εγχείλημα ως μια αυτοκαταστροφική τρέλα. Ωστόσο, όσοι βγήκαν σόιλ από την ιστορική αυτή διαδικασία, μεταμορφώθηκαν μέσα από αυτή. Μπήκαν δηλαδή στην Ελληνική Επανάσταση ως ορθωμανικά υποκείμενα και βγήκαν από αυτή ως Έλληνες. Και από τη στιγμή που μπήκαν δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής. Γράφει πολύ χαρακτηριστικά ο Μακριάννης το εξής «Τη λευτεριά μας τούτη δεν την ύβραμε στον δρόμο και δεν θα μπούμε εύκολα στο αυγού το τσόφλι γιατί δεν είμαστε κλωσσόκουλα σε αυτό να ξαναμπούμε πίσω. Μα γίναμε πουλιά και τώρα πια στο τσόφλι δεν χωρούμε». Για να το πω με πιο σύγχρονους όρους και όρους κοινωνικής επιστήμης, η Επανάσταση μεταμόρφωσε τα υποκείμενα αυτά με τέτοιο τρόπο, ως ότι μπορεί ενδεχομένως να ισχυριστεί κάποιος ότι και οι ίδιοι ξέχασαν ποιοι ήταν πριν. Οι επιλογές τους δηλαδή τους οδήγησαν στην αλλείωση του ίδιου τους του είναι. Από την οπτική αυτή, η εθνική ιδεολογία της Επανάστασης υπήρξε για τους ανθρώπους αυτούς και για τη Μεγάλη Μάζα, περισσότερο αποτέλεσμα της συμμετοχής στην εξέγερση και λιγότερο το αρχικό κίνητρο της συμμετοχής σε αυτήν. Ήταν δηλαδή αυτό που αποκαλούμε μια κατεξοχή εδογενής διαδικασίας. Όπως και σε πολλές άλλες χώρες, ο πόλεμος ήταν αυτός που μεταμόρφωσε τους απλούς χωρικούς σε Έλληνες και για να χρησιμοποιήσω την περίφημη διατύπωση του Αμερικανού ιστορικού Γιουτζίν Βέμπερ, η διαδικασία που σφυριλάρτησε το έθνος που μετέτρεψε τους χωρικούς σε Έλληνες. Περνάω συνοπτικά τώρα στο τρίτο χαρακτηριστικό της απρόσβενης σύνθεσης που είναι η έντονα εξωστρεφής λειτουργία, η διεθνοποίηση και η μόχρευση που αποτελούν χαρακτηριστικά της ελληνικής επανάστασης και του μοντέλο που περιγράφω. Είναι η μόχρευση ένας όρος που περιγράφει τον πολλοκλησιασμό της ισχύος που επιτυχάνεται με ένα ορθόδοξο ή με έμεσο τρόπο. Δεν θα επεκταθώ σε αυτό το στοιχείο γιατί η διάσταση αυτή είναι ευρύτερα γνωστή. Είναι πολύ γνωστό πως δίχως τη διπλωματική τραστηριότητα και τη διεθνή ενσυνέστηση που επέδειξαν οι ξεγερμένοι, δεν είναι τόσο πιθανό πως θα προέκυπται η επέμβαση των ξένων δυνάμεων που διέσωσε την επανάσταση όταν αυτή είχε ιδιωθεί στρατιωτικά το 1827. Προφανώς η αντοχή που επέδειξαν οι ξεγερμένοι υπήρξε απόλυτα σημαντική αλλά από μόλις της δεν θα έφθανε. Όπως ακριβώς οι Έλληνες υπήρξαν ικανοί να φωμιώσουν τις νέες ιδιολογικές στάσεις της εποχής και να τις μεταφράσουν σε ένα πολιτικό πρόσταγμα που κατάφερε να αποκτήσει ευρύτερη υπόσταση, έτσι και η επιτυχία τους να διεθνοποιήσουν το πολιτικό τους εγχείρημα, ουσιαστικά μοχλεύοντας το και πολακολυσιάζοντας την ισχύή του, έχει ακριβώς την ιδιαρίζα. Είτε την πούμε κοσμοπολιτισμό, είτε την πούμε εξωστρέφεια. Γιατί και η δυνατότητα να αντιληφθείς τις νέες παγκόσμιες στάσεις και η ικανότητα να πουλήσεις μεταξύ εισαγωγικών το εγχείρημά σου σε ισχυρότερους από σένα με τέτοιο τρόπο ώστε να το εστερνιθούν, να το κάνουν δικό τους και να σε βοηθήσουν να το πετύχεις, απαιτούν το να έχεις ζήσει και το έχεις κινηθεί σε αναδιεθνές περιβάλλον, το να αναπνέεις, να το αφουγγράζεσαι και να μιλάς στη γλώσσα του. Ακόμη και το τεράστιο κοινωνικό κεφάλαιο της σχέσης μας με την κλασική αρχαιότητα, τόσο πολύ μέτρησε τότε, έπρεπε να καλλιεργηθεί, να τονιστεί και να προωθηθεί και αυτό απαιτούσε τους κατάλληλους ανθρώπους και τους κατάλληλους μηχανισμούς. Κατ' εξοχήν παράδειγμα βέβαια μόχλευσης, είναι η περίπτωση της σύναψης των επαναστατικών δανείων από τη Μεγάλη Βρετανία, που η σημασία τους βρισκόταν πολύ λιγότερο στην υλική στήριξη που παρήχαν και που ήταν περιορισμένη και πολύ περισσότερο βέβαια στη σχέση αμοιβαίας εξάρτησης μεταξύ δανειστών και δανειζόμενων που δημιούργησε και που έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο. Τα τρία λοιπόν αυτά στοιχεία, ο βολονταρισμός, ο πλουραλισμός και η διεθνοποίηση συναντούνται συχνά σε πετυχημένες εξεγέρησεις και αποσχεστικούς πολέμους για να γυρίσω στους όρους που χρησιμοποίησα στην αρχή της ομιλίας μου. Ταυτόχρονα όμως είναι ένα πραγματικό εμπειρικό γεγονός το ότι η μεγάλη πλειοψηφία των πολέμων αυτών καταλήγουν με θετική έκβαση για τις κυβερνήσεις και τα κράτη και αρνητική έκβαση για τους εξεγερμένους. Και το ερώτημα που επιδέχεται δυσκολότερης απάντησης είναι γιατί κάποιες εξεγέρησεις διεθέτουν τα στοιχεία αυτά, ενώ άλλες δεν τα διεθέτουν. Θέλω δηλαδή να πω πως η σύνθεση των τριών αυτών στοιχείων είναι εμπειρικά μιλώντας απρόσμη, ασυνήθιστη. Πώς λοιπόν μπορεί να εξηγήσει κανένα στην εμφάνιση αυτής της απρόσμενης σύνθεσης στην ελληνική περίπτωση. Πιστεύω για να το πω πάρα πολύ συνοκτικά πως το κλειδί εδώ έχει να κάνει με τα χαρακτηριστικά των εξεγερμένων στο ξεκίνημα του 19ου αιώνα και όπως έκανα σαφές στη διάρκεια της ομιλίας μου θεωρώ που συνδυάζουσα σημασία έχει η εξοστρέφεια των Ελλήνων που ήταν και παραμένει συγκριτικά μιλώντας ένα σχετικά σπάνιο χαρακτηριστικό. Στο βαθμό που δηλαδή υπάρχει μια ελληνική εξαιρετικότητα αυτή πρέπει να εντοπιστεί σε αυτή την εξοστρέφεια. Κλείνοντας θα ήθελα να φύγω λίγο από το ερμηνευτικό αυτό μοντέλο που παρουσίασα και να στρέψω τη ματιά μου λίγο προς το μέλλον να δώσω στην πιο επιστημονική ανάλυση που έκανα μέχρι τώρα μια πιο πανηγυρική διάσταση. Και θα ήθελα να ξεκινήσω θέτοντας το εξής ερώτημα. Καθώς ολοκληρώνουμε τον δεύτερο αιώνα της ανεξάρτητης σύγχρονης ιστορίας μας, αν μετράμε δηλαδή από το ξεκίνημα της επανάστασης, το ερώτημα είναι πώς θα μπορούσαμε να φανταστούμε τον τρίτο αιώνα που ανοίγεται μπροστά μας. Πώς μπορούμε δηλαδή να συνδέσουμε το παρελθόν με το μέλλον. Ένας τρόπος που μπορούμε ίσως να το κάνουμε αυτό, είναι να περιδιαβούμε πάρα πολύ συνοπτικά τον καθέναν από τους δύο αιώνες του βίου της χώρας μας, από την οπτική όμως της χρονικής ολοκλήρωσης του κάθε αιών. Στον πρώτο λοιπόν αιώνα του ελληνικού κράτους, όπως τον βλέπουμε στο κλείσιμο του, ας πούμε χοντρικά το 1921, παρατηρούμε ότι κυριάρχησε το όραμα της εθνικής ολοκλήρωσης. Το κράτος που προέκυψε από την ελληνική επανάσταση δεν ήταν ιδιαίτερα ελκυστικό, ήταν φτωχό, μικρό, δεν διέθεται αξιόλογους χώρους ούτε βέβαια διοικητικές δομές. Γεννιέται μέσα στην απόλυτη αναρχία. Επιπλέον το μεγαλύτερο και δυναμικότερο κομμάτι του ελληνισμού ζει εκτός του γεωγραφικού του χώρου. Επομένως ο στόχος της εθνικής ολοκλήρωσης αναπτύσσεται πάνω σε τρεις άξονες. Ο πρώτος ήταν η συγκρότηση αυτού που ονομάστηκε τότε πρότυπο βασίλειο, δηλαδή μιας κρατικής οντότητας δυτικού τύπου, που όμως έπρεπε να κατασκευαστεί, να συγκροτηθεί από το μηδέν σε μια οθωμανική επαρχία. Η δεύτερη διάσταση ήταν η διαμόρφωση ενός συνεκτικού έθνους, καθώς ένας πληθυσμός αναλφάβη των αγροτών και κοινοτρόφων, που είχαν εξαιρετικά περιορισμένους τοπικούς ορίζοντες, έπρεπε να μετετραπούν σε συνειδητούς πολίτες ενός νεοτερικού έθνους, με κοινή και συνεκτική εθνική συνείδηση, και αυτό ήταν βέβαια προϋπόθεση για την τρίτη διάσταση, την επιτυχή εδαφική επέκταση, που έπρεπε να γίνει με στρατιωτικούς όρους, αρχικά σε βάρος της αθωμανικής αυτοκρατορίας, που παρά την παναγμή της παρέμενε ένα πανίσχυρο κράτος, πολύ ισχυρότερο από το μικρό ελληνικό κράτος, και αργότερα απέναντι στα νεοσύστατα βαλκανικά κράτη, δηλαδή στη Βουλγαρία, που είχαν τα δικά τους δυναμικά σχέδια για το μέλλον και τα οποία δεν ήταν πάντοτε συμβατά με τα όνειρα των Ελλήνων. Το 1921 και οι τρεις αυτές οι στόχοι, οι οποίοι είναι πραγματικά Τιτάνιοι, είχαν σε γενικές γραμμές επιτευχθεί. Η χώρα διέθεται ένα νεοτερικό βεμπεριανό, θα λέγαμε, χρησιμοποιώντας τον όρο των κοινωνικών επιστημών κράτος, που μπορεί να μην είχε την αποτελεσματικότητα ή τους πόρους των μεγάλων δικών ομολόγοτου, αλλά είχε δομηθεί πάνω στην ίδια κατευθυντήρια λογική, ήταν ένα νεοτερικό κράτος. Η γοργή και μαζική ανάπτυξη της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, που είναι εκπληκτική αν την δεί κανένας με τους όρους της εποχής, είχε οδηγήσει στη συγκρότηση ενός συνεκτικού έθνους και η μεγάλη στρατιωτική προσπάθεια των απαρχών του 20ου αιώνα, μετά την ταπείνωση του 1897, είχε επιτύχει τον διπλασιασμό της έκτασης της χώρας. Την επιτυχία αυτοία μαύρωσε βέβαια ο εθνικός διχασμός και η μικρασιατική καταστροφή του θα ακολουθούσε τον επόμενο χρόνο, το 1922. Ούτε όμως ο ένας ούτε οι άλλοι δεν ανερρούν το γεγονός πως ο στόχος της εθνικής ολοκλήρωσης είχε σε σημαντικό βαθμό επιτευχθεί. Το ξεκίνημα του δεύτερου αιώνα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίες σημαδεύτηκε λοιπόν από το τέλος της μεγάλης ιδέας. Σύντομα λοιπόν η χώρα χρειάστηκε να θέσει ένα καινούριο μεγάλο στόχο, να αντικαταστήσει την μεγάλη ιδέα. Και ο στόχος αυτός δεν ήταν άλλος από την έξοδο, από τη φτώχεια και την επανάπτυξη. Ο στόχος αυτός θα περνούσε αναγκαστικά μέσα από την εκβιομηχάνιση της χώρας και από το θεσμικό της εξοχρονισμό. Η Ελλάδα κατάφερε με αξιοθάφμαστο τρόπο να απορροφήσει και να αποκαταστήσει πάνω από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες. Και το 1928, η δεύτερη τετραετία του Πενησέλλου, ξεκινά στη μεγάλη αυτή προσπάθεια του εξοχρονισμού. Μιλώντας στη Σαλονίκη τον Φεβρουάριο του 1930, σε έναν πολύ ενδιαφέρον λόγο του που δεν είναι ευρύτερα γνωστός, ο Ελευθέριος Βενιζέλλος διακηρύσει την βαθιά του εμπιστοσύνη στο μέλλον της χώρας, επιχειρώντας αυτό που κάνω εγώ, αντναιόμενος από εκείνον σήμερα, δηλαδή μια σύγκριση ανάμεσα σε δύο χρονολογίες, το 1830 και το 1903. Τι ήταν η Ελλάδα το 1830, ρωτάει. Ένας σωρός ερρυπείων, απαντά, ένα πολιτικό εξάμβλωμα που ελάχιστοι θεωρούσαν βιώσιμο, με μικρό πληθυσμό και καμία άξια λόγο πόλη. Οι όροι με τους οποίους δημιουργήθηκε το κρατίδιο αυτό, μας λέει ο Βενιζέλλος, καθιστούσαν την ανάπτυξή του υπισφαλή, ενώ υπόρρητου ήταν ελάχιστοι και η πολιτική του πήρα ανύπαρκτη. Η ρομαντική του, μάλιστα, απορρόφηση από τη μεγάλη ιδέα οδηγούσε συνήθως σε αντιέξοδους μαξιμαλισμούς. Παρ' ό,τι όμως οι συνθήκες ήταν τόσο αρνητικές, προσθέτει στον λόγο του αυτό ο Βενιζέλλος, το πολιτικό αυτό εξάμβλωμα κατόρθωσε να επιβιώσει και να αναπτυχθεί, να τριπλασιάσει την έκτασή του, να ενιαπλασιάσει τον πληθυσμό του και να εκατονταπλασιάζει τον πλούτρο του. Δηλαδή, κατέληγε ο Βενιζέλλος, ένα κράτος που είχε πετύχει τόσο πολλά σε έναν αιώνα, δεν υπήρχε περίπτωση να δυσκολευτεί στη συνέχεια του βίου του. Για να πετύχει αυτό που ο ίδιος ανέφερε ως νέας προόδους, τα οποίας ολίγια από εμάς είμεθα ικανή και να φανταστώμεν ακόμη τη σήμερα. Η Ελλάδα μπορεί να προσέκρουσε στη μεγάλη οικονομική κρίση της δεκαετίας του 30, που έκοψε τα πόδια του βενιζελικού εξυθρονισμού, στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, όμως ο Βενιζέλλος τελικά δικαιώθηκε ως προστιμή του. Στη διάρκεια του δεύτερου αιώνα του βίου της, η χώρα πέτυχε το στόχο της, μετατρέποντας την υπανάπτυξη και την ακραία φτώχεια σε παρελθόν. Παρά τις δυσκολίες και τα εμπόδια, η Ελλάδα είναι σήμερα ένα πλούσιο δημοκρατικό κράτος, ισότιμο μέλος της μεγαλύτερης συμμαχίας των πιο ανεπτυγμένων δημοκρατιών του κόσμου. Θα μπορούσαμε να προβάλλουμε το 1921 και το 2021 στο 2121? Όχι βέβαια, γιατί αυτά που αλλάζουν εκτείνονται πολύ πιο πέρα από τη δυνατότητα του νου μας να τα συλλάβει καν σήμερα. Όμως είναι πολύ ενδιαφέρον να παίξουμε λιγάκι με την ιδέα αυτή και μία τέτοια προβολή θα μπορούσε να επισημαίνει πως μετά το διπλό σοκ της κρίσης του 2010 και της πανδημίας του 2020, η χώρα πρέπει να θέσει έναν καινούριο υπερβατικό υπαρξιακό μετανεωτερικό στόχο που να προσφερνά την ιδέα της συμβατικής οικονομικής ανάπτυξης με όρους του 20ου αιώνα. Ποιος όμως θα είναι αυτός ο στόχος? Δεν μπορώ να απαντήσω σήμερα και εδώ, αλλά θα προσφέρω κάποιες πολύ σύντομε σκέψεις. Βρισκόμαστε όπως όλοι ξέρουμε στο ξεκίνημα σχεδόν μιας φάσης της ανθρώπινης ιστορίας που καρακτηρίζεται από τεράστιες τεχνολογικές αλλαγές, αντίστοιχες ίσως σε έκταση και εύρος με την βιομηχανική επανάσταση. Η τεχνολογία αλλάζει τη σχέση μας με τον χώρο, με τον χρόνο και με τον εαυτόμεσο. Συμβαίνει μάλλον κάτι αντίστοιχος σε εύρος με τις ιδεολογικές υπερβάσεις οι οποίες έγιναν το 1821 ή το 1923 όταν οι ηγέτες της χώρας φαντάστηκαν αρχικά το εθνικό κράτος και αργότερα το σύγχρονο κράτος. Όχι μόνο σε σύγκνεια με τις παγκόσμιες αλλαγές που συνέβαιναν γύρω τους, αλλά κυριολεκτικά στην πρωτοπορία των αλλαγών αυτό. Το μόνο μπορώ να πω σήμερα είναι πως μπορεί να μας εντνεύσει σήμερα, για το μεγάλο αυτό βήμα που πρέπει να κάνουμε, αυτή η απρόσμενη σύνθεση του 1821. Ο πολιτικός μονονταρισμός δηλαδή υψηλού ρίσκου, αλλά στην κόψη της διεθνής πρωτοπορίας, η πλουραλιστική πολιτική συμμαχία με ανθρώπους διαφορετικών δεξιοτήτων, που δεν αντιλαμβάνονται όλοι και με τον ίδιο τρόπο ακριβώς στο εχείρημα στο οποίο είναι ανακατεμένη, και η εξωστρεφής και διεθνής μας στόχευση. Αγναντεύοντας λοιπόν την ανατολή του τρίτου μας αιώνα, θα μπορούσαμε σήμερα να επαναλάβουμε με πολύ μικρές μονοπαραλλαγές, το κλείσιμο του λόγου του ελευθερίου Βενιζέλου το 1930, συγκρίνοντας όπως έκανε εκείνος τότε, το σήμερα με το χθες. Και τον παραφράζω, πώς μπορεί κανείς να αμφιβάλλει, πως το κράτος αυτό που παρά την φτωχή του αθετηρία, πέτυχε τόσο πολλά, δεν μπορεί να πραγματοποιήσει, κατά την τρίτη εκατονταϊτία της ανεξάρτητης ζωής του, νέες προόδους, τις οποίες λίγοι από εμάς είμαστε ικανοί να φανταστούμε σήμερα. Σας ευχαριστώ πολύ. Η κοινότητα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, ευχαριστεί θερμά τον καθηγητή Κυριοστάθη Καλλίβα. Είναι μεγάλη τιμή για το Ίδρυμά μας, το γεγονός ότι ο πανεγυρικός λόγος, ο οποίος μόλις εκφωνήθηκε, σηματοδοτεί την έναρξη των εορταστικών εκδηλώσεων για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση. Πριν σας αποχαιρετήσουμε, θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι η επόμενη εκδήλωσή μας είναι στις 14 Απριλίου. Σε αυτήν θα φιλοξενήσουμε διακεκριμένους πολιτικούς επιστήμονες και διεθνολόγους, οι οποίοι θα μιλήσουν και θα συζητήσουν για το επίκερο μήνυμα της ελευθερίας και τη σύγχρονη διάστασή της. Σας ευχαριστούμε θερμά που ήσασταν κοντά μας σήμερα. Χρόνια πολλά σε όλη την Ακαδημαϊκή Κοινότητα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Χρόνια πολλά σε όλες τις Ελληνίδες. Χρόνια πολλά σε όλες τις Ελληνίδες. Υπότιτλοι AUTHORWAVE Ευχαριστούμε. |