Mια αφήγηση έσπασε…χίλιες ιδέες σκόρπισαν…- Εύβοια: Το καράβι με το φόβο - Νηπιαγωγείο Επ. 85 /

: Μουσική Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τηλυχμένη, δώσε κλώτο να γυρίσει, παρ' αμύθι να αρχινήσει. Παραμύθι, μύθι, μύθι, το κουκί και το ρεβίθι, που το κάνουνε στραγάλι να το φάνε οι μεγάλοι, που το κάνουνε μπεμπελιά να το φάνε τα παιδιά. Θα σου πω ένα παραμύθι μακρουλό σαν κολοκύφι. Τελικά...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Γλώσσα:el
Φορέας:Υπουργείο Παιδείας
Μορφή:Video
Είδος:Ανοικτά μαθήματα
Συλλογή: /
Ημερομηνία έκδοσης: Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων 2021
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:https://www.youtube.com/watch?v=sTcPRZlDMPw&list=PLvLZ8duymN1Bdag3D9ibNaERK3A-nG3pI
Απομαγνητοφώνηση
: Μουσική Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τηλυχμένη, δώσε κλώτο να γυρίσει, παρ' αμύθι να αρχινήσει. Παραμύθι, μύθι, μύθι, το κουκί και το ρεβίθι, που το κάνουνε στραγάλι να το φάνε οι μεγάλοι, που το κάνουνε μπεμπελιά να το φάνε τα παιδιά. Θα σου πω ένα παραμύθι μακρουλό σαν κολοκύφι. Τελικά, θα διαβάσουμε παραμύθι. Σήμερα όχι, σήμερα θα ακούσουμε παραμύθι. Σύγχρονο ή παλιό? Παραδοσιακό. Αυτά που λέγονταν από στόμα σε στόμα. Αυτά που λέγονταν για να περνάει η ώρα δίπλα στο τζάκι. Αυτά που λέγονταν για να τρώνε τα παιδιά όλους τους το φαγητό ή για να ξεχάσουν την πείνα τους ή για να τα πάρει ο ύπνος. Παραδοσιακά παραμύθια με δράκους, μάγισσες, φεριά, νεράιδες, γοργώνες, βασιλόπουλες και βασιλοπούλες. Με δοκιμασίες, μαγεμένα δάση, θεόρατος πύργος, πλούσια παλάτια. Παραδοσιακά παραμύθια με φωνές πολλές και μουσικές γλυκές. Αρχή του παραμυθιού, καλημέρα σας! Το καράβι με τον φόβο. Ένας είχε τρεις αδερφάδες και ήταν μοναχαδερφός. Ούτε πατέρα ούτε τίποτα. Αυτός τις πρόσεχε, τις είχε απάνω του που λένε. Και εκείνες τον αγαπούσανε πολύ τον αδερφούλη τους, αλλά είχαν ένα κακό. Όταν κάθονταν να φάνε, άμα ήταν βράδυ, δεν τρώγανε, φοβόντουσαν. Πω πω φοβάμαι. Πω πω κλείσε, φοβάμαι. Πω πω φοβάμαι. Ούτε όξω τη νύχτα, ούτε τίποτα. Κλειδωμένες κάθονταν μέσα. Όλη τη μέρα γκυζέραγαν με το πρώτο αστέρι μέσα και μπουκιάσαν στο στόμα τους. Δεν τις νταγιάνταγε κι αυτός. Άις τα κομμάτια, καθίστε αυτού όπως είστε κι εγώ θα πάω να βρω το φόβο. Κι όποτε έρθω. Παίρνει κάτι τίγε το δρόμο, άμα πεινάσει. Του φτιάξανε οι αδερφάδες του πίτα, λίγο κρασάκι, σπιτικά πράγματα και φέγει. Φέγει λοιπόν ο αδερφός να βρει το φόβο. Πού να πάω, ας ρωτήσω κανένα γέρο. Βρίσκει ένα γέρο, τον ρωτάει. Είσαι άξιος εσύ, του λέει ο γέρος, να βρεις το φόβο που είσαι παιδί, που είσαι μικρός. Είμαι. Αύριο, του λέει ο γέρος, που θα έχει πανσέλινο να πας στο δάσος, θα δεις ένα αλόνι. Αν κοτάς, να σταθείς εκεί να δεις το φόβο. Πάει το παιδί στο δάσος, μπροστά του στο μοναπάτι βλέπει ένα τραγί ήσαμε εκεί πάνω και πήγαινε με την μπάντα. Από κοντά το παιδί, χάντε χάντε, φτάνουν σε ένα αλόνι. Είχε πανσέλινο και φώταγε σαν μέρα. Χειμώνας ήταν, φύσαγε ένας δε Λειβοριάς, Παναΐα μου! Φτάνει στο αλόνι το τραγί και σηκώνεται στα πόδια του. Και γίνεται μια γυναίκα ίσα με τον ουρανό, και γδητή τίπ, μάγισσα! Και είχε ένα ξύλο με την πάντα της, που πανίζουν το φούρνο, το καβαλκέει και αρχινάει να κάνει κύκλους στο αλόνι και να σαραντίζει, να αρμέγει το φεγγάρι. Έβλεπε αυτός και στάλαζε το φεγγάρι γάλα. Είχε έναν κουβάι, μάγισσα, και το μάζωνε. Αμ της έφτανε αυτό! Δεν της έφτανε. Έπιασε και πολέμαγε να το ρίξει το φεγγάρι κάτω. Και όταν απώσασε τους γύρους της η μάγισσα, ακούς μια βουή. Έτριζαν τα θεμέλια του κόσμου. Τότε βλέπει το παιδί το φεγγάρι και έπεφται. Αρπάει το ξύλο, δίνει νιά του φεγγαριού, ταμ! Το στένει πάλι πάνω, μπαμ! Μια κλωτσιά αναποδογύρισε και τον κουβά. Αυτήν, τίποτα! Χάθηκε! Αέρας! Αυτός ήταν ο φόβος! Δεν το πιστεύω, τίποτα δεν ήταν! Προχωράει, ήταν κάτι τραταρέει και τους ρωτάει. Ξέρετε εσείς, είναι πουθενά άλλος φόβος, γυρεύω το φόβο. Τα ξημερώματα φεύγει ένα παπόρι και περνάει απέξω από ένα νησί. Κι εκεί είναι ένας φόβος. Κατεβαίνει το παιδί στο γυαλό, ανεβαίνει στο παπόρι. Κοινάνε. Πήγε, πήγε, πήγε το πλοίο, έφτασε σε μια θάλασσα. Κοντά εκεί ήταν ένα νησί. Το παιδί είδε τότε και κατεβαίνανε όλοι κάτω, κρυβόντανε. Και ο καπετάνιος μέσα, κλείστηκε στα τζάμια, με όπλα και με ρέστα. Γιατί κατεβαίνουν όλοι κάτω? Υπάρχει φόβος, του λένε. Κατέβα κι εσύ, γιατί σε αυτό το νησί βγαίνει ο φόβος. Μα εγώ το φόβο πάω να βρω. Αφήστε με μένα όξω. Αμάν! Βγάλτε με όξω να πάω να δω πού είναι ο φόβος. Τον βγάλανε και κάθισε πάνω στο κατάρτι. Και όλοι οι άλλοι ήτανε κρυμμένοι. Ενώ πήγαινε το καράβι, πέφτει μπροστά του, μέσα στη θάλασσα, μια τεράστια, μια κοπέλα, κάτι μαλλιά. Μια απέραντη από την όμορφια. Αυτήν η, άμα την έβλεπε κανείς, καπετάνιος της Μονιέρης, σάστηζε. Και το καράβι σταματούσε. Και τότε σ' αυτή το σήκωνε μπραπ με τόνα της χέρι και το τσάκιζε. Σκύβει το παιδί κάτω, βαστιέται απ' το σκηνί, την αρπάνει, βγαίνει πάνω. Που να φοβηθεί αυτός! Όταν την έβγανε πάνω, έχασε αυτή τη δύναμή της. Διαλύθηκε. Βγαίνε ο κόσμος όλος, όπου ήταν εκκλημένος, και τυράγανε. Μην την κιάξει κανένας, ώστε να περάσουμε το νησί. Ύστερα ρίχτε τη στη θάλασσα. Και μη φοβόσαστε πια. Κατεβάστε με τώρα. Τον βγάλανε όξω και του φυλάγανε τα χέρια που τους έσωσε. Είναι κανένας άλλος φόβος πουθενά στον κόσμο. Έχω ακουστά, και είναι ένας φόβος πάνω σε εκείνο το βουνό, του λέει ένας. Σ Κοίτησε το παιδί να ανέβει στο βουνό. Αχ φόβος! Χάντε, χάντε νύχτοσε! Βλέπει από μακριά ένα φωτάκι. Ανέβαινε αυτός, ανέβαινε και το φωτάκι. Στην κορφί σταμάτησε. Τυράει αυτός, βλέπει ένα καντήλι και από κάτω ένα πηγάδι. Εξετάζει. Ήταν σαράντα σκαλιά. Κατεβαίνει, φτάνει σε ένα πύργο. Μπαίνει μέσα και κρύβεται πίσω από ένα πορτόφυλλο. Αφού γκράζεται. Τίποτα. Ξεθαρεύει, πάει πιο μέσα. Βλέπει έναν δράκο και κοιμότανε. Και μια μήγα μεγάλη που δεν υπήρχε δεύτερη. Πάει κοντά το παιδί, σηκώνει το σπαθί του, δίνει μια της μήγας, τη σκοτώνει. Πάει πιο μέσα. Ήτανε μια σάλα να χάνει στο μυαλό σου. Τι ήθελες και δεν το είχε. Ακούει φτερούγες, κρύβεται πίσω από την πόρτα να δει ποιος ερχόταν. Τι ήταν. Βλέπει και μπαίνουν μέσα τρεις κοπέλες πεντάμορφες. Νεράιδες. Φτάσανε. Φτάνει μία, φτάνει άλλη, φτάνει άλλη. Καθίσανε στο τραπέζι και τρώγανε. Του πουλιού το γάλα. Τώρα να δούμε τι θα γένει. Ήταν ή επιτάν. Τσιτήραγε αυτός από τη χαραμάδα, ούλες μία και μία νεράιδες. Πήρανε να κεραστούνε. Λέει πρώτη. Συγγιά, λέει, εκείνου του νέου, από πήγε το φεγγάρι να πέσει κι αυτός το κράτησε. Λέει δεύτερη. Συγγία, κοινού του νέου, από πήγα στο καράβι κι όλοι κρύφτηκαν. Κι αυτός κάθεται. Και πέφτω μες στη θάλασσα κι εκείνος με πήρε. Και με έβανε πάνω στο πλοίο. Λέει η Κιτρήτη. Συγγία, κοινού του νέου, από με γλίτωσε από εκείνη τη μήγα που μέτρωγε. Και τη σκότωσε και μπορέσα να ξυπνήσω, να σταθώ στα πόδια μου. Άμα κάνει και βγει μπροστά μας, λέει η μία, τι θα τον κάνουμε. Θα τον κάνουμε αδερφό μας. Θα τον κάνουμε πατέρα μας, λέει πρώτη. Θα τον κάνουμε βασιλέα. Με πλούτια και με παλάτια, λέει η δεύτερη. Θα τον κάνουμε γαμπρό και θα τον επάρω εγώ, λέει η Τρίτη, που ήταν η πιο όμορφη. Κράκ! Ανοίγει αυτό στον δουλάπι, παρουσιάζεται μπροστά τους. Δεν σας πειράζω. Θα μου πείτε πώς ζείτε, πώς δουλεύετε, τι κάνετε, τι δεν κάνετε. Είμαστε ο φόβος. Φοβίζουμε, λένε. Και γιατί να με φοβήσετε εμένα, ένα ξένο παιδί. Σε φοβίσαμε, γιατί είπες πως πας να βρεις τον φόβο. Ο φόβος είμαστε εμείς. Ε, τότε τελείωσε προορισμός μου. Να γυρίσω πια τώρα πίσω στις αδερφάδες μου. Δεν θες να σε κάνουμε πατέρα μας, να σε κάνουμε αδερφό μας. Όχι. Εμένα μου άρεσε ο άλλος λόγος, όπως είπατε. Να με κάνετε γαμπρό. Και γαμπρό και αδερφό και πλούσιο θα σε κάνουμε, του λένε αυτές. Πήρε λοιπόν τη μικρή την εράιδα και έφυγαν και γύρισε στις αδερφάδες του. Ανοίξτε πόρτες και παράθυρα. Δεν υπάρχει κανένας φόβος. Τρελάθηκαν από τη χαρά τους οι αδερφάδες του, που τον είχαν για πεθαμένο. Στρώσανε τραπέζια, φαγιά, κρασιά. Άφωβοι τώρα, ε! Ανοίγει κι η νύφη η εράιδα τον μπαουλάκι της να βγάλει πεσκύρια. Πετάγεται από μέσα ένας πόντικας. Μαζέψτε τα φαγητά, κλείστε τις πόρτες, κλείστε τα παραθύρια. Κοίτα τα χρόνια ήταν αυτά, τώρα είναι! [♪ Μουσική Υπότιτλοι AUTHORWAVE Μουσική Υπότιτλοι AUTHORWAVE