Γ. Μπαδύλα: "ΣΧΕΣΗ ΜΥΘΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ" /

: Καλησπέρα σας. Πάμε μαζί, για ποιο υποηθούν. Αυτό δέθηκε σε μένα από τα τρία θέματα που θα συζητουθούν απόψε μύθους, παραμύθους, παραμύθοι. Λογοτεχνία του φανταστικού, να υποστηρίξω τον παραμύθι. Ανάθεση που πρέπει να πω δεν έγινε τυχαία, έγινε μετά από δική μου πέραση, αφού τον τελευταίο καιρό ασ...

Full description

Bibliographic Details
Language:el
Genre:Ακαδημαϊκές/Επιστημονικές εκδηλώσεις
Collection: /
Published: ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ 2012
Subjects:
Online Access:https://www.youtube.com/watch?v=yypAj2OqF3Y&list=PL4ir5o_3uDPsjSMDIHl84lg1zxBcYj723
id d5be5022-6ccc-44a9-93c2-0d4c245f4af7
title Γ. Μπαδύλα: "ΣΧΕΣΗ ΜΥΘΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ" /
spellingShingle Γ. Μπαδύλα: "ΣΧΕΣΗ ΜΥΘΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ" /
publisher ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ
url https://www.youtube.com/watch?v=yypAj2OqF3Y&list=PL4ir5o_3uDPsjSMDIHl84lg1zxBcYj723
publishDate 2012
language el
thumbnail http://oava-admin-api.datascouting.com/static/3c4d/a49f/5a05/4550/73c5/88d3/8d03/7e6a/3c4da49f5a05455073c588d38d037e6a.jpg
organizationType_txt Βιβλιοθήκες
durationNormalPlayTime_txt 2205
genre Ακαδημαϊκές/Επιστημονικές εκδηλώσεις
genre_facet Ακαδημαϊκές/Επιστημονικές εκδηλώσεις
asr_txt Καλησπέρα σας. Πάμε μαζί, για ποιο υποηθούν. Αυτό δέθηκε σε μένα από τα τρία θέματα που θα συζητουθούν απόψε μύθους, παραμύθους, παραμύθοι. Λογοτεχνία του φανταστικού, να υποστηρίξω τον παραμύθι. Ανάθεση που πρέπει να πω δεν έγινε τυχαία, έγινε μετά από δική μου πέραση, αφού τον τελευταίο καιρό ασχολήθηκα με την καταγραφή λαϊκών παραμυθιών που ακούγονταν στην περιεργή της γυνατιάς, αφενός και αφεντέρου για μια πιο βαθιά προσέγγιση λαϊκού παραμυθιού, στράθηκα σε έρευνες που έχουν δίνει κατά καιρούση αυτά από διάφορους ερευνητές. Και έτσι, πρόθεσή μου για κόψε, είναι να φύγω πρώτα μπροβό σε κάποιες γενικές ανταφορές με τα παραμυθιά, δηλαδή τα παραμυθιά, να σταθώ εις τώρα εκεί πιο περισσότερο, στη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον αρχαίο μύθο και στο μεταγενάριστενο μύθο που είναι το παραμύθι, το λαϊκό παραμύθι. Το λαϊκό παραμύθι, λοιπόν, είναι έργο έντεπνο, σύνθετο, με ορισμένη δομή και είναι πνευματικό δημιουργήμα άγνωση του λαϊκού δημιουργού. Στις αρχές του αιώνα που πέρασε, πολλοί αγγελμητές προσπάθησαν να προσδιορίσουν την καταγωγή των παραμυθιών. Οι θεωρίες που διαδικώθηκαν είναι όλες μόνο γενετικές, δηλαδή υποστηρίζουν πως τα παραμύθια γίνηκαν σε έναν τόπο, σε έναν χώρο και από εκεί σιγά σιγά διαδόθηκαν στους άλλους χώρους και στους άλλους λόγους. Και έτσι έχουμε θεωρίες για καταγωγές διάρκτες, κυρίως όμως για ελληνικές και ελληνικιακές. Σήμερα οι θεωρίες αυτές έχουν καταρρέψει. Σήμερα υποστηρίζεται πως το παραμύθι δεν γεννιέται αυτώμανα στη φαντασία ενός δημιουργού. Για να γεννηθεί προϋποθέτει την ύπαρξη συγκεκριμένης παράδοσης και πάνω σε αυτήν στηρίζεται. Υποστηρίζεται δηλαδή πως τα μοτύπα, τα επεισόδια που συγκροτούν το λαϊκό μύθο είναι απόηκος προϋπάτουσας παράδοσης που έχει εισχωρήσει εις αυτόν, στο λαϊκό μύθο. Οι ερευνητές τώρα έρχονται και μπορείς να παραμύθιασαι σε τρεις βασιλικές κατηγορίες. Πρώτη κατηγορία τα μαγικά, εκείνα που έχουν να κάνουν με έναν άλλο κόσμο στον οποίο μεχρατεί μια άλλη πέρα από τη φυσική κατάσταση. Στα δηγηματικά, σε αυτά στα οποία υπάρχει λίγο ή καθόλου το μαγικό στοιχείο και στα αδυσκεπτικά, σε αυτά που έχουν να κάνουν με τον Θεό τους Αγίους και τα θαύματα τους. Και φυσικά τα πρώτα παραμύθια τα μαγικά είναι τα κυρίως παραμύθια και τα καλύτερα. Είναι εκείνα που στην πιήγησή τους συσχετίζεται το υπερφυσικό με το πραγματικό και συνηπάθουν για τα δύο σαν κάτι το απόλυτα φυσικό και συνηθισμένο. Οι πρωταγωνιστές τους είναι ήρωες που κατευθώνουν το ακόρθοδο και οι καταστάσεις που διατραματίζονται στα εξώδια τους αδύνατο να συμβούν και όμως συμβαίνουν. Και έτσι τα μαγικά παραμύθια είναι εκείνα που με όλους τους εξοπραγματικούς λόγους έχουν πάτα έσει ο τέλος και πρέπει να έχουν έσει ο τέλος. Γιατί είναι εκείνα τα παραμύθια που δημιουργήθηκαν σε εποχές μετά της αίρεσης, μετά της ανασφάλειας αλλά γενικά της καρτερίας. Σε τέχτες ψυχολογικές ευλογές που μόνο το θαύμα, μόνο το εξοπραγματικό μπορεί να συμβάγει από το έξοδο και να σε σώσει. Γι' αυτό και τα παραμύθια στην πρώτη τους μορφή δεν φτιάχτηκαν για μικρά παιδιά, φτιάχτηκαν για μεγάλους και λέγονται σε μεγάλους. Και η παρουσία τους ήταν πολύ σοβαρό γεγονός για εκείνους τους παλιούς ανθρώπους. Έπρεπε μέσα από τη διοίκηση του παραμυθιού να ξεχαστούν, να ξεχάσουν έστω την αλλήγω, τη γύμνια, το κρύο, τη φτώχεια, το κάθε βάσημα της μέρας. Έπρεπε ακόμα ακόμα και να ψυχολογηθούν και να ευθαριστητούν και το σημαντικότερο να κρατήσουν ζωντανή την ελπίδα. Στις δύσκολες μεταστάσεις όταν όλοι διακατέκονται από τα ίδια αισθήματα στέρεσης, αγωνίας, φόβο και κανένας δεν ήταν σε θέση να τονώσει το ειδικό του άλλου, τότε έρχονταν το παραμύθι για να τους δώσει λίγη χαρά και λίγη ψυχική καλή. Εξάλλου δεν είναι καθόλου ιχαίο το γεγονός πως τα ελληνικά παραμύθια γνώρισαν την ιδιαίτερη άνθρωψη στα χρόνια της τουποκρατίας. Βέβαια η αλήθεια είναι πως συνέβαλαν και οι νούργοι σε αυτό, πέρα από τότε που είναι και καλοί παραμυθάτες και αγαπούν ιδιαίτερα το παραμύθι. Οι συνδίκες της κλαδιάς όμως ήταν κυρίως εκείνες που διαμόρφωσαν αυτήν την ακρή του παραμυθούς αυτής συγκεκριμένη περίοδο. Ήταν η μεγάλη ψυχολογική ανάγκη των σκλαβωμένων, μικρών και μεγάλων, για να ξεφύγουν από τη σκληρή πραγματικότητα και να ελπίζουν. Υπάρχουν ακόμα αμαρτυρίες ως και στους βαρκενικούς κόλεμους. Οι στρατιώτες που τους έτρωγε η ψήρα, η χρώμα, που τίναγε ο φόβος της νύχτες στα αυριά μέσα για να ξεχαστούν έγιναν παραμύθια. Αλλά και στα χωριά, κυριούς της αρχαίας για τις ψυχρές νύχτες του χειμώνα, η μοναδική ψυχολογία μικρών και μεγάλων δεν ήταν άλλη παρά το παραμύθιο. Ο Τινιακός Αδαμαντίου, ο άνθρωπος που κατέγραψε και έσψουσε τα σπουδαία λαϊκά παραμύθια της δύο μας, λέει πως το 40 ημέρο, 40 μέρες πριν καρτοσδούγενα, συνήθιζαν οι Τινιακοί να μαζεύονται στα σπεροκαθίσματα για να δουν παραμύθια στα καθίσματα της εσπέρας. Και μέσα στα σκληχιά και στους κούρμους, όταν ήταν αναμένει και η γη ζέστα. Σπουδαίβαμε, παιδιά, που πολλές φορές δεν τα έγραψε μια βραδιά και ξαναμαζεύονταν δυνάκια να ακούσουν το τέλος. Πολλά και μεγάλα και ωραία παραμύθια λέγονταν εμείς και στη θάλασσα. Εκεί, γύρω στην Ακρογιαλιά, γύρω από τη Φωτιά, είτε μέσα στο Καϊκή, γύρω από τη Λάβα, καθώς περίμεναν τις κρατάρινες να περάσουν ώρα για να σφόζουν τα δίκτυα των κρατάρινων. Μάλιστα οι γεμιτζίδες, οι παγίκαποι ήταν, λέει. Όταν έκαναν ταξίδια μεγάλα, τους μανιχτό πένοχος, ήθελαν να έρθουν μέσα στο γύρωμα του Καϊκού και να κάνουν καλό παραμυθά. Ανίσυχο το πέρομα, από το απρόβλεπτο, το μυστηριακό της θάλασσας, και γνώριζαν καλά οι γεμιτζίδες, πόσο καθυσυχαστικά λειτουργούσε στις ψυχές του το παραμύθι. Γι' αυτά και ζήταγαν, αφού σκαραματιρέχωσαν τα μακρινά ταξίδια, να αναπλώνουν γέρος, ειδικούς παραμυθάτες, και να γαρινεύουν και να ψιποβουλούν το πέρομα. Το πέρομα, κέφτια να ελέγχονται στις παραμυθάτες κατεχωρά τέχνους ζήλους, που για να εγκαιτάσουν και να ευχαριστηθεί αυτό το ιδιόμορφο απνοτήριο της δευτουσύνης, συναγωνίζονταν ποιος θα πει το πιο αθυρόσχονο παραμύθι. Όπως βλέπαμε λοιπόν, ο παραμυθάς ή ο παραμυθούς, διηγιόταν το παραμύθι, δεν ήταν ο καθόλου, αλλά είναι τυχεία ο πρόσωπος. Ήταν η κακή αφηγητάδες, με μεγάλη τέχνη στην αφήγηση ήδους. Διηγούνταν τα παραμύθια με κινήσεις εκπραστικές, πλούσαν γέρια, σώμα, πιφάλι, ενιμόκυνα μάτια, εποχατεύαζαν τον τόνο της πονής. Απέδειδε ανάποδα τις φορές του μυλόγου της διήγησης, τον ζούσαν και τον ζουτάνε τον πραγματικό. Τον στόγιζαν ακόμα και με προσωπικά σκόλια, φρόντιζαν και τον μεγαλώναν, όσο δίνονταν περισσότερο. Από τη μια έκανε να κρατάει περισσότερη ώρα, από την άλλη έκανε να κρατάξει μεγαλύτερη αγωνιότητα. Πολλές φορές τον διασκεύαζαν όλες. Είχαν και δυνατότητα να διηγούνται το ίδιο παραμύθι με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικές καταστάσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που τα κείμενα των παραμυθιών, ναι και δεν ήταν δοσμένες στις τύπους όπως τα δημοτικά παραμυθιά, να εμφανίζουν μεγάλη την υγεία των αναγών. Σήμερα, όμως, το μεϊκό παραμύθι είναι σχεδόν χαρακτηρισμένο. Επιβιώνει, ναι, αλλά βρένει έναν αερό να ευθύνει. Όπως δίνονται και τύνονται να εξεχαστούν και όλα τα αναπανοδοσιακά αθλούσματα, τα λοιμίες, τα γνήγοματα, οι γλωσσουδέρνες. Και όλα εκείνα που αποτελούσαν έναν άλλο διαθωμετικό, σοφό τρόπο αγωγής πέρα της κολλικής παιδιάς. Οι συνδίκες του σύγχρονου πολιτισμού δεν πνευμαίνουν αυτόν τον τρόπο αγωγής και αυτή την τριβερία και κοινωνία μεταξύ μάνας και παιδιού, μεταξύ φίλων και σημαντικών. Η ταχύτητα της ρυθμής της ζωής μας, τα πολυεπίπεδα ενδιαφέροντά μας, ο εκτροβισμός στον τηλεοπτικό και γενικά στον τεχνολογικό λατιμήτρο, δεν αφήνουν περιθώρια στους μεγάλους για να ψάξουν να βρουν τη σοφία της νερικής παράδοσης και να τη μεταγήσουν στους νικρούς. Δεν αφήνουν περιθώρια και το λαϊκό παραμύθι. Η οικογένειο γνωστή, που είχε ληφάνει το τηλεοπτικικό και τη μαγεία του λαϊκού παραμυθιού, κόβηκε, έπαψε πια να ξεφυγείται αφού όλοι εκείνοι που πετύθαν δημιουργεί αφηγητάδες απ' το ατήριο διασκοπίστηκαν. Κι όχι. Τα λαϊκά παραμύθια έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, όχι μόνο για τους μοθούς αλλά και για τους μεγάλους, ηθικό, ψυχολογικό, μεγιτιστικό αλλά και γνωσσικό. Μέσα τους θα δούμε να ξεφυγείται αμπίαστα, δίπως λόγου, κρισία, η πανέμορφη γλώσσα, η νεοελληνική πανέμορφη γλώσσα. Θα έρθουμε πιο κοντά στη γλώσσα του Ματριμπιάνη και του Κοπαδιαμάνη. Το πνεύμα και η τεχνοτροφία τους θα μας φέρουν πιο κοντά στον όνειρο, στην πιο αρχαία ελληνική παράδοση. Και εδώ είναι το να σκεφτώ. Στη συγγενιωκή σκέση που υπάρχει ανάμεσα στον λαϊκό παραμύθιο και στον αρχαίο λαϊκό. Σύμφωνα λοιπόν με όλους τους ενεργητές της λαϊκής παράδοσης, τα λαϊκά παραμύθια όλων των λαών είναι βαθύτατα εμβυλιασμένα από τους αρχαίους τους μύθους. Τα στοιχεία από τις διηγήσεις τους είναι πολύ κοντά, συγγενεύουν στενά με τα στοιχεία του αρχαίου μύθους. Εξάρου και λεκτικά μύθους και παραμύθι είναι πάρα πολύ κοντά, αφού το παραμύθι είναι παράφυλλα κοντά στον μύθος. Οι μύθοι τώρα έρχονται να αντιχίσουν δοξασίες και πρακτικές πανάρχαιων ακόμα και πρωτόγονων κοινωνιών και φυσικά πέταχνουν πάντα μέσα από σύμφωνα συγγονισμούς και ειρηγορίες. Λείψανε αυτού των πρακτικών και δοξαστών, σώζονται μέσα στα παραμύθια, περνώντας οι αρχαίοι μύθοι μέσα το μεσαίωμα. Μέσα από τις κοινοσενικές διεργήσεις που ηδηγήσεις αυτές οι νεαρκολογίων με πρότυπτον αρχαίο μύθο. Περνώντας και αρθίζοντας την εποχή της αναγέννησης, ήρθασκαν και διετύχθηκαν και στις νεότερες λαϊκές διεργήσεις, όπως είναι τα παραμυθιακά κήμερα. Έτσι, θρηματολογική συνάφυρα, κι όχι μόνο της αγίας συμμετικής παράδοσης με τη νεότερη, θεωρείται από όλους τους ελεγχυτές δεδομένους. Όπως στο μύθο, ιδέες και καταστάσεις ουτοπικές και εξωπραγματικές παρουσιάζονται σαν ισχύουσες αλήθειες, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στα παραμύθια. Επισόδια με γεγονότα και φυσικά, υπεράνθρωπα εξωπραγματικά, που για μας σήμερα δεν θεωρούν φανταστικά, αλλά εντελώς απίθανα, στο μύθο και στο παραμύθι, εμφανίζονται σαν απολύτως ενοιχνά και φυσικά. Αρχαίρυπα σύμβολα, έννοιες απόκουφες, συμβολικές, όπως και αριθμοί με συμβολικό περιεγόνιο του 3, του 7, του 40, εμφανίζονται και λειτουργούν και στα δύο ήδη της παράδοσης, και της μυθικής και της μπελκής, τα πίθανα θηρία, οι δράγκες, οι στρίγγες, τα τέρακα και όλες οι κίνες και αναφορές για τα στέρια, τη γη, τα πηγάρια, πολλές πάρκες. Κάτω στα στρίσματα της γης, για τον ήλιο, το φρικάει το πάνω το κοικάτο κόσμο, που συναντάμε στα παραμύθια, προέρχονται αποθρησκευτικές δοξασίες πανάρκαιων λόγων. Στον λόγο του παραμυθού, πουλιά, ζώα, δέντρα, ατουκίνητα, έχουν στενή ιδιότητα με τους ανθρώπους, συνηπάτουν ραμμονικά μαζί τους, μιλούν με ανθρώπους δουλειά, και αν δεν μιλούν, κατανοούν τη γλώσσα των ανθρώπων και το μέρος της ζωής τους. Και αυτό δεν μπορεί, παρά να σε οδηγήσει, να σε παρακαίνει σε εποχή πολύ μακρινή, σε κοινωνία νημιστική, τότε η πίστη των ανθρώπων ήταν, πως όλο το σύμπαν ανέβαινε μ' εννιά πρωί, πως τίποτα μέσα στο σύμπαν δεν λειτουργούσαν πρασματικά από μόνο. Ζώα, πουλιά, δέντρα, δικά πράγματα οι άνθρωποι λειτουργούσαν σαν μια ονότητα, σαν μια συνείδηση, αφού εκείνες οι πανάρχιες κοινωνίες θεωρούσαν πως το κάθε τι μέσα στο σύμπαν είχε ψυχή, ακόμα και υπέτρες. Στο παραμύθι της περιοχής μας, ο Αλάνης ο Καπλάνης και το Κατουζαγαράκι, υπάρχει ένας πράγος, μια πέτρα, που μιλάει με ανθρώπινη δαλειά και προφητέ. Πρυβόταν, λέει μέσα της, η ψυχή ενός μάντου. Τούτο το επεισόδιο με τη πέτρα που μιλάει και προφητέ, το πρώτο του παραμυθιού, διαβάζοντας το υγείο μου κοντά στον Κάπλος, πολύ εύκολο το προσπεράσει. Παραμύθινα, να συλληγηστεί όλα τα παράματα που τρέχονται να ακούγονται σε ένα παραμύθι, ας πάμε παρακάτια το άλλο παράδειγμα. Αν όμως θα βρει με πιο ερευνητική διάθεση πάνω σε αυτή την αναφορά, η έρευνα θα τον πάει πίσω στον Ακία Ομύθων. Θα τον πάει στην πέτρα που την έλεγαν Αμπέλα, την πέτρα του Απόνομνου στους Δελφούς. Σε εκείνη την πέτρα που είχε την ανημαντική, προφητική, που πάνω της έκρατσε, λέει η Ρουφίλη, την πρώτη σύμπληλα του μαδίου των Δελφών και προφήτεψε τον πόλεμο της Τρίας. Από εκεί θα οδηγηθεί στη σχέση της τροφής που υπήρχε για τους Αρχαίους ανάμεσα στους ανθρώπους και τις πέτρες, όσο ο άνθρωπος μπορούσε να μεταμορφωθεί σε πέτρα και η πέτρα σε άνθρωπο. Οι μέρους αγωγώνα, κοιτώντας τους ανθρώπους, στα μάτια τους απολύθωνε, τους μετέτρευε σε πέτρες, ενώ αντίθετα οι πέτρες που πέταραν πίσω τους ο Δεδικαλίων ας τα πήρα, να κατρέπονταν σε ανθρώπους μετά από κατακλυσμό για να δημιουργηθεί και πάλι το ανθρώπινο γένος. Το καράβι και οι ναύτες των θεάτων που έβρελαν τον Οδυσσέα στον Ιθάκη με το γυρισμό τους, πέτρωσαν μπροστά στο ίσουρο του λιμάνιου της Κέντριας. Ακόμα μέχρι σήμερα δείχνουν οι κερκυραίοι ένα βράδυ που μοιάζει με καράβι μέσα στο ίσουρο του λιμάνιου. Ο Μύτρα, ο θεός του φωτός και της δικαιοσύνης στην ίνδοπερσική μυθολογία πριν τη γέννηση του, μέχρι τη γέννηση του ήταν κλεισμένο σε διαπέτρα. Στην Πέτρα, λοιπόν, για τους Αγίαμους κρυφόταν στερεοποιημένος ο πρώτος αρμονικός ρυθμός της δημιουργίας και αυτό γιατί υπέρινα με τη σκληρότητα και τη διάρκεια της εντυπωσίασε τον άνθρωπο από καταγωνιές κόσμου. Ήταν σ' αυτήν η άνθρωπη το αντίθετο της βιολογικής υπάσεις, αυτό που υπόκειται στους νόμους της αλλαγής, των ιδιαίδακιών, του θανάτων, αλλά ήταν και το αντίθετο της κόνης και της άμμου που είναι ο αφές διάλυσης. Ήταν στα λεπτοθέστια τον αέρα να μεταμορφώνεται σε φωτιά, αυτή σε νερό και το νερό τελικά σε μορφία μετάτρεπτο, σε πέτρα. Και έτσι η πέτρα έγινε το σύμπωνο της στερεοποίησης του δημιουργικού ρυθμού, το σμήλαιο της βασικής κίνησης. Η μυθική αυτή σημασία και την πέτρα απέχει μόνη σε ένα γλυμνά από τη θρησκευτική σημασία. Αφού οι άνθρωποι σε κάποια μακρινή ιστορική στιγμή εξήγησαν την καταγωγή της ζωής από την πέτρα. Πίστευαν πως η ζωή δημιουργήθηκε από τις πέτρες που έπεσαν από τον ουρανό, γι' αυτό λάτρεψαν αυτές τις μορφιολογίες. Ακόμα στην Κάδα λαθέβεται η πέτρα αυτής ακριβώς γι' αυτό το λίγο λόγο. Όπως λοιπόν στο Μίγκο, κάθε φορά που διαταράστηκε αυτός ο εμπονικός λιγμός της δημοδικίας, όπως διαταράστηκε στον προϊκό πόλεμο που αφάνισε όλο τον γένος των ιερών και των επιθέων, όπως διαταράστηκε στον κατακλείσμό που αφάνισε όλο τον γένος των ανθρώπων. Όπως την Κορμπώνα μένουσα, που αφανείς βοήθος των ανθρώπων. Έχουν λαθεί και την επιστροφή που έκρασαν από ανθρώπους πέτρες, το ίδιο ακριβώς υπαίχτηκε σ' αυτόν τον Παραμύγκο. Έτσι ακριβώς και εδώ διαταράστηκε η αγωνία της δημιουργίας από μια στήλα που κατασπαράζει τον λαό ενός βασιλείου. Ο βράχος βέτρα δεν εντανοφώνται βέβαια εδώ σε άνθρωπο, αποκτά όμως ανθρώπινο παρακτηριστικό, μιλάει, προφητεύει και συμβουλεύει τον βασιλιά μας πως να διατηρήσει την αγωνική κορία στον βασίλειο. Και προφητεύει στον βασιλιά είναι ότι ο βασιλιάς, ο γηραιός κερίος μονάχης και όλοι οι γηραιοί μονάχης όλων των παραστηθειών και των λαϊκών παραδόσσεων είναι αυτοί που συμβουλίζουν τη μήμη του κόσμου. Σε τελική ανάληστη την πέτρα προφητεύει, συμβουλεύει γιατί δεν πρέπει να καθεί η μήμη του κόσμου. Και είναι να φορείς, είναι να θαυμάζεις με τι ευδηματικότητα αυτός ο σοφός λαϊκός δημορφός του ίδιου παραδοσθού, του Αλάγης Καμπλάγης και του Αποσογαραέξη, μεταβαίνει την αρχαία λάμνια στη ζύμπρο και στη τρίπλα. Μυθικό πρόσωπο η Λάμνου, βασίλισσα, παιδιά μου, ξαφουστήκε την ομοδιά της, αλλά και τα άγρια έξυπτα της, γι' αυτό πριν πως μεταμορφώθηκε σε θηρίο και Λάμος ο βασιλιάς του αδελφού του Πάτου με στριβώνει, στο όνομα Λάμος. Πριγύρισε η στρίπια του παρελθόν, πετάμωθη, άγρια, αδυθάκα και λούκη, όσο και η Λάμνια, όσο και ο Λάμος. Σε πολλά παραμύθια συναντάμε τις νεράιδες. Οι νεράιδες έχουν άμνηση θημακολογική συνάδεια με τις νύμνες. Οι νύμνες της αρχαίας παράδοσης θεωρούνται πρόγονοι των νεονομικών νεράιδων, κατά κύριο λόγο των Ναΐδων. Οι νεράιδες ήταν θεότητες που οδηφροσώπηκαν τα νερά, τα νερά των ποταμών, των νυμνών, των χυμάρων, των θευγούμενων νερά. Οι νύμνες παρουσιάστηκαν στους νύρτους σαν όμορφες κουπέρες με δυνάμιση των φυσικές καλές ευκαγγέσεων. Και οι νεράιδες εμφανίζονται παρουσιάστηκαν ψηλές, όμορφες, καλογημένες, είναι πέπλοι μαθήλες στο κεφάλι, να λαδοκογούν και να γελούν με ένα γέλι, όπως λέει ο λαός, σαν αυτό δεν έχεις παντακούστα. Τις συναντάμε με το όνομα κυρές. Και είναι τόσο συχνή η εμφάνιση της νεράιδας στα παραμύθια, όσο συχνή είναι και η εμφάνιση της νύμφης στον αρχαίο μύθο. Και μάλιστα, στους πιο σπουδαίους αρχαίους μύθους, πάντα προβληνιστεί και μία εμφάνιση. Όπως η πέτυχα, η μάνα του Αιγουγέλη, η Έργηνα, που έδωσε το όνομά της και στο δικό μας κομματάκο. Ένα ακόμα στοιχείο που συναντάμε στους μύθους είναι το μάγελο. Το μάγελο όπως το συναντάμε θα τα πω και στα παραμύθια. Η μαγεία είναι πίστη, είναι θρησκεία των πρωτόβουλων γεών, των βαράνθιων γεών, κοινωνιών και οχιμών. Τη συναντάμε εις τις εξελειμμένες εμμονίες. Έχει την βάση της στην πίστη του ανθρώπου σε αγαθά και κακά πνεύματα. Στην πίστη πως αυτά τα πνεύματα μπορεί να επικαταστεί κάποιος μάγος ή μάγισσα και ανάλογα να επιφέρει το καλό ή το κακό, συνήθως το κακό. Στην λαϊκή παράδοση το μάγεμα εμφανίζεται πάντα σαν πράξη τιμωρίες ενός ανθρώπου. Τιμωρώ κάποιον ή κάποια είτε αποσύλια είτε γιατί ακούω άλλες επιδιώξεις, πάντα όμως εμφανίζεται σαν πράξη καρδιές. Από καγία με τη μαγεία επιδιώκεται η μείωση του ανθρώπου σε ένα κακότερο εγκλήδο, σε ένα κακότερο στάδιο της θυμίας του, της ευτυχίας του, της πνευματικής του ελευθερίας και σπουλησίσου της σκοτογλίας του. Και πάνω σε αυτή τη βάση, τόσο στους αρχαίους μύθους, όσο και στα παραλίθια, το μάγεμα αυτουθεί την πορεία μιας καρδιούσας μεταμόρφωσης. Μάγισσα αυτούθυμη μεταμόρφωση του συτρόφου στον Βυσέα από ανθρώπους σε ζώα. Στον παραλίθιν ήλο η ρόιδο και η κερασιά, η μάνα μεταμοφώνεται από τη μάγισσα κακή χώρα σε Ελλάδα. Η πράξη αυτή όμως είναι στα ίδια. Ο φυσικός και η εθνικός νόμους παραθιάζονται. Δικαιώνοντας ο παππος τη δική του λογική, ανατρέπει την αντικοινωνική τάξη. Στον ατύποδα όμως της κακίας υπάρχει η αρετή. Στον ατύποδα της δύναμης του σκοτοδιού υπάρχει η δύναμη του φωτός. Στον ατύποδα του κακού μαύρου ή της κακής μάγισσας υπάρχει ο ήρωας και η ηρωίδα. Υπάρχουν οι ήρωες του μύθου και του παραμυθού, που αγωνίζονται για να εμπανούν τη μυθική και τη φυσική τάξη των τραγμάτων. Μου θα κάνουν αυτό που δεν μπορούν να κάνουν οι άλλοι. Και για να τονιστεί αυτή ακριβώς η τόρμη του ήρωα, σχεδόν πάντα στα παραμυθιά έχουμε τη δρυκή επανάληψη. Ο πρώτος γιος τα αρνητοί δεν θα τα καταφέρουν και ο δεύτερος γιος τα αρνητοί δεν θα τα καταφέρουν. Και ο τρίτος είναι αυτός, ο οποίος θα αναλάβει να διευτερός και να φέρει και να αναπλέγει την ώρα στον άνθρωπο. Άχρο είναι αυτός ο οποίος μέσα στις δικές του πράξεις, πράξεις προσωπικής θυσίας και αυταπάρμησης, θα έρθει και θα δώσει τις δικές του δικές διαστάσεις και θα οδηγήσει στη σωτηρία και την κίνδυνοση. Για να φτάσει όμως ο ήρωας να οδηγήσει στην κίνδυνοση πρέπει πρώτα να οδηγηθεί ο ίδιος. Πρέπει πρώτα να απαλέψει και να εγγυγίσει τον ίδιο τον εαυτό. Ο πρώτος, ο αρχαίος προσάθμος του ήρωα, του Οδυσσέα, του Θησέα, του Λιάσουνα, είναι να εγγυγίσει τον εαυτό. Να απαλέψει, να εγγυγίσει τον κακό που έχει μέσα του. Να μάθει μυστικά και μυστικά, μυστικά πάνω του κάτω κόσμου, να γίνει ενάδυνος και σοφός. Γι' αυτό και στα ικανοδικά παραλήθεια, οι ήρωες έχουν μάτια θηδιού. Στηριγμένο πάνω στη συμβολισμός, στηριγμένος πάνω στη δυτή έννοια της συμβασίας του θηδιού, που ζώντας και κάτω του θηδιού και πάνω του θηδιού και με τις μυστικές ιδιότητές του, όπως να αναγενιέται κάθε φορά, αλλάζοντας νέρμα, θεωρείται πως γνωρίζει μυστικά πάνω και κάτω κόσμου. Πως σκατέχει το θήδι της γνώσης, της ζωής και του ταινάτου. Αλλά και σε ένα θαυμάσιο ελληνικό παραμύθι συνακάνε το θήδι σαν θεοδόμα. Στη γυναίκα που δεν είχε παιδί και παρακαλώνται στον Θεό, εκείνος τη δίνει για παιδί ένα μικρό φιδάκι. Ένα μαγεμένο φιδάκι που είναι σοχό. Γι' αυτό και ακριβώς τώρα το λόγο, το λόγο της απόκτησης γνώσης, αλλά και της προσωπικής γνώσης, όλη η σχετική αρχαία νύχτα και όλα τα λαϊκά πραγματικά, φέρνουν τον Υιεροαγή την Ηρολίδα, πριν φτάσει στο στόχο του, στο τελικό στόχο του, στην ηθάγη του, να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι. Ένα μακρύ ταξίδι. Δεν γνώμω αφίδια, πες τα παραμύθια, για τον Υιερό. Ή τρία ή επτά ζευγάρια συγκαιρένια παπούτσια. Λένε τα παραμύθια που σε έδωσε ο Υιερός για τα φτάσεις του χωρισμού. Στο παραμύθι που προενέθερα, με το σοχό φιδάκι λέγοντας την βασιλοκούλα, όταν μεγαλώνει και διδατρέπεται, μη μαρτυρήσεις σε κανέναν που συμμεθεί, γιατί άμα τον μαρτυρήσεις, θα χαθώ και για να με ξαναδείς, θα πρέπει να καταλύσεις, να καλάσσεις. Σαράντα σε κάποια συγκαιρένια παπούτσια και σαράντα συγκαιρένια σπορεσκές. Πόσο μεγάλο δυνατόί θα είναι το ταξίδι σου, μέχρι να ξαναδείς την γνώση που είχες, την γνώση που είχες πατροχή, και από εμείς. Αλλά και την αρρετή που είχες και έξω, γιατί προώθησες. Ένα ταξίδι με άπειρες δυσκολίες, με άπειρα δύναμα, με ισχυρές συνδροσεις, εξωτερικές και εσωτερικές. Ένα ταξίδι, λοιπόν, δεν είναι παρά ένα ταξίδι μνήσης και αυτογνωσίας. Ουσπηβού. Διά και άκου, θέλουμε τον ήρωα να δοκιμάζεται με τειρασμούς, να αντιπαλέπει με δυνάμεις σκοτεινές, χαουδικές, για να διαπιστώνεται κάθε φορά αν είναι ατάξιος της νίκης, αν έκτασε δηλαδή να κατέχει την αρρετή. Δύο θαυμάσιες και οίδες κλασικών παρανευειών, η Σταθοπούτεκη και η Φιονάτι, για να δουν την ευτυχία, θα δοκιμαστούν με μεγάλο και μακρύ, χειρίως ψυχικό πόνο. Θα στεφθούν τη μάνα, την υπογένεια, την αγάπη, τα πλούτη, θα τα πληρωθούν. Αν και βασιλοπούλες, η μία θα φάσει να φροντίζει και να εγκληρηθεί όντα κατότελα τους νάνους, η άλλη θα εγκληρυθεί την κακιά μετριά με τους πόνες τους, θα παίρνει οικομονία, θα κοιμάται νεστικά δίπλα στις Στάρκες. Βογγιμάζονται δικατοί, όπως και στη κερασιά, σε ένα άλλο από τα νεαϊκά παραμύθια της δηλωδίας, σε βάση κατ' την Ελληνία, η ουσία της αρρετής τους. Αυτά ως προς τις ιωρίδες. Ο ήρωας πάνε του κοραδιωτικού, δεν ετοιμάζεται μόνο ως προς τα όρια της αρρετής, αλλά συνεκτοποιεί και τα όρια της γνώσης και της δύναμης του. Γιατί η δράση του ήρωα, που βασίζεται στη γνώση και στη δύναμη, δεν είναι χωρις όρια. Η δράση έχει όρια. Τα όρια υπάρχουν. Είναι ο θεϊκός νόμος. Και ο ήρωας δεν πρέπει να πάρει αυτήν. Τα όρια δεν πρέπει να φτάνουν πολύ περισσότερο να υπερβαίνουν το δύο. Γι' αυτό όταν ο ήρωας έγινε αντιβαλέψει με δυνάμεις υπερβασιγές, υπερφυσικές, υπερβατικές, μαγικές, τότε θεία ουπήσει. Με θεία δύναμη θα καταφέρει να γίνει ουπητής. Θεός, ο Ερμής έδωσε το χωτάνι στον Οθησέα, για να μην προκιάσουν τα μάγια της κήρκης. Στην παράδοση του Παϊοδιού, Άγιος με θεία δύναμη έφυγε το Ελιόργιες, να σκοτώ στον βράχο, για να τρέξει το νερό και να λευθυρωθεί η Πασινοβούλα. Στα παρανήθεια τώρα, αυτή η ηθική παρέμβαση έρχεται και γίνεται με την εμφάνιση της τύχης. Της αγαθής τύχης που ήταν θεοποίηση αρκέι. Όταν ο ήρωας του παρανηθείου βρίσκεται, ή όταν βρίσκεται μπροστά στο υπερφυσικό και το μυστηριώδες, και αδυνατεί από μόνος του με τις δικές του δυνάμεις να το ξεπεράσει, τότε εμφανίζεται στον δρόμο το ητύχημο, με διάφορες μορφές. Όταν σαν πουνικάκη, όταν σαν πουνγί, όταν σαν μεγούλα. Εμφανίζονται στουθενά, απόφατα. Εμφένει στα διέξοδα και δίνει λύση. Κατευθύνει και δείχνει το δρόμο το σωστό. Γιατί πέρα από τα διέξοδα, στα παρανήθεια, όπως και στη ζωή πολλές φορές, η τάξη των γραμμάτων εναντρέχεται. Ο ήρωος του παραμυθείου, αλλά και ο απλός άνθρωπος, δεν μπορεί να βασιστεί πάνω στη μομοτέρνια της ζωής, για να ρυθμίζει σύμφωνα με αυτήν τη δράση του. Η ίδια η ζωή είναι γεμάτη από τα τάξεις. Η ίδια η ζωή έχει αξία και βαροδυνισμό. Αυτός είναι και ο λόγος, που τα πιο λογικά σχέδια, που κάνει στη ζωή ο άνθρωπος, τα βλέπουμε πολλές φορές, αποτελώς τελειά καταστατικά, να βρεθούνται. Και εδώ είναι που παίρνει μηντήλημα. Τι πρέπει να κάνει ο άνθρωπος? Να αντιμετωπίζει τη ζωή με αγγεσιοόδοξη θεώρηση, έχοντας ότι ο αντισοκλημένος είναι από τη θεία, ή με ντράση πίσω η αγγεσία. Και δεν θα πω, βέβαια, τι θα πρέπει να κάνει ο καθένας μας, αλλά θα πω τι κάνει ο ήρωας του μύθου και του παραμυθού. Αυτός ο ήρωας, λοιπόν, παρόλο που βιώνει μεταξύ των πλαρμάτων σε κάθε δύνατη σπουδιάς του. Τη σπουδία του μεγάλο ταξιδιού του, παρόλα αυτά, δεν αφήνεται να ζει τυχαία. Σκεπιάς, προγραμματής, προσπαθεί, χάνεται σε δρόμους άγρους, σπουδημούς. Φορές χάνεται προς ανατολισμό, την αυτοπεποίθεση, αλλά ποτέ, μα ποτέ δεν εγκαταλείπτουν αγγόνα. Και ποτέ, μα ποτέ ήρωας παραμυθού, δεν λοξοδρόπησε από τον τρόπο της αρετής. Ενάλημος ο μαγόνας του, κέρδεται πάλι ο βοηδός, το ντόνιμά του, για να έχει την τύχη. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο, έχετε ένα από τα μυστικά της επιτυχίας του παραμυθού. Στην πεποίθηση του παιδιού, αλλά και του μεγάλου που διώθει παιδί, ότι πίσω από τα προσδότητα άσχημα πράγματα, είναι κάτι καλό κλειμμένο. Ότι οι επιθυμίες του ήρωα, δεν θα μάθουν, δεν θα πεθάνουν. Δεν θα πεθάνουν, αλλά με κάθε τρόπο θα πεθάνουν. Και δεν είναι μόνο η τύχη, είναι το ύπνος, που έρχεται συνεργώς στο τόναμα του ήρωα. Αυτός ο λειτουργικός γιος της νύχτας, όταν έρχεται η κυρία στο συμβουλικό, παράλληλα θα ξυπνήσει στο ασυμβουλικό. Και θα φέρει όνειρο στον ήρωα με λόγιμο προφητικό. Θα φέρει εικόνες ομιλικές, μηνύματα των θεών και τους αρχαίους, μηνύματα που συγκινησιακά θα τον καράξουν, θα τον αναστατώσουν, θα αναστατώσουν τον ψυχισμό του. Θα πεταχτεί κάθιδρος για να συναισθανθεί, πως το όνειρο στον ύπνο του ήταν πιο πραγματικό από την πραγματικότητα του ξύπνου του. Κάθιδρο πετάχτηκε από το όνειρο και τον βασιλό του στον παραμύθινο ήρωα και η κερασιά, και κατανοώντας στη συνέχεια τις συμβολικές υποδείξεις από το όνειρο, πραγμάτωσε την βράση του και βρήκε την αγαπημένη του κερασιά. Οι επιθυμίες του ήρωα είναι δίκαιες, είναι εξαγνιστικές, και θα πρέπει να εκπληρωθούν ακόμα και με τον πιο υπερβατικό τρόπο. Και για να επιτεθεί αυτή η πέρβαση, δικαιολογημένα πλέπτυμες στον παραμύθι, την λογική να υποτάσσει και στη φαντασία. Βλέπετε όπως και στον ήθο να ακυρώνεται ακόμα και αυτή η συνηθισμένη χρησιμότητα των καρμάτων. Να ανάζει δηλαδή ο σκοπός και ο πορισμός των αδικημένων. Το σκουφί για παράδειγμα, για να δόθηκε, η κοινία που θα ήμασταν, δόθηκε στον Βερσέα αυτό το πλούτονα, για να το κάνει με το Βερσέα αόρατο, προκειμένου να δικαιώσει το σκοπό του ταξιδιού του, να σκοτώσει την έδωσα. Έτσι το σκουφί βγήκε από τη συνηθισμένη χρησιμότητα σαν ένα προκάλυμα της κεφαλής. Και απόφτισε τώρα με το θάνατο της μέτουσα, στο θάνατο του κακού, την ιδιότητα του προγραφορισμένου, του νηραίου. Στον παραμύθιο αμούσταγος υπρασπιστής και τον πριτυπόκουλο, θα βγάλει το δαχτυκίδι από το δάχτυλό του και θα το μετάξει λεθυμόστικο για το πλούτοιθοδόρα. Εκείνο θα βρει το πλούτοιθοδόρα σε μια γρίζα και θα το σπάσει. Έτσι το δαχτυκίδι αποκτάει και αυτή την ιδιότητα του νηραίου, αφού το σπασμένο δόθη θα γίνει αργότερα στοιχείο απόδειξης, για να ξαναβεί το πλούτοιθοδόρα και να το βρεθεί. Στα παραμύθια, λοιπόν, επικρατεί μια μυθική αρμονία των ανθρώπων, όχι μόνο με όλα τα έξικα, αλλά και με όλα τα άξιμα της φύσης. Γυριαρχεί η πίστη ότι πίσω από όλα τα πράγματα της φύσης υπάρχουν ψυχιές, υπάρχουν πνεύματα, υπάρχουν αόρατα συμμεστικές δυνάμεις. Και με αυτή την πίστη το παραμύθι μπορεί να εξελίσσεται αλεύθερα και αδιέστα, δίχως δεν θα έχετε κρίσεις, ούτε για το αλόγωτο, ούτε για το μυστήριατό και το εξωκόσμο. Χωρίς κριτικούς πραγμούς έρχεται και εξελειδώνεται μέσα από την παραμυθένια δημιουργία μια πραγματικότητα πέρα από τα όρια της πραγματικότητας. Μια πραγματικότητα που συνδέει υπλογικά τον άνθρωπο και δίτη μενική συνείδηση με την κοσμική συνείδηση. Με τη συνείδηση του ζήματος κόσμου. Είπα πιο πάνω πως τα παιδιά γέρονται το παραμυθί γιατί έχουν την πιεμίθιση πως ποιο σωστά στιγμα πράγματα είναι κάτι καθόλου μέρος. Το γέρονται ακόμα και για άλλους διόφασιμους λόγους. Ο ένας ελπίζει γιατί τα παιδιά βρίσκονται έξω από τη συνείδηση του χρόνου, έξω από το τεμάχισμα του χρόνου. Σε χρόνια, σε μήνες, σε μέρες, σε ώρες. Ο χρόνος για τα παιδιά είναι αδιέρατος, είναι άπητος, αιώνιος, δίπλος εκτός και τέλος. Ο χρόνος για τους μεγάλους είναι τεμαγισμένος, σχετικός. Ο χρόνος μεγαλώνει, διαστέρεται μπροστά στον κακό και την ασχήμια, μικρένει, συστέρεται, δεν το καταλαβαίνεις πως περνάει μπροστά στο καλό για την ομορφιά. Το παιδί, ακούγοντας τον παραμύχη, χαμένει μέσα στην ομορφιά του μηχανικού του κόσμου, δεν ζει απλά σε χρόνο μικρό, αλλά σε χρόνο ακίνητο, μαρμαρωμένο. Ο άλλος λόγος που χαίρεται το παιδί τον παραμύχη είναι που δεν έχει τη δυνατότητα της εκπληκτικής. Άγγραφο χαρτί του συμβιβιζιακό του εκπληκτικού, μπορεί και έρχεται σε άμεση επαφή με ό,τι πιο όμορφο, πιο εντυπωσιακό, πιο θεϊκό, με το θαύμα του παραμυθινού. Δεν έχει μορφευτεί ακόμα η συμβίδιση του, δεν έχει χαθεί ακόμα η σοφία του από τη γνώση και από την άχρηση της πιο πολλές φορές πυροβόρεσης. Τόσο μεγάλος πυρπής ο έγιον με πόλο είχε ανανοηθεί. Πού πήγε η σοφία που χάσαμε στις γνώσεις, πού είναι οι γνώσεις που χάσαμε στις χειροφορίες. Αν λοιπόν οι μεγάλοι δεν αγαπούν και μπορούν να αγαπήσουν τον παραμύχη, είναι γιατί δεν πιστεύουν στον θάρμα, είναι γιατί κυθούν τους νύχτες του λογιού, είναι γιατί εξεργάζονται τα πράγματα μόνο μοθοδοτικά, είναι με δυο λόγια, είτε γιατί έχει πεθάνει, είτε γιατί κοιμάται μέσα τους βαθιά το βιβλίο. Το βιβλίο που είμαστε να κάνουμε και που έπρεπε να είχασταν. Είναι γιατί κυρίαρχησε μέσα μας το ατουλικό, το υποκυβερνικό εγώ και πέθανε το μυθικό εγώ. Εκείνο που μπορούσε να αφυγλαστεί τη γλώσσα της μυθικής τριζής εποχής. Ίσως αν κάποτε καταφέρνουμε και εμείς να ξυπνήσουμε έστω ή λίγο αυτό το κοιμισμένο μέσα μας σοφό, αφόβλητο, τότε ίσως μπορέσουμε και εμείς να αφυγλαστούμε τη γλώσσα του καμένου παραδείσου, αυτή του δένου που παράει γλώσσα του μύθου και του παραμυθού. Σας ευχαριστώ πολύ.
_version_ 1782816262305349632
description : Καλησπέρα σας. Πάμε μαζί, για ποιο υποηθούν. Αυτό δέθηκε σε μένα από τα τρία θέματα που θα συζητουθούν απόψε μύθους, παραμύθους, παραμύθοι. Λογοτεχνία του φανταστικού, να υποστηρίξω τον παραμύθι. Ανάθεση που πρέπει να πω δεν έγινε τυχαία, έγινε μετά από δική μου πέραση, αφού τον τελευταίο καιρό ασχολήθηκα με την καταγραφή λαϊκών παραμυθιών που ακούγονταν στην περιεργή της γυνατιάς, αφενός και αφεντέρου για μια πιο βαθιά προσέγγιση λαϊκού παραμυθιού, στράθηκα σε έρευνες που έχουν δίνει κατά καιρούση αυτά από διάφορους ερευνητές. Και έτσι, πρόθεσή μου για κόψε, είναι να φύγω πρώτα μπροβό σε κάποιες γενικές ανταφορές με τα παραμυθιά, δηλαδή τα παραμυθιά, να σταθώ εις τώρα εκεί πιο περισσότερο, στη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον αρχαίο μύθο και στο μεταγενάριστενο μύθο που είναι το παραμύθι, το λαϊκό παραμύθι. Το λαϊκό παραμύθι, λοιπόν, είναι έργο έντεπνο, σύνθετο, με ορισμένη δομή και είναι πνευματικό δημιουργήμα άγνωση του λαϊκού δημιουργού. Στις αρχές του αιώνα που πέρασε, πολλοί αγγελμητές προσπάθησαν να προσδιορίσουν την καταγωγή των παραμυθιών. Οι θεωρίες που διαδικώθηκαν είναι όλες μόνο γενετικές, δηλαδή υποστηρίζουν πως τα παραμύθια γίνηκαν σε έναν τόπο, σε έναν χώρο και από εκεί σιγά σιγά διαδόθηκαν στους άλλους χώρους και στους άλλους λόγους. Και έτσι έχουμε θεωρίες για καταγωγές διάρκτες, κυρίως όμως για ελληνικές και ελληνικιακές. Σήμερα οι θεωρίες αυτές έχουν καταρρέψει. Σήμερα υποστηρίζεται πως το παραμύθι δεν γεννιέται αυτώμανα στη φαντασία ενός δημιουργού. Για να γεννηθεί προϋποθέτει την ύπαρξη συγκεκριμένης παράδοσης και πάνω σε αυτήν στηρίζεται. Υποστηρίζεται δηλαδή πως τα μοτύπα, τα επεισόδια που συγκροτούν το λαϊκό μύθο είναι απόηκος προϋπάτουσας παράδοσης που έχει εισχωρήσει εις αυτόν, στο λαϊκό μύθο. Οι ερευνητές τώρα έρχονται και μπορείς να παραμύθιασαι σε τρεις βασιλικές κατηγορίες. Πρώτη κατηγορία τα μαγικά, εκείνα που έχουν να κάνουν με έναν άλλο κόσμο στον οποίο μεχρατεί μια άλλη πέρα από τη φυσική κατάσταση. Στα δηγηματικά, σε αυτά στα οποία υπάρχει λίγο ή καθόλου το μαγικό στοιχείο και στα αδυσκεπτικά, σε αυτά που έχουν να κάνουν με τον Θεό τους Αγίους και τα θαύματα τους. Και φυσικά τα πρώτα παραμύθια τα μαγικά είναι τα κυρίως παραμύθια και τα καλύτερα. Είναι εκείνα που στην πιήγησή τους συσχετίζεται το υπερφυσικό με το πραγματικό και συνηπάθουν για τα δύο σαν κάτι το απόλυτα φυσικό και συνηθισμένο. Οι πρωταγωνιστές τους είναι ήρωες που κατευθώνουν το ακόρθοδο και οι καταστάσεις που διατραματίζονται στα εξώδια τους αδύνατο να συμβούν και όμως συμβαίνουν. Και έτσι τα μαγικά παραμύθια είναι εκείνα που με όλους τους εξοπραγματικούς λόγους έχουν πάτα έσει ο τέλος και πρέπει να έχουν έσει ο τέλος. Γιατί είναι εκείνα τα παραμύθια που δημιουργήθηκαν σε εποχές μετά της αίρεσης, μετά της ανασφάλειας αλλά γενικά της καρτερίας. Σε τέχτες ψυχολογικές ευλογές που μόνο το θαύμα, μόνο το εξοπραγματικό μπορεί να συμβάγει από το έξοδο και να σε σώσει. Γι' αυτό και τα παραμύθια στην πρώτη τους μορφή δεν φτιάχτηκαν για μικρά παιδιά, φτιάχτηκαν για μεγάλους και λέγονται σε μεγάλους. Και η παρουσία τους ήταν πολύ σοβαρό γεγονός για εκείνους τους παλιούς ανθρώπους. Έπρεπε μέσα από τη διοίκηση του παραμυθιού να ξεχαστούν, να ξεχάσουν έστω την αλλήγω, τη γύμνια, το κρύο, τη φτώχεια, το κάθε βάσημα της μέρας. Έπρεπε ακόμα ακόμα και να ψυχολογηθούν και να ευθαριστητούν και το σημαντικότερο να κρατήσουν ζωντανή την ελπίδα. Στις δύσκολες μεταστάσεις όταν όλοι διακατέκονται από τα ίδια αισθήματα στέρεσης, αγωνίας, φόβο και κανένας δεν ήταν σε θέση να τονώσει το ειδικό του άλλου, τότε έρχονταν το παραμύθι για να τους δώσει λίγη χαρά και λίγη ψυχική καλή. Εξάλλου δεν είναι καθόλου ιχαίο το γεγονός πως τα ελληνικά παραμύθια γνώρισαν την ιδιαίτερη άνθρωψη στα χρόνια της τουποκρατίας. Βέβαια η αλήθεια είναι πως συνέβαλαν και οι νούργοι σε αυτό, πέρα από τότε που είναι και καλοί παραμυθάτες και αγαπούν ιδιαίτερα το παραμύθι. Οι συνδίκες της κλαδιάς όμως ήταν κυρίως εκείνες που διαμόρφωσαν αυτήν την ακρή του παραμυθούς αυτής συγκεκριμένη περίοδο. Ήταν η μεγάλη ψυχολογική ανάγκη των σκλαβωμένων, μικρών και μεγάλων, για να ξεφύγουν από τη σκληρή πραγματικότητα και να ελπίζουν. Υπάρχουν ακόμα αμαρτυρίες ως και στους βαρκενικούς κόλεμους. Οι στρατιώτες που τους έτρωγε η ψήρα, η χρώμα, που τίναγε ο φόβος της νύχτες στα αυριά μέσα για να ξεχαστούν έγιναν παραμύθια. Αλλά και στα χωριά, κυριούς της αρχαίας για τις ψυχρές νύχτες του χειμώνα, η μοναδική ψυχολογία μικρών και μεγάλων δεν ήταν άλλη παρά το παραμύθιο. Ο Τινιακός Αδαμαντίου, ο άνθρωπος που κατέγραψε και έσψουσε τα σπουδαία λαϊκά παραμύθια της δύο μας, λέει πως το 40 ημέρο, 40 μέρες πριν καρτοσδούγενα, συνήθιζαν οι Τινιακοί να μαζεύονται στα σπεροκαθίσματα για να δουν παραμύθια στα καθίσματα της εσπέρας. Και μέσα στα σκληχιά και στους κούρμους, όταν ήταν αναμένει και η γη ζέστα. Σπουδαίβαμε, παιδιά, που πολλές φορές δεν τα έγραψε μια βραδιά και ξαναμαζεύονταν δυνάκια να ακούσουν το τέλος. Πολλά και μεγάλα και ωραία παραμύθια λέγονταν εμείς και στη θάλασσα. Εκεί, γύρω στην Ακρογιαλιά, γύρω από τη Φωτιά, είτε μέσα στο Καϊκή, γύρω από τη Λάβα, καθώς περίμεναν τις κρατάρινες να περάσουν ώρα για να σφόζουν τα δίκτυα των κρατάρινων. Μάλιστα οι γεμιτζίδες, οι παγίκαποι ήταν, λέει. Όταν έκαναν ταξίδια μεγάλα, τους μανιχτό πένοχος, ήθελαν να έρθουν μέσα στο γύρωμα του Καϊκού και να κάνουν καλό παραμυθά. Ανίσυχο το πέρομα, από το απρόβλεπτο, το μυστηριακό της θάλασσας, και γνώριζαν καλά οι γεμιτζίδες, πόσο καθυσυχαστικά λειτουργούσε στις ψυχές του το παραμύθι. Γι' αυτά και ζήταγαν, αφού σκαραματιρέχωσαν τα μακρινά ταξίδια, να αναπλώνουν γέρος, ειδικούς παραμυθάτες, και να γαρινεύουν και να ψιποβουλούν το πέρομα. Το πέρομα, κέφτια να ελέγχονται στις παραμυθάτες κατεχωρά τέχνους ζήλους, που για να εγκαιτάσουν και να ευχαριστηθεί αυτό το ιδιόμορφο απνοτήριο της δευτουσύνης, συναγωνίζονταν ποιος θα πει το πιο αθυρόσχονο παραμύθι. Όπως βλέπαμε λοιπόν, ο παραμυθάς ή ο παραμυθούς, διηγιόταν το παραμύθι, δεν ήταν ο καθόλου, αλλά είναι τυχεία ο πρόσωπος. Ήταν η κακή αφηγητάδες, με μεγάλη τέχνη στην αφήγηση ήδους. Διηγούνταν τα παραμύθια με κινήσεις εκπραστικές, πλούσαν γέρια, σώμα, πιφάλι, ενιμόκυνα μάτια, εποχατεύαζαν τον τόνο της πονής. Απέδειδε ανάποδα τις φορές του μυλόγου της διήγησης, τον ζούσαν και τον ζουτάνε τον πραγματικό. Τον στόγιζαν ακόμα και με προσωπικά σκόλια, φρόντιζαν και τον μεγαλώναν, όσο δίνονταν περισσότερο. Από τη μια έκανε να κρατάει περισσότερη ώρα, από την άλλη έκανε να κρατάξει μεγαλύτερη αγωνιότητα. Πολλές φορές τον διασκεύαζαν όλες. Είχαν και δυνατότητα να διηγούνται το ίδιο παραμύθι με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικές καταστάσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που τα κείμενα των παραμυθιών, ναι και δεν ήταν δοσμένες στις τύπους όπως τα δημοτικά παραμυθιά, να εμφανίζουν μεγάλη την υγεία των αναγών. Σήμερα, όμως, το μεϊκό παραμύθι είναι σχεδόν χαρακτηρισμένο. Επιβιώνει, ναι, αλλά βρένει έναν αερό να ευθύνει. Όπως δίνονται και τύνονται να εξεχαστούν και όλα τα αναπανοδοσιακά αθλούσματα, τα λοιμίες, τα γνήγοματα, οι γλωσσουδέρνες. Και όλα εκείνα που αποτελούσαν έναν άλλο διαθωμετικό, σοφό τρόπο αγωγής πέρα της κολλικής παιδιάς. Οι συνδίκες του σύγχρονου πολιτισμού δεν πνευμαίνουν αυτόν τον τρόπο αγωγής και αυτή την τριβερία και κοινωνία μεταξύ μάνας και παιδιού, μεταξύ φίλων και σημαντικών. Η ταχύτητα της ρυθμής της ζωής μας, τα πολυεπίπεδα ενδιαφέροντά μας, ο εκτροβισμός στον τηλεοπτικό και γενικά στον τεχνολογικό λατιμήτρο, δεν αφήνουν περιθώρια στους μεγάλους για να ψάξουν να βρουν τη σοφία της νερικής παράδοσης και να τη μεταγήσουν στους νικρούς. Δεν αφήνουν περιθώρια και το λαϊκό παραμύθι. Η οικογένειο γνωστή, που είχε ληφάνει το τηλεοπτικικό και τη μαγεία του λαϊκού παραμυθιού, κόβηκε, έπαψε πια να ξεφυγείται αφού όλοι εκείνοι που πετύθαν δημιουργεί αφηγητάδες απ' το ατήριο διασκοπίστηκαν. Κι όχι. Τα λαϊκά παραμύθια έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, όχι μόνο για τους μοθούς αλλά και για τους μεγάλους, ηθικό, ψυχολογικό, μεγιτιστικό αλλά και γνωσσικό. Μέσα τους θα δούμε να ξεφυγείται αμπίαστα, δίπως λόγου, κρισία, η πανέμορφη γλώσσα, η νεοελληνική πανέμορφη γλώσσα. Θα έρθουμε πιο κοντά στη γλώσσα του Ματριμπιάνη και του Κοπαδιαμάνη. Το πνεύμα και η τεχνοτροφία τους θα μας φέρουν πιο κοντά στον όνειρο, στην πιο αρχαία ελληνική παράδοση. Και εδώ είναι το να σκεφτώ. Στη συγγενιωκή σκέση που υπάρχει ανάμεσα στον λαϊκό παραμύθιο και στον αρχαίο λαϊκό. Σύμφωνα λοιπόν με όλους τους ενεργητές της λαϊκής παράδοσης, τα λαϊκά παραμύθια όλων των λαών είναι βαθύτατα εμβυλιασμένα από τους αρχαίους τους μύθους. Τα στοιχεία από τις διηγήσεις τους είναι πολύ κοντά, συγγενεύουν στενά με τα στοιχεία του αρχαίου μύθους. Εξάρου και λεκτικά μύθους και παραμύθι είναι πάρα πολύ κοντά, αφού το παραμύθι είναι παράφυλλα κοντά στον μύθος. Οι μύθοι τώρα έρχονται να αντιχίσουν δοξασίες και πρακτικές πανάρχαιων ακόμα και πρωτόγονων κοινωνιών και φυσικά πέταχνουν πάντα μέσα από σύμφωνα συγγονισμούς και ειρηγορίες. Λείψανε αυτού των πρακτικών και δοξαστών, σώζονται μέσα στα παραμύθια, περνώντας οι αρχαίοι μύθοι μέσα το μεσαίωμα. Μέσα από τις κοινοσενικές διεργήσεις που ηδηγήσεις αυτές οι νεαρκολογίων με πρότυπτον αρχαίο μύθο. Περνώντας και αρθίζοντας την εποχή της αναγέννησης, ήρθασκαν και διετύχθηκαν και στις νεότερες λαϊκές διεργήσεις, όπως είναι τα παραμυθιακά κήμερα. Έτσι, θρηματολογική συνάφυρα, κι όχι μόνο της αγίας συμμετικής παράδοσης με τη νεότερη, θεωρείται από όλους τους ελεγχυτές δεδομένους. Όπως στο μύθο, ιδέες και καταστάσεις ουτοπικές και εξωπραγματικές παρουσιάζονται σαν ισχύουσες αλήθειες, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στα παραμύθια. Επισόδια με γεγονότα και φυσικά, υπεράνθρωπα εξωπραγματικά, που για μας σήμερα δεν θεωρούν φανταστικά, αλλά εντελώς απίθανα, στο μύθο και στο παραμύθι, εμφανίζονται σαν απολύτως ενοιχνά και φυσικά. Αρχαίρυπα σύμβολα, έννοιες απόκουφες, συμβολικές, όπως και αριθμοί με συμβολικό περιεγόνιο του 3, του 7, του 40, εμφανίζονται και λειτουργούν και στα δύο ήδη της παράδοσης, και της μυθικής και της μπελκής, τα πίθανα θηρία, οι δράγκες, οι στρίγγες, τα τέρακα και όλες οι κίνες και αναφορές για τα στέρια, τη γη, τα πηγάρια, πολλές πάρκες. Κάτω στα στρίσματα της γης, για τον ήλιο, το φρικάει το πάνω το κοικάτο κόσμο, που συναντάμε στα παραμύθια, προέρχονται αποθρησκευτικές δοξασίες πανάρκαιων λόγων. Στον λόγο του παραμυθού, πουλιά, ζώα, δέντρα, ατουκίνητα, έχουν στενή ιδιότητα με τους ανθρώπους, συνηπάτουν ραμμονικά μαζί τους, μιλούν με ανθρώπους δουλειά, και αν δεν μιλούν, κατανοούν τη γλώσσα των ανθρώπων και το μέρος της ζωής τους. Και αυτό δεν μπορεί, παρά να σε οδηγήσει, να σε παρακαίνει σε εποχή πολύ μακρινή, σε κοινωνία νημιστική, τότε η πίστη των ανθρώπων ήταν, πως όλο το σύμπαν ανέβαινε μ' εννιά πρωί, πως τίποτα μέσα στο σύμπαν δεν λειτουργούσαν πρασματικά από μόνο. Ζώα, πουλιά, δέντρα, δικά πράγματα οι άνθρωποι λειτουργούσαν σαν μια ονότητα, σαν μια συνείδηση, αφού εκείνες οι πανάρχιες κοινωνίες θεωρούσαν πως το κάθε τι μέσα στο σύμπαν είχε ψυχή, ακόμα και υπέτρες. Στο παραμύθι της περιοχής μας, ο Αλάνης ο Καπλάνης και το Κατουζαγαράκι, υπάρχει ένας πράγος, μια πέτρα, που μιλάει με ανθρώπινη δαλειά και προφητέ. Πρυβόταν, λέει μέσα της, η ψυχή ενός μάντου. Τούτο το επεισόδιο με τη πέτρα που μιλάει και προφητέ, το πρώτο του παραμυθιού, διαβάζοντας το υγείο μου κοντά στον Κάπλος, πολύ εύκολο το προσπεράσει. Παραμύθινα, να συλληγηστεί όλα τα παράματα που τρέχονται να ακούγονται σε ένα παραμύθι, ας πάμε παρακάτια το άλλο παράδειγμα. Αν όμως θα βρει με πιο ερευνητική διάθεση πάνω σε αυτή την αναφορά, η έρευνα θα τον πάει πίσω στον Ακία Ομύθων. Θα τον πάει στην πέτρα που την έλεγαν Αμπέλα, την πέτρα του Απόνομνου στους Δελφούς. Σε εκείνη την πέτρα που είχε την ανημαντική, προφητική, που πάνω της έκρατσε, λέει η Ρουφίλη, την πρώτη σύμπληλα του μαδίου των Δελφών και προφήτεψε τον πόλεμο της Τρίας. Από εκεί θα οδηγηθεί στη σχέση της τροφής που υπήρχε για τους Αρχαίους ανάμεσα στους ανθρώπους και τις πέτρες, όσο ο άνθρωπος μπορούσε να μεταμορφωθεί σε πέτρα και η πέτρα σε άνθρωπο. Οι μέρους αγωγώνα, κοιτώντας τους ανθρώπους, στα μάτια τους απολύθωνε, τους μετέτρευε σε πέτρες, ενώ αντίθετα οι πέτρες που πέταραν πίσω τους ο Δεδικαλίων ας τα πήρα, να κατρέπονταν σε ανθρώπους μετά από κατακλυσμό για να δημιουργηθεί και πάλι το ανθρώπινο γένος. Το καράβι και οι ναύτες των θεάτων που έβρελαν τον Οδυσσέα στον Ιθάκη με το γυρισμό τους, πέτρωσαν μπροστά στο ίσουρο του λιμάνιου της Κέντριας. Ακόμα μέχρι σήμερα δείχνουν οι κερκυραίοι ένα βράδυ που μοιάζει με καράβι μέσα στο ίσουρο του λιμάνιου. Ο Μύτρα, ο θεός του φωτός και της δικαιοσύνης στην ίνδοπερσική μυθολογία πριν τη γέννηση του, μέχρι τη γέννηση του ήταν κλεισμένο σε διαπέτρα. Στην Πέτρα, λοιπόν, για τους Αγίαμους κρυφόταν στερεοποιημένος ο πρώτος αρμονικός ρυθμός της δημιουργίας και αυτό γιατί υπέρινα με τη σκληρότητα και τη διάρκεια της εντυπωσίασε τον άνθρωπο από καταγωνιές κόσμου. Ήταν σ' αυτήν η άνθρωπη το αντίθετο της βιολογικής υπάσεις, αυτό που υπόκειται στους νόμους της αλλαγής, των ιδιαίδακιών, του θανάτων, αλλά ήταν και το αντίθετο της κόνης και της άμμου που είναι ο αφές διάλυσης. Ήταν στα λεπτοθέστια τον αέρα να μεταμορφώνεται σε φωτιά, αυτή σε νερό και το νερό τελικά σε μορφία μετάτρεπτο, σε πέτρα. Και έτσι η πέτρα έγινε το σύμπωνο της στερεοποίησης του δημιουργικού ρυθμού, το σμήλαιο της βασικής κίνησης. Η μυθική αυτή σημασία και την πέτρα απέχει μόνη σε ένα γλυμνά από τη θρησκευτική σημασία. Αφού οι άνθρωποι σε κάποια μακρινή ιστορική στιγμή εξήγησαν την καταγωγή της ζωής από την πέτρα. Πίστευαν πως η ζωή δημιουργήθηκε από τις πέτρες που έπεσαν από τον ουρανό, γι' αυτό λάτρεψαν αυτές τις μορφιολογίες. Ακόμα στην Κάδα λαθέβεται η πέτρα αυτής ακριβώς γι' αυτό το λίγο λόγο. Όπως λοιπόν στο Μίγκο, κάθε φορά που διαταράστηκε αυτός ο εμπονικός λιγμός της δημοδικίας, όπως διαταράστηκε στον προϊκό πόλεμο που αφάνισε όλο τον γένος των ιερών και των επιθέων, όπως διαταράστηκε στον κατακλείσμό που αφάνισε όλο τον γένος των ανθρώπων. Όπως την Κορμπώνα μένουσα, που αφανείς βοήθος των ανθρώπων. Έχουν λαθεί και την επιστροφή που έκρασαν από ανθρώπους πέτρες, το ίδιο ακριβώς υπαίχτηκε σ' αυτόν τον Παραμύγκο. Έτσι ακριβώς και εδώ διαταράστηκε η αγωνία της δημιουργίας από μια στήλα που κατασπαράζει τον λαό ενός βασιλείου. Ο βράχος βέτρα δεν εντανοφώνται βέβαια εδώ σε άνθρωπο, αποκτά όμως ανθρώπινο παρακτηριστικό, μιλάει, προφητεύει και συμβουλεύει τον βασιλιά μας πως να διατηρήσει την αγωνική κορία στον βασίλειο. Και προφητεύει στον βασιλιά είναι ότι ο βασιλιάς, ο γηραιός κερίος μονάχης και όλοι οι γηραιοί μονάχης όλων των παραστηθειών και των λαϊκών παραδόσσεων είναι αυτοί που συμβουλίζουν τη μήμη του κόσμου. Σε τελική ανάληστη την πέτρα προφητεύει, συμβουλεύει γιατί δεν πρέπει να καθεί η μήμη του κόσμου. Και είναι να φορείς, είναι να θαυμάζεις με τι ευδηματικότητα αυτός ο σοφός λαϊκός δημορφός του ίδιου παραδοσθού, του Αλάγης Καμπλάγης και του Αποσογαραέξη, μεταβαίνει την αρχαία λάμνια στη ζύμπρο και στη τρίπλα. Μυθικό πρόσωπο η Λάμνου, βασίλισσα, παιδιά μου, ξαφουστήκε την ομοδιά της, αλλά και τα άγρια έξυπτα της, γι' αυτό πριν πως μεταμορφώθηκε σε θηρίο και Λάμος ο βασιλιάς του αδελφού του Πάτου με στριβώνει, στο όνομα Λάμος. Πριγύρισε η στρίπια του παρελθόν, πετάμωθη, άγρια, αδυθάκα και λούκη, όσο και η Λάμνια, όσο και ο Λάμος. Σε πολλά παραμύθια συναντάμε τις νεράιδες. Οι νεράιδες έχουν άμνηση θημακολογική συνάδεια με τις νύμνες. Οι νύμνες της αρχαίας παράδοσης θεωρούνται πρόγονοι των νεονομικών νεράιδων, κατά κύριο λόγο των Ναΐδων. Οι νεράιδες ήταν θεότητες που οδηφροσώπηκαν τα νερά, τα νερά των ποταμών, των νυμνών, των χυμάρων, των θευγούμενων νερά. Οι νύμνες παρουσιάστηκαν στους νύρτους σαν όμορφες κουπέρες με δυνάμιση των φυσικές καλές ευκαγγέσεων. Και οι νεράιδες εμφανίζονται παρουσιάστηκαν ψηλές, όμορφες, καλογημένες, είναι πέπλοι μαθήλες στο κεφάλι, να λαδοκογούν και να γελούν με ένα γέλι, όπως λέει ο λαός, σαν αυτό δεν έχεις παντακούστα. Τις συναντάμε με το όνομα κυρές. Και είναι τόσο συχνή η εμφάνιση της νεράιδας στα παραμύθια, όσο συχνή είναι και η εμφάνιση της νύμφης στον αρχαίο μύθο. Και μάλιστα, στους πιο σπουδαίους αρχαίους μύθους, πάντα προβληνιστεί και μία εμφάνιση. Όπως η πέτυχα, η μάνα του Αιγουγέλη, η Έργηνα, που έδωσε το όνομά της και στο δικό μας κομματάκο. Ένα ακόμα στοιχείο που συναντάμε στους μύθους είναι το μάγελο. Το μάγελο όπως το συναντάμε θα τα πω και στα παραμύθια. Η μαγεία είναι πίστη, είναι θρησκεία των πρωτόβουλων γεών, των βαράνθιων γεών, κοινωνιών και οχιμών. Τη συναντάμε εις τις εξελειμμένες εμμονίες. Έχει την βάση της στην πίστη του ανθρώπου σε αγαθά και κακά πνεύματα. Στην πίστη πως αυτά τα πνεύματα μπορεί να επικαταστεί κάποιος μάγος ή μάγισσα και ανάλογα να επιφέρει το καλό ή το κακό, συνήθως το κακό. Στην λαϊκή παράδοση το μάγεμα εμφανίζεται πάντα σαν πράξη τιμωρίες ενός ανθρώπου. Τιμωρώ κάποιον ή κάποια είτε αποσύλια είτε γιατί ακούω άλλες επιδιώξεις, πάντα όμως εμφανίζεται σαν πράξη καρδιές. Από καγία με τη μαγεία επιδιώκεται η μείωση του ανθρώπου σε ένα κακότερο εγκλήδο, σε ένα κακότερο στάδιο της θυμίας του, της ευτυχίας του, της πνευματικής του ελευθερίας και σπουλησίσου της σκοτογλίας του. Και πάνω σε αυτή τη βάση, τόσο στους αρχαίους μύθους, όσο και στα παραλίθια, το μάγεμα αυτουθεί την πορεία μιας καρδιούσας μεταμόρφωσης. Μάγισσα αυτούθυμη μεταμόρφωση του συτρόφου στον Βυσέα από ανθρώπους σε ζώα. Στον παραλίθιν ήλο η ρόιδο και η κερασιά, η μάνα μεταμοφώνεται από τη μάγισσα κακή χώρα σε Ελλάδα. Η πράξη αυτή όμως είναι στα ίδια. Ο φυσικός και η εθνικός νόμους παραθιάζονται. Δικαιώνοντας ο παππος τη δική του λογική, ανατρέπει την αντικοινωνική τάξη. Στον ατύποδα όμως της κακίας υπάρχει η αρετή. Στον ατύποδα της δύναμης του σκοτοδιού υπάρχει η δύναμη του φωτός. Στον ατύποδα του κακού μαύρου ή της κακής μάγισσας υπάρχει ο ήρωας και η ηρωίδα. Υπάρχουν οι ήρωες του μύθου και του παραμυθού, που αγωνίζονται για να εμπανούν τη μυθική και τη φυσική τάξη των τραγμάτων. Μου θα κάνουν αυτό που δεν μπορούν να κάνουν οι άλλοι. Και για να τονιστεί αυτή ακριβώς η τόρμη του ήρωα, σχεδόν πάντα στα παραμυθιά έχουμε τη δρυκή επανάληψη. Ο πρώτος γιος τα αρνητοί δεν θα τα καταφέρουν και ο δεύτερος γιος τα αρνητοί δεν θα τα καταφέρουν. Και ο τρίτος είναι αυτός, ο οποίος θα αναλάβει να διευτερός και να φέρει και να αναπλέγει την ώρα στον άνθρωπο. Άχρο είναι αυτός ο οποίος μέσα στις δικές του πράξεις, πράξεις προσωπικής θυσίας και αυταπάρμησης, θα έρθει και θα δώσει τις δικές του δικές διαστάσεις και θα οδηγήσει στη σωτηρία και την κίνδυνοση. Για να φτάσει όμως ο ήρωας να οδηγήσει στην κίνδυνοση πρέπει πρώτα να οδηγηθεί ο ίδιος. Πρέπει πρώτα να απαλέψει και να εγγυγίσει τον ίδιο τον εαυτό. Ο πρώτος, ο αρχαίος προσάθμος του ήρωα, του Οδυσσέα, του Θησέα, του Λιάσουνα, είναι να εγγυγίσει τον εαυτό. Να απαλέψει, να εγγυγίσει τον κακό που έχει μέσα του. Να μάθει μυστικά και μυστικά, μυστικά πάνω του κάτω κόσμου, να γίνει ενάδυνος και σοφός. Γι' αυτό και στα ικανοδικά παραλήθεια, οι ήρωες έχουν μάτια θηδιού. Στηριγμένο πάνω στη συμβολισμός, στηριγμένος πάνω στη δυτή έννοια της συμβασίας του θηδιού, που ζώντας και κάτω του θηδιού και πάνω του θηδιού και με τις μυστικές ιδιότητές του, όπως να αναγενιέται κάθε φορά, αλλάζοντας νέρμα, θεωρείται πως γνωρίζει μυστικά πάνω και κάτω κόσμου. Πως σκατέχει το θήδι της γνώσης, της ζωής και του ταινάτου. Αλλά και σε ένα θαυμάσιο ελληνικό παραμύθι συνακάνε το θήδι σαν θεοδόμα. Στη γυναίκα που δεν είχε παιδί και παρακαλώνται στον Θεό, εκείνος τη δίνει για παιδί ένα μικρό φιδάκι. Ένα μαγεμένο φιδάκι που είναι σοχό. Γι' αυτό και ακριβώς τώρα το λόγο, το λόγο της απόκτησης γνώσης, αλλά και της προσωπικής γνώσης, όλη η σχετική αρχαία νύχτα και όλα τα λαϊκά πραγματικά, φέρνουν τον Υιεροαγή την Ηρολίδα, πριν φτάσει στο στόχο του, στο τελικό στόχο του, στην ηθάγη του, να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι. Ένα μακρύ ταξίδι. Δεν γνώμω αφίδια, πες τα παραμύθια, για τον Υιερό. Ή τρία ή επτά ζευγάρια συγκαιρένια παπούτσια. Λένε τα παραμύθια που σε έδωσε ο Υιερός για τα φτάσεις του χωρισμού. Στο παραμύθι που προενέθερα, με το σοχό φιδάκι λέγοντας την βασιλοκούλα, όταν μεγαλώνει και διδατρέπεται, μη μαρτυρήσεις σε κανέναν που συμμεθεί, γιατί άμα τον μαρτυρήσεις, θα χαθώ και για να με ξαναδείς, θα πρέπει να καταλύσεις, να καλάσσεις. Σαράντα σε κάποια συγκαιρένια παπούτσια και σαράντα συγκαιρένια σπορεσκές. Πόσο μεγάλο δυνατόί θα είναι το ταξίδι σου, μέχρι να ξαναδείς την γνώση που είχες, την γνώση που είχες πατροχή, και από εμείς. Αλλά και την αρρετή που είχες και έξω, γιατί προώθησες. Ένα ταξίδι με άπειρες δυσκολίες, με άπειρα δύναμα, με ισχυρές συνδροσεις, εξωτερικές και εσωτερικές. Ένα ταξίδι, λοιπόν, δεν είναι παρά ένα ταξίδι μνήσης και αυτογνωσίας. Ουσπηβού. Διά και άκου, θέλουμε τον ήρωα να δοκιμάζεται με τειρασμούς, να αντιπαλέπει με δυνάμεις σκοτεινές, χαουδικές, για να διαπιστώνεται κάθε φορά αν είναι ατάξιος της νίκης, αν έκτασε δηλαδή να κατέχει την αρρετή. Δύο θαυμάσιες και οίδες κλασικών παρανευειών, η Σταθοπούτεκη και η Φιονάτι, για να δουν την ευτυχία, θα δοκιμαστούν με μεγάλο και μακρύ, χειρίως ψυχικό πόνο. Θα στεφθούν τη μάνα, την υπογένεια, την αγάπη, τα πλούτη, θα τα πληρωθούν. Αν και βασιλοπούλες, η μία θα φάσει να φροντίζει και να εγκληρηθεί όντα κατότελα τους νάνους, η άλλη θα εγκληρυθεί την κακιά μετριά με τους πόνες τους, θα παίρνει οικομονία, θα κοιμάται νεστικά δίπλα στις Στάρκες. Βογγιμάζονται δικατοί, όπως και στη κερασιά, σε ένα άλλο από τα νεαϊκά παραμύθια της δηλωδίας, σε βάση κατ' την Ελληνία, η ουσία της αρρετής τους. Αυτά ως προς τις ιωρίδες. Ο ήρωας πάνε του κοραδιωτικού, δεν ετοιμάζεται μόνο ως προς τα όρια της αρρετής, αλλά συνεκτοποιεί και τα όρια της γνώσης και της δύναμης του. Γιατί η δράση του ήρωα, που βασίζεται στη γνώση και στη δύναμη, δεν είναι χωρις όρια. Η δράση έχει όρια. Τα όρια υπάρχουν. Είναι ο θεϊκός νόμος. Και ο ήρωας δεν πρέπει να πάρει αυτήν. Τα όρια δεν πρέπει να φτάνουν πολύ περισσότερο να υπερβαίνουν το δύο. Γι' αυτό όταν ο ήρωας έγινε αντιβαλέψει με δυνάμεις υπερβασιγές, υπερφυσικές, υπερβατικές, μαγικές, τότε θεία ουπήσει. Με θεία δύναμη θα καταφέρει να γίνει ουπητής. Θεός, ο Ερμής έδωσε το χωτάνι στον Οθησέα, για να μην προκιάσουν τα μάγια της κήρκης. Στην παράδοση του Παϊοδιού, Άγιος με θεία δύναμη έφυγε το Ελιόργιες, να σκοτώ στον βράχο, για να τρέξει το νερό και να λευθυρωθεί η Πασινοβούλα. Στα παρανήθεια τώρα, αυτή η ηθική παρέμβαση έρχεται και γίνεται με την εμφάνιση της τύχης. Της αγαθής τύχης που ήταν θεοποίηση αρκέι. Όταν ο ήρωας του παρανηθείου βρίσκεται, ή όταν βρίσκεται μπροστά στο υπερφυσικό και το μυστηριώδες, και αδυνατεί από μόνος του με τις δικές του δυνάμεις να το ξεπεράσει, τότε εμφανίζεται στον δρόμο το ητύχημο, με διάφορες μορφές. Όταν σαν πουνικάκη, όταν σαν πουνγί, όταν σαν μεγούλα. Εμφανίζονται στουθενά, απόφατα. Εμφένει στα διέξοδα και δίνει λύση. Κατευθύνει και δείχνει το δρόμο το σωστό. Γιατί πέρα από τα διέξοδα, στα παρανήθεια, όπως και στη ζωή πολλές φορές, η τάξη των γραμμάτων εναντρέχεται. Ο ήρωος του παραμυθείου, αλλά και ο απλός άνθρωπος, δεν μπορεί να βασιστεί πάνω στη μομοτέρνια της ζωής, για να ρυθμίζει σύμφωνα με αυτήν τη δράση του. Η ίδια η ζωή είναι γεμάτη από τα τάξεις. Η ίδια η ζωή έχει αξία και βαροδυνισμό. Αυτός είναι και ο λόγος, που τα πιο λογικά σχέδια, που κάνει στη ζωή ο άνθρωπος, τα βλέπουμε πολλές φορές, αποτελώς τελειά καταστατικά, να βρεθούνται. Και εδώ είναι που παίρνει μηντήλημα. Τι πρέπει να κάνει ο άνθρωπος? Να αντιμετωπίζει τη ζωή με αγγεσιοόδοξη θεώρηση, έχοντας ότι ο αντισοκλημένος είναι από τη θεία, ή με ντράση πίσω η αγγεσία. Και δεν θα πω, βέβαια, τι θα πρέπει να κάνει ο καθένας μας, αλλά θα πω τι κάνει ο ήρωας του μύθου και του παραμυθού. Αυτός ο ήρωας, λοιπόν, παρόλο που βιώνει μεταξύ των πλαρμάτων σε κάθε δύνατη σπουδιάς του. Τη σπουδία του μεγάλο ταξιδιού του, παρόλα αυτά, δεν αφήνεται να ζει τυχαία. Σκεπιάς, προγραμματής, προσπαθεί, χάνεται σε δρόμους άγρους, σπουδημούς. Φορές χάνεται προς ανατολισμό, την αυτοπεποίθεση, αλλά ποτέ, μα ποτέ δεν εγκαταλείπτουν αγγόνα. Και ποτέ, μα ποτέ ήρωας παραμυθού, δεν λοξοδρόπησε από τον τρόπο της αρετής. Ενάλημος ο μαγόνας του, κέρδεται πάλι ο βοηδός, το ντόνιμά του, για να έχει την τύχη. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο, έχετε ένα από τα μυστικά της επιτυχίας του παραμυθού. Στην πεποίθηση του παιδιού, αλλά και του μεγάλου που διώθει παιδί, ότι πίσω από τα προσδότητα άσχημα πράγματα, είναι κάτι καλό κλειμμένο. Ότι οι επιθυμίες του ήρωα, δεν θα μάθουν, δεν θα πεθάνουν. Δεν θα πεθάνουν, αλλά με κάθε τρόπο θα πεθάνουν. Και δεν είναι μόνο η τύχη, είναι το ύπνος, που έρχεται συνεργώς στο τόναμα του ήρωα. Αυτός ο λειτουργικός γιος της νύχτας, όταν έρχεται η κυρία στο συμβουλικό, παράλληλα θα ξυπνήσει στο ασυμβουλικό. Και θα φέρει όνειρο στον ήρωα με λόγιμο προφητικό. Θα φέρει εικόνες ομιλικές, μηνύματα των θεών και τους αρχαίους, μηνύματα που συγκινησιακά θα τον καράξουν, θα τον αναστατώσουν, θα αναστατώσουν τον ψυχισμό του. Θα πεταχτεί κάθιδρος για να συναισθανθεί, πως το όνειρο στον ύπνο του ήταν πιο πραγματικό από την πραγματικότητα του ξύπνου του. Κάθιδρο πετάχτηκε από το όνειρο και τον βασιλό του στον παραμύθινο ήρωα και η κερασιά, και κατανοώντας στη συνέχεια τις συμβολικές υποδείξεις από το όνειρο, πραγμάτωσε την βράση του και βρήκε την αγαπημένη του κερασιά. Οι επιθυμίες του ήρωα είναι δίκαιες, είναι εξαγνιστικές, και θα πρέπει να εκπληρωθούν ακόμα και με τον πιο υπερβατικό τρόπο. Και για να επιτεθεί αυτή η πέρβαση, δικαιολογημένα πλέπτυμες στον παραμύθι, την λογική να υποτάσσει και στη φαντασία. Βλέπετε όπως και στον ήθο να ακυρώνεται ακόμα και αυτή η συνηθισμένη χρησιμότητα των καρμάτων. Να ανάζει δηλαδή ο σκοπός και ο πορισμός των αδικημένων. Το σκουφί για παράδειγμα, για να δόθηκε, η κοινία που θα ήμασταν, δόθηκε στον Βερσέα αυτό το πλούτονα, για να το κάνει με το Βερσέα αόρατο, προκειμένου να δικαιώσει το σκοπό του ταξιδιού του, να σκοτώσει την έδωσα. Έτσι το σκουφί βγήκε από τη συνηθισμένη χρησιμότητα σαν ένα προκάλυμα της κεφαλής. Και απόφτισε τώρα με το θάνατο της μέτουσα, στο θάνατο του κακού, την ιδιότητα του προγραφορισμένου, του νηραίου. Στον παραμύθιο αμούσταγος υπρασπιστής και τον πριτυπόκουλο, θα βγάλει το δαχτυκίδι από το δάχτυλό του και θα το μετάξει λεθυμόστικο για το πλούτοιθοδόρα. Εκείνο θα βρει το πλούτοιθοδόρα σε μια γρίζα και θα το σπάσει. Έτσι το δαχτυκίδι αποκτάει και αυτή την ιδιότητα του νηραίου, αφού το σπασμένο δόθη θα γίνει αργότερα στοιχείο απόδειξης, για να ξαναβεί το πλούτοιθοδόρα και να το βρεθεί. Στα παραμύθια, λοιπόν, επικρατεί μια μυθική αρμονία των ανθρώπων, όχι μόνο με όλα τα έξικα, αλλά και με όλα τα άξιμα της φύσης. Γυριαρχεί η πίστη ότι πίσω από όλα τα πράγματα της φύσης υπάρχουν ψυχιές, υπάρχουν πνεύματα, υπάρχουν αόρατα συμμεστικές δυνάμεις. Και με αυτή την πίστη το παραμύθι μπορεί να εξελίσσεται αλεύθερα και αδιέστα, δίχως δεν θα έχετε κρίσεις, ούτε για το αλόγωτο, ούτε για το μυστήριατό και το εξωκόσμο. Χωρίς κριτικούς πραγμούς έρχεται και εξελειδώνεται μέσα από την παραμυθένια δημιουργία μια πραγματικότητα πέρα από τα όρια της πραγματικότητας. Μια πραγματικότητα που συνδέει υπλογικά τον άνθρωπο και δίτη μενική συνείδηση με την κοσμική συνείδηση. Με τη συνείδηση του ζήματος κόσμου. Είπα πιο πάνω πως τα παιδιά γέρονται το παραμυθί γιατί έχουν την πιεμίθιση πως ποιο σωστά στιγμα πράγματα είναι κάτι καθόλου μέρος. Το γέρονται ακόμα και για άλλους διόφασιμους λόγους. Ο ένας ελπίζει γιατί τα παιδιά βρίσκονται έξω από τη συνείδηση του χρόνου, έξω από το τεμάχισμα του χρόνου. Σε χρόνια, σε μήνες, σε μέρες, σε ώρες. Ο χρόνος για τα παιδιά είναι αδιέρατος, είναι άπητος, αιώνιος, δίπλος εκτός και τέλος. Ο χρόνος για τους μεγάλους είναι τεμαγισμένος, σχετικός. Ο χρόνος μεγαλώνει, διαστέρεται μπροστά στον κακό και την ασχήμια, μικρένει, συστέρεται, δεν το καταλαβαίνεις πως περνάει μπροστά στο καλό για την ομορφιά. Το παιδί, ακούγοντας τον παραμύχη, χαμένει μέσα στην ομορφιά του μηχανικού του κόσμου, δεν ζει απλά σε χρόνο μικρό, αλλά σε χρόνο ακίνητο, μαρμαρωμένο. Ο άλλος λόγος που χαίρεται το παιδί τον παραμύχη είναι που δεν έχει τη δυνατότητα της εκπληκτικής. Άγγραφο χαρτί του συμβιβιζιακό του εκπληκτικού, μπορεί και έρχεται σε άμεση επαφή με ό,τι πιο όμορφο, πιο εντυπωσιακό, πιο θεϊκό, με το θαύμα του παραμυθινού. Δεν έχει μορφευτεί ακόμα η συμβίδιση του, δεν έχει χαθεί ακόμα η σοφία του από τη γνώση και από την άχρηση της πιο πολλές φορές πυροβόρεσης. Τόσο μεγάλος πυρπής ο έγιον με πόλο είχε ανανοηθεί. Πού πήγε η σοφία που χάσαμε στις γνώσεις, πού είναι οι γνώσεις που χάσαμε στις χειροφορίες. Αν λοιπόν οι μεγάλοι δεν αγαπούν και μπορούν να αγαπήσουν τον παραμύχη, είναι γιατί δεν πιστεύουν στον θάρμα, είναι γιατί κυθούν τους νύχτες του λογιού, είναι γιατί εξεργάζονται τα πράγματα μόνο μοθοδοτικά, είναι με δυο λόγια, είτε γιατί έχει πεθάνει, είτε γιατί κοιμάται μέσα τους βαθιά το βιβλίο. Το βιβλίο που είμαστε να κάνουμε και που έπρεπε να είχασταν. Είναι γιατί κυρίαρχησε μέσα μας το ατουλικό, το υποκυβερνικό εγώ και πέθανε το μυθικό εγώ. Εκείνο που μπορούσε να αφυγλαστεί τη γλώσσα της μυθικής τριζής εποχής. Ίσως αν κάποτε καταφέρνουμε και εμείς να ξυπνήσουμε έστω ή λίγο αυτό το κοιμισμένο μέσα μας σοφό, αφόβλητο, τότε ίσως μπορέσουμε και εμείς να αφυγλαστούμε τη γλώσσα του καμένου παραδείσου, αυτή του δένου που παράει γλώσσα του μύθου και του παραμυθού. Σας ευχαριστώ πολύ.