Το ταξίδι του Οδυσσέα | Maria Papathanasopoulou | TEDxChania /

: Ρεύμα το τέλος Ρεύμα το τέλος Ρεύμα το τέλος Μετά το κλωδικό πλήκτρα Μετά το κλωδικό πλήκτρα Ρεύμα το τέλος Ρεύμα το τέλος Ρεύμα το τέλος Ρεύμα το τέλος Μετά το κλωδικό πλήκτρα Ρεύμα το τέλος Ρεύμα το τέλος Μέσα στη νύχτα ακούστηκε το κλάμα ενός μωρού. Μέσα στη νύχτα ακούστηκε το κλάμα ενός μωρού....

Full description

Bibliographic Details
Language:el
Institution:TEDx Chania
Format:Video
Genre:Μαρτυρίες/Συνεντεύξεις
Collection: /
Published: TEDxChania 2017
Subjects:
Online Access:https://www.youtube.com/watch?v=e7P4W4qxO5E&list=PLSuMvwOBeqn1kHELoaxpf1OIl3MESmwAY
Απομαγνητοφώνηση
: Ρεύμα το τέλος Ρεύμα το τέλος Ρεύμα το τέλος Μετά το κλωδικό πλήκτρα Μετά το κλωδικό πλήκτρα Ρεύμα το τέλος Ρεύμα το τέλος Ρεύμα το τέλος Ρεύμα το τέλος Μετά το κλωδικό πλήκτρα Ρεύμα το τέλος Ρεύμα το τέλος Μέσα στη νύχτα ακούστηκε το κλάμα ενός μωρού. Μέσα στη νύχτα ακούστηκε το κλάμα ενός μωρού. Πούστηκε το κλάμα ενός μωρού και ο ήλιος ανησύχησε και φάνηκε νωρίς, το είδε που ήταν μόνο του και ανέβηκε γρήγορα ψηλά στον ουρανό. Γαργάλισε με τις αχτίδες του τα ζώα και μπήκε απ' τα παράθυρα των σπιτιών για να ξυπνήσουν όλοι. Άποσαν το κλάμα και πήγαν κοντά του. Μη το φερε άραγε άνθρωπος που λύει το αγέρι. Έξω από μια πόρτα βρέθηκε κι αλήθεια ποιος να ξέρει. Και η πόρτα άνοιξε και κάποιος πήρε προσεχτικά και απαλά το μωράκι μέσα. Κι εκεί ήταν κι άλλα παιδάκια. Κάποια λιγάκι έκλαιγαν γιατί ταπονούσε η κηλίτσα τους, αλλά γελούσαν και έτρεχαν πίσω από μια πεταλούδα που μόλις είχε ξυπνήσει κι αυτή. Ο ήλιος έψαξε να βρει το μωράκι που τώρα ήταν ήσυχο. Είδε τα όμορφα μεγάλα μάτια του να κοιτούν περίεργα γύρω του. Δεν ανησυχούσε πια. Το μωράκι ήταν καλά κι ο ήλιος ευχαριστημένος πήρε δυο μεγάλα σύννεφα, κουκουλώθηκε με αυτά και πήρε έναν υπνάκο. Ο καιρός περνούσε και το μωράκι πότε έκλαιγε ψάχνοντας μια αγκαλιά και πότε γελούσε με την πεταλούδα που καθόταν πάνω στα δάχτυλά του. Ήταν όμως πολύ στανοχωρημένο γιατί αυτό που ήθελε ήταν να έχει μια μαμά και ένα μπαμπά. Και όταν κοιμόταν ο ήλιος που το είχε αγαπήσει έπιανε και του ζωγράφιζε με το φως τα όνειρά του και του ζωγράφιζε ένα μεγάλο αεροκλάνο που μέσα του ταξίδευε μια μαμά και ένας μπαμπάς που ήταν μόνοι τους και αυτοί και άλλο δεν ήθελαν από το να αποκτήσουν ένα μικρό μωράκι. Και μια μέρα καλοκαιρινή η πόρτα άνοιξε και πάλι και το μωράκι είδε μπροστά του μια μαμά και ένα μπαμπά που ήξερε ότι ήταν οι δικοί του γιατί ο ήλιος τους είχε ζωγραφίσει στα όνειρά του. Και όταν το πήραν στην αγκαλιά τους το μωράκι σταμάτησε να κλαί και πολλές πολύχρωμες πεταλούδες εμφανίστηκαν από το παράθυρο και χόρευαν παρέα με τις αχτίδες του ήλου. Λίγο πριν αποκοιμηθεί στην αγκαλιά τους κοίταξε ευτυχισμένο προς τον ήλιο και του είπε «θα κοιμηθώ τώρα, δεν είμαι πια μόνος». Την άλλη μέρα οι τρεις τους, η οικογένεια τώρα, μπήκαν στο μεγάλο αεροπλάνο και πέταξαν ψηλά στα σύννεφα για να ξεκινήσουν την πιο ωραία περιπέτεια της ζωής τους. Ό,τι και να γίνει, ό,τι και να συμβεί, από όπου και αν ήρθες και όπου και αν πηγαίνεις, είσαι το παιδί μας, η χαρά μας και ο λόγος για να ζούμε. Ποτέ κανείς και τίποτα αυτό δεν θα ανταλλάξει. Σαν μεγαλώσεις ελπίζουμε να δεις πως η αγάπη μας έκανε το κόσμο πιο ωραίο. Καλησπέρα. Θα ήθελα να ξεκινήσω αυτή την ομιλία με μία φράση του Μόγλι, από το βιβλίο της «Ζούγκλας». «Δεν θα μάθω ποτέ από πού προέρχομαι, θα ξέρω όμως πάντα που ανήκω». Ακριβώς αυτά τα λόγια θα μπορούσαν να υποθών από τον εξάχρονο γιο μου Οδυσσέα, που σας στέλνει τα φυλάκια του και τις αγκαλίτσες του από τη λουκέρνη της Σελβετίας, όπου ζούμε μόνιμα τα τέσσερα τελευταία χρόνια. Την ξένη αυτή χώρα, εγώ την έκανα τόπο μου, γη μου και πατρίδα μου. Τες ξένες γλώσσες, πέρα από αντικείμενο της επιχειρησίας μου, τις έχω κάνει γλώσσες δικές μου, του μυαλού και της καρδιάς, γλώσσες μητρικές μου. Το ξένο παιδί από την ξένη Ήπειρο το έκανα σώμα μου, αίμα μου, ψυχή μου, γιο μου. Έχω υπάρξει και είμαι ξένη με κάθε δυνατό τρόπο και πιστεύω πως είναι ακριβώς αυτό που με έχει κάνει, ομοίως με τον Μόγλικ και τον Οδυσσέα, να έχω την ευτυχία, να ξέρω πού ανήκω. Ο Μάνος και εγώ πήραμε τον δρόμο αυτό στις 18 Ιουνίου του 2011. Οδηγεί μας ο Φέτζουν και ο Άμπελ που ήρθαν να μας πάρουν από το δωμάτιο του ξενοδοχείου μας στην Αντίσα Μπέβα στις 4 στο πρωί. Είχαμε μπροστά μας πέντε ώρες ταξίδι, τόσο χρειαζόμασταν για τα 180 χιλιόμετρα που έπρεπε να διανύσουμε. Ο δρόμος για το χωριό Ζουέ στην επαρχία ορομή για της Αιθιοπίας είναι γεμάτος με κάθε είδους κακοτεχνία, με ζώα, ελέφαντες, βουβάλια, καμιλοπαρδάλεις, κατσίκια και καραβάνια ανθρώπων, αγρότες, εμπόρους, παιδιά που πάνε στο σχολείο, ξυπόλοιτους μαραθωνοδρόμους. Πηγαίναμε να συναντήσουμε τον γιο μας, που ήταν τότε οχτώ μηνών. Ό,τι γνωρίζαμε γι' αυτόν ήταν η καταπροσέγγιση ηλικία του, η θέση του στο χάρτη και το πρόσωπό του από τη μοναδική φωτογραφία που μας είχαν στείλει με email δύο μήνες νωρίτερα με συνοδευτικό κείμενο τέσσερις λέξεις. This is your child. Το email αυτό έφτασε στις 7 Δετάρτου 2011 και ώρα 1.48 μετά μεσημβρίας. Από τα αμέσως επόμενα δευτερόλεπτα και μετά, οι δακρυγόνοι και οι υδροτοποίοι αδένες δύο ανθρώπων τέθηκαν σε υπερλειτουργία. Σημειώθηκε υπερφόρτωση στα δίκτυα κινητής και ακίνητης τηλεφωνίας. Τρεις τουλάχιστον φορές υπόθηκε η φράση «Σήκωσε το τωριμάδι» και δύο εταιρείας δεν έλαβαν ποτέ τις μεταφράσεις που είχαν αναθέσει. Για να φτάσει έως στα εισερχόμενά μου, είχαν περάσει χρόνια αναμονής και γραφειοκρατικής τρέλας. Και κανείς δεν φανταζόταν ότι ο πραγματικός γραφειοκρατικός μασιφιάλτης μόλις άρχιζε. Πρωτότυπα, αντίγραφα, σπραγίδες, υπογραφές, το κλείσιμο μιας πρεσβείας, το άνοιγμα ενός προξενείου, ένα αποτυχημένο δικαστήριο, απελπισμένα τηλέφωνα, δεύτερο δικαστήριο, ένας υπάλλουστος του υπουργείου εξωτερικών που αρνείται να βάλει υπογραφή, ένας κεραυνός που καίει τα καλώδια και η πολυπόθητη βίζα δεν μπορεί να εκτυπωθεί, είναι μόνο μερικές από τις λέξεις κλειδιά αυτής της ιστορίας. Η Σάρα, ο Άμπελ, ο Φέτσουμ, η Ραχέλ, η Τζέρι και ο Ζόλα, από το Φεβρουάριο του 2011, το πρώτο μας ταξίδι, μέχρι τη νύχτα της 19ης Ιουλίου, που μας έβαλαν με λιγμού στο αεροπλάνο της επιστροφής, έκαναν παραπάνω από ότι ήταν ποτέ ανθρωπίνως δυνατό για να φτάσει αυτό το παιδί ως τα χέρια μας χωρίς να μας έχουν τίποτα και με μόνο αντάλλαγμα τις μπίρες που ήπιαμε μαζί στα καφέ της Αντίσα Μπέμπα. Γιατί αιθιοπία, με ρωτάνε, διότι σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβα από το μητέρα, ο χρόνος αναμονής για βρέφους ήταν εννέα χρόνια. Ο χρόνος αυτός μειώνεται όταν το παιδί είναι μεγαλύτερης ηλικίας και μειώνεται ακόμα περισσότερο όταν το παιδί έχει πρόβλημα υγείας. Στην πορεία της αναζήτησής μου για δυνατότητες υιοθεσίας βρέφους από την Ελλάδα, μου πρότειναν μια διαδικασία μέσω δικηγόρου στη Θεσσαλονίκη, η οποία ήταν εντελώς εκτός πλαισίου νομιμότητας και ηθικής. Το κόστος ήταν 40.000 ευρώ και περιελάμβανε ακόμα και τη δυνατότητα επιλογής του χρώματος των ματιών της βιολογικής μητέρας. Ευχαρίστησα ευγενικά την πηγή αυτών των πληροφοριών, λέγοντας ότι δεν θα ήθελα να συμμετέχω σε κάτι τέτοιο. Η Αιθιοπία ήταν η πρώτη απάντηση στο ερώτημα που θέσαμε μεταξύ μας. Ποια πιστεύεις ότι είναι μια χώρα στην οποία λογικά θα υπάρχουν παιδιά με δυνατότητα υιοθεσίας, χωρίς να ξέρουμε τίποτα για τη χώρα, τίποτα για το θέμα, χωρίς να έχουμε καμία εμπειρία, καμία επαφή, παρά μόνο τη στερεότυπη εικόνα που έχουμε για ταπεινασμένα παιδάκια της Αφρικής, που κοιτούν το φωτογραφικό φακό με μεγάλα μάτια. Απλά πήρα τηλέφωνο στην Πρεσβεία της Αθειοπίας στην Αθήνα και έκλεισα το πρώτο από τα πολλά ραντεβού που έμελα να ακολουθήσω. Αντίσα μπεμπά σημαίνει φρέσκο λουλούδι. Και ήταν τρεις το πρωί όταν προσγειωθήκαμε για πρώτη φορά στο αεροδρομιό της. Ό,τι θυμάμαι περισσότερο ήταν ότι έτρεμ από το κρύο. Στο ταξιδιωτικό μας βιογραφικό είχαμε ήδη μήλια πολλά, είχαμε ζήσει τη σημένη μη αναπτυγμένη αναπτυσσόμενη χώρα. Στην Αθειοπία ανακαλύπτω και πάλι με δέος ότι ο άνθρωπος έχει πολύ μεγαλύτερες αντοχές από ότι φανταζόμαστε. Η υγιεινή και η καθαριότητα, το σπίτι, ο ρουχισμός, το φαγητό και τα φάρμακα, ποιος είπε ότι είναι και καλά απαραίτητα. Εγώ νόμιζα που στη ζωή μου δείχνει το σκληρό της πρόσωπο όταν τελειώνει η μαλλακτική των μαλλιών, αλλά αυτοί εκεί ονομάζουν σπιτικό την κατασκευή από τα ξεραμένα κόπρανα της Αγελάδας. Λένε πόλη τα στοιχεωμένα σοκάκια, λένε τουαλέτα το χωράφι, είναι ευγενικοί και έχουν όμορφο χαμόγελο. Αφαιρών κάθε ημέρα χρόνο για την τελετουργία του καφέ που σερβίρουν με πόπκορν. Τα παιδιά παίζουν γεμάτα ζωή με ό,τι βρεθεί στα χέρια τους και το καλύτερο δώρο που μπορείς να τους κάνεις είναι να τα τραβήξεις μια φωτογραφία και να τους τη δείξεις. Χαίρονται να βλέπουν τον εαυτό τους γιατί μόνο μερικοί είναι τυχεροί να έχουν καθρέφτη. Και γιατί η οθεσία είναι το άλλο ερώτημα, το οποίο όμως το κάνουν λίγοι. Γιατί ο κόσμος δεν μιλάει ανοιχτά για τα προβλήματα γονιμότητας, υπάρχει μια ανεξήγητη μυστικότητα γύρω από τις φραγμένες σάλπικες και τα τεμπέλικα σπερματοζωάρια. Εγώ από την πρώτη στιγμή δήλωσα ότι θεά της γονιμότητας δεν είμαι. Μίλησα για τις γυναικολογικές μου εξετάσεις όπως ακριβώς μιλάω για τους βαθμούς της μειοπίας μου. Είπα ότι οι γιατροί μας συνέστησαν τη μέθοδο της εξωσοματικής, την οποία και αποφασίσαμε να εφαρμόσουμε. Μπορώ να αποπλέω με βεβαιότητα ότι εκείνο το διάστημα της προετοιμασίας ήμουν η χειρότερη έκδοση του εαυτού μου. Δεν πρέπει να υπήρχε πιο εκνευριστικός και πιο δυσάρριστος άνθρωπος από εμένα στον πλανήτη. Αρνητική στα πάντα, δεν έβρισκα κανένα νόημα σε αυτή την ταλαιπωρία, δεν αντλούσα καμία αισιοδοξία και το βασικότερο όλον ένιωσα να χάνω την αξιοπρέπειά μου. Ευτυχώς ο κύκλος αυτός έκλεισε σύντομα με παταγώδη φυσικά αποτυχία, αλλά ήταν ακριβώς τότε που ηρέμησα και ήξερα με απόλυτη βεβαιότητα όχι μόνο τι έπρεπε να κάνω αλλά και ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Για μένα και το Μάνο η υιοθεσία δεν ήταν απόφαση. Όταν παίρνεις μια απόφαση βάζεις κάτω τα θετικά και τα αρνητικά και τα ζυγίζεις, το συζητάς, το σκέφτεσαι. Για μας ήταν φυσική επιλογή. Εγώ προσωπικά ένιωσα γαλήνη, αυτοπεποίθηση, γεμάτη ενέργεια και ζωή. Δεν μπορώ να θυμηθώ πόσες φορές μου είπαν αυτό που ζητάτε δεν γίνεται, δεν το έχουμε ξανακάνει, δεν υπάρχει σχετική διαδικασία. Η απάντησή μου ήταν μόνο μία. Φέρτε μου το νόμο που μου το απογορεύει. Όσο δεν υπάρχει κάτι που να μου το απογορεύει εγώ θεωρώ ότι τρόπος υπάρχει. Και πράγματι όχι μόνο ο τρόπος βρέθηκε αλλά και κάθε σχετική διαδικασία που δεν υπήρχε εμείς τη φτιάξαμε. Και εκεί δεν είχαμε καν δικηγόρο. Απλά περιμέναμε στις σουρές από τη μία υπηρεσία στην άλλη. Δεν ήταν καθόλου εύκολο. Η Ελλάδα μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε δεχθεί ποτέ πριν παιδί από κρατικό ορφανοτροφείο της Αιθιοπίας. Περιμέναμε για εβδομάδες με το παιδί στα χέρια και με την τελευταία συσκευασία γάλασης σκόνη που είχαμε μαζί μας να έχει ήδη αρχίσει να βγάζει κατσαριδάκια για το πότε θα συναιδριάσει για την περίπτωσή μας το αρμόδιο κλιμάκι του Υπουργείου Εξωτερικών. Ο Έλληνας Πρέσβης δεν είχε κάνει ιδέα του τι είδους βίζα έπρεπε να μας εκδώσει. Σαν καταφέραμε να μπούμε στο αεροπλάνο της επιστροφής, δεν μπορούσα να σταματήσω να κλαίω. Από ευτυχία και από εξάντληση μαζί. Και αυτό που ζήσαμε σαν φτάσαμε στην Ελλάδα δεν θα μπορούσα ποτέ να το φανταστώ. Την αγάπη με την οποία γίναμε δεκτοί εμείς και το παιδί. Έχουμε ένα μικρό σπιτάκι στο νομό Αχαΐας σαν ένα χωριό 200 κατοίκων. Από την πρώτη ώρα που φτάσαμε εκεί με τον Οδυσσέα, οι γείτονες μας άφηναν στην πόρτα μας πορτοκάλια και ντομάτες, φρέσκα αυγά από τις σκότες τους, μέχρι και ζεστούς λουκουμάδες. Δεν ήξερα ποιος είχε φερειτή γιατί δεν χτυπούσαν το κουδούνι μην τυχόν και ενοχλήσουν το παιδί. Άφηνα τα τάπρ και τα πιάτα έξω έχοντας βάλει σε σκεβασμένα γλυκά του ζαχαροπλαστείου για να τους ευχαριστήσω. Υπήρχαν περιπτώσεις όπου στην πλατεία δεν ήθελαν να παίξουν μαζί του. Στο πανηγύρι εκεί που όλοι πιάνονται να χορέψουν δεν ήθελαν να πιάσουν το χέρι του γιατί ήταν λέει βρώμικος. Μας έχουν τύχει κάτι τέτοια. Δεν δίνουμε όμως σημασία γιατί είναι ένα τίποτα μπροστά στην ευγένεια και την καλοσύνη του κόσμου. Το μόνο το οποίο εξακολουθώ να δυσκολεύομαι να διαχειριστώ στην Ελλάδα είναι η αδιακρισία. Αντιλαμβάνομαι πως η πρόθεση είναι πάντα καλή, το ξένο προκαλεί απορίες, ωστόσο όταν με ρωτάνε άγνωστοι στο δρόμο, μπροστά στο παιδί, αν είναι σκούρος ο μπαμπάς, αυτό με φέρνει σε δύσκολη θέση. Μια ταμία στο σούπερ μάρκετ του παλαιού Φαλήρου είχε ρωτήσει το μάνο αν η μαμά είναι αραπίνα. Είχα με γελάσει, χωρίς ωστόσο να αναστείω. Πρόσφατα ο Οδυσσέας με ρώτησε, μαμά εγώ τι είμαι, Εθίωπας, Έλληνας ή Ελβετός, εσύ τι θέλεις μωρό μου να είσαι, του είπα. Μπορείς να είσαι ό,τι θέλεις, κι αν δεν θέλεις να είσαι κάτι από αυτά, επίσης μπορείς να το κάνεις. Στην Ελβετία δεν νιώσαμε ποτέ ξένοι, διότι αυτή ήταν η επιλογή μας. Απαρνηθήκαμε τις συνήθειές μας, τον μέχρι τότε τρόπο ζωής μας, αλλάξαμε τη νοοτροπία μας, γιατί ήταν απόφασή μας να ανήκουμε εκεί. Δεχθήκαμε τη χώρα και τους ανθρώπους της όπως ακριβώς είναι, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, για το καλό το δικό μας και του παιδιού. Το λάθος που κάνουμε μπροστά σε οτιδήποτε ξένο είναι ότι του αποδίδουμε ένα χαρακτήρα αντικειμενικό. Εάν αντιληφθούμε ότι αυτό το οποίο για εμάς είναι ξένο, είναι οικείο, προσωπικό και κεκτημένο για κάποιους άλλους, τότε θα μπορέσουμε να μειώσουμε την αντίστασή μας στο άγνωστο, διότι περί αυτού πρόκειται. Για την ασυνείδητη προσπάθειά μας να παραμείνουμε όσο το δυνατό, περισσότερο ασφαλής. Και ασφάλεια μας παρέχει η δική μας γνώση, η δική μας εμπειρία, ότι έχουμε δει με τα δικά μας μάτια, ότι έχουμε ακούσει με τα δικά μας αυτιά. Τη στιγμή που θα απελευθερωθούμε από αυτό μας το φόβο, που θα δεχθούμε ανεφόρων το άγνωστο, που θα εντάξουμε τον εαυτό μας σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, που θα δούμε τα προσωπικά μας προβλήματα και τις προσωπικές μας επιθυμίες ως μόνο ένα μικρό πλανήτη στην κοσμολογία των προβλημάτων και των επιθυμιών, η ζωή μας θα γίνει πιο απλή. Οι πηγές χαράς και ευτυχίας θα είναι περισσότερες. Δε θα νιώθουμε μοναξιά ούτε και φόβο. Τον Οδυσσέα δεν τον διαλέξαμε. Είχε αυτός έναν αύξοντα ρυθμό, είχαμε κι εμείς άλλον έναν και κάποιος υπάλληλος σε κάποια υπηρεσία μας τέριαξε. Έφτασε όμως ως εμάς μέσα στην τελειότητά του, γιατί είχαμε αφήσει κάθε πόρο της ύπαρξής μας ανοιχτό. Είχαμε ενώσει το αίμα μας με τη μοίρα και ήμασταν έτοιμοι να δεχτούμε ό,τι είχε να μας δώσει. Και όσο πιο ανοιχτοί είμαστε, όσο πιο δεκτικοί είμαστε τότε νομοτελιακά, το σύμπαν, η μοίρα, η ζωή, θα μας δώσουν πολύ περισσότερα από όσα ποτέ ονειρευτήκαμε. Η φωτογραφία αυτή, που είναι για μένα το υπερηχογράφημα που δεν έκανα, είναι η τρανή απόδειξη ότι η πρόσβαση στην ελπίδα έχουν όση καταβάλουν ένα υψηλότατο αντίτιμο σε προσπάθεια, ότι η ευτυχία δεν είναι μια ευγενική κυρία που μας κάνει κιόθελες επισκέψεις, αλλά θέλει να την πιάσεις από το μαλλί για να τσακιστεί να έρθει, ότι οι καλοί είναι πολύ πολύ πολύ περισσότεροι από τους κακούς και ότι το μόνο για το οποίο αξίζει να ζούμε είναι η αγάπη. Ευχαριστώ.