Διάλεξη 8 / Διάλεξη 8 / Διάλεξη 8

Διάλεξη 8: Υπόσχεσθαι, αδερφή μου, ευχαριστούμε πολύ και ευχαριστούμε όλους εσάς που μας ευχαριστούσατε. Ευχαριστούμε πολύ. Γεια σας, αγαπητές φίλες και φίλοι. Στην 8η διάλεξη του Μεταπτυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου Δευτέρο έτους Ιαρνιού Εξαμίνου, συνεχίζομαι από το άρθρο του καθηγητή Αλέξης Πα...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος δημιουργός: Κυριαζόπουλος Κυριάκος (Επίκουρος Καθηγητής)
Γλώσσα:el
Φορέας:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Είδος:Ανοικτά μαθήματα
Συλλογή:Νομικής / Εκκλησιαστικό Δίκαιο ΙV (Μεταπτυχιακό)
Ημερομηνία έκδοσης: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2015
Θέματα:
Άδεια Χρήσης:Αναφορά-Παρόμοια Διανομή
Διαθέσιμο Online:https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=5e5cc7c6
id e89b31bc-edf8-4c53-8cb3-f4deb449e887
title Διάλεξη 8 / Διάλεξη 8 / Διάλεξη 8
spellingShingle Διάλεξη 8 / Διάλεξη 8 / Διάλεξη 8
Εκκλησιαστικό
Μεταπτυχιακό
Νομική Επιστήμη - Δίκαιο
Δίκαιο
Κυριαζόπουλος Κυριάκος
publisher ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
url https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=5e5cc7c6
publishDate 2015
language el
thumbnail http://oava-admin-api.datascouting.com/static/95ad/390a/f765/d803/9445/3a69/6b84/2f05/95ad390af765d80394453a696b842f05.jpg
topic Εκκλησιαστικό
Μεταπτυχιακό
Νομική Επιστήμη - Δίκαιο
Δίκαιο
topic_facet Εκκλησιαστικό
Μεταπτυχιακό
Νομική Επιστήμη - Δίκαιο
Δίκαιο
author Κυριαζόπουλος Κυριάκος
author_facet Κυριαζόπουλος Κυριάκος
hierarchy_parent_title Εκκλησιαστικό Δίκαιο ΙV (Μεταπτυχιακό)
hierarchy_top_title Νομικής
rights_txt License Type:(CC) v.4.0
rightsExpression_str Αναφορά-Παρόμοια Διανομή
organizationType_txt Πανεπιστήμια
hasOrganisationLogo_txt http://delos.it.auth.gr/opendelos/resources/logos/auth.png
author_role Επίκουρος Καθηγητής
author2_role Επίκουρος Καθηγητής
relatedlink_txt https://delos.it.auth.gr/
durationNormalPlayTime_txt 00:31:06
genre Ανοικτά μαθήματα
genre_facet Ανοικτά μαθήματα
institution Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
asr_txt Υπόσχεσθαι, αδερφή μου, ευχαριστούμε πολύ και ευχαριστούμε όλους εσάς που μας ευχαριστούσατε. Ευχαριστούμε πολύ. Γεια σας, αγαπητές φίλες και φίλοι. Στην 8η διάλεξη του Μεταπτυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου Δευτέρο έτους Ιαρνιού Εξαμίνου, συνεχίζομαι από το άρθρο του καθηγητή Αλέξης Παούλης, Κράτος και Θρησκεύματα του Λουξεβούργου, το οποίο εμπεριέχεται στο βιβλίο του καθηγητή Γέρχα Ρόμπερς, ο οποίος είχε την επιμελιά του με θέμα Κράτη και Θρησκεύματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από το οποίο άρθρο του καθηγητή Αλέξης Παούλης συνεχίζομαι την παρουσίαση του θέματος, του ζητήματος, του νομικού καθεστώτος των θρησκευτικών οργανισμών. 1. Συνθήκες και συμφωνίες με θρησκευτικές κοινότητες. Αναφέρει ο καθηγητής Αλέξης Παούλης. 2. Το 1998 συνάφθηκαν συμφωνίες με τις ακόλουθες θρησκευτικές κοινότητες. Την Καθολική Εκκλησία, την Προδεσταντική Εκκλησία. Η Μεταρρυθυσμένη Εκκλησία έχει συμφωνία από το 1982, τους Ιουδαίους, τους Ελληνοορθοδόξους. 3. Το 2004 είχαν προγραμματιστεί τρεις περαιτέρους συμφωνίες με τους Αγγλικανούς, τους Ρουμανορθοδόξους και τους Σερβοκρωατορθοδόξους. Όμως, το Συμβούλιο της Εμπικρατίας προέβαλε σοβαρές αντιρήσεις σε αυτές. 4. Οι εκκλησίες που δεν αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ιδρύουν συχνά σωματεία και αστικές εταιρείες, που διέπονται από το αστικό δίκαιο για τη δήξη της περιουσίας και των αγαθών τους. 5. Στην περίπτωση των Μουσουρμάνων, η Κυβέρνηση δεν έχει ακόμη βρει αντιπροσωπευτικό ετέρο αποδεκτό από όλους τους Μουσουρμάνους και την Κυβέρνηση. 6. Πολιτική πίεση προέρχεται επίσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες. 7. Άλλες τις θρησκευτικές κοινότητες δεν αναγνωρίζονται ακόμη ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου στο Λουξεβούργο. 8. Οι θρησκευτικές κοινότητες που δεν αναγνωρίζονται επίσημα ως τέτοιες, μπορούν, ωστόσο, να υποφελούνται από όλα τα νόμιμα δικαιώματα δυνάμη του ιδιωτικού δικαίου, ειδικά του δικαιώματος, να συστήνουν ίδρυμα. Τέτοια ιδρύματα έχουν σχεδόν τα ίδια δικαιώματα με εκείνα τα οποία απολαμβάνουν οι αναγνωρισμένες θρησκευτικές κοινότητες. Όπως αναφέρει, ενώ εμείς προχωρούμε στο σχολιασμό, αυτού του τεμήματος του κεφαλαίου για τον νομικό καθεστώς των θρησκευτικών οργανισμών, με το υποκεφάλαιο Συνθήκες και Συμφωνίες με θρησκευτικές κοινότητες. Όπως αναφέρει ο καθηγητής Αλέξης Πάολης, ή μάλλον όπως συνάγεται από αυτά τα οποία γράφει ο καθηγητής Αλέξης Πάολης, το σύστημα σχέσεων κράτους θρησκευμάτων του Λουξεμβούργου είναι εκείνο του χωρισμού, με αναγνώριση ορισμένων θρησκευμάτων, δηλαδή με παραχώρηση προνομίων στα αναγνωρισμένα θρησκεύματα. Φαίνεται ότι το σύστημα της αναγνώρισης των θρησκευμάτων είναι εκείνο τη σύναψη συμφωνιών με τις αναγνωριζόμενες θρησκευτικές κοινότητες. Έτσι, το Λουξεγούρος είναι από τις συμφωνίες με την Καθολική Εκκλησία, με την Προδυσσαντική Εκκλησία, με τη Μεταριθμισμένη, αυτή είναι η παλαιότερη συμφωνία, με τους Ιουδαίους, με τους Ορθοδόξους, με τους Αγγλικανούς, τους Ρούμανο-Ορθοδόξους, τους Ερευοκολατο-Ορθοδόξους και από τα λεγόμενα του καθηγητή Αλέξης Πάολη προκύπτει ότι όσες τις θρησκευτικές κοινότητες συνάπτουν συμφωνία με την Κυβέρνηση Λουξεμβουργού αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Οι υπόλοιπες αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Και στη συνέχεια προχωρεί στο δεύτερο τμήμα αυτού του κεφαλαίου για το νομικό καθεστώς των σκεφτικών οργανισμών, δηλαδή στο δεύτερο υποκεφάλαιο με τον τίτλο «Η Επισκοπή», ο καθηγητής Αλέξης Πάολης, αναφέροντας «Παρά τα σχέδια που προτάθηκαν το 16ο αιώνα, η Επισκοπή Λουξεμβούργου ιδρύθηκε με μονομερή πράξη του Πάπα μόλις το 1870. Το κράτος ενοχλήθηκε που δεν ζητήθηκε η γνώμη του εκ των προτέρων και έτσι αρνήθηκε να αναγνωρίσει την Επισκοπή άμεσα». Ένας νόμος που ψηφίστηκε στις 30 Απριλίου 1873 αναγνώρισε την ίδρυση της Επισκοπής του Λουξεμβούργου υπό τους όρους ότι «δεν θα έπρεπε να μεταβληθεί η σημερινή σχέση στο πλαίσιο της ηγεσίας εκκλησίας και τα δικαιώματα και τα καθήκοντά της θα συνέχιζαν περιτέρων αριθμίζονται από τις ενισχύει οι διατάξεις». Δύο συμπεράδελτα μπορούν να συναχθούν από αυτές τις προϋποθέσεις. Η Επισκοπή δεν θα αναγνωριζόταν ως οργανισμός με νομική προσωπικότητα. Δεύτερον, ο νομοθέτης δεν θέλει να αμφισβηθεί στην ισχύ του κονκορδάτου ούτε να αθήξει τη σχέση μεταξύ εκκλησίας και κράτους. Ο νόμος προβλέπει τον όρκο τον οποίον πρέπει να δίνει ο επίσκοπος και ρυθμίζει επίσης το εισόδημά του. Μόνον πολίτης του Λουξεμβούργου μπορεί να διοριστεί ως επίσκοπος. Τελευταία, ο διορισμός είναι ισχυρός μόνον αφού το κράτος παράσχει τη δική του συνένεση. Αυτό σημαίνει στην πράξη ότι ο υποψήφιος του Πάπα που δεν εγκρίνεται από τη Γιβέρνηση δεν θα μπορούσε να πράξει τίποτε σε σχέση με τα ζητήματα για τα οποία απαιτείται η έγκριση του κράτους. Ο επίσκοπος δεν θα έχει επίσης εξουσία να πονέμει εκκλησιαστικά αξιώματα και αυτός ο ίδιος δεν θα λάμβανε μισθό. Με βάση το νόμο που ψηφίστηκε το 1981, η Επισκοπή είναι τώρα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Αυτή η διάταξη, παρόμοια εν γένη με το καθεστώς των θρησκευτικών κοινοτήτων με νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου στη Γερμανία, φαίνεται στο σύστημα του Λοξενβούργου σαν μεταφύτευση. Κυρίως τα φρολογικά πλεονεκτήματα αυτού του νόμου είναι παρόμοια με εκείνα που παρέχονται οι κοινωνικοί κερδοσκοπικούς οργανισμούς και τα ιδρύματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Το 1988, με μονομερή πράξη του Παππα, η Επισκοπή του Λουξενβούργου ανυψώθηκε σε Αρχιεπισκοπή. Και ερχόμαστε τώρα στο σχολιασμό αυτού του υπουκεφαλαίου με τίτλο «Η Καθολική Επισκοπή του Λουξενβούργου». Και τώρα, από το 1988, με μονομερή πράξη του Παππα, η Επισκοπή του Λουξενβούργου ανυψώθηκε σε Αρχιεπισκοπή. Ονομάζεται Αρχιεπισκοπή Λουξενβούργου. Με βάση ένα νόμο ψηφίστηκε το 1981. Η Αρχιεπισκοπή του Λουξενβούργου είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και αυτή. Η νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου, διευκρινίζει ο καθηγητής Αλέξη Παούλης, νοείται, όπως εννοείται στη Γερμανία, δηλαδή είναι νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου sui generis. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς για έναν καθολικό θρησκευτικό οργανισμό, διότι αν ήταν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, όχι sui generis, δηλαδή υπαγώμενο στο δημόσιο χώρο, στην κρατική πυραμμήδα ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, τότε θα επρόκειτο για ένα κρατικό θρησκεύμα. Αλλά, όπως είναι γνωστό, η Αγία Έδρα, από αρχαιοτά των χρόνων του χριστιανισμού, δεν δέχεται η καθολική εκκλησία σε διάφορες χώρες να γίνεται κρατική εκκλησία. Συνεπώς, νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου sui generis της Καθολικής Αρχιεπισκοπής του Λουξεβούργου σημαίνει ότι η Καθολική Αρχιεπισκοπή του Λουξεβούργου έχει δικαιώμα να έχει το δικό της καταστατικό. Δηλαδή, το καταστατικό δεν εκδίδεται ως νόμος του κράτους, δεν είναι νόμος του κράτους, όπως είναι για τα λοιπάνομικά πρόσπα δημοσίου δικαίου, αλλά είναι καταστατικό της ίδιας της Καθολικής Εκκλησίας και όπως κάθε Καθολική Επισκοπή έτσι και η Καθολική Αρχιεπισκοπή του Λουξεβούργου έχει ως καταστατικό της τις διατάξεις οι οποίες περιέχονται στον Κώδικα Κανονικού Δικαίου της Λατινικής Εκκλησίας. Τόσο όσον αφορά την ανώτατη εκκλησιαστική αρχή της Καθολικής Εκκλησίας, στην οποία υπάγεται η Καθολική Αρχιεπισκοπή Λουξεβούργου, όσο και όσον αφορά την εσωτερική οργάνωση και διοίκησή της, που διέπονται η εσωτερική οργάνωση και διοίκησή της από τον ίδιο Κώδικα Κανονικού Δικαίου της Λατινικής Εκκλησίας του έτους 1983, όταν εκδόθηκε από τον τότε Πάπα Ιωάννη Παύλο Β' Στη συνέχεια ο Αλέξης Παούλης προχωρεί στο τρίτο υποκεφάλαιο του κεφαλαίου του «Το νομικό καθεστώς των θρησκευτικών οργανισμών». Το τρίτο υποκεφάλαιο έχει τον τίτλο «Η αυτονομία των θρησκευμάτων στο δημόσιο τομέα, ειδικά στις κοινωνικές υπηρεσίες». Στο παρελθόν, αναφέρει, υπήρχε μεγάλος αριθμός θρησκευτικών ιδρυμάτρων παροχής κοινωνικών υπηρεσιών στο Λουξεβούργο. Αυτό ίσχε ιδιαίτερα σε σχέση με νοσοκομεία και οίκους ευγυρίας, την πλειονότητα των οποίων λειτουργούσαν γυναικία μοναχικά τάγματα. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις υπήρξε σταθερή αύξηση του αριθμού των ειδρυμάτων που διασφαλίζεται με δημόσια κονδύλια. Επιπλέον, το κράτος καταναέμει δημόσια χρηματοδότηση για εκείνα τα νοσοκομεία και οίκους ευγυρίας, τους οποίους λειτουργούν μοναχές. Γενικά, οι κοινωνικές υπηρεσίες, στις οποίες παρέχει ακόμη η Εκκλησία, επιλέγουν να ρυθμίζονται από το ιδιωτικό δίκιο. Αυτό ισχύει για νοσοκομεία, οίκους ευγυρίας και επίσης για σχολεία, στα οποία στη συνέχεια αναφέρεται ο Αλέξης Παούλης, ο καθηγητής Αλέξης Παούλης. Από τα λεγόμενα, μάλλον από τα γραφόμενα του καθηγητή Αλέξης Παούλης προκύπτει ότι το δικαίωμα στην αυτονομία της Καθολικής Εκκλησίας επεκτείνει το Λουξεβούργο και τις δραστηριότητες της Καθολικής Εκκλησίας τις θρησκευτικά αιτιολογούμενες λόγω φιλανθρωπίας θεσμικά ασκούμενης. Δηλαδή, οι κοινωνικές υπηρεσίες οι οποίες παρέχει η Καθολική Εκκλησία ρυθμίζονται από το ιδιωτικό δίκιο. Εδώ ολοκληρώσαμε το νομικό καθεστώς των θρησκευτικών κοινοτήτων στο Λουξεβούργο, κεφάλαιο το οποίο περιέχεται στο άσφαλο του καθηγητή Αλέξης Παούλης, κράτους και θρησκεύματα στο Λουξεβούργο και προχωρούμε στο νομικό καθεστώς των θρησκευτικών οργανισμών στη Μάλτα. Καθηγητή Σούγκο Μίφσουτ Μπονίτσι, στο άρθρο του κράτη και θρησκεύματα στη Μάλτα, το οποίο περιέχεται στο βιβλίο του καθηγητή Γιέρχα Ρόμπερς, του οποίου είχε την επιμέλεια, με τίτλο κράτη και θρησκεύματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αναφέρεται στις σχέσεις κράτους θρησκευμάτων, καταρχήν στο Σύνταγμα της Μάλτας, και αναφέρει ο καθηγητής Σούγκο Μίφσουτ Μπονίτσι. Το άρθρο 2 του Συντάγματος ασχολείται ειδικά με τη θρησκεία και έχει ως τίτλο του τη λέξη αυτή. Το ελόγο άρθρο ορίζει, παράγραφος 1, η θρησκεία της Μάλτας είναι η ρωμαϊκή καθολική αποστολική θρησκεία. 2. Οι αρχές της ρωμαϊκής καθολικής εκκλησίας έχουν το καθήκον και το δικαίωμα να διδάσκουν ποιες αρχές είναι ορθές και ποιες είναι εσφαλμένες. 3. Το μάθημα των θρησκευτικών της ρωμαϊκής καθολικής αποστολικής πίστης θα παρέχεται σε όλα τα δημόσια σχολεία ως μέρος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Αυτό δεν είναι το αρχικό κείμενο του Συντάγματος του 1964. Είναι το κείμενο το οποίο υπήρξε αντικείμενο διαπραγμάτευσης με το Βατικανό το 1974, στο οποίο η αντιπολίτευση του εθνικιστικού κόμματος παρέσχε τη συναινεσή της, αν και άσκησε κριτική στο κείμενο ως μη σαφές και μη διατυπωμένο με ακρίβεια στη δεύτερη παράγραφό του. Δόθηκε η εξήγηση ότι η παράγραφος 1 δεν θα έπρεπε να θεωρείται κανονιστική, αλλά μόνον περιγραφική. Πράγματι, η παράγραφη 1 και 3 δεν περιλαμβάνονται στο άρθρο 66, το οποίο θεσποίησε ειδικές προϋποθέσεις για την αναθεώρηση ορισμένων άρθρων του Συντάγματος, ενώ περιλαμβάνει την παράγραφη 2 που αναγνωρίζει το δικαίωμα της Εκκλησίας στη δασκαλία. Υποστηρίχθηκε ότι το δικαίωμα στη δασκαλία θα έπρεπε να γνωρίζεται ακόμη κι αν, ή όταν η Εκκλησία δεν θα ήταν πλέον η Εκκλησία της πλειονότητας. Παρά το γεγονός ότι δεν περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου στις αναθεωρηταίες διατάξεις, το άρθρο 2 είναι μεγάλη σπουδιότητας κατά τότε παρέχει ητινομική βάση για την πράξη της ανάρτησης των εσταυρωμένων στο Κοινοβούλιο, στα δικαστήρια, στα δημόσια σχολεία και νοσοκομεία και στα δημόσια κτίρια και υπηρεσίες. Η προσευχή που απαγγέληται από τον Γραμματέα του Κοινοβουλίου πριν από κάθε κοινοβουλευτική συναιδρίας είναι καθολική προσευχή και κάθε σύνοδος του Κοινοβουλίου αρχίζει με λειτουργία του Αγίου Πνεύματος στον συγκαθεδρικό ναό του Αγίου Ιωάννη που θεωρείται ότι ανήκει τουλάχιστον κατά συγκυριότητας το κράτος. Ο τύπος τόρκου που απευθύνεται στους κατόξα αξιωμάτων θεωρείται δεδομένο ότι είναι κατά το συνήθι καθολικό τύπο. Αλλά ο νόμος προβλέπει επίσημη διαβεβαίωση χωρίς οποιαδήποτε θρησκευτική απόχρωση. Κάτω από την κάλυψη αυτής της διάταξης, το κράτος πληρώνει τους ιερείς τα νοσοκομεία, τα σχολεία, τις φυλακές και την αστυνομία και τις ένοπλες δυνάμεις. Η Παράλφος 3 συντάχθηκε όταν το Σύνταγμα ανέφερε, όπως ακόμη η Πράτη, στο άρθρο 10, ότι η στοιχειώδηση εκπαίδευση θα έπρεπε να είναι ελεύθερη και υποχρεωτική. Αλλά από το 1994 η ηλικία της υποχρεωτικής εκπαίδευσης αυσχύθηκε στα 16 και επομένως για την ακρίβεια το καθολικό μάθημα των θρησκευτικών παρέχεται σε όλα τα δημόσια σχολεία στοιχειώδους και μέσης εκπαίδευσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι υποχρεωτικό για τους μαθητές να το λαμβάνουν. Η υποχρέωση βαρύνει το κράτος να το παρέχει και να το χρηματοδοτεί. Το άρθρο 32, το οποίο αποτελεί αρχική διάταξη του 1964, αφορά τα θεμελιώ δικαιώματα και ελευθερίες του ατόμου και είναι το πρώτο μια σειράς άρθρων που αποτελούν ενία ομάδα από το κεφάλαιο 4 με τον ίδιο τίτλο. Η διάταξη αυτή προβλέπει. Το άρθρο 32. Επειδή κάθε πρόσωπος στη Μάλτα έχει δικαίωμα να απολαμβάνει τα θεμελιώ δικαιώματα και ελευθερίες του ατόμου, ανεξάρτητα από τη φυλή, τον τόπο καταγωγής, τις πολιτικές απόψεις, το χρώμα, την πίστη ή το φύλλο, αλλά υπό την επιφύλαξη του σεβασμού των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων και του δημόσιου συμφέροντος σε σχέση με καθένα από τα ακόλουθα και όλα, δηλαδή πρώτον τη ζωή, την ελευθερία και την ασφάλεια του ατόμου, την απόλαυση της περιουσίας και την προστασία των όμων, δεύτερον η ελευθερία της συνείδησης, της έκφρασης και τους συνέρχεστε ειρηνικά και τους συνετερίζεστε και τρίτον το σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του ατόμου. Οι ακόλουθες διατάξεις αυτού του κεφαλαίου θα ισχύουν προς σκοπό της παροχής προστασίας για τα παραπάνω αφαιρόμενα δικαιώματα και ελευθερίες που υπόκειται στους περιορισμούς της εν λόγω προστασίας, οι οποίοι περιέχονται σε αυτές διατάξεις, όντας περιορισμοί που προορίζονται να διασφαλίσουν ότι η απόλαυση των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών από οποιοδήποτε άτομο δεν παραβιάζει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των άλλων ή των δημόσιων συμφέρον. Η Μάλτα έχει μια μακρά παράδοση φιλοξενίας ανθρώπων διαφόρων φυλών και πίστεων. Με τη βρετανική απεικιακή παρουσία, ο αριθμός των προδεστατών όλων των θρησκευμάτων που κατείχαν υψηλές θέσεις στο κράτος ήταν συχνό γεγονός και τα νησιά είχαν μικρή ουδαϊκή κοινότητα, καθώς και μικρό αριθμό μουσουρμάνων εμπόρων επί αιώνες. Πράγματι, στη δεκαετία του 1860, κτίστηκε ένας αριθμός κοιμητηρίων για τις ανάγκες της ταφής των μη καθολικών με δημόσιες δαπάνες, ταυτόχρονα με την οικοδόμηση ρωμιοκαθολικού κοιμητηρίου. Η πρακτική της απαγόρευσης των διακρίσεων συνεχίστηκε διάρκεια της αυτοκυβέρνησης μετά την εξαρτησία και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Στο ίδιο κεφάλαιο, το άρθρο 40 προβλέπε ρητά την προστασία της Λευθερίας Συνείδησης και της Λατρείας Ορίζοντας. 1. Όλα τα πρόσπαστη Μάλτα θα έχουν πλήρη Λευθερία Συνείδησης και θα απολαμβάνουν τις πλήρους άσκησης του αντίστοιχου τρόπου της θρησκευτικής λατρείας τους. 2. Δεν θα απαιτείται το άτομο να λαμβάνει θρησκευτική εκπαίδευση ή να αποδεικνύει γνώσης ή δεξιότητες στη θρησκεία αν, στην περίπτωση, ατόμου που δεν έχει συμπληρώσει η νοικία των 16 ετών, προβάλλεται αντίρρηση σε εν λόγω απέτηση από το πρόσωπο που, σύμφωνα με το όνομα, ασκεί τη γονιχή περί μνά του και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, αν το άτομο από το οποίο απαιτείται τούτο προβάλλει αντίρρηση σε αυτό. 3. Η εν λόγω απέτηση δεν θα θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστη με αυτό το άρθρο ή ότι το παραβιάζει στην έκταση που οι γνώσεις ή οι δεξιότητες ή η εκπαίδευση στη θρησκεία απαιτούνται για τη δασκαλία της εν λόγω θρησκείας ή για την αποδοχή στην ιεροσύνη ή σε μοναχικό τάγμα ή για άλλους τους σκεφτικούς σκοπούς με την εξέρτηση περίπτωσης κατ' την οποίαν αυτή η απέτηση αποδεικνύεται ότι δεν δικαιολογείται σε δημοκρατική κοινωνία. 3. Οποιαδήποτε διάταξη, οποιουδήποτε νόμου ή εφαρμογή οποιουδήποτε νόμου δεν θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστη με την παράραφο 1 ή ότι είναι σε αντίθεση προς αυτήν. Στην έκταση που εν λόγω νόμος ορίζει ότι απαιτείται εύλογα προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ηθικής, της δημόσιας υγείας ή της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων και με την εξαίρεση της περίπτωσης κατά την οποία αυτή η διάταξη ή αν υπάρχει περίπτωση ή εφαρμογή της αποδεικνύεται ότι δεν δικαιολογείται εύλογα σε δημοκρατική κοινωνία. Αυτό δεν ήταν το αρχικό κείμενο στο Σύνταγμα του 1964, ούτε μπορεί να λεχθεί ότι έχει διατυπωθεί και συνταχθεί πολύ απλά. Φαίνεται να υπήρξε αποτέλεσμα συμβασμό, όχι μόνο μεταξύ της θέσης της κυβέρνησης της Μάλτας και εκείνης του Βατικανού, αλλά και σημαντικού παιχνιδιού με τις λέξεις. Όμως, ικανοποίησε τουλάχιστον τις ανάγκες συμβιβασμού εκείνης της εποχής και δεν έχει προκαλέσει οποιαδήποτε ερμηνευτική δασκαλία, με συγχωρείται, οποιαδήποτε ερμηνευτική δυσκολία από τότε, καθώς είναι επρακώς σαφής παρά την άφθονη περιττωλογία. Το άρθρο 45 στο ίδιο κεφάλαιο 4 προβλέπει τα ένδικα βοηθήματα και τα μέσα επανόρθωσης με περίπτωση πρόκλησης διακρίσεων για διάφορους λόγους. Η παράγραφος 9 διασαφνίζει περιττέρο προλέποντας διετά. Η απέτηση που παρατάφθα θεσπίζεται ότι η ρωμαϊκή καθολική θρησκεία πρέπει να διδάσκεται από άτομο που ομολογεί αυτή τη θρησκεία, δεν θα θεωρείται ότι δεν συμφωνεί ή ότι παραβιάζει αυτό το άρθρο. Τώρα προχωρούμε στο σχετικό σχολιασμό του Δήματος των Σχέσεων Κράτους Θρησκευμάτων στο Σύνταγμα της Μάλτας, το οποίο μας παρουσίασε ο καθηγητής Ουγκώ Μίσβουτ Μπονίτσι στο άρθρο του για τα κράτη και τα θρησκεύματα στη Μάλτα. Μας παρουσίασε και μας εξήγησε τις σχετικές συνταγματικές διατάξεις που αφορούν τη σχέση κράτους θρησκευμάτων στη Μάλτα. Πρατήρησαμε με ενδιαφέρον ότι το άρθρο 2 του Συντάγματος στην παράγραφο 1 αναφέρει ότι η θρησκεία της Μάλτας είναι η ρωμαϊκή καθολική αποστολική θρησκεία. Κάποιος θα μπορούσε να νομίσει ότι κατοχυρώνεται το σύστημα των σχέσεων της κρατικής θρησκείας. Αυτό είναι εσφαλμένο. Διότι η Αγία Έδρα ουδέποτε έχει δεχθεί η Καθολική Εκκλησία να αποτελεί κρατική εκκλησία σε οποιοδήποτε κράτος. Ποιο είναι λοιπόν το νόημα αυτής της διάταξης ότι η θρησκεία της Μάλτας είναι η ρωμαϊκή καθολική αποστολική θρησκεία. Το νόημα είναι το εξής, ότι καθιερώνεται σύστημα σχέσεων κράτους, κράτους θρησκευμάτων εν γένη και καθολικής εκκλησίας ειδικότερα εκείνου του χωρισμού. Με επίσημη θρησκεία και ειδικά αναγνωρισμένη στο Σύνταγμα της Μάλτας την καθολική εκκλησία. Είναι επίσημη όμως χωρίς να είναι κρατική. Διότι η καθολική εκκλησία στη Μάλτα έχει το ίδιο καταστατικό όπως η καθολική εκκλησία σε οποιοδήποτε κράτος του κόσμου. Δηλαδή, κατά εφαρμογή του δικαιώματος στην αυτονομία των εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινοτήτων που αναγρορίζεται από το Σύνταγμα και από το Διεθνές Δίκαιο Προσοχής Ανθρωπιών Δικαιωμάτων, το καταστατικό της καθολικής εκκλησίας αποτελείται από τρεις αποστολικές διατάξεις, δηλαδή από τρεις παππικούς νόμους. Η αποστολική διάταξη που κυρώνει τον Κώδικα Κανονικού Δικαίου της Λατινικής Εκκλησίας, η αποστολική διάταξη που κυρώνει τον Κώδικα Κανονών των Ανατολικών Καθολικών Εκκλησιών του 1980 και η αποστολική διάταξη για τη Ρωμαϊκή Κουρία, δηλαδή για την κεντρική οργάνωση και διοίκηση της καθολικής εκκλησίας, δηλαδή της Αγίας Έδρας. Το καταστατικό λοιπόν της καθολικής εκκλησίας στη Μάλτα δεν θεσπίζεται από το Κοινοβουλίο της Μάλτας γιατί τότε θα έχουμε κρατική εκκλησία, αλλά θεσπίζεται από την κεφαλή της καθολικής εκκλησίας που είναι ο νότατος νομοθέτης, κυβερνήτης, δικαστής και διδάσκαλος. Και αποτελείται από αυτούς τους τρεις παππικούς νόμους, τους οποίους προναφέραμε. Γι' αυτό λοιπόν το Σύστημα Σχέσεων Κράτων Σκευμάτων, συμπερασματικά λέμε στην Μάλτα, είναι αυτό του χωρισμού με επίσημη εκκλησία την Καθολική Εκκλησία, η οποία αναγνωρίζεται ειδικώς στο Σύνταγμα της. Επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζει και η παράγραφος 2, η οποία δεν θεωρείται μη αναθεωρητέα από τη σχετική συνταγματική διάταξη του Συντάγματος της Μάλτας. Οι αρχές Ρωμαϊκής Καθολικής Εκκλησίας έχουν το δικαίωμα να διδάσκουν ποιες αρχές είναι ορθές και ποιες είναι εσφαλμένες. Δηλαδή, οι αρχές της Καθολικής Εκκλησίας στη Μάλτα είναι αυτές οι οποίες υπαγορεύουν τη συμφωνία των νόμων της Μάλτας με τη διδασκαλία της Καθολικής Εκκλησίας. Αυτή λοιπόν η διάταξη είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη. Όπως είναι γνωστό, μέχρι πρόσφατα η Μάλτα δεν επέτρεπε το διαζύγιο, αλλά όμως το επιτρέπει πλέον. Πληνόμως αυτή η διάταξη ότι οι αρχές της Ρωμαϊκής Καθολικής Εκκλησίας υπαγορεύουν τις αρχές που είναι ορθές και τις οποίες πρέπει να ακολουθεί το κράτος στην ομοθετική του πολιτική και στη διοικητική πράξη και στη δικαστική πράξη, εξακολουθεί να ισχύει. Στο σημείο αυτό τελείωσε η 8η διάλεξη του μετατυχιακού του εκκλησιαστικού δικαίου δευτέρο έτους ελληνικού εξαμίνου, διότι πέρασε ο χρόνος και μαζί ολοκληρώθηκε το άρθρο του καθηγητή Ουγκο Μισφουτμπονίτσι που αναφέρεται στη Συνταγματική Βάση των Σχέσεων Κράτους των Ελληνικών Επιτρέπτων και των Ελληνικών Επιτρέπτων και των Ελληνικών Επιτρέπτων.
_version_ 1782818322960613376
description Διάλεξη 8: Υπόσχεσθαι, αδερφή μου, ευχαριστούμε πολύ και ευχαριστούμε όλους εσάς που μας ευχαριστούσατε. Ευχαριστούμε πολύ. Γεια σας, αγαπητές φίλες και φίλοι. Στην 8η διάλεξη του Μεταπτυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου Δευτέρο έτους Ιαρνιού Εξαμίνου, συνεχίζομαι από το άρθρο του καθηγητή Αλέξης Παούλης, Κράτος και Θρησκεύματα του Λουξεβούργου, το οποίο εμπεριέχεται στο βιβλίο του καθηγητή Γέρχα Ρόμπερς, ο οποίος είχε την επιμελιά του με θέμα Κράτη και Θρησκεύματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από το οποίο άρθρο του καθηγητή Αλέξης Παούλης συνεχίζομαι την παρουσίαση του θέματος, του ζητήματος, του νομικού καθεστώτος των θρησκευτικών οργανισμών. 1. Συνθήκες και συμφωνίες με θρησκευτικές κοινότητες. Αναφέρει ο καθηγητής Αλέξης Παούλης. 2. Το 1998 συνάφθηκαν συμφωνίες με τις ακόλουθες θρησκευτικές κοινότητες. Την Καθολική Εκκλησία, την Προδεσταντική Εκκλησία. Η Μεταρρυθυσμένη Εκκλησία έχει συμφωνία από το 1982, τους Ιουδαίους, τους Ελληνοορθοδόξους. 3. Το 2004 είχαν προγραμματιστεί τρεις περαιτέρους συμφωνίες με τους Αγγλικανούς, τους Ρουμανορθοδόξους και τους Σερβοκρωατορθοδόξους. Όμως, το Συμβούλιο της Εμπικρατίας προέβαλε σοβαρές αντιρήσεις σε αυτές. 4. Οι εκκλησίες που δεν αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ιδρύουν συχνά σωματεία και αστικές εταιρείες, που διέπονται από το αστικό δίκαιο για τη δήξη της περιουσίας και των αγαθών τους. 5. Στην περίπτωση των Μουσουρμάνων, η Κυβέρνηση δεν έχει ακόμη βρει αντιπροσωπευτικό ετέρο αποδεκτό από όλους τους Μουσουρμάνους και την Κυβέρνηση. 6. Πολιτική πίεση προέρχεται επίσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες. 7. Άλλες τις θρησκευτικές κοινότητες δεν αναγνωρίζονται ακόμη ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου στο Λουξεβούργο. 8. Οι θρησκευτικές κοινότητες που δεν αναγνωρίζονται επίσημα ως τέτοιες, μπορούν, ωστόσο, να υποφελούνται από όλα τα νόμιμα δικαιώματα δυνάμη του ιδιωτικού δικαίου, ειδικά του δικαιώματος, να συστήνουν ίδρυμα. Τέτοια ιδρύματα έχουν σχεδόν τα ίδια δικαιώματα με εκείνα τα οποία απολαμβάνουν οι αναγνωρισμένες θρησκευτικές κοινότητες. Όπως αναφέρει, ενώ εμείς προχωρούμε στο σχολιασμό, αυτού του τεμήματος του κεφαλαίου για τον νομικό καθεστώς των θρησκευτικών οργανισμών, με το υποκεφάλαιο Συνθήκες και Συμφωνίες με θρησκευτικές κοινότητες. Όπως αναφέρει ο καθηγητής Αλέξης Πάολης, ή μάλλον όπως συνάγεται από αυτά τα οποία γράφει ο καθηγητής Αλέξης Πάολης, το σύστημα σχέσεων κράτους θρησκευμάτων του Λουξεμβούργου είναι εκείνο του χωρισμού, με αναγνώριση ορισμένων θρησκευμάτων, δηλαδή με παραχώρηση προνομίων στα αναγνωρισμένα θρησκεύματα. Φαίνεται ότι το σύστημα της αναγνώρισης των θρησκευμάτων είναι εκείνο τη σύναψη συμφωνιών με τις αναγνωριζόμενες θρησκευτικές κοινότητες. Έτσι, το Λουξεγούρος είναι από τις συμφωνίες με την Καθολική Εκκλησία, με την Προδυσσαντική Εκκλησία, με τη Μεταριθμισμένη, αυτή είναι η παλαιότερη συμφωνία, με τους Ιουδαίους, με τους Ορθοδόξους, με τους Αγγλικανούς, τους Ρούμανο-Ορθοδόξους, τους Ερευοκολατο-Ορθοδόξους και από τα λεγόμενα του καθηγητή Αλέξης Πάολη προκύπτει ότι όσες τις θρησκευτικές κοινότητες συνάπτουν συμφωνία με την Κυβέρνηση Λουξεμβουργού αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Οι υπόλοιπες αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Και στη συνέχεια προχωρεί στο δεύτερο τμήμα αυτού του κεφαλαίου για το νομικό καθεστώς των σκεφτικών οργανισμών, δηλαδή στο δεύτερο υποκεφάλαιο με τον τίτλο «Η Επισκοπή», ο καθηγητής Αλέξης Πάολης, αναφέροντας «Παρά τα σχέδια που προτάθηκαν το 16ο αιώνα, η Επισκοπή Λουξεμβούργου ιδρύθηκε με μονομερή πράξη του Πάπα μόλις το 1870. Το κράτος ενοχλήθηκε που δεν ζητήθηκε η γνώμη του εκ των προτέρων και έτσι αρνήθηκε να αναγνωρίσει την Επισκοπή άμεσα». Ένας νόμος που ψηφίστηκε στις 30 Απριλίου 1873 αναγνώρισε την ίδρυση της Επισκοπής του Λουξεμβούργου υπό τους όρους ότι «δεν θα έπρεπε να μεταβληθεί η σημερινή σχέση στο πλαίσιο της ηγεσίας εκκλησίας και τα δικαιώματα και τα καθήκοντά της θα συνέχιζαν περιτέρων αριθμίζονται από τις ενισχύει οι διατάξεις». Δύο συμπεράδελτα μπορούν να συναχθούν από αυτές τις προϋποθέσεις. Η Επισκοπή δεν θα αναγνωριζόταν ως οργανισμός με νομική προσωπικότητα. Δεύτερον, ο νομοθέτης δεν θέλει να αμφισβηθεί στην ισχύ του κονκορδάτου ούτε να αθήξει τη σχέση μεταξύ εκκλησίας και κράτους. Ο νόμος προβλέπει τον όρκο τον οποίον πρέπει να δίνει ο επίσκοπος και ρυθμίζει επίσης το εισόδημά του. Μόνον πολίτης του Λουξεμβούργου μπορεί να διοριστεί ως επίσκοπος. Τελευταία, ο διορισμός είναι ισχυρός μόνον αφού το κράτος παράσχει τη δική του συνένεση. Αυτό σημαίνει στην πράξη ότι ο υποψήφιος του Πάπα που δεν εγκρίνεται από τη Γιβέρνηση δεν θα μπορούσε να πράξει τίποτε σε σχέση με τα ζητήματα για τα οποία απαιτείται η έγκριση του κράτους. Ο επίσκοπος δεν θα έχει επίσης εξουσία να πονέμει εκκλησιαστικά αξιώματα και αυτός ο ίδιος δεν θα λάμβανε μισθό. Με βάση το νόμο που ψηφίστηκε το 1981, η Επισκοπή είναι τώρα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Αυτή η διάταξη, παρόμοια εν γένη με το καθεστώς των θρησκευτικών κοινοτήτων με νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου στη Γερμανία, φαίνεται στο σύστημα του Λοξενβούργου σαν μεταφύτευση. Κυρίως τα φρολογικά πλεονεκτήματα αυτού του νόμου είναι παρόμοια με εκείνα που παρέχονται οι κοινωνικοί κερδοσκοπικούς οργανισμούς και τα ιδρύματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Το 1988, με μονομερή πράξη του Παππα, η Επισκοπή του Λουξενβούργου ανυψώθηκε σε Αρχιεπισκοπή. Και ερχόμαστε τώρα στο σχολιασμό αυτού του υπουκεφαλαίου με τίτλο «Η Καθολική Επισκοπή του Λουξενβούργου». Και τώρα, από το 1988, με μονομερή πράξη του Παππα, η Επισκοπή του Λουξενβούργου ανυψώθηκε σε Αρχιεπισκοπή. Ονομάζεται Αρχιεπισκοπή Λουξενβούργου. Με βάση ένα νόμο ψηφίστηκε το 1981. Η Αρχιεπισκοπή του Λουξενβούργου είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και αυτή. Η νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου, διευκρινίζει ο καθηγητής Αλέξη Παούλης, νοείται, όπως εννοείται στη Γερμανία, δηλαδή είναι νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου sui generis. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς για έναν καθολικό θρησκευτικό οργανισμό, διότι αν ήταν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, όχι sui generis, δηλαδή υπαγώμενο στο δημόσιο χώρο, στην κρατική πυραμμήδα ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, τότε θα επρόκειτο για ένα κρατικό θρησκεύμα. Αλλά, όπως είναι γνωστό, η Αγία Έδρα, από αρχαιοτά των χρόνων του χριστιανισμού, δεν δέχεται η καθολική εκκλησία σε διάφορες χώρες να γίνεται κρατική εκκλησία. Συνεπώς, νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου sui generis της Καθολικής Αρχιεπισκοπής του Λουξεβούργου σημαίνει ότι η Καθολική Αρχιεπισκοπή του Λουξεβούργου έχει δικαιώμα να έχει το δικό της καταστατικό. Δηλαδή, το καταστατικό δεν εκδίδεται ως νόμος του κράτους, δεν είναι νόμος του κράτους, όπως είναι για τα λοιπάνομικά πρόσπα δημοσίου δικαίου, αλλά είναι καταστατικό της ίδιας της Καθολικής Εκκλησίας και όπως κάθε Καθολική Επισκοπή έτσι και η Καθολική Αρχιεπισκοπή του Λουξεβούργου έχει ως καταστατικό της τις διατάξεις οι οποίες περιέχονται στον Κώδικα Κανονικού Δικαίου της Λατινικής Εκκλησίας. Τόσο όσον αφορά την ανώτατη εκκλησιαστική αρχή της Καθολικής Εκκλησίας, στην οποία υπάγεται η Καθολική Αρχιεπισκοπή Λουξεβούργου, όσο και όσον αφορά την εσωτερική οργάνωση και διοίκησή της, που διέπονται η εσωτερική οργάνωση και διοίκησή της από τον ίδιο Κώδικα Κανονικού Δικαίου της Λατινικής Εκκλησίας του έτους 1983, όταν εκδόθηκε από τον τότε Πάπα Ιωάννη Παύλο Β' Στη συνέχεια ο Αλέξης Παούλης προχωρεί στο τρίτο υποκεφάλαιο του κεφαλαίου του «Το νομικό καθεστώς των θρησκευτικών οργανισμών». Το τρίτο υποκεφάλαιο έχει τον τίτλο «Η αυτονομία των θρησκευμάτων στο δημόσιο τομέα, ειδικά στις κοινωνικές υπηρεσίες». Στο παρελθόν, αναφέρει, υπήρχε μεγάλος αριθμός θρησκευτικών ιδρυμάτρων παροχής κοινωνικών υπηρεσιών στο Λουξεβούργο. Αυτό ίσχε ιδιαίτερα σε σχέση με νοσοκομεία και οίκους ευγυρίας, την πλειονότητα των οποίων λειτουργούσαν γυναικία μοναχικά τάγματα. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις υπήρξε σταθερή αύξηση του αριθμού των ειδρυμάτων που διασφαλίζεται με δημόσια κονδύλια. Επιπλέον, το κράτος καταναέμει δημόσια χρηματοδότηση για εκείνα τα νοσοκομεία και οίκους ευγυρίας, τους οποίους λειτουργούν μοναχές. Γενικά, οι κοινωνικές υπηρεσίες, στις οποίες παρέχει ακόμη η Εκκλησία, επιλέγουν να ρυθμίζονται από το ιδιωτικό δίκιο. Αυτό ισχύει για νοσοκομεία, οίκους ευγυρίας και επίσης για σχολεία, στα οποία στη συνέχεια αναφέρεται ο Αλέξης Παούλης, ο καθηγητής Αλέξης Παούλης. Από τα λεγόμενα, μάλλον από τα γραφόμενα του καθηγητή Αλέξης Παούλης προκύπτει ότι το δικαίωμα στην αυτονομία της Καθολικής Εκκλησίας επεκτείνει το Λουξεβούργο και τις δραστηριότητες της Καθολικής Εκκλησίας τις θρησκευτικά αιτιολογούμενες λόγω φιλανθρωπίας θεσμικά ασκούμενης. Δηλαδή, οι κοινωνικές υπηρεσίες οι οποίες παρέχει η Καθολική Εκκλησία ρυθμίζονται από το ιδιωτικό δίκιο. Εδώ ολοκληρώσαμε το νομικό καθεστώς των θρησκευτικών κοινοτήτων στο Λουξεβούργο, κεφάλαιο το οποίο περιέχεται στο άσφαλο του καθηγητή Αλέξης Παούλης, κράτους και θρησκεύματα στο Λουξεβούργο και προχωρούμε στο νομικό καθεστώς των θρησκευτικών οργανισμών στη Μάλτα. Καθηγητή Σούγκο Μίφσουτ Μπονίτσι, στο άρθρο του κράτη και θρησκεύματα στη Μάλτα, το οποίο περιέχεται στο βιβλίο του καθηγητή Γιέρχα Ρόμπερς, του οποίου είχε την επιμέλεια, με τίτλο κράτη και θρησκεύματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αναφέρεται στις σχέσεις κράτους θρησκευμάτων, καταρχήν στο Σύνταγμα της Μάλτας, και αναφέρει ο καθηγητής Σούγκο Μίφσουτ Μπονίτσι. Το άρθρο 2 του Συντάγματος ασχολείται ειδικά με τη θρησκεία και έχει ως τίτλο του τη λέξη αυτή. Το ελόγο άρθρο ορίζει, παράγραφος 1, η θρησκεία της Μάλτας είναι η ρωμαϊκή καθολική αποστολική θρησκεία. 2. Οι αρχές της ρωμαϊκής καθολικής εκκλησίας έχουν το καθήκον και το δικαίωμα να διδάσκουν ποιες αρχές είναι ορθές και ποιες είναι εσφαλμένες. 3. Το μάθημα των θρησκευτικών της ρωμαϊκής καθολικής αποστολικής πίστης θα παρέχεται σε όλα τα δημόσια σχολεία ως μέρος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Αυτό δεν είναι το αρχικό κείμενο του Συντάγματος του 1964. Είναι το κείμενο το οποίο υπήρξε αντικείμενο διαπραγμάτευσης με το Βατικανό το 1974, στο οποίο η αντιπολίτευση του εθνικιστικού κόμματος παρέσχε τη συναινεσή της, αν και άσκησε κριτική στο κείμενο ως μη σαφές και μη διατυπωμένο με ακρίβεια στη δεύτερη παράγραφό του. Δόθηκε η εξήγηση ότι η παράγραφος 1 δεν θα έπρεπε να θεωρείται κανονιστική, αλλά μόνον περιγραφική. Πράγματι, η παράγραφη 1 και 3 δεν περιλαμβάνονται στο άρθρο 66, το οποίο θεσποίησε ειδικές προϋποθέσεις για την αναθεώρηση ορισμένων άρθρων του Συντάγματος, ενώ περιλαμβάνει την παράγραφη 2 που αναγνωρίζει το δικαίωμα της Εκκλησίας στη δασκαλία. Υποστηρίχθηκε ότι το δικαίωμα στη δασκαλία θα έπρεπε να γνωρίζεται ακόμη κι αν, ή όταν η Εκκλησία δεν θα ήταν πλέον η Εκκλησία της πλειονότητας. Παρά το γεγονός ότι δεν περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου στις αναθεωρηταίες διατάξεις, το άρθρο 2 είναι μεγάλη σπουδιότητας κατά τότε παρέχει ητινομική βάση για την πράξη της ανάρτησης των εσταυρωμένων στο Κοινοβούλιο, στα δικαστήρια, στα δημόσια σχολεία και νοσοκομεία και στα δημόσια κτίρια και υπηρεσίες. Η προσευχή που απαγγέληται από τον Γραμματέα του Κοινοβουλίου πριν από κάθε κοινοβουλευτική συναιδρίας είναι καθολική προσευχή και κάθε σύνοδος του Κοινοβουλίου αρχίζει με λειτουργία του Αγίου Πνεύματος στον συγκαθεδρικό ναό του Αγίου Ιωάννη που θεωρείται ότι ανήκει τουλάχιστον κατά συγκυριότητας το κράτος. Ο τύπος τόρκου που απευθύνεται στους κατόξα αξιωμάτων θεωρείται δεδομένο ότι είναι κατά το συνήθι καθολικό τύπο. Αλλά ο νόμος προβλέπει επίσημη διαβεβαίωση χωρίς οποιαδήποτε θρησκευτική απόχρωση. Κάτω από την κάλυψη αυτής της διάταξης, το κράτος πληρώνει τους ιερείς τα νοσοκομεία, τα σχολεία, τις φυλακές και την αστυνομία και τις ένοπλες δυνάμεις. Η Παράλφος 3 συντάχθηκε όταν το Σύνταγμα ανέφερε, όπως ακόμη η Πράτη, στο άρθρο 10, ότι η στοιχειώδηση εκπαίδευση θα έπρεπε να είναι ελεύθερη και υποχρεωτική. Αλλά από το 1994 η ηλικία της υποχρεωτικής εκπαίδευσης αυσχύθηκε στα 16 και επομένως για την ακρίβεια το καθολικό μάθημα των θρησκευτικών παρέχεται σε όλα τα δημόσια σχολεία στοιχειώδους και μέσης εκπαίδευσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι υποχρεωτικό για τους μαθητές να το λαμβάνουν. Η υποχρέωση βαρύνει το κράτος να το παρέχει και να το χρηματοδοτεί. Το άρθρο 32, το οποίο αποτελεί αρχική διάταξη του 1964, αφορά τα θεμελιώ δικαιώματα και ελευθερίες του ατόμου και είναι το πρώτο μια σειράς άρθρων που αποτελούν ενία ομάδα από το κεφάλαιο 4 με τον ίδιο τίτλο. Η διάταξη αυτή προβλέπει. Το άρθρο 32. Επειδή κάθε πρόσωπος στη Μάλτα έχει δικαίωμα να απολαμβάνει τα θεμελιώ δικαιώματα και ελευθερίες του ατόμου, ανεξάρτητα από τη φυλή, τον τόπο καταγωγής, τις πολιτικές απόψεις, το χρώμα, την πίστη ή το φύλλο, αλλά υπό την επιφύλαξη του σεβασμού των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων και του δημόσιου συμφέροντος σε σχέση με καθένα από τα ακόλουθα και όλα, δηλαδή πρώτον τη ζωή, την ελευθερία και την ασφάλεια του ατόμου, την απόλαυση της περιουσίας και την προστασία των όμων, δεύτερον η ελευθερία της συνείδησης, της έκφρασης και τους συνέρχεστε ειρηνικά και τους συνετερίζεστε και τρίτον το σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του ατόμου. Οι ακόλουθες διατάξεις αυτού του κεφαλαίου θα ισχύουν προς σκοπό της παροχής προστασίας για τα παραπάνω αφαιρόμενα δικαιώματα και ελευθερίες που υπόκειται στους περιορισμούς της εν λόγω προστασίας, οι οποίοι περιέχονται σε αυτές διατάξεις, όντας περιορισμοί που προορίζονται να διασφαλίσουν ότι η απόλαυση των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών από οποιοδήποτε άτομο δεν παραβιάζει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των άλλων ή των δημόσιων συμφέρον. Η Μάλτα έχει μια μακρά παράδοση φιλοξενίας ανθρώπων διαφόρων φυλών και πίστεων. Με τη βρετανική απεικιακή παρουσία, ο αριθμός των προδεστατών όλων των θρησκευμάτων που κατείχαν υψηλές θέσεις στο κράτος ήταν συχνό γεγονός και τα νησιά είχαν μικρή ουδαϊκή κοινότητα, καθώς και μικρό αριθμό μουσουρμάνων εμπόρων επί αιώνες. Πράγματι, στη δεκαετία του 1860, κτίστηκε ένας αριθμός κοιμητηρίων για τις ανάγκες της ταφής των μη καθολικών με δημόσιες δαπάνες, ταυτόχρονα με την οικοδόμηση ρωμιοκαθολικού κοιμητηρίου. Η πρακτική της απαγόρευσης των διακρίσεων συνεχίστηκε διάρκεια της αυτοκυβέρνησης μετά την εξαρτησία και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Στο ίδιο κεφάλαιο, το άρθρο 40 προβλέπε ρητά την προστασία της Λευθερίας Συνείδησης και της Λατρείας Ορίζοντας. 1. Όλα τα πρόσπαστη Μάλτα θα έχουν πλήρη Λευθερία Συνείδησης και θα απολαμβάνουν τις πλήρους άσκησης του αντίστοιχου τρόπου της θρησκευτικής λατρείας τους. 2. Δεν θα απαιτείται το άτομο να λαμβάνει θρησκευτική εκπαίδευση ή να αποδεικνύει γνώσης ή δεξιότητες στη θρησκεία αν, στην περίπτωση, ατόμου που δεν έχει συμπληρώσει η νοικία των 16 ετών, προβάλλεται αντίρρηση σε εν λόγω απέτηση από το πρόσωπο που, σύμφωνα με το όνομα, ασκεί τη γονιχή περί μνά του και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, αν το άτομο από το οποίο απαιτείται τούτο προβάλλει αντίρρηση σε αυτό. 3. Η εν λόγω απέτηση δεν θα θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστη με αυτό το άρθρο ή ότι το παραβιάζει στην έκταση που οι γνώσεις ή οι δεξιότητες ή η εκπαίδευση στη θρησκεία απαιτούνται για τη δασκαλία της εν λόγω θρησκείας ή για την αποδοχή στην ιεροσύνη ή σε μοναχικό τάγμα ή για άλλους τους σκεφτικούς σκοπούς με την εξέρτηση περίπτωσης κατ' την οποίαν αυτή η απέτηση αποδεικνύεται ότι δεν δικαιολογείται σε δημοκρατική κοινωνία. 3. Οποιαδήποτε διάταξη, οποιουδήποτε νόμου ή εφαρμογή οποιουδήποτε νόμου δεν θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστη με την παράραφο 1 ή ότι είναι σε αντίθεση προς αυτήν. Στην έκταση που εν λόγω νόμος ορίζει ότι απαιτείται εύλογα προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ηθικής, της δημόσιας υγείας ή της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων και με την εξαίρεση της περίπτωσης κατά την οποία αυτή η διάταξη ή αν υπάρχει περίπτωση ή εφαρμογή της αποδεικνύεται ότι δεν δικαιολογείται εύλογα σε δημοκρατική κοινωνία. Αυτό δεν ήταν το αρχικό κείμενο στο Σύνταγμα του 1964, ούτε μπορεί να λεχθεί ότι έχει διατυπωθεί και συνταχθεί πολύ απλά. Φαίνεται να υπήρξε αποτέλεσμα συμβασμό, όχι μόνο μεταξύ της θέσης της κυβέρνησης της Μάλτας και εκείνης του Βατικανού, αλλά και σημαντικού παιχνιδιού με τις λέξεις. Όμως, ικανοποίησε τουλάχιστον τις ανάγκες συμβιβασμού εκείνης της εποχής και δεν έχει προκαλέσει οποιαδήποτε ερμηνευτική δασκαλία, με συγχωρείται, οποιαδήποτε ερμηνευτική δυσκολία από τότε, καθώς είναι επρακώς σαφής παρά την άφθονη περιττωλογία. Το άρθρο 45 στο ίδιο κεφάλαιο 4 προβλέπει τα ένδικα βοηθήματα και τα μέσα επανόρθωσης με περίπτωση πρόκλησης διακρίσεων για διάφορους λόγους. Η παράγραφος 9 διασαφνίζει περιττέρο προλέποντας διετά. Η απέτηση που παρατάφθα θεσπίζεται ότι η ρωμαϊκή καθολική θρησκεία πρέπει να διδάσκεται από άτομο που ομολογεί αυτή τη θρησκεία, δεν θα θεωρείται ότι δεν συμφωνεί ή ότι παραβιάζει αυτό το άρθρο. Τώρα προχωρούμε στο σχετικό σχολιασμό του Δήματος των Σχέσεων Κράτους Θρησκευμάτων στο Σύνταγμα της Μάλτας, το οποίο μας παρουσίασε ο καθηγητής Ουγκώ Μίσβουτ Μπονίτσι στο άρθρο του για τα κράτη και τα θρησκεύματα στη Μάλτα. Μας παρουσίασε και μας εξήγησε τις σχετικές συνταγματικές διατάξεις που αφορούν τη σχέση κράτους θρησκευμάτων στη Μάλτα. Πρατήρησαμε με ενδιαφέρον ότι το άρθρο 2 του Συντάγματος στην παράγραφο 1 αναφέρει ότι η θρησκεία της Μάλτας είναι η ρωμαϊκή καθολική αποστολική θρησκεία. Κάποιος θα μπορούσε να νομίσει ότι κατοχυρώνεται το σύστημα των σχέσεων της κρατικής θρησκείας. Αυτό είναι εσφαλμένο. Διότι η Αγία Έδρα ουδέποτε έχει δεχθεί η Καθολική Εκκλησία να αποτελεί κρατική εκκλησία σε οποιοδήποτε κράτος. Ποιο είναι λοιπόν το νόημα αυτής της διάταξης ότι η θρησκεία της Μάλτας είναι η ρωμαϊκή καθολική αποστολική θρησκεία. Το νόημα είναι το εξής, ότι καθιερώνεται σύστημα σχέσεων κράτους, κράτους θρησκευμάτων εν γένη και καθολικής εκκλησίας ειδικότερα εκείνου του χωρισμού. Με επίσημη θρησκεία και ειδικά αναγνωρισμένη στο Σύνταγμα της Μάλτας την καθολική εκκλησία. Είναι επίσημη όμως χωρίς να είναι κρατική. Διότι η καθολική εκκλησία στη Μάλτα έχει το ίδιο καταστατικό όπως η καθολική εκκλησία σε οποιοδήποτε κράτος του κόσμου. Δηλαδή, κατά εφαρμογή του δικαιώματος στην αυτονομία των εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινοτήτων που αναγρορίζεται από το Σύνταγμα και από το Διεθνές Δίκαιο Προσοχής Ανθρωπιών Δικαιωμάτων, το καταστατικό της καθολικής εκκλησίας αποτελείται από τρεις αποστολικές διατάξεις, δηλαδή από τρεις παππικούς νόμους. Η αποστολική διάταξη που κυρώνει τον Κώδικα Κανονικού Δικαίου της Λατινικής Εκκλησίας, η αποστολική διάταξη που κυρώνει τον Κώδικα Κανονών των Ανατολικών Καθολικών Εκκλησιών του 1980 και η αποστολική διάταξη για τη Ρωμαϊκή Κουρία, δηλαδή για την κεντρική οργάνωση και διοίκηση της καθολικής εκκλησίας, δηλαδή της Αγίας Έδρας. Το καταστατικό λοιπόν της καθολικής εκκλησίας στη Μάλτα δεν θεσπίζεται από το Κοινοβουλίο της Μάλτας γιατί τότε θα έχουμε κρατική εκκλησία, αλλά θεσπίζεται από την κεφαλή της καθολικής εκκλησίας που είναι ο νότατος νομοθέτης, κυβερνήτης, δικαστής και διδάσκαλος. Και αποτελείται από αυτούς τους τρεις παππικούς νόμους, τους οποίους προναφέραμε. Γι' αυτό λοιπόν το Σύστημα Σχέσεων Κράτων Σκευμάτων, συμπερασματικά λέμε στην Μάλτα, είναι αυτό του χωρισμού με επίσημη εκκλησία την Καθολική Εκκλησία, η οποία αναγνωρίζεται ειδικώς στο Σύνταγμα της. Επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζει και η παράγραφος 2, η οποία δεν θεωρείται μη αναθεωρητέα από τη σχετική συνταγματική διάταξη του Συντάγματος της Μάλτας. Οι αρχές Ρωμαϊκής Καθολικής Εκκλησίας έχουν το δικαίωμα να διδάσκουν ποιες αρχές είναι ορθές και ποιες είναι εσφαλμένες. Δηλαδή, οι αρχές της Καθολικής Εκκλησίας στη Μάλτα είναι αυτές οι οποίες υπαγορεύουν τη συμφωνία των νόμων της Μάλτας με τη διδασκαλία της Καθολικής Εκκλησίας. Αυτή λοιπόν η διάταξη είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη. Όπως είναι γνωστό, μέχρι πρόσφατα η Μάλτα δεν επέτρεπε το διαζύγιο, αλλά όμως το επιτρέπει πλέον. Πληνόμως αυτή η διάταξη ότι οι αρχές της Ρωμαϊκής Καθολικής Εκκλησίας υπαγορεύουν τις αρχές που είναι ορθές και τις οποίες πρέπει να ακολουθεί το κράτος στην ομοθετική του πολιτική και στη διοικητική πράξη και στη δικαστική πράξη, εξακολουθεί να ισχύει. Στο σημείο αυτό τελείωσε η 8η διάλεξη του μετατυχιακού του εκκλησιαστικού δικαίου δευτέρο έτους ελληνικού εξαμίνου, διότι πέρασε ο χρόνος και μαζί ολοκληρώθηκε το άρθρο του καθηγητή Ουγκο Μισφουτμπονίτσι που αναφέρεται στη Συνταγματική Βάση των Σχέσεων Κράτους των Ελληνικών Επιτρέπτων και των Ελληνικών Επιτρέπτων και των Ελληνικών Επιτρέπτων.