Άμεση δικαστική προστασία των ιδιωτών κατά το ά. 263 ΣΛΕΕ / Διάλεξη 23 / Δ. Γρατσίας, Πρόεδρος Τμ. Γεν. ΔΕΕ, Σύμβουλος Επικρατείας
Δ. Γρατσίας, Πρόεδρος Τμ. Γεν. ΔΕΕ, Σύμβουλος Επικρατείας: Δεν θα επαναλάβω όσα υπόθηκαν σχετικά με την προσωπικότητα και του έργου του ετοιμωμένου, που τα είπαν άλλοι και αρμοδιότεροι μου. Πιτρέψτε μου, όμως, ένα προσωπικό τόνο. Ως νοοθερμένος στο Λουξενβούργο το 2010, διαπίστωσα ότι εκαλούμινα εργ...
Κύριος δημιουργός: | |
---|---|
Γλώσσα: | el |
Φορέας: | Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης |
Είδος: | Ανοικτά μαθήματα |
Συλλογή: | Νομικής / Ευρωπαϊκό Συνταγματικό Δίκαιο |
Ημερομηνία έκδοσης: |
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
2015
|
Θέματα: | |
Άδεια Χρήσης: | Αναφορά-Παρόμοια Διανομή |
Διαθέσιμο Online: | https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=ca1fa8eb |
id |
ecb82c5d-216e-4d77-a470-b22f01de34f9 |
---|---|
title |
Άμεση δικαστική προστασία των ιδιωτών κατά το ά. 263 ΣΛΕΕ / Διάλεξη 23 / Δ. Γρατσίας, Πρόεδρος Τμ. Γεν. ΔΕΕ, Σύμβουλος Επικρατείας |
spellingShingle |
Άμεση δικαστική προστασία των ιδιωτών κατά το ά. 263 ΣΛΕΕ / Διάλεξη 23 / Δ. Γρατσίας, Πρόεδρος Τμ. Γεν. ΔΕΕ, Σύμβουλος Επικρατείας Ευρωπαϊκό Συνταγματικό Νομική Επιστήμη - Δίκαιο Δίκαιο Παπαδοπούλου Τριανταφυλλιά |
publisher |
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ |
url |
https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=ca1fa8eb |
publishDate |
2015 |
language |
el |
thumbnail |
http://oava-admin-api.datascouting.com/static/d1d9/796a/9caf/3b40/4003/0337/da84/b4d8/d1d9796a9caf3b4040030337da84b4d8.jpg |
topic |
Ευρωπαϊκό Συνταγματικό Νομική Επιστήμη - Δίκαιο Δίκαιο |
topic_facet |
Ευρωπαϊκό Συνταγματικό Νομική Επιστήμη - Δίκαιο Δίκαιο |
author |
Παπαδοπούλου Τριανταφυλλιά |
author_facet |
Παπαδοπούλου Τριανταφυλλιά |
hierarchy_parent_title |
Ευρωπαϊκό Συνταγματικό Δίκαιο |
hierarchy_top_title |
Νομικής |
rights_txt |
License Type:(CC) v.4.0 |
rightsExpression_str |
Αναφορά-Παρόμοια Διανομή |
organizationType_txt |
Πανεπιστήμια |
hasOrganisationLogo_txt |
http://delos.it.auth.gr/opendelos/resources/logos/auth.png |
author_role |
Αναπληρώτρια Καθηγήτρια |
author2_role |
Αναπληρώτρια Καθηγήτρια |
relatedlink_txt |
https://delos.it.auth.gr/ |
durationNormalPlayTime_txt |
00:33:17 |
genre |
Ανοικτά μαθήματα |
genre_facet |
Ανοικτά μαθήματα |
institution |
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης |
asr_txt |
Δεν θα επαναλάβω όσα υπόθηκαν σχετικά με την προσωπικότητα και του έργου του ετοιμωμένου, που τα είπαν άλλοι και αρμοδιότεροι μου. Πιτρέψτε μου, όμως, ένα προσωπικό τόνο. Ως νοοθερμένος στο Λουξενβούργο το 2010, διαπίστωσα ότι εκαλούμινα εργαστήριο, για ένα θεσμικό όργανο, στο οποίο το ελληνικό όνομα είχε ιδιαίτερη βαρύτητα. Και νομίζω πως θα είναι ακριβοδίκιο, για να χρησιμοποιήσω τον όρο που χρησιμοποιήσατε, ο Γιώργος Διαμαντούρος, να πω ότι η βαρύτητα αυτή οφείλεται πολύ στην παρουσία του Προέδρου. Βέβαια, αυτό το έχω πει και με άλλη ευκαιρία ενόπιν του Προέδρου. Αυτό έχει ένα αντίκρισμα. Ένα αντίβαρο, αν θέλετε, την αρνητική πλευρά για τον νεοφερμένο, ότι οι προσδοκίες είναι πολύ ψηλές, αλλά αυτό είναι πρόβλημα του νεοφερμένου. Ευχαριστώ, λοιπόν, τον Πρόεδρο και από τις θέσους αυτοίς, για το γεγονός ότι μου έδωσε την ευκαιρία να εργαστώ για το θεσμό, υπό αυτές τις συνθήκες. Μπαίνοντας στο θέμα, φοβάμαι πως θα πρέπει να πω, θα είναι υπερβολικά δικονομικό, αλλά είναι η φύση της ήλις τέτοια. Θα προσπαθήσω να το διανθίσω με παραδείγματα για να γίνουν κατανοητές σε ορισμένες έννοιες που, πρέπει να μολογίσουμε, δεν είναι πολύ εύκολο, δεν είναι πολύ ευαναγωνώστες, τουλάχιστον σε πρώτους όψους. Θα ξεκινήσω με την κοινοτοπία, από την οποία ξεκινούν πολύ συχνά αυτού του είδους οι παρουσιάσεις, ότι κεντρικό στοιχείο της οργάνωσης, της συγκρότησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως Ένωσης Δικαίου, είναι η πρόβλεψη, η θέσπιση ενός εσωτερικού συστήματος, ενός αυτοτελούς δικαιοδοτικού συστήματος, ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων των νοσιακών οργάνων. Και προστίθεται ως χαρακτηριστικό στοιχείο, ακριβώς, της φύσεως της Ένωσης ως Ένωσης Δικαίου, το γεγονός ότι τον έλεγχο, και μάλιστα άμεσο, των πράξεων των νοσιακών οργάνων μπορεί να τον ζητήσουν όχι μόνο τα κράτη-μέλη και τα όργανα, αλλά και οι ιδιώτες. Ως προς τις ατομικές πράξεις των νοσιακών οργάνων, ο ιδιώτης έχει μόνο αυτήν την οδό. Την οδό της προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του ενεδικαστή της Ένωσης. Όμως, ο ιδιώτης έχει και μια άλλη οδό για τις πράξεις που στην ενωσιακή πρακτική, είναι όρος της συνθήκης, για τις πράξεις γενικής ισχύος, τις πράξεις που θεσπίζουν κανόνες δικαίου. Πράξεις αυτές θυμίζονται, θυμίζω την ομολογία του Δικαστηρίου, ως οι πράξεις οι οποίες ορίζουν το υποκειμενικό πηδί εφαρμογής τους με βάση αφηρημένα κράτους, γενικά και αφηρημένα κριτήρια. Ως προς τις πράξεις, λοιπόν, αυτές οι γενικές ισχύες, αντίθετα με αυτού που συμβαίνει με τις ατομικές ενωσιακές πράξεις, ο ιδιώτης έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει παρεπιπτόντος το κύρος τους, ενώπιον είτε του ενωσιακού δικαστή, είτε του εθνικού δικαστή, φυσικά στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ζητώντας του να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο 10. Ήδη δε. Με αυτά τα δεδομένα, το δικαιοδοτικό σύστημα της Ένωσης θα μπορούσε, θεωρητικά, να έχει μια πολύ απλή μορφή. Θα προβληπώταν ότι οι ατομικές πράξεις, που δεν είναι δεκτικές άλλης μορφής ευθέως ελέγχου, είναι οι μόνες που θα προσβάλλονται ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, ενώ αντίθετα καμιά πράξη γενικής ισχύος, που θα είχε εξωτερικά χαρακτηρίστη κάμια πράξη γενικής ισχύος, δεν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί με ευθεία προσφυγή ενώπιον του δικαστή της Ένωσης. Οι συντάκτες της Ένωσης δεν θέλησαν αυτό το απλό σχήμα και η βούληση αυτή του νομοθέτη είναι στη ρίζα της περιπλοκότητος του συστήματος. Θέλησαν ένα σύστημα όπου δεν θα προσβάλλει ο ιδιώτης μόνο την πράξη της οποίας είναι αποδέκτης και η οποία ως πράξη που έχει αποδέκτη ιδιώτη είναι εξορισμού πράξη ατομική, αλλά θέλησαν να έχουν τη δυνατότητα οι ιδιώτες να προσβάλλουν και τις πράξεις που έχουν το ένδυμα της πράξης γενικής ισχύος, αλλά στην πραγματικότητα αφορούν τον ιδιώτη σαν να είναι πράξεις ατομικές. Η βούληση αυτή όμως των συντακτών της συνθήκης έπρεπε να συνηπάρξει με μία άλλη επιδιώξη πολύ σημαντική. Δεν έπρεπε να τεθεί σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του δικαιοδοτικού συστήματος της Ένωσης αν ανοιγόταν υπερβολικά η δυνατότητα ευθείας προσφυγής κατά των πράξεων γενικής ισχύος, γιατί καταλαβαίνετε ότι εξαιτίας ακριβώς του ότι οι πράξεις γενικής ισχύος έχουν ένα πρακτικά ανοιχτό πεδίο εφαρμογής θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πλημμυρίδα προσφυγών ενώπιον του δικαστή της Ένωσης. Πώς αποτυπώνονται αυτές οι εν μέρη τουλάχιστον αντίρροπες στοχεύσεις των συντακτών της συνθήκης. Ήδη να θυμίσω ότι από την αποκαταβολή της Συνθήκης της Ρώμης, από το 173 της Συνθήκης για την ΕΟΚ, υπήρχε και συνεχίστηκε μια βασική διάκριση ανάμεσα στους λεγόμενους προνομιούχους, δεν είναι όρος της Συνθήκης φυσικά, διαδίκους και στους ιδιώτες. Για τους προνομιούχοι, που είναι τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα, όργανα και οργανισμοί, με κάποιες προϋποθέσεις δεν μπαίνω σε λεπτομέρειες, είναι μια ολιγάριθμη εξορισμή, μια κλειστή ομάδα. Εξού και ο κίνδυνος της πλημμυρίδας δεν υπάρχει τουλάχιστον από πλευράς αριθμού δυναμμένων να ασκήσουν το έντοικο βοήθημα προσώπου. Για αυτούς, λοιπόν, η Συνθήκη προβλέπει ότι το παραδεκτό των προσφυγών τους ελέγχεται μόνο από την άποψη της συνδρομής των αντικειμενικών προϋποθέσεων του παραδεκτού, δηλαδή, πρακτικά, από την φύση της πράξης, αν η πράξη παράγει διεσμευτικές έννομες συνέπειες και από την προθεσμία. Αντίθετα, για τους ιδιότες, όπου, επαναλαμβάνω, υπήρχαν αντίρωπες στοχεύσεις, το σύστημα που επέλεξε η Συνθήκη, ήδη από την εποχή της Συνθήκης Ρώμης, είναι το εξής. Εκτός από τις αντικειμενικές προϋποθέσεις του παραδεκτού, επιλέγονται και οι υποκειμενικές προϋποθέσεις του παραδεκτού ή αυτό που λέμε ενεργητική νομιμοποίηση. Και για να υπάρχει ενεργητική νομιμοποίηση, απαιτείται είτε να είναι η προσβαλόμενη πράξη να ορίζει ρητά ως αποδέκτη των προσφεύγοντα, αυτό το μήνυμο, ή εάν δεν τον ορίζει ως αποδέκτη, η πράξη πρέπει να αφορά των προσφεύγοντα άμεσα και ατομικά. Φυσικά, για το ζήτημα της προσβολής πράξης, η οποία ορίζει τον προσφεύγοντα ρητά ως αποδέκτη, θέμα δεν γεννάται. Το θέμα δεν είναι επίσης ούτε ιδιαιτέρως δυσχερέστει ούτε ιδιαιτέρως πρωτότυπο για το ζήτημα του κατά πόσον η προσβαλόμενη πράξη αφορά άμεσα των προσφεύγοντα. Εκεί που τα πράγματα γίνονται πρωτότυπα, σε σημείο που, κατά τη γνώμη μου, καθιστούν το δικαιοδοτικό σύστημα της Ένωσης ένα σύστημα με λογική εντελώς ξεχωριστή από τα εθνικά δικαιοδοτικά συστήματα, είναι το ζήτημα του ελέγχου του ατομικού επηρεασμού του προσφεύγοντας από την προσβαλόμενη πράξη. Η κεντρική σημασία αυτού του θέματος οφείλεται στο ότι ακριβώς αποτελεί το σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην ανάγκη να ανοίξει στο βαθμό που ήθελαν οι συντάκτες της συνθήκης η άμεση πρόσβαση στο δικαστήριο και αυτό το άνοιγμα να συμβιβαστεί με την αποτροπή του κινδύνου της κατάρρευσης του συστήματος. Η κεντρική, λοιπόν, σημασία του στοιχείου αυτού εξηγεί και το γεγονός ότι απασχόλησε την ομολογία, σε πολλές περιπτώσεις και με ένταση, και τη θεωρία βέβαια. Δεύτερον, προκάλεσε μια συζήτηση πάντως μέσα στο δικαιοδοτικό σύστημα της Ένωσης στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Και τρίτον, εν μέρει και εξαιτίας αυτής της συζήτησης, οδήγησε σε μια πολύ σημαντική τροποποίηση της συνθήκης που έχει αποτυπωθεί στο καινούργιο 263 εδάφιο 4. Η παρουσίασή μου, λοιπόν, θα έχει τρία μέρη. Το πρώτο μέρος θα προσπαθήσω να κάνω ένα απολογισμό της ομολογίας για τον άμεσο επηρεασμό. Το δεύτερο μέρος θα πω πράγματα που για τους παλιότερους είναι γνωστά, αλλά επειδή βλέπω ότι υπάρχουν πολύ νέοι στο ακροατήριο, ίσως μια-δυο κουβέντες για αυτό που λέω ενδοδικαστικός διάλογος σχετικά με τον άμεσο επηρεασμό, με τον ατομικό επηρεασμό, θα ήταν ίσως χρήσιμος. Θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος. Και το τρίτο μέρος θα αφιερωθεί στην τροποποίηση που επέφερε στο σύστημα το νέο 263 τέταρτο εδάφιο και στα πρώτα συμπεράσματα την ομολογική επεξεργασία, συμπεράσματα εντολώς πρόσφατα. Πριν περάσω στο πρώτο μέρος, να θυμίσω το εξής, ότι όταν εξετάζεται αν υπάρχει ατομικός επηρεασμός του ιδιώτη προσφεύγοντος, ο δικαστής βρίσκεται ήδη στο απότατο δυνατό στάδιο του ελέγχου του παραδεκτού. Έχει ήδη ελέγξει, κατά την ομολογική πορεία των πραγμάτων τουλάχιστον, ότι η πράξη παράγγει ενώ με συνέπειες, ότι έχει προβληπθεί εμπροθέσμος και ότι αν και ο προσφεύγον δεν είναι αποδέκτης, τον αφορά άμεσα. Μόνο αν όλα αυτά διαπιστωθούν, θα τεθεί το ζήτημα του κατά πόσον υπάρχει και ατομικός επηρεασμός. Δεν θα ασχοληθώ φυσικά με τίποτα από όλα αυτά, μόνο να θυμίσω, γιατί έχει κάποια σημασία για τη συνέχεια, ότι για το θέμα του άμεσου επηρεασμού, το κρίσιμο στοιχείο είναι αν η προσβαλόμενη πράξη παράγει τις ένωμες συνέπειες της χωρίς να είναι αναγκαία η μεσολάβηση της βουλής ως άλλο οργάνου. Οι ένωμες συνέπειες, όποιες κι αν είναι αυτές, αφορούν, αντανακλούν στο πρόσωπο του προσφεύγοντα, χωρίς να είναι ανάγκη να υπάρξει πράξη είτε νοσιακού, είτε εθνικού οργάνου, για να μπορέσουν να παραχούν αυτές οι ένωμες συνέπειες. Η νομολογία έχει δεχθεί ότι υπάρχει, πληρούνται αυτή η προϋπόθεση και στην περίπτωση, όπου προβλέπεται η έκδοση της πράξεως, αλλά η πράξη και ως προς το αν θα εκδοθεί και ως προς το περιεχόμον που θα έχει είναι περίπου στον αυτόματο πυλότο. Θα βγει οπωσδήποτε η πράξη και θα έχει οπωσδήποτε αυτό το περιεχόμον. Και σε αυτή την περίπτωση, λοιπόν, θεωρείται ότι φύγεται, ότι τον αφορά αμέσως τον ιδιότη προσφεύγοντα η πράξη. Το λέω γιατί προς το τέλος της ανάπτυξης υπάρχει μια ενδιαφέρουσα διασταύρωση με το ζήτημα του ατμικού επηρέασμου. Περνώντας στο πρώτο μέρος και αναγκαστικά για να κάνει κανείς απολογισμό της νομολογίας ο ατμικός επηρεασμός πρέπει να ξεκινήσει από το α, δηλαδή την νομολογία Πλάουμαν, μια θεμελιώδη για το ζήτημα νομολογία, της οποίας γίνεται επίκλειστε λειτουργικά επί μισό αιώνα. Η απόφαση αυτή προβλέπει ότι, για να μπορέσει να θεωρηθεί ως μία πράξη, προσβαλόμενη πράξη, ως αφορόσα των ιδιότη προσφεύγοντα, πρέπει να καταδειχθεί ότι αυτός επηρεάζεται λόγω ξεχωριστών ιδιωτήτων ή μιας πραγματικής καταστάσεως, που τον εξατουμικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη. Είναι η μεταφορά στη γλώσσα του Δικαστηρίου, της έγνοιας που είχε ο συντάκτης της συνθήκης, να μην αποφευθεί ο ευθύς ατομικός έλεγχος πράξεων, λόγω του τυπικού ενδύματος που οι πράξεις αυτές μπορεί να έχουν. Διερευνώντας το πεδίο εφαρμογής αυτής της νομολογίας πλάωμα, πρέπει να πω πρώτα-πρώτα ότι σε μια περίπτωση που δεν είναι καθόλου ασυνήθιστη, η εφαρμογή της θα σε να δει κανένα απόλυτος πρόβλημα. Είναι η περίπτωση όπου υπό το ένδυμα μιας πράξης που έχει τυπική μορφή που αρμόζει σε πράξη γενικής ισχύος, κανονισμός παραδείγματος χάρη, υπό το ένδυμα αυτό υπάρχει μια ατομική ρύθμιση που απλώς δεν λέει το όνομά της, δεν ονοματίζεται στον κανονισμό ως αποδέκτης ο κύριος α, αλλά αυτό προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια από το γράμμα του κανονισμού. Κλασικό παράδειγμα και από την πρόσφατη πρακτική, πολύ συχνό, στο πεδίο της επιβολής περιοριστικών μέτρων δέσμευσης και αφαλέων, δηλαδή στο πλαίσιο της πολιτικής εξωτερικών σχέσεων και ασφάλειας, η μορφή που έχουν οι κανονισμοί επιβάλλονται τα περιοριστικά μέτρα, είναι κατά κανόνα η εξής, άρθρο πρώτο, επιβάλλονται τα περιοριστικά μέτρα στα πρόσφατα που έχουν αυτά και αυτά τα χαρακτηριστικά, γενική και αφηρημένη ρύθμιση, άρθρο δύο, το Συμβούλιο κάνει μια πρώτη εφαρμογή αυτών των αφηρημένων κριτερίων και λέει, εμπίπτουν σε αυτόν τον ορισμό και αποτελούν αντικείμενο των περιοριστικών μέτρων, ή εξής α, β, γ, τους οποίους περιλαμβάνει σε παράρτημα. Βλέπουμε λοιπόν ότι υπό το ένδυμα του κανονισμού και σε συνύπαρξη με μια γενική και αφηρημένη ρύθμιση, υπάρχει και μια ατομική ρύθμιση που απλώς δεν λέει το όνομά της. Σε αυτή την περίπτωση η νομολογία πλάωμα δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα εφαρμογής και είναι άλλωστε και το κλασικό παράδειγμα, φαντάζομαι, είχε υπόψη του συντάκτης της συνθήκης όταν προέβλεψε αυτή τη δυνατότητα. Εκεί που τα πράγματα γίνονται δύσκολα είναι όταν η προσβαλόμενη πράξη είναι πράξη γενικής ισχύος και είναι καθαρόημη πράξη γενικής ισχύος, δηλαδή περιέχει αποκλειστικά και μόνο γενικές και αφηρημένες ρυθμίσεις, όχι μόνο αφηρήματα, όχι μόνο αφηρήματα, όχι μόνο αφηρήματα, όχι μόνο αφηρήματα. Και το πραγματικό πρόβλημα στον ατομικό επηρεασμό να μην είναι ζήτημα προσεκτικής ανάγνωσης απλώς. Για να δείξω τη διαφορά από το Εθνικό Σύστημα, τα Εθνικά Στήματα και οπωσδήποτε από το Ελληνικό, επιτρέψω να θυμίσω ότι όταν προσβάλλεται στο Ελληνικό Σύστημα κανονιστική πράξη της διοίκησης του εφαρμογής της προσβάλλοντας πράξης, να αποδείξει δηλαδή ότι ανήκει στον κύκλο εκείνων, επί των οποίων θα εφαρμοστεί η πράξη είτε τώρα είτε στο μέλλον και αρκεί να αποδείξω ότι η προσβαλόμενη κανονιστική πράξη θα αποτελέσει τη βάση, τη νομική βάση για την έκδοση βλαπτικών ατομικών πράξεων στο μέλλον. Στο δίκιο της Ένωσης, στο δικαιοδοτικό σύστημα της Ένωσης τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Δεν αρκεί να αποδείξεις ότι πληρείς τις γενικές και αφηρημένες προϋποθέσεις βάση των οποίων ορίζει προσβαλόμενη πράξη γενικής ισχύειας στο υποκοιμενικό παιδί ο εφαρμογής της. Πρέπει επιπλέον να περάσει το τεστ Πλάουμαν. Για μια ακόμη φορά να αποδείξεις ότι εμπίπτεις στο υποκοιμενικό παιδί εφαρμογής της προσβαλόμενης πράξης, πληρείς τις γενικές και αφηρημένες προϋποθέσεις εφαρμογής της πράξης γενικής ισχύειας, αλλά ταυτόχρονος αυτή η πράξη σε επηρεάζει ατομικά. Σε επηρεάζει σαν να είναι ατομική πράξη. Η εφαρμογή της νομολογίας πλάουμαν έχει δώσει μια πληθώρα λύσεων, δυστυχώς περιπτωσιολογικών και πρέπει να πω ότι η προσπάθεια του να εντοπιστεί το λογικό νήμα που τη συνδέει δεν είναι καθόλου προφανής. Θα προσπαθήσω να εντοπίσω αυτό που θεωρώ εγώ ως λογική συνέχεια της νομολογίας. Μετά την Πλάουμαν το επόμενο βήμα που έκανε το Δικαστήριο ήταν να πει ότι μια πράξη γενικής ισχύος επηρεάζει το προσφεύγοντα σαν να είναι ατομική, αν ο προσφεύγον ανήκει σε ένα κλειστό κύκλο ενδιαφερωμένων, κύκλο ο οποίος δεν μπορεί να διευρυνθεί μετά την θέσπιση της προσβαλόμενης πράξης. Λέει δηλαδή η νομολογία ότι δεν αρκεί να καταδείξεις ότι είσαι μέρος, ότι ανήκεις στο υπονομικό πεδίο εφαρμογής της πράξης, πρέπει να αποδείξεις ότι είσαι σε ένα υποσύνολο, κλειστό μάλιστα, μέσα σε αυτό το ευρύ πεδίο εφαρμογής. Το θέμα όμως που τίθεται είναι με τι κριτήρια συγκροτείται αυτός ο κλειστός κύκλος. Εδώ λοιπόν νομίζω ότι από την νομολογία μπορούν να βγουν τρεις περιπτώσεις, οι οποίες έχουν αύξοντα βαθμό της χέριας. Ο κλειστός κύκλος, ο πιο εύκολος, είναι όταν η προσβαλόμενη πράξη έχει εκδοθεί βάση διατάξεων που προβλέπουν ειδικά ότι στη διαδικασία υπόνοησης της πράξης θα μετάσχει η ιδιότητα. Το κλασικό παράδειγμα είναι οι διατάξεις που διέπουν τη διάγνωση από την Επιτροπή της συμβατότητας ή μη των συστημάτων κρατικών ενισχύσεων, των εθνικών κρατικών ενισχύσεων με τη συνθήκη. Προβλέπονται ρητά διατάξεις που παραφυλάσσουν διαδικαστικά δικαιώματα υπέρ ιδιωτών. Αυτοί οι ιδιώτες έχουν τη δυνατότητα στη συνέχεια, εξαιτίας αυτών των διαδικαστικών εγγύσεων που απολάβουν, να προσβάλλουν την πράξη που θα εκδοθεί με βάση αυτή τη διαδικασία. Ανήκουν σε αυτόν τον κλειστό κύκλο των προσώπων που έχουν αυτές τις διαδικαστικές εγγύσεις. Η δεύτερη περίπτωση είναι η περίπτωση όπου δεν προβλέπεται μάνει ότι στη διαδικασία εκδόσεως θα μετάσχει ενεργώς ο ιδιώτης, αλλά προβλέπεται ότι κατά την εκπόνηση της πράξης, το όργανο που την εκδίδει πρέπει να λάβει υπόψη ως ουσιαστική προϋπόθεση της έκδοσης, την πραγματική κατάσταση υπό την οποία τελούν ορισμένοι ιδιώτες. Υπάρχει μια νομολογία στο Freeport, που είναι το πιο εύκολο παράδειγμα του δεκαετία του 1990, πολύ απλά πραγματικά περιστατικά. Ένας κανονισμός προβλέπει ότι μπορεί η Επιτροπή να λάβει μέτρα διασφαλίσεως για να περιορίσει σε ορισορισμένες περιπτώσεις την εισαγωγή από τρίτες χώρες. Έρχεται ένας δεύτερος κανονισμός και λέει, ναι, αλλά όταν λαμβάνεις αυτά τα μέτρα διασφαλίσεως πρέπει να λάβεις υπόψη σου μήπως υπάρχουν υποδιακομετακόμηση ήδη τέτοια προϊόντα που κινούνται από κάποια εισαγωγία προς την ευρωπαϊκή αγορά. Εδώ λοιπόν επεβλήθηται υπεριοριστικό μέτρο για κάποια προϊόντα χειλής και ο προσφεύγων προσέβαλε αυτή την πράξη λέγοντας, μα εγώ είχα ήδη φορτώσει στη χειλή. Και από αυτή την άποψη έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως ουσιαστική προϋπόθεση της πράξης η κατάστασή μου. Και εδώ αναγνωρίστηκε η εξατωμίκευση. Αναγνωρίστηκε ότι προσβαλώνει την πράξη παρά το ότι έχει μορφή κανονισμού, τον επηρεάζει ατομικά. Οι δύο αυτές οι περιπτώσεις είναι περιπτώσεις που η εξατωμίκευση γίνεται με κριτήρια που αφορούν τη γέννηση της πράξης, την προϊστορία της πριν από τη θεσπιστή της. Το πρόβλημα, και εδώ φτάνουμε στην καρδιά της δυσκολίας και στην καρδιά πλαόμα, είναι όταν πρέπει να ελεγχθεί αν υπάρχει εξατωμίκευση, όχι από την ιστορία της πράξης, πώς θεσπίστηκε από τους ισιαστικών προϋποθεσμών διαδικασίας, αλλά ποιες είναι οι συναιπιές της. Και αυτό είναι η καρδιά του προβλήματος και ο σταυρός της νομολογίας. Υπήρχε μια πρώτη φάση της νομολογίας, όπου έγινε μια απόπειρα να ελεγχθεί μήπως το κριτήριο, με βάση του οποίου συγκροτήται ο κλειστός κύκλος από άποψη συναιπιών, είναι η βαρύτητα των συναιπιών αυτών, πόσο βαριά είναι η συνέπεια για τον προσεύγωτο. Αυτό είναι το κλασική νομολογία extramed, το οποίο εγκαταλήθηκε πολύ γρήγορα, γιατί διαπιστώθηκε ότι αν τυχόν παρεμβληθούν υποκειμενικά κριτήρια σε σχέση με το πόσο βαριές είναι οι συνέπειες, η δεύτερη στόχευση των συντακτών της συνθήκης, δηλαδή η προσπάθεια να μην ανοιχθεί υπερβολικά το πεδίο, θα αιτήθεται ενκίνδυνο. Από ένα σημείο και μετά, από την αρχή της δεκαετίας του 90, η νομολογία νομίζω πως έχει πια προσανατολιστεί στην αξιοποίηση του εξής στοιχείου. Συγκροτείται μια κλειστή ομάδα στα πλαίσια της οποίας εξατμικεύεται επαρκώς ο προσεύγων, αν η ομάδα αυτής στην οποία ο προσεύγων ανήκει, έχει ένα ειδικό δικαίωμα, ένα ειδικό δικαίωμα, το οποίο έχει αποκτήσει είτε με σύμβαση, είτε με διοικητική πράξη, και το οποίο ειδικό δικαίωμα είτε εξαλείφεται εντελώς, είτε περιορίζεται με την προσβαλόμενη πράξη γενικής ισχύος. Η πιο χαρακτηριστική απόφαση αυτής της σειράς νομολογικής είναι μια απόφαση Κοντόρνιου του 1994, όπου μια πράξη γενικής ισχύος, η οποία απαγόρευσε τη χρήση ενός όρου αφρόδες, κρεμμάν, για τους υνοπαραγωγούς σε οποιασδήποτε χώρα πριν Γαλλία και Λουξενβούργο, προσελούθηκε από κάποιον Ισπανό υνοπαραγωγό που είπε, «Μα τι λέτε, εγώ έχω σήμα, εικονιστικό σήμα που περιλαμβάνει τη λέξη κρεμμάν, από το 1924». Το Δικαστήριο είπε, «Ναι, εξατομικεύεσαι, γιατί ανήκεις στην κλειστή ομάδα εκείνων, που, κατά το χρόνο θες πίσω στις προσβαλόμενες πράξεις, είχαν τέτοιο ειδικό δικαίωμα να χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο σήμα». Η νομολογία έμεινε σε αυτή τη γραμμή με μια μεταγενέστερη αφόφαση import, όπου και πάλι το κρίσιμο στοιχείο που συγκρότησε την κλειστή ομάδα ήταν η ύπαρξη ενός ειδικού δικαιώματος, το οποίο στην περίπτωση import δεν εξαφανίστηκε εντελώς, όπως στην περίπτωση κοντόρνιου, αλλά περιορίστηκε. Και επιβεβαιώθηκε αυτή η τάση με μια πολύ πρόσφατη απόφαση. Βλέπετε να δείτε ένα περίπλοκο τοπίο, το οποίο δημιούργησε αυτό που ονόμασα προηγουμένως εντοδικαστικά διάλογο και περνάω ήδη στο πολύ σύντομο δεύτερο μέρος. Στον εντοδικαστικό αυτό διάλογο, ο Γενικός Ισαγγελίας Τζέικοπς το 2002 έθεσε το θέμα αν αυτά τα κριτήρια καλύπτουν το εξής πρόβλημα. Τι γίνεται αν τυχόν μετά την έκδοση της προσβαλόμενης πράξης, δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο για να αμφισβητήσω παρεπιπτόντος, παρά μόνο να την παραβιάσω. Διότι αν, καταλαβαίνετε, επιβάλλεται μια απαγόρευση ή μια υποχρέωση και στη συνέχεια δεν μπορεί αυτή η πράξη, αυτή η απαγόρευση να εφαρμοστεί με ατομική πράξη, δυνατότητα να αμφισβητήσω παρεπιπτόντος, τον κανόνα δεν έχω. Το Δικαστήριο υπήρξε και μια απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου επίσης προς την ίδια κατεύθυνση. Το Δικαστήριο αυτή την οδό την απέκλυσε επικαλούμενο τη λογική του συστήματος. Είπε μπορεί το σύστημα να μοιάζει περιοριστικό, μπορεί να μοιάζει να είναι περίπλοκο, αλλά ανταποκρίνεται σε επιλογές των συντακτών της συνθήκης, που ανταποκρίνονται σε βασικές ισορροπίες του συστήματος και αυτές οι ισορροπίες μόνο με ευθύνη του συντάκτη της συνθήκης μπορούν να μεταβληθούν. Πράγμα που αυτό το μήνυμα ελείφθη τελικά υπόψη και περνάω στον τρίτο μέρος. Το μήνυμα ελείφθη από τον αποδέκτη και ήδη κατά το στάδιο της επεξεργασίας του Σχεδίου Συνθήκης για το Σύνταγμα υπήρξε διάθεση, το ζήτημα αυτό του ατομικού επηρεασμού να γίνει αντικείμενο νέας ρύθμισης. Μετά την αποτυχία της συνταγματικής συνθήκης, το θέμα πέρασε στην επεξεργασία της συνθήκης της Λισαβώνας και τελικώς αποτυπώθηκε στο 263-4 για το οποίο μίλησα προηγουμένως. Στο 263-4 δεν αλλάζει τίποτα σπρος τα εξής σημεία. Για μια πράξη γενικής ισχύος εξακολουθεί να απαιτείται να αποδείξεις ότι σε αφορά άμεσα και ατομικά. Όμως, για κάποιες από τις πράξεις γενικής ισχύος, ποιες? Αυτό που λέει η διάταξη κανονιστικές, το βάζω σε εισαγωγικά προς το παρόν, εξακολουθεί ο ιδιώτης να πρέπει να αποδείξει ότι θύγεται άμεσα, αλλά απαλλάσσεται από την υποχρέωση να αποδείξει ότι θύγεται και ατομικά. Με το ζήτημα του ορισμού της κανονιστικής πράξης, θα αντιμετωπίστηκε στα πλαίσια μιας υπόθεσης Ινουίτ, που έδωσε μια πρώτη απόφαση του Γενικού Δικαστηριού, η οποία στη συνέχεια επικυρώθηκε κατανέλεση από το Δικαστήριο, όπου κρήθηκε το εξής. Οι γενικές, οι κανονιστικές πράξεις, έτσι όπως ο όρος χρησιμοποιείται στο 263 τέταρτο εδάφιο, είναι μέρος μόνον των πράξεων γενικής ισχύος που εκδίδουν τα ενωσιακά όργανα. Στις πράξεις αυτές ανήκουν και οι νομοθετικές πράξεις, όρος που χρησιμοποιείται στο πρώτο εδάφιο του 263. Ως νομοθετικές δε πράξεις ορίζονται εκείνες οι οποίες εκδίδονται ταυτολογία, αλλά πρέπει να λέει κανείς μερικές φορές τα πράγματα έτσι. Νομοθετικές πράξεις είναι εκείνες που εκδίδονται με τη νομοθετική διαδικασία, δηλαδή οι πράξεις που εκδίδονται με τη συνέργεια συμβουλίου, κοινοβουλίου μετά από πρόταση της Επιτροπής και με κάποιες ποικιλίες στην Επιτροπή σε ειδικές νομοθετικές διαδικασίες. Συμπέρασμα τη ΣΝΟΙΤ του Γενικού Δικαστηρίου, που επικυρώθηκε, επαναλαμβάνω, με την απόφαση του Δικαστηρίου επί Ανερέσεως, ως κανονιστικές πράξεις νοούνται οι πράξεις γενικού περιοχωμένου, γενικής ισχύος, οι οποίες δεν είναι νομοθετικές. Συνεπώς, σε περίπτωση που μία πράξη γενικής ισχύος δεν είναι νομοθετική και το κρίσιμο και το καινούργιο από όλα δεν προβλέπονται οι εκτελεστικά μέτρα εφαρμογής τους, σε αυτή την περίπτωση απαλλάσισε ως ιδιότητα από την υποχρέωση να αποδείξει ότι επηρεάζει σε ατομικά από την πράξη. Αυτό που θα ήθελα να πω και έχει πολύ μεγάλη σημασία νομίζω για το μέλλον είναι ότι ο ορισμός πράξεις γενικής ισχύος που δεν είναι νομοθετικές δεν περιέχουν μόνο τις κλασικές κανονιστικές πράξεις της Επιτροπής που εκδίδονται βάσει το R290. Το R290 είναι το αντίστοιχο, ας πούμε, 43 του ελληνικού συντάγματος μεταφερμένο στη Συνθήκη. Το R290 προβλέπει ότι μία νομοθετική πράξη μπορεί να δώσει την δυνατότητα στην Επιτροπή να θεσπίσει κανόνες δικαίου, να θεσπίσει πράξεις γενικής ισχύος, έτσι της λέει, οι οποίες συμπληρώνουν ή τροποποιούν σε επουσιάδη σημεία την νομοθετική πράξη. Ο ορισμός inuit, σύμφωνα με την νομολογία του δικαστηρίου, δεν περιλαμβάνει μόνο αυτές τις πράξεις. Πρελαμβάνει κάθε πράξη γενικής ισχύος. Συνεπώς, κάθε πράξη της Επιτροπής, η οποία ανεξάρτητα από τη μορφή της και τη νομική της βάση θεσπίζει γενικούς και αφηρημένους κανόνες και οποιοδήποτε άλλο οργάνω επίσης. Νομίζω πως εδώ, έτσι, θα διευρυνθεί... Αυτή είναι η οδός μέσα της οποίας θα διευρυνθεί το λόκου στάδι των ιδιωτών. Οι πράξεις αυτές είναι πολυπίκυλες, έχουν τεράστια σημασία. Στις κρατικές συνεχίσεις, παραδείγματι, όπου το λέω γιατί υπάρχουν εκκρεμίσεις υποθέσεις αρκετές, διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν πράγματι πολλές πια περιπτώσεις πράξεων που πληρούν εντελώς τις προϋποθέσεις του 2.63.4. Δηλαδή είναι πράξεις γενικής ισχυίας, που δεν είναι νομοθετικές και δεν προβλέπουν μέτρα εκτελέσεως τους. Αυτή, νομίζω, είναι η οδός μέσα από την οποία θα καταδειχθεί η διεύρυνση της δικαστικής προστασίας που παρέχεται πλέον στους ιδιώτες. Περνάω στον επίλογο. Στο πλαίσιο του οποίου θα διατυπώσω μόνο θα κάνω μια διαπίστωση και θα κάνω και μια ευχή. Η διαπίστωση είναι εξής. Το ζήτημα σχετικά με το ποιες πράξεις μπορούν να γεννήσουν κενό στη δικαστική προστασία, κενό όπως αυτό που επισημάθηκε στον εντοδικαστικό διάλογο για τον οποίο μίλησα προηγουμένως, έχει, νομίζω, οριστικά κλείσει. Ο νομοθέτης, οι συντάκτες της συνθήκης της Λισαβώνας, εν πλήρη γνώση του προβλήματος, θεώρησαν ότι αυτό το κενό πρέπει να συμπληρωθεί μόνο ως προς τις κανονιστικές. Συνεπώς και για τις νομοθετικές, οι νομοθετικές πράξεις, έστω και αν είναι τέτοιας φύσιος ώστε επιβάλλουν υποχρεώσεις ή περιορίζουν δικαιώματα χωρίς να προβλέπεται δυνατότητα έκδοσης εκτελεστικών πράξεων, εξακολουθούν να περνάνε αυτό το δύσκολο τεστ-πλάουμα. Και από εδώ και πέρα, εξαιτίας των δεδομένων της γραμματικής διατυπώσεως του 263 αφενός αλλά και της ιστορίας της διάταξης αφετέρου, ζήτημα περαιτέρω ερμηνευτικού χειρισμού δεν υπάρχει νομίζω. Είναι ζήτημα πάλι του συντάκτη της συνθήκης. Και κλείνω με την ευχή την εξής. Ανεξάρτητα από την πρόβληψη που έκανα προηγουμένως για τη διεύρυνση του άμεσου ελέγχου μέσω προσφυγής ιδιωτών των πράξεων της Ένωσης, πάντως ο κανόνας θα παραμείνει ότι θα απαιτείται η απόδειξη του άμεσου επηρεασμού, είτε διότι οι πράξεις είναι νομοθετικές, είτε διότι οι πράξεις είναι κανονιστικές, αλλά προβλέπουν μέτρα εφαρμογής. Νομίζω λοιπόν ότι ήρθε η ώρα, και πάντως το εύχομαι, η νομολογία Πλάουμαν μετά από 50 χρόνια να αναδιατυπωθεί, όχι να εγκαταλειφθεί, να αναδιατυπωθεί έτσι ώστε, ξεκινώντας από την αφετηρία Πλάουμαν, να ενσωματωθεί, αλλά σε επίπεδο μίζωνος, σε επίπεδο αφαιρετικό, όλη η κληρονομιά της νομολογίας από τα 1963 και μετά. Νομίζω πως είναι δυνατόν τα κριτήρια του άμεσου επηρεασμού να λάβουν τη μορφή αφηρημένων διατυπώσεων τέτοιων, ώστε να είναι εύκολη η ανάγνωση από τους ιδιώτες και τους νομικούς τους παραστάτες, πρώτο ζήτημα αρχής και μάλιστα σε ένα θέμα προϋπόθεσης του παραδεκτού, εις αυτήν, νομίζω, είναι βασικό ζήτημα. Αλλά υπάρχει και ένα άλλο θέμα πρακτικό, το οποίο συνδέεται και με την προβληματική που ανέπιξε ο φίλος μου και συνάδελφος ο κ. Βηλαράς και υποπτεύουμε και η προβληματική που θα αναπτύξει ο κ. Παπασάβας στη συνέχεια. Εάν τυχόν είναι σαφή τα κριτήρια του παραδεκτού, αποθαρρύνονται χωρίς λογική προσφυγές. Όσο πιο καθαρά είναι τα κριτήρια, τόσο πιο εύκολο είναι να πεις σ' κάποιον ότι δεν υπάρχει λόγος, δεν θα εισαγωγικά δοκιμάσεις την τύχη σου. Τα κριτήρια είναι σαφή. Αυτό είναι πάντοτε ευθέο, αλλά είναι ιδιαίτερα αναγκαίο, νομίζω, σε αυτή τη συγκυρία, γιατί το Γενικό Δικαστήριο, στο οποίο έχω την τιμή να υπηρετώ αυτόν τον καιρό, έχει πολύ μεγάλο πρόβλημα όγκο υποθέσεων. Και επιπλέον, νομίζω πως η διευκρίνηση ή αποσαφήνιση των κριτηρίων Πλάουμαν και, ελπίζω, ο περιορισμός των αλόγιστων ενδίκων βοηθημάτων, μπορεί να αφήσει ένα περιθώριο εκείνο από το περιθώρο που είναι αρκετό, και μπορέσουμε να εκμεταλλευθούμε τα περιθώρια διεύθυνσεις που μας δίνει το καινούργιο 263. Ευχαριστώ πολύ. Πριν ξεκινήσω πολύ σύντομα, πρώτον, να ευχαριστήσω στους δύο εργανοτές. Δεύτερον, να προσυπογράψω ανεπιφύλακτα τα όσα έχουν ήδη λεχθεί για τον πρόεδρο Σκουρή. Λοιπόν, να ξεκαθαρίσω ότι εκφράζω αυστηρά και μόνο προσωπικές απόψεις σήμερα. Λοιπόν, τα σημεία που θα αφήξω είναι τα εξής. Ποιες είναι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει... |
_version_ |
1782818340468686848 |
description |
Δ. Γρατσίας, Πρόεδρος Τμ. Γεν. ΔΕΕ, Σύμβουλος Επικρατείας: Δεν θα επαναλάβω όσα υπόθηκαν σχετικά με την προσωπικότητα και του έργου του ετοιμωμένου, που τα είπαν άλλοι και αρμοδιότεροι μου. Πιτρέψτε μου, όμως, ένα προσωπικό τόνο. Ως νοοθερμένος στο Λουξενβούργο το 2010, διαπίστωσα ότι εκαλούμινα εργαστήριο, για ένα θεσμικό όργανο, στο οποίο το ελληνικό όνομα είχε ιδιαίτερη βαρύτητα. Και νομίζω πως θα είναι ακριβοδίκιο, για να χρησιμοποιήσω τον όρο που χρησιμοποιήσατε, ο Γιώργος Διαμαντούρος, να πω ότι η βαρύτητα αυτή οφείλεται πολύ στην παρουσία του Προέδρου. Βέβαια, αυτό το έχω πει και με άλλη ευκαιρία ενόπιν του Προέδρου. Αυτό έχει ένα αντίκρισμα. Ένα αντίβαρο, αν θέλετε, την αρνητική πλευρά για τον νεοφερμένο, ότι οι προσδοκίες είναι πολύ ψηλές, αλλά αυτό είναι πρόβλημα του νεοφερμένου. Ευχαριστώ, λοιπόν, τον Πρόεδρο και από τις θέσους αυτοίς, για το γεγονός ότι μου έδωσε την ευκαιρία να εργαστώ για το θεσμό, υπό αυτές τις συνθήκες. Μπαίνοντας στο θέμα, φοβάμαι πως θα πρέπει να πω, θα είναι υπερβολικά δικονομικό, αλλά είναι η φύση της ήλις τέτοια. Θα προσπαθήσω να το διανθίσω με παραδείγματα για να γίνουν κατανοητές σε ορισμένες έννοιες που, πρέπει να μολογίσουμε, δεν είναι πολύ εύκολο, δεν είναι πολύ ευαναγωνώστες, τουλάχιστον σε πρώτους όψους. Θα ξεκινήσω με την κοινοτοπία, από την οποία ξεκινούν πολύ συχνά αυτού του είδους οι παρουσιάσεις, ότι κεντρικό στοιχείο της οργάνωσης, της συγκρότησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως Ένωσης Δικαίου, είναι η πρόβλεψη, η θέσπιση ενός εσωτερικού συστήματος, ενός αυτοτελούς δικαιοδοτικού συστήματος, ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων των νοσιακών οργάνων. Και προστίθεται ως χαρακτηριστικό στοιχείο, ακριβώς, της φύσεως της Ένωσης ως Ένωσης Δικαίου, το γεγονός ότι τον έλεγχο, και μάλιστα άμεσο, των πράξεων των νοσιακών οργάνων μπορεί να τον ζητήσουν όχι μόνο τα κράτη-μέλη και τα όργανα, αλλά και οι ιδιώτες. Ως προς τις ατομικές πράξεις των νοσιακών οργάνων, ο ιδιώτης έχει μόνο αυτήν την οδό. Την οδό της προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του ενεδικαστή της Ένωσης. Όμως, ο ιδιώτης έχει και μια άλλη οδό για τις πράξεις που στην ενωσιακή πρακτική, είναι όρος της συνθήκης, για τις πράξεις γενικής ισχύος, τις πράξεις που θεσπίζουν κανόνες δικαίου. Πράξεις αυτές θυμίζονται, θυμίζω την ομολογία του Δικαστηρίου, ως οι πράξεις οι οποίες ορίζουν το υποκειμενικό πηδί εφαρμογής τους με βάση αφηρημένα κράτους, γενικά και αφηρημένα κριτήρια. Ως προς τις πράξεις, λοιπόν, αυτές οι γενικές ισχύες, αντίθετα με αυτού που συμβαίνει με τις ατομικές ενωσιακές πράξεις, ο ιδιώτης έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει παρεπιπτόντος το κύρος τους, ενώπιον είτε του ενωσιακού δικαστή, είτε του εθνικού δικαστή, φυσικά στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ζητώντας του να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο 10. Ήδη δε. Με αυτά τα δεδομένα, το δικαιοδοτικό σύστημα της Ένωσης θα μπορούσε, θεωρητικά, να έχει μια πολύ απλή μορφή. Θα προβληπώταν ότι οι ατομικές πράξεις, που δεν είναι δεκτικές άλλης μορφής ευθέως ελέγχου, είναι οι μόνες που θα προσβάλλονται ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, ενώ αντίθετα καμιά πράξη γενικής ισχύος, που θα είχε εξωτερικά χαρακτηρίστη κάμια πράξη γενικής ισχύος, δεν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί με ευθεία προσφυγή ενώπιον του δικαστή της Ένωσης. Οι συντάκτες της Ένωσης δεν θέλησαν αυτό το απλό σχήμα και η βούληση αυτή του νομοθέτη είναι στη ρίζα της περιπλοκότητος του συστήματος. Θέλησαν ένα σύστημα όπου δεν θα προσβάλλει ο ιδιώτης μόνο την πράξη της οποίας είναι αποδέκτης και η οποία ως πράξη που έχει αποδέκτη ιδιώτη είναι εξορισμού πράξη ατομική, αλλά θέλησαν να έχουν τη δυνατότητα οι ιδιώτες να προσβάλλουν και τις πράξεις που έχουν το ένδυμα της πράξης γενικής ισχύος, αλλά στην πραγματικότητα αφορούν τον ιδιώτη σαν να είναι πράξεις ατομικές. Η βούληση αυτή όμως των συντακτών της συνθήκης έπρεπε να συνηπάρξει με μία άλλη επιδιώξη πολύ σημαντική. Δεν έπρεπε να τεθεί σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του δικαιοδοτικού συστήματος της Ένωσης αν ανοιγόταν υπερβολικά η δυνατότητα ευθείας προσφυγής κατά των πράξεων γενικής ισχύος, γιατί καταλαβαίνετε ότι εξαιτίας ακριβώς του ότι οι πράξεις γενικής ισχύος έχουν ένα πρακτικά ανοιχτό πεδίο εφαρμογής θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πλημμυρίδα προσφυγών ενώπιον του δικαστή της Ένωσης. Πώς αποτυπώνονται αυτές οι εν μέρη τουλάχιστον αντίρροπες στοχεύσεις των συντακτών της συνθήκης. Ήδη να θυμίσω ότι από την αποκαταβολή της Συνθήκης της Ρώμης, από το 173 της Συνθήκης για την ΕΟΚ, υπήρχε και συνεχίστηκε μια βασική διάκριση ανάμεσα στους λεγόμενους προνομιούχους, δεν είναι όρος της Συνθήκης φυσικά, διαδίκους και στους ιδιώτες. Για τους προνομιούχοι, που είναι τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα, όργανα και οργανισμοί, με κάποιες προϋποθέσεις δεν μπαίνω σε λεπτομέρειες, είναι μια ολιγάριθμη εξορισμή, μια κλειστή ομάδα. Εξού και ο κίνδυνος της πλημμυρίδας δεν υπάρχει τουλάχιστον από πλευράς αριθμού δυναμμένων να ασκήσουν το έντοικο βοήθημα προσώπου. Για αυτούς, λοιπόν, η Συνθήκη προβλέπει ότι το παραδεκτό των προσφυγών τους ελέγχεται μόνο από την άποψη της συνδρομής των αντικειμενικών προϋποθέσεων του παραδεκτού, δηλαδή, πρακτικά, από την φύση της πράξης, αν η πράξη παράγει διεσμευτικές έννομες συνέπειες και από την προθεσμία. Αντίθετα, για τους ιδιότες, όπου, επαναλαμβάνω, υπήρχαν αντίρωπες στοχεύσεις, το σύστημα που επέλεξε η Συνθήκη, ήδη από την εποχή της Συνθήκης Ρώμης, είναι το εξής. Εκτός από τις αντικειμενικές προϋποθέσεις του παραδεκτού, επιλέγονται και οι υποκειμενικές προϋποθέσεις του παραδεκτού ή αυτό που λέμε ενεργητική νομιμοποίηση. Και για να υπάρχει ενεργητική νομιμοποίηση, απαιτείται είτε να είναι η προσβαλόμενη πράξη να ορίζει ρητά ως αποδέκτη των προσφεύγοντα, αυτό το μήνυμο, ή εάν δεν τον ορίζει ως αποδέκτη, η πράξη πρέπει να αφορά των προσφεύγοντα άμεσα και ατομικά. Φυσικά, για το ζήτημα της προσβολής πράξης, η οποία ορίζει τον προσφεύγοντα ρητά ως αποδέκτη, θέμα δεν γεννάται. Το θέμα δεν είναι επίσης ούτε ιδιαιτέρως δυσχερέστει ούτε ιδιαιτέρως πρωτότυπο για το ζήτημα του κατά πόσον η προσβαλόμενη πράξη αφορά άμεσα των προσφεύγοντα. Εκεί που τα πράγματα γίνονται πρωτότυπα, σε σημείο που, κατά τη γνώμη μου, καθιστούν το δικαιοδοτικό σύστημα της Ένωσης ένα σύστημα με λογική εντελώς ξεχωριστή από τα εθνικά δικαιοδοτικά συστήματα, είναι το ζήτημα του ελέγχου του ατομικού επηρεασμού του προσφεύγοντας από την προσβαλόμενη πράξη. Η κεντρική σημασία αυτού του θέματος οφείλεται στο ότι ακριβώς αποτελεί το σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην ανάγκη να ανοίξει στο βαθμό που ήθελαν οι συντάκτες της συνθήκης η άμεση πρόσβαση στο δικαστήριο και αυτό το άνοιγμα να συμβιβαστεί με την αποτροπή του κινδύνου της κατάρρευσης του συστήματος. Η κεντρική, λοιπόν, σημασία του στοιχείου αυτού εξηγεί και το γεγονός ότι απασχόλησε την ομολογία, σε πολλές περιπτώσεις και με ένταση, και τη θεωρία βέβαια. Δεύτερον, προκάλεσε μια συζήτηση πάντως μέσα στο δικαιοδοτικό σύστημα της Ένωσης στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Και τρίτον, εν μέρει και εξαιτίας αυτής της συζήτησης, οδήγησε σε μια πολύ σημαντική τροποποίηση της συνθήκης που έχει αποτυπωθεί στο καινούργιο 263 εδάφιο 4. Η παρουσίασή μου, λοιπόν, θα έχει τρία μέρη. Το πρώτο μέρος θα προσπαθήσω να κάνω ένα απολογισμό της ομολογίας για τον άμεσο επηρεασμό. Το δεύτερο μέρος θα πω πράγματα που για τους παλιότερους είναι γνωστά, αλλά επειδή βλέπω ότι υπάρχουν πολύ νέοι στο ακροατήριο, ίσως μια-δυο κουβέντες για αυτό που λέω ενδοδικαστικός διάλογος σχετικά με τον άμεσο επηρεασμό, με τον ατομικό επηρεασμό, θα ήταν ίσως χρήσιμος. Θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος. Και το τρίτο μέρος θα αφιερωθεί στην τροποποίηση που επέφερε στο σύστημα το νέο 263 τέταρτο εδάφιο και στα πρώτα συμπεράσματα την ομολογική επεξεργασία, συμπεράσματα εντολώς πρόσφατα. Πριν περάσω στο πρώτο μέρος, να θυμίσω το εξής, ότι όταν εξετάζεται αν υπάρχει ατομικός επηρεασμός του ιδιώτη προσφεύγοντος, ο δικαστής βρίσκεται ήδη στο απότατο δυνατό στάδιο του ελέγχου του παραδεκτού. Έχει ήδη ελέγξει, κατά την ομολογική πορεία των πραγμάτων τουλάχιστον, ότι η πράξη παράγγει ενώ με συνέπειες, ότι έχει προβληπθεί εμπροθέσμος και ότι αν και ο προσφεύγον δεν είναι αποδέκτης, τον αφορά άμεσα. Μόνο αν όλα αυτά διαπιστωθούν, θα τεθεί το ζήτημα του κατά πόσον υπάρχει και ατομικός επηρεασμός. Δεν θα ασχοληθώ φυσικά με τίποτα από όλα αυτά, μόνο να θυμίσω, γιατί έχει κάποια σημασία για τη συνέχεια, ότι για το θέμα του άμεσου επηρεασμού, το κρίσιμο στοιχείο είναι αν η προσβαλόμενη πράξη παράγει τις ένωμες συνέπειες της χωρίς να είναι αναγκαία η μεσολάβηση της βουλής ως άλλο οργάνου. Οι ένωμες συνέπειες, όποιες κι αν είναι αυτές, αφορούν, αντανακλούν στο πρόσωπο του προσφεύγοντα, χωρίς να είναι ανάγκη να υπάρξει πράξη είτε νοσιακού, είτε εθνικού οργάνου, για να μπορέσουν να παραχούν αυτές οι ένωμες συνέπειες. Η νομολογία έχει δεχθεί ότι υπάρχει, πληρούνται αυτή η προϋπόθεση και στην περίπτωση, όπου προβλέπεται η έκδοση της πράξεως, αλλά η πράξη και ως προς το αν θα εκδοθεί και ως προς το περιεχόμον που θα έχει είναι περίπου στον αυτόματο πυλότο. Θα βγει οπωσδήποτε η πράξη και θα έχει οπωσδήποτε αυτό το περιεχόμον. Και σε αυτή την περίπτωση, λοιπόν, θεωρείται ότι φύγεται, ότι τον αφορά αμέσως τον ιδιότη προσφεύγοντα η πράξη. Το λέω γιατί προς το τέλος της ανάπτυξης υπάρχει μια ενδιαφέρουσα διασταύρωση με το ζήτημα του ατμικού επηρέασμου. Περνώντας στο πρώτο μέρος και αναγκαστικά για να κάνει κανείς απολογισμό της νομολογίας ο ατμικός επηρεασμός πρέπει να ξεκινήσει από το α, δηλαδή την νομολογία Πλάουμαν, μια θεμελιώδη για το ζήτημα νομολογία, της οποίας γίνεται επίκλειστε λειτουργικά επί μισό αιώνα. Η απόφαση αυτή προβλέπει ότι, για να μπορέσει να θεωρηθεί ως μία πράξη, προσβαλόμενη πράξη, ως αφορόσα των ιδιότη προσφεύγοντα, πρέπει να καταδειχθεί ότι αυτός επηρεάζεται λόγω ξεχωριστών ιδιωτήτων ή μιας πραγματικής καταστάσεως, που τον εξατουμικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη. Είναι η μεταφορά στη γλώσσα του Δικαστηρίου, της έγνοιας που είχε ο συντάκτης της συνθήκης, να μην αποφευθεί ο ευθύς ατομικός έλεγχος πράξεων, λόγω του τυπικού ενδύματος που οι πράξεις αυτές μπορεί να έχουν. Διερευνώντας το πεδίο εφαρμογής αυτής της νομολογίας πλάωμα, πρέπει να πω πρώτα-πρώτα ότι σε μια περίπτωση που δεν είναι καθόλου ασυνήθιστη, η εφαρμογή της θα σε να δει κανένα απόλυτος πρόβλημα. Είναι η περίπτωση όπου υπό το ένδυμα μιας πράξης που έχει τυπική μορφή που αρμόζει σε πράξη γενικής ισχύος, κανονισμός παραδείγματος χάρη, υπό το ένδυμα αυτό υπάρχει μια ατομική ρύθμιση που απλώς δεν λέει το όνομά της, δεν ονοματίζεται στον κανονισμό ως αποδέκτης ο κύριος α, αλλά αυτό προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια από το γράμμα του κανονισμού. Κλασικό παράδειγμα και από την πρόσφατη πρακτική, πολύ συχνό, στο πεδίο της επιβολής περιοριστικών μέτρων δέσμευσης και αφαλέων, δηλαδή στο πλαίσιο της πολιτικής εξωτερικών σχέσεων και ασφάλειας, η μορφή που έχουν οι κανονισμοί επιβάλλονται τα περιοριστικά μέτρα, είναι κατά κανόνα η εξής, άρθρο πρώτο, επιβάλλονται τα περιοριστικά μέτρα στα πρόσφατα που έχουν αυτά και αυτά τα χαρακτηριστικά, γενική και αφηρημένη ρύθμιση, άρθρο δύο, το Συμβούλιο κάνει μια πρώτη εφαρμογή αυτών των αφηρημένων κριτερίων και λέει, εμπίπτουν σε αυτόν τον ορισμό και αποτελούν αντικείμενο των περιοριστικών μέτρων, ή εξής α, β, γ, τους οποίους περιλαμβάνει σε παράρτημα. Βλέπουμε λοιπόν ότι υπό το ένδυμα του κανονισμού και σε συνύπαρξη με μια γενική και αφηρημένη ρύθμιση, υπάρχει και μια ατομική ρύθμιση που απλώς δεν λέει το όνομά της. Σε αυτή την περίπτωση η νομολογία πλάωμα δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα εφαρμογής και είναι άλλωστε και το κλασικό παράδειγμα, φαντάζομαι, είχε υπόψη του συντάκτης της συνθήκης όταν προέβλεψε αυτή τη δυνατότητα. Εκεί που τα πράγματα γίνονται δύσκολα είναι όταν η προσβαλόμενη πράξη είναι πράξη γενικής ισχύος και είναι καθαρόημη πράξη γενικής ισχύος, δηλαδή περιέχει αποκλειστικά και μόνο γενικές και αφηρημένες ρυθμίσεις, όχι μόνο αφηρήματα, όχι μόνο αφηρήματα, όχι μόνο αφηρήματα, όχι μόνο αφηρήματα. Και το πραγματικό πρόβλημα στον ατομικό επηρεασμό να μην είναι ζήτημα προσεκτικής ανάγνωσης απλώς. Για να δείξω τη διαφορά από το Εθνικό Σύστημα, τα Εθνικά Στήματα και οπωσδήποτε από το Ελληνικό, επιτρέψω να θυμίσω ότι όταν προσβάλλεται στο Ελληνικό Σύστημα κανονιστική πράξη της διοίκησης του εφαρμογής της προσβάλλοντας πράξης, να αποδείξει δηλαδή ότι ανήκει στον κύκλο εκείνων, επί των οποίων θα εφαρμοστεί η πράξη είτε τώρα είτε στο μέλλον και αρκεί να αποδείξω ότι η προσβαλόμενη κανονιστική πράξη θα αποτελέσει τη βάση, τη νομική βάση για την έκδοση βλαπτικών ατομικών πράξεων στο μέλλον. Στο δίκιο της Ένωσης, στο δικαιοδοτικό σύστημα της Ένωσης τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Δεν αρκεί να αποδείξεις ότι πληρείς τις γενικές και αφηρημένες προϋποθέσεις βάση των οποίων ορίζει προσβαλόμενη πράξη γενικής ισχύειας στο υποκοιμενικό παιδί ο εφαρμογής της. Πρέπει επιπλέον να περάσει το τεστ Πλάουμαν. Για μια ακόμη φορά να αποδείξεις ότι εμπίπτεις στο υποκοιμενικό παιδί εφαρμογής της προσβαλόμενης πράξης, πληρείς τις γενικές και αφηρημένες προϋποθέσεις εφαρμογής της πράξης γενικής ισχύειας, αλλά ταυτόχρονος αυτή η πράξη σε επηρεάζει ατομικά. Σε επηρεάζει σαν να είναι ατομική πράξη. Η εφαρμογή της νομολογίας πλάουμαν έχει δώσει μια πληθώρα λύσεων, δυστυχώς περιπτωσιολογικών και πρέπει να πω ότι η προσπάθεια του να εντοπιστεί το λογικό νήμα που τη συνδέει δεν είναι καθόλου προφανής. Θα προσπαθήσω να εντοπίσω αυτό που θεωρώ εγώ ως λογική συνέχεια της νομολογίας. Μετά την Πλάουμαν το επόμενο βήμα που έκανε το Δικαστήριο ήταν να πει ότι μια πράξη γενικής ισχύος επηρεάζει το προσφεύγοντα σαν να είναι ατομική, αν ο προσφεύγον ανήκει σε ένα κλειστό κύκλο ενδιαφερωμένων, κύκλο ο οποίος δεν μπορεί να διευρυνθεί μετά την θέσπιση της προσβαλόμενης πράξης. Λέει δηλαδή η νομολογία ότι δεν αρκεί να καταδείξεις ότι είσαι μέρος, ότι ανήκεις στο υπονομικό πεδίο εφαρμογής της πράξης, πρέπει να αποδείξεις ότι είσαι σε ένα υποσύνολο, κλειστό μάλιστα, μέσα σε αυτό το ευρύ πεδίο εφαρμογής. Το θέμα όμως που τίθεται είναι με τι κριτήρια συγκροτείται αυτός ο κλειστός κύκλος. Εδώ λοιπόν νομίζω ότι από την νομολογία μπορούν να βγουν τρεις περιπτώσεις, οι οποίες έχουν αύξοντα βαθμό της χέριας. Ο κλειστός κύκλος, ο πιο εύκολος, είναι όταν η προσβαλόμενη πράξη έχει εκδοθεί βάση διατάξεων που προβλέπουν ειδικά ότι στη διαδικασία υπόνοησης της πράξης θα μετάσχει η ιδιότητα. Το κλασικό παράδειγμα είναι οι διατάξεις που διέπουν τη διάγνωση από την Επιτροπή της συμβατότητας ή μη των συστημάτων κρατικών ενισχύσεων, των εθνικών κρατικών ενισχύσεων με τη συνθήκη. Προβλέπονται ρητά διατάξεις που παραφυλάσσουν διαδικαστικά δικαιώματα υπέρ ιδιωτών. Αυτοί οι ιδιώτες έχουν τη δυνατότητα στη συνέχεια, εξαιτίας αυτών των διαδικαστικών εγγύσεων που απολάβουν, να προσβάλλουν την πράξη που θα εκδοθεί με βάση αυτή τη διαδικασία. Ανήκουν σε αυτόν τον κλειστό κύκλο των προσώπων που έχουν αυτές τις διαδικαστικές εγγύσεις. Η δεύτερη περίπτωση είναι η περίπτωση όπου δεν προβλέπεται μάνει ότι στη διαδικασία εκδόσεως θα μετάσχει ενεργώς ο ιδιώτης, αλλά προβλέπεται ότι κατά την εκπόνηση της πράξης, το όργανο που την εκδίδει πρέπει να λάβει υπόψη ως ουσιαστική προϋπόθεση της έκδοσης, την πραγματική κατάσταση υπό την οποία τελούν ορισμένοι ιδιώτες. Υπάρχει μια νομολογία στο Freeport, που είναι το πιο εύκολο παράδειγμα του δεκαετία του 1990, πολύ απλά πραγματικά περιστατικά. Ένας κανονισμός προβλέπει ότι μπορεί η Επιτροπή να λάβει μέτρα διασφαλίσεως για να περιορίσει σε ορισορισμένες περιπτώσεις την εισαγωγή από τρίτες χώρες. Έρχεται ένας δεύτερος κανονισμός και λέει, ναι, αλλά όταν λαμβάνεις αυτά τα μέτρα διασφαλίσεως πρέπει να λάβεις υπόψη σου μήπως υπάρχουν υποδιακομετακόμηση ήδη τέτοια προϊόντα που κινούνται από κάποια εισαγωγία προς την ευρωπαϊκή αγορά. Εδώ λοιπόν επεβλήθηται υπεριοριστικό μέτρο για κάποια προϊόντα χειλής και ο προσφεύγων προσέβαλε αυτή την πράξη λέγοντας, μα εγώ είχα ήδη φορτώσει στη χειλή. Και από αυτή την άποψη έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως ουσιαστική προϋπόθεση της πράξης η κατάστασή μου. Και εδώ αναγνωρίστηκε η εξατωμίκευση. Αναγνωρίστηκε ότι προσβαλώνει την πράξη παρά το ότι έχει μορφή κανονισμού, τον επηρεάζει ατομικά. Οι δύο αυτές οι περιπτώσεις είναι περιπτώσεις που η εξατωμίκευση γίνεται με κριτήρια που αφορούν τη γέννηση της πράξης, την προϊστορία της πριν από τη θεσπιστή της. Το πρόβλημα, και εδώ φτάνουμε στην καρδιά της δυσκολίας και στην καρδιά πλαόμα, είναι όταν πρέπει να ελεγχθεί αν υπάρχει εξατωμίκευση, όχι από την ιστορία της πράξης, πώς θεσπίστηκε από τους ισιαστικών προϋποθεσμών διαδικασίας, αλλά ποιες είναι οι συναιπιές της. Και αυτό είναι η καρδιά του προβλήματος και ο σταυρός της νομολογίας. Υπήρχε μια πρώτη φάση της νομολογίας, όπου έγινε μια απόπειρα να ελεγχθεί μήπως το κριτήριο, με βάση του οποίου συγκροτήται ο κλειστός κύκλος από άποψη συναιπιών, είναι η βαρύτητα των συναιπιών αυτών, πόσο βαριά είναι η συνέπεια για τον προσεύγωτο. Αυτό είναι το κλασική νομολογία extramed, το οποίο εγκαταλήθηκε πολύ γρήγορα, γιατί διαπιστώθηκε ότι αν τυχόν παρεμβληθούν υποκειμενικά κριτήρια σε σχέση με το πόσο βαριές είναι οι συνέπειες, η δεύτερη στόχευση των συντακτών της συνθήκης, δηλαδή η προσπάθεια να μην ανοιχθεί υπερβολικά το πεδίο, θα αιτήθεται ενκίνδυνο. Από ένα σημείο και μετά, από την αρχή της δεκαετίας του 90, η νομολογία νομίζω πως έχει πια προσανατολιστεί στην αξιοποίηση του εξής στοιχείου. Συγκροτείται μια κλειστή ομάδα στα πλαίσια της οποίας εξατμικεύεται επαρκώς ο προσεύγων, αν η ομάδα αυτής στην οποία ο προσεύγων ανήκει, έχει ένα ειδικό δικαίωμα, ένα ειδικό δικαίωμα, το οποίο έχει αποκτήσει είτε με σύμβαση, είτε με διοικητική πράξη, και το οποίο ειδικό δικαίωμα είτε εξαλείφεται εντελώς, είτε περιορίζεται με την προσβαλόμενη πράξη γενικής ισχύος. Η πιο χαρακτηριστική απόφαση αυτής της σειράς νομολογικής είναι μια απόφαση Κοντόρνιου του 1994, όπου μια πράξη γενικής ισχύος, η οποία απαγόρευσε τη χρήση ενός όρου αφρόδες, κρεμμάν, για τους υνοπαραγωγούς σε οποιασδήποτε χώρα πριν Γαλλία και Λουξενβούργο, προσελούθηκε από κάποιον Ισπανό υνοπαραγωγό που είπε, «Μα τι λέτε, εγώ έχω σήμα, εικονιστικό σήμα που περιλαμβάνει τη λέξη κρεμμάν, από το 1924». Το Δικαστήριο είπε, «Ναι, εξατομικεύεσαι, γιατί ανήκεις στην κλειστή ομάδα εκείνων, που, κατά το χρόνο θες πίσω στις προσβαλόμενες πράξεις, είχαν τέτοιο ειδικό δικαίωμα να χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο σήμα». Η νομολογία έμεινε σε αυτή τη γραμμή με μια μεταγενέστερη αφόφαση import, όπου και πάλι το κρίσιμο στοιχείο που συγκρότησε την κλειστή ομάδα ήταν η ύπαρξη ενός ειδικού δικαιώματος, το οποίο στην περίπτωση import δεν εξαφανίστηκε εντελώς, όπως στην περίπτωση κοντόρνιου, αλλά περιορίστηκε. Και επιβεβαιώθηκε αυτή η τάση με μια πολύ πρόσφατη απόφαση. Βλέπετε να δείτε ένα περίπλοκο τοπίο, το οποίο δημιούργησε αυτό που ονόμασα προηγουμένως εντοδικαστικά διάλογο και περνάω ήδη στο πολύ σύντομο δεύτερο μέρος. Στον εντοδικαστικό αυτό διάλογο, ο Γενικός Ισαγγελίας Τζέικοπς το 2002 έθεσε το θέμα αν αυτά τα κριτήρια καλύπτουν το εξής πρόβλημα. Τι γίνεται αν τυχόν μετά την έκδοση της προσβαλόμενης πράξης, δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο για να αμφισβητήσω παρεπιπτόντος, παρά μόνο να την παραβιάσω. Διότι αν, καταλαβαίνετε, επιβάλλεται μια απαγόρευση ή μια υποχρέωση και στη συνέχεια δεν μπορεί αυτή η πράξη, αυτή η απαγόρευση να εφαρμοστεί με ατομική πράξη, δυνατότητα να αμφισβητήσω παρεπιπτόντος, τον κανόνα δεν έχω. Το Δικαστήριο υπήρξε και μια απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου επίσης προς την ίδια κατεύθυνση. Το Δικαστήριο αυτή την οδό την απέκλυσε επικαλούμενο τη λογική του συστήματος. Είπε μπορεί το σύστημα να μοιάζει περιοριστικό, μπορεί να μοιάζει να είναι περίπλοκο, αλλά ανταποκρίνεται σε επιλογές των συντακτών της συνθήκης, που ανταποκρίνονται σε βασικές ισορροπίες του συστήματος και αυτές οι ισορροπίες μόνο με ευθύνη του συντάκτη της συνθήκης μπορούν να μεταβληθούν. Πράγμα που αυτό το μήνυμα ελείφθη τελικά υπόψη και περνάω στον τρίτο μέρος. Το μήνυμα ελείφθη από τον αποδέκτη και ήδη κατά το στάδιο της επεξεργασίας του Σχεδίου Συνθήκης για το Σύνταγμα υπήρξε διάθεση, το ζήτημα αυτό του ατομικού επηρεασμού να γίνει αντικείμενο νέας ρύθμισης. Μετά την αποτυχία της συνταγματικής συνθήκης, το θέμα πέρασε στην επεξεργασία της συνθήκης της Λισαβώνας και τελικώς αποτυπώθηκε στο 263-4 για το οποίο μίλησα προηγουμένως. Στο 263-4 δεν αλλάζει τίποτα σπρος τα εξής σημεία. Για μια πράξη γενικής ισχύος εξακολουθεί να απαιτείται να αποδείξεις ότι σε αφορά άμεσα και ατομικά. Όμως, για κάποιες από τις πράξεις γενικής ισχύος, ποιες? Αυτό που λέει η διάταξη κανονιστικές, το βάζω σε εισαγωγικά προς το παρόν, εξακολουθεί ο ιδιώτης να πρέπει να αποδείξει ότι θύγεται άμεσα, αλλά απαλλάσσεται από την υποχρέωση να αποδείξει ότι θύγεται και ατομικά. Με το ζήτημα του ορισμού της κανονιστικής πράξης, θα αντιμετωπίστηκε στα πλαίσια μιας υπόθεσης Ινουίτ, που έδωσε μια πρώτη απόφαση του Γενικού Δικαστηριού, η οποία στη συνέχεια επικυρώθηκε κατανέλεση από το Δικαστήριο, όπου κρήθηκε το εξής. Οι γενικές, οι κανονιστικές πράξεις, έτσι όπως ο όρος χρησιμοποιείται στο 263 τέταρτο εδάφιο, είναι μέρος μόνον των πράξεων γενικής ισχύος που εκδίδουν τα ενωσιακά όργανα. Στις πράξεις αυτές ανήκουν και οι νομοθετικές πράξεις, όρος που χρησιμοποιείται στο πρώτο εδάφιο του 263. Ως νομοθετικές δε πράξεις ορίζονται εκείνες οι οποίες εκδίδονται ταυτολογία, αλλά πρέπει να λέει κανείς μερικές φορές τα πράγματα έτσι. Νομοθετικές πράξεις είναι εκείνες που εκδίδονται με τη νομοθετική διαδικασία, δηλαδή οι πράξεις που εκδίδονται με τη συνέργεια συμβουλίου, κοινοβουλίου μετά από πρόταση της Επιτροπής και με κάποιες ποικιλίες στην Επιτροπή σε ειδικές νομοθετικές διαδικασίες. Συμπέρασμα τη ΣΝΟΙΤ του Γενικού Δικαστηρίου, που επικυρώθηκε, επαναλαμβάνω, με την απόφαση του Δικαστηρίου επί Ανερέσεως, ως κανονιστικές πράξεις νοούνται οι πράξεις γενικού περιοχωμένου, γενικής ισχύος, οι οποίες δεν είναι νομοθετικές. Συνεπώς, σε περίπτωση που μία πράξη γενικής ισχύος δεν είναι νομοθετική και το κρίσιμο και το καινούργιο από όλα δεν προβλέπονται οι εκτελεστικά μέτρα εφαρμογής τους, σε αυτή την περίπτωση απαλλάσισε ως ιδιότητα από την υποχρέωση να αποδείξει ότι επηρεάζει σε ατομικά από την πράξη. Αυτό που θα ήθελα να πω και έχει πολύ μεγάλη σημασία νομίζω για το μέλλον είναι ότι ο ορισμός πράξεις γενικής ισχύος που δεν είναι νομοθετικές δεν περιέχουν μόνο τις κλασικές κανονιστικές πράξεις της Επιτροπής που εκδίδονται βάσει το R290. Το R290 είναι το αντίστοιχο, ας πούμε, 43 του ελληνικού συντάγματος μεταφερμένο στη Συνθήκη. Το R290 προβλέπει ότι μία νομοθετική πράξη μπορεί να δώσει την δυνατότητα στην Επιτροπή να θεσπίσει κανόνες δικαίου, να θεσπίσει πράξεις γενικής ισχύος, έτσι της λέει, οι οποίες συμπληρώνουν ή τροποποιούν σε επουσιάδη σημεία την νομοθετική πράξη. Ο ορισμός inuit, σύμφωνα με την νομολογία του δικαστηρίου, δεν περιλαμβάνει μόνο αυτές τις πράξεις. Πρελαμβάνει κάθε πράξη γενικής ισχύος. Συνεπώς, κάθε πράξη της Επιτροπής, η οποία ανεξάρτητα από τη μορφή της και τη νομική της βάση θεσπίζει γενικούς και αφηρημένους κανόνες και οποιοδήποτε άλλο οργάνω επίσης. Νομίζω πως εδώ, έτσι, θα διευρυνθεί... Αυτή είναι η οδός μέσα της οποίας θα διευρυνθεί το λόκου στάδι των ιδιωτών. Οι πράξεις αυτές είναι πολυπίκυλες, έχουν τεράστια σημασία. Στις κρατικές συνεχίσεις, παραδείγματι, όπου το λέω γιατί υπάρχουν εκκρεμίσεις υποθέσεις αρκετές, διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν πράγματι πολλές πια περιπτώσεις πράξεων που πληρούν εντελώς τις προϋποθέσεις του 2.63.4. Δηλαδή είναι πράξεις γενικής ισχυίας, που δεν είναι νομοθετικές και δεν προβλέπουν μέτρα εκτελέσεως τους. Αυτή, νομίζω, είναι η οδός μέσα από την οποία θα καταδειχθεί η διεύρυνση της δικαστικής προστασίας που παρέχεται πλέον στους ιδιώτες. Περνάω στον επίλογο. Στο πλαίσιο του οποίου θα διατυπώσω μόνο θα κάνω μια διαπίστωση και θα κάνω και μια ευχή. Η διαπίστωση είναι εξής. Το ζήτημα σχετικά με το ποιες πράξεις μπορούν να γεννήσουν κενό στη δικαστική προστασία, κενό όπως αυτό που επισημάθηκε στον εντοδικαστικό διάλογο για τον οποίο μίλησα προηγουμένως, έχει, νομίζω, οριστικά κλείσει. Ο νομοθέτης, οι συντάκτες της συνθήκης της Λισαβώνας, εν πλήρη γνώση του προβλήματος, θεώρησαν ότι αυτό το κενό πρέπει να συμπληρωθεί μόνο ως προς τις κανονιστικές. Συνεπώς και για τις νομοθετικές, οι νομοθετικές πράξεις, έστω και αν είναι τέτοιας φύσιος ώστε επιβάλλουν υποχρεώσεις ή περιορίζουν δικαιώματα χωρίς να προβλέπεται δυνατότητα έκδοσης εκτελεστικών πράξεων, εξακολουθούν να περνάνε αυτό το δύσκολο τεστ-πλάουμα. Και από εδώ και πέρα, εξαιτίας των δεδομένων της γραμματικής διατυπώσεως του 263 αφενός αλλά και της ιστορίας της διάταξης αφετέρου, ζήτημα περαιτέρω ερμηνευτικού χειρισμού δεν υπάρχει νομίζω. Είναι ζήτημα πάλι του συντάκτη της συνθήκης. Και κλείνω με την ευχή την εξής. Ανεξάρτητα από την πρόβληψη που έκανα προηγουμένως για τη διεύρυνση του άμεσου ελέγχου μέσω προσφυγής ιδιωτών των πράξεων της Ένωσης, πάντως ο κανόνας θα παραμείνει ότι θα απαιτείται η απόδειξη του άμεσου επηρεασμού, είτε διότι οι πράξεις είναι νομοθετικές, είτε διότι οι πράξεις είναι κανονιστικές, αλλά προβλέπουν μέτρα εφαρμογής. Νομίζω λοιπόν ότι ήρθε η ώρα, και πάντως το εύχομαι, η νομολογία Πλάουμαν μετά από 50 χρόνια να αναδιατυπωθεί, όχι να εγκαταλειφθεί, να αναδιατυπωθεί έτσι ώστε, ξεκινώντας από την αφετηρία Πλάουμαν, να ενσωματωθεί, αλλά σε επίπεδο μίζωνος, σε επίπεδο αφαιρετικό, όλη η κληρονομιά της νομολογίας από τα 1963 και μετά. Νομίζω πως είναι δυνατόν τα κριτήρια του άμεσου επηρεασμού να λάβουν τη μορφή αφηρημένων διατυπώσεων τέτοιων, ώστε να είναι εύκολη η ανάγνωση από τους ιδιώτες και τους νομικούς τους παραστάτες, πρώτο ζήτημα αρχής και μάλιστα σε ένα θέμα προϋπόθεσης του παραδεκτού, εις αυτήν, νομίζω, είναι βασικό ζήτημα. Αλλά υπάρχει και ένα άλλο θέμα πρακτικό, το οποίο συνδέεται και με την προβληματική που ανέπιξε ο φίλος μου και συνάδελφος ο κ. Βηλαράς και υποπτεύουμε και η προβληματική που θα αναπτύξει ο κ. Παπασάβας στη συνέχεια. Εάν τυχόν είναι σαφή τα κριτήρια του παραδεκτού, αποθαρρύνονται χωρίς λογική προσφυγές. Όσο πιο καθαρά είναι τα κριτήρια, τόσο πιο εύκολο είναι να πεις σ' κάποιον ότι δεν υπάρχει λόγος, δεν θα εισαγωγικά δοκιμάσεις την τύχη σου. Τα κριτήρια είναι σαφή. Αυτό είναι πάντοτε ευθέο, αλλά είναι ιδιαίτερα αναγκαίο, νομίζω, σε αυτή τη συγκυρία, γιατί το Γενικό Δικαστήριο, στο οποίο έχω την τιμή να υπηρετώ αυτόν τον καιρό, έχει πολύ μεγάλο πρόβλημα όγκο υποθέσεων. Και επιπλέον, νομίζω πως η διευκρίνηση ή αποσαφήνιση των κριτηρίων Πλάουμαν και, ελπίζω, ο περιορισμός των αλόγιστων ενδίκων βοηθημάτων, μπορεί να αφήσει ένα περιθώριο εκείνο από το περιθώρο που είναι αρκετό, και μπορέσουμε να εκμεταλλευθούμε τα περιθώρια διεύθυνσεις που μας δίνει το καινούργιο 263. Ευχαριστώ πολύ. Πριν ξεκινήσω πολύ σύντομα, πρώτον, να ευχαριστήσω στους δύο εργανοτές. Δεύτερον, να προσυπογράψω ανεπιφύλακτα τα όσα έχουν ήδη λεχθεί για τον πρόεδρο Σκουρή. Λοιπόν, να ξεκαθαρίσω ότι εκφράζω αυστηρά και μόνο προσωπικές απόψεις σήμερα. Λοιπόν, τα σημεία που θα αφήξω είναι τα εξής. Ποιες είναι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει... |