Διάλεξη 7 / Διάλεξη 7 / Η ανασυγκρότηση της εβραικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης μεταπολεμικά. Συγκρίσεις με την Ευρώπη
Η ανασυγκρότηση της εβραικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης μεταπολεμικά. Συγκρίσεις με την Ευρώπη: Υπόσχεσαι, κυρίες και κύριοι, εσείως έχουμε φτάσει στο έβδομο μάθημά μας, στην έβδομη διάλεξη της σειράς μαθημάτων για την ανασυγκρότηση της εβραϊκής κοινότητας Θεσσαλονίκης μετά τον πόλεμο, το διάστημα...
Κύριος δημιουργός: | |
---|---|
Γλώσσα: | el |
Φορέας: | Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης |
Είδος: | Ανοικτά μαθήματα |
Συλλογή: | Πολιτικών Επιστημών / Η ανασυγκρότηση της εβραικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης μεταπολεμικά. Συγκρίσεις με την Ευρώπη |
Ημερομηνία έκδοσης: |
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
2015
|
Θέματα: | |
Άδεια Χρήσης: | Αναφορά-Παρόμοια Διανομή |
Διαθέσιμο Online: | https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=36fe9f9 |
id |
f51472f3-b042-4376-ae56-01463c946026 |
---|---|
title |
Διάλεξη 7 / Διάλεξη 7 / Η ανασυγκρότηση της εβραικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης μεταπολεμικά. Συγκρίσεις με την Ευρώπη |
spellingShingle |
Διάλεξη 7 / Διάλεξη 7 / Η ανασυγκρότηση της εβραικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης μεταπολεμικά. Συγκρίσεις με την Ευρώπη Ανασυγρότηση εβραϊκή Κοινότητα Θεσσαλονίκη Πολιτικές Επιστήμες Καβάλα Μαρία |
publisher |
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ |
url |
https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=36fe9f9 |
publishDate |
2015 |
language |
el |
thumbnail |
http://oava-admin-api.datascouting.com/static/04fc/4eae/2f74/b131/d565/d16a/7467/f538/04fc4eae2f74b131d565d16a7467f538.jpg |
topic |
Ανασυγρότηση εβραϊκή Κοινότητα Θεσσαλονίκη Πολιτικές Επιστήμες |
topic_facet |
Ανασυγρότηση εβραϊκή Κοινότητα Θεσσαλονίκη Πολιτικές Επιστήμες |
author |
Καβάλα Μαρία |
author_facet |
Καβάλα Μαρία |
hierarchy_parent_title |
Η ανασυγκρότηση της εβραικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης μεταπολεμικά. Συγκρίσεις με την Ευρώπη |
hierarchy_top_title |
Πολιτικών Επιστημών |
rights_txt |
License Type:(CC) v.4.0 |
rightsExpression_str |
Αναφορά-Παρόμοια Διανομή |
organizationType_txt |
Πανεπιστήμια |
hasOrganisationLogo_txt |
http://delos.it.auth.gr/opendelos/resources/logos/auth.png |
author_role |
ΠΔ 407 |
author2_role |
ΠΔ 407 |
relatedlink_txt |
https://delos.it.auth.gr/ |
durationNormalPlayTime_txt |
00:37:28 |
genre |
Ανοικτά μαθήματα |
genre_facet |
Ανοικτά μαθήματα |
institution |
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης |
asr_txt |
Υπόσχεσαι, κυρίες και κύριοι, εσείως έχουμε φτάσει στο έβδομο μάθημά μας, στην έβδομη διάλεξη της σειράς μαθημάτων για την ανασυγκρότηση της εβραϊκής κοινότητας Θεσσαλονίκης μετά τον πόλεμο, το διάστημα 1945-1955. Και για τις συγκρίσεις με την Ευρώπη που θα κάνουμε στο πλαίσιο αυτού του μαθήματος. Ας κάνουμε μία επισκόπηση σε ό,τι είδαμε μέχρι σήμερα, καθώς βρισκόμαστε στη μέση του κύκλου των μαθημάτων μας. Είδαμε ξεκινώντας το περιεχόμενο του μαθήματος των διαλέξεων και γιατί έχει σημασία να αναφερθούμε σε αυτή την πτυχή της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης. Μέσα σε ένα πλαίσιο ζητημάτων μειωνοτήτων μεταπολεμικά, ζητήματα πολιτικών ισορροπιών στην Ευρώπη και στην Ελλάδα και στο πλαίσιο του ψυχρού πολέμου του θερμού επεισοδίου εδώ στην Ελλάδα του εμφύλιου πολέμου, καταφέρνουμε μέσα από την προσέγγιση της ανασυγκρότησης της εβραϊκής κοινότητας να δούμε συνολικά την ανασυγκρότηση στην ελληνική κοινωνία και ευρύτερα στην ευρωπαϊκή και βέβαια να συνδέσουμε την ιστορία των Εβραίων με την ευρωπαϊκή ιστορία και να την κατανοήσουμε καλύτερα. Ισαγωγικά αναφερθήκαμε στην Ευρώπη του 1917-1939 και πώς φτάσαμε στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αναφερθήκαμε στο ναζιστικό σχεδιασμό του 38-45 και στο όρεμα για μια δουλική φιλετική νέα Ευρώπη του Χίτλερ και των Ναζί και βέβαια δώσαμε έμφαση στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό χάος στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και τον διπολισμό της μεταπολεμικής κοινωνίας. Στο Δεύτερο Μάθημα αναφερθήκαμε στα πολιτικά γεγονότα της απελευθέρωσης στην Ελλάδα, στην κυβέρνηση της Εθνικής Ενότητας αρχικά, στην Καζέρτα, στα Δεκεμβριανά, στην πολιτική νομισματικής σταθερότητας, στη σύντομη αμική κυριαρχία στη Θεσσαλονίκη και βέβαια στα σταδιακά βήματα που κάνει η ελληνική πολιτεία και κοινωνία προς τον εφήλιο πόλεμο. Στη συνέχεια επικεντρωθήκαμε πια στενά στους επιζώντες από τα στρατόπεδα, στις δυσκολίες που είχαν στην επιστροφή στις πατρίδες τους, όσο ακόμα αυτές τις έγκασαν πατρίδες τους, στους Έλληνες επιζώντες, στους Έλληνες Εβραίους επιζώντες και βέβαια θύξαμε αρκετά λεπτομερώς τις πορείες θανάτου και τι σήμεναν, το κύμα προσφύγων που είχε κατακλεί στον ευρωπαϊκό χώρο μετά τον πόλεμο, ενώ τονίσαμε και εξηγήσαμε τη σημασία της αλλήγια της μετανάστευσης στην Παλαιστίνη και το ρόλο που αυτή έπαιξε στην μετέπεικα ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Στο τέταρτο μάθημα μιλήσαμε για τις διαφορετικές κατηγορίες επιζώντων, για τα δημογραφικά στοιχεία των Εβραίων της Ελλάδας μεταπολεμικά και βέβαια τις συσχνές πια πληθυσμιακά εβραϊκές κοινότητες. Αναφερθήκαμε στην προσπάθεια θεσμικής αναδιοργάνωσης, στο ότι μετατοπίζεται πολιτικά το κέντρο βάρους στην Αθήνα με την είδη του Κεντρικού Ιδραλυτικού Συμβουλίου. Αναφερθήκαμε με αρκετές λεπτομέρειες στους πρώτους στόχους που τέθηκαν, που ήταν βέβαια η πολιτική ανασυγκρότηση, η συγκρότηση των θεσμών θρησκευτικών και πολιτικών στην κοινότητα αλλά και στο πλαίσιο των νέων καταστάσεων που διαμορφώνεται στο ελληνικό κράτος. Και βέβαια στην προσπάθεια ανάκτησης των περιουσιακών στοιχείων. Και αναλύσαμε το πώς αυτά συνδέονται με τοπικές αντιθέσεις και εμπόδια με τους ανθρώπους που έχουν καρποθεί τα περιουσιακά στοιχεία με το δοσιλογισμό. Συζητήσαμε για τις διεθνείς οργανώσεις που συμβάλουν στην ανασυγκρότηση στενά της εβραϊκής κοινότητας αλλά και ευρύτερα της μεταβολεμικής ελληνικής κοινωνίας. Στη συνέχεια, στο πέμπτο μάθημα, ασχοληθήκαμε εκτενώς με το ζήτημα της ποινικής δίωξης των δοσιλόγων της κατοχής και πώς σταδιακά η σχετική νομοθεσία αντί να οδηγήσει σε μία έστω ατελή απονομή δικαιοσύνης τελικά χρησιμοποιήθηκε εναντίον των κομμουνιστών και των αντιστασιακών εδώ στην Ελλάδα κυρίως λόγω των εξελίξεων προς τον εμφύλιο πόλεμο και είδαμε αρκετά αναλυτικά πως οι ποικίλες κατηγορίες δοσιλόγων ενδίθηκαν την εθνικοφροσύνη ενάντια στον κομμουνιστικό κίνδυνο και εξέπληναν τον δοσιλογισμό τους. Στο έκτο κεφάλαιο επιμείναμε ακόμη περισσότερο σε εκείνη την πλευρά του δοσιλογισμού που σχετίζεται και με τα εβραϊκά περιουσιακά στοιχεία, τους οικονομικούς δοσιλόγους σχολιάσαμε την απονομή δικαιοσύνης και σε αυτή την κατηγορία συνεργατών και δοσιλόγων με τους Γερμανούς. Συζητήσαμε για τις εθνοκαθάρσεις που έλαβα χώρα στη διάρκεια του πολέμου στην ελληνική επικράτεια και γενικότερα προσπαθήσαμε μέσα από τα δύο τελευταία μαθήματα Με αυτή την εκτενή αναφορά στην απονομή δικαιοσύνης να καταλάβουμε γιατί οι συχνές μεταπολεμικές ελληνικές εβραϊκές κοινότητες επέλεξαν μια πολιτική από την πλευρά τους διακριτικής παρουσίας και διεκδίκησαν παρουσίας και διεκδικίσεων ιδιαίτερα κατά την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία. Ακριβώς λόγω του κλίματος που διαμορφωνόταν, λόγω του εξητίας του γεγονότος ότι παρέμεναν σε θέση ισχύως και συχνά σε θέση εξουσίας άνθρωποι που νωρίτερα είχαν συμβάλει στο να τους καταδώσουν στους Γερμανούς ή στο να καρποθούν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Ύστερα από αυτή τη σύντομη επισκόπηση θα περάσουμε στο σημερινό μας μάθημα που εντοπίζεται και πάλι στο χώρο της απονομής δικαιοσύνης και θα ασχοληθούμε με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο με τον Μαξιμιλιανό Μέρτεν και το ζήτημα της δίκης του που έγινε πολύ αργότερα από την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία. Ας ξεκινήσουμε λέγοντας σε καταρχήν ποιος ήταν ο Μέρτεν και γιατί διώκτηκε από τις ελληνικές δικαστικές αρχές. Στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής ο τέος νομικός Μάξ Μέρτεν υπήρξε στρατιωτικός ένας από τους διοικητές στο νομό Θεσσαλονίκης. Ανήκει στην πολιτική διοίκηση στο πολιτικό επιτελείο και ήταν υπευθυνός για τον εφοδιασμό και την δημόσια ζωή της πόλης. Άσκησε το αξίωμά του συχνά με τρόπο αυθαίρετο και αλλοζωνικό και στην αντίληψη των κατοίκων εμφανίστηκε ως η κορυφή της γερμανικής ιεραρχίας ή τουλάχιστον ως εξέγχον μέλος της. Μάλιστα ήταν τόσο έντονη η ανάμνηση που είχε αφήσει στην πόλη της Θεσσαλονίκης και η επίδραση που είχε στα πράγματα της πόλης που τον αποκαλούσαν βασιλιά της Θεσσαλονίκης και άρχοντα της πόλης. Πρέπει να πούμε ότι ο Μέρτεν είχε έρθει στη θέση αυτή στην Θεσσαλονίκη στο τέλος του καλοκαιριού του 1942 όπως προκύπτει από τα έγγραφα, τον Αύγουστο. Την άνοιξη του 1943 ο Μέρτεν προετοίμασε σε συνεργασία με τους ειδικούς απεσταλμένους του Άιγμαν, τον Βισιλτσένη και τον Προύνερ την εκτόπιση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο της λεγόμενης τελικής λύσης του εβραϊκού ζητήματος. Υπέγραψε τις διαταγές για την κατάσχεση των εβραϊκών περιουσιών, για τον στιγματισμό και τον περιορισμό σεκέτον των Ελλήνων Εβραίων. Υπάρχουν ενδείξεις ότι οικιοποιήθηκε παρανόμως περιουσίες που είχαν αφήσει πίσω τους οι εκτοπισμένοι. Εκτός αυτού, πιστός στις αντικομονιστικές του πεποιθήσεις, στο πλαίσιο της κατοχής υποστήριξε τις δεξιές οργανώσεις όπως για παράδειγμα την ΠΑΟ, την Πανελληνία Απελευθερωτική Οργάνωση, που είχαν, οπωσδήποτε, ένα αντικομονιστικό πρόσιμο, ιδιαίτερα όσο προχωρούσαμε προς το 1944. Μετά το τέλος του πολέμου, ο Μέρθεν συνελήφθη από τους Αμερικανούς στην κατεχόμενη Γερμανία. Το 1946, οι Αμερικανικές Αρχές πρότειναν να τον παραδώσουν στην Ελληνική Κυβέρνηση. Σύμφωνο με τη Συμφωνία του 1943 μεταξύ των Συμμάχων, η οποία προέβλεπε την παράδοση των εγκληματιών πολέμου στις χώρες στις οποίες διέπραξαν τις ομότητές τους. Μολονότι οι δικαστικές Αρχές καταζητούσαν τον Μέρθεν, κυρίως ανάμεσα σε Γερμανούς και Βούλγαρους εγκληματίες πολέμου, η Ελληνική Κυβέρνηση τελικά δεν δέχτηκε την παράδοσή του. Ο Έλληνας στρατιωτικός επεσταλμένος στο Βερολίνο την περίοδο εκείνη και μετέπειτα πρεσβευτής στη Βόνη, ο στρατηγός Ανδρέας Υψηλάντης παραινεύει μάλιστα στις Αμερικανικές Αρχές κατοχής στη Γερμανία, με την πρόταση να αποφυλακισθεί ο Μέρθεν, επισημαίνοντας μάλιστα την άψογη διαγωγή και τις αντάξειες υπηρεσίες που προσέφερε επί Γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα. Οι επαφές που είχε συνάψει ο Μέρθεν επικατοχής στη Θεσσαλονίκη με ηγετικούς ελληνικούς κύκλους, επαφές τις οποίες επανειλημμένα αναφερόταν και υπενισσόταν αργότερα, απέβαναν τώρα χρήσιμες. Και επειδή αυτές οι επαφές, οι σχέσεις, αφορούσαν τον Έλληνα πρωθυπουργό Καραμαλί τα κατοπινά χρόνια, τον υφυπουργό Αμήνης Θεμελή και τον υπουργό εσωτερικών Μακρύ, έκρυβαν μέσα τους συχνά μια εκκρεκτική δύναμη για την πολιτική ζωή της Ελλάδας, καθώς υπονοούσαν μορφές δοσιλογισμού. Ο Μέρτεν υπενισσόταν επίσης ανάλογες καταστάσεις για Γερμανούς ηγετικά στελέχη στη διάρκεια του πολέμου. Κατηγόρησε για παράδειγμα τον στενό συνεργάτη του Αντενάουερ, τον Χανς Γκλόπκε, για ενεργία ανάμιξη στο διωγμό των Εβραίων. Ο Μέρτεν κατόρθωσε, όπως και πολλοί άλλοι συνάδελφοί του, να αρχίσει νέα σταδιοδρομία στη γερμανική κοινωνία. Εγάστηκε για παράδειγμα για ένα διάστημα στο Γερμανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης και ασχολήθηκε και με την πολιτική. Μαζί με τον μετέπειτα Πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Γκούσταμ Χάινεμαν, ίδρυσε το 1952 ένα κόμμα το οποίο αντιτάχθηκε στην πολιτική του Αντενάουερ, μια πολιτική που αποδεχόταν τη διαιώνηση του διχασμού της Γερμανίας χάρις τη δέσμευση της Ομοσπονδιακής Γερμανίας με τη Δύση. Βλέπουμε λοιπόν ότι συνεχίζει να έχει μια πολιτική δραστηριότητα αρκετά σημαντική και να παραμένει αλόβητος από την δράση του κατά τη διάρκεια του Ναζισμού και του πολέμου. Στην Ελλάδα η λεγόμενη ειρήνευση αποτελούσε ένα κεντρικό μέλημα των φιλελεύθερων κυβερνήσεων μεταπολεμικά. Η αιματηρή δεκαετία του πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου είχε βαθύνει τα πολιτικά χάσματα που δίχαζαν τη χώρα ήδη από παλαιότερα. Πόλεμος και εμφύλιος είχαν καταστρέψει την οικονομία σε τέτοιο βαθμό που χωρίς εξωτερική υποστήριξη ήταν πολύ δύσκολο η Ελλάδα να αντιμετωπίσει τα προβλήματα επιβίωσης που είχε. Για να σταθεροποιηθεί λοιπόν η κατάσταση και να επιτευχθεί η κοινωνική ειρήνη έπρεπε να πληρούνται δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, να γιφυρωθεί ο πολιτικός θυχασμός. Αυτό απαιτούσε την ενσωμάτωση των δυνάμων της αριστεράς. Ο ψυχρός πόλεμος όμως που είχε λάβει σαφή μορφή με αφορμή τα γεγονότα του εμφυλίου στην Ελλάδα περιόριζε την ακτήνα δράση της εσωτερικής πολιτικής σε τέτοιο βαθμό. Άλλωστε, ο επίσημος αντικομουνισμός των μεταπολεμικών ελληνικών καθεστώντων ήταν σύμφωνος με το διχασμό του ψυχρού πολέμου και αποτελούσε εμπόδιο στον παραπάνω σκοπό του να συμπεριληφθεί και η αριστερά στον πολιτικό σκηνικό. Η οικονομική ανασυγκρότηση ήταν ο δεύτερος πολύ σημαντικός μεταπολεμικός παράγοντας. Μετά τη λήξη του σχεδίου Marshall του 1951, η σημασία της δυτικής Γερμανίας ως δυναμικού οικονομικού παράγοντα για την ελληνική πολιτική της σταθεροποίησης γινόταν ολοένα και πιο φανερή. Σε αυτό το σημείο, υπήρχε συμφωνία στους κυβερνητικούς κύκλους της μεταπολεμικής Ελλάδας. Σύμφωνα με την κυβερνητική λογική, η κοινωνική ειρήνη στην Ελλάδα εξατειόταν άμεσα από την οικονομική σταθερότητα και μέσα βέβαια από τις καλές σχέσεις με χώρες που θα βοηθούσαν οικονομικά και βέβαια καλές σχέσεις με τη Γερμανία. Ο σημαντικός νόμος περί μέτρων ειρηνεύσεως του 1952, ο οποίος αποσκοπούσε στην κοινωνική επανεσομάτωση των αριστερών δυνάμεων, θέτοντας βέβαια αυστηρά κριτήρια εθνικοφροσύνης, αλλά συμπεριελάμπανε την ρύθμιση του ζητήματος των εγκληματιών πολέμου. Από την πρώτη στιγμή της επανασύνδεσης των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, τον Δεκέμβριο του 1950, το ζήτημα των εγκληματιών πολέμου απαιτούσε ιδιαίτερη μεταχείριση. Συγκεκριμένα, η Γερμανική Διπλωματεία εξέφραζε την άποψη ότι η αρμονική διευθέτηση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών απαιτεί τη γενική ταχεία και όσο το δυνατό, λιγότερο θορυβό διακαθάριση του ζητήματος των εγκληματιών πολέμου. Ήδη, όμως, το Ελληνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου, με επικεφαλής τον Γενικό Εισαγγελέα του Αρίου Πάγου Ανδρέα Τούση, είχε ασκήσει περίπου 900 ποινικές διώξεις εναντίον Γερμανών, οι οποίοι κατηγορούνταν για εγκλήματα πολέμου στην κατεχόμενη Ελλάδα. Ο ελληνικός νόμος περί ειρηνεύσεως προέβλεπε ως εναλλακτική λύση και προς διευκόλυση της διώξεως ότι η ποινική δίωξη εγκληματιών πολέμου στην Ελλάδα μπορούσε να ανασταλεί υπό τον όρο ότι οι αρμόδιες δικαστικές αρχές στη Γερμανία θα ασκούσαν ποινικές διώξεις εναντίον των κατηγορουμένων. Η τελική απόφαση για την αναστολή της ποινικής δίωξης στην Ελλάδα, μολονότι ήταν συναρτημένη με την κίνηση ποινικής δίωξης στη Γερμανία, παρέμενε θέμα της ελληνικής δικαιοσύνης. Με αυτό το νομικό αίρισμα, το 1952 και το 1956 παραδόθηκαν στο Γερμανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης οι ελληνικές δικογραφίες που είχαν ήδη σχηματιστεί και οι οποίες αφορούσαν Γερμανούς κατηγορουμένους με τον όρο ότι οι γερμανικές αρχές θα αναλάμβαναν την υποχρέωση της δίωξης. Οι γερμανικές αρχές δεν προώθησαν την υπόθεση. Δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωσή τους απέναντι στην ελληνική δικαιοσύνη, άφησαν τους φακέλους κλειστούς και έτσι η αναστολή της δίωξης στην Ελλάδα στερήθηκε στην πραγματικότητα τη νομική της βάση. Ο εισαγγελέας Τούσης επεσήμανε μερικές φορές αυτό το κενό. Οι υπεύθυνοι στη Βόνη όμως στηρίχθηκαν σε μια ανεπίσημη επιβεβαίωση της ελληνικής κυβέρνησης από τον Απρίλο του 1952, σύμφωνα με την οποία το θέμα των εγκληματιών πολέμου είχε λήξει οριστικά για την ελληνική πλευρά με την παράδοση των φακέλων στις γερμανικές αρχές. Σκοπός ήταν να αρθούν τα τυχόν υφιστάμενα προσκόματα για την παγίωση της παλαιάς παραδοσιακής φιλίας μεταξύ των δύο χωρών, όπως αναγράφεται στα έγγραφα. Αυτές οι συνενοήσεις και οι επαφές των δύο χωρών μας δείχνουν λεπτομέρειες της πολιτικής συνέχειας που ακολουθήθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο από το μεγαλύτερο μέρος των δυτικών ευρωπαϊκών χωρών. Η προφανής αντίθεση μεταξύ πολιτικής εξουσίας από τη μια και δικαιοσύνης από την άλλη σχετικά με το ελληνογερμανικό ζήτημα των εγκληματιών πολέμου οξύνθηκε το 1955-1956, τη στιγμή δηλαδή που άλλαξαν οι πολιτικές συνισθώσες στον ευρωπαϊκό και τον ελληνικό χώρο. Τον Μάιο του 1955 τέθηκαν σε ισχύ οι συνθήκες των Παρισίων παρέχοντας και πάλι στη Γερμανία τη λεγόμενη πλήρη κυριαρχική της δύναμη. Βλέπουμε μια δεκαετία μετά τον πόλεμο πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα. Με το διεθνώς αυξανόμενο κύρος της η Γερμανία νόμιζε πως θα μπορούσε να πιέσει την κυβέρνηση Καραμαλή να ξεκαθαρίσει το ζήτημα των εγκληματιών πολέμου που τυπικά παρέμενε σε εκκλημότητα με μια γενική αμνιστία, μια νομοθετική και πολιτική λύση λοιπόν όχι όμως και δικαστική. Στο μεταξύ και η πολιτική σκηνή της Ελλάδας είχε αλλάξει αισθητά. Η δύναμη της αντιπολίτευσης είχε αυξηθεί πια. Η κυβέρνηση Καραμαλή κέρδισε μεν τις εκλογές του Φεβρουαρίου του 1956 αλλά αναγκάστηκε στο εξής να υπολογίζει την πολιτική αριστερά ως σοβαρό αντίπαλο μεγάλης κοινωνικής ακτινοβολίας. Υπό αυτές τις συνθήκες μία υποχώρηση σιωπηρή στη γερμανική απέτηση ήταν πιθανό να φέρει την κυβέρνηση Καραμαλή σε δύσκολη θέση. Η αμνιστία προϋπέθεται τη συζήτηση του προβλήματος στη Βουλή και κάτι τέτοιο θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Καθώς με μία τέτοια συζήτηση πρώτα απ' όλα θα ξαναζούσαν οι αναμνήσεις της κατοχής που ήταν πολύ πρόσφατες, μια δεκαετία ήταν ένα πολύ μικροχρονικό διάστημα για όλα αυτά που είχαν συβεί, ενώ θα έβγαιναν στην επιφάνεια θέματα σχετικά με τις δοσιλογικές δραστηριότητες της δεξιάς παράταξης. Κάτι που πραγματικά ήταν ένα πάρα πολύ λεπτό ζήτημα. Ήταν ιδιαίτερα δυσάρεστο για την ελληνική κυβέρνηση και βέβαια αρνητικό για τα γερμανικά συμφέροντα όπως άλλως τετώνησε και ο Γερμανός Πρεσβευτής στην Αθήνα της περιόδου, ο Τιον Δόρο Κόρντ. Επιπλέον ήταν πολύ πιθανό η αντιπολίτευση να εκμεταλλευτεί την κατάσταση για να δυσφημίσει και το γενικό πολιτικό προσανατολισμό της Ελλάδας προς τη Δύση. Μια επιλογή που έτσι κι αλλιώς ήταν αμφισβητούμενη και θα εμφανιζόταν ως υπεύθυμη ή τουλάχιστον στενά συνδεδεμένη με την παραβία συνομικών δικαιωμάτων και την ταπείνωση εθνικών αισθημάτων. Για να συνοψήσουμε θα λέγαμε ότι σε σχέση με το ζήτημα των εγκληματιών πολέμου ούτε η ελληνική ούτε η γερμανική πλευρά στη φάση αυτή επέδειξαν ενδιαφέρον για τη δικαστική επίλυση του ζητήματος. Το κύριο μέλημά τους ήταν πώς να πραγματοποιηθεί μια νομοθετική δηλαδή πολιτική εγκαθάριση του ζητήματος με όσο το δυνατό λιγότερο θόρυβο και πολιτικά λιγότερο επικίνδυνο τρόπο. Στα τέλη του 1956 διατυπώθηκε μια ελληνική λύση. Εάν η Γερμανία παρήχε αποζημιώσεις για τα θύματα των εγκληματιών πολέμου τότε η αμνηστία θα μπορούσε να δικαιωθεί ως πολιτική λύση. Η Βόνη απέρριψε βέβαια την ιδέα αυτή παραπέμποντας στη Συνθήκη του Λονδίνου του 1953 σύμφωνα με την οποία η εκπλήρωση υλικών διεκδικίσεων που πηγάζουν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο θα αριθμίζονταν με μια γενική Συνθήκη Υρήνης. Και βέβαια μια Συνθήκη Υρήνης προϋπέθεται την επανένωση της Γερμανίας. Κάτι που φαινότανε απίθανο στην τότε διεθνική κατάσταση. Ανεξάρτητα από αυτά η Γερμανική κυβέρνηση στηριζόμενη στην ανεπίσημη συμφωνία θεωρούσε ότι η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη να αναστείλει την ποινική δίοξη των εγκληματιών πολέμου χωρίς αντάλλαγμα ούτε υλικό ούτε δικαστικό. Μπροστά στη Γερμανική αυτή στάση, την άνοιξη του 1957, ο Ισαγγελέας του Αρίου Πάγου, βασικός υπεύθυνος για τους φαγγέλους εγκλημάτων πολέμου, ο Τούσης, απειλούσε ότι θα αναγκαζόταν να ανακινήσει την κατά ζήτηση και δίοξη των Γερμανών εγκληματιών πολέμου στην Ελλάδα ελλείψη νομικής και πολιτικής βάσης της αναστολής της. Ακριβώς εκείνη την εποχή, τον Απρίλιο του 1957, ο Μαξιμίλιαν Μέρτεν ταξίδεψε στην Αθήνα. Σκόπευε να παρουσιαστεί ως μάρτυρας σε μια αστική δίκη ενός παλιού γνωστού του διερμηνέ επικατοχής Arthur Meissner. Πριν παρουσιαστεί ενώπιον του Έλληνα ανακριτή, απευθύνθηκε, με συγχωρείτε, στο νομικό τμήμα της Γερμανικής Πρεσβείας για να διασφαλίσει ότι η μαρτυρία του δεν θα είχε απρόπτιες συνέπειες για τον ίδιο. Πραγματικά, η Πρεσβεία τον καθυσήχασε και έτσι παρουσιάστηκε στον ανακριτή, κατέδησε τη μαρτυρία του και όταν ο Ισαγγελέας Τούσης, που όπως προκήτει, βρισκόταν σε έναν διπλανό γραφείο, τον άκουσε, συνειδητοποίησε ποιος είναι και διέταξε να συλληφθεί. Και βεβαίως ο Ισαγγελέας Τούσης επικύρωσε τη σύλληψή του από κάθε άποψη, όπως και είχε δικαίωμα να κάνει. Υπήρξαν σφοδρές διαμαρτυρίες της Γερμανίας κατά τη σύλληψη του Μέρτεν και της απόφασης του Ισαγγελέα να ανακοινήσει την ποινική δίωξη εναντίον Γερμανών κατηγορημένων στην Ελλάδα, οι οποίες όμως δεν έφεραν αποτελέσματα. Ούτε τα πενηχρά στοιχεία τα οποία επέβαλε το Γερμανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης για να αποδείξει ότι κάνει προσπάθειες η Γερμανική Δικαιοσύνη για τη δίωξη των Γερμανών εγκληματιών πολέμου, βοήθησαν στην περίπτωση αυτή. Η Γερμανική Πρεσβεία στην Αθήνα αρνήθηκε μάλιστα να παρουσιάσει τα αποτελέσματα των ενεργειών της Γερμανικής Δικαιοσύνης, γιατί ακριβώς θεωρούσε ότι στερούνταν σοβαρότητας και δεν ήθελε διπλωματικά η Πρεσβεία να εκτεθεί. Η περίπτωση του Μάκς Μέρτεν αποκτούσε όλο και περισσότερη δημοσιότητα. Το κατηγορητήριο του μάκρενε συνεχώς. Εκτός των κατηγοριών σχετικά με τη συμμετοχή του στη φυσική εξόδουση της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, και αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό σημείο που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα, κατηγορήθηκε τώρα και για αντίπεινα εναντίον του άμαχου πληθυσμού, μια κατηγορία που την εποχή εκείνη βάρενε πιο πολύ από όλες τις άλλες στη δημόσια συνείδηση. Παρά τις έντονες ενέργειες των Γερμανών στο διπλωματικό παρασκήνιο, ο Μέρτεν παρέμεινε σχεδόν δύο χρόνια προφυλακισμένος στις φυλακές Αβέροφ στην Αθήνα, και μόνο στο τέλος του 1958 διαφάνηκε και πάλι μια προοπτική για την πολιτική, δηλαδή την νομοθετική επίλυση του ζητήματος. Στο πλαίσιο των ελληνογερμανικών οικονομικών διαπραγματεύσεων, η Βόνη εξαρτούσε τις καλές προθέσεις της να υποστηρίξει οικονομικά την Ελλάδα από την ευμενή συνολική ρύθμιση του θέματος των εγκληματιών πολέμου, συμπεριλαμβανομένη και της υπόθεσης της Μέρτεν. Σε ένα εμπιστευτικό παράρτημα της οικονομικής συμφωνίας της 13ης Νοεμβρίου 1958, ο Καραμαλής υποσχέθηκε στον γερμανό γαγγελάριο Αντενάουερ να αναστείλει όλες τις διώξεις και να παραδώσει τον Μέρτεν στη Γερμανία. Σε ό,τι αφορούσε τον Μέρτεν, η διαπραγμάτευση αυτή δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Η κοινή γνώμη είχε πια ευαισθητοποιηθεί στην Ελλάδα πάρα πολύ σε σχέση με το θέμα. Οι δικηγόροι των εβραίων πολιτικών εναγώντων ήταν εξέχοντα μέλη της πολιτικής αδυπολίτευσης και έτσι της κυβέρνησης και έτσι η καταγγελία κατά του Μέρτεν πήρε τη μορφή πρότασης μομφής κατά της κυβέρνησης της Καραμαλής σχεδόν. Η ενδοτική στάση του δεξιού πολιτικού χώρου στην Ελλάδα απέναντι στους παλαιούς εχθρούς μπορούσε να ερμηνευθεί ως συνέχεια δοσιλογικών δραστηριοτήτων κατά τη διάρκεια της κατοχής και αυτό φυσικά θα ήταν ιδιαίτερα αρνητικό για την κυβέρνηση. Μέσα σε αυτό το εκλεκτικό κλίμα, στις αρχές του 1959, η ισιοπήρη παράδοση του Μέρτεν στη Γερμανία θα ισοδυναμούσει με την ομολογία ενοχής ηγετικών στελεχών της ελληνικής κυβέρνησης. Υπό τους όρους αυτούς μια δίκη κατά του Μέρτεν στην Ελλάδα δεν μπορούσε πια να αποφευχθεί. Ο Καραμαλής προσπαθώντας να διατηρήσει τις ισορροπίες με τους Γερμανούς και λόγω των οικονομικών ανάγκων της χώρας, τους υποσχέθηκε να επηρεάσει τουλάχιστον τη σύνθεση του ειδικού στρατοδικίου, αλλά υποσχέθηκε επίσης, και αυτό ήταν το πιο σημαντικό, να αμνηστεύσει και να παραδώσει τον Μέρτεν στη Γερμανία μετά τη δίκη, μόλις θα το επέτρεπαν οι συνθήκες. Τελικά, στις 11 Φεβρουαρίου 1959, άρχισε η δίκη του Μέρτεν στην Αθήνα με μεγάλη διεθνή συμμετοχή. Από την πρώτη κιόλας μέρα, ο Πρόεδρος του Ειδικού Δικαστηριού, Συνταγματάρχης Κοκορέτσας, αποφάσισε τον αποκλεισμό των πολιτικών εναγώντων, αποφεύγοντας κατά αυτόν τον τρόπο την επεραιτέρω πολιτικοποίηση του όλου θέματος. Κύριο αντικείμενο της δίκης, υπήρξε η συμβολή του Μέρτεν εξόδως της εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Η υπεράσπιση του είχε οργανωθεί από το Υπουργείο Εξωτερικών της Γερμανίας. Και αυτό μας κάνει να καταλάβουμε και την πολιτική σημασία τελικά αυτής της δίκης. Η στρατηγική του αποσκοπούσε στην υποτίμηση της ακτίνας δράσης του Μέρτεν. Επιχειρούσε πιο συγκεκριμένα να ανάγει την ευθύνη για τη λεγόμενη τελική λύση του εβραϊκού ζητήματος στην Ευρώπη, αποκλειστικά στην κυριαρχία και στην ιεραρχία των Χίτλερ, Χίμπλερ, Χάιντριχ και Άιχμαν ως άξονα του εθνικοσοσιαλιστικού κράτους. Σύμφωνα με την τερμηνία αυτή, ο Μέρτεν ήταν μόνο ένα εκτελστικό όργανο χωρίς αυτοτελείς αρμοδιότητες και επομένως χωρίς ευθύνης. Πρέπει να πούμε ότι αυτό ήταν το σκεπτικό και στις δίκες της Νιρεμβέργης και αργότερα στην δίκη του Άιχμαν το σκεπτικό υπεράσπισης είτε των ίδιων των κατηγορημένων για τους εαυτούς τους είτε των συνηγόρων τους είναι αυτό ότι πέρα από την επίσημη ιεραρχία που ήταν υπεύθυνη για τη λήψη των αποφάσεων και για την οργάνωση εκτέλεσης των αποφάσεων, οι υπόλοιποι ήταν εκτελεστικά όργανα. Στις 5 Μαρτίου του 1959 σχεδόν δύο χρόνια μετά την άφιξη του στην Αθήνα ο Μέρθην καταδικάστηκε τελικά σε 25 χρόνια κάθριξη πέντε χρόνια περισσότερα από την πρότευση του Ισαγγελεά αξίζει να σημειώσουμε. Αθώθηκε για την κατηγορία των αντιπίνων κατά του άμαχου πληθυσμού κρίθηκε ωστόσο ένοχος και του επιβλήθηκαν βαριές πεινές για τη θανάτωση πέντε Εβραίων, αναζητήθηκαν μεμονωμένες περιπτώσεις ανάμεσά τους και τρία μικρά παιδιά για την τρομοκρατία που επέβαλε και για τον εγγλισμό σεγγέτη των θεσσαλονικαίων Εβραίων όπως βέβαια και για τον εκτοπισμό τους στο Άοσβιτζ στην κατεχόμενη Πολωνία. Κρίθηκε ένοχος μεταξύ άλλων για τα καταναγκαστικά έργα που επιβλήθηκαν στους Εβραίους και ήταν υπεύθυνος για την καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου. Η καταδίκη του Μέρτεν επέβαλε στο να καθυσυχάσει την κοινή γνώμη να δείξει με άλλα λόγια ότι το ελληνικό κράτος ήταν διατηθειμένο να τιμωρήσει αυστηρά τα εγκλήματα πολέμου. Αυτή ήταν η εξωτερική εικόνα που επιθυμούσε να δίνει η κυβέρνηση καραμαλή. Ξέρουμε όμως ότι την ίδια στιγμή είχε γίνει συμφωνία για την αμνιστία του Μέρτεν μόλις ήταν κατάλληλες οι συνθήκες. Η κυβέρνηση καραμαλή δεν σκόπευε ποτέ να κρατήσει τον Μέρτεν στις ελληνικές φυλακές. Περίμενε απλώς να εμφανιστούν οι κατάλληλες συνθήκες για να τον απελευθερώσει. Η έννοξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ Δυτικής Γερμανίας και Ελλάδας για το θέμα των αποζημιώσεων της 1ης προς τη 2η το Μάιο του 1959 έδωσε επιτέλους την κατάλληλη αφορμή για την νομοθετική λύση στην υπόθεση Μέρτεν. Η ελληνική και η γερμανική άποψη διέφεραν ως προς τον καθορισμό των δικαιούχων των αποζημιώσεων. Σύμφωνα με τους πολιτικούς υπολογίσμους της ελληνικής πλευράς έπρεπε να συμπεριληφθούν οπωσδήποτε και τα θύματα των λεγόμενων αντιπίνων κατά του άμαχου πληθυσμού. Ήταν γενικώς αποδεκτό ότι η αποζημίωση αυτής της κατηγορίας των θυμάτων μπορούσε να πολλαπλασιάσει το πολιτικό κέρδος και το κύρος της κυβέρνησης και να δικαιολογήσει πλήρως την παρέτηση από το έτημα της θυμωρίας των εγκληματιών πολέμου, παρέτηση που είχε αποφασιστεί προπολού. Η Βόνη, από την πλευρά της, αναφερόταν στα θύματα της λεγόμενης δίωξης για λόγους φιλετικούς, θρησκευτικούς και κοσμοθεωρητικούς, εννοώντας κατά κύριο λόγο τους εβραϊκούς πληθυσμούς. Την αποζημίωση αυτής της κατηγορίας των θυμάτων στο πλαίσιο των λεγόμενων συνολικών συμφωνιών είχε διαπραγματευτεί η Δυτική Γερμανία με 16 κράτη της Ευρώπης, οι πολίτες των οποίων υπήρξαν θύματα της φιλετικής δίωξης. Εκ πρώτης όψεως, οι συμφωνίες αυτές αποτελούσαν εξέρεση στον κανόνα, σύμφωνο με τον οποίο, μόνο μετά τη σύναψη μιας συνθήκης ειρήνης, θα υποχρονόταν η Γερμανία να αποζημιώσει υλικές διεκδικήσεις που πηγάζουν από τον πόλεμο. Στο μεταξύ, είχε επιβληθεί η αντίληψη ότι τα λεγόμενα εθνικοσοσιαλιστικά εγκλήματα, δηλαδή η δίωξη για λόγους φιλετικούς, θρησκευτικούς και κοσμοθεωρητικούς, δεν πηγάζουν άμεσα από τον πόλεμο, αλλά από την ιδεολογία του εθνικουσοσιαλισμού. Έτσι, τα θύματα που ανήκαν σε αυτή την κατηγορία θα πρέπει να αποζημιωθούν ήδη και πριν από τη συνθήκη ειρήνης. Την ίδια εποχή και με την ευκαιρία της επίσκεψης μιας ομάδας ελλήνων βουλευτών της αντιπολίτευσης, η Ανατολική Γερμανία πρότεινε στην Ελλάδα αποζημιώσεις. Αντίθετα με τη Δυτική Γερμανία, οι αποζημιώσεις αυτές αφορούσαν κυρίως στα θύματα αντιπίνου. Το Ανατολικό Βερολίνο κινούνταν από την πλευρά του από άλλα συμφέροντα. Σύμφωνο με το διεθνές δικαιό, η πληρωμία αποζημιώσων αποτελούσε πράξη μεταξύ δύο κρατών. Την εποχή εκείνη, η Ανατολική Γερμανία δεν ήταν αναγνωρισμένο κράτος στον δυτικό κόσμο, ενώ από τη μεριά της η Δυτική Γερμανία απειλούσε με διακοπή των διπλωματικών σχέσεων σε κάθε κράτος, το οποίο θα αναγνώριζε την Ανατολική Γερμανία ως ανεξάρτητο κράτος. Στο μάρτυο του 1960 υπογράφτηκε η συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Δυτική Γερμανίας περί παροχών υπερελλήνων υπηκών θυγέντων από εθνικο-σοσιαλιστικά μέτρα. Το ίδιο αυτό διάστημα, ο Μέρθεν ζούσε πια ελεύθερος στη Γερμανία. Λίγους μήνες νωρίτερα, στις 3 Νοεμβρίου του 1959, είχε τεθεί σε ισχύ το νομοθετικό διάταγμα με τον κατεφημισμό τίτλο περί της τροποποίησεως της περιεγκλημάτων πολέμου νομοθεσίας, το οποίο επέστρεψε στην πολιτική εξουσία να προχωρήσει στην τελική απόφαση για την υπόθεση Μέρθεν, χωρίς αυτό να ονομαστεί αμνηστία. Στις 5 Νοεμβρίου του 1959, ο Μέρθεν έφυγε αθώριβο από το αεροδρόμιο της Αθήνας προς τη Γερμανία. Η ποινική δίωξη εναντίον του στη Γερμανία ανεστάει ουσιαστικά αμέσως και τυπικά το 1968, εν μέρει εξαιτίας της έλπισης ενδείξεων αλλά και επειδή το αδίκημα παραγράφηκε. Για τον καιρό της παραμονής στους ελληνικές σφυλακές αξίζει να σημειώσουμε ότι η Γερμανική κυβέρνηση του αναγνώρισε αποζημίωση ο ίδιος πέθανε το 1976. Η αντίφαση μεταξύ δικαιοσύνης και πολιτικής που χαρακτήρησε την εξέλιξη της υπόθεσης Μέρθεν είναι αποτέλεσμα ασυνειδητής πολιτικής εκμετάλλευσης, τόσο των Ελλήνων όσο και των Γερμανών, η οποία όριζε τον τρόπο διαχείρισης της υπόθεσης Μέρθεν και γενικότερα τα ζητήματα των εγκληματιών πολέμου στις ελληνογερμανικές μεταπολεμικές σχέσεις. Στο σημείο αυτό θα κλείσουμε την σημερινή μας διάλεξη κρατώντας μέσα από το παράδειγμα της δικής Μέρθεν τις πολλαπλές δυσκολίες που εμφανίζονταν στις μεταπολεμικές κοινωνίες, την ανάγκη διπλοματικών σχέσεων με τη Δύση και ιδιαίτερα τη Γερμανία, τις πολιτικές πιέσεις που ασκήθηκαν από τη Γερμανία για το ζήτημα των εγκληματιών πολέμου γενικότερα στις χώρες της Ευρώπης και στη χώρα μας που ήταν σε ευάλωτη θέση, ιδιαίτερα μετά τον Εφύλιο ως προς την οικονομική της αποδιάρθρωση και πώς οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις προσπάθησαν να το χειριστούν αυτό το ζήτημα. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας και θα συνεχίσουμε στο επόμενο μάθημα. |
_version_ |
1782817702564331520 |
description |
Η ανασυγκρότηση της εβραικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης μεταπολεμικά. Συγκρίσεις με την Ευρώπη: Υπόσχεσαι, κυρίες και κύριοι, εσείως έχουμε φτάσει στο έβδομο μάθημά μας, στην έβδομη διάλεξη της σειράς μαθημάτων για την ανασυγκρότηση της εβραϊκής κοινότητας Θεσσαλονίκης μετά τον πόλεμο, το διάστημα 1945-1955. Και για τις συγκρίσεις με την Ευρώπη που θα κάνουμε στο πλαίσιο αυτού του μαθήματος. Ας κάνουμε μία επισκόπηση σε ό,τι είδαμε μέχρι σήμερα, καθώς βρισκόμαστε στη μέση του κύκλου των μαθημάτων μας. Είδαμε ξεκινώντας το περιεχόμενο του μαθήματος των διαλέξεων και γιατί έχει σημασία να αναφερθούμε σε αυτή την πτυχή της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης. Μέσα σε ένα πλαίσιο ζητημάτων μειωνοτήτων μεταπολεμικά, ζητήματα πολιτικών ισορροπιών στην Ευρώπη και στην Ελλάδα και στο πλαίσιο του ψυχρού πολέμου του θερμού επεισοδίου εδώ στην Ελλάδα του εμφύλιου πολέμου, καταφέρνουμε μέσα από την προσέγγιση της ανασυγκρότησης της εβραϊκής κοινότητας να δούμε συνολικά την ανασυγκρότηση στην ελληνική κοινωνία και ευρύτερα στην ευρωπαϊκή και βέβαια να συνδέσουμε την ιστορία των Εβραίων με την ευρωπαϊκή ιστορία και να την κατανοήσουμε καλύτερα. Ισαγωγικά αναφερθήκαμε στην Ευρώπη του 1917-1939 και πώς φτάσαμε στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αναφερθήκαμε στο ναζιστικό σχεδιασμό του 38-45 και στο όρεμα για μια δουλική φιλετική νέα Ευρώπη του Χίτλερ και των Ναζί και βέβαια δώσαμε έμφαση στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό χάος στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και τον διπολισμό της μεταπολεμικής κοινωνίας. Στο Δεύτερο Μάθημα αναφερθήκαμε στα πολιτικά γεγονότα της απελευθέρωσης στην Ελλάδα, στην κυβέρνηση της Εθνικής Ενότητας αρχικά, στην Καζέρτα, στα Δεκεμβριανά, στην πολιτική νομισματικής σταθερότητας, στη σύντομη αμική κυριαρχία στη Θεσσαλονίκη και βέβαια στα σταδιακά βήματα που κάνει η ελληνική πολιτεία και κοινωνία προς τον εφήλιο πόλεμο. Στη συνέχεια επικεντρωθήκαμε πια στενά στους επιζώντες από τα στρατόπεδα, στις δυσκολίες που είχαν στην επιστροφή στις πατρίδες τους, όσο ακόμα αυτές τις έγκασαν πατρίδες τους, στους Έλληνες επιζώντες, στους Έλληνες Εβραίους επιζώντες και βέβαια θύξαμε αρκετά λεπτομερώς τις πορείες θανάτου και τι σήμεναν, το κύμα προσφύγων που είχε κατακλεί στον ευρωπαϊκό χώρο μετά τον πόλεμο, ενώ τονίσαμε και εξηγήσαμε τη σημασία της αλλήγια της μετανάστευσης στην Παλαιστίνη και το ρόλο που αυτή έπαιξε στην μετέπεικα ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Στο τέταρτο μάθημα μιλήσαμε για τις διαφορετικές κατηγορίες επιζώντων, για τα δημογραφικά στοιχεία των Εβραίων της Ελλάδας μεταπολεμικά και βέβαια τις συσχνές πια πληθυσμιακά εβραϊκές κοινότητες. Αναφερθήκαμε στην προσπάθεια θεσμικής αναδιοργάνωσης, στο ότι μετατοπίζεται πολιτικά το κέντρο βάρους στην Αθήνα με την είδη του Κεντρικού Ιδραλυτικού Συμβουλίου. Αναφερθήκαμε με αρκετές λεπτομέρειες στους πρώτους στόχους που τέθηκαν, που ήταν βέβαια η πολιτική ανασυγκρότηση, η συγκρότηση των θεσμών θρησκευτικών και πολιτικών στην κοινότητα αλλά και στο πλαίσιο των νέων καταστάσεων που διαμορφώνεται στο ελληνικό κράτος. Και βέβαια στην προσπάθεια ανάκτησης των περιουσιακών στοιχείων. Και αναλύσαμε το πώς αυτά συνδέονται με τοπικές αντιθέσεις και εμπόδια με τους ανθρώπους που έχουν καρποθεί τα περιουσιακά στοιχεία με το δοσιλογισμό. Συζητήσαμε για τις διεθνείς οργανώσεις που συμβάλουν στην ανασυγκρότηση στενά της εβραϊκής κοινότητας αλλά και ευρύτερα της μεταβολεμικής ελληνικής κοινωνίας. Στη συνέχεια, στο πέμπτο μάθημα, ασχοληθήκαμε εκτενώς με το ζήτημα της ποινικής δίωξης των δοσιλόγων της κατοχής και πώς σταδιακά η σχετική νομοθεσία αντί να οδηγήσει σε μία έστω ατελή απονομή δικαιοσύνης τελικά χρησιμοποιήθηκε εναντίον των κομμουνιστών και των αντιστασιακών εδώ στην Ελλάδα κυρίως λόγω των εξελίξεων προς τον εμφύλιο πόλεμο και είδαμε αρκετά αναλυτικά πως οι ποικίλες κατηγορίες δοσιλόγων ενδίθηκαν την εθνικοφροσύνη ενάντια στον κομμουνιστικό κίνδυνο και εξέπληναν τον δοσιλογισμό τους. Στο έκτο κεφάλαιο επιμείναμε ακόμη περισσότερο σε εκείνη την πλευρά του δοσιλογισμού που σχετίζεται και με τα εβραϊκά περιουσιακά στοιχεία, τους οικονομικούς δοσιλόγους σχολιάσαμε την απονομή δικαιοσύνης και σε αυτή την κατηγορία συνεργατών και δοσιλόγων με τους Γερμανούς. Συζητήσαμε για τις εθνοκαθάρσεις που έλαβα χώρα στη διάρκεια του πολέμου στην ελληνική επικράτεια και γενικότερα προσπαθήσαμε μέσα από τα δύο τελευταία μαθήματα Με αυτή την εκτενή αναφορά στην απονομή δικαιοσύνης να καταλάβουμε γιατί οι συχνές μεταπολεμικές ελληνικές εβραϊκές κοινότητες επέλεξαν μια πολιτική από την πλευρά τους διακριτικής παρουσίας και διεκδίκησαν παρουσίας και διεκδικίσεων ιδιαίτερα κατά την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία. Ακριβώς λόγω του κλίματος που διαμορφωνόταν, λόγω του εξητίας του γεγονότος ότι παρέμεναν σε θέση ισχύως και συχνά σε θέση εξουσίας άνθρωποι που νωρίτερα είχαν συμβάλει στο να τους καταδώσουν στους Γερμανούς ή στο να καρποθούν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Ύστερα από αυτή τη σύντομη επισκόπηση θα περάσουμε στο σημερινό μας μάθημα που εντοπίζεται και πάλι στο χώρο της απονομής δικαιοσύνης και θα ασχοληθούμε με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο με τον Μαξιμιλιανό Μέρτεν και το ζήτημα της δίκης του που έγινε πολύ αργότερα από την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία. Ας ξεκινήσουμε λέγοντας σε καταρχήν ποιος ήταν ο Μέρτεν και γιατί διώκτηκε από τις ελληνικές δικαστικές αρχές. Στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής ο τέος νομικός Μάξ Μέρτεν υπήρξε στρατιωτικός ένας από τους διοικητές στο νομό Θεσσαλονίκης. Ανήκει στην πολιτική διοίκηση στο πολιτικό επιτελείο και ήταν υπευθυνός για τον εφοδιασμό και την δημόσια ζωή της πόλης. Άσκησε το αξίωμά του συχνά με τρόπο αυθαίρετο και αλλοζωνικό και στην αντίληψη των κατοίκων εμφανίστηκε ως η κορυφή της γερμανικής ιεραρχίας ή τουλάχιστον ως εξέγχον μέλος της. Μάλιστα ήταν τόσο έντονη η ανάμνηση που είχε αφήσει στην πόλη της Θεσσαλονίκης και η επίδραση που είχε στα πράγματα της πόλης που τον αποκαλούσαν βασιλιά της Θεσσαλονίκης και άρχοντα της πόλης. Πρέπει να πούμε ότι ο Μέρτεν είχε έρθει στη θέση αυτή στην Θεσσαλονίκη στο τέλος του καλοκαιριού του 1942 όπως προκύπτει από τα έγγραφα, τον Αύγουστο. Την άνοιξη του 1943 ο Μέρτεν προετοίμασε σε συνεργασία με τους ειδικούς απεσταλμένους του Άιγμαν, τον Βισιλτσένη και τον Προύνερ την εκτόπιση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο της λεγόμενης τελικής λύσης του εβραϊκού ζητήματος. Υπέγραψε τις διαταγές για την κατάσχεση των εβραϊκών περιουσιών, για τον στιγματισμό και τον περιορισμό σεκέτον των Ελλήνων Εβραίων. Υπάρχουν ενδείξεις ότι οικιοποιήθηκε παρανόμως περιουσίες που είχαν αφήσει πίσω τους οι εκτοπισμένοι. Εκτός αυτού, πιστός στις αντικομονιστικές του πεποιθήσεις, στο πλαίσιο της κατοχής υποστήριξε τις δεξιές οργανώσεις όπως για παράδειγμα την ΠΑΟ, την Πανελληνία Απελευθερωτική Οργάνωση, που είχαν, οπωσδήποτε, ένα αντικομονιστικό πρόσιμο, ιδιαίτερα όσο προχωρούσαμε προς το 1944. Μετά το τέλος του πολέμου, ο Μέρθεν συνελήφθη από τους Αμερικανούς στην κατεχόμενη Γερμανία. Το 1946, οι Αμερικανικές Αρχές πρότειναν να τον παραδώσουν στην Ελληνική Κυβέρνηση. Σύμφωνο με τη Συμφωνία του 1943 μεταξύ των Συμμάχων, η οποία προέβλεπε την παράδοση των εγκληματιών πολέμου στις χώρες στις οποίες διέπραξαν τις ομότητές τους. Μολονότι οι δικαστικές Αρχές καταζητούσαν τον Μέρθεν, κυρίως ανάμεσα σε Γερμανούς και Βούλγαρους εγκληματίες πολέμου, η Ελληνική Κυβέρνηση τελικά δεν δέχτηκε την παράδοσή του. Ο Έλληνας στρατιωτικός επεσταλμένος στο Βερολίνο την περίοδο εκείνη και μετέπειτα πρεσβευτής στη Βόνη, ο στρατηγός Ανδρέας Υψηλάντης παραινεύει μάλιστα στις Αμερικανικές Αρχές κατοχής στη Γερμανία, με την πρόταση να αποφυλακισθεί ο Μέρθεν, επισημαίνοντας μάλιστα την άψογη διαγωγή και τις αντάξειες υπηρεσίες που προσέφερε επί Γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα. Οι επαφές που είχε συνάψει ο Μέρθεν επικατοχής στη Θεσσαλονίκη με ηγετικούς ελληνικούς κύκλους, επαφές τις οποίες επανειλημμένα αναφερόταν και υπενισσόταν αργότερα, απέβαναν τώρα χρήσιμες. Και επειδή αυτές οι επαφές, οι σχέσεις, αφορούσαν τον Έλληνα πρωθυπουργό Καραμαλί τα κατοπινά χρόνια, τον υφυπουργό Αμήνης Θεμελή και τον υπουργό εσωτερικών Μακρύ, έκρυβαν μέσα τους συχνά μια εκκρεκτική δύναμη για την πολιτική ζωή της Ελλάδας, καθώς υπονοούσαν μορφές δοσιλογισμού. Ο Μέρτεν υπενισσόταν επίσης ανάλογες καταστάσεις για Γερμανούς ηγετικά στελέχη στη διάρκεια του πολέμου. Κατηγόρησε για παράδειγμα τον στενό συνεργάτη του Αντενάουερ, τον Χανς Γκλόπκε, για ενεργία ανάμιξη στο διωγμό των Εβραίων. Ο Μέρτεν κατόρθωσε, όπως και πολλοί άλλοι συνάδελφοί του, να αρχίσει νέα σταδιοδρομία στη γερμανική κοινωνία. Εγάστηκε για παράδειγμα για ένα διάστημα στο Γερμανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης και ασχολήθηκε και με την πολιτική. Μαζί με τον μετέπειτα Πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Γκούσταμ Χάινεμαν, ίδρυσε το 1952 ένα κόμμα το οποίο αντιτάχθηκε στην πολιτική του Αντενάουερ, μια πολιτική που αποδεχόταν τη διαιώνηση του διχασμού της Γερμανίας χάρις τη δέσμευση της Ομοσπονδιακής Γερμανίας με τη Δύση. Βλέπουμε λοιπόν ότι συνεχίζει να έχει μια πολιτική δραστηριότητα αρκετά σημαντική και να παραμένει αλόβητος από την δράση του κατά τη διάρκεια του Ναζισμού και του πολέμου. Στην Ελλάδα η λεγόμενη ειρήνευση αποτελούσε ένα κεντρικό μέλημα των φιλελεύθερων κυβερνήσεων μεταπολεμικά. Η αιματηρή δεκαετία του πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου είχε βαθύνει τα πολιτικά χάσματα που δίχαζαν τη χώρα ήδη από παλαιότερα. Πόλεμος και εμφύλιος είχαν καταστρέψει την οικονομία σε τέτοιο βαθμό που χωρίς εξωτερική υποστήριξη ήταν πολύ δύσκολο η Ελλάδα να αντιμετωπίσει τα προβλήματα επιβίωσης που είχε. Για να σταθεροποιηθεί λοιπόν η κατάσταση και να επιτευχθεί η κοινωνική ειρήνη έπρεπε να πληρούνται δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, να γιφυρωθεί ο πολιτικός θυχασμός. Αυτό απαιτούσε την ενσωμάτωση των δυνάμων της αριστεράς. Ο ψυχρός πόλεμος όμως που είχε λάβει σαφή μορφή με αφορμή τα γεγονότα του εμφυλίου στην Ελλάδα περιόριζε την ακτήνα δράση της εσωτερικής πολιτικής σε τέτοιο βαθμό. Άλλωστε, ο επίσημος αντικομουνισμός των μεταπολεμικών ελληνικών καθεστώντων ήταν σύμφωνος με το διχασμό του ψυχρού πολέμου και αποτελούσε εμπόδιο στον παραπάνω σκοπό του να συμπεριληφθεί και η αριστερά στον πολιτικό σκηνικό. Η οικονομική ανασυγκρότηση ήταν ο δεύτερος πολύ σημαντικός μεταπολεμικός παράγοντας. Μετά τη λήξη του σχεδίου Marshall του 1951, η σημασία της δυτικής Γερμανίας ως δυναμικού οικονομικού παράγοντα για την ελληνική πολιτική της σταθεροποίησης γινόταν ολοένα και πιο φανερή. Σε αυτό το σημείο, υπήρχε συμφωνία στους κυβερνητικούς κύκλους της μεταπολεμικής Ελλάδας. Σύμφωνα με την κυβερνητική λογική, η κοινωνική ειρήνη στην Ελλάδα εξατειόταν άμεσα από την οικονομική σταθερότητα και μέσα βέβαια από τις καλές σχέσεις με χώρες που θα βοηθούσαν οικονομικά και βέβαια καλές σχέσεις με τη Γερμανία. Ο σημαντικός νόμος περί μέτρων ειρηνεύσεως του 1952, ο οποίος αποσκοπούσε στην κοινωνική επανεσομάτωση των αριστερών δυνάμεων, θέτοντας βέβαια αυστηρά κριτήρια εθνικοφροσύνης, αλλά συμπεριελάμπανε την ρύθμιση του ζητήματος των εγκληματιών πολέμου. Από την πρώτη στιγμή της επανασύνδεσης των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, τον Δεκέμβριο του 1950, το ζήτημα των εγκληματιών πολέμου απαιτούσε ιδιαίτερη μεταχείριση. Συγκεκριμένα, η Γερμανική Διπλωματεία εξέφραζε την άποψη ότι η αρμονική διευθέτηση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών απαιτεί τη γενική ταχεία και όσο το δυνατό, λιγότερο θορυβό διακαθάριση του ζητήματος των εγκληματιών πολέμου. Ήδη, όμως, το Ελληνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου, με επικεφαλής τον Γενικό Εισαγγελέα του Αρίου Πάγου Ανδρέα Τούση, είχε ασκήσει περίπου 900 ποινικές διώξεις εναντίον Γερμανών, οι οποίοι κατηγορούνταν για εγκλήματα πολέμου στην κατεχόμενη Ελλάδα. Ο ελληνικός νόμος περί ειρηνεύσεως προέβλεπε ως εναλλακτική λύση και προς διευκόλυση της διώξεως ότι η ποινική δίωξη εγκληματιών πολέμου στην Ελλάδα μπορούσε να ανασταλεί υπό τον όρο ότι οι αρμόδιες δικαστικές αρχές στη Γερμανία θα ασκούσαν ποινικές διώξεις εναντίον των κατηγορουμένων. Η τελική απόφαση για την αναστολή της ποινικής δίωξης στην Ελλάδα, μολονότι ήταν συναρτημένη με την κίνηση ποινικής δίωξης στη Γερμανία, παρέμενε θέμα της ελληνικής δικαιοσύνης. Με αυτό το νομικό αίρισμα, το 1952 και το 1956 παραδόθηκαν στο Γερμανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης οι ελληνικές δικογραφίες που είχαν ήδη σχηματιστεί και οι οποίες αφορούσαν Γερμανούς κατηγορουμένους με τον όρο ότι οι γερμανικές αρχές θα αναλάμβαναν την υποχρέωση της δίωξης. Οι γερμανικές αρχές δεν προώθησαν την υπόθεση. Δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωσή τους απέναντι στην ελληνική δικαιοσύνη, άφησαν τους φακέλους κλειστούς και έτσι η αναστολή της δίωξης στην Ελλάδα στερήθηκε στην πραγματικότητα τη νομική της βάση. Ο εισαγγελέας Τούσης επεσήμανε μερικές φορές αυτό το κενό. Οι υπεύθυνοι στη Βόνη όμως στηρίχθηκαν σε μια ανεπίσημη επιβεβαίωση της ελληνικής κυβέρνησης από τον Απρίλο του 1952, σύμφωνα με την οποία το θέμα των εγκληματιών πολέμου είχε λήξει οριστικά για την ελληνική πλευρά με την παράδοση των φακέλων στις γερμανικές αρχές. Σκοπός ήταν να αρθούν τα τυχόν υφιστάμενα προσκόματα για την παγίωση της παλαιάς παραδοσιακής φιλίας μεταξύ των δύο χωρών, όπως αναγράφεται στα έγγραφα. Αυτές οι συνενοήσεις και οι επαφές των δύο χωρών μας δείχνουν λεπτομέρειες της πολιτικής συνέχειας που ακολουθήθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο από το μεγαλύτερο μέρος των δυτικών ευρωπαϊκών χωρών. Η προφανής αντίθεση μεταξύ πολιτικής εξουσίας από τη μια και δικαιοσύνης από την άλλη σχετικά με το ελληνογερμανικό ζήτημα των εγκληματιών πολέμου οξύνθηκε το 1955-1956, τη στιγμή δηλαδή που άλλαξαν οι πολιτικές συνισθώσες στον ευρωπαϊκό και τον ελληνικό χώρο. Τον Μάιο του 1955 τέθηκαν σε ισχύ οι συνθήκες των Παρισίων παρέχοντας και πάλι στη Γερμανία τη λεγόμενη πλήρη κυριαρχική της δύναμη. Βλέπουμε μια δεκαετία μετά τον πόλεμο πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα. Με το διεθνώς αυξανόμενο κύρος της η Γερμανία νόμιζε πως θα μπορούσε να πιέσει την κυβέρνηση Καραμαλή να ξεκαθαρίσει το ζήτημα των εγκληματιών πολέμου που τυπικά παρέμενε σε εκκλημότητα με μια γενική αμνιστία, μια νομοθετική και πολιτική λύση λοιπόν όχι όμως και δικαστική. Στο μεταξύ και η πολιτική σκηνή της Ελλάδας είχε αλλάξει αισθητά. Η δύναμη της αντιπολίτευσης είχε αυξηθεί πια. Η κυβέρνηση Καραμαλή κέρδισε μεν τις εκλογές του Φεβρουαρίου του 1956 αλλά αναγκάστηκε στο εξής να υπολογίζει την πολιτική αριστερά ως σοβαρό αντίπαλο μεγάλης κοινωνικής ακτινοβολίας. Υπό αυτές τις συνθήκες μία υποχώρηση σιωπηρή στη γερμανική απέτηση ήταν πιθανό να φέρει την κυβέρνηση Καραμαλή σε δύσκολη θέση. Η αμνιστία προϋπέθεται τη συζήτηση του προβλήματος στη Βουλή και κάτι τέτοιο θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Καθώς με μία τέτοια συζήτηση πρώτα απ' όλα θα ξαναζούσαν οι αναμνήσεις της κατοχής που ήταν πολύ πρόσφατες, μια δεκαετία ήταν ένα πολύ μικροχρονικό διάστημα για όλα αυτά που είχαν συβεί, ενώ θα έβγαιναν στην επιφάνεια θέματα σχετικά με τις δοσιλογικές δραστηριότητες της δεξιάς παράταξης. Κάτι που πραγματικά ήταν ένα πάρα πολύ λεπτό ζήτημα. Ήταν ιδιαίτερα δυσάρεστο για την ελληνική κυβέρνηση και βέβαια αρνητικό για τα γερμανικά συμφέροντα όπως άλλως τετώνησε και ο Γερμανός Πρεσβευτής στην Αθήνα της περιόδου, ο Τιον Δόρο Κόρντ. Επιπλέον ήταν πολύ πιθανό η αντιπολίτευση να εκμεταλλευτεί την κατάσταση για να δυσφημίσει και το γενικό πολιτικό προσανατολισμό της Ελλάδας προς τη Δύση. Μια επιλογή που έτσι κι αλλιώς ήταν αμφισβητούμενη και θα εμφανιζόταν ως υπεύθυμη ή τουλάχιστον στενά συνδεδεμένη με την παραβία συνομικών δικαιωμάτων και την ταπείνωση εθνικών αισθημάτων. Για να συνοψήσουμε θα λέγαμε ότι σε σχέση με το ζήτημα των εγκληματιών πολέμου ούτε η ελληνική ούτε η γερμανική πλευρά στη φάση αυτή επέδειξαν ενδιαφέρον για τη δικαστική επίλυση του ζητήματος. Το κύριο μέλημά τους ήταν πώς να πραγματοποιηθεί μια νομοθετική δηλαδή πολιτική εγκαθάριση του ζητήματος με όσο το δυνατό λιγότερο θόρυβο και πολιτικά λιγότερο επικίνδυνο τρόπο. Στα τέλη του 1956 διατυπώθηκε μια ελληνική λύση. Εάν η Γερμανία παρήχε αποζημιώσεις για τα θύματα των εγκληματιών πολέμου τότε η αμνηστία θα μπορούσε να δικαιωθεί ως πολιτική λύση. Η Βόνη απέρριψε βέβαια την ιδέα αυτή παραπέμποντας στη Συνθήκη του Λονδίνου του 1953 σύμφωνα με την οποία η εκπλήρωση υλικών διεκδικίσεων που πηγάζουν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο θα αριθμίζονταν με μια γενική Συνθήκη Υρήνης. Και βέβαια μια Συνθήκη Υρήνης προϋπέθεται την επανένωση της Γερμανίας. Κάτι που φαινότανε απίθανο στην τότε διεθνική κατάσταση. Ανεξάρτητα από αυτά η Γερμανική κυβέρνηση στηριζόμενη στην ανεπίσημη συμφωνία θεωρούσε ότι η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη να αναστείλει την ποινική δίοξη των εγκληματιών πολέμου χωρίς αντάλλαγμα ούτε υλικό ούτε δικαστικό. Μπροστά στη Γερμανική αυτή στάση, την άνοιξη του 1957, ο Ισαγγελέας του Αρίου Πάγου, βασικός υπεύθυνος για τους φαγγέλους εγκλημάτων πολέμου, ο Τούσης, απειλούσε ότι θα αναγκαζόταν να ανακινήσει την κατά ζήτηση και δίοξη των Γερμανών εγκληματιών πολέμου στην Ελλάδα ελλείψη νομικής και πολιτικής βάσης της αναστολής της. Ακριβώς εκείνη την εποχή, τον Απρίλιο του 1957, ο Μαξιμίλιαν Μέρτεν ταξίδεψε στην Αθήνα. Σκόπευε να παρουσιαστεί ως μάρτυρας σε μια αστική δίκη ενός παλιού γνωστού του διερμηνέ επικατοχής Arthur Meissner. Πριν παρουσιαστεί ενώπιον του Έλληνα ανακριτή, απευθύνθηκε, με συγχωρείτε, στο νομικό τμήμα της Γερμανικής Πρεσβείας για να διασφαλίσει ότι η μαρτυρία του δεν θα είχε απρόπτιες συνέπειες για τον ίδιο. Πραγματικά, η Πρεσβεία τον καθυσήχασε και έτσι παρουσιάστηκε στον ανακριτή, κατέδησε τη μαρτυρία του και όταν ο Ισαγγελέας Τούσης, που όπως προκήτει, βρισκόταν σε έναν διπλανό γραφείο, τον άκουσε, συνειδητοποίησε ποιος είναι και διέταξε να συλληφθεί. Και βεβαίως ο Ισαγγελέας Τούσης επικύρωσε τη σύλληψή του από κάθε άποψη, όπως και είχε δικαίωμα να κάνει. Υπήρξαν σφοδρές διαμαρτυρίες της Γερμανίας κατά τη σύλληψη του Μέρτεν και της απόφασης του Ισαγγελέα να ανακοινήσει την ποινική δίωξη εναντίον Γερμανών κατηγορημένων στην Ελλάδα, οι οποίες όμως δεν έφεραν αποτελέσματα. Ούτε τα πενηχρά στοιχεία τα οποία επέβαλε το Γερμανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης για να αποδείξει ότι κάνει προσπάθειες η Γερμανική Δικαιοσύνη για τη δίωξη των Γερμανών εγκληματιών πολέμου, βοήθησαν στην περίπτωση αυτή. Η Γερμανική Πρεσβεία στην Αθήνα αρνήθηκε μάλιστα να παρουσιάσει τα αποτελέσματα των ενεργειών της Γερμανικής Δικαιοσύνης, γιατί ακριβώς θεωρούσε ότι στερούνταν σοβαρότητας και δεν ήθελε διπλωματικά η Πρεσβεία να εκτεθεί. Η περίπτωση του Μάκς Μέρτεν αποκτούσε όλο και περισσότερη δημοσιότητα. Το κατηγορητήριο του μάκρενε συνεχώς. Εκτός των κατηγοριών σχετικά με τη συμμετοχή του στη φυσική εξόδουση της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, και αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό σημείο που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα, κατηγορήθηκε τώρα και για αντίπεινα εναντίον του άμαχου πληθυσμού, μια κατηγορία που την εποχή εκείνη βάρενε πιο πολύ από όλες τις άλλες στη δημόσια συνείδηση. Παρά τις έντονες ενέργειες των Γερμανών στο διπλωματικό παρασκήνιο, ο Μέρτεν παρέμεινε σχεδόν δύο χρόνια προφυλακισμένος στις φυλακές Αβέροφ στην Αθήνα, και μόνο στο τέλος του 1958 διαφάνηκε και πάλι μια προοπτική για την πολιτική, δηλαδή την νομοθετική επίλυση του ζητήματος. Στο πλαίσιο των ελληνογερμανικών οικονομικών διαπραγματεύσεων, η Βόνη εξαρτούσε τις καλές προθέσεις της να υποστηρίξει οικονομικά την Ελλάδα από την ευμενή συνολική ρύθμιση του θέματος των εγκληματιών πολέμου, συμπεριλαμβανομένη και της υπόθεσης της Μέρτεν. Σε ένα εμπιστευτικό παράρτημα της οικονομικής συμφωνίας της 13ης Νοεμβρίου 1958, ο Καραμαλής υποσχέθηκε στον γερμανό γαγγελάριο Αντενάουερ να αναστείλει όλες τις διώξεις και να παραδώσει τον Μέρτεν στη Γερμανία. Σε ό,τι αφορούσε τον Μέρτεν, η διαπραγμάτευση αυτή δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Η κοινή γνώμη είχε πια ευαισθητοποιηθεί στην Ελλάδα πάρα πολύ σε σχέση με το θέμα. Οι δικηγόροι των εβραίων πολιτικών εναγώντων ήταν εξέχοντα μέλη της πολιτικής αδυπολίτευσης και έτσι της κυβέρνησης και έτσι η καταγγελία κατά του Μέρτεν πήρε τη μορφή πρότασης μομφής κατά της κυβέρνησης της Καραμαλής σχεδόν. Η ενδοτική στάση του δεξιού πολιτικού χώρου στην Ελλάδα απέναντι στους παλαιούς εχθρούς μπορούσε να ερμηνευθεί ως συνέχεια δοσιλογικών δραστηριοτήτων κατά τη διάρκεια της κατοχής και αυτό φυσικά θα ήταν ιδιαίτερα αρνητικό για την κυβέρνηση. Μέσα σε αυτό το εκλεκτικό κλίμα, στις αρχές του 1959, η ισιοπήρη παράδοση του Μέρτεν στη Γερμανία θα ισοδυναμούσει με την ομολογία ενοχής ηγετικών στελεχών της ελληνικής κυβέρνησης. Υπό τους όρους αυτούς μια δίκη κατά του Μέρτεν στην Ελλάδα δεν μπορούσε πια να αποφευχθεί. Ο Καραμαλής προσπαθώντας να διατηρήσει τις ισορροπίες με τους Γερμανούς και λόγω των οικονομικών ανάγκων της χώρας, τους υποσχέθηκε να επηρεάσει τουλάχιστον τη σύνθεση του ειδικού στρατοδικίου, αλλά υποσχέθηκε επίσης, και αυτό ήταν το πιο σημαντικό, να αμνηστεύσει και να παραδώσει τον Μέρτεν στη Γερμανία μετά τη δίκη, μόλις θα το επέτρεπαν οι συνθήκες. Τελικά, στις 11 Φεβρουαρίου 1959, άρχισε η δίκη του Μέρτεν στην Αθήνα με μεγάλη διεθνή συμμετοχή. Από την πρώτη κιόλας μέρα, ο Πρόεδρος του Ειδικού Δικαστηριού, Συνταγματάρχης Κοκορέτσας, αποφάσισε τον αποκλεισμό των πολιτικών εναγώντων, αποφεύγοντας κατά αυτόν τον τρόπο την επεραιτέρω πολιτικοποίηση του όλου θέματος. Κύριο αντικείμενο της δίκης, υπήρξε η συμβολή του Μέρτεν εξόδως της εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Η υπεράσπιση του είχε οργανωθεί από το Υπουργείο Εξωτερικών της Γερμανίας. Και αυτό μας κάνει να καταλάβουμε και την πολιτική σημασία τελικά αυτής της δίκης. Η στρατηγική του αποσκοπούσε στην υποτίμηση της ακτίνας δράσης του Μέρτεν. Επιχειρούσε πιο συγκεκριμένα να ανάγει την ευθύνη για τη λεγόμενη τελική λύση του εβραϊκού ζητήματος στην Ευρώπη, αποκλειστικά στην κυριαρχία και στην ιεραρχία των Χίτλερ, Χίμπλερ, Χάιντριχ και Άιχμαν ως άξονα του εθνικοσοσιαλιστικού κράτους. Σύμφωνα με την τερμηνία αυτή, ο Μέρτεν ήταν μόνο ένα εκτελστικό όργανο χωρίς αυτοτελείς αρμοδιότητες και επομένως χωρίς ευθύνης. Πρέπει να πούμε ότι αυτό ήταν το σκεπτικό και στις δίκες της Νιρεμβέργης και αργότερα στην δίκη του Άιχμαν το σκεπτικό υπεράσπισης είτε των ίδιων των κατηγορημένων για τους εαυτούς τους είτε των συνηγόρων τους είναι αυτό ότι πέρα από την επίσημη ιεραρχία που ήταν υπεύθυνη για τη λήψη των αποφάσεων και για την οργάνωση εκτέλεσης των αποφάσεων, οι υπόλοιποι ήταν εκτελεστικά όργανα. Στις 5 Μαρτίου του 1959 σχεδόν δύο χρόνια μετά την άφιξη του στην Αθήνα ο Μέρθην καταδικάστηκε τελικά σε 25 χρόνια κάθριξη πέντε χρόνια περισσότερα από την πρότευση του Ισαγγελεά αξίζει να σημειώσουμε. Αθώθηκε για την κατηγορία των αντιπίνων κατά του άμαχου πληθυσμού κρίθηκε ωστόσο ένοχος και του επιβλήθηκαν βαριές πεινές για τη θανάτωση πέντε Εβραίων, αναζητήθηκαν μεμονωμένες περιπτώσεις ανάμεσά τους και τρία μικρά παιδιά για την τρομοκρατία που επέβαλε και για τον εγγλισμό σεγγέτη των θεσσαλονικαίων Εβραίων όπως βέβαια και για τον εκτοπισμό τους στο Άοσβιτζ στην κατεχόμενη Πολωνία. Κρίθηκε ένοχος μεταξύ άλλων για τα καταναγκαστικά έργα που επιβλήθηκαν στους Εβραίους και ήταν υπεύθυνος για την καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου. Η καταδίκη του Μέρτεν επέβαλε στο να καθυσυχάσει την κοινή γνώμη να δείξει με άλλα λόγια ότι το ελληνικό κράτος ήταν διατηθειμένο να τιμωρήσει αυστηρά τα εγκλήματα πολέμου. Αυτή ήταν η εξωτερική εικόνα που επιθυμούσε να δίνει η κυβέρνηση καραμαλή. Ξέρουμε όμως ότι την ίδια στιγμή είχε γίνει συμφωνία για την αμνιστία του Μέρτεν μόλις ήταν κατάλληλες οι συνθήκες. Η κυβέρνηση καραμαλή δεν σκόπευε ποτέ να κρατήσει τον Μέρτεν στις ελληνικές φυλακές. Περίμενε απλώς να εμφανιστούν οι κατάλληλες συνθήκες για να τον απελευθερώσει. Η έννοξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ Δυτικής Γερμανίας και Ελλάδας για το θέμα των αποζημιώσεων της 1ης προς τη 2η το Μάιο του 1959 έδωσε επιτέλους την κατάλληλη αφορμή για την νομοθετική λύση στην υπόθεση Μέρτεν. Η ελληνική και η γερμανική άποψη διέφεραν ως προς τον καθορισμό των δικαιούχων των αποζημιώσεων. Σύμφωνα με τους πολιτικούς υπολογίσμους της ελληνικής πλευράς έπρεπε να συμπεριληφθούν οπωσδήποτε και τα θύματα των λεγόμενων αντιπίνων κατά του άμαχου πληθυσμού. Ήταν γενικώς αποδεκτό ότι η αποζημίωση αυτής της κατηγορίας των θυμάτων μπορούσε να πολλαπλασιάσει το πολιτικό κέρδος και το κύρος της κυβέρνησης και να δικαιολογήσει πλήρως την παρέτηση από το έτημα της θυμωρίας των εγκληματιών πολέμου, παρέτηση που είχε αποφασιστεί προπολού. Η Βόνη, από την πλευρά της, αναφερόταν στα θύματα της λεγόμενης δίωξης για λόγους φιλετικούς, θρησκευτικούς και κοσμοθεωρητικούς, εννοώντας κατά κύριο λόγο τους εβραϊκούς πληθυσμούς. Την αποζημίωση αυτής της κατηγορίας των θυμάτων στο πλαίσιο των λεγόμενων συνολικών συμφωνιών είχε διαπραγματευτεί η Δυτική Γερμανία με 16 κράτη της Ευρώπης, οι πολίτες των οποίων υπήρξαν θύματα της φιλετικής δίωξης. Εκ πρώτης όψεως, οι συμφωνίες αυτές αποτελούσαν εξέρεση στον κανόνα, σύμφωνο με τον οποίο, μόνο μετά τη σύναψη μιας συνθήκης ειρήνης, θα υποχρονόταν η Γερμανία να αποζημιώσει υλικές διεκδικήσεις που πηγάζουν από τον πόλεμο. Στο μεταξύ, είχε επιβληθεί η αντίληψη ότι τα λεγόμενα εθνικοσοσιαλιστικά εγκλήματα, δηλαδή η δίωξη για λόγους φιλετικούς, θρησκευτικούς και κοσμοθεωρητικούς, δεν πηγάζουν άμεσα από τον πόλεμο, αλλά από την ιδεολογία του εθνικουσοσιαλισμού. Έτσι, τα θύματα που ανήκαν σε αυτή την κατηγορία θα πρέπει να αποζημιωθούν ήδη και πριν από τη συνθήκη ειρήνης. Την ίδια εποχή και με την ευκαιρία της επίσκεψης μιας ομάδας ελλήνων βουλευτών της αντιπολίτευσης, η Ανατολική Γερμανία πρότεινε στην Ελλάδα αποζημιώσεις. Αντίθετα με τη Δυτική Γερμανία, οι αποζημιώσεις αυτές αφορούσαν κυρίως στα θύματα αντιπίνου. Το Ανατολικό Βερολίνο κινούνταν από την πλευρά του από άλλα συμφέροντα. Σύμφωνο με το διεθνές δικαιό, η πληρωμία αποζημιώσων αποτελούσε πράξη μεταξύ δύο κρατών. Την εποχή εκείνη, η Ανατολική Γερμανία δεν ήταν αναγνωρισμένο κράτος στον δυτικό κόσμο, ενώ από τη μεριά της η Δυτική Γερμανία απειλούσε με διακοπή των διπλωματικών σχέσεων σε κάθε κράτος, το οποίο θα αναγνώριζε την Ανατολική Γερμανία ως ανεξάρτητο κράτος. Στο μάρτυο του 1960 υπογράφτηκε η συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Δυτική Γερμανίας περί παροχών υπερελλήνων υπηκών θυγέντων από εθνικο-σοσιαλιστικά μέτρα. Το ίδιο αυτό διάστημα, ο Μέρθεν ζούσε πια ελεύθερος στη Γερμανία. Λίγους μήνες νωρίτερα, στις 3 Νοεμβρίου του 1959, είχε τεθεί σε ισχύ το νομοθετικό διάταγμα με τον κατεφημισμό τίτλο περί της τροποποίησεως της περιεγκλημάτων πολέμου νομοθεσίας, το οποίο επέστρεψε στην πολιτική εξουσία να προχωρήσει στην τελική απόφαση για την υπόθεση Μέρθεν, χωρίς αυτό να ονομαστεί αμνηστία. Στις 5 Νοεμβρίου του 1959, ο Μέρθεν έφυγε αθώριβο από το αεροδρόμιο της Αθήνας προς τη Γερμανία. Η ποινική δίωξη εναντίον του στη Γερμανία ανεστάει ουσιαστικά αμέσως και τυπικά το 1968, εν μέρει εξαιτίας της έλπισης ενδείξεων αλλά και επειδή το αδίκημα παραγράφηκε. Για τον καιρό της παραμονής στους ελληνικές σφυλακές αξίζει να σημειώσουμε ότι η Γερμανική κυβέρνηση του αναγνώρισε αποζημίωση ο ίδιος πέθανε το 1976. Η αντίφαση μεταξύ δικαιοσύνης και πολιτικής που χαρακτήρησε την εξέλιξη της υπόθεσης Μέρθεν είναι αποτέλεσμα ασυνειδητής πολιτικής εκμετάλλευσης, τόσο των Ελλήνων όσο και των Γερμανών, η οποία όριζε τον τρόπο διαχείρισης της υπόθεσης Μέρθεν και γενικότερα τα ζητήματα των εγκληματιών πολέμου στις ελληνογερμανικές μεταπολεμικές σχέσεις. Στο σημείο αυτό θα κλείσουμε την σημερινή μας διάλεξη κρατώντας μέσα από το παράδειγμα της δικής Μέρθεν τις πολλαπλές δυσκολίες που εμφανίζονταν στις μεταπολεμικές κοινωνίες, την ανάγκη διπλοματικών σχέσεων με τη Δύση και ιδιαίτερα τη Γερμανία, τις πολιτικές πιέσεις που ασκήθηκαν από τη Γερμανία για το ζήτημα των εγκληματιών πολέμου γενικότερα στις χώρες της Ευρώπης και στη χώρα μας που ήταν σε ευάλωτη θέση, ιδιαίτερα μετά τον Εφύλιο ως προς την οικονομική της αποδιάρθρωση και πώς οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις προσπάθησαν να το χειριστούν αυτό το ζήτημα. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας και θα συνεχίσουμε στο επόμενο μάθημα. |