Διάλεξη 10: Στο σημερινό μάθημα θα ασχοληθούμε με ένα ιδιαίτερο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, που είναι η πράξη των Αποστόλων. Και λέω ιδιαίτερο γιατί ακριβώς είναι ένα βιβλίο, έχει μια ιδιαίτεροτητα μάλλον πολλαπλή. Καταρχάς γιατί ουσιαστικά αποτελεί το δεύτερο μέρος ενός μεγαλύτερου έργου, ενός δίτομο όπως λέμε πολλές φορές μες στην ερμηνεία της Καινής Διαθήκης έργου, δηλαδή του Καταλουκάν ως πρώτο τόμο και ως δεύτερο τόμο της πράξης των Αποστόλων. Είναι ένας λόγος και δεύτερος είναι ακριβώς γιατί είναι αυτό το κείμενο μέσα στην Καινή Διαθήκη που αναλαμβάνει να περιγράψει πώς η ιστορία του Ιησού Χριστού, έτσι όπως αποτυπώνεται στα Ευαγγέλια και στην προκειμένη περίπτωση στο Καταλουκάν Ευαγγέλιο, συνεχίζει μέσα στη ζωή της πρώτης Ελληνικής Κλησίας. Θα λέγαμε δηλαδή ότι έχουμε αναφορές στη ζωή των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων στον Παύλο και σε άλλα κείμενα της Καινής Διαθήκης. Σε περισσότερες φορές όμως αυτές είναι έμεσα. Εδώ πλέον έχουμε για πρώτη φορά κάτι σαν θα λέγαμε ιστοριογραφία και ένα ιστοριογραφικό κείμενο όσον αφορά την εκκλησιαστική ιστορία. Για αυτό ακριβώς και πολλές φορές οι πράξεις των Αποστόλων θεωρούνται και μια από τις βασικές και πρώτες πηγές της εκκλησιαστικής ιστορίας. Βέβαια, εμείς σήμερα δεν θα εστιάσουμε το ενδιαφέρον στην ιστοριογραφική αξία του κειμένου μας, αλλά περισσότερο θα αναζητήσουμε το θεολογικό του περιεχόμενο. Η αλήθεια είναι ότι για ένα πολύ μεγάλο διάστημα στην έρευνα οι πράξεις των Αποστόλων κυρίως αντιμετωπίζονται ως ένα ιστορικό κείμενο, ως ένα κείμενο δηλαδή που περισσότερο μπορούμε να αντιλήσουμε ιστορικές πληροφορίες για την αρχαία εκκλησία, κυρίως όμως μετά την επικράτηση της σχολής της ιστορίας της σύνταξης, της Ριδακιξιών και Σχίχτε, αναδείχθηκε ο θεολογικός λόγος του βιβλίου. Έγινε μια προσπάθεια να αναζητηθεί συνέχεια μεταξύ των δύο βιβλίων κατά Λουκάν και πράξων Αποστόλων. Και επομένως από τότε αρχίσαμε να μιλάμε περισσότερο για τη θεολογική αξία του βιβλίου των πράξων, θεωρώντας ότι ο συγγραφέας του, ο οποίος κατά την παράδοση είναι ο Λουκάς, ο συγγραφέας δηλαδή και του 4ου Ευαγγελίου, ουσιαστικά θεολογεί αφηγούμενος την ιστορία της πρώτης εκκλησίας, δηλαδή τοποθετεί θα λέγαμε όλα τα γεγονότα μέσα σε ένα συγκεκριμένο θεολογικό πλαίσιο. Αυτό είναι πολύ σημαντικό και είναι σημαντικό γιατί ακριβώς μας δίνει, θα λέγαμε, το ένασμα για να συζητήσουμε πλέον για τη θεολογία του συγκεκριμένου βιβλίου. Πριν προχωρήσουμε στο να συζητήσουμε ακριβώς αυτές τις θεολογικές ιδέες, τα θέματα θεολογικά, τα οποία συναντούμε στο βιβλίο των πράξεων, θα μιλήσουμε πολύ σύντομα, εισαγωγικά, για το θέμα των πηγών των πράξων Αποστόλων. Οι πράξεις των Αποστόλων είναι ένα βιβλίο το οποίο παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα όσον αφορά στις πηγές του. Και αυτό γιατί ακριβώς αντιμετωπίζουμε το ίδιο πρόβλημα όπως αντιμετωπίζουμε, για παράδειγμα, μιλώντας για το καταμάρκον Ευαγγέλιο, το οποίο είναι το πρώτο, θα λέγαμε, στη σειρά των Ευαγγελίων. Και επομένως αποτελώντας το ίδιο πηγή όλων των άλλων, το μεγάλο ερώτημα που τύφτει είναι από πού εκείνα τα κείμενα, από πού ας πούμε ο Μάρκος αντιμετωπίζει τις δικές του πηγές. Και ξέρουμε όλοι βέβαια ότι είναι δυσυπήλτο το ζήτημα των πηγών του καταμάρκον Ευαγγελίου και μια αντίστοιχη δυσκολία αντιμετωπίζουμε με το βιβλίο των πράξεων. Όπου στο βιβλίο των πράξεων και πάλι ερχόμαστε να συζητήσουμε ακριβώς, επειδή ακριβώς είναι το πρώτο σε μια σειρά από ιστοριογραφικά κείμενα, τα οποία θα ακολουθήσουμε εκτός του κανόνα της Καινής Διαθήκης συνέχεια, είναι να αντιμετωπίζουμε το θέμα κατά πόσο μπορούμε να ζητήσουμε τις πηγές του ιδιαίτερου κειμένου. Αυτό που σίγουρα σήμερα είναι ένα από τα βέβαια θα λέγαμε απορίσματα της έρευνα όσον αφορά τις πηγές των πράξεων του Αποστόλου είναι ότι εδώ έχουμε ένα συνδυασμό από προφορικές και γραπτές παραδόσεις. Πάνω δηλαδή πολλά στοιχεία τα οποία προφανώς προέρχονται από γραπτά κείμενα, όπως θα δούμε στη συνέχεια, όμως υπάρχει και μια μεγάλη ισχυρότατη προφορική παράδοση, η οποία επηρεάζει τον τρόπο που παρατίθεται τα γεγονότα και φυσικά αποτελεί και την πηγή για αυτά τα γεγονότα. Όπως είπα και πριν είναι αδύνατον σήμερα, σχεδόν αδύνατον να απαντήσουμε βεβαιότητα για το ζήτημα των πηγών. Έχουν γραφτεί πάρα πολλές μονογραφίες, μελέτες επάνω στο θέμα αυτό, χωρίς ωστόσο να μπορούμε να καταλήξουμε με βεβαιότητα σε ένα ασφαλές συμπέρασμα. Νομίζω ότι κανείς αν θέλει να έχει μια πρώτη, μια εικόνα για την κατάσταση στην έρευνα. Υπάρχει μια μονογραφία στα ελληνικά του καθηγητή Χριστουϊκονόμου, η οποία ακριβώς αναφέρεται στις πηγές στο πρόγραμμα των πραξιών των Αποστόλων και στο πρόγραμμα του τίδλου των πραξιών Αποστόλων, γιατί ακριβώς ο τίδλος θα λέγαμε κατά κάποιον τρόπο είναι παραπλανητικός, αφού ισχυαστικά διαβάζοντας το κείμενό μας δεν έχουμε τόσο να κάνουμε με τα έργα όλων των Αποστόλων, αλλά το ενδιαφέρον τους συγγραφές θεάζεται σε δύο πρόσωπα, στο πρώτο μέρος του βιβλίου στον Πέτρο και στο δεύτερο στον Παύλο και παρατηρώντας την αφήγηση βλέπουμε ότι αυτά τα δύο πρόσωπα συγκρίνονται μεταξύ τους, καθώς υπάρχει μια αντιστοιχία στα γεγονότα μεταξύ αυτού που έχουν να κάνουν με τον Πέτρο και αυτού που έχουν να κάνουν με τον Παύλο. Στο χάρι ο Πέτρος εκφωνεί λόγους, ο Παύλος εκφωνεί λόγους στο δεύτερο μέρος επίσης. Υπάρχει μια αντιστοιχία στα χάυματα επίσης. Κάνει ανάσταση ο Πέτρος, στο πρώτο μέρος ανάσταση έχει και στο δεύτερο μέρος ο Παύλος και το καθεξής. Και βέβαια σαφώς η υπεροχή, αν θέλετε, ή η έμφαση για να το πω καλύτερα, δίνεται στο πρόσωπο του Παύλου, ο οποίος αναδεικνύεται ο κατεξοχήν ήρωας του Βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων και ο οποίος πάρα πολλές φορές, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, παραλυνίζεται με τον ίδιο τον Ιησού Χριστό, του οποίου συνεχιστής φαίνεται να είναι ο ίδιος. Εκπλημένως, η πιο ασφαλή, ας πούμε, πρόταση για τον τίτλου θα μπορούσε να είναι «Πράξεις Πέτρου και Παύλου» ή, ξέρω εγώ, γεγονότα της πρώτης εκκλησίας και ούτω καθέξις. Όμως, κατά το δεύτερο αιώνα επικρατεί ως τίτλος αυτού του βιβλίου, «Πράξεις των Αποστόλων», βλέποντας προφανώς συλλογικά το έργο των συγκεκριμένων Αποστόλων ως έργο ολόκληρης της Εκκλησίας και όλων των Αποστόλων συλλογικά. Πρός στο θέμα των πηγών, να πούμε ότι σίγουρα σήμερα κάνουμε λόγο για μία αντιοχιανή πηγή. Βέβαια, υπάρχει μια μεγάλη συζήτηση αν αυτή η αντιοχιανή πηγή είναι γραπτή ή προφορική. Και αυτή η αντιοχιανή πηγή έχει κυρίως να κάνει με τα γεγονότα που αφορούν στα πρώτα κεφάλαια, στη ζωή της αρχαίας κοινότητας στην Ιερουσαλήμ, αλλά και στη ζωή της κοινότητας στην αντιόχια. Ξέρουμε πολύ καλά ότι, εκτός από την Ιερουσαλήμ, πολύ σύντομα ένα δεύτερο σημαντικό κέντρο του αρχαίγονου χριστιανισμού, η αντιόχια της Ιρρίας, όπου εκεί κατέφυγαν μετά το διωγμό του Στεφάνου οι λεγόμενοι ελληνιστές χριστιανοί. Χριστιανοί δηλαδή οι οποίοι ήταν ελληνικοί στην καταγωγή, αλλά μιλούσαν ελληνικά, μιλήσαμε για αυτά άλλωστε σε προηγούμενο μάθημα. Και η αντιόχια λοιπόν καθίστηκε σε σημαντικό κέντρο. Και λοιπόν είναι λογικό να υπάρχει να έχει δημιουργηθεί ένας κύκλος παραδόσων σχετικά με την πρώτη εκκλησία στην Ιερουσαλήμ, αλλά και την ίδια την αντιόχια. Και από αυτό το υλικό πρέπει να προέρχονται όσα λέγονται στα πρώτα κεφάλαια των πράξεων, το πράξε 1-5 δηλαδή, σχετικά με την αρχαία κοινότητα της εκκλησίας στην Ιερουσαλήμ. Επίσης, ίσως εδώ πρόκειται για μία προφορική οικάζουμε παράδοση και επίσης μία υπόθεση είναι ότι για τα κεφάλαια 6-1 έως 15-35, όπου κυρίως το ενδιαφέρον είναι στην ζωή της αρχαίας εκκλησίας της αντιόχιας, ότι προφανώς εδώ έχουμε να κάνουμε μία είτε γραπτή είτε προφορική παράδοση, την οποία έχει στη διάθεση τους συγγραφές του βιβλίου των πράξεων. Επιπλέον, περνώντας στο κομμάτι που έχει να κάνει με τον ίδιο τον Απόστολο Παύλο, γιατί είπαμε το δεύτερο μέρος εστικά είναι αφιερωμένο στον Απόστολο Παύλο, ήδη βέβαιο ο Απόστολος εμφανίζεται στο πρώτο μέρος, αλλά αναλαμβάνει το ρόλο του πρωταγωνιστή στο δεύτερο μέρος. Παράδοση λοιπόν σχετικά με τον Παύλο είναι προλές οι οποίες προέρχονται μάλλον από προφορικό υλικό, το οποίο συνδέεται πάλι με τοπικές εκκλησίες. Δηλαδή, οι τοπικές εκκλησίες, τις οποίες πέρασε ο Παύλος και της ίδρυσε, φαίνεται ότι διατήρησαν διάφορες ιστορίες σχετικά με το πρόσωπό του. Ένα χαρακτηστικό παράδειγμα, για να πάρω από όλα αυτά τα παραδείγματα, είναι τα περιστατικά που περιγράφονται στους Φιλίππους. Εδώ έχουμε να κάνουμε με υλικό, το οποίο έχει να κάνει με την τοπική παράδοση της κοινότητας. Υπάρχουν στοιχεία που έχουν ακριβώς αυτό τοπικό χρώμα, θα λέγαμε, και το ίδιο ισχύει και για πολλές άλλες κοινότητες, στην Κόρυθο, για παράδειγμα στη Σαλονίκη, είτε και στη Βέρεια. Σε διάφορες κοινότητες υπάρχει ένα υλικό προφορικό. Επιπλέον, όμως, υπάρχει και μία θεωρία, ιδιαίτερα για τα λεγόμενα ημείς εδάφια, εκείνα δηλαδή τα μέρη των πράξεων Αποστόλων, όπου το πρόσωπο του αφήγητή αλλάζει, της αφήγης αλλάζει και από τρίτο ενικό μετατρέπει σε πρώτο πληθυντικό. Εφανίζεται δηλαδή ο συγγραφέας να είναι κομμάτι της αφήγησης, να είναι ένας συνοδηπόρος, συνομιλητής, μάρτυρας εφωμένος αυτόπτης των γεγονότων. Εδώ υπάρχει ένα μεγάλο ζήτημα, όσον αφορά τα λεγόμενα ημείς εδάφια, ποια πηγή μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτό, βέβαια αυτό έχει οδηγήσει ως γνωστό. Σε θεωρείς όπως ότι πρόκειται για μαρτυρία του ίδιου του Λουκά και επομένως από εκεί και πέρα έχουμε όλη τη συζήτηση ότι ο Λουκάς αποτελεί ένα από τους συνοδηπόρους του Παύλου. Σήμερα η έρευνα είναι λίγο επιφυλακτική απέναντι σε αυτήν την ερμηνεία. Ακριβώς μέσα στα κείμενα των πράξεων ο Παύλος μπορεί να είναι ο πρωταγωνιστής και να επιθυμεί ο συγγραφέας να είναι και αυτός κομμάτι της συνοδείας του Παύλου, όμως πάρα πολλές φορές θα βρούμε διαφορές ανάμεσα στον Παύλο των πράξεων και τον Παύλο που γνωρίζουμε τις επιστολές. Ο συγγραφέας των πράξεων αποστόλων δεν φαίνεται να γνωρίζει ή τουλάχιστον να αποσιωπά πλήρως την επιστολογραφία του Παύλου. Ξέρουμε ότι πρέπει να ήταν ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του Αποστόλου Παύλου, αφού όσο γνωστόν η κλησία διέσωσε τις επιστολές του και αποτελούν κομμάτι του κανόνιου της Καινής Διαθήκης. Ή για παράδειγμα η στάση που τηρεί εμφανίζει το Παύλος να τηρεί απέναντι στο νόμο στις πράξεις των Αποστόλων, αρκετά διαφορετική από τη στάση που τηρεί στις επιστολές του, όπου εκεί είναι εντελώς κριτικός απέναντι στο νόμο, κάτι όμως που δεν τον βλέπουμε να κάνει στις πράξεις των Αποστόλων με αυτόν τον τρόπο. Η λογική έμφαση δηλαδή στο βιβλίο των πράξεων είναι αρκετά διαφορετική, ακόμα και όσον αφορά στο πρόσωπο του Παύλου, κάτι φυσικά που έχει κάνει τους ερευνητές αρκετά ευφυλακτικούς στο να απαντήσουν με απόλυτη βεβαιότητα ότι εδώ πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο όπως ο μαθητής κατά την παράδοση του Λουκά. Σε κάθε περίπτωση βέβαια αυτά τα ειμείς εδάφια σήμερα συνήθως αποδίδονται σε ένα ταξιδιωτικό ημερολόγιο. Προφανώς δηλαδή προέρχονται από το ημερολόγιο κάποιου αυτόπτη μάρτυρα και συνοδιπόρου του Ιησού, του Παύλου συγνώμη, είναι αδύνατο βέβαια να πούμε αν αυτός ο συνοδιπόρος είναι ο ίδιος ο συγγραφέας των πράξεων ή αν είναι μια πηγή την οποία έχει στη διάθεσή του. Η έρευνα συγκλίνει προς τη δεύτερη λύση ότι πρόκειται για ένα υλικό το οποίο το έχει στη διάθεσή του γραμμένο αλλά ότι ο ίδιος δεν είναι ο συντάχτης του συγκεκριμένου υλικού. Και όλο αυτό το υλικό το παίρνει ο συγγραφέας και το εντάσσει μέσα στην αφήγησή του δημιουργώντας μια πολύ σύνθετη αφήγηση. Σήμερα, όσον αφορά τα ημερολόγια αυτά, υπάρχουν διάφορες θεωρίες. Θα πρέπει να πω ότι δεν έχει κλείσει η έρευνα. Υπάρχει μια συζήτηση αν είναι ένα ημερολόγιο, αν είναι περισσότερα ημερολόγια από διαφορετικούς δηλαδή αυτόπτες μάρτυρες. Αυτό καταλαβαίνεται ένα πολύ μεγάλο ζήτημα και δύσκολο ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση, όπως είπα και πριν, ο συγγραφέας του Βιβλίου των Πράξων οργανώνει το υλικό του με έναν αριστοτεχνικό τρόπο, έτσι ώστε σήμερα να είναι εξαιρετικά, όπως έγινε αντιληπτό ήδη, δύσκολο να καταλήξουμε με βεβαιότητα στο ποιες ήταν πραγματικά οι πηγές του και πώς, τέλος πάντων, έχει αυτός τη διάθεσή του. Αυτό που προκύπτει από τον τρόπο που χρησιμοποιείται όλο αυτό το υλικό, το οποίο είναι τεράστιο, είναι ακριβώς και ότι ο συγγραφέας αντλεί από αυτό το υλικό, το οποίο δυστυχώς του μεγαλύτερο μέρος έχει χαθεί, διασώθηκε μόνο ότι έχει αποτυπωθεί μέσα στα κήμερά μας. Ο συγγραφέας λοιπόν αντλεί από αυτό το υλικό εκείνα τα περιστατικά, εκείνα τα πρόσωπα, εκείνα τα γεγονότατα, τα οποία θεωρεί ότι εξυπηρετούν το δικό του θεολογικό πρόγραμμα. Γιατί πραγματικά οι πράξεις των Αποστόλων έχουν ένα πολύ συγκεκριμένο θεολογικό πρόγραμμα. Και το πρόγραμμα αυτό, για να είμαστε ακριβείς, δεν ξεκινάει με τις πράξεις των Αποστόλων, αλλά ξεκινάει ήδη με το Καταλουκάν Ευαγγέλιο. Ήδη στο μάθημα σχετικά με τη θεολογία του Καταλουκάν Ευαγγέλιο μιλήσαμε για το θεολογικό πρόγραμμα του Καταλουκάν Ευαγγέλιο και εκεί τονίσαμε επίσης τη σημασία που έχει η ιδέα της σωτηρίας μέσα στην θεολογική σκέψη του τρίτου Ευαγγελιστή, καθώς επίσης και το ρόλο που παίζει σε αυτό το σωτριολογικό έργο η Ιρουσαλήμ, ως κέντρο και ως καρδιά από το γεγονό των, αν θέλετε, και έδρασμα με το γεγονό των που παρουσιάζουν στη σωτηρία. Για παράδειγμα, είδαμε εκεί στον Καταλουκάν Ευαγγέλιο ότι διασώζει μόνο αφηγήσεις του αναστημένου Ιησού που έχουν να κάνουν με την Ιρουσαλήμ. Αυτό είναι σκεμμένο, γιατί ακριβώς εξυπηρετεί μια συγκεκριμένη θεολογική, θα λέγαμε, ατζέντα, ότι ακριβώς η ανάσταση του Ιησού είναι η εκπλήρωση των επαγγελειών του Θεού μέσα από τις προφητείες, είναι η εκπλήρωση του αισχατολογικού οράματος της Παλαιάς Διαθήκης, αφού η Ιερουσαλήμ γίνεται πλέον ο τόπος χανέρωσης και αποκάλυψης του Θεού και της σωτηρίας για όλα τα έθνη. Αυτή η ιδέα θα δούμε ότι συνεχίζει και στο βιβλίο των πράξεων Αποστόλων, ήδη θα το πούμε στη συνέχεια μιλώντας πιο αναλυτικά για το θεολογικό σκοπό. Και θα δούμε ότι ανάμεσα στα δύο κείμενα υπάρχουν, και γι' αυτό θα μιλήσουμε επίσης στη συνέχεια αρκετά, υπάρχουν διακειμενικές συνδέσεις. Υπάρχουν συνδέσεις οι οποίες φαίνεται να παραπέμουν να γνώσουν τον πράξο πίσω στο Ευαγγέλιο του Λουκά, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο γέφυρες αφηγηματικές αλλά και θεολογικές. Αυτό λοιπόν είναι το πρώτο σημαντικό στοιχείο που πρέπει να έχουμε υπόψη μας όταν μιλάμε για τις πράξεις των Αποστόλων και προσπαθούμε τέλος πάντων να δούμε πώς ο συγγραφέας οργανώνει το υλικό του. Το δεύτερο πράγμα το οποίο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον στις πράξεις είναι η παρουσία πολλών λόγων. Βλέπουμε λοιπόν τους ήρωες της αφήγησης πολύ συχνά, κυρίως τον Πέτρο και τον Παύλο αλλά έχουμε και ένα πολύ σημαντικό λόγο του Στεφάνου, να εκφωνούν μακροσκελείς λόγους, εξαιρετικά δομημένους και ακολουθώντας θα λέγαμε τις αρχές της αρχαίας διορικής τέχνης και έχοντας ένα πολύ συγκεκριμένο θεολογικό περιεχόμενο. Αυτό προκάλεσε πάρα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον στην έρευνα. Παλαιότερα βέβαια υπήρχε μία θεωρία ότι οι λόγοι αυτοί είναι αυτούσοι και προφανώς ο συγγραφέας είχε υπόψη του κάποια καταγραφή τους, γραπτή καταγραφή τους, που τους αναπαράγει από κάποιες σημειώσεις που κρατήθηκαν από κάποιους παρεβιωσκόμενους. Σήμερα όμως η έρευνα τείνει σε μία πολύ διαφορετική θεώρηση, η οποία έχει να κάνει κυρίως με το γεγονός ότι η πράξη των Αποστόλων, έχει να κάνει κυρίως με τη συζήτηση για το φιλολογικό είδος των πράξεων Αποστόλων. Η θέση σήμερα η οποία επικρατεί είναι ότι ομοιάζει βέβαια πάρα πολύ με τα ελληνιστικά μυθιστορίματα της εποχής εκείνης. Έχει όμως και πάρα πολλά στοιχεία ιστοριογραφίας, ότι είναι ουσιαστικά ένα ιστοριογραφικό κείμενο. Γι' αυτό και ο Μαργκερά που είναι ένας ερευνητής που ιδιαίτερα έχει ασχοληθεί με το θέμα των πράξεων, υποστηρίζει ότι εδώ πρόκειται για τον πρώτο χριστιανό ιστορικό. Σε κάθε περίπτωση και η Αλεξάντερ έχει τονίσει ακριβώς αυτή την ιστοριογραφική διάσταση του κειμένου μας και μάλιστα έχουν γίνει προσπάθειες να συνδεθεί με ανάλογα ιστοριογραφικά κείμενα της αρχαιότητας, με κύλιο ενάμεσά τους το έργο του Θουκυδίδη όσον αφορά στους λόγους. Νομίζουμε λοιπόν στο Θουκυδίδη ότι οι λόγοι δεν είναι φυσικά ακριβείς καταγραφές των αρχικών λόγων των προσώπων, τα οποία διαδραματίζουν ρόλο στην αφήγηση του Θουκυδίδη. Προφανώς ο συγγραφέας γνωρίζει ότι ο ήρωας του εκφώνησε κάποιο λόγο σε μια συγκεκριμένη στιγμή και εκείνος αναπαράγει ουσιαστικά τον λόγο αυτό με βάση αυτά που θεωρεί ότι θα μπορούσε να είχε πει ο συγγραφέας, ο μιλητής και με βάση του χαρακτήρα του. Με βάση δηλαδή αυτά που ξέρει ότι θα αποτελούσαν τόσο τη θεολογική ατζέντα του συγκεκριμένου ο μιλητή όσο και θα λέγαμε και αυτά που θα αφορούσαν στο ύφος του, στον τρόπο που τοποθετεί τα πράγματα και ούτω κάθε εξής. Το ίδιο θεωρούμε ότι ισχύει και για τις πράξεις των Αποστόλων. Ότι εδώ δεν έχουμε ακριβείς καταγραφές από σημειώσεις αν θέλετε ενός ανθρώπου ο οποίος παρακολούθησε τα γεγονότα αλλά εδώ έχουμε περισσότερο μια αναπαραγωγή ενός λόγου τον οποίο προφανώς ξέρει ο συγγραφέας ότι εκφωνήθηκε από το συγκεκριμένο Απόστολο αλλά μια ομιλία η οποία ταιριάζει ακριβώς και στις περιστάσεις αλλά και στη θεολογική σκέψη του συγκεκριμένου συγγραφέα όσο και στο ίδιο θεωρούμε πολύ ενδιαφέρον βέβαια καταλαβαίνετε γιατί μπορεί να μην λειτουργεί ως ιστορική πηγή με την έννοια με την οποία είχαμε συνηθίσει ως τώρα αλλά από την άλλη μεριά λειτουργεί πάρα πολύ ουσιαστικά και συμβάλλει στη γνώση μας για τον Αρχαίγονο Χριστιανισμό αφού μας δίνει στοιχεία ουσιαστικά έμεσα της προσωπικότητας και της δασκαλίας των συγκεκριμένων Αποστόλων. Επιπλέον βέβαια και στο πλαίσιο της αφήγησης αυτοί οι λόγοι έχουν μια ιδιαίτερη σημασία εκτός ότι, όπως είπα, αποτυπώνουν στοιχεία της θεολογίας στο Αρχαίγονο Χριστιανισμό κυρίως η θέση τους μέσα στην αφήγηση είναι συθνά προγραμματική και αποκαλυπτική τον όσο θα ακολουθήσουν μέσα στην αφήγηση. Ή αν θέλετε δίνουν και το στίγμα γενικότερα του θεολογικού θα λέγαμε πλαίσιο του συγκεκριμένου βιβλίου των πράξεων των Αποστόλων. Όλο αυτό το υλικό λοιπόν, όπως είπαμε, οι λόγοι οι οποίοι προφανώς είναι δημιουργήματα του ίδιου του συγγραφέα οι πιθανές πληροφορίες από την προφορική παράδοση αλλά και από γραπτές πηγές όπως τα πιθανά ημερολόγια συνοδυπόρων του Παύλου, όλα αυτά τα επεξεργάζει το συγγραφέας τόσο περίτεχνα ώστε σήμερα να μην μπορούμε να πούμε, να μην μπορούμε εύκολα να διακρίνουμε το ένα από το άλλο. Γι' αυτό πάμε και όλους ότι έχουμε όλη αυτή τη μεγάλη συζήτηση για τις πηγές. Η γλωσσική επεξεργασία την οποία έχει υποστεί όλο αυτό το υλικό από τον συγγραφέα και η πολύ θα λέγαμε έντεχνη και πετυχημένη σύνδεση όλων των επιμέρους αυτών στοιχείων ουσιαστικά ακριβώς οδηγεί σε μια θα λέγαμε ομοιογενή από γλωσσικής απόψης αφήγηση και σε ένα κείμενο το οποίο έχει μια συνεχή ροή και συνοχή. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό, βέβαια εδώ θα πούμε ότι ο συγγραφέας των πράξεων Αποστών λειτουργεί κατά ανάλογο τρόπο όπως λειτουργεί και στο τρίτο Ευαγγέλιο, δεν μπορούμε να τον κατηγορήσουμε ότι ό,τι γράφει είναι απλές δικές του επινοήσεις ακόμα και όπως είπαμε στην περίπτωση των λόγων ακόμα και εκεί δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι αυτά είναι αυθαίρετα κείμενα. Είναι προφανή στη σύνδεσή του με την παράδοση, με την προηγούμενη παράδοση, κάτι το οποίο το βλέπουμε ήδη και στο τρίτο Ευαγγέλιο, αλλά είναι επίσης εμφανέστατη η επεξεργασία την οποία υφίστηκε το υλικό αυτό μέσα από το τεχνικό χέρι του συγγραφέα των πράξεων. Για να δούμε λίγο το θεολογικό σκοπό πριν συζητήσουμε όλα τα υπόλοιπα, το πρώτο πράγμα που πρέπει να παρατηρήσουμε είναι οι διακειμενικές σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στο βιβλίο των πράξεων και του καταλουκάν Ευαγγελίου. Και λέω διακειμενικές γιατί ουσιαστικά σε αυτή τη φάση τα θεωρώ ως δύο διαφορετικά και ξεχωριστά μεταξύ τους κείμενα. Επομένως είναι σ' αυτές οι γέφυρες οι οποίες ενώνουν το ένα κείμενο με το άλλο. Ματικά διαβάζοντας κανείς στο βιβλίο των πράξεων έχει την αίσθηση ότι εδώ έχει να κάνει με ένα κείμενο που συχνά παραπέμπει πίσω στο βιβλίο του Λουκά, στο Ευαγγέλιο του Λουκά. Πάρα πολλές συναφορές και αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές για παράδειγμα στο τελευταίο κεφάλαιο του Λουκά και στο πρώτο κεφάλαιο των πράξεων και είναι προφανής η σύνδεση μεταξύ των δύο κειμένων. Όπου βλέπουμε για παράδειγμα τη σύνδεση των γεγονότων, τα τελευταία γεγονότα στο βιβλίο του Ευαγγελίου που αναλαμβάνονται στις πράξεις και επίσης φαίνεται αυτή η διακειμενική σύνδεση, δηλώνει και δίνει το στίγμα ακριβώς αυτής της σύνδεσης ο ίδιος συγγραφέας με τον πρόλογο του Καταλουκάνου Ευαγγελίου και τον πρόλογο των πράξεων Αποστόλων και τα δύο κείμενα απευθύνονται σε κάποιον θεόφιλο ο οποίος προφανώς ανήκει στην πρώτη εκκλησιαστική κοινότητα, η οποία είναι αποδέκτης των δύο αυτών κειμένων και ο οποίος προέρχεται από τις τάξεις των, όπως τουλάχιστον θέλει η έρευνα, προέρχεται από τις τάξεις των εξεθνών χριστιανών και τα κείμενα αυτά τα δύο έχουν σα σκοπό την κατήχησή του και την πληροφόρησή του για τα γεγονότα της ζωής του Ιησού αλλά και τα γεγονότα της πρώτης εκκλησίας. Η διακειμενική σύνδεση είναι πάρα πολύ σημαντική, υπάρχει όμως και μια θεολογική σύνδεση η οποία ακριβώς έχει να κάνει με αυτή τη διακειμενική σύνδεση και η οποία ακριβώς αποκαλύπτει και το νου, θα λέγαμε, του συγγραφέα και αυτή είναι η λεγόμενη τυπολογική σχέση ανάμεσα στο βιβλίο του Λουκά και των πράξεων, για την οποία μίλησε ο πρόσφατας Michael Gaulder και όταν λέμε τυπολογική σχέση, αυτό σημαίνει δηλαδή ότι τα γεγονότα της πράξης των Αποστόλων λειτουργούν τυπολογικά, ως τύποι δηλαδή το γεγονότο που θα ακολουθήσουν στη πράξη των Αποστόλων. Ένα χαρακτηστικό παράδειγμα που μπορώ να φέρω εδώ είναι το παράδειγμα της εμφάνισης του Ιησού προς αιμαούς, όπου έχουμε λοιπόν ακριβώς αυτήν την ευχαριστιακή, θα λέγαμε, διάσταση της εμφάνισης εκεί ο Ιησούς παίρνει και σπάζει το ψωμί και το μοιράζει, κατά ανάλογο τρόπο, όπως έκανε στο μυστικό δείπνο ή όπως έκανε στο θαύμα του χορδοσμού το πέντακι σκυλίον, αυτό όμως λεκτικά παραπέμπει σε ανάλογο γεγονότα στο δουλειό των πράξεων και κυρίως παραπέμπει στην ευχαριστιακή πραγματικότητα της πρωτοχριστιανικής κοινωνίας και όχι μόνο. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι υπάρχει μια προσπάθεια όλα τα γεγονότα της ζωής του Ιησού να αποδειχθούν ο τύπος των γεγονότων που ακολουθούν στη πράξη των Αποστών. Πολύ χαρακτηριστικά αυτό γίνεται όταν βλέπουμε τους Αποστόλους να κάνουν θαύματα με τον ίδιο τρόπο που κάνει και ο Ιησούς, να χρησιμοποιείται το ίδιο λεξιλόγιο όπως χρησιμοποιείται στην περίπτωση των θαυμάτων του Ιησού και στην περίπτωση των μαθητών, με αποτέλεσμα αυτό να δημιουργεί συνεργμούς στους αναγνώστες και συγκρίσεις και παραλισμούς. Ή, για παράδειγμα, ο τρόπος που παρουσιάζεται ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο στέφανος μέσα στις πράξεις των Αποστών. Να διαβάσουμε την ιστορία του στεφάνου, θα δούμε εκεί ότι ο στέφανος, έχει πάρα πολλές ομοιότητες με τον ίδιο τον Ιησού Χριστό, καταρχάς ο στέφανος είναι αυτός ο οποίος υφίσταται έναν άδικο διωγμό και μια άδικη δίκη. Ο ίδιος καταδικάζεται με ίδιο τρόπο όπως ο Ιησούς από ψευδομάρτυρες, ακριβώς δείχνοντας την αδικία η οποία επιτελεί της βάρος του και επιπλέον ο στέφανος είναι το πρόσωπο εκείνο το οποίο όταν πεθαίνει, βέβαια πεθαίνει με διαφορετικό τρόπο, τρόπο, ουσιαστικά τα τελευταία του λόγια θυμίζουν πάρα πολύ τα τελευταία λόγια του Ιησού στο καταλουκάν Ευαγγέλιο όταν ο στέφανος και εδώ ζητάει από το Θεό να μην προσμετρήσει αυτή την αμαρτία στις αμαρτίες αυτών των διωκτών του και να τους συγχωρήσει ανάλογα όπως ο Ιησούς κάνει πάνω στο σταυρό. Ή αυτό που τελικά λέει ότι βλέπω τον γιο του ανθρώπου στα δεξιά και τα λοιπά εν δόξει όλα αυτά παραπέμπουν και δημιουργούν αυτούς τους συγειρμούς παραπέμπουν στη ζωή του Ιησού και παρουσιάζουν σαστικά τον στέφανο με έναν άλλογο τρόπο όπως είναι ο Ιησούς στο καταλουκάν Ευαγγέλιο. Αυτό δηλαδή θα λέγαμε ότι ο Ιησούς λειτουργεί ως ο τύπος των ελών της Εκκλησίας και πρώτο και χαρακτηστικό παράδειγμα είναι ο ίδιος ο Στέφανος που είναι και ο πρωτομάρτυρας της αρχαίας Εκκλησίας. Επομένως υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσα στα δύο κείμενα, τα οποία νομίζω επιτυχώς ο Γκάλντερ χαρακτηρίζει ως τυπολογική. Επιπλέον αυτό που είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ο προγραμματικός χαρακτήρας που έχει στο πρώτο πρώτο κεφάλαιο του πράξεων του Αποστόλου στοίχος 8. Λέει λοιπόν χαρακτηριστικά εκεί ο Ιησούς μιλώντας λίγο πριν από την ανάληψή του στους μαθητές Αλλά λείψεσθαι δύναμην επελθόντως του Αγίου Πνεύματος εφημάς και έσαισθαι μη μάρτυρες έντε Ιηρουσαλήμ και πάσι τη Ουδέα και Σαμαρία και ως αισχάτου της Γης. Εδώ πρώτα πρώτα το πρώτο σημαντικό είναι αυτή η δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Εδώ βραματικά ότι το Άγιο Πνεύμα είναι αυτό το οποίο θα λειτουργήσει, θα είναι ο σημαντικός θα λέγαμε θεϊκός πρωταγωνιστής μέσα στο Λιβλίο των Πράξεων, θα τον δούμε παντού. Θα είναι εκείνο το οποίο αποφασίζει, το οποίο ουσιαστικά δίνει μια ώθηση στην εξέλιξη των γεγονότων, είναι εκείνο το οποίο τελικά έχει τον καθοριστικό ρόλο σε όλα όσα θα γίνουν και λειτουργεί θα λέγαμε και ως η δίκουσα έννοια η οποία ενώνει όλα τα γεγονότα μέσα στις πράξεις των Αποστόλων κατά ανάλογο τρόπο όπως έγινε στο καταλουκάν Ευαγγέλιο πάλι με το ρόλο του Αγίου Πνεύματος. Το δεύτερο είναι αυτό που λέει χαρακτηριστικά ότι οι μαθητές θα είναι οι μάρτυρες του Ιησού Χριστού, είναι αυτοί που θα πεταφέρουν την ίδιση για την ανθρώπιση, το πάθος και την ανάσταση του Ιησού σε όλο τον κόσμο και αυτός ο κόσμος ορίζεται ως εξής, η Ιερουσαλήμ, η Ιουδαία και η Σαμάρια και τα έσκατα της γης, μέχρι την άκρη της γης. Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα δήλωση και είναι προγραμματική γιατί αν θα δούμε το πώς τελικά εξελίσσονται τα γεγονότα μέσα στο βιβλίο των πράξεων ακριβώς αυτό συμβαίνει. Οι μαθητές μετά την επιφύτηση του Αγίου Πνεύματος γίνονται οι μάρτυρες του Ευαγγελίου στην Ιερουσαλήμ, συνέχεια μετά το διωγμό του Στεφάνου έχουμε το άνοιγμα στη Σαμάρια και στην Ιουδαία, στη συνέχεια πάλι με την παρέμβαση του Αγίου Πνεύματος έχουμε το άνοιγμα στα έθνη. Και αν μπορούσαμε να μιλήσουμε σχηματικά για το θεολογικό σκοπό του βιβλίου των πράξεων, αυτό νομίζω οικονίζεται πάρα πολύ καλά όπως φαίνεται στη Διαβάνεια με τρεις ομόκεντρους κύκλους όπου στο κέντρο φυσικά είναι ο Ιησούς Χριστός και ο πρώτος εσωτερικός κύκλος είναι η Ιερουσαλήμ και είναι και η δράση των μαθητών στην Ιερουσαλήμ, αμέσως μετά την επιφίτηση του Αγίου Πνεύματος έχουμε την εκλογή του Ματθία, έχουμε την περιγραφή της ζωής της πρώτης κοινότητας, την δράση του Στεφάνου και των ελληνιστών. Ο επόμενος κύκλος είναι η δράση πλέον έξω από τα σύνορα της Ιερουσαλήμ στην Σαμάρια και στην Ιουδαία. Οπότε εδώ πλέον θα δούμε μετά το διωγμό, ο οποίος είναι ένα σημαντικό βέβαια και καθοριστικό γεγονός, μετά το διωγμό έχουμε την αφηγή των ελληνιστών χριστιανών έξω από την Ιερουσαλήμ και αυτοί στη συνέχεια καταφεύγουν στην Αντιόχεια, οι υπόλοιποι όμως συνεχίζουν να δρούνε έξω από την Ιερουσαλήμ, στη Σαμάρια κυρίως, αλλά και στην υπόλοιπη Ιουδαία. Και αυτό είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον, γιατί ακριβώς βλέπουμε για πρώτη φορά, ακριβώς αυτή την έξοδο. Και στη συνέχεια, από το 13η γεξίς κεφάλαιο των πράξεων, έχουμε την έξοδο πλέον προς τον υπόλοιπο κόσμο, αυτό που εδώ ονομάζεται έσχατα της Γης. Βέβαια, τα έσχατα της Γης για έναν Ιουδαίο μπορεί να καθορίζεται ως εκεί που είναι αυτό που λέμε Ισραήλ, όπου υπάρχει δηλαδή η Ιουδαική παρουσία. Όμως το βιβλίο των πράξεων, θα δούμε και συνέχεια, παλεύει με αυτή την ιδέα, τονίζοντας ακριβώς ότι δεν είναι αυτή η σωστή κατανόηση του έως εσχάτ της Γης, αλλά ουσιαστικά σημαίνει όλα τα έθνη και μέχρι την άκρη του τότε γνωστού κόσμου. Αυτό και θα δούμε στο τέλος του βιβλίου, το βιβλίο μας θα σταματάει στη Ρώμη, στη Ρώμη με τον Παύλο φυλακισμένο, να κηρύττει εκεί, να μαρτυρεί ακριβώς, να είναι μάρτυρας του Ιησού Χριστού και να κηρύττει πάλι το Ευαγγέλιο και τη Βασιλεία του Θεού. Όμως το Ευαγγέλιό μας, το βιβλίο των πράξεων, έχει ένα ανοιχτό τέλος. Αφήνει ανοιχτό το τι συνέβη στη συνέχεια με τον Παύλο. Για παράδειγμα, αυτή ήταν η τελευταία, ας το πούμε, η παραμονή του στην Ρώμη ήταν τα τελευταία χρόνια του και αν μετά από αυτό επακολούθησε η εκτέλεσή του ή αν συνέβησαν άλλα γεγονότα μετά από αυτό, οσδήποτε προσπαθούμε να συμπληρώσουμε όλα αυτά τα κενά με τα βιβλία των επιστολές του Παύλου και τις πληροφορίες που έχουμε εκεί, αλλά και πάλι είναι πάρα πολύ δύσκολο να καταλήξουμε σε μια, θα λέγαμε, σίγουρη και ασφαλή βιογραφία του Αποστόλου Παύλου. Και αυτό γιατί ο Λουκάζμος αφήνει ανοιχτά αυτό το τέλος, λέγοντας ότι ο Παύλος μένει στη Ρώμη, που είναι η καρδιά αυτού του κόσμου, έτσι, γιατί η Ρώμη είναι η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας και κυρίως το Ευαγγέλιο. Όμως το Ευαγγέλιο, τα έσκατα της γης για εκείνη την εποχή φτάνουν μέχρι τις τύλες του Γιβραλτά. Το Ευαγγέλιο δεν έφτασε εκεί, σύμφωνα με την αφήγηση του παράξου. Ξέρεμε, βέβαια, από την προσδομή, ότι ο Παύλος είχε τη διάθεση και το σκοπό να φτάσει στην Ισπανία, όμως οι πράξεις σταματούν ακριβώς σε αυτό το σημείο, αφήνοντας ανοιχτό το τέλος και καλώντας τα μέλη της κοινότητας να συνεχίσουν το έργο από εκεί και πέρα. Συνεχίσουν, δηλαδή, από εκεί που σταματά το έργο του Παύλου και να οδηγήσουν το Ευαγγέλιο σε σχάδια της γης. Βλέπουμε, λοιπόν, αυτούς τους τρεις ομόκεντρους κύκλους, πώς λειτουργούν και, μάλιστα, είναι ενδιαφέρον. Η μετάβαση από τον έναν κύκλο στον άλλον έχει να κάνει με ένα γεγονός το οποίο είναι απρόβληπτο. Υπάρχει κάτι, δηλαδή, το οποίο να προετοιμάζει τα γεγονότα τα οποία θα ακολουθήσουν. Έτσι, το πρώτο απρόβληπτο γεγονός που περνάει από την Ιερουσαλήμ, έξω από την Ιερουσαλήμ στην Ιουδαία και σε Μάρια, είναι ο διόγμος του πιο θάνατος Στεφάνου, το οποίο είναι ένα γεγονός τραγικό για την πρώτη εκκλησία και απρόβληπτο, φυσικά. Και στη συνέχεια, η έξοδος προς τα έθνη έχει να κάνει με την παρέμβαση του Αγίου Πνεύματος, το οποίο στην αντιόχεια εμφανίζεται, σύμφωνα με την αφήγηση, να ζητά από τα μέλη της κοινότητας να αποστήλουν τον Βαρνάβα και τον Παύλο στα έθνη για να κηρύξουν. Πάλι ένα απρόβληπτο γεγονός. Το κάθε γεγονός όμως προετοιμάζεται μέσα στον προηγούμενο κύκλο γεγονότων. Έτσι δηλαδή, για παράδειγμα, ήδη με το διωγμό του Στεφάνου εμφανίζεται ένα πρόσωπο, το οποίο θα τη δραματίσει σημαντικό ρόλο, κυρίως στον τρίτο κύκλο της αφήγησης, που είναι ο Παύλος. Εμφανίζεται ως διώκτης στην ιστορία του Στεφάνου και στη συνέχεια τον βλέπουμε να συνεχίζει με αυτόν τον ρόλο μέχρι την Δαμασκόπη. Στην Δαμασκόπη, πάλι, έχουμε ένα απρόβληπτο γεγονός, έχουμε την εμφάνιση του ναστημένου Ιησού στον Παύλο, το οποίο ανατρέπει φυσικά την ιστορία. Πολλές τέτοιες ανατροπές έχουμε μέσα στην ιστορία, όπως την αφηγείται το βιβλίο των πράξεων, οι οποίες ακριβώς δείχνουν την παρέβαση του Θεού μέσα στην ιστορία. Και ακριβώς αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον κομμάτι της θεολογίας, του βιβλίου των πράξεων, γιατί ακριβώς αυτή, ο τρόπος που αντιλαμβάνεται την ιστορία και συνδέει την ιστορία με τη σωτηρία, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Έχει πάρα πολλές ομοιότητες με τον τρόπο που αφηγείται την ιστορία της σωτηρίας, το Ευαγγέλιο του Λουκά, του 3ου Ευαγγέλιο. Υπάρχουν δηλαδή πάρα πολλές συγγένειες θεολογικές, γι' αυτό δικαιολογημένα θεωρείται ότι αυτά τα δύο βιβλία είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους. Η έρευνα γενικά καταλήγει, συμφωνεί ότι πρέπει να είναι το ίδιο πρόσωπο το οποίο συνέταξε και τα δύο βιβλία. Υπάρχουν βέβαια κάποιες αντιρίσεις, οι οποίες όμως είναι μιμωνομένες φωνές μέσα στην έρευνα και δεν έχουν πείσει, θα λέγαμε, γενικότερα την ακαδημαϊκή κοινότητα. Σε κάθε περίπτωση όμως η αντίληψη ιστορίας μέσα στο βιβλίο των πράξεων είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Φυσικά, κεντρικό πρόσωπο είναι ο ίδιος ο Θεός. Ο Θεός είναι ο δημιουργός του κόσμου, είναι ο δημιουργός των πάντων και αυτό τονίζεται επανειλημμένα μέσα στο βιβλίο των πράξεων. Ο Θεός είναι και υπεύθυνος για την πορεία της ιστορίας. Και ένα πολύ σημαντικό γεγονός μέσα στην ιστορία της σωτηρίας είναι η εκλογή του λαού του Θεού, του Ισραήλ. Ο Ισραήλ καταλαμβάνει πολύ σημαντική θέση μέσα στις πράξεις των Αποστόλων, όπως καταλαμβάνει και στο καταλουκάν Ευαγγέλιο. Αλλά στις πράξεις είναι ιδιαίτερα έντονη η παρουσία του Ισραήλ, όπου πλέον η ιστορία αυτού του λαού κατανοείται ως μία ιστορία υπόσχεσης της σωτηρίας. Δηλαδή, τα όσα συμβαίνουν σύμφωνα με το συγγραφέα των πράξεων στον λαό του Ισραήλ, όλα όσα διαδραματίζονται, όλα αυτά έχουν να κάνουν ακριβώς, προτυπώνουν, προεικονίζουν, προφητεύουν, προετοιμάζουν για το γεγονός της σωτηρίας. Δηλαδή, ο λαός του Θεού, ο Ισραήλ, ο εκλεκτός λαός, κατανοείται ως ένας φορέας μέσα στην ιστορία αυτού του μηνύματος της σωτηρίας. Και φυσικά ο Θεός, σε σχέση με τον Ισραήλ, εμφανίζεται ως ο Κύριος του Ισραήλ. Πάρα πολύ συχνά γίνεται αναφορά στα γεγονότα που έχουν να κάνουν με το λαό του Ισραήλ και αυτά κατανοούνται μέσα στο πρίσμα ακριβώς αυτής της ιστορίας της σωτηρίας. Ένα πάρα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Λόγος του Στεφάνου, ένα εξαιρετικό κείμενο, στο οποίο ακριβώς έχουμε μία, θα λέγαμε, αναδρομή στην ιστορία του Ισραήλ, ειδωμένη όμως μέσα από το χριστιανικό πρίσμα της κατανόησης της ιστορίας και ιδιαίτερα το πρίσμα της κατανόησης της ιστορίας του συγγραφέα των πράξεων των Αποστόλων. Και εκεί ακριβώς παρουσιάζεται ο ρόλος που παίζει ο λαός του Ισραήλ μέσα στην ιστορία, παρουσιάζεται όμως και η αποτυχία του να κατανοήσει αυτό που κατανοεί ο Στέφανος και κατά επέκταση τους συγγραφέας των πράξεων, ακριβώς, όπως είπα, τη θέση του Ισραήλ μέσα στην ιστορία της σωτηρίας και τη σημασία που έχουν τα γεγονότα που βιώνει ο Ισραήλ, ακριβώς για την ιστορία. Και ενώ έχει αυτό πολύ σημαντικό θέμα, δηλαδή η έμφαση είναι κυρίως το λαό του Ισραήλ, το κείμενο μας αφήνει χώρο και για τη θέση των εθνών μέσα στο σχέδιο της σωτηρίας. Είναι πολύ ενδιαφέρον γιατί ο συγγραφέας βρίσκεται μια θέση μέσα στην όλη αφήγησή του και στον τρόπο κυρίως που κατανοεί την ιστορία της σωτηρίας και για τους εθνικούς. Και αυτό, φυσικά, είπαμε ότι αποτυπώνται πάρα πολύ καλά μέσα στο σχηματικό τρόπο που δώσαμε την αφήγησή του με τους τρεις ομόκεντρους κύκλους, εφόσον ο τελικός σκοπός είναι τα έθνη και η τελική επιταγή του Αναστάνδρου Κυρίου είναι η μαρτυρία προς τα έως ασχάδια της γης. Έτσι, λοιπόν, ο συγγραφέας θεωρεί ότι ήδη στα έθνη υπάρχει το σχέδιο του Θεού και ο Θεός έχει ήδη πολλές φορές αποκαλυφθεί. Ένα χαρακτηστικό παράδειγμα είναι ο λόγος του Παύλου προς τους ανθρώπους, τους κατοίκους των Λίστρων. Στα Λίστρο, λοιπόν, πηγαίνει ο Παύλος με τον Βαρνάβα, κάνουν κάποια θαύματα, οι κάτοικοι της πόλης είναι ειδωλολάτρες και, επομένως, λογικά συνδέονται όσα βλέπουν με το ίδιο το πρόσωπο, με την ίδια τη λατρεία, τη θρησκεία την ειδωλολατρική, θεωρούν ότι ο Παύλος είναι ο Ερμής και ο Βαρνάβας ο Δίας, προφανώς γιατί ο Βαρνάβας ήταν πιο υψηλός, πιο μεγαλόσομος. Σε κάθε περίπτωση ο Παύλος προσπαθεί να τους αποτρέψει, να τους προσφέρουν θυσίες και λέει χαρακτηριστικά «Άνδρες, τι τ' αυτά πείτε, και μης ομοιοπαθίσαισμενοι μην άνθρωποι, Ευαγγελιζόμενοι ουμάς, από τούτων τοματέων επιστρέφειν' επί των θεών των ζώντα, ως επίεισαι των ουρανών και την γήν και την θάλασσαν και πάντα τα εναυτείς, ως εν ταις παροχημένες γενναίες, ή ας πάντα τα έθνη πορεύεσθαι τε σωδείς αυτον, και τι γε ουκ αμάρτηρον εαυτόν να φύγε ν' αγαθοποιόν, ουρανόθενοι μη νιετούς διδούς και καιρούς καρποφόρους, εμπιμπλών τροφής και εφροσύνης τας καρδίας ημών». Αυτό είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον, γιατί από μια μεριά λέει ο Παύλος ότι ο Θεός ουσιαστικά στις προηγούμενες γενιές άφησε τα έθνη να τραβήξουν τον δρόμο τους. Από την άλλη μοσμεριά, μέσα σε αυτήν την πορεία των λαών, ο ίδιος ο Θεός αποκαλύπτεται με τα φυσικά φαινόμενα και με τις ευεργεσίες οι οποίες προσφέρει η δημιουργία του. Επομένως, αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό σημείο και ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον. Στο 17 κεφάλαιο, γνωστό και αυτό εξαιρετικά, είναι από την παρουσία του Παύλου στην Αθήνα και συγκεκριμένα από την ομιλία του στον Άριο Πάγου, λέει λοιπόν εκεί, πάλι απευθύνται σε ένα ειδωλατρικό περιβάλλον και λέει «Ο Θεός οποιήσας τον κόσμο και πάντα τα εναυτό ούτως ουρανού και γης κύριος υπάρχων ούκλιν χειροποιεί της να εις κατοικεί. Ουδέ υποχειρών ανθρώπων θεραπεύεται προς δεόμενος τεινός αλλά διδούς πάσης ζωήν και πνοήν κατά πάντα. Επίσης, εις ενός αίματος πανέθνος ανθρώπων κατοικείν επί πάντο πρόσωπον της γης, ορίσσας προσθεταγμένους καιρούς και τα σωροθεσίας της κατοικίας αυτών. Ζητείν τον Κύριον, η άραγε ψηλαφύση εναυτόν και εύριεν και γε ου μακράν από ενός εκάστου ημών υπάρχοντα. Εναυτό γαζόμε και κινούμεθα και εσμέν, ως και την αίσθον καθυμάς ποιητών ηρήκαση του γάρ και γένους εσμέν. Γένους ουν υπάρχοντος του Θεού ουκ οφείλωμε νομίζει χρυσό η αργύρο η λίθο χαράγμετη τέχνης και θυμίσως ανθρώπου το θεονοί νεόμοιον, τουσμέν ουν χρόνους της αγνοίας υπεριδών ο Θεός ταν είναι παραγγέλη της ανθρώπης πάσιν πανταχού μετανοήν διότι έστισεν ημέραν ενοιμέλ κρίνει την οικουμένην εν δικαιοσύνη ενανδρύ ο όρισε πίστην παρασχόν πάσιν αναστήσας αυτον εκ νεκρών. Εδώ βλέπουμε την ιστορία της σωτηρίας από την πλευρά των εθνών. Τα έθνη και αυτά είναι δημιουργήματα του Θεού. Έτσι, έχουν σαν δημιουργό τους τον ίδιο Θεό. Είναι αυτός ο οποίος ουσιαστικά έβαλε τα πράγματα, όρισε τον κόσμο να είναι όπως είναι και τους έδωσε τη δυνατότητα να τον αναζητήσουν και μάλιστα έχει μια πολύ οικουμενική αντίληψη εδώ πέρα γιατί λέει ότι όλοι ουσιαστικά είμαστε παιδιά του Θεού, είμαστε γένος και προεχόμαστε από τον ίδιο τον Θεό. Και φυσικά ένα άλλο σημείο που φαίνεται ακριβώς αυτή η ιδέα της συμπερίληψης των εθνών στον λαό του Θεού είναι η εμφάνιση των σευρωμένων. Σε πολλά σημεία μέσα στην αφήγησή μας βλέπουμε ο Παύλος να συναντά στη διάφορες συναγωγές που πηγαίνει και κηρύται γιατί υπάρχει το εξίσχημα πάντα στην αφήγηση όσον αφορά τον Παύλο. Πρώτα στη Συναγωγή τον απορίπτουν οι Ιουδαίοι, στρέφεται προς τα έθνη, μέσα όμως στη Συναγωγή συναντά κάποιους οι οποίοι είναι ιδεολατρές αλλά οι οποίοι παρουσιάζουν, εκφράζουν ιδιαίτερη συμπάθεια για τον Ιουδαϊσμό, δηλαδή για τον λαό ουσιαστικά του Θεού και οι οποίοι παρακολουθούν τις συνάξεις στις Συναγωγές, παρακολουθούν επιβένως τον Παύλο και είναι αυτοί που συνήθως πρώτοι αποδέχονται το κήρυγμα του Παύλου. Είναι μια πολύ σχηματική βέβαια παρουσίαση που κάνει ο συγγραφέας των πράξεων αλλά είναι πολύ ενδιαφέρουσα γιατί ακριβώς δείχνει αυτή τη θέση των εθνών μέσα ήδη στον λαό του Θεού, ήδη τα πρώτα θα λέγαμε προανακρούς με αυτή τη συμπερίληψη και συνέχεια την εξέλιξη και την συμπερίληψή του στον νέο λαό του Θεού και φυσικά ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, το παράδειγμα τον Κορνίλιο όπου τίθει το ζήτημα τι γίνεται με τα έθνη ήδη στην ιστορία του Πέτρου και έχουμε και την τοποθέτηση του ίδιου του Πέτρου η οποία είναι προγραμματική για όσα θα ακολουθήσουν στο δεύτερο μέρος με το άνοιγμα του κήρυγματος του Ευαγγέλιου και στα έθνη. Έχουμε λοιπόν και εδώ μια παρόμοια αντίληψη για την ιστορία όπως είπαμε έχουμε και στο καταλουκάν Ευαγγέλιο και έχουμε επομένως τώρα εδώ σε συνέχεια αυτού που λέω μια αντίληψη για ένα νέο λαό του Θεού που ο νέος λαός του Θεού είναι πλέον η Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι εκείνη η οποία ουσιαστικά συμπεριλαμβάνει και συμπερικλεί τον παλαιό λαό του Θεού και τα έθνη ουσιαστικά πραγματώνοντας το αρχικό σχέδιο της σωτηρίας. Γιατί όπως λέει το κείμενο των πράξεων σε αυτό το σχέδιο της σωτηρίας ήταν ενταγμένη είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα και ο Ισραήλ αλλά και τα υπόλοιπα έθνη η Εκκλησία λοιπόν ενώνοντας αυτά τις δύο διαφορετικές οντότητες πραγματικότητες ουσιαστικά δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να εκπληρώνει να πραγματώνει ακριβώς αυτό το σχέδιο της σωτηρίας και φυσικά τον πρόσωπο κλειδί στην πραγμάτωση αυτής της. Αυτό το σχέδιο δεν είναι κανένας άλλος παρά ο ίδιος ο Θεός. Ο ίδιος ο Θεός που μέσα στις πράξεις πάρα πολύ ξεκάθαρα φαίνεται να κατευθύν την ιστορία από την αρχή της μέχρι αυτό το σημείο και φυσικά αυτό που γίνεται το καταρθώνει με την παρουσία του Ιησού Χριστού αλλά και με το ρόλο του Αγίου Πνεύματος μέσα στο κείμενό μας. Ο Ιησούς Χριστός λοιπόν, καταρχάς θα μιλήσουμε λίγο για τη Χριστολογία του κειμένου μας. Ο Ιησούς Χριστός παρουσιάζεται ως ο Μεσσίας μέσα στο κείμενό μας και έχουμε εδώ μία Χριστολογία η οποία κυρίως είναι συνδεδεμένη με τις Γραφές και τις Ιουδαικές Παραδόσεις. Το είχαμε δει αυτό και στο καταλουκάν Ευαγγέλιο, όπου είπαμε κιόλας οι ίδιοι ότι ο Συγγραφέας μιμείται τη γλώσσα τις μετάφαρες των Εβδομήκοντα ακριβώς γιατί θέλει να δηλώσει αυτή τη συνέχεια μεταξύ των δύο εποχών πρώτων και δεύτερον εκεί είδαμε επίσης ότι η Χριστολογική τίκλη τους οποίους έχει ο Ιησούς εκεί είναι τίκλη που παραπέμουν ακριβώς σε αυτήν την ιστορία του λαού του Ισραήλ. Και φυσικά είχαμε συζητήσει επίσης για τον τρόπο που χρησιμοποιείται η Παλαιά Διαθήκη μέσα στο κείμενο του καταλουκάν Ευαγγελίου είχαμε πει ότι δεν έχει πολλά παραθέματα από την Παλαιά Διαθήκη καταλέξει αλλά έχει πάρα πολλές έμμεσες χρήσεις και αυτό ακριβώς οδηγεί σε μια πολύ διαφορετική αξιοποίηση του υλικού που έχουμε από την Παλαιά Διαθήκη και σε μια πολύ λεπτή θα λέγαμε και πολύ περίτεχνη και πολύ προχωρημένη διακυμενική συνδέση μεταξύ Παλαιάς Διαθήκης και καταλουκάν Ευαγγελίου. Το ίδιο ακριβώς βλέπουμε και στις πράξεις των Αποστόλων. Έχουμε λοιπόν μια χρηστολογία η οποία έχει να κάνει με την Παλαιά Διαθήκη και έχει σημείο αναφορά στην Παλαιά Διαθήκη. Δεν θα βρούμε βέβαια μέσα στο κείμενο των πράξεων πολλές απευθείας αναφορές, σαφείς αναφορές της ζωής του Ιησού, δεν θα έχουμε δηλαδή επανάληψη της περιγραφής γεγονότητας από τη ζωή του Ιησού γιατί ακριβώς ο συγγραφός προϋποθέτει ότι οι αναγνώστες του γνωρίζουν αυτή την ιστορία και επομένως τη θεωρούν ως υπόβαθρο. Και αυτό που επίσης βλέπουμε μέσα στις πράξεις των Αποστόλων, με μεγαλύτερη σαφήνεια από ότι το βλέπουμε στο καταλουκάν ίσως, είναι η πολύ εμφανής, η πολύ σαφής χρήση χριστολογικών όρων και μάλιστα χριστολογικοί όροι οι οποίοι παρουσιάζουν αρχαιότητα, με την έννοια δηλαδή ότι είναι από αυτούς που γνωρίζουμε ότι ανήκουν στο πρώτο υλικό του πρωτοχριστιανικού κηρύγματος. Έτσι ο Ιησούς, για παράδειγμα, ονομάζεται ο Άγιος, ο δίκαιος του Θεού, ο Πες, Κυρίου, έτσι και παραπέμπει αυτό ουσιαστικά στο Δευτερό Ισαία, ο οποίος ονομάζεται Προφήτης, κατά ανάλογο τρόπο όπως ο Προφήτης παρουσιάζεται είπαμε και στο καταλουκάν Ευαγγέλιο, γίνεται μια σύγκριση και με τον Μωυσή, πολύ έντονη στη στις πράξεις των Αποστόλων, αυτοί όλοι θεωρούν ότι σήμερα από την έρευνα ότι ανήκουν στο αρχαιότερο χριστολογικό υλικό που έχουμε μέσα στην Καινή Διαθήκη και απειχούν ακριβώς στο πρώτο-πρώτο θα λέγαμε χριστιανικό κήρυγμα για τον Ιησού. Ένας άλλος τίτλος που χρησιμοποιείται πάρα πολύ συχνά μέσα στις πράξεις είναι ο τίτλος Χριστός. Ο Ιησούς ονομάζεται πολύ συχνά Χριστός, ξέρουμε και μιλήσαμε γι' αυτό και όταν μιλούσαμε για τον Παύλο, ότι ο όρος Χριστός από ένα σημείο και μετά έπαψε να είναι τίτλος και κατέστηκε το δεύτερο συσθετικό του ονόματος του Ιησού. Σήμερα, αν θεωρεί λίγο παράδοξο κανείς να πεις και το Ιησούς, συνήθως λέμε Ιησούς Χριστός, γιατί το Χριστός πλέον, το οποίο αρχικά ήταν αστίτλος και δήλωνε τη μεσιανικότητα του Ιησού, κατέστηκε από ένα σημείο και μετά, έχασε ακριβώς το ρόλο του τίτλου και κατέστηκε όνομα. Εδώ στις πράξεις του Αποστόλου το ξαναβρίσκουμε ως τίτλο κυρίως και όχι ως όνομα. Είπαμε και τότε μιλώντας για τον Παύλο ότι δεν πρέπει να δούμε αυτή η χρήση του όρου Χριστός σε μια γραμμική, εξελικτική πορεία, δηλαδή ότι ακριβώς έχουμε μια πρώτη φάση που έχουμε το τίτλο, μετά στη συνέχεια περνάμε σε μια δεύτερη φάση που κυριαχεί το όνομα. Φαίνεται ότι για ένα μεγάλο διάστημα λειτουργούν ταυτόχρονα διαφορετικές παραδόσεις μέσα στον αρχαίο χριστιανισμό, όπου ταυτόχρονα υπάρχουν κείμενα τα οποία μιλούν για το Χριστός ως τίτλο, τίτλο κάποια άλλα ως δεύτερο μέρος του ονόματος, βέβαια από ένα σημείο και μετά, η χρήση του όρου ως τίτλο θα υποχωρήσει και θα επικρατήσει ως δεύτερο συνθετικό του ονόματος, όμως ήραι και στον Παύλο βλέπουμε αυτή τη διπλή χρήση της παράδοσης. Εδώ λοιπόν στις πράξεις βλέπουμε περισσότερο τη χρήση του όρου Χριστός ως τίτλος και ουσιαστικά Χριστός, όχι τόσο για να δηλώσει θα λέγαμε μόνο τη μεσιανικότητα του Ιησού και επομένως να προσδώσει, να συναποδώσει στον Ιησού ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ρόλου και της ιδιότητάς του, αλλά κυρίως κατανοείται αυτός ο όρος Χριστός μέσα στο σχήμα το οποίο βρίσκουμε και στις πράξεις των Αποστόλων, της εκπλήρωσης μέσω της προφητείας. Χριστός είναι ένα πρόσωπο το οποίο προφητεύτηκε στην Παλαιά Διαθήκη, ότι θα έρθει και θα είναι ο Χριστός του λαού του Ισραήλ και ο Χριστός Κυρίου και αυτό ακριβώς το πρόσωπο είναι ο Ιησούς Χριστός και γι' αυτό ο συγγραφέας ο Λουκάς επιμένει να τον ονομάζει Χριστό ακριβώς μέσα σε αυτή τη λογική. Ο Ιησούς επίσης ονομάζεται Ιησούς Δαβίδ για τον ίδιο ακριβώς λόγο, γιατί ακριβώς, και είπαμε εδώ πόσο μεγάλο ρόλο παίζει ο Ισραήλ ως λαός του Θεού μέσα στο σχέδιο της σωτηρίας και στη σωτριολογία των πράξεων Αποστόλων, ακριβώς ο Ιησούς ονομάζεται Ιιός του Δαβίδ γιατί στο πρόσωπό του εκπληρώνονται όλες οι προφητείες που δόθηκαν από το Θεό στο Δαβίδ. Και οι οποίες αφορούσαν το λαό του Ιησραήλ έτσι και τη σωτηρία. Ο Ιησούς λοιπόν εκπληρώνει όλες αυτές τις προφητείες, και αυτό ακριβώς είναι ο Ιιός του Δαβίδ. Και κυρίως όμως ο Ιησούς είναι Κύριος μέσα στο κείμενό μας. Ήδη είπαμε και στο καταλουκάν Ευαγγέλιο ο Ιησούς ήδη ονομάζεται Κύριος, όχι τόσο έντονα όσο θα το βρούμε κυρίως της πράξεων Αποστόλων. Πράξεων Αποστόλων ο Ιησούς κατεξοχήν ονομάζεται Κύριος. Και μάλιστα το ενδιαφέρον είναι ότι όταν οι συγγραφείς, όταν οι ομιλητές, οι ήρωες μέσα στο κείμενό μας αναφέρονται και στη φάση της ζωής του Ιησού πριν από την Ανάσταση και πάλι χρησιμοποιούν τον όρο Κύριο, παρά που ξέρουμε ότι γενικά η τάση μέσα στην αρχαία χριστιανική παράδοση είναι για το πρώτο αυτό κομμάτι ο Ιησούς να ονομάζεται Ιησούς και μετά από την Ανάσταση ονομάζεται πάντοτε Κύριος. Είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον ότι εδώ ο συγγραφέας μας ακόμα και για αυτό το κομμάτι πριν από την Ανάσταση βλέπει τον Ιησού ως Κύριο θεωρώντας ακριβώς ότι η Ανάσταση είναι το σημείο αυτό η στιγμή με την οποία βοηθάει να κατανοήσουμε ακπλήρως την προσωπικότητα του Ιησού και να κατανοήσουμε την κυριότητά του. Κύριος όπως και στο Καταλουκάν ονομάζεται και ο Θεός. Και είδαμε ήδη στα πρώτα κεφάλαια του Καταλουκάν Ευαγγελίου πως ο συγγραφέας παίζει με τη λέξη Κύριος και την αποδίδει ταυτόχρονα και στον Ιησού και στο Θεό δημιουργώντας έτσι ακριβώς τη σύνδεση μεταξύ των δύο προσώπων και στις πράξεις συμβαίνει ακριβώς το ίδιο. Κύριος και ο Θεός, Κύριος και ο Ιησούς. Και μάλιστα στην περίπτωση του Ιησού το Κύριος συνδέεται πολλές φορές και συνδυάζεται με τον Άγιο Χριστός. Βλέπουμε λοιπόν από μένα μια πάρα πολύ ενδιαφέρονσα Χριστολογία όπου τονίζεται κυρίως η θεότητα του Ιησού, η εκπήρρωση των προφητιών μέσα από το πρόσωπο του Ιησού. Και ένα ενδιαφέρον βέβαια στοιχείο είναι ο ρόλος που παίζει η Ανάσταση. Η Ανάσταση όπως είπα και πριν είναι κονβικό γεγονός στην αφήγηση του Λουκά. Είναι το σημείο εκεί το οποίο κατανοούνται όλα τα υπόλοιπα. Και είναι το μόνο βιβλίο, η πράξη του Αποστόλου, που κάνει λόγο για αποδείξεις της εμφάνισης του Ιησού και της Ανάστασης του. Φαίνεται, και εδώ πρέπει να το συνδέσουμε ίσως και μία ανάλογη τάση που βλέπουμε και στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο και μία απολογητική τάση που είδαμε και στο κατά Λουκάν, φαίνεται ότι ήδη μέσα στην αρχαία εκκλησία αρχίζουν να εκφράζονται αμφιβολίες για το γεγονός της Ανάστασης. Υπάρχει, φαίνεται, μια μεγάλη συζήτηση για την Ανάσταση του Ιησού και γι' αυτό ακριβώς το κείμενό μας τονίζει ακριβώς ότι υπάρχουν αποδείξεις και μάρτυρες, αυτόπτες, του γεγονό τους. Και το δεύτερο ενδιαφέρον στοιχείο εδώ είναι ο ρόλος τον οποίο διαδραματίζει ο Θεός στην ιστορία της Ανάστασης. Εδώ, στις πράξεις, έχουμε κατά κόρων την αιρεγετική χρήση του ρήματος «Γύρομαι», ο Θεός είναι το υποκείμενο και το αντικείμενο είναι ο Ιησούς. Ο Θεός ανασταίνει τον Ιησού. Αυτό, βεβαίως, έκανε να υποστρίξουν εδώ ότι ο Λουκάς ουσιαστικά έχει μια χρυστολογία στην οποία ο Ιώσης υποτάσσεται, ο Ιησούς δηλαδή, υποτάσσεται στον Θεό Πατέρα. Νομίζω ότι αδικούμε το κείμενο μεταφέροντας στο κείμενο μια πολύ διαφορετική προβληματική που ανήκει σε άλλες εποχές. Υπάρχει, δηλαδή, ένα χαμηνισμό στον τρόπο που βλέπουμε εδώ με αυτόν τον τρόπο το κείμενό μας, γιατί απλούστατα εδώ θα πρέπει να σκεφτούμε ότι η έμφαση του συγγραφέα των πράξεων είναι κυρίως το ρόλο που διαδραματίζει ο Θεός μέσα στην ιστορία της σωτηρίας. Και ακριβώς επειδή ο κύριος πρωταγωνιστής της ιστορίας της σωτηρίας δεν είναι κανένας άλλος, ο ίδιος ο Θεός είναι λογικό και η Ανάσταση που είναι κομμάτι αυτού του σχεδίου και του έργου της σωτηρίας να έχει πάλι ως κύριο πρωταγωνιστή, ως υποκείμενο, αν θέλετε, ως αυτόν τον οποίο κινεί τα νύματα και πάλι τον ίδιο το Θεό, χωρίς αυτό να ακυρώνει ακριβώς την κυριότητα και τη θεότητα του Ιησού, κάτι που βλέπουμε μέσα από τους χριστολογικούς τίτλους τους οποίους αποδίδει σε αυτόν ο συγγραφέας των πράξεων. Και το δεύτερο πολύ σημαντικό πρόσωπο το οποίο διαδραματίζει κύριο και πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως είπαμε και νωρίτερα στο σημερινό μάθημα, είναι το Άγιο Πνεύμα. Το Άγιο Πνεύμα είναι το οποίο ονομάζεται Πνεύμα, Άγιο Πνεύμα, Πνεύμα Κυρίου, έχει διαφορετικούς τίτλους και διαφορετικά ονόματα μέσα στο κείμενό μας, είναι αυτό το οποίο διαδραματίζει έναν καθοριστικό ρόλο μέσα στην αφήγησή μας. Ήδη είπαμε πώς λειτουργεί και σε αφηγηματολογικό επίπεδο, είναι αυτό το οποίο ουσιαστικά δίνει μια ώθηση για να αποχωρήσουν τα γεγονότα και είναι αυτό το οποίο ουσιαστικά δίνει νόημα σε όλα τα γεγονότα. Και το ενδιαφέρον είναι ότι στο κείμενό μας το Πνεύμα είναι παρών και στην περίοδο πριν από την έλευση του Ιησού Χριστού, αυτό είδαμε ήδη και στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, εδώ είναι ακόμα πιο έντονο και είναι ακριβώς εκείνο που βεβαιώνει την προφητική παρουσία του Θεού μέσα στο λαό του, στο λαό του Ισραήλ. Και εκδηλώνεται φυσικά με διάφορους τρόπους, με τους προφήτες, με τα όσα έκαναν οι δίκαιοι στην Παλαιά Διαθήκη. Και έχουμε λοιπόν αυτή τη συνέχεια, το Πνεύμα είναι παρών και στην περίοδο πριν από τον Ιησού Χριστό και μάλιστα το συναντούμε το Πνεύμα με τους ίδιους ρόλους όπως είπα, όπως βρίσκουμε και το Πνεύμα του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη, το βρίσκουμε έτσι σε όλη την ιστορία των πράξεων, είναι αυτό που συνδέεται με την προφητεία, συνδέεται με τη δημιουργία του κόσμου και είναι αυτό το οποίο θα παίξει καθοριστικό ρόλο και στην κρίση του κόσμου στο τέλος. Επομένως, υπήρχε μέσα στον Ισραήλ, εκδηλώνεται όμως σήμερα μέσα στην εκκλησία. Άρα λοιπόν η εκκλησία, με αυτόν τον τρόπο επιτυχάνεται η συνέχεια της εκκλησίας με τον Ισραήλ, γιατί είπαμε ότι ο συγγραφέας μας θέλει να αποδείξει ακριβώς ότι ο λαός του Θεού είναι ο λαός της εκκλησίας πλέον, στον οποίο πλέον συμπεριλαμβάνονται οι Ιουδαίοι και οι εθνικοί. Και αυτό ακριβώς δηλώνει τη συνέχεια της ιστορίας της σωτηρίας και το δεύτερο δηλώνει ότι ότι ήδη τα έξκατα έχουν αρχίσει να εκπληρώνονται. Είναι αισχατολογικό σημάδι της παρουσίας του Πνεύματος, αυτό φαίνεται πάρα πολύ καθαρά, ήδη στην αρχή της αφήγησης των πράξεων με την παράθεση, αμέσως μετά του γεγονότος της Πεντηκοστής, της προφητείας του Ιωήλ, η οποία ακριβώς είναι μια προφητεία που αφορά τα έσκατα. Και ο Πέτρος λίγο πολύ λέει ότι ακριβώς αυτό εκπληρώνονται τώρα. Τα έσκατα πραγματικά είναι εδώ. Το Πνεύμα είναι αυτό που βεβαιώνει την εκπλήρωση των εσκάτων, βεβαιώνει τη συνέχεια της ιστορίας και δίνει και μια, θα λέγαμε, προοπτική στην πορεία της εκκλησίας. Και δεν είναι χαρακτηριστικό, και αυτό είναι το δεύτερο ενδιαφέρον, μονάχα των Ιουδαίων, του λαού του Ισραήλ, αλλά πλέον είναι και δωρεά, τα οποία αποδέχονται και τα έθνη. Αν δούμε στο 10ο κεφάλαιο, για παράδειγμα, στο τύχο 44-45, θα δούμε ακριβώς αυτό το οποίο τώρα μόλις σας είπα. Εκεί, λοιπόν, ο Πέτρος μιλά στο σπίτι του Κορμιλιού, ο οποίος είναι ένας εθνικός, και λέει «έτι λαλούντος του Πέτρου, τα ρήματα ταύτα, επέπεσε το Πνεύμα το Άγιον, επί πάντας τους ακούοντας των λόγων». Και εξέστησαν οι εκπεριτομείς πιστή κτλ κτλ, ότι και επί τα έθνη η δωρεά του Αγίου Πνεύματος εκέχεται. Πάρα πολύ ενδιαφέρον και μάλιστα συνεχίζει, «ήκου ο γαραφτών λαλούντων, γλώσσες και μεγαλυνόντων των Θεών». Τότε επεκρίθηκε ο Πέτρος «μήτι το ίδρυο κολλεί σε δυναταίτης του μήβαπτης τίνε τούτους, ύτι ειναι στο Πνεύμα το Άγιον έλαβον καθώς και εμείς». Εδώ λοιπόν έχουμε μια δεύτερη πεντηκοστή. Έχουμε μια ομοιότητα με τα γεγονότα στο δεύτερο κεφάλαιο, όπου και εκεί πάλι έρχεται το Άγιο Πνεύμα και οι μαθητές μιλούν δόξες, συνομοι γλώσσες και δοξάζουν τον Θεό. Υπάρχει ένας παραλληλισμός ανάμεσα στα δύο γεγονότα και με αυτόν τον τρόπο εδώ, ουσιαστικά τα έθνη γίνονται αποδέκτες, όπως οι 12 είναι ο λαός του Ισραήλ, έτσι είναι η προτύπωση του εκλεκτού λαού του Ισραήλ, έτσι ακριβώς και τα έθνη τα οποία έχουν ακριβώς την ιδιορραία, άρα μπορούν, θα λέγαμε, με τον ίδιο τρόπο και ισότημα να συμμετέχουν στον λαό του Ισραήλ. Βλέπετε, ήδη αυτή η σύνδεση με τον λαό του Ισραήλ γίνεται και με την επανεκλογή στη θέση του Ιούδα του Ματθία, ενός άλλου μαθητήδρα ή του Ματθία, έτσι ώστε να διατηρηθεί ο έθνημος 12 που είναι ακριβώς, θα λέγαμε, συμβολικός για τον λαό του Ισραήλ. Και βλέπουμε ακριβώς αυτόν τον παραλληλισμό και άλλα παραδείγματα, φυσικά υπάρχουν πολλά μέσα στη σπράξη των Αποστώνων. Φυσικά το Πνεύμα είναι αυτός της νέα για το οποίο καθοδηγεί την κοινότητα, είναι εκκλησιαστική για την κήρυξη του Ευαγγελίου και έχουμε μια σύνδεση ακριβώς του Πνεύματος με το κήρυγμα της Εκκλησίας. Δεν είναι όμως απρόσωπη δύναμη και αυτό πρέπει να τονιστεί. Πολλές φορές οι ερμηνευτές τονίζουν ακριβώς αυτόν τον απρόσωπο χαρακτήρα του Πνεύματος, όμως δικούμε την αφήγηση του Λουκά, αν θεωρήσουμε ότι το Πνεύμα εδώ είναι απρόσωπο. Εκκλησία θέτε να έχει δική του κρίση, δική του απόφαση, δική του φωνή, κατά ανάλογο τρόπου όπως είναι ο παράκλητος στον κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο ως πρόσωπο και επομένως είναι αυτό το οποίο βλέπουμε καθοδηγεί, όχι πλέον όμως απρόσωπη δύναμη, αλλά ως ένα πρόσωπο το οποίο δίνει οδηγίες, δίνει εντολές και καθοδηγεί τους Αποστόλους στην πορεία των γεγονότων που περιγράφουν οι πράξεις των Αποστώνων. Δύο κουβέντες κλείνοντας το μάθημα για την αισχατολογία του βιβλίου των πράξεων, ουσιαστικά όσον αφορά τα αίσχατα δύο είναι τα βασικά ερωτήματα που απασχολούν τον συγγραφέα. Το ένα είναι σε ποιον ανήκει τελικά αυτή η Βασιλεία του Θεού και το δεύτερο είναι πότε θα έρθει αυτή η Βασιλεία του Θεού. Και βλέπουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο αφηγεί το συγγραφέας δείχνει ακριβώς αυτή την προσπάθεια να απαντήσει και στα δύο ερωτήματα και καταρχήν ουσιαστικά είναι συνδεδεμένα αυτά μεταξύ τους στενά, να απαντήσει ακριβώς και στο ερώτημα της καθυστέρησης της παρουσίας. Το γεγονός δηλαδή ότι η Βασιλεία του Θεού δεν έχει πραγματοθεί ακόμα παρά τις επαγγελίες του Ιησού Χριστού και ο Ιησούς δεν έχει έρθει ακόμα. Γιατί μιλάμε για ένα κείμενο το οποίο είναι προς το τέλος θα λέγαμε χρονικά του κανόνα της Καινής Διαθήκης και είναι λογικό πλέον το θέμα της παρουσίας να τίθεται με μεγάλη έμφαση. Το πρώτο που πρέπει να πούμε είναι ότι ακριβώς αυτή η παρουσία του Πνεύματος και κυρίως το γεγονός της περιπωστής κατανοείται ως ένα σκατολογικό γεγονός. Ήδη είπαμε την αφορά που γίνεται εκεί από τον Πέτρο στην προφητεία του Ιωήλ, που είναι μια χαρακτηριστική προφητεία για τα έσκατα. Έτσι λοιπόν ο συγγραφέας φαίνεται να βλέπει ότι η παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία αποτελεί το κατεξοχήν παράδειγμα και η κατεξοχήν απόδειξη της έλευσης των εσχάτων. Τα έσκατα είναι εδώ γιατί ακριβώς το Πνεύμα έχει έρθει. Είναι όμως παρούσα η Βασιλεία αλλά δεν έχει ακόμα πραγματοθεί. Γιατί? Γιατί θα δούμε ότι για τον συγγραφέα μέρος αυτής της Βασιλείας έχει πραγματοθεί ήδη με τη ζωή του Χριστού, το πάθος και την ανάσταση του. Αυτό λέγεται ξεκάθαρα. Ο Ιησούς τους διδάσκει για τη Βασιλεία του Θεού και αυτό το διδάσκει τη Βασιλεία του Θεού έχει μία αναφορά τόσο στο παρελθό όσο και στο μέλλον. Τους διδάσκει για όσα έζησαν μαζί του γιατί ξέρουν οι αναγνώστες ότι αυτή η Βασιλεία του Θεού είναι το κατεξοχήν θέμα του κηρύγματος του Ιησού στο καταλουκάν Ευαγγέλιο, αλλά τους διδάσκει για όσα θα έρθουν. Ένα μέρος τώρα βιώνεται ακριβώς με τη δημιουργία της εκκλησίας γιατί η εκκλησία πλέον ζει την παρουσία του Πνεύματος, ζει και την παρουσία του Ιησού Χριστού μέσα στην καθημερινότητά της, μέσα στη ζωή της, σε όλες τις εκφάνσεις. Και ένα μέρος, αφού δεν σκάφνουν, αναμένεται να εκπληρωθεί όταν θα έρθει η παρουσία. Βλέπουμε δηλαδή ότι υπάρχει εδώ μια προσπάθεια, η συσορώπησης ανάμεσα σε δύο διαφορετικές στάσεις, αυτό που είπαμε και στον κατά Ιωάννη Ευαγγελίου, την πραγματοποιηθήσα ισχατολογία και την επερχόμενη ισχατολογία. Η προσπάθεια δηλαδή, ουσιαστικά ο συγγραφέας, να δώσει μια απάντηση σε αυτήν την καθυστέρηση. Και μάλιστα την καθυστέρηση τη συνδέει και με το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Βλέπουμε ότι ο Ιησούς, ήδη στο πρώτο κεφάλαιο, αναλαμβάνει στους ουρανούς και οι άγγελοι που εμφανίζονται εκεί δίνουν την υπόσχεση ότι θα ξαναρθεί και αυτό όλο από εκεί και πέρα συνδέεται με την μαρτυρία του Ευαγγελίου. Οι μαθητές ρωτάνε τον Ιησού πότε θα καταστήσει στον Ισραήλ, τους λένε δεν σας αντεφορά το πότε θα γίνει αυτό, εσείς πρέπει να γίνετε μάρτυρες μου και να διαδώσετε παντού το Ευαγγέλιο. Η μεγαλύτερη όμως έμφαση στην πράξη των Αποστόλων δεν είναι τόσο στο πότε, το οποίο είναι φυσικά μια ερώτηση η οποία υποφόσκει σε όλη την αφήγηση, αλλά είναι κυρίως το ποιοι. Ποιοι θα συμμετέχουν σε αυτή τη Βασιλεία του Θεού. Και αυτό είναι και το ελπιδοφόρο, το πολύ δυναμικό κήρυγμα των πράξεων Αποστόλων, ότι σύμφωνα με τις πράξεις των Αποστόλων, στη Βασιλεία του Θεού χωράνε και τα έθνη και οι Ιουδαίοι γιατί υπάρχει ένας καινούριος λαός του Θεού. Η Βασιλεία του Θεού λοιπόν ανήκει στο λαό του Θεού, ο οποίος βιώνει την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, βιώνει και αισθάνεται να εκπληρώνεται στη ζωή του, να εκπληρώνεται οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης και η παρουσία του Θεού να είναι φανερή μέσα στη ζωή αυτών των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων, στις κοινότητες της Εκκλησίας. Και δεύτερον, φυσικά, βιώνεται ακριβώς και η παρουσία του Ιησού Χριστού, ο οποίος εξακολουθεί να είναι παρόν μέσα στη κοινότητα, κυρίως μέσα από τις ευχαριστιακές της συνάξεις και μέσα ακριβώς από αυτή την παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Βλέπουμε εδώ πάλι μια σύνδεση του Πνεύματος και του Ιησού Χριστού, μια σύνδεση που είπαμε ότι υπήρχε και στο Καταγιάνι Ευαγγέλιο. Γι' αυτό και πολλές φορές στην έρευνα επισημαίνεται ακριβώς αυτή η σύνδεση θεολογική, όχι βέβαια πολύ στενή αλλά χαλαρή, όμως υπάρχουν σύνδεση ανάμεσα στο Βιού των Πράξεων και στο Καταγιάνι Ευαγγέλιο όσον αφορά τα θεολογικά τους ζητήματα. |