: Παρακαλώ. Καλησπέρα σας. Βρέθηκα, λοιπόν, που λέτε πριν από μερικές εβδομάδες, σε ένα από τα παλαιότερα καταστήματα ρούχων στο κέντρο της Αθήνας. Μπαίνοντας, αντίκρισα μία περίεργη εικόνα. Το δημιουργό και ιδιοκτήτη του καταστήματος, ο οποίος συμπληρώνει σε μερικές ημέρες σχεδόν έναν αιώνα ζωής, να κάθετε καλοντιμένος σε μία καρέκλα με τα πόδια του καταστήματος, ώστε να αναπαύεται. Αυτό, όμως, που ξέρετε, μου προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση, ότι δίπλα του καθόταν ο ανηψιός του, ο οποίος σήμερα διευθύνει το συγκεκριμένο κατάστημα και του διάβαζε φωναχτά τις ειδήσεις της ημέρας από το κινητό του τηλέφωνα. Ο υπέργειρος ακροατής της ιστορίας μας, άκουγε με προσοχή, έστω και με μισόκλειστα τα μάτια του. Αυτή η εικόνα, η οποία είναι αρκετά συνήθιστη σήμερα στις μέρες μας, είναι ενδεικτική ταυτόχρονα της σημασίας της ιδιωγραφίας. Δηλαδή, για αρκετό κόσμο εκεί έξω, μπορεί το να μάθει τις ιδήσεις να είναι σχεδόν, κυριολεκτικά, ζωτικής σημασίας. Εξάλλου, όπως λέει και ο φιλόσοφος Αλέντε Μποτόν, η ενημέρωσή μας σήμερα καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη συμμετοχή μας ως πολιτών στην κοινωνία. Άρα, τη συμπερένουμε ότι ο ρόλος των αγγελιοφόρων είναι εξόχως σημαντικός. Σήμερα λοιπόν, εστιάζοντας την ελληνική περίπτωση, θα επιχειρήσω μερικές παρατηρήσεις για τη μάλλον πολύπλοκη κατάσταση που αντιμετωπίζουν αγγελιοφόροι μας. Οι δημοσιογράφοι δηλαδή. Θα επιχειρήσουμε μαζί να αναζητήσουμε τις ευθύνες που έχουν τόσο οι δημοσιογράφοι όσο και το κοινό όλοι μας στην συγκυρία καθώς φυσικά και διεξόδους από αυτή. Τέλος, θα ήθελα να σας καλέσω να υποστηρίξουμε όλοι μαζί το έτοιμα για επιστροφή στην όρμα της δημοσιογραφίας. Αν θέσουμε λοιπόν ως αφετηρία για αυτή όλη την παρατήρηση την απαρχή της ελληνικής οικονομικής κρίσης, τότε μάλλον εύκολα μπορούμε να συμπεράνουμε πως τόσο τα μέσα μαζικής επικοινωνίας όσο και οι δημοσιογράφοι έφυγαν και εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωποι με πολλαπλές προκλήσεις. Γενικά, νομίζω ότι η βιωσιμότητα του ίδιου τύπου, ηλεκτρονικού και έντυπου, κινδυνεύει αν δεν πλήδεται κέρια ή προσφάτως ιδιαίτερα εξασφαλίζεται με μάλλον παράδοξα επιχειρηματικά σχήματα. Οι όροι του επαγγέλματος αλλάζουν δραματικά. Ταυτόχρονα, τα νέα μέσα καλούν τους ίδιους τους δημοσιογράφους να αναπροσαρμόσουν τον τρόπο που κάνουν τη δουλειά τους. Συνολικά, ο κόσμος μας αλλάζει με ρυθμούς πολύ γρήγορους, απρόζουμενους πολλές φορές, για αυτούς που τελικά καλούνται να τον εξηγήσουν σε όλους τους υπόλοιπους, τους δημοσιογράφους. Θα δούμε μερικά από αυτά τα σημεία με περισσότερες λεπτομέρειες. Στη συνέχεια, όμως, θα ήθελα να ξεκινήσουμε με μία υπόθεση. Νομίζω ότι κάποιος επαγγελματίας της ενημέρωσης, κάποιος δημοσιογράφος, δηλαδή, κοιμόταν αμέριμνο στην αυγή του 2007 και ξυπνούσε στη δύση του 2017, δηλαδή πριν από μερικές ημέρες. Τότε, νομίζω, είναι σχετικά σφαλές να πούμε πως θα κυριευόταν από τρόμο. Θα νόμιζε σίγουρα ότι του κάνουμε κάποιο κακό γουστό αστείο, όταν του λέγαμε ποιοι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί έχουν σταματήσει τη λειτουργία τους, ποιες εφημερίδες έχουν αναστείλει την κυκλοφορία τους, πως τα νέα μέσα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν ισχωρήσει για τα καλά στον πυρήνα του επαγγέλματος. Φυσικά, δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να δούμε αυτές όλες τις αλλαγές, παρά να ρίξουμε μία ματιά στους τίτλους. Είναι ενδεικτικοί τίτλοι, ενδεικτικά πρωτοσέλιδα εφημερίδων που έχουμε συγκεντρώσει από όλη αυτή τη δεκαετία και αν έγιναν σημαντικά γεγονότα στην Ελλάδα. Όμως το σημαντικό, βέβαια άμα συνεχίσουμε να τα βλέπουμε αυτά τα πρωτοσέλιδα, πιστεύω είναι σχετικά σφαλές να πούμε πως θα μας προκληθεί λίγο, τουλάχιστον σε εμένα. Αλλά δεν είναι αυτό το σημαντικό. Το σημαντικό και αυτό που είναι πιο νησχητικό είναι ότι δεν είναι ένα καινούργιο φαινόμενο αυτό, μπορούμε εύκολα να δούμε αρκετές ομοιότητες και μάλιστα ακόμα πιο έντονες με πρωτοσέλιδα της δεκαετίας του 80. Όπως αυτά για παράδειγμα, της εφημερίδας Αβριανή. Σήμερα τέτοια πρωτοσέλιδα τείνουν να γίνουν καθημερινότητα. Και αυτό είναι η πιο νησχητική έκφανιση του φαινομένου, η ένταση δηλαδή του φαινομένου. Και αν δεν με πιστεύετε, μπορείτε αύριο το πρωί να πάτε έξω από ένα περίπτωρο ή μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή σας να δείτε και τους τίτλους των διαδικτυακών μέσων επικοινωνίας. Ας κάνουμε όμως και μια άλλη υπόθεση, αν θέλετε. Έστω ότι αύριο μπορούσε να επιστρέψει από το διάστημα το Tesla Roadster που έστειλε η SpaceX πριν από λίγες ημέρες στο διάστημα. Στη θέση του οδηγού μας στέλνουν κάποιον εξωγήινο και εμείς του εξασφαλίζουμε ότι καταλαβαίνει τέλεια την ελληνική και του δίνουμε ενδεικτικά 50 φύλλα ελληνικών εφημερίδων και κάποια αποσπάσματα δελτίων τηλεοπτικών ειδήσεων. Και του ζητούμε να μας εξηγήσει με βάση αυτά τι έχει συμβεί στη χώρα μας τα τελευταία 10 χρόνια. Πιστεύετε πως θα τα κατάφερνε? Εγώ θα στοιχημάτιζα πως όχι. Και όσο υπερβολική και αν είναι μια τέτοια υπόθεση νομίζω πως είναι σχετικά ασφαλές να πούμε πως μάλλον χάνουμε την ουσία. Παράγουμε δηλαδή πολλές φορές περιεχόμενο που υπηρετεί σκοπούς άλλους πέραν της ενημέρωσης. Γι' αυτό μιλώ για χαμένη πυξίδα της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα και γενικότερα αλλά εστιάζουμε στην Ελλάδα όπως είπαμε. Η ελληνική δημοσιογραφία δηλαδή μοιάζει να έχει χάσει τη νόρμα της που είναι και το θέμα μας σήμερα. Η νόρμα στη δημοσιογραφία είναι οι αξίες, είναι η διοντολογία της δημοσιογραφίας. Είναι αυτό που πυροδοτεί άλλωστε και τη διαμάχη για το αν πρόκειται για άλλο ένα επάγγελμα ή για ένα λειτούργημα όπως λέμε η δημοσιογραφία. Και σε κάθε περίπτωση, κατά την προσωπική μου άποψη, η νόρμα στη δημοσιογραφία είναι συνυφασμένη με ξεκάθαρες απαντήσεις σε συγκεκριμένα δίπολα. Πάμε να δούμε αυτά τα δίπολα. Έχουμε πρώτα το γεγονός κόντρα στη γνώμη. Η γραμμή ανάμεσα σε αυτό που οι Αμερικανοί αποκαλούν fact και opinion αντίστοιχα είναι πολλές φορές λεπτή. Και εξάλλου κάθε γεγονός είναι μια έκφραση της πραγματικότητας κάποιων εξημών. Όμως αυτό που έχουμε υποχρέωση ως δημοσιογράφοι να κάνουμε είναι για κάθε γεγονός που περιγράφουμε να δίνουμε όσο δυνατόν περισσότερες οπτικές γωνίες, όσο δυνατόν περισσότερα φίλτρα κατά την παρουσίαση των ιδίσεων, γιατί αν δίνουμε μόνο ένα φίλτρο ή μόνο μία οπτική γωνία τότε ολισθαίνουμε σιγά σιγά προς τη γνώμη. Δυστυχώς αν δούμε σήμερα ιδιαίτερα τα διαδικτυακά μέσα ενημέρωση στην Ελλάδα θα δούμε πως αυτό είναι γεγονός, δηλαδή έχουμε κατακόρων γνώμες και αυτό το βλέπουμε διότι αναπαράγεται συνεχώς κάποιο τηλεγράφι με ενός πρακτορίου, δηλαδή μία οπτική στα πράγματα. Το περιεχόμενο ενάντια στην αγορά, το δεύτερο δίπολο. Το περιεχόμενο είναι ο βασιλιάς, η φράση, το ρητό του Bill Gates, content is the king έλεγε ο δημιουργός της Microsoft το 1996, χρησιμοποιούσε βέβαια τότε τη λέξη περιεχόμενο μάλλον με την ευρύα έννοια του όρου για να μας πει ότι το περιεχόμενο θα ήταν η πρωταρχική πηγή εισοδήματος στο διαδίκτυο. Και φυσικά ο Bill Gates είχε δίκιο. Για τους δημοσιογραφικούς οργανισμούς τα όρια ανάμεσα στο περιεχόμενο και την αγορά πρέπει να είναι σαφή, δηλαδή το περιεχόμενο να μην υπηρετεί την αγορά. Ρίξτε μία ματιά και πάλι όμως στα διαδικτυακά μέσα ενημέρωση στην Ελλάδα και θα δείτε πως κυνηγόμαστε σε πολύ μεγάλο βαθμό από τα advertorial, αυτά τα λεγόμενα κείμενα που αποτελούν στην πραγματικότητα cocktail ανάμεσα σε διαφημίσεις και δημοσιογραφικά άρθρα. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι μία μορφή απάτης. Συναυθής διάκριση προς το δεύτερο δίπολο είναι αυτή ανάμεσα στο σημαντικό και το δημοφιλές. Ή αυτό το οποίο θεωρητικά θα άνοιγε υψηλότερα στην ιεραρχία της ιδιωγραφίας και σε αυτό που μπορεί να προσελκύσει περισσότερα clicks, αγορά φύλων και ούτω καθεξής. Και πάλι, λαμβάνοντας υπόψη μας στα διαδικτυακά μέσα ενημέρωση στην Ελλάδα, που δελέχονται όλο και περισσότερο από ομίλους που συσορεύουν από τις σκέπη τους ετερόκλητα site, θα δούμε το εξής φαινόμενο. Σίγουρα το έχετε παρατηρήσει όλοι σας. Την πλαστική εγχείρηση της τάτε τραγουδίστριας να είναι δίπλα στη συζήτηση του πολινομοσχεδίου στη Βουλή, ενώ πιο κάτω είναι το ακυρωθέν γκόλς στον τέρμπι της Κυριακής. Αυτή η σύγχυση στην παρουσία του περιεχομένου σίγουρα δεν υπηρετεί το επάγγελμα του δημοσιογράφου. Όμως είναι πιο ανησυχητικό ότι φαίνεται πως οι δημοσιογράφοι δεν υπηρετούν και το θεμελιώδη ρόλο τους, αυτών των ελεκτών της εξουσίας, εξού και το κλεισέτης τέταρτες εξουσίας, γιατί δεν ελέγχουν τους πολιτικούς, πολλές φορές έχουν επιδιώξεις ή γίνονται οι ίδιοι οι πολιτικοί. Θυμάμαι μάλιστα επ' αυτού αυτό που μου έλεγε ο Σεραφείμ Τανίδης σε μια συνέντευξη, ιστορικός διευθυντής μιας εφημερίδας μεγάλης κυκλοφορίας, που επίσης δεν υπάρχει πια. Μου έλεγε λοιπόν για τη δημοσιογραφία, έλεγαν οι παλιοί, πως είναι ασαυμάσιο επάγγελμα αρκεί να τον εγκαταλείψεις εγκαίρως, συμβουλεύοντάς με πως αν αυτές είναι οι επιδιώξεις μου τότε να μην γίνω δημοσιογράφος. Δυστυχώς αυτή η λογική σήμερα έχει γίνει ο κανόνας και είναι ένας πολύ κακός κανόνας. Δηλαδή έχουμε άπειρα παραδείγματα δημοσιογράφων μετέπειτα πολιτικών, είτε σε εθνικό είτε σε διεθνές επίπεδες στο Ευρωκοινοβούλιο και του καθεξής. Παράλληλα ο τύπος στην Ελλάδα μοιάζει να είναι περισσότερο και πιο ξεκάθαρα συνδεδεμένος από ποτέ συμφέροντα. Ταυτόχρονα τα περισσότερα μέσα μαζικής επικοινωνίας δείχνουν να στερούνται σε επιτελικές θέσεις στους ανθρώπους που έχουν γνώση της δημοσιογραφικής δεδολογίας. Άρα μάλλον δεν μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι για την επιστροφή στην όρμα της δημοσιογραφίας με βάση αυτά τα δεδομένα. Πού βρισκόμαστε όμως λοιπόν σήμερα? Νομίζω πως είμαστε σε μια στιγμή αμηχανίας ως κλάδος, ως δημοσιογράφοι. Δηλαδή δεν γνωρίζουμε ποιος θέλουμε να είναι ο ρόλος των δημοσιογράφων στο μέλλον, στη χώρα μας. Δεν δίνουμε κατεύθυνση που θέλουμε να πάνε τα μέσα, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας στην επόμενη μέρα, στην Ελλάδα. Και γι' αυτό φυσικά έχουμε ευθύνη τόσο εμείς οι δημοσιογράφοι όσο και το κοινό. Νομίζω όμως ότι για το δημοσιογραφικό κλάδο το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνηση πρέπει να το αναζητήσουμε στις ενώσεις συντακτών, στους ίδιους τους δημοσιογράφους δηλαδή, τα αντιπροσωπευτικά ή τα συνδικαλιστικά, αν θέλετε, όργανα των δημοσιογράφων, τα οποία έχουν ένα πολύ κονδικό ρόλο να παίξουν σήμερα. Από τη μία να προστατέψουν το επάγγελμα, αλλά από την άλλη να βοηθήσουν τους δημοσιογράφους να τους υποστηρίξουν στην ανάπτυξη δεξιοτήτων, στην διαρκή εκπαίδευση που πρέπει να έχουν. Είπαμε ο κόσμος αλλάζει, τα μέσα αλλάζουν. Ανταυτού συνήθως μοιάζουν οι ενώσεις να είναι προσκολημένες σε ενωτηροπία και πρακτικές παλαιότερων εποχών, κάνουν δηλαδή πολλές φορές αισθητή την παρουσία τους, τουλάχιστον σε όλους εμάς ή όλους εσάς, μέσα από απεργίες. Παρενθετικά, πόσο στήρα αντίδραση μπορεί να είναι η απεργία για έναν δημοσιογράφο. Αυτό πάντα με προβλημάτιζε. Αυτό που με προβληματίζει ακόμα περισσότερο για τις ενώσεις, για να κλείσω το κομμάτι των δημοσιογράφων, είναι πως μοιάζουν αγνοούν την εργασιακή πραγματικότητα του ίδιου τους του κλάδου. Διαβάστε, για παράδειγμα, το πρώτο άρθρο, την πρώτη προϋπόθεση για εγγραφή στο καταστατικό της ΑΙΕΑ, της Ένωσης Συντακτών Υμερησίων Εφημερίδων Αθηνών. Αν το διαβάσετε προσεκτικά, νομίζω ότι θα τη μεταφερθούμε όλη η παρέα, στο 1994 περίπου, χοντρικά. Και αυτό γιατί. Γιατί η σύγχρονη πραγματικότητα, την οποία μοιάζει να αγνοεί το συγκεκριμένο κείμενο, έχει ως εξής. Πάρα πολύ νέοι δημοσιογράφοι, με πολύ χαμηλές απολαβές, συνήθως στις περισσότερες των περιπτώσεων ανασφάλιστοι, που εργάζονται σε site τα οποία ακόμη και τα ίδια δεν αναγνωρίζονται καν ως μέσα μαζικής επικοινωνίας από τις ενώσεις. Έτσι, οι ενώσεις αυτές, όπως η Ένωση Συντακτών Υμιερησίων Υφημερίδων Αθηνών, που συμπλήρωσε πρόσφατα και 100 χρόνια λειτουργίας, μοιάζουν να γνώουν την πραγματικότητα εκεί έξω και να χάνουν τη δυνατότητα να εντάξουν πιο πολλούς νέους δημοσιογράφους στο δυναμικό τους, προβάλλοντας δικαιολογίες που έχουν να κάνουν, ας πούμε, με τα ασφαλιστικά ταμεία. Έχουμε όμως, ξέρετε, τα ευθύνες όλοι μας για την κατάσταση που επικρατεί στα μέσα σήμερα. Οι ευθύνες του κοινού είναι μεγάλες και δεν πρέπει να τις παραγνωρίζουμε. Άλλωστε, το να είσαι ακροατής, τηλεθεατής ή αναγνώστης είναι το πρώτο βήμα για να γίνεις πολίτης. Είναι ταυτότητες αλληλένδετες αυτές. Πρέπει σίγουρα να μας καταστεί σαφές πως δεν υπάρχει δωρεάν δημοσιογραφία. Ίσα-ίσα πως πρέπει να μάθουμε να επιζητούμε περιεχόμενο που αξίζει και αντίστοια κοστίζει, γιατί ο τύπος χαμηλής αξίας, εν τέλεια, έχει πάρα πολύ ψηλό τίμημα για την κοινωνία. Νομίζω όμως ότι γι' αυτό είναι πολύ κονβικός ο ρόλος της εκπαίδευσης. Όσο αλλάζει ο κόσμος με τόσο γρήγορους ρυθμούς και έχουμε τις νέες εκφάνσεις του τύπου και ταυτόχρονα, κάποιος πρέπει να τις εξηγήσει όλες αυτές, θα ενταχθεί και η αξία του πλειοραλισμού και οι νέες εκφάνσεις του τύπου στα σχολικά προγράμματα. Αργά ή γρήγορα. Σε μια εποχή που η πρόσβαση στην πληροφορία εξασφαλίζεται περισσότερο από ποτέ στο παρελθόν, αυτό είναι το μόνο δεδομένο, είναι πολύ βασική μας υποχρέωση να μπορούμε όλοι ως παραλήπτες αυτής της πληροφορίας να την αξιολογούμε. Και ενδεχόμενη ανεπάρκειά μας σε αυτή την υποχρέωση, ξέρετε, μπορεί να έχει δραματικές συνέπειες. Και δεν είναι η μοναδική περίπτωση αυτή. Ζήσαμε πάρα πολλές παρόμοιες και μάλιστα σχετικά πρόσφατα και σε διάφορα μέρη του πλανήτη, οπότε είναι εδώ αυτή η νέα πραγματικότητα. Και μάλιστα, ειδικά ο συγκεκριμένος κύριος, μας θυμίζει πολύ αυτή τη σύγχυση που προκαλούν τα social media, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με το τι είναι πραγματικό και τι όχι. Αυτή, λοιπόν, ακριβώς όμως η σύγχυση, μπορεί να γεννά και μια χρυσή ευκαιρία για τους δημοσγράφους, για όλους εμάς εδώ στην Ελλάδα και στην Ελλάδα, για να αντιστρέψουμε αυτή τη γενικευμένη τάση για απαξίωση του επαγγελματός μας. Έχει ενδιαφέρον επ' αυτού να δούμε τη διεθνή τάση που παρατηρείται. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ως εργαλείο, για παράδειγμα, το βαρόμετρο της Edelman, το οποίο μας φαρουσιάζει πως γενικά διεθνώς, είναι το 2018 η έρευνα, η εμπιστοσύνη απέναντι στους επαγγελματίες της ενημέρωσης αυξάνεται μετά από αρκετό καιρό. Και είναι γεγονός αυτό, γιατί σήμερα το κοινό, σε μια εποχή μεταπραγματικότητας, όπου κυριαρχούν τα fake news, δείχνει πως στρέφεται ξανά προς τους δημοσγράφους, για να μάθει τι τελικά ισχύει από όλα αυτά που διαβάζει εκεί έξω. Και μάλιστα το κάνει πληρώνοντας γι' αυτό. Αυτό είναι το ενδιαφέρον. Δηλαδή, παραδείγματος χάρη, σύμφωνα με τα στοιχεία της Εφημερίδας Guardian, της μεγαλύτερης βρετανικής εφημερίδας, περίπου 800.000 άνθρωποι πληρώνουν οικειοθελώς ένα μικρό ποσό, κλικάροντας ένα link στο τέλος του άρθρου, για να υποστηρίξουν το δημοσγραφικό έργο της εφημερίδας. Μόλις δύο χρόνια πριν, ο αριθμός αυτός ήταν περίπου 50.000, οπότε βλέπετε πολύ μεγάλη διαφορά. Αντίστοιχα, όπως φαίνεται ξεκάθαρα, νομίζω, στο γράφημα, η εμπιστοσύνη προς τα μέσα, προς τους δημοσγραφικούς οργανισμούς και τους επαγγελματίες, μειώνεται. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και στη χώρα μας. Με την πιο πρόσφατη έρευνα της public issue για την πρόσληψη των μέσων των θεσμών, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας απολαμβάνουν εμπιστοσύνη μεγαλύτερης μόνο από τα πολιτικά κόμματα. Οπότε υπάρχει, βέβαια, πολύ μεγάλο περιθώριο βελτίωσης. Και αυτή τη βελτίωση μπορούν να την επιτύχουν μόνο οι δημοσγράφοι. Είναι στο χέρι τους και ενδεχομένως να μην είναι και τόσο δύσκολα τα πράγματα. Δηλαδή, ίσως φαίνεται βουνό αυτή η προσπάθεια, όμως ίσως να είναι πιο εύκολα τα πράγματα. Προσωπικά θα πίστευα πως μπορούμε να ξεκινήσουμε αυτή την προσπάθεια για να αντιστρέψουμε αυτή την τάση, κάνοντας κάτι πολύ απλό, αυξάνοντας το σεβασμό μας προς τις λέξεις. Αυτές που τόσο έχουμε φτυλίσει στη χώρα μας, μολονότι είναι το βασικό εργαλείο και μιας τόσο ωραίας γλώσσας. Οι λέξεις είναι το βασικό εργαλείο της δημοσογραφίας. Είναι αυτές με τις οποίες δομείται ή αποδομείται η νόρμα της δημοσιογραφίας. Και η νόρμα στη δημοσιογραφία δεν είναι θέμα μόδας. Η νόρμα είναι θεμέλιο και δεν αλλάζει, όσο και αλλάζουν τα μέσα. Σε τελική ανάλυση νομίζω πως δεν υπάρχουν παλιά και νέα μέσα, αλλά υπάρχουν μόνο μέσα. Και σε τελική τελική ανάλυση πίσω και πάνω από όλα είναι ο άνθρωπος. Δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ αυτό. Γιατί τα συζητάμε όμως όλα αυτά σήμερα? Γιατί νομίζω πως η καλή δημοσιογραφία μπορεί να κάνει την πραγματικότητα όλων μας λίγο καλύτερη. Προσωπικά το πιστεύω πολύ αυτό. Γιατί για αρκετό κόσμο εκεί έξω, όπως τον Κύριο στην αρχική μας ιστορία, οι ιδήσεις μπορεί να είναι το μοναδικό παράθυρο στον κόσμο. Έναν κόσμο πολύ στενής παγκόσμιας διασύνδεσης, έναν κόσμο υψηλότερων ταχυτήτων που όλοι μας έχουμε υποχρέωση να παρουσιάζουμε τη μεγάλη εικόνα του. Στην Ελλάδα ειδικά να τερματίσουμε αυτή τη χαρακτηριστική ελληνική ομφαλοσκόπηση. Ο κόσμος αλλάζει δραματικά. Και μόνο έτσι μπορούμε να αντιστρέψουμε τη γενικευμένη τάση απαξίωσης. Σκεφτείτε πώς αισθανθήκατε την τελευταία φορά, ελπίζω να μην είναι πολύ παλιά, που διαβάσατε ένα ενδιαφέρον άρθρο στην εθνημερίδα ή μια συνέντευξη στο ραδιόφωνο σας τράβηξε την προσοχή. Είδατε ένα ωραίο ενημερωτικό ντοκιμαντέρ. Η καλή δημοσιογραφία κινητοποιεί τις αισθήσεις μας, μας πάει παρακάτω. Και γι' αυτό νομίζω πως είναι ευθύνη όλων όσων συμμετέχουμε στη δημόσια σφαίρα, είμαστε όλοι μας, να το υπηρετήσουμε αυτό. Αναλογιζόμενος λοιπόν αυτή την ευθύνη, θα ήθελα να σας αφήσω με τις λέξεις που έγραφε το 1899 στο περιοδικό «Η τέχνη» ένας σπουδαίος ποιητής μας και εξίσου σημαντικός όμως δημοσιογράφος, δεν ξέρω αν το γνωρίζετε αυτό, ο Κωστής Παλαμάς. Έγραφε λοιπόν «Μακριά από τη λέπρα των γενικοτήτων, όπου γενικό της επιπολεώτης, παντού τα συγκεκριμένα, τα χειροπιαστά, ζωγραφιές των πραγμάτων, όχι άρθρα, να η λιδία λήθος της μελέτης της βαθιάς». Σας ευχαριστώ. |