: Να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στο δάσκαλό μας, τον κύριο Σμαραγδή, που ήρθε μια μισή ώρα στο δρόμο λόγω της κίνησης σήμερα. Ευχαριστούμε πάρα, πάρα πολύ. Λοιπόν, από το πρωί, πρέπει να σας πω, έχω έναν φρικτό πωνοκέφαλο που δεν περνάει με τίποτα. Με έχουν ξεματιάσει, έχω πάρει τεπόν. Και τώρα, τουλάχιστον, μου είπε ο κύριος Σμαραγδής ότι είναι και εκείνος έτσι. Οπότε λέω, συμπάσχουμε, μπορεί να είναι της μέρας. Εντάξει, θα περάσει. Μοιράζουμε και τεπόν, βεβαίως. Λοιπόν, μέχρι να το πιει, έλεγε την προηγούμενη φορά ο κύριος Σμαραγδής, θα μου δώσετε από ένα δίευρο για να σας πω το ένα, να σας πω το άλλο. Λοιπόν, έλεγε τα δίευρα, λέω, τώρα κάτι σκέφτηκα εγώ και πήγα στην τράπεζα της Ελλάδος και του έφερα εδώ δίευρα. Προσέχτε όμως, έχουνε τον Καζαντζάκη απάνω τα δίευρα αυτά. Λοιπόν, αυτά είναι του Καζαντζάκη και επίσης βρήκα ότι αυτά τα είχε βγάλει γιατί το 2017 ήταν έτσι ο Καζαντζάκης. Όμως, θυμήθηκα ότι το 2013 είχε βγάλει και για τον Καβάφη, για την άλλη σας ταινία. Α, τι ωραία! Λοιπόν, αυτό λοιπόν είναι ένα αναμνιστικό κέρμα, κανονικό κέρμα, δηλαδή τον πέντε ευρώ με τη μορφή του Καβάφη, είναι πάρα πολύ όμορφο. Και σκεφτόμουν τι καλοί που είμαστε οι Έλληνες, αφού τους κάνουμε και μαρτυράνε όσο ζούνε, αφού περνάνε τον παθόν τους στον τάραχο, αφού πεθάνουν μετά τους κάνουμε νομίσματα, τους βγάζουμε τα ονόματα, τους θυμάμαι, λοιπόν... Όταν δεν είναι επικίνδυνοι. Ναι, όταν πια, ναι, ναι, ναι. Λοιπόν, μακάρι να σαν κοινωνία όλοι και σαν άνθρωποι να μπορέσουμε και όχι μόνο τους καλλιτέχνες μεγάλους που τους θελεπωρούμε, ξέρω εγώ, τους δημιουργούς, τους διανοητές, και τους γειτονές μας και τους ανθρώπους που αγαπάμε και την οικογένειά μας, να τους φροντίζουμε και να τους αγαπάμε και να τους τιμούμε όσο ζούνε, γιατί μετά άμα φύγει ο άνθρωπος, λοιπόν, τι να το κάνει. Και δυστυχώς νομίζω ότι αυτοί οι άνθρωποι που είναι ιδιοφιαίς, έχουν συνέστηση της ιδιοφίας τους και είναι ακόμα πιο μαρτυρικό να περνάνε όλα αυτά που περνάνε. Λοιπόν, ευχαριστούμε και πάλι πάρα πολύ για το δώρο που μας κάνατε για την παρουσία σας αυτές τις τρεις φορές και είμαστε όλοι αυτοί για να σας απολαύσουμε. Πήμερα θα κάνω κάτι που δεν είναι καθόλου συνηθισμένο. Θα μιλήσω εντελώς ανοιχτά, όπως μιλάω στους πολύ κλειστούς μου ανθρώπους. Θα να είστε, δηλαδή, μια οικογένεια δικιά μου και θα σας πω, ας πούμε, πώς αληθινά αισθάνομαι αυτή τη στιγμή και τι ακριβώς μου συμβαίνει σε σχέση με τα πράγματα που συμβαίνουν γύρω μου. Μια αφορμή το γκαζαντζέκι. Εχθές βρέθηκα, όχι, χθες ήταν Κυριακή, εντάξει είμαστε, εντάξει, αφού χάσαμε τις μέρες, μου τηλεφώνησε ένας δημοσιογράφος φίλος μου, όχι, θεωρητικός σχηματογράφος, που γράφει ένα βιβλίο που λέγεται «Αρχιτέκτονας της ψυχής» και είναι πάνω στα έργα που έχω κάνει, τα οποία μάλλον θα αρχίσουν τώρα να το βάζουν σε εκείνη στιγμή να τυκλοφορήσει. Είχε ένα μικρό πρόβλημα με τα μάτια του και απευθύθηκε σε έναν άνθρωπο, γιατρό, αλλά όχι ακριβώς ας πούμε της παραδοσιακής ιατρικής, είναι καθηγητής, ένα μεγάλο πρόσωπο που κοιτάζει μεγάλο πρόσωπο διεθνές, ο οποίος κοιτάζει, όταν έχεις ένα πρόβλημα, τι πρόβλημα έχει η ψυχή. Δεν θα πω το όνομα. Επειδή αυτά γράφονται, δεν θα λέω ονόματα, αλλά θα σας πω ότι δεν μπορεί να πει κανείς δημόσια. Αυτό θα κάνω σήμερα. Τον πήρε λοιπόν τηλέφωνο και του είπε, έχω αυτό το πρόβλημα και τα λοιπά και του είπε τι να κάνει, εν πάση περιτώση, τηλεφωνικά. Αυτός ο άνθρωπος εκεί, τον φώναξε ένας περιόνιμος γκουρού από την Ινδία, Έλληνος είναι αυτός, ο οποίος είχε ένα σοβαρό πρόβλημα, το οποίον δεν μπορούσε να λύσει και του συνέστησαν αυτόν τον γιατρό. Ο οποίος πήγε και τον είδε, προσπάθησε να βρει το ψυχικό κενό, δεν το βρήκε και πήρε το αεροπλάνο να φύγει. Στο αεροπλάνο το βρήκε και όταν έφτασε στην Ελλάδα τον πήρε και του είπε αυτό να κάνεις. Τέτοιο πρόσωπο είναι αυτός. Τώρα εγώ θα σας μιλάω για το σμαραγδί σαν να είναι τρίτο πρόσωπο, από έξω δηλαδή. Του λέει λοιπόν ότι είμαι φίλος του σμαραγδί. Λέει τον είδα σε μια εκπομπή στο Εψηλον, εκεί που τα ράδιαζα, όχι στο Εψηλον. Και φοβάμαι ότι θα πάθει ή είναι σε ένα στάδιο προκατάθλιψης. Με παίρνει λοιπόν, μπήρα λοιπόν τηλέφωνο ο φίλος μου, εμείς στο Τσακωνιάδης, στο δημοσιογράφος και μου λέει, ξέρεις μίλησα με τον καθηγητή και μου είπε ότι σε είδα και φοβάμαι ότι θα πάθεις κατάθλιψη. Αυτός ο άνθρωπος έστειλε τα εξής δύο πράγματα. Έχει στείλει δύο πράγματα. Δεν θέλω να το παρεξηγείστε. Δεν μιλάω για τον εαυτό μου, για να σας πω ποιος είμαι. Θέλω να σας πω πώς με βλέπουν ορισμένοι άνθρωποι, πώς βλέπουν αυτό που κάνω και πώς το βλέπουνε αυτοί οι οποίοι επιτίθενται και γιατί. Αυτό κάνω τώρα. Αυτό που λέω λέει στη γυναίκα μου και στη φίλη μου τη Μαρίνα και στον φίλο μου τον δήμαρχο, που είναι καλλιτέχνης, σας το έχω ξαναπεί. Και επιπλέον είναι και καλός άνθρωπος. Αυτός ο καθηγητής λοιπόν είδε μία συνέντευσή μου σε ένα κανάλι σε ένα κανάλι και του στέλνει γράμμα του δημοσιογράφου. Αυτό έγινε το 16 και του γράφει θέλω να σου πω για τη συνέντευξή σου με το Σμαραγδί ότι αν θα μείνει κάτι από τη δουλειά σου αυτό το κομμάτι μπορεί να μείνει στην αιωνιότητα. Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι απλά φωτισμένος, έχει την ευλογία του Θεού. Με βλέπει λοιπόν σε αυτή την εκπομπή που τα ράδιασα και μου γράφει αγαπητέ μου κύριε Σμαραγδί, δεν του το πες τους δημοσιογράφους ότι μου γράψε του είπε απλώς ότι αυτό που του είπε δεν μου το είπε μένα αλλά κοιτάξτε τι μου γράφει. Αγαπητέ μου κύριε Σμαραγδί, είδα τη συνέντευξή σας εκεί και πραγματικά σπάραξε η καρδιά μου για ακόμη μια φορά με όλη αυτή τη συμμορία που λυμένεται το έθνος μας για να το αφανίσει. Δεν επιτίθενται ποτέ σε σκοτεινές συμμορίες που υπάρχουν τόσες πολλές στην Ελλάδα αλλά επιτίθενται με λύσσα σε ό,τι φέρνει φως και πνευματική ανάταση. Οι άνθρωποι της σημερινής σκοτεινής εποχής δεν ανέχονται τη φυλή που φέρνει το φως γιατί τους στυφλώνει. Να είστε σίγουρος ότι η προσφορά σας στο έθνος και στην ανθρωπότητα θα βοηθήσει στην πνευματική ανέληξη του ανθρώπινου είδους που ίσως κάποτε αντιληφθεί στο πολύ μακρινό μέλλον τη θεία του προέλευση. Σας βεβαιώνω ότι υπάρχουν πολλοί φίλοι σας σήμερα που ξέρουν ότι προέρχεστε από αυτή τη θεία φιλή. Μη συνοχωριέστε. Δεν θέλω να το παρεξηγήσετε. Δεν το λέω για να σας πω ποιος είμαι. Διότι όσοι άνθρωποι κοιτάζουν τα πρόσωπα των άλλων ξέρουν ποιοι είναι. Θέλω να σας περιγράψω απλώς γιατί γίνεται αυτό το πράγμα αυτή τη στιγμή και τι σχέση έχει με το όλον, με τη μοίρα της χώρας. Αυτό θέλω να σας περιγράψω. Και όταν μου το είπε, με βρήκε στο δρόμο, περπατούσα. Μου λέει, για να το λέει η Γιάννη, πρόσεξε το αγόρι μου. Γιατί αυτός είναι ο στόχος τους. Ο στόχος τους είναι να μην αντέξεις αυτό που κάνουν έτσι την επίθεση και να αρχίσει η ψυχή σου να νοσεί. Άρα, να μην κάνεις το καποδίστρια. Το σχέδιο αυτόν τον είναι να μην κάνω το καποδίστρια. Γιατί να μην κάνω το καποδίστρια. Δηλαδή, γιατί βάλαμε αυτή τη στιγμή, βάλετε ένας άνθρωπος σαν και εμένα και ποιο είναι αυτό το κέντρο που το κάνει αυτό, θέλω να σας πω. Η ιστορία ξεκίνησε με εμένα με τον Γκρέκο που τους ξέφυγε. Διότι δεν την περίμεναν αυτή τη τένια ότι θα την έκανα, ότι θα έβαζε δηλαδή σε εκείνη τη θεία επέμβαση και ότι οι υπεφωτισμένοι άνθρωποι του τόπου έχουν θεία ευλογία, όπως είναι ο Γκρέκος, δεν το περίμεναν και, ως που να το καταλάβουν, η τένια έκανε ένα εκατομμύριο 200.000 θεία. Στοχοποιήθηκα. Ήταν το Χαβιάρι. Τη λέει ότι ένας πατριώτης κάνει το καθήκον του και έρχεται να πεθάνει στην πατρίδα γιατί έρχεται γνωρίζοντας ότι θα τον σκοτώσουν. Αλλά δεν τον απασχολεί αυτό και επειδή δεν τον απασχολεί μπαίνει σε μια βαρκούλα, στο φως και φτάνει στον Θεό. Η ταινία ξεκίνησε από το Τορώντο, το ένα διεθνές φεστιβάλ. Εκεί γράφεται το πρώτο αρνητικό κείμενο για την ταινία από Έλληνα στα Αγγλικά. Αυτός ο Έλληνας στα Αγγλικά είναι μέσα στη συμμορία που χτύπησε τώρα το Καποδίστρια, το Κατζαντζάκι. Αυτός είναι μέσα στο ελληνικό κεντριοδρομήτανε και τώρα είναι από πίσω και ένα site ορίζει τα πράγματα κινηματογραφικά, οι οποίοι μαζί με τους υπόλοιπους σε αυτή τη συμμορία εκεί είχαν οργανώσει τις δύο πηγές που μπορούσε να πάρει χρήματα, μια ταινία να χρηματοδοθεί από την Ελλάδα, κρατικά χρήματα, λέει δικά σας λεφτά, είναι το Κέντρο Κοινηματογράφου και η EIRTH. Η EIRTH βάσει ένα νόμο το 1,5%, είναι υποχρεωμένη να δίνει χρήματα στις κινηματογραφικές ταινίες και κατά το καταστατικό τους για την πρόθεση του ελληνικού πολιτεσμού. Αυτό λέει η EIRTH. Πάει λοιπόν και δίνουν σε όλες τις ταινίες για ένα των ειρών παιδιών και διάφορες ταινίες χρήματα. Ο ένας είναι χρυσαυγίτης που τα φτιάχνει με νόμο φιλόφυλλο, ο άλλος είναι σε όλα τα θέματα είναι να μας φτιάσει όλους μαύρη κατάθλιψη. Πάει ο Καζάης, τον απορρίπτουν. Πάει στο ελληνικό κέντρο, τον απορρίπτουν. Έχουμε ελληνο-Γαλλικές συνεργασίες. Έχω βρει που η προϋπόθεση είναι να είσαι Γάλλος συμπαραγωγός για να πάρεις χρήματα, έχω βρει τον παραγωγός στη Γαλλία. Με κόβουνε. Διότι υποθέτανε ότι αν δεν πάρω κρατικά λεφτά σε μια χώρα θα μπορεί να γίνει ταινία. Αν κόψουν τη Γαλλία, χάσαμε μισό εκατομμύριο δραχμές από εκεί. Ευρώπως, τα σχεδόν. Εγώ, όμως, επειδή είμαι από τα ψηλά βουνά της Κρήτης και επειδή υπάρχουν καλοί άνθρωποι στην Ελλάδα, μέσα σε αυτούς είναι και ο δήμαρχος, ευρέθηκαν, εβοήθησαν την ταινία για να γίνει. Αυτοί, λοιπόν, δημιούργησαν ένα πρώτο ανάχωμα. Το ανάχωμα, να μην πάρω χρήματα από εκεί που έπρεπε να πάρω. Το δεύτερο ανάχωμα ήταν οι Κριτικοί, οι οποίοι όλοι αυτοί με κάποιο τρόπο, όπως λέει ο Λαζόπουλος που έδωσε σε μια συνέντευξη, ότι δεν υπάρχουνε αυτές τις ομάδες εδώ και δεν υπάρχουνε και εφατρίες και διάφορα. Και ο Λαζόπουλος, όχι μόνο υπάρχουν, αλλά είναι μέσα και στα pay roll των εταιρεών, των δημογραφικών εταιρεών, που διένυμονται στ' αινείες τους. Πήραν, δηλαδή. Αυτή λοιπόν η συμμωρία έστεισε το δεύτερο ανάχωμα. Οι Κριτικοί, αυτοί, δεν είναι ακριβώς, αλλά αυτοί που έχουν τα στεράκια και το διαδικτύο. Το οποίο είναι απολύτως ελέγχεται. Το τρίτο ανάχωμα τώρα είναι να με πάρει στα Ξέρα Φεστιβάλ. Και το τέταρτο, να μην πάει υποψήφιο για τα Ωσκάρ. Διότι αυτός ο οποίος ορίζει το κέντρο κινηματογράφου, το μηχανισμό του, ας πούμε, η φατρία του ελληνικού κινηματογράφου στα χέρια ενός επιχειρηματίας, ο οποίος είναι αποτυχημένος σκηνοθέτης. Ο οποίος είναι ένα κομμάτι της καινούργιας νομεγκλατούρας που πάει να γίνει επιχειρηματιών στην Ελλάδα, που προσπαθούν να γκρεμίσουν, να απομακρύνουν τα παλιά τζάκια και να πάρουν την οικονομία της χώρας αυτής στα χέρια τους. Αυτοί δουλεύουν με μια μεγάλη εφημερίδα, δεν θα πω ποια είναι. Έχουν δικά τους σάιτ, τα πληρώνουν και τα λοιπά, και ελέγχουν το διαδίκτυο. Ό,τι πληροφορίες θέλουν να παίρνουν, εάν δεν έχουν συμπληρωστής μαζί τους, ή σε ασθογοποιήσουν, θα σε πάνε, δεν μπορείς, δεν έχεις τρόπο να το αποφύγεις. Γιατί το κάνουν αυτό? Διότι αυτοί βλέπουν ποια είναι η διεθνής τάση. Η διεθνής τάση είναι, κόψτε τα δέντρα να γίνουν θάμινοι. Οι λαοί που έχουν αντισταθεί και έχουν και πολιτιστικό βάθος, κορυφαία χώρα είμαστε εμείς, πρέπει να πέσει. Είναι η γραμμή Kissinger. Αυτό, λοιπόν, το πράγμα το υπηρετούν ελληνες επιχειρηματίες, λομπίστες, οι οποίοι θέλουν να είναι τα καλά παιδιά στη νέα τάξη πραγμάτων, οι οποίοι πρέπει να αποδικίουν, ανά πάσα στιγμή, ότι υπηρετούν το σκοπό τους, ώστε να πάρουν την οικονομία στα χέρια τους. Ο άνθρωπος που κυρίως κάνει αυτή τη δουλειά για τον πολιτισμό και έχει σχέση με το σύννεμα είναι, εγώ τον έχω δει, δίπλα στο Θεοδωράκι το Σταύρο που είναι φίλος μου, όταν ίδρυσε το ποτάμι, γιατί όλοι λέγαμε, από πού το ποτάμι λέγανε, όχι εγώ, λέγανε πού, λέγανε ο Μπόμπολας, δεν είναι αυτό, και τώρα εμφανίζεται και κάτω από τα έδρανα του Μητσοτάκη, λέει το καινούργιο πράγμα που έρχεται. Δεν θα το ονομάσω αυτό, αλλά το σχέδιο είναι πολύ φανερό. Δεν επιτρέπουν στη χώρα αυτή να επεξεργάζεσαι και να βάζεις σε κίνηση εκείνα τα στοιχεία, τους πυλώνες δηλαδή, που μπορούν να μας δώσουν τη δύναμη να αντισταθούμε και επιτρέπουν μόνο αυτά τα οποία θα μας οδηγήσουν ομαδικά σε κατάθλιψη. Αυτό είναι το σχέδιο. Αυτοί οι άνθρωποι εκεί που γράφουν αυτές τις φλακίες, τις οποίες όταν τις διάβασα μου σκότικη τρίχα, και δεν μου σκότικη τρίχα γιατί βρίζουν εμένα, μπορεί να είναι και τιμή μου, ή βρίζουν την ταινία, της κόψανε πολλά συστηριά, είναι αλήθεια, βρίζουν τους συνεργάτες μου. Για να αποδείξουν σ' αυτούς που είναι από πίσω, πρέπει οπωσδήποτε να τους δείξουν ότι εμείς το λιώσουμε το πράγμα. Τελείωσε, δεν υπάρχει τίποτα. Δεν τραπήκανε τα τρία ονόματα που είχα στο τέλος που αφιέρεναν την ταινία. Τα τρία αυτά ονόματα γελούσανε όταν έπαιζαν την ταινία στους δημοσιογράφους. Το Νίκο τον Κούνδουρο είναι μεγάλο ιστιμοθέτη. Τον αδερφό μου τον Νίκο, τον φωτογράφο, που έχει και τη διδεχθή φωτογραφία, έχει κάνει μια καταπληθική φωτογραφία στον Καβάφη. Μια αριστορυγματική φωτογραφία. Πρόκειται για σπουδαίο φωτογράφο. Να είναι καλά. Και το Ψάλτι. Τη γλίτωσε μόνο η Μαρίνα. Δεν ξέρω γιατί. Τους ζήτεψε φαίνεται και δεν τη βγάλω να παίξω. Φανταστείτε ότι είπαμε για τον Οδυσσέα ότι πρέπει να κάνουμε λοβοτομή να βγάλουμε από το μυαλό μας αυτή την ερμηνεία του. Αυτό γράφτηκε, γράφτηκε. Και λοβοτομή για να βγει. Ποια ερμηνεία? Η κυρία Σταύρου, η Νίκη, που έχει τα πνευματικά δικαιώματα, την έχει βαπτίσει η κυρία η Ελένη Καζαντζάκη, έγραψε, γραμμένο είναι, το έχω εδώ, ότι η ταινία αυτή βάζει σε κίνηση τους ανθρώπους που αγαπούσε ο Καζαντζάκης και αγάπησε ότι στο χαμόγελο της κυρίας Καλογύρου αναγνώρισα το χαμόγελο της νονάς μου γιατί δεν τον Οδυσσέα Παπασελειόπουλο είπε ότι είναι μετεψύχωση του Καζαντζάκη. Το έχει δηλώσει αυτό. Και γράφει ο άλλος λοβοτομή για να το βγάλουμε. Δηλαδή, εάν τι είναι αυτό. Πρέπει να πέσει λάσπη. Πρέπει αυτό το φως που έχει αυτό το πράγμα, πρέπει να καεί. Πρέπει να απομακρύνει τους Έλληνες από αυτή τη σχέση που έχουν με το ελληνικό φως. Να γίνει δηλαδή στα μάτια τους και στα μάτια των θεατών να φέρει το ίδιο αποτέλεσμα, για να μην μπορέσουν να πάρουν το φως, που φέρνουν οι ταινίες που υποστηρίζουν. Που είναι καταθλιπτικές, ένας νεοβαρβαρισμός, ήτας. Έργα ήτας. Ήτας, γιατί μπροστά έχει μόνο αρνητικό πρόσημο και δεν έχει κάθερση. Που την πάνε τη χώρα. Ή μάλλον πού νομίζουν ότι την πάνε τη χώρα. Έζησα δε την επίθεση, τον τρόπο με τον οποίο διώξανε το βαγγέλιο του Παπαθανασίου από την Ελλάδα. Διότι έχω δουλέψει μαζί του, όπως ίσως γνωρίζετε, μου έχει κάνει τη μουσική και στον Γκρέκο και στον Καβάφ. Σας είπε την Αριφάλα ότι είναι 2,5 εκατομμύρια, με βγήκε και μου τα χάρισε, δεν μου το είπε και ποτέ κιόλας. Είμαστε 10 χρόνια σαν αδέρφια. Αυτό που έζησα δίπλα στο βαγγέλιο, ήταν η αιτία που δεν έπεσα κάτω. Ούτε μπορείτε να διανοηθείτε τι του κάνανε. Ούτε μπορείτε να διανοηθείτε τι του κάνανε. Και κάποια στιγμή είπε, όπως το είπε και ο Καλαντζάκης, αυτή η όμορφη χώρα, με αυτούς τους πολύ άσχημους πια κατοίκους. Εννοούσε εκείνο το κομμάτι που επιτίθεται, διότι είναι τέτοια αγάπη και το δύο για τους Έλληνες. Τι έζησα λοιπόν εγώ. Έζησα τους ανθρώπους και με το βαγγέλιο του Παπαθαρανσιού της μεγάλης καλοσύνης. Ο ελληνικός κόσμος πάντα είχε αυτήν την μεγάλη, την ανηδιωτελή σχέση με τη ζωή. Έχουμε στο κοίταρό μας και δεν τελειώσει ποτέ, είναι το πράγμα που δεν θα μας τελειώσει. Να δείχνουμε την κατανοήσή μας στον αδύναμο και στο εντυμένο. Αυτό, η αγάπη, δηλαδή οι γριές που πιάσαμε το παιδί αυτής της γυναίκας που ήρθε από την άλλη μεριά και δεν είχε το γάλα και τον ανουρίζανε είναι η μεγάλη Ελλάδα. Ποιος θα την καταλύσει αυτή την Ελλάδα. Έχουν την εντύπωση ότι θα γίνει. Όμως όσο πιο πολλοί αισθάνονται ότι υπάρχουν πηλώνες αντίστασης, τόσο πιο λισασμένα πέφτουν επάνω. Έφυγε ο Βαγγέλης του Παθανασίου, δεν μπορείτε να φανταστείτε τι του έκαναν για τη μυθοδεία. Δεν μπορείτε να φανταστείτε. Πήγε να κάνει τη συναυλία και έκανε ο Βαγγέλης και είμαστε γύρω γύρω οι φίλοι και του λέγαμε. Και την έκανε, σηκώνεται και φύγε. Τι να σας πω ότι συναυλία, δηλαδή δεν το πιστεύετε. Το τι του γράφανε. Και τώρα αυτή η μουσική του Βαγγέλη, στα άστρα πάει, από εκεί που προέρχεται. Αυτόν τον άνθρωπο τον εξορίσανε, στο Παρίσι είναι. Αυτόν τον άνθρωπο. Να σας πω δε, γιατί όλα αυτά πάντα πάντα με την καλοσύνη. Ήμασταν έξι χρόνια φίλοι με το Βαγγέλη, σε καθημερινή μας σαν αδέρφια. Και μια μέρα μου λέει, πάμε μια βόλτα. Το αυτοκίνητο είχε έναν οδηγό Γάλλο, δεν ήθελε να πάρει Έλληνα οδηγό, ήθελε να μην είναι Έλληνας. Τρεπότανε, τρεπότανε. Είχε έναν Γάλλο οδηγό. Πήγαμε λοιπόν μια βόλτα και προηγήθηκε ένα αυτοκίνητο, που ήταν μια συνεργάτητά του, η Φούλη. Σταματήσουμε σε έναν δρόμο, είπε ο Βαγγέλης να πάει να κάνει, κάτι έχει η Φούλη να κάνει και θα έρθει να μας βρει. Αλλά κάτι έγινε και μπερδευτήκαμε, κακή συνενόηση, και πήγαμε εκεί που ήταν να είναι η Φούλη. Εγώ δεν ήξερα που ήταν, σε ένα δρομάκι ήταν. Και έβγαινε η Φούλη από ένα σπίτι. Και από πίσω ήταν κάποιος ο οποίος φώναζε, ποιος μου το κάνει αυτό το καλό. Και τελελεγε. Πήγε στο αυτοκίνητο και ξυμηθήκα μετά ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν ένας παλιός ποδοσφαιριστής της ΑΕΚ, ο οποίος είχε ένα σοβαρό πρόβλημα και δεν μπορούσε να το λύσει. Και φαίνεται ότι ο Βαγγέλης είχε στείλει τη Φούλη και του έδωσε τα λεφτά για την εγχείρηση. Και του είπε ότι δεν ξέρω ποιος είναι. Το ρωτάω λοιπόν εγώ, ο Βαγγέλης αυτός είναι ο ποδοσφαιριστής της ΑΕΚ, δεν ξέρω μου λέει, η Φούλη κάτι, δεν μου λέει. Έρχεται η Φούλη, της λέω, έλα δω ρε, τι είναι αυτό το πράγμα. Μου λέει, δεν θέλει να μιλάει, κοίταξε, είμαι 6 χρόνια μέσα εδώ. Θέλω να ξέρω, φίλες μου, ποιος είναι. Και μου βγάζει ένα μπλε τετράδιο, ποιους ζει ο Βαγγέλης, χωρίς να το ξέρουν. Και μου λέει, δύο ιστορίες θα σου πω. Τη μία μου την είπε, δεν θέλει να το ξέρει. Η πρώτη ιστορία ήταν ότι μόλις είχε έρθει ο Βαγγέλης στην Ελλάδα, πήγε στην εφορία να τακτοποιήσει διάφορα θέματα, γιατί δεν ήθελε να έχει κενά για να μην βρεθεί, για να του την πέσουν. Και πιάγει στην εφορία εκεί, και εκείνη την ώρα που ήτανε, περίμενε να τακτοποιήσει αυτές τις υποχρεώσεις, βγαίνει μία γυναίκα και έκλαιγε. Και τη βλέπει ο Βαγγέλης, λέει, και στέλνει, όχι τη Φούλη, κάποιον άλλον, και λέει, πει να ρωτήσεις, γιατί κλαίει. Πήγαινε με την πλησία της, λέει, γιατί κλαίτε, λέει, ξέρετε, έχω χάσει την οικογένεια μου και αυτό, έχω ένα σπίτι, δεν μπορούσε να είναι αυτό, μου παίρνουν το σπίτι μου. Και ήρθα εδώ, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Και πάει το λέει, της λέει αυτός, επειδή ήξερα για το Βαγγέλη, φαίνεται, της λέει, καθίστε ένα λεπτό, του λέει του Βαγγέλη, έτσι και έτσι είναι. Λέει, πήγαινε και ρώτα πόσα είναι αυτά τα λεφτά. Πάει, λοιπόν, ρωτάει το ενηφοριακό πόσα είναι, είπε ένα γερό νούμερο, λέει, πες της να καθίσει. Και κάθεται, βγαίνει ο Βαγγέλης έξω, πάει μαζί, παίρνει τα λεφτά, τα πηγαίνει στον Ταμεία, βγάζει μια απόδειξη ότι εξεχρέωσε και λέει στον Ταμεία, δεν ξέρεις ποιος τα έδωσε, φώναξε, γιατί να της δώσεις την εξωφυλιτική απόδειξη. Το πήρε λοιπόν αυτή, τρελαίνεται, λέει, ποιος το έκανε, δεν ξέρω. Τι της μας έφυγε, κυρία μου. Το σπίτι σας το σώσατε. Και βγαίνοντας έξω, πέφτει πάνω στον Βαγγέλη. Δεν ξέρεις ποιος είναι. Λέει, κυρία μου, τι να σας πω. Προηγούμενος έκλαιγα γιατί είχα στο σπίτι μου, τώρα κλαίω από ευτυχία, δεν το χάνω το σπίτι μου. Ένας, λέει, πλήρωσε τα λεφτά και έσωσαν το σπίτι. Συμβαίνουν αυτά τα πράγματα. Και λέω, Βαγγέλης, δεν ξέρω, κυρία μου, δεν ξέρω. Αυτό τον άνθρωπο διώξαν από την Ελλάδα. Εγώ δεν θα τους κάνω το κατήρι. Είμαστε... Ευχαριστώ πάρα πολύ, το ξέρω. Είμαστε στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη. Πες δε τη ταινία. Αυτή είναι μισή, οι Ελληνες και οι υπόλοιποι δεν ήταν... Έχουμε πάει με τη Μαρίνα, η αφήδη προβολή. Τελειώνει, λοιπόν, το πράγμα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι ζήσαμε. Δεν είχαν διαβάσει τα κειμένα αυτονών. Δεν πρόφθασαν να πάνε. Αλλά και να πήγαινα, νομίζω, άλλη Ελλάδα, με άλλο τρόπο, άλλες συμπεριφορές, είναι μέσα ένας πάρα πολύ πλούσιος άνθρωπος εκεί. Ο οποίος έχει κάνει εγχείρηση στον εγκέφαλο για καρκίνο. Τρεις μέρες πριν. Και δεν τον αφήνει γιατρός να έρθει. Και λέει, θα πάω. Δεν έπρεπε να βγει να εχθέσει τον εαυτό του σε διάφορα μικρόβια. Και κυρίως σε κλείσει τους χώρους, βασικά, για αυτό. Και του λέει, γιατρός, κοίταξε, μην τα κάνεις αυτά τα πράγματα. Και λέει, θα πάω, γιατί ξέρω ότι θα μου κάνει καλό να δω αυτήν την ταινία. Ξέρεις εσύ για ποιον λέω, Μαρίνα. Είναι ένας Τσούρντα, Τσούρντα Μαρτίν Τσούρντα, ένας γίγαντας, αυστριακός, που έρχεται κλαγοντάς να μου πει ότι έκλαψες όλη την ταινία. Έκλαψα την ταινία, έκλαψα. Και την επόμενη μέρα που ξαναστινήκαμε σε ένα νούμερος, λέω στη Μαρίνα, δεν πας να το ρωτήσεις, ρε παιδί μου, εντάξει, εμείς κλαίμε γιατί είμαστε Έλληνες. Κάτι μας διεγύρει μέσα το μέσα ανώτερο εαυτό μας, ίσως. Και δημιουργούμε γιατί η Μαρίνα έκλαιγε και εγώ έκλαιγα. Ναι, δεν τρεπόμαστε. Εσείς τα δάκρυα είναι και αυτά πατρίδα που δεν χάνεται. Βέβαια, να μην τρέπεστε να κλαίτε. Γιατί τα δάκρυα είναι και αυτά πατρίδα που δεν χάνεται. Και πάλι είπε η Μαρίνα, του λέει, εμείς συγκινούμαστε, κλαίμε με ντεέσες, γιατί. Και είπε, πώς το είπε. Μου είχε πει να ρωτήσω, γιατί του είπε έκλαψα βάρα πολύ σε ένα σημείο, του είπε εκείνη τη μέρα. Και μου λέει, μα σε ποιο σημείο κλαίει, αυτός δεν καταλαβαίνει. Σε ποιο σημείο έκλαψε, θέλω να μάθω σε ποιο σημείο έκλαψε. Οπότε πάω και τον ρωτάω, του λέω, σας παρακαλώ πείτε μου ποιο ήταν το σημείο που σας συγκίνησε τόσο πολύ εσείς που δεν είστε Έλληνας. Και αυτός επειδή ήταν κάτι οικονομικός, τι είναι αυτός, κάτι πολύ μεγαλό. Τραπεζίτης είχε τράπεζες στην Αυστρία. Είχε τράπεζες στην Αυστρία. Τώρα επικεφαλεί σε ένα οργανισμό τεράστιο εδώ. Αλλά ένας πολύ διανοητικός τύπος, σφιχτός αυτά. Δεν τον είχες να κλάψει με τίποτα, ας πούμε, σε ταινία. Και μου λέει, εγώ έκλαψα, μου λέει στη σκηνή, για όσους έχετε δει την ταινία, στη σκηνή, λέει, με το ζορμπά που έβλεπα, λέει, εμένα, εγώ ταυτίστηκα με τον Καζαντζάκι, σαν τον σφιχτό, δύσκολο, διανοητικό άνθρωπο, ας πούμε, που από την άλλη είχε τον άνθρωπο της αγάπης, της φαντασίας, της ελπίδας, της ζωής, του σώματος, του θεού όλο. Και λέει, εκεί όταν ταυτίστηκα με τον Καζαντζάκι και έβλεπα τον άλλο μου αυτό, τον χαμένο μου αυτό… Αυτό, ποιος θα μπορέσει να το καταλύσει. Οι ταινίες, τα έργα, τα έργα ευρύτερα, είναι εκπέμπων βόμβες αγάπης και εκπέμπων αγάπης. Είναι εκπέμπων βόμβες αγάπης και εκκρίγνυνται στον καθένα ξεχωριστά και με διαφορετικό τρόπο. Και κανείς δεν μπορεί να το αλλιώσει αυτό. Κανείς. Αρκεί να έχει μέσα αλήθεια, αγάπη και φως. Ακούστε τώρα για τη Νέα Υόρκη ένα πράγμα που εμένα μου έκανε εντύπωση. Εμένα. Εντάξει. Μπήκα μέσα, η πρώτη στιγμή που μπήκα, για να κάνουμε το φινάλλε και να πω τις κουβέντες που μου αρέσει να τις λέω. Κουβέντες πάντα. Και όταν μπήκα μέσα, άνοιξα την πλαϊνή πόρτα, είδα τρεις γυναίκες καθόταν στον όρθειας και οι τρεις κλαίγανε. Άλλο, εντάξει. Εδώ είμαστε. Και μία μέσα έβγαζε τα γυαλιά της και είχαν πολύ χρώμα. Τελειώνοντας έρθει μια κοπέλα κάτω από 30 χρόνων που είχε έρθει από το Λονδίνο και είπε είναι η νευρότερη ταινία που έχω δει στη ζωή μου. Εντάξει. Είπαν εκεί διάφορα. Ήρθε και ο Ιγνατίγου Μιχάλης, ο οποίος δεν πρόφθασε να δει την ταινία, ήρθε προς το τέλος, δεν μπήκε μέσα, γι' αντίδη, και καλά έκανε και όταν ήταν απ' έξω έπαιρνε, έκανε, ας πούμε, να δει τι συμβαίνει. Και μετά από μια εβδομάδα έγραψε, έγινε μια πρεμιέρα του Αμφιμιέρα της ταινίας Καζιζέκης στη Νέα Υόρκη με πολύ μεγάλη επιτυχία. Είναι οι λέξεις που γραφτήκανε. Δίπλα σε αυτά που έγραψαν αυτοί. Αυτοί δηλαδή έγραψαν αυτά που γράψανε και πήγε ο Ιγνατίου, ήταν ένας, δεν είναι καλλιτεχνικός συντάχτης, είναι πολιτικός συντάχτης. Και εισπράτει το κλίμα, μου λέει έκανα, μου λέει ρεπορτάζ. Το βράδυ, στην ταινία μέσα παίζει τον, για όσους την έχουν έβει, τον Δόκτωρ Στέκελ, ένας τραπεζικός παίλος ήταν. Τώρα έχει φίλοι συνταξιούχους, δεν έχει ξαπήξει ποτέ. Είναι ένας άνθρωπος, είμαστε φίλοι πια, τον οποίος έπαιξε αυτό το ρόλο. Στην επόμενη ταινία δήμαρχη στον Ποδρύτερος χρωστά ο ρόλο. Έχει στείλει λοιπόν αυτός εκεί να έρθει στην προβολή, ένα ζευγάρι με παρακάλεσε, με πήρε ο τηλέφωνος και μου πήρε ένα ζευγάρι και θα έρθει και μια κοπέλα, που την έχει βαφτίσει αυτός, 18-19 χρονών. Και σε παρακάλεσε να έρθει και να έρθει και να έρθει και να έρθει. Εντάξει, ήρθαν λοιπόν, τους είδα εγώ μετά, το βράδυ με παίρνει ο Μαρινάκος αυτός ο τραπεζικός και μου λέει «Τι έγινε ρε γένιε στην Έωτη?». Είχε ένα πράγμα πολύ ζεστό. «Από όλους δε, από όλους, από όλους». Μου λέει «Ξέρεις γιατί στο λέω». Γιατί ο πατέρας ήταν ένας 40 χρονών περίπου άνθρωπος, η κόρη του ήταν γύρω στα 18, με πήρε τηλέφωνο να μου πει ας πούμε πώς αισθανότανε, την ώρα μάλιστα αποδηγούσε. Και καθώς πάει να μου περιγράψει σκηνές, σε ένα δρόμο ας πούμε της Νέας Ιόρκης, αρχίζει να κλαίει. Και του λέω «Γιατί κλαις» και μου λέει «Έλα δε». Ω Χριστέ μου και Παναγία μου, Παναγία μου, θέλω να πω, επειδή σήμερινη ημέρα είχα, να την κλείσουμε γρήγορα την υπόθεση αυτή σήμερα, ήθελα να σας πω ότι η αγάπη τα κάνει όλα, την αγάπη κανείς δεν μπορεί να την καταλύσει. Η αγάπη και οι καλοί άνθρωποι, οι οποίοι έχουν συνέστηση του ρόλου τους και της κληρονομιάς μας, είναι οι άνθρωποι που θα φτιάξουν την αυριανή φυλή των Ελλήνων. Κάποιοι από αυτούς, συναισθανόμενοι το ρόλο που είχε να παίξει αυτό το έργο, όχι εγώ, βοήθησαν και εκείνη την ταινία. Δεν θα γινόταν αλλιώς. Καλή άνθρωπα την κάνει η ταινία. Και θέλω δημόσια να σας πω ότι ευχαριστώ τον δήμαρχο, γιατί βοήθησε να γίνει η ταινία ο δήμαρχος. Βοήθησε. Και πρέπει να το λέμε, πρέπει να δείχνουμε εκεί που υπάρχει καλοσύνη, γιατί αυτή θα είναι η αυριανή οδηγία των νέων γενναιών που θα έρθουν, να φύγουν από αυτό το σκοτάδι πάνω να τους βάλουν, από την μαύρη προσέγγιση της ζωής, να γίνουν πιο φωτεινοί, για να μπορούν να έχουν στα χέρια τους, με το κύταρό τους που είναι ποτισμένο, το μέτρο που θα χρειαστεί η ανθρωπότητα. Διότι αυτή είναι η βαθύτερη μας υποχρέωση και γι' αυτό δουλεύουμε όλοι. Είναι για να ισορροπίσει, να ισορροπίσει ο πλανήτης στην πάλη ανάμεσα στο καλό και στο κακό, να ζυγιστούν τα πράγματα με θετικό τρόπο, για να μην διαρκέσει ο μεσαίωνας που ξεκινήσε. Ως εκ τούτου, μου δίνεται μια ευκαιρία να σας πω, αφού τώρα έκανα μια δημόσια εξομολόγηση, ότι ψυχοθερεπηυτικά τα είπα αυτά. Λέω, υπάρχει ένας τρόπος να τα λέω στη γυναίκα μου, καμιά φορά τα λέω και στη Μαρίνα, καμιά φορά τα λέω και στο δήμαρχο. Ας τα πούμε τώρα και στους ανθρώπους που είχαν την ευγένεια και την καλοσύνη να είναι εδώ μαζί μας, να φέρουν την καλή τους ενεργία, να με κοιτάζουν και βλέπω στη ταβλεμοντά σας. Νιώθουν καλύτερα. Ναι. Θα σας ευχαριστήσω πάρα πολύ που με ανεχθήκατε. Να είστε πάντα καλά και ότι εύχεστε, σας εύχομαι ότι επιθυμείτε να σας συμβεί. Να είστε καλά. Αγαπάμε τον Καποδίστρια πάρα πολύ. Είναι έναν πρόσωπο που έχει ταυτιστεί μαζί μας και πραγματικά οι Κερκυραίοι όταν τον λίγο εγώ τους το είπα, δεν το έχετε διαφημίσει καθόλου. Ήμουνα η πρώτη. Είναι το brand name τώρα ο Καποδίστριας. Η εφημερίδα μου ήδη έχει μια μικρή φωτογραφία και το βλέπουν οι Κερκυραίοι και μου λέει καλά έβαλες και τον Γιάννη. Δηλαδή είναι το πρόσωπό τους. Νομίζω ότι σε κάποιους επιχειρηματίες που λίγο τόπα λέω θα πάω λίγο στο σμαραδί να του πάρω δυο κουβέντες, πραγματικά δεν το πιστεύανε. Θα σας βοηθήσουμε πάρα πολύ. Και εγώ συγκινήθηκα. Θέλω να σας πω ότι έχω φίλους στην Crete team. Σας εκτιμάνε πάρα πολύ. Αυτό είναι ψέμα. Τα παράπονα είναι ψέμα. Λοιπόν, φίλους επιχειρηματίες. Δουλεύω, έφυγα ως μετανάστρια και ζήσα στην Κύπρο. Πήγαινα και έκανα διευθυμίσεις στον τουρισμό. Δεν δουλεύει αυτό. Λοιπόν, κατέβαινα στην Crete και μιλούσα με επιχειρηματίες, με ξενοδόχους. Μιλήσαμε και για την ταινία σας. Μου λέει κάτι λεπτομέρειες, σε κάτι λεπτομέρειες κόλλησαν. Γιατί όμως έκαναν τα παράπονα, γιατί σας θεωρούν το πιο σημαντικό σκηνοθέτη στην Ελλάδα. Δηλαδή, σας είχαν βάλει σε ένα μπίχη πολύ υψηλό και περιμένανε από εσάς να δουν το πραγματικό καζαντζάκι. Άρα, τα παράπονα που σας έκαναν ήταν σαν μικρά παιδιά. Που βλέπουν ένας... Κύριε Σμαρακτηνέ, όταν είχα έρθει στην Κρήτη και είχα κατέβει στα Χανιά, έβλεπα τις φωτογραφίες σας στο El Greco και είχατε αναπαραστήσει τον Κρητικό μέσα από τις φωτογραφίες. Έχω το σαλούστρο εκεί το παιδί που είχατε κάνει τα γυρίσματα τις φωτογραφίες που είχε δείξει πάνω στα βουνά τη δουλειά που κάνατε. Λοιπόν, θέλω να σας πω ότι αυτό το παράπονο είναι μια μυζέρια που βγάζει ο άλλος γιατί δεν είναι ο ίδιος σκηνοθέτης, γιατί ξέρει ότι ο Σμαρακτης καλοζωίζει. Δεν είναι, δηλαδή, η ουσία του πράγματος. Είναι η ζηλιά που έχουμε εμείς που δεν έχουμε γίνει σκηνοθέτες, είμαστε με τον κόσμο όπως και εγώ σαν δημοσιογράφος. Δείχνουμε τη κατανοησία μας. Να μην πω παραπάνω. Σας περιμένουμε με μεγάλη αγάπη στην Κέρκυρα. Εγώ θα σας βοηθήσω σε ό,τι θέλετε. Ο περιφερειάρχης μας ο Γαλιατσάτος είναι ο καλύτερος άνθρωπος, είναι κεφαλονίτης και σας προσκαλούμε στο νησί. Ευχαριστώ πάρα πολύ. Η καλύτερη βοήθεια που μπορείτε να μου κάνετε αυτή τη στιγμή είναι να σιωπίσουμε ό,τι κάνουν του Καποδίστρια. Το μόνο πράγμα που μπορεί να κάνουμε για να με βοηθήσετε είναι να μην λέμε ότι κάνουμε την ταινία, διότι τα αντανακλαστικά τους είναι, ξέρετε, όταν παρακολουθούν έναν άνθρωπο, τα συστήματα είναι πολύ εύκολα και τώρα με παρακολουθούν, να το ξέρω. Τα συστήματα. Υπάρχουν ορισμένες λέξεις που όταν λέγονται, ας πούμε, λένε τρομοκρατία, γλόγγ σε γράφει. Τώρα από εδώ και μετά κάθε φορά που θα λέει Καποδίστρια, τάγγ θα γράφουν. Πρέπει δηλαδή να τους γλιστρίσουμε και για να τους γλιστρίσουμε και να μην μπορούν να την εμποδίσουν την ταινία, θα πρέπει εδώ να μιλάμε και να γίνουν κινήσεις εκτός Ελλάδας εκεί που πρέπει να γίνουν. Ε, βέβαια θα γίνουν. Και εκεί υπάρχει έκθεση. Τρομάζουν για το Καποδίστρια για έναν λόγο. Τα αρχεία της Αγγλίας που ανοίγουν κάθε 30 χρόνια, τα διπλωματικά, δεν έχουν ανοίξει για το Καποδίστρια. Γιατί? Διότι τα σχέδια που υπήρχαν για το Καποδίστρια, που υπήρχαν για την Ελλάδα και τα εμπόδεις του Καποδίστριας, που είναι κι ένας από τους λόγους που τον εξετέλεσαν, όσο και σας φανεί περίεργο, έχει σχέση με αυτά που συμβαίνουν τώρα. Για τις ενέργειες. Όσο και σας φανεί περίεργο. Ξέρετε, ο κόσμος διοικείται. Δεν γίνεται τίποτα τυχαία. Νομίζουμε ότι δεν είναι αυτό που σας είπα. Σε έδωσα μια συνέντευξη και με ρωτήσανε, ας πούμε, αν ο Καλαζέκης ζούσε, τι θα σας έλεγε. Θα μου έλεγε, σου έλαχε κλήρος πολεμικός, πολέμα. Και λέω εγώ, και ξέρετε τι έκανα κι ολάς. Εγύριζε τα στήθια του προς το βοράκι και έλεγε, εδώ είμαι, ελάτε. Αυτό λέω και εγώ, εδώ είμαι, ελάτε. Ευχαριστώ πάρα πολύ. Ευχαριστώ πάρα πολύ. Ευχαριστώ πάρα πολύ. Ευχαριστώ πάρα πολύ. Ευχαριστώ πάρα πολύ. |