Διάλεξη 6: Στο σημερινό μάθημα θα ασχοληθούμε με ένα άλλο πολύ σημαντικό κεφάλαιο της αγιολογίας της Θεσσαλονίκης, που αφορά σε μια επίσης εξαιρετικά σημαντική ομάδα αγίων της, τους αγίους που προέρχονται από το χώρο του μοναχισμού. Πρόκειται για τους Θεσσαλονικοί σωσίοι, τους αγίους που προέρχονται από το χώρο του μοναχισμού. Πρόκειται για τους Θεσσαλονικοί σωσίους, για μια πολυπληθή επίσης ομάδα, που σχετίζεται με ένα βασικό γνώρισμα της πόλεως, που εκτός από μαρτυροφύλακτη και μαρτυροπλούτιστη, όπως είπαμε, ότι ήταν κατά τους αιώνες, κατά την περίοδο των διωγμών, αναδείχθηκε με τεσάρκο, με τέφερε και μοναχισμό, μετέφερε και έδωσε μία έκφραση διαφορετική αυτού του ενθουσιαστικού φρονήματος των χριστιανών της πόλεως, μέσα από την καλλιέργεια του μοναχισμού. Θα πρέπει να πούμε, καταρχήν, γιατί ενδεχομένως θα δημιουργεί κάποια εύλογη απορία το γεγονός ότι μιλούμε για μοναχούς της Θεσσαλονίκης, για οσίους που προέρχονται από τον χώρο του μοναχισμού στην Θεσσαλονίκη, να κάνουμε μια αναγκαία διευκρίνηση. Η διευκρίνηση αυτή έχει να κάνει με το γεγονός ότι σε ολόκληρη την βυζαντινή περίοδο, ήδη από τις απαρχές της εμφανίσεως του μοναχισμού, ιδιαίτερα στον χώρο της Μακεδονίας, εμφανίζεται ένας μοναχισμός ο οποίος δεν αντιστοιχεί κατακρίβεια στην εικόνα που έχουμε για τον μοναχισμό, όπως αυτός εμφανίστηκε και καλλιεργήθηκε στα πρώτα βήματά του, στα πρώτα ιστορικά βήματά του, στην Αίγυπτο, στην Παλαιστίνη, στη Συρία και αλλού, δηλαδή ένας ερημητικός μοναχισμός ή ένας αναχωρητικός μοναχισμός, αλλά είναι ένας μοναχισμός ο οποίος σχετίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό με την ανάγκη των κατοίκων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας να προφυλαχθούν από τις διάφορες επιδρομές ή τις καθόδους διαφόρων εχθρικών φίλων στην Χερσόνησο του Αίμου, επομένως σε ολόκληρο αυτό το ευαίσθητο χώρο της Μακεδονίας και στην Ελλαδική Χερσόνησο γενικότερα και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο έχουμε την πολύ προημή εμφάνιση ενός αστικού μοναχισμού, δηλαδή ενός μοναχισμού ο οποίος αναπτύχθηκε εντός των τυχών των διαφόρων μεγάλων πόλεων. Το φαινόμενο αυτό γνωρίζουμε από τις πηγές ότι εμφανίστηκε στα μεγάλα αστικά κέντρα και στην Αίγυπτο που είπαμε και γνωρίζουμε ότι είναι η κυτίδα του αρχαίου μοναχισμού. Γνωρίζουμε ότι πέριξ της Αλεξάνδριας και εντός της Αλεξάνδριας υπήρχαν μοναστικά πολίσματα, πέριξ των τυχών της Αλεξάνδριας, αλλά πολύ περισσότερο το φαινόμενο αυτό παρατηρείται και καταγράφεται στις πηγές που σχετίζονται με την εμφάνιση και την ανάπτυξη του μοναχισμού από τον 5ο αιώνα και μετά στην πρωτεύουσα του Βυζαντίου στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί έχουμε μάλιστα μία ακριβώς έκφραση αυτής της αναγκαιότητας να μεταφερθούν, να μετακινηθούν οι απειλούμενοι από διαφόρους κινδύνους μοναχοί και μεγάλοι ασκητές από τον χώρο της Παλιστίνης, της Μεσοποταμίας, της Συρίας ή της Αιγύπτου και να καταφύγουν σε ένα από τα πιο ασφαλή κέντρα της αυτοκρατορίας που ήταν η ανάλοτος, δηλαδή η απόρθητη πρωτεύουσα και η λαμπρή αυτή πόλη της Κωνσταντινούπολης. Έτσι λοιπόν έχουμε την ανάπτυξη ενός πολύ μεγάλου αριθμού αστικών μοναστηριών, κοινοβίων σε καταβάση και μάλιστα με πολύ μεγάλη, όπως γνωρίζουμε, ιδιαίτερα από τους μεταβυζαντινούς χρόνους και μετά, ανάπτυξη και συμβολή τους στη γενικότερη πνευματική ζωή και στην πνευματική ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όπως είναι για παράδειγμα η Μονή Στουδίου που ξέρουμε πόσο σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε, αλλά ένα παρόμοιο φαινόμενο σε μικρότερη βέβαια κλίμακα καταγράφεται και στα κείμενα που αφορούν την αγιολογία της Θεσσαλονίκης από τα τέλη της περίοδου της ύστερης αρχαιότητας και εφ' εξής ως και το τέλος της Βυζαντινής εποχής. Έχουμε λοιπόν σήμερα τη δυνατότητα μέσα από τις σωζόμενες πηγές να σχηματίσουμε μία εικόνα για τον μοναχισμό της Θεσσαλονίκης, τον μοναχισμό που αναπτύχθηκε εντός των τυχών αλλά και εκτός ασφαλώς των τυχών της πόλεως, δεδομένου ότι γνωρίζουμε ότι στη μορφή του αναχωρητικού μοναχισμού αναπτύχθηκαν μικρές μοναστικές κοινότητες ή πολύ μικρά μοναστικά πολύσματα στην ευρύτερη περιοχή και προς τα δυτικά της πόλεως. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι στην σπουδαία αυτή συλλογή που ήδη μνημονεύσαμε των θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου στην πρώτη συλλογή των θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου ήδη καταγράφεται όπως είχαμε αναφέρει μιλώντας για τους χριστιανούς μάρτυρες και το φρούριον της Αγίας Ματρώνης, δηλαδή ένα μοναστικό πόλισμα με φρουριακού χαρακτήρα, με οχυρή φύλαξη, με τείχη τα οποία περιέβαλαν το μοναστικό αυτό πόλισμα και το οποίο μάλιστα υποθέτουμε ότι πρέπει να ήταν αρκετά εκτεταμένο, δεδομένου ότι στις επιδρομές των αβαρικών φύλων που καταγράφονται στις διηγήσεις αυτές του πρώτου βιβλίου των θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου, θεωρήθηκε ότι το φρούριο της Αγίας Ματρώνης ήταν η ίδια η πόλη της Θεσσαλονίκης. Ένα φρουριακού χαρακτήρα μοναστικό πόλισμα, το οποίο σήμερα από την αρχαιολογική έρευνα προσδιορίζεται ή προτείνεται η ταύτισή του με σχετικές ανασκαφές που έχουν γίνει στον χώρο της σημερινής περιοχής της Ευκαρπίας. Λοιπόν, σε ένα χώρο ακριβώς από τον οποίο οι επιτιθέμενοι σε αυτό το φρουριακό μοναστικό πόλισμα δεν είχαν τη δυνατότητα να έχουν οπτική επαφή με την πόλη της Θεσσαλονίκης και γι' αυτό ακριβώς τους δημιουργήθηκε αυτή η συγκεχημένη εικόνα ότι επρόκειτο για την ίδια την Θεσσαλονίκη. Έχουμε ασφαλώς αρκετές αναφορές και για μοναχούς οι οποίοι διαβιούσαν ή για μοναστήρια τα οποία είχαν ιδρυθεί κυρίως στον ορεινό όγκο ανατολικά της Θεσσαλονίκης, αυτό το χώρο δηλαδή που σήμερα προσδιορίζει την περιοχή του πανωράματος και του Χορτιάτη, το όρος του Χορτιάτη, το όρος του Χορταήτου όπως μνημονεύεται στις βυζαντινές πηγές και που γνωρίζουμε βέβαια ότι εκεί ήδη στην μεσοβυζαντινή περίοδο είχε αναπτυχθεί ένα σημαντικό μοναστήρι που λειτούργησε από την μεσοβυζαντινή τουλάχιστον περίοδο και για όλη την υπόλοιπη, για όλους τους επόμενους αιώνες ως την άλωση τουλάχιστον της Θεσσαλονίκης δηλαδή ως τον 15ο αιώνα, η μονή Χορταήτου που ακριβώς είχε λάβει την προσονομία της εξαιτίας της γιτνίασης της θέσης που είχε το μοναστήρι αυτό στους πρόποδες του όρους Χορταήτου. Έτσι λοιπόν έχουμε μία εικόνα για όχι βέβαια επαρκεί ούτε καν και από την αρχαιολογική έρευνα δεδομένου ότι πάρα πολλά τεκμήρια που θα βοηθούσαν την αρχαιολογική έρευνα έχουν απολεστεί από την κατοίκηση την μεταγενέστερη των χώρων αυτών, αλλά εν πάση περιπτώσει και από τις γραπτές μαρτυρίες αλλά και από τις αρχαιολογικές έρευνες που έχουν γίνει και τις ανασκαφές έχουν προκύψει κάποιες ενδείξεις και κάποια στοιχεία για αυτήν ακριβώς την είπαρξη και την κατοίκηση μοναχών, ασκητών, αναχωρητών πέριξ της Θεσσαλονίκης και βέβαια πολύ περισσότερες είναι οι μαρτυρίες που διαθέτουμε για τα μοναστήρια τα οποία ιδρύθηκαν και λειτουργούσαν εντός της Θεσσαλονίκης, εντός των τυχών της Θεσσαλονίκης. Αντιλαμβανόμαστε ότι όπως και στην Κωνσταντινούπολη και στη Θεσσαλονίκη η ανάπτυξη αυτών των μοναστηριών σχετιζόταν με το γεγονός ότι ακριβώς ήδη από τον έκτο και συνεχίες τον έβδομο αιώνα έχουμε επιδρομές διαφόρων φύλων στην περιοχή που απειλούσαν την ασφάλεια βεβαιότατα την ζωή των μοναχών που ζούσαν διασπαρμένοι σε διάφορες τέτοιες μικρές ή μεγαλύτερες μοναστικές κοινότητες στην Ύπεθρο με αποτέλεσμα να τους οδηγήσει στην αναγκαστική φυγή τους και είσοδό τους και εγκαταβίωσή τους μέσα σε χώρους μοναστικούς που δημιουργήθηκαν εντός των τυχών της Θεσσαλονίκης. Ξεχωρίζουμε βέβαια ότι μέχρι τις αρχές του 10ου αιώνα όταν έχουμε πλέον την πρώτη άλωση της Θεσσαλονίκης το 904 μετά Χριστόν από τον Λέοντα τον Τρυπολίτη η Θεσσαλονίκη καταγράφεται αυτό σε διάφορες πηγές και ασφαλώς και στα γεωλογικά κείμενα θεωρούνταν μια πόλη ανάλλωτος. Δηλαδή που δεν ήταν δυνατόν να προσβληθεί και να αλλωθεί από τους εχθρούς της και τους εχθρούς του Βυζαντίου ακριβώς και λόγω της οχυρής του οχυρού περιτυχίσματος της, της οχύρωσής της που ήταν μια ιδιαίτερα προσεγμένη οχύρωση που χρονολογείται, έχει τις απαρχές της ήδη στον 4ο αιώνα στην εποχή του Θεοδοσίου του Μεγάλου. Αλλά και εξαιτίας ασφαλώς της προστασίας την οποίαν σύμφωνα με τους Θεσσαλονικείς και με τους κατοίκους του Βυζαντιού, τους Κωνσταντινουπολίτες για παράδειγμα, απέλαβε η Θεσσαλονίκη της προστασίας από τον Πολιούχο της, τον Κηδαιμώνα της, τον Άγιο Δημήτριον. Έτσι λοιπόν γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο. Αρκετοί μοναχοί και μοναχές ασφαλώς, ιδιαίτερα στην περίπτωση του γυναικού μοναχισμού καταλαβαίνουμε ότι η αδυναμία να αμυνθούν και να υπερασπιστούν τη ζωή τους, οι γυναίκες μοναστριές τις οδηγούσε πολύ πιο εύκολα στην απόφαση να καταφύγουν μέσα στα αστικά συγκροτήματα, δημιούργησε ένα φαινόμενο μιας αρκετά διαδεδομένης κατοίκησης, μοναστικής κατοίκησης της Θεσσαλονίκης. Από τις σωζόμενες μαρτυρίες που συγκεντρώθηκαν σε μια παλαιότερη μελέτη και έχουν υπάρξει βέβαια και νεότερες μελέτες, αλλά η σημαντικότερη για το θέμα αυτό του μοναχισμού, τις ιστορίες του μοναχισμού στη Θεσσαλονίκη, είναι ένα παλιό έργο του Ραϊμόν Ζανέν για τα μοναστήρια και τις εκκλησίες της Θεσσαλονίκης. Προκύπτει ότι σχεδόν 50 μοναστήρια, βεβαίως όχι της έκτασης και της μορφής που είχαν τα μεγάλα κοινοβιακά συγκροτήματα, αλλά 50 μεγάλα ή μικρότερα μοναστήρια ή κοινοβιακά μοναστήρια υπήρχαν στη Θεσσαλονίκη και στην Πέριξ περιοχή. Επομένως καταλαβαίνουμε ότι η Θεσσαλονίκη ήταν ένας χώρος στον οποίο προτιμούσαν οι μοναχοί για να προστατευθούν οι μοναχοί της ευρύτερης περιοχής, της Μακεδονίας, για να προστατευθούν από τους διαφόρους κινδύνους που αντιμετώπιζαν, όπως είπαμε, ιδίως από τις απαρχές της Μεσοβυζαντινής περιόδου και εντεύθεν. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο καλλιεργήθηκε αυτή η μορφή αστικού μοναχισμού που επιβιώνει, έχει επιβιώσει σε ελάχιστες πλέον περιπτώσεις στα σύγχρονα αστικά κέντρα και βέβαια έχουμε ένα χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα επιβίωσης μιας τέτοιας αστικής μονής με βυζαντινές ρίζες στην Θεσσαλονίκη, που είναι η μονή της Αγίας Θεοδόρας της Ενθεσσαλονίκη, μιας τοπικής αγίας για την οποία θα μιλήσουμε στο σημερινό μας μάθημα εκτενέστερα στη συνέχεια. Εκείνο το οποίο βεβαίως θα πρέπει να πούμε είναι ότι από την Μεσοβυζαντινή περίοδο και μετά αυτή την εικόνα της Θεσσαλονίκης, της Θεσσαλονίκης ως ενός χώρου προσέλευσης και εγκατοίκησης διαφόρων βυζαντινών μοναχών από την εποχή αυτή και κατά την παλαιολόγια περίοδο, την επέτειναν δύο βασικοί παράγοντες. Ο ένας παράγοντας είναι η ανάπτυξη του προσκυνήματος του Αγίου Δημητρίου. Όπως θα δούμε η Θεσσαλονίκη έχει πλέον κατά την Μεσοβυζαντινή περίοδο, έχει κατασταθεί ένα από τα σημαντικότερα προσκυνηματικά κέντρα της χριστιανικής οικουμένης, λόγω της υπάρξεως του προσκυνήματος και του τάφου του Αγίου Δημητρίου. Έτσι λοιπόν στο πλαίσιο των διαφόρων ιεραποδημιών από την Δύση προς την Ανατολή, με κατεύθυνση άλλοτε προς τους Αγίους τόπους που ήταν ο κύριος στόχος των προσκυνητών, είτε και προς την Κωνσταντινούπολη, αρκετοί προσκυνητές φθάνουν στην Θεσσαλονίκη και μεταξύ αυτών βεβαίως η κύρια Μάζα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν προσκυνητές μοναχοί. Το ίδιο όμως διαπιστώνουμε ότι συμβαίνει και από την άλλη κατεύθυνση, δηλαδή από τα Ανατολικά προς τα Δυτικά. Υπάρχουν επίσης τέτοιες ιεραποδημίες που καταλήγουν συνήθως στην πρωτεύουσα της Δύσεως, στο παλιό κέντρο της Βυζαντινής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στην Παλαιά Ρώμη, στην οποία ταξίδευαν αρκετοί Βυζαντινοί μοναχοί ακριβώς για προσκυνηματικούς λόγους και ο κύριος Πόλος Έλξεος για τους μοναχούς αυτούς ήταν η ύπαρξη των τάφων και των προσκυνημάτων που είχαν αναπτυχθεί για τους δύο μεγάλους Αποστόλους, τον Απόστολο Πέτρο και τον Απόστολο Παύλο, αλλά και τα πολλά άλλα προσκυνήματα για τους μάρτυρες της πόλεως αυτής, τα οποία υπήρχαν είτε στις Κατακόμβες είτε και σε άλλες εκκλησίες που είχαν ιδρυθεί στη Ρώμη και σε άλλες περιοχές. Μάλιστα γνωρίζουμε ότι αυτά τα προσκυνηματικά ταξίδια έφταναν ακόμη και ως τη σημερινή Ισπανία, δηλαδή ως την περιοχή της Γαλλικίας εκεί όπου σήμερα υπάρχει ακόμη και σήμερα επιβιώνει ένα τέτοιο παλιό βυζαντινό προσκύνημα όπως ήταν το σημερινό προσκύνημα της Κομποστέλα, το προσκύνημα του τάφου του Αγίου Ιακώβου του Ζεβεδαίου του Αποστόλου. Έτσι λοιπόν, στο πλαίσιο ένας βασικός λοιπόν παράγοντας, ένας πόλος έλξεως για τους βυζαντινούς μοναχούς, ήταν ότι η Θεσσαλονίκη λειτουργούσε ως ένα σημαντικό κέντρο σε αυτό το δίκτυο, το προσκυνηματικό δίκτυο που αναπτύσσεται στην βυζαντινή αυτοκρατορία από την Ανατολή ως την Δύση. Ο δεύτερος σημαντικός παράγοντας που επίσης εμφανίζεται, πρωτοεμφανίζεται κατά την εποχή αυτή, κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο, είναι η ανάπτυξη του πρώτου μεγάλου μοναστικού κέντρου της Μακεδονίας, όχι σε πολύ μεγάλη απόσταση από την Θεσσαλονίκη, στην χερσόνησο του Άθω, το γνωστό σε όλους μας Άγιον Όρος. Γνωρίζουμε ότι από τις αφετηρίες, από τις απαρχές της κοινοβιακής ιστορίας του Αγίου Όρους, έχουμε ακριβώς το φαινόμενο της μετάβασης κάποιων γνωστών προσώπων από τη χερσόνησο του Άθω στην Θεσσαλονίκη. Καταγράφεται δηλαδή η παραμονή τους, η σύντομη παραμονή τους στο πλαίσιο κάποιων ταξιδιών τους, ή έχουμε ασφαλώς και μια αντίστροφη σχέση, δηλαδή τη μοναστική μετήκηση Θεσσαλονικαίων στην καταγωγή μοναχών στο Άγιον Όρος. Και θα τα δούμε αυτά στην συνέχεια. Η επιβεβαιωμένη ιστορική αφετηρία, ασφαλώς, θα πρέπει να αναζητηθεί ήδη στην εποχή των διωγμών, στο μετέχμιο του τέλους των διωγμών και της ενάρξεως της ελεύθερης πλέον Επισκοπής Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης. Είναι η εποχή του τέταρτου αιώνα, όταν καταγράφεται ένα πρόσωπο στο οποίο έχουμε αναφερθεί η Μάρτις Θεοδώρα, η Παλαιά, όπως αναφέρεται στις πηγές, προς διάκριση από την νεότερη Θεοδώρα, την Θεοδώρα Μυροβλίτιδα, που ζει στην Μεσοβυζαντινή περίοδο, η οποία σχετίζεται με τη δημιουργία ενός χώρου, για τον οποίον έχουμε μιλήσει, είναι ο χώρος αυτός τον οποίον σήμερα ονομαζόμενος Ναός του Οσίου Δαβίδ στην Ανωπόλη, ο οποίος όμως με το γνωστό παλαιοχριστιανικό ψηφιδωτό του Σωτήρος Χριστού εν δόξει, ο οποίος όμως χώρος είναι ένας χώρος που γνωρίζουμε ότι είχε μοναχική χρήση, μοναστική χρήση, όπου ακριβώς τον λόγο ο χώρος αυτός περιγράφεται και το ψηφιδωτό περιγράφεται σε μία μοναστική αγιολογική διήγηση στη διήγηση του Ιγνατίου του Ηγουμένου της Μονής Ακαπνίου για το ψηφιδωτό του Σωτήρος Χριστού της Μονής Λατόμου. Ο σημερινός λοιπόν Ωσιος Δαβίδ, στον οποίο σώζεται αυτό το σπουδαίο, το μοναδικό παλαιοχριστιανικό ψηφιδωτό των αρχών του 5ου αιώνα, είναι ένα μέρος, ένα τμήμα του καθολικού, του Βυζαντινού, της Βυζαντινής αυτής σημαντικής Μονής της Ασαλονίκης, της Μονής του Λατόμου ή των Λατόμων, που με την σειρά της η παράδοση την συνδέει με την δημιουργία αυτού του χώρου, με την ανέγερηση αυτού του χώρου και την οικονογραφική διακόσμηση αυτού του χώρου από την Θεοδώρα την Παλαιά, χωρίς ασφαλώς να έχουμε μία ρητή αναφορά στη Θεοδώρα σε μία μοναστική ιδιότα της Θεοδώρας. Αλλά βέβαια υποφως και αυτό στην παράδοση αυτή, στη διοίγηση αυτή, ότι η Θεοδώρα ζήτησε να προφασίστηκε κάποια ασθένειά της από τον πατέρα της, τον Κέσαρα Γαλέριο, για να ανεγερθεί αυτός ο χώρος στον οποίο κατέφυγε για μόνωση και για να είναι απόλυτα αφιερωμένη στην προσευχή. Δηλαδή έχουμε ένα, θα μπορούσαμε να πούμε, ένα πρόπλασμα μοναστικής ζωής στην Θεσσαλονίκη, ήδη από την περίοδο αυτή. Η πρώτη βέβαια σημαντική ιστορική αναφορά που έχουμε για την Θεσσαλονίκη ως τον χώρο ο οποίος φιλοξενεί έναν σπουδαίο μοναχό και μεγάλο πατέρα, μοναστικό πατέρα και Άγιο της Θεσσαλονίκης είναι η εξιστόρηση που έχουμε στον βίο του Οσίου Δαβίδη του εν Θεσσαλονίκη. Είναι ο Άγιος εκείνος με τον οποίο εγγενιάζεται, θα μπορούσαμε να πούμε, από τις ιστορικά τεκμήρια η παρουσία των Οσίων και ανοίγει αυτός ο κύκλος των Θεσσαλονικέων Οσίων. Ο Οσίος Δαβίδη ο εν Θεσσαλονίκη είναι μια πολύ σημαντική μοναστική μορφή για τον οποίο μας έχει σωθεί ένα εκτενές και εξαιρετικά αξιόλογο κείμενο που είναι ο βίος του, για τον οποίο όμως γνωρίζουμε από εσωτερικές μαρτυρίες αυτής της μοναστικής βιογραφίας ότι χρονολογείται στα τέλη του 8ου αιώνα. Ενώ ο ίδιος καταγράφεται και σε αυτήν την πηγή αλλά και σε άλλες προγενέστερες πηγές όπως είναι δύο κεφάλαια από το λιμονάριο του Ιωάννη Μόσχου, δηλαδή των αρχών του 7ου αιώνα που αναφέρονται στον Οσίος Δαβίδη τον εν Θεσσαλονίκη, ότι ο Οσίος Δαβίδη έζησε κατά τα μέσα, στο πρώτο μισό του 6ου αιώνα μετά Χριστόν. Είναι λοιπόν μια από τις πιο πρόημες αναφορές γενικότερα για μοναστικές οικήσεις στον χώρο της Μακεδονίας. Έχουμε σύγχρονες μαρτυρίες για μοναστικές οικήσεις και σε άλλες περιοχές, επομένως δεν είναι σωστή η εικόνα η οποία έχει καλλιεργηθεί και κυρίως έχουν οι περισσότεροι ότι ο μοναχισμός στην Μακεδονία εμφανίζεται και εγκαθυδρίεται από την έλευση των πρώτων μοναχών του Αγίου Όρους. Έχουμε ήδη από αυτή την πρόημη περίοδο και στην Ανατολική Μακεδονία, με μια παλαιοχριστιανική επίγραφή που μας έχει σωθεί για τη Μονή των Αρχαγγέλων, πιθανότατα την αρχική Μονή που ήταν αφιερωμένη στους Αρχαγγέλους στην Θάσο, αλλά και στην πλησιόχορη προς τη Θεσσαλονίκη Βέρεια, μια σημαντική πόλη που αναπτύχθηκε σε ένα κάστρο, όπως ονομάζεται, δηλαδή μια οχυρωμένη πόλη στη Μεσοβυζαντινή περίοδο. Επίσης, έχουμε μαρτυρία του 6ου αιώνα για την ύπαρξη ενός μοναστηριού μέσα στη Βέρεια. Κατά συνέπεια έχουμε πολύ προοριμένες αναφορές, όπως επίσης ακόμη και αυτή η παράδοση, ο θρύλος για τον κτίτορα της ιστορικής Μονής της Οικοσιφηνήσεις του Παγγέου, τον όσιο Γερμανό, που μας οδηγεί ιστορικά η πληροφορία ότι αρχικά ήταν μοναχός στη Μονή Τινίου Προδρόμου στην Παλαιστίνη παρά τον Ιορδάνη, μας οδηγεί επίσης σε μια τέτοια πρωίμη χρονολόγηση, δηλαδή γιατί γνωρίζουμε ότι το μοναστήρι αυτό εμφανίζεται στις πηγές στις αρχές του 6ου αιώνα, στις πρώτες δεκαετίες του 6ου αιώνα μετά Χριστόν. Έτσι, λοιπόν, μαζί με την αφετηρία, θα μπορούσαμε να πούμε, την ιστορική αυτή αφετηρία του Βυζαντινού Μοναχισμού στη Θεσσαλονίκη, έχουμε και τις απαρχές του κύκλου αυτού του χωρού αυτού των Αγίων της Θεσσαλονίκης, που είναι η όση. Είπαμε ότι ο όρος, έχουμε πει σε παλαιότερα μαθήματά μας, ότι ο όρος όση είναι ένας εξειδικευμένος αγιολογικός όρος, με τον οποίον ο οποίος προσδιορίζει τους Αγίους εκείνους οι οποίοι προέρχονται από τον χώρο της άσκησης και γενικότερα του μοναχισμού, είτε της ερημητικής, της αναχωρητικής άσκησης, είτε της οργανωμένης κοινοβιακής ασκήσεως. Οι πληροφορίες που έχουμε για τον Όσιο Δαβίδ είναι πάρα πολύ σημαντικές. Γνωρίζουμε ότι ο Όσιος Δαβίδ είχε έρθει, είχε μετακινηθεί από την Μεσοποταμία στη Θεσσαλονίκη και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο διαπιστώνουμε ότι ο τρόπος της ασκητικής διαβιώσεώς του, ακριβώς προσιδιάζει σε αυτήν την αυστηρή ασκητική ζωή για την οποία διακρίνονταν οι μοναχοί αυτών των αρχαίων κέντρων του μοναχισμού, της Μεσοποταμίας, της Παλαιστίνης, ευρύτερα της Συροπαλαιστίνης. Δηλαδή είναι η μορφή ενός δενδρύτη μοναχού. Γνωρίζουμε ότι ήδη έχουμε πρόημες αναφορές για πρόσβαση αυτής της μορφής αυστηρής ασκήσεως, δενδρύτες ή στυλίτες μοναχούς οι οποίοι προβλήθηκαν μάλιστα στην Συρία και στην Μεσοποταμία ως άγιοι από τους σημαντικότερους αγίους που προέρχονται από τον χώρο του μοναχισμού και τέτοιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι οι δυο ομώνυμοι στυλίτες άγιοι του 5ου και του 6ου αιώνα ο Άγιος Όσιος Σημεών ο στυλίτης ο Παλαιός και ο Όσιος Σημεών ο στυλίτης ο Νέος. Έτσι λοιπόν η πληροφορία που έχουμε από τον βίο του είναι ότι ο Άγιος Όσιος Δαβίδ εγκαταβιώνει προς το αρκτικό μέρος της Ανωπόλεως δηλαδή έξω από τα βόρεια τείχη της Θεσσαλονίκης και μάλιστα αρχικά καταφεύγει σε ένα άγνωστο από τις άλλες πηγές και αυτό είναι μια πολύ σημαντική συνισφορά των αγιολογικών κειμένων της Θεσσαλονίκης, θα το δούμε και σε άλλα κείμενα αγιολογικά που σώζονται ιδίως σε αυτές τις μοναστικές βιογραφίες για άλλους οσίους της Θεσσαλονίκης. Το γεγονός ότι μας παραδίδονται στα κείμενα αυτά μοναδικές ιστορικές πληροφορίες και τοπογραφικές πληροφορίες για την Θεσσαλονίκη. Μία τέτοια λοιπόν μοναδική στο σύνολο της γραμματείας που σχετίζεται με τη Θεσσαλονίκη πληροφορία είναι ότι ο Όσιος Δαβίδ αρχικά κατέφυγε και εγκαταβίωσε στην Μονή των Αγίων Θεοδόρων των Κουκουλεωτών. Η προσωνημία έχει αποδοθεί, κουκουλεώτες, έχει αποδοθεί στο κουκούλιον, στο μοναχικό αυτό δηλαδή εξάρτημα το οποίο φορούσαν, κάλυπτε την κεφαλή των μοναχών και θεωρείται ότι γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο επειδή φορούσαν αυτό το κουκούλιον το οποίο γνωρίζουμε και από την ακολουθία του μοναχικού σχήματος ότι παραδίδεται την στιγμή της μοναχικής προσελεύσεως και της μοναχικής κουράς στον υποψήφιος, στον προσερχόμενο νέο μοναχό λάβε το κουκούλιον, εξαιτίας λοιπόν αυτού του μοναστικού ενδύματος, του μοναστικού σχήματος μάλλον χαρακτηρίστηκε το Μοναστήρι Μονή των Αγίων Θεοδόρων των Κουκουλεωτών. Εδώ θα μου επιτρέψετε μία παρέκβαση που είναι πάρα πολύ σημαντική διότι η σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα η οποία όπως έχουμε πει και σε άλλα μαθήματα με πολύ μεγάλη δυσκολία διενεργείται στη Θεσσαλονίκη κυρίως μέσα στο πλαίσιο σωστικών ανασκαφών δεδομένου ότι στη διάρκεια του 20ου αιώνα κυρίως από την περίοδο του Μεσοπολέμου και σε μεγαλύτερη έξαρση μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου διωγώθηκε το γεγονός δηλαδή ότι δημιουργήθηκε μια άναρχη δόμηση εντός της Παλαιάς Πόλεως αλλά και εκτός της Παλαιάς Πόλεως δηλαδή εκτός των τυχών της Βυζαντινής Θεσσαλονίκης μας έχει αποστερήσει πολύτιμα αρχαιολογικά τεκμήρια και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι πολύτιμες οι πληροφορίες τις οποίες λαμβάνουμε από τις διάφορες σωστικές ανασκαφές που πραγματοποιούνται από τους αρχαιολόγους όταν έχουμε ανέγερση νέων κατοικιών σε διάφορες περιοχές. Έτσι λοιπόν γνωρίζουμε σήμερα ότι εκτός στο βόρειο μέρος εκτός των τυχών της Θεσσαλονίκης στη σημερινή περιοχή των Σικαιών εκεί όπου υπάρχει ένα σύγχρονος μεγαλοπρεπής ναός, ο ναός των Αγίων Θεοδώρων εντοπίστηκε σε ένα παρακείμενο κατά την ανέγερση μιας παρακείμενης οικίας μιας πολυκατοικίας δίπλα ακριβώς από το σημερινό ναό εντοπίστηκε ένα παλαιοχριστιανικό δάπεδο το οποίο ανήκε σε ένα μοναστικό συγκρότημα και αυτό έχει οδηγήσει τους αρχαιολόγους στο συμπέρασμα ή στην πρόταση καλύτερα της ταύτισης αυτού του μοναστικού συγκροτήματος με το παλαιό συγκρότημα των Αγίων Θεοδώρων που μνημονεύεται στο βίο του Οσίου Δαβίδ. Αυτό ασφαλώς λαμβάνοντας υπόψη και την διατήρηση της ιερονομίας δηλαδή του γεγονότος ότι ο ιερός χώρος, ο χώρος λατρείας ο οποίος επιβίωσε ακριβώς στο σημείο εκείνο εξακολουθούσε να είναι αφιερωμένος στους Αγίους Θεοδώρους και γνωρίζουμε ότι ήταν πολύ δύσκολο να υπάρχει αλλαγή της ονομασίας με το ονομασία ενός ιερού χώρου να αφιερωθεί σε κάποιον άλλον Άγιο και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο διαπιστώνουμε όπως θα δούμε και από άλλες μοναστικές πηγές ότι μας έχουν διασωθεί πληροφορίες για μοναστήρια μήφιστάμενα σήμερα τα οποία όμως διασώζουν την ίδια ονομασία για κάποιες περιοχές, για κάποιες εκκλησίες, κάποιους σήμερινους σύγχρονους ναούς με τα μοναστήρια τα οποία υπήρχαν στην Βυζαντινή εποχή και τα οποία έχουν σήμερα απολεστεί. Έτσι λοιπόν έχουμε καταρχήν μία σημαντική τέτοια πληροφορία για τον Όσιο Δαβίδ για την εγκατοίκησή του σε αυτό το μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρων των Κουκουλεωτών που είπαμε ότι πιθανότατα ταυτίζεται με βρισκόταν στο χώρο όπου σήμερα υπάρχει αυτός ο καινούριος Ναός των Αγίων Θεοδώρων στην περιοχή των Σικειών. Αλλά έχουμε και μία άλλη πάρα πολύ σημαντική πληροφορία από την εξιστόρηση του Ιωάννου Μόσχου στο λιμονάριό του ότι ο Όσιος Δαβίδ ασκήθηκε ως δενδρίτης μοναχός και μάλιστα καταγράφεται ότι ασκούνταν πάνω σε, είχε ως καταφύγιο του μία αμυγδαλιά. Γι' αυτό και στην Βυζαντινή τέχνη στις απεικονίσεις του Οσίου Δαβίδ βλέπουμε ότι δεν απεικονίζεται ως στυλίτης μοναχός αλλά ως δενδρίτης ακριβώς σκαρφαλωμένος πάνω σε μία αμυγδαλιά. Ο Όσιος Δαβίδ μαζί με την αυστηρή άσκησή του με αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο άσκησης που ήταν άγνωστος πιθανότατα μέχρι τότε στον χώρο της Θεσσαλονίκης και που ασφαλώς μπορούμε να κατανοήσουμε ότι προκάλεσε μεγάλη αίσθηση και μια ιδιαίτερη ευλάβεια των χριστιανών κατοίκων της πόλεως προς το πρόσωπό του ήταν επόμενο να τιμηθεί ως ένα ιδιαίτερο πρόσωπο στην Θεσσαλονίκη από τους Θεσσαλονικείς και να απολάβει μιας ιδιαίτερης τιμής. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο βλέπουμε ότι μέσα στο βίο του διαπιστώνουμε ότι ο Όσιος Δαβίδ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο μέσα στα πράγματα της πόλεως. Μπορούσαμε να πούμε ότι λειτουργεί ως ένας νέος κηδαιμόνας, ως ένας νέος πολυούχος της Θεσσαλονίκης και αυτό φαίνεται πολύ πιο χαρακτηριστικά από την τελευταία πράξη του, η οποία καταγράφεται στο βίο του και έχει να κάνει με την μεσολάβησή του με ένα ταξίδι του από την Θεσσαλονίκη προς την Κωνσταντινούπολη για να μεσολαβήσει στον αυτοκράτορα Ιουστινιανό ώστε να μην μεταφερθεί η έδρα της επαρχότητας του ηληρικού από την Θεσσαλονίκη στο Σύρμιο. Κάτι το οποίο από την βιογραφία του προκύπτει ότι επέτυχε τελικά αυτός ο πολυός γέροντας ασκητής ο οποίος επισκέφτηκε τον Ιουστινιανό. Μάλιστα, καταγράφεται στο βίο του ότι επιστρέφοντας προς την Θεσσαλονίκη και βλέποντας με πλοίο από την Κωνσταντινούπολη στην Θεσσαλονίκη αντικρίζοντας από ένα σημείο το οποίο καταγράφεται είναι η περιοχή του Μεγάλου Εμβόλου στην Θεσσαλονίκη, έξω ασφαλώς στην περιοχή του Καραμπουρνού προς την Καλαμαριά, αντικρίζοντας από το πλοίο την Θεσσαλονίκη και σκυρτώντας αφήνει την τελευταία του πνοή πάνω στο καράβι το οποίο τον μετέφερε πίσω στην Θεσσαλονίκη. Εκείνο το οποίο μάλιστα έχει αγιολογικό ενδιαφέρον είναι ότι προσδιορίζεται ακριβώς το σημείο στο οποίο βρισκόταν το πλοίο, που μετέφερε τον Όσιο Δαβίδ ότι βρισκόταν ακριβώς εκείνο το σημείο στο οποίο κατά την παράδοση είχαν ποντιστεί και είχαν πνιγεί οι δύο παλαιοί μάρτυρες της πόλεως και είναι επίσης μια μοναδική αγιολογική πληροφορία που την λαμβάνουμε από ένα τέτοιο κείμενο όψιμο του 8ου αιώνα όπως είπαμε, ότι βρισκόταν το πλοίο ακριβώς σε εκείνο το σημείο όπου είχαν οδηγηθεί και είχαν ποντιστεί μέσα στη θάλασσα και είχαν πνιγεί οι δύο μάρτυρες, οι Άγιοι Θεόδουλος και Αγαθόπους, οι παλαιοί μάρτυρες της Θεσσαλονίκης. Έτσι λοιπόν έχουμε μια ιστορική αφετηρία και μια απαρχή αυτού του κύκλου των Οσίων της Θεσσαλονίκης μέσα από το σπουδαίο αυτοκείμενο για τον Όσιο Δαβίδ που αποτελεί βέβαια την βασική πηγή πληροφοριών για το πρόσωπό του, αλλά και της πολύ σημαντικής ιστορικής αναφοράς όπως είπαμε των δύο κεφαλαίων του Ιωάννου Μόσχου και βέβαια η επιβίωση κειμένων μεταγενέστερων της μεσοβυζαντινής περιόδου ενός ανώνυμου βίου εγκωμίου του Οσίου Δαβίδ και βέβαια και βυζαντινών κανόνων προς τιμήν του και η διάδοση της εικονογράφησης του αποδεικνύει ακριβώς ότι αυτός ο δενδρύτης ο Όσιος της Θεσσαλονίκης απέβει ένα πρόσωπο που τιμήθηκε ιδιαίτερα όχι μόνο στην πόλη του αλλά που η τιμή του διαχύθηκε στον ευρύτερο χώρο και έφτασε ως την Κωνσταντινούπολη και βέβαια και σε άλλες περιοχές των Βαλκανίων. Η περίοδος εκείνη η οποία διαδραματίζει, κατά την οποία έχουμε μια ανάπτυξη μεγάλη του φαινομένου του αστικού μοναχισμού στην Θεσσαλονίκη δεν είναι ασφαλώς άλλη από την περίοδο που ακολουθεί μετά από τον Όσιο Δαβίδ, μια κρίσιμη ιστορική και θεολογική περίοδο για το Βυζάντιο την εποχή της οικονομαχίας. Γνωρίζουμε ότι η Θεσσαλονίκη σε γενικές γραμμές παρέμεινε μία ορθόδοξος πόλης. Αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι πάρα πολύ νωρίς, ήδη πριν την έναρξη της οικονομαχίας, όταν οδηγήθηκαν εδώ εξόριστοι οι δύο σημαντικές θεολογικές μορφές αυτής της περίοδου, του τέλους του 8ου αιώνα και των αρχών του 1ου αιώνα, οι δύο αδερφοί Στουδίτες, ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης και ο αδερφός του ο Ιωσήφος Στουδίτης, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος της Πόλεως, έγιναν δεκτοί, μας εξιστορεί ο Άγιος Θεόδωρος σε μία επιστολή του προς τον θείο του Πλάτωνα, τον ηγούμενο της Μονής Ακουδίου, το ταξίδι αυτό της εξωρίας τους από την περιοχή τα καθαρά στον Όλυμπο της Βιθυνίας ως την Θεσσαλονίκη και τις ενδιάμεσες στάσεις που έκαναν, αλλά κυρίως αυτό το οποίο μας ενδιαφέρει είναι ότι έγιναν δεκτοί με ιδιαίτερη τιμή και σεβασμό και από τον έπαρχο της πόλης, δηλαδή από τον πολιτικό διοικητή της Θεσσαλονίκης και από τον Αρχιεπίσκοπο της Θεσσαλονίκης και μάλιστα οδηγήθηκαν και στον Άγιο Δημήτριο για να προσκυνήσουν στο ναό του Αγίου Δημητρίου. Επομένως έχουμε παρά το γεγονός ότι η Θεσσαλονίκη εμφανίζεται σε κάποιες πηγές ως τόπος εξωρίας των πολιτικών ή εκκλησιαστικών αντιφρονούντων θα μπορούσαμε να πούμε από την Ανατολή προς την Δύση, γιατί η Θεσσαλονίκη για την Κωνσταντινούπολη ήταν Δύση, παρά τα αυτά ο πληθυσμός της αλλά και οι αρχές της, οι επίσημες αρχές της παρέμεναν ορθόδοξοι, παρέμεναν δηλαδή στιχούνταν, ακολουθούσαν την ορθόδοξη παράδοση. Αυτό έχει ασφαλώς να κάνει σε πολύ μεγάλο βαθμό με το γεγονός ότι έρχονται στη Θεσσαλονίκη και εγκαταβιούν για μικρό ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ή παραμένουν και ως το τέλος της ζωής τους μοναχοί που σχετίζονται με την περίοδο της οικονομαχίας και με την προάσπιση των ιερών εικόνων. Είναι χαρακτηριστικό να μνημονεύσουμε τον Όσιο Γρηγόριο τον Δεκαπολίτη, ο οποίος σε μια τέτοια ιεραποδημία παραμένει στη Θεσσαλονίκη για ένα χρονικό διάστημα. Τον Όσιο Ιωσήφ τον υμνογράφο αυτόν τον σπουδαίο ελληνοσικελό Όσιο που ξεκινάει από τη Σικελία κατευθυνόμενος προς την Κωνσταντινούπολη και παραμένει τελικά για αρκετούς μήνες στη Θεσσαλονίκη και γνωρίζουμε ότι κατά τη διάρκεια αυτής της παραμονής του συνθέτηκε αρκετούς κανόνες προς τιμήν των αγίων της Θεσσαλονίκης και μας έχουν σωθεί άλλωστε και οκτώ ηχικανόνες του Ιωσήφ του υμνογράφου που μας παραδίδεται το μεγαλύτερο μέρος τους είχε κυκλοφορήσει και στην περίοδο της Οικοκρατίας στην θύρα της μετανείας προς τιμήν του Αγίου Δημητρίου. Ο Ιωσήφ λοιπόν ο υμνογράφος, αυτός ο μεγάλος υμνογράφος Άγιος της Μεσοβυζαντινής περιόδου που έζησε στη διάρκεια του 1ου αιώνα και άλλα πρόσωπα τα οποία παραμένουν, εγκαταβιώνουν στη Θεσσαλονίκη. Χαρακτηριστική μάλιστα είναι και η περίπτωση της ελεύσεως του οσίου ευθυμίου του νέου, του ιδρυτή, του κτίτορα της Μονής του Αγίου Ανδρέα της Περιστεράς στον Χολομόντα που αξίζει επίσης να τον μνημονεύσουμε ιδιαίτερα ως κτίτορα αυτού του μοναστηριού αλλά και ως μία από τις πρόδρομες οσιακές μορφές του Αγίου Όρους. Είναι ότι, όπως γνωρίζουμε, από τον βίο του, ένα σπουδαίο κείμενο που μας έχει διασωθεί, ως ο σευθύμιος ο νέος μεταβαίνει από την Μικρά Ασία στο Άγιον Όρος για να ασκητεύσει σε μία πολύ πρώην περίοδο πριν εφανιστούν τα πρώτα κοινόδια, δηλαδή σε αυτήν την προκοινοδιακή περίοδο της ιστορίας του Αγίου Όρους. Είναι πολύ χαρακτηριστικό, ήδη μνημονεύσαμε ότι η Θεσσαλονίκη με το προσκύνημα του Αγίου Δημητρίου είχε καταστεί πόλος έλξεως για τους μοναχούς. Έχουμε εκτός από την περίπτωση του Αγίου Ιωσήφ του Ιμνογράφου, έχουμε και άλλες τέτοιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις και θα αναφέρω τρεις τέτοιες πολύ σημαντικές που σχετίζονται με μοναχούς οι οποίοι έρχονται στη Θεσσαλονίκη και εγκαταβιώνουν στην πόλη στο πλαίσιο αυτών των ιεροποδημιών τους και αναπτύσσουν τον μοναχισμό και την μοναστική παράδοση της πόλεως. Τους Ιωσήους, εκτός από τον Ιωσήφ του Ιμνογράφου που ήδη μνημονεύσαμε, τον Ιηλαρίωνα τον Ήβυρα, ο οποίος στη διάρκεια του 1ου αιώνα πραγματοποιεί μια ιεραποδημία από την Κωνσταντινούπολη, Γεωργιανός, γι' αυτό και ονομάζεται Ήβυρ, από την Ιβυρία, από τη Μεσαιονική Ιβυρία. Γνωρίζουμε ότι αρχικά είχε εγκαταβιώσει σε ένα σπουδαίο μοναστικό κέντρο, μία μοναστική περιοχή της Γεωργίας, το μοναστικό κέντρο της Μεσαιονικής Καχεθίας στην πατρίδα του και αργότερα στην Παλαιστίνη, στην Κωνσταντινούπολη και πραγματοποιεί από την Κωνσταντινούπολη μια ιεραποδημία προς την Δύση, με σκοπό να φθάσει στην Ρώμη. Και στη διάρκεια αυτής της ιεραποδημίας φθάνει ο Ιλαρίων ο Ήβυρας, ο Όσιος Ιλαρίων ο Ήβυρας στην Θεσσαλονίκη, όπου τελικά όχι απλά προσκυνεί στον τάφο του Αγίου Δημητρίου, πραγματοποιεί αυτό το προσκύνημα, αλλά ακόμη και μετά τη συνέχιση της ιεραποδημίας του επιστρέφει στην Θεσσαλονίκη και τελικά ιδρύει ένα νέο μοναστήρι στην Θεσσαλονίκη. Είναι πάρα πολύ σημαντική η πληροφορία αυτή που μας παραδίδεται στον Γεωργιανό βίο του που μας έχει διασωθεί. Από τους επιστήμονες, τους μελετητές αυτού του κειμένου, ηκάζεται ότι ο Γεωργιανός αυτός βίος, αποτέλεσε μετάφραση ενός απολεσθέντος ελληνικού βίου του Οσίου Ηλαρίων του Ήδηρος, πάντως είναι χαρακτηριστικό ότι τελικά επιλέγεται ως χώρος μοναστικής κατοίκησης, όχι η πατρίδα του, όχι η Κωνσταντινούπολη από που αρχικά έχει ξεκινήσει, αλλά η Θεσσαλονίκη. Και μια αντίστοιχη περίπτωση έχουμε με έναν ακόμη σημαντικό Άγιο που προέρχεται μοναχό, ο οποίος προέρχεται από τη Δύση, τον Όσιο Φαντίνο τον Νέο στη διάρκεια του 10ου αιώνα. Ο Όσιος Φαντίνος μαζί με τον Όσιο Ηλία τον Νέο έρχονται στη διάρκεια του 10ου αιώνα στη Θεσσαλονίκη αρχικά για προσκυνηματικούς λόγους, δηλαδή με στόχευση να προσκυνήσουν στον τάφο του Αγίου Δημητρίου. Προηγείται χρονικά ο Όσιος Ηλίας ο Νέος ο οποίος καταγόταν, προέρχονταν από τον βυζαντινό μοναχισμό αυτού του σημαντικού χώρου αναπτύξεως του ελληνικού στοιχείου από την κλασική ακόμη εποχή με τις ελληνικές απεικήσεις στο χώρο της Κάτω Ιταλίας της Μεγάλης Ελλάδος από τη Σικελία ο Όσιος Ηλίας ο Νέος φθάνει στην Θεσσαλονίκη και μάλιστα παραμένει σε μοναστήρια της πόλεως και στον Άγιο Μηνά, στον Άγιο Γεώργιο, προσκυνάει το ναό του Αγίου Δημητρίου και μάλιστα είναι πάρα πολύ σημαντικό ότι προβλέπει, προφητεύει την καταστροφή της πόλεως, την άλλωση της πόλεως από τους Σαρακινούς λίγο πριν κοιμηθεί οσιακά και ενταφιαστεί στην Θεσσαλονίκη. Πολύ χαρακτηριστική περίπτωση και με πολύτιμο υλικό από τον εκτενή βίο του που μας έχει παραδοθεί η περίπτωση του Οσίου Φαντίνου του Νέου του Καλαβρού. Ο Οσίος Φαντίνος έρχεται στην Θεσσαλονίκη στο δεύτερο μισό του δέκατου αιώνα, η Θεσσαλονίκη η πόλη έχει αναπτυχθεί και πάλι, διατηρεί τη φήμη του σημαντικού προσκυνηματικού αλλά και μοναστικού κέντρου και είναι χαρακτηριστικό ότι εδώ έρχεται σε επαφή με κάποιες σημαντικές μορφές, μοναστικές φυσιογνωμίες όπως είναι ο Οσίος Φώτιος ο Θεσσαλός για τον οποίον θα μιλήσουμε στη συνέχεια, μια σπουδαία μοναστική μορφή του τέλους του δέκατου και των αρχών του ενδέκατου αιώνα, ο μοναχός σημεών αλλά στην βιογραφία του έχουμε, καταγράφονται πληροφορίες και για τους πρώτους οικιστές του κοινοβιακού μοναχισμού τον Άγιο Αθανάσιο, τον Αθωνίτη και άλλα πρόσωπα και τελικά γνωρίζουμε ότι ο Φαντίνος παραμένει για μια αρκετά μεγάλη περίοδο στο μοναστήρι το οποίο ιδρύει επίσης στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, όπου τελικά και αποβιώνει και ο ίδιος δηλαδή και αυτός επιλέγει ως χώρο μοναστικής του κατοίκησης την Θεσσαλονίκη. Θα πρέπει να μνημονεύσουμε για αυτή την πρωίμη περίοδο πριν περάσουμε στον ενδέκατο αιώνα, θα πρέπει να μνημονεύσουμε ιδιαίτερα την δύο ζεύγι μοναχών τα οποία σχετίζονται με την Θεσσαλονίκη, είναι πατρίδα τους οι Θεσσαλονίκοι που άσκησαν ένα πολύ σημαντικό έργο ιεραποστολής στο πλαίσιο της βυζαντινής αποστολής της ιδέας του βυζαντινού δαβητισμού. Το ένα ζεύγος αγίων μας είναι πάρα πολύ γνωστό είναι οι αυτάδελφοι Κύριλος και Μεθώδιος οι οποίοι είναι Θεσσαλονικοί από γονείς με βυζαντινή καταγωγή που γνωρίζουν όμως την σλαβική διάλεκτο και γι' αυτό επιλέγονται από τον πατριάρχη Φώτιο τον Μέγα μέσα σε μια μεγαλοφιή σύλληψη για την εξάπλωση και για τη διάδοση του χριστιανισμού στους όμορους ειδωλολατρικούς λαούς του βυζαντίου προς βοράν να μεταφέρουν το χριστιανικό μήνυμα σε αυτές τις περιοχές και έτσι πραγματοποιούν όπως γνωρίζουμε το μεγάλο έργο εκχριστιανισμού των σλαβικών λαών ξεκινώντας από τις περιοχές, τις γιτνιάζουσες περιοχές, της Αχρίδος και φθάνοντας ως τη Μοραβία, ως τη Μεγάλη Μοραβία. Εκτός όμως από το γνωστό αυτό ζεύγος που γνωρίζουμε ότι μαζί με τη διάδοση του χριστιανισμού διέδωσαν και την μορφή ασκήσεως που ήταν άγνωστη ασφαλώς σε αυτούς τους λαούς, τον μοναχισμό, γνωρίζουμε και μία άλλη και ένα άλλο ζεύγος αδελφών, αυταδέλφων μοναχών, τους Αγίους Θεόδωρο και Σημεών, για τους οποίους μάλιστα γνωρίζουμε ότι είναι και αυτοί από τις διακεκριμένες μορφές, τις διακεκριμένες μοναστικές φυσιογνωμίες του 1ου αιώνα της προκινοβιακής περίοδου του Ιερού Άθωνος. Και από τον σωζόμενο βίο τους που είναι βέβαια μια πολύ μεταγενέστερη διασκευή της περίοδου της Τρουκοκρατίας γνωρίζουμε ότι τα πρόσωπα αυτά πραγματοποίησαν ένα πάρα πολύ σημαντικό ιεραποστολικό έργο, καλύποντας τελικά την μοναστική εγκαταβίωσή τους στο Άγιον Όρος, στον ελλαδικό χώρο γίνοντας οι κύτορες της Πανελλάδος, οι οικιστές της Πανελλάδος και τα πρόσωπα τα οποία ευαγγελίστηκαν και πάλι τον χριστιανισμό στις περιοχές οι οποίες είχαν ήδη κατοικηθεί από τα διάφορα σλαδικά φύλλα σε όλη την ελλαδική Χερσόνησο. Εκτός λοιπόν από τις δύο αυτές ομάδες, τα δύο αυτά ζεύγοι αυταδέλφων μοναχών, τον Κύριλο και τον Μεθώδιο και τον Θεόδωρο και των Σημειών που πραγματοποιούν όπως γνωρίζουμε σήμερα στοχευμένες ιεραποστολικές περιοδίες προς τον Βορρά όπως είπαμε και προς το δυτικό και νότιο μέρος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, το θέμα δηλαδή της Ελλάδος, γνωρίζουμε ότι φτάνουν ως την Πελοπόννησο, άλλωστε ο Θεόδωρος και ο Σημειών είναι εκτίτορες της ιστορικής μονής του Μεγάλου Σπηλαίου στην περιοχή των Καλαβρίτων. Γνωρίζουμε ότι στην Θεσσαλονίκη καταφεύγουν και άλλες σημαντικές προσωπικότητες, σημαντικοί Άγιοι, στην περίοδο αυτή την ονομαζόμενη μεταικονομαχική περίοδο, δηλαδή στον 1ο και στον 10ο αιώνα. Θα άξιζε να αναφέρουμε την πιο χαρακτηριστική περίπτωση μιας Βυζαντινής μοναχής που έρχεται στην Θεσσαλονίκη, όχι όμως ως μοναχή και είναι πολύ ενδιαφέρον ο εκτενής βίος της που μας έχει διασωθεί, αλλά ως μια γυναίκα με οικογένεια της ο Σίας Θεοδώρας της εν Θεσσαλονίκη, της οποίας ο βίος που μας έχει διασωθεί είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο, ένα σύγχρονο προς την Αγία κείμενο που γράφηκε από έναν κληρικό της Θεσσαλονίκη, στον Γρηγόριο Κληρικό και μας δίνει από πρώτο χέρι πληροφορίες για την παρουσία του γυναικείου κοινοβιακού μοναχισμού, δεν έχουμε άλλες τόσο πρόημες πληροφορίες, όλοι οι υπόλοιποι Άγιοι για τους οποίους ήδη μιλήσαμε και στους οποίους θα αναφερθούμε στη συνέχεια είναι πρόσωπα τα οποία είναι άνδρες, ζουν και δημιουργούν ανδρικά κοινόβια, το μοναδικό γυναικείο κοινόβιο το οποίο μας είναι γνωστό αστικό κοινόβιο της πόλης είναι η Μονή του Αγίου Στεφάνου στο κέντρο της Βυζαντινής Θεσσαλονίκης στη σημερινή Οδόρεμου όπου υπάρχει και σήμερα το σύγχρονο μοναστήρι της Αγίας Θεοδώρας που όπως μπορεί κανείς να δει επισκεπτόμενο στο μοναστήρι αυτό, έχουν από τις αρχαιολογικές ανασκαφές έχουν εντοπιστεί τα θεμέλια και ο χώρος στον οποίο είχε αναπτυχθεί αυτό το σημαντικό γυναικείο κοινόβιο της Μονής του Αγίου Στεφάνου. Είναι πολύ σημαντικό να αναφέρουμε ότι η Θεοδώρα έρχεται μαζί με τον σύζυγό της και με τον πατέρα της ο οποίος ήταν κληρικός τον Αντώνιο από μια απομακρυσμένη περιοχή από το νησί της Αίγινας και αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους. Όπως αναγκάστηκαν γνωρίζουμε και άλλοι μοναχοί αυτών των περιοχών στα νησιά του Αργοσαρωνικού γιατί γνωρίζουμε και γενικότερα στα νησιά του Αιγαίου γιατί γνωρίζουμε ότι στις αρχές του 1ου αιώνα κυριαρχούν οι σαρακινοί πειρατές, αλλονίζουν ολόκληρη αυτή την περιοχή και δημιουργούν ένα μεγάλο αίσθημα ανασφάλεια στους κατοίκους με τις καταστροφές, τις διώσεις, τις λεηλασίες και τους φόνους που πραγματοποιούν, τις σφαγές που πραγματοποιούν του πληθυσμού. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο η οικογένεια της Αγίας Θεοδώρας, το κοσμικό της όνομα ήταν Αγάπη, εγκαταλείπει μαζί με τον σύζυγό της και τον πατέρα της, εγκαταλείπουν την Έγινα και καταφεύγουν στη Θεσσαλονίκη σε ένα τόσο απομακρυσμένο προορισμό που ασφαλώς όπως εξηγεί ο βιογράφος της, τον επέλεξαν για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος ήταν ότι επέλεξαν μια οχυρή πόλη και μια πόλη η οποία με τις πρεσβείες του κηδαιμόνος της Αγίου Δημητρίου θεωρούνταν από τους Βυζαντινούς ανάλοτος, όπως ήδη αναφέραμε και το δεύτερο στοιχείο που προκύπτει μέσα από τις πληροφορίες που μας δίνει είναι ότι επέλεξαν την πόλη αυτή, οι οποίοι ήδη είχαν μετακινηθεί μαζί τους ή λίγο νωρίτερα και άλλα πρόσωπα, μάλιστα πρόσωπα που ανήκαν στο συγγενικό περιβάλλον της Αγίας Θεοδώρας, όπως είναι μια ηγουμένη ενός επίσης άγνωστοι Μονιδρίου, του Μονιδρίου του Ευαγγελιστού Λουκά στην περιοχή της Καμάρας, εδώ κοντά στο Πανεπιστήμιο, όπως και η Εκατερίνη, όπως και ο αδερφός της ο οποίος γνωρίζουμε ότι αργότερα ο Αντώνιος ο οποίος γνωρίζουμε ότι αργότερα κατεστάθη επίσκοπος Μητροπολίτης του Δηραχείου, της Μητροπόλεως Δηραχείου στην περιοχή της Αλβανίας στα παράλια των δαλματικών ακτών και αργότερα ως υπερασπιστής και ομολογητής των ιερών εικόνων, κατεστάθη και αρχιεπίσκοπος της Θεσσαλονίκης. Οι πληροφορίες που μας δίνει το κείμενο αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικές γιατί μας εκθέτει με έναν τρόπο αρκετά διεξοδικό θα μπορούσαμε να πούμε την καθημερινότητα σε ένα γυναικείο κοινόδιο στην Μεσοβυζαντινή εποχή. Ίσως σε όλες από το σύνολο των μοναστικών βιογραφιών που μας έχουν σωθεί της λαμπρίς αυτής περιόδου για την ανάπτυξη του μοναχισμού στο Βυζάντιο, της Μεσοβυζαντινής περιόδου, είναι το πιο χαρακτηριστικό κείμενο που μας δίνει με τόσο μια τόσο ενεργή εικόνα και με τόσο γλαφυρό τρόπο μια περιγραφή του τρόπου με τον οποίο ζούσαν οι μοναχές, οι γυναίκες μέσα στα γυναικεία κοινόδια. Βλέπουμε λοιπόν ότι ασκούνταν σύμφωνα με τους κανόνες της μοναστικές διατυπώσης των κοινοβίων, όλων των κοινοβίων και των ανδρικών κοινοβίων, οργανωμένο ένα γυναικείο κοινοβίο, οργανωμένο με τα διακονήματα όπως ακριβώς ήταν και τα ανδρικά κοινοβία και ασφαλώς και με κανόνες πολύ σημαντικούς για την άσκηση των μοναχών, όπως ήταν για παράδειγμα ο κανόνας της σιωπής, ένας μοναστικός κανόνας που το συναντούμε και σε άλλα κείμενα, σε άλλες μοναστικές βιογραφίες και που σήμερα γνωρίζουμε ότι επιβιώνει και σε κάποια μοναχικά τάγματα, σε κάποιες μοναχικές ομάδες της Δύσεως. Αφού είναι χαρακτηριστικό ότι της στήθεται ως επιτύμιο αυτός ο κανόνας της σιωπής και η ακοινωνισία της με την κόρη της, την Θεοπίστη, το μεγαλύτερο από τα τρία παιδιά που είχε αποκτήσει πριν καταφύγει το 825, το 832 στην μονή του πρωτομάρτυρος Στεφάνου η Αγία Θεοδώρα μετά τον θάνατο του συζύγου της και των δύο από τα τρία παιδιά της. Γνωρίζουμε ότι στο ίδιο μοναστήρι ακριβώς εγκαταβίωσε και η κόρη της, η Θεοπίστη, μάλιστα σύμφωνα με κάποιες πηγές και η ηγουμένη του μοναστηριού αυτού, η Άννα. Ήταν επίσης συγγενής της Θεοδώρας, αναφέρεται ως ανάδοχος της Θεοδώρας, επομένως πρόσωπο που επίσης ήλικε την καταγωγή του από την Αίγινα. Και έτσι βλέπουμε λοιπόν ότι παράλληλα με τον ανδρικό μοναχισμό στην Θεσσαλονίκη έχουμε και κάποιες περιπτώσεις λίγες μεν αλλά σημαντικές γυναικείων μονών, όπως είναι και πολύ αργότερα στην Παλαιολόγεια περίοδο το βασιλικό μοναστήρι της Θεοτόκου, το οποίο μνημονεύεται στο βίο του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Αναφερθήκαμε στον 10ο αιώνα στους σπουδαίους αυτούς οικιστές και κτίτορες μονών, τον Όσιο Ιλαρίωνα τον Ήβυρο, τον Όσιο Φαντίνο τον Νέο. Αξίζει να μνημονεύσουμε, όπως είπαμε, και ένα πρόσωπο που καταγράφεται ήδη στο βίο του Οσίου Φαντίνου του Νέου και που μας είναι γνωστό από έναν εγκωμιαστικό βίο του που μας έχει ισοθεί από την περίοδο αυτή, χρονολογείται πιθανότατα στο 12ο αιώνα, τον Όσιο Φώτιο τον Θεσσαλό. Είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό πρόσωπο για το οποίο μας δίνονται σπουδαίες πληροφορίες στην βιογραφία του αυτή που έχουμε υποστηρίξει πρόσφατα ότι προέρχεται από τον σπουδαίο Αρχιεπίσκοπο της Θεσσαλονίκης του 2ου μισού του 12ου αιώνα, τον Άγιο Ευστάθειο Θεσσαλονίκης. Δεδομένου ότι ο Φώτιος, ο Θεσσαλός, Θεσσαλός όχι γιατί καταγόταν από τη Θεσσαλία αλλά γιατί η ευρύτερη αυτή περιοχή χαρακτηριζόταν γεωγραφικά με τον προσδιορισμό Θεσσαλία, είναι ένας γεωγραφικός και εκκλησιαστικός προσδιορισμός που επιβιώνει ως τις μέρες μας στην φήμη του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης ο οποίος φέρεται ως έξαρχος πάσης Θεταλίας και γνωρίζουμε βέβαια από τις πηγές τις μεσοβυζαντινές και τις παλαιολόγιες ότι η Θεσσαλονίκη καταγράφεται ως προκαθεζωμένη πάσης Θεταλίας. Έτσι λοιπόν ο Φώτιος, ο Θεσσαλός γνωρίζουμε από το κείμενο αυτό που μας έχει διασωθεί ότι πιθανότατα καταγόταν από μια γνωστή οικογένεια της πόλεως, η Μονή Ακάπνη μας είναι γνωστή κυρίως από σφραγιστικό υλικό το οποίο έχει διασωθεί για τους αξιωματούχους που προέρχονται από αυτή την οικογένεια και το σημαντικό είναι ότι ο Φώτιος ιδρύει ένα πολύ σημαντικό μοναστήρι το οποίο μάλιστα είναι γνωστό αργότερα στις πηγές ως Μονή Ακαπνίου. Ένα μοναστήρι για το οποίο δυστυχώς σήμερα δεν έχουμε επαρκής πληροφορίες, έχουν γίνει κάποιες απόπειρες για την ταύτιση του μεσοζόμενες βυζαντινές εκκλησίες που πιθανολογείται ότι ήταν καθολικά μοναστριών στην περιοχή της Ανωπόλης. Εκείνο όμως το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό είναι ότι στη βιογραφία του μας δίνεται μια επαρκής εξιστόρηση για τις μετακινήσεις του Οσίου Φωτίου εντός και εκτός των τυχών της Θεσσαλονίκης, τις μοναστικές του μετακινήσεις και μάλιστα δύο μοναδικές πληροφορίες που παρέχονται είναι ότι ο Φώτιος μόνασε αρχικά στο Μονήδριο των Αγίων Αναργύρων που ταυτίζεται και με βάση την αρχαιολογική έρευνα με την παλαιοχριστιανική μοναστηριακή βασιλική που έχει ανασκαφεί στον χώρο πολύ κοντά στον σύγχρονο ναό των Αγίων Αναργύρων στην Ανωπόλη στην Ακρόπολη. Επομένως έχουμε μια πρόημη αναφορά, είπαμε επιβίωση, υπάρχει επιβίωση των ιερονιμίων και είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό από τη βυζαντινή εποχή ως τις μέρες μας. Και η δεύτερη βασική πληροφορία για την ιστορία του μοναχισμού είναι ότι ο Φώτιος τελικά εγκαταβιώνει στην κορυφή του όρους Χορτιάτη, του Χορταΐτη και επίσης η ιστορική αυτή πληροφορία επιβεβαιώνεται από τις αρχαιολογικές έρευνες που είχαν πραγματοποιηθεί στην διάρκεια του 20ου αιώνα από τον αρχαιολόγο καθηγητή Μπακαλάκη που είχε εντοπίσει στην περιοχή Κησός, στην κορυφή του όρους Χορτιάτη που είναι σήμερα μια περιοχή στην οποία δεν μπορεί κάποιος να έχει πρόσβαση γιατί είναι στρατιωτική περιοχή όπου είχαν εντοπιστεί επίσης τα λείψανα μιας βυζαντινής μονής. Δίνονται λοιπόν πάρα πολύ σημαντικές πληροφορίες και ηκάζεται ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος ότι ο Φώτιος καταφεύγει στο όρος του Χορτιάτη ότι πιθανότατα είναι το πρόσωπο εκείνο που σχετίζεται και με την ίδρυση της μονής που εμφανίζεται στις πηγές από την περίοδο αυτή και μετά και στην παλαιολόγια περίοδο της μονής Χορταΐτου. Αξίζει επίσης να μνημονεύσουμε δύο σημαντικά ιστορικά στοιχεία τα οποία παρέχονται στο σημαντικό αυτό κείμενο για τον Όσιο Φώτιο το Θεσσαλό. Το ένα είναι ότι μαζί με τον γέροντά του τον ασκητή Βλάσιο μεταβαίνουν στην Κωνσταντινούπολη και παρίσταται και πραγματοποιεί ο γέροντάς του την βάπτιση του τέκνου του Βασιλόπεδος του μετέπειτα αυτοκράτορος Βασιλείου του Δευτέρου του Βουλγαροκτόνου. Είναι μία από τις σπάνιες περιγραφές μιας τυπικής διάταξης θα μπορούσαμε να πούμε, δηλαδή της διαδικασίας του τυπικού, του βασιλικού τυπικού που ακολουθούνταν για την βάπτιση του Βυζαντινού Βασιλόπεδος μέσα στο ιερό ανάκτορο στην Κωνσταντινούπολη. Η δεύτερη σημαντική πληροφορία είναι ότι ο βασίλειος ο δεύτερος αντιμετωπίζοντας την απειλή των Βουλγάρων φτάνει στην Θεσσαλονίκη, επιλέγει ως έδρα των στρατιωτικών εξορμήσεών του την Θεσσαλονίκη και μάλιστα αναζητά καταρχήν τον ασκητή εκείνον ο οποίος είχε πληροφορηθεί ότι παρίστατο και είχε επιτελέσει την βάπτισή του, τον ασκητή Βλάσιο, ο οποίος όμως το μεταξύ είχε αποβιώσει. Τελικά όμως βρίσκει τον μαθητή του, τον Φώτιο, ο οποίος επίσης παρευρισκόταν και από τις πληροφορίες που μας δίνει το κείμενο αυτό διαπιστώνουμε ότι ο βασίλειος τίμησε, συγκατέλεξε ως ο Φώτιος τον βασιλικό κλήρο του βασιλικού παλατίου και μάλιστα σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι εκείνου προσβείες με τις προσευχές του Ωσίου Φωτίου κατόρθωσε, τις οποίες επιζητούσε, κατόρθωσε ο βασίλειος τελικά να κατισχύσει και να κατατροπώσει τους Βουλγάρους και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο παρήχε και χρυσόβουλο όπως και πολλές δωρεές στο μοναστήρι το οποίο ίδρυσε ο Ωσίος Φώτιος. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο στις μεταγενέστερες πηγές η Μονή Ακαπνίου μνημονεύεται και ως βασιλική Μονή του Ακαπνίου δηλαδή ένα μοναστήρι το οποίο ακριβώς είχε επιβραβευθεί με βασιλικό χρυσόβουλο το οποίο ήταν γνωστό στο συντάκτη του κειμένου, αναφέρεται στον χρυσόβουλο αυτό και στις βασιλικές δωρεές όπως αναφέραμε αλλά πέραν αυτού ο Φώτιος καταγράφεται ως ένας από τους σημαντικούς ιδρυτές διαφόρων μονών και ανδρικών και γυναικείων κυρίως στην Ανωπόλη και μάλιστα μνημονεύεται ένα τέτοιο γυναικείο μοναστήρι παρθένων που ήταν ένας μία απρόειτος Μονή που πιθανολογείται ότι σχετίζεται με τη Μονή των Απροείτων δηλαδή ενός ένα μοναστήρι άβατο θα μπορούσαμε να πούμε που δεν το πλησίαζαν δεν είχαν δικαίωμα πρόσβασης δεν ήταν προσπελάσιμο στους άνδρες. Πέραν όλων αυτών των σημαντικών πληροφοριών και στην ιστορική συνέχεια του βυζαντινού μοναχισμού στην Θεσσαλονίκη συναντούμε κάποιες σημαντικές μορφές και στους μεταγενέστερους ενδιάμεσους χρόνους. Αξίζει να αναφέρουμε την περίπτωση του Οσίου Νικοδήμου του Νέου ο οποίος καταγόταν από την Βέρεια και μόνασε στην Μονή Φιλοκάλους ένα επίσης μοναστήρι που καθίσταται γνωστό από τον Βίο του τον οποίον μάλιστα συνέταξε ένας σπουδαίος ισυχαστής πατέρας της περιόδου του βυζαντινού σηχασμού του 14ου αιώνα ο Θεσσαλονικέας στην καταγωγή οικουμενικός πατριάρχης Φιλόθεος ο Κόκκινος. Ο Άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος συγγράφει τον Βίο του Οσίου Νικοδήμου του Νέου και μάλιστα το κείμενο αυτό έχει και μία άλλη πολύ σημαντική πολύ μεγάλη σημασία για το αγιολογικό πλαίσιο στο οποίο αναπτύσσεται η μοναστική αγιολογία της Θεσσαλονίκης γιατί ο Νικόδημος ο Νέος εμφανίζεται ως ο μοναδικός διαχρηστών σαλός Άγιος της Θεσσαλονίκης. Υποκρίνονταν δηλαδή σαλότητα και αυτός ήταν ένας λόγος που ανάγκασε τον ηγούμενο της Μονής Φιλοκάλους να τον αποπέμψει από το μοναστήρι γιατί θεωρούσε όπως έχουμε και στους παλαιότερους διαχρηστών σαλούς Αγίους ότι ήταν ένας μοναχός ο οποίος ήταν φαύλος και διεφθαρμένος και ότι σύχναζε στα καταγώγια των πορνών. Στην πραγματικότητα όμως αυτό το οποίο διαπιστώθηκε ήταν ότι ο Νικόδημος φρόντιζε για την επιβίωση και την σύτιση αυτών των γυναικών και αυτό αποκαλύφθηκε μετά τον θάνατό του και μάλιστα τιμήθηκε ως Άγιος εξαιτίας του γεγονότος της ευωδίας και της αφθαρσίας του σκηνώματος του στον τάφο του. Αξίζει να κάνουμε μια συνοπτική αναφορά και για τους ησυχαστές Αγίους, τους ησυχαστές μοναχούς που σχετίζονται με το κίνημα του βυζαντινού ησυχασμού στην παλαιολόγια περίοδο όπως είναι ο Ωσίος Γερμανός ο Μαρούλης στο Άγιον Όρος για τον οποίον επίσης έγραψε ένα σπουδαίο κείμενο μια εκτενή βιογραφία ο Άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος και ασφαλώς ο Άγιος Μακάριος ο Μακρής πριν από αυτόν στο 15ο αιώνα στη διάρκεια του 14ου αιώνα μετά τον Γερμανότο Μαρούλη ο οποίος από τη βιογραφία που μας έχει σωθεί γνωρίζουμε ότι έζησε μεταξύ των ετών 1252 και 1336 ο Άγιος Σάββας ο Νέος ο Βατοπεδινός μια άλλη πολύ σημαντική μορφή επίσης ενός διαχρηστών σαλούς στο Άγιον Όρος που εκκοιμήθη οσιακά το 1349 και για τους δυο αυτούς μεγάλους αγίους ησυχαστές αγίους μας έχουν σωθεί πολύ σημαντικές βιογραφίες τους γραμμένες από τον Φιλόθεο Κόκκινο και επίσης να μνημονεύσουμε και τον Άγιο Μακάριο το Μακρή έναν Θεσσαλονικέα επίσης στην καταγωγή όπως ήταν και οι δυο προηγούμενοι επίγωνο του ησυχασμού ένα πρόσωπο που γνωρίζουμε ότι διασώζει την ησυχαστική παράδοση στο Άγιον Όρος και στη Θεσσαλονίκη ξεκινώντας από την Θεσσαλονίκη εγκαταβιώνει για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στο Άγιον Όρος και διακρίνεται τελικά ως ηγούμενος της παλαιάς ιστορικής Μονής Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη συμβάλλοντας καταλυτικά στην επιβίωση και στην διάχυση της ησυχαστικής διδασκαλίας και στην Κωνσταντινούπολη εκτός ασφαλώς από το Άγιον Όρος που γνωρίζουμε ότι υπήρξε η κυτίδα της βυζαντινής ησυχαστικής διδασκαλίας με τους μεγάλους βυζαντινούς ησυχαστές αγίους αυτής της περιόδου τον Άγιο Γρηγόριο το Σιναίτη, τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τον Άγιο Αθανάσιο τον πρώτο τον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολη στη Μονή Εσφυγμένου και αρκετούς άλλους αγίους τον Ισίδωρο τον Βουχειρά τον Κάλιστο τον πρώτο τους Πατριάρχες που γνωρίζουμε ότι υπήρξαν ασκητές στο Άγιον Όρος. Βέβαια μετά το τέλος της βυζαντινής εποχής, το τέλος του Βυζαντίου και την κατάληση του Βυζαντίου και την επικράτηση των Οθωμανών γνωρίζουμε ασφαλώς ότι επίλθε μια μεγάλη ύφεση και μια μεγάλη κάμψη στην πορεία του ησυχασμού, αλλά παρά τα αυτά έχουμε κάποιες σημαντικές μορφές που σχετίζονται και με τη Θεσσαλονίκη και η χαρακτηριστικότερη την οποία θα άξιζε να μνημονεύσουμε είναι η μορφή του Αγίου Νικάνωρος, ενός θεσσαλονικέως στην καταγωγή μοναχού ο οποίος ξεκινώντας από την Θεσσαλονίκη παραγματοποιεί ιερομονάχου, ο οποίος ξεκινώντας από την Θεσσαλονίκη γνωρίζουμε ότι ζούσε, είχε γεννηθεί από εύπορους γονείς της στην Θεσσαλονίκη μοναχοπαίδι, δορίζει στην εκκλησία και στους φθοχούς την πατρική του περιουσία και εγκαταλείπει τελικά την Θεσσαλονίκη και πραγματοποιεί ένα έργο επανευαγγελισμού. Βρισκόμαστε σε αυτή την πρωίμη περίοδο στις πρώτες δεκαετίες του 16ου αιώνα όταν υπάρχει η αναγκαιότητα του επανευαγγελισμού των χριστιανικών πληθυσμών που πλέον πιέζονταν αφόρητα από τις πιέσεις να εξισλαμιστούν από τους κατακτητές και γι'αυτόν ακριβώς τον λόγο πραγματοποιεί περιοδίες σε διάφορα χωριά και πόλεις. Μάλιστα γνωρίζουμε ότι στη διάρκεια αυτών των περιοδιών στην Μακεδονία συνάντησε και τον Ώσιο Διονύσιο τον εν Ολύμπο, τον κτίτορα της ομώνυμης Μονής σήμερα στην περιοχή του Λιτοχόρου στις τους πρόποδες του Ολύμπου και συνδέθηκε πνευματικά με μια πνευματική φιλία με τον Διονύσιο τον εν Ολύμπο για να οδηγηθεί τελικά στην περιοχή που του είχε υποδειχθεί μέσα από μία οπτασία, από ένα όραμα στο καλλίστρατο όρος στην περιοχή των Γρεβενών όπου και ιδρύσε την περίφημη ομώνυμη Μονή, τη Μονή του Οσίου Νικάνωρος, ένα μοναστήρι αφιερωμένο στη μεταμόρφωση του Σωτήρος. Είναι χαρακτηριστικό ότι πάρα πολλά μοναστήρια στην διάρκεια του 14ου αιώνα, του 15ου και αργότερα και του 16ου αιώνα αφιερώνονται στη μεταμόρφωση του Σωτήρος, δηλαδή στο δεσποτικό αυτό γεγονός που περιγράφεται στην Καινή Διαθήκη που σχετίζεται με το Θαβόρειο Φως και με τη θεολογία του ησυχασμού. Φορέας λοιπόν και αυτός της ησυχαστικής διδασκαλίας ιδρύει αυτό το περίφημο μοναστήρι της μεταμορφώσεως, την μεταγενέστερη Μονή του Οσίου Νικάνωρος ή γνωστή και ως Μονή της Άβορδας με μια πάρα πολύ σημαντική ιστορία και συμβολή στην πνευματική ιστορία και στην διάσωση της χριστιανικής πνευματικότητας στον ευρύτερο δυτικομακεδονικό χώρο αλλά σε έναν ενιαίο πνευματικό χώρο που φτάνει ως και σε πόλεις και σε περιοχές που σήμερα ανήκουν, που βρίσκονταν στη Βόρεια Ήπειρο ή και σε άλλες, σε άλλα κέντρα του ελληνισμού όπως ήταν η Μοσχόπολη σήμερα, βρισκόμενη σήμερα στην Αλβανία. Έτσι, λοιπόν, με αυτή την πολύ χαρακτηριστική αναφορά στον Ωσίον η Κάνωρα, μπορούμε να πούμε ότι ο κύκλος των θεσσαλονικαίων ωσίων αποτελεί όχι μόνο μία πολυπληθή αριθμητικά ομάδα, αλλά και μία πολύ σημαντική για την γενικότερη πνευματική ιστορία της Θεσσαλονίκης ομάδα αγίων που έζησαν στην πόλη, δημιούργησαν, ύδρυσαν και επεξέτειναν σημαντικά μοναστικά κέντρα και δημιούργησαν αυτή την εικόνα της πόλης που καταγράφεται σε αρκετές πηγές ως της Θεσσαλονίκης ως φιλομονάχου πόλεως. Είναι ένας χαρακτηρισμός που το συναντούμε σε βυζαντινά κείμενα και που βέβαια συνέβαλε σε αυτή την εικόνα όπως γνωρίζουμε και αυτή η γυτνίαση όπως αναφέραμε με το Άγιον Όρος που υπήρξε ιδιαίτερα στενή, ιδιαίτερα κατά την παλαιολόγια εποχή και βέβαια ξεκινώντας από τους μεσοβυζαντινούς χρόνους είπαμε ότι σημαντικοί Άγιοι της κοινοβιακής ιστορίας του Άγιου Όρους όπως ο Άγιος Αθανάης ο Αθωνίτης περνούν από την Θεσσαλονίκη. Έχουμε πρόσφατα αρκετές μαρτυρίες που εντοπίζονται και σε άλλα βυζαντινά κειμένα όπως είναι η περίπτωση του δεύτερου κτίτορα της Μονής Ξενοφόντος του Σημεών του Υγιασμένου ο οποίος φέρεται ως κτίτορας ενός μοναστηριού ευνούχων μοναχών στην Θεσσαλονίκη, μια επίσης σπάνια περίπτωση ενός ιδιαίτερου μοναστηριού εντός της Θεσσαλονίκης και στο πλαίσιο αυτό τροφοδοτείται πνευματικά η Θεσσαλονίκη και από τους γηγενείς μοναχούς, αλλά και από τους μοναχούς του Αγίου Όρους οι οποίοι φθάνουν στην πόλη ως ένα φίλειον έδαφος, ως ένα χώρο ο οποίος είναι φιλικά διακείμενος προς αυτούς που τους έχει παραχωρήσει κτίσεις και το ζωτικό χώρο για να επιβιώσουν και οι ίδιοι. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο γνωρίζουμε ότι και στην παλαιολόγια περίοδο αλλά και στην περίοδο της οικοκρατίας ακόμη και ως τις μέρες μας τα αθωνικά μοναστήρια, τα αγιοριτικά μοναστήρια απέκτησαν και διατήρησαν αρκετά αγιοριτικά μετόχια και η παρουσία των αγιοριτών μοναχών ήταν ιδιαίτερα συνήθις με αποτέλεσμα σε κείμενα της Θεσσαλονίκης του 19ου και του 20ου αιώνα η Θεσσαλονίκη να μνημονεύεται ακόμη και ως ο δεύτερος άθος, εξαιτίας ακριβώς αυτής της πολυπληθούς παρουσίας των αγιοριτών μοναχών. Έτσι λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι η ομάδα αυτή των θεσσαλονικαίων ωσίων, των αγίων του μοναστικού χώρου τροφοδότησε πνευματικά και διέσωσε την πνευματικότητα της πόλεως και την ευσέβεια της πόλεως σε περιόδους κατά τις οποίες η πόλη αντιμετώπισε σοβαρά ζητήματα και γενικότερα όλη η βυζαντινή αυτοκρατορία και αυτή η διακυστίδα των αγίων, των ωσίων της Θεσσαλονίκης μέσα από τα κείμενα που γράφηκαν για τα πρόσωπα αυτά αποτελεί μια από τις σημαντικότερες πηγές για την ιστορία της πόλεως κατά τη βυζαντινή και την μεταβυζαντινή περίοδο. |