Διάλεξη 11 / Διάλεξη 11 / Διάλεξη 11

Διάλεξη 11: Στο προηγούμενο μάθημα είχαμε αρχίσει να ασχολούμαστε με κείμενα της Καινής Διαθήκης, τα οποία μιλούν λίγο πολύ για τη συμφιλίωση του ουράνιου κόσμου με τον κόσμο του Θεού και των Αγγέλων, με τον κόσμο των ανθρώπων και της επίγειας δημιουργίας, και γενικότερα σε κοσμικές διαστάσεις συνάν...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος δημιουργός: Τσαλαμπούνη Αικατερίνη (Επίκουρη Καθηγήτρια)
Γλώσσα:el
Φορέας:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Είδος:Ανοικτά μαθήματα
Συλλογή:Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας / Οικολογική ερμηνεία και Καινή Διαθήκη
Ημερομηνία έκδοσης: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2014
Θέματα:
Άδεια Χρήσης:Αναφορά
Διαθέσιμο Online:https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=af6828f4
Απομαγνητοφώνηση
Διάλεξη 11: Στο προηγούμενο μάθημα είχαμε αρχίσει να ασχολούμαστε με κείμενα της Καινής Διαθήκης, τα οποία μιλούν λίγο πολύ για τη συμφιλίωση του ουράνιου κόσμου με τον κόσμο του Θεού και των Αγγέλων, με τον κόσμο των ανθρώπων και της επίγειας δημιουργίας, και γενικότερα σε κοσμικές διαστάσεις συνάντηση του κόσμου του Θεού με τον κόσμο των ανθρώπων και των υπολογικών δημιουργημάτων. Είχαμε δει μάλιστα ένα πολύ χαρακτηριστικό και πολύ όμορφο κοιμένο από την προσπολασσαία της Πολύ με τον ίμνο εκείνο, στον οποίο λίγο πολύ τονίζεται ακριβώς ότι ο Ιησούς Χριστός είναι η κεφαλή ολόκληρης της δημιουργίας. Αυτό είναι ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον θέμα, το θέμα της καταλλαγής, και είναι ένα θέμα στο οποίο θα μπορούσε κανείς, όντως, να επεντήσει θεολογικά σε μια οικολογική συζήτηση με συζήτηση, ενδιαξύ θεολόγων και άλλων επιστημών, με θέμα πάντοτε το περιβάλλον και την αξία του, αλλά και τη σχέση των ανθρώπων με αυτό το περιβάλλον. Στο σημερινό μας μάθημα θα του δούμε περίπου στο ίδιο μήκος σκήματος, οπωσδήποτε με έναν τελώς διαφορετικό κείμενο. Θα πρέπει να προλάβω και να πω ότι σαφώς το κάθε κείμενο της Κυριανής Διαθήκης έχει διαφορετική θεολογία, διαφορετικές θεολογικές υποθέσεις και έχει διαφορετική στόχευση. Δηλαδή, αναφυσβήτητα, το κάθε κείμενο έχει, ας το πούμε, τσεκοφθύνεται σε ένα συγκεκριμένο κοινό, σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να το έχουμε υπόψη πάντοτε όταν συζητάμε για αυτά τα κείμενα και προσπαθούμε αυτά τα κείμενα να τα φέρουμε κοντά σε σύγχρονους προβληματισμούς. Το είπαμε άλλωστε επανειμμένα και μάλιστα σε σχέση με τον ανθρωποκεντρισμό, το οποίο αναφυσβήτητα υπάρχει μέσα στο κείμενο της Κυριανής Διαθήκης, όπου γενικότερο υπάρχει στα κοινωνικά κείμενα, αφού το κοσμουήβολο, το οποίο είναι τελώς διαφορετικό από το δικό μας, που είπαμε λοιπόν πολλές φορές ότι μιλάμε για διαφορετικούς προβληματισμούς από τους δικού μας τα κείμενα αυτά, διαφορετικές προϋποθέσεις και διαφορετικές ιστορικές συνήθειες. Και είναι καλό πάντοτε όταν μιλάμε για αυτά τα κείμενα να το έχουμε υπόψη μας σε αυτό. Οπωσδήποτε πάντοτε εδώ σε όλα τα μαθήματα επανελαμβάνω πολλές φορές αυτό που διατρέχει τον τρόπο ανάλυσης και ανάγνυσης στο κοινέμα είναι ένας καθαράθελο ειρικός προβληματισμός, ο οποίος εφηγάζει ακριβώς από το γεγονός ότι τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, όπως τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, αποτελούν κείμενα ζωντανού κοινοτήτων, οι οποίες λατρεύουν και ζούν και θρησκευστούν μάλλον κοινοτήτων, οι οποίες σαφώς μέσα σε προσπαθούν και αυτές να βρούν τη θέση τους μέσα στον κόσμο, να αθρός είναι λόγο, να διαμορφώσουν η θηκή. Κι άλλα κομμάτια αυτής της θητικής θάσης είναι σαφώς και η θάση απέναντι στους υπόλοιπους, όχι μόνο στο επίπεδο των ασυναθρώπων αλλά και στο επίπεδο των υπόλοιπων δημιουργών. Το μοντέλο λοιπόν της καταλλαγής που είδαμε στο προηγούμενο μάθημα είναι ένα μοντέλο εξαιρετικά ενδιαφέρον, εξαιρετικά χρηστικό σε αυτή τη συζήτηση και μπορεί όντως να ανοίξει προοπτικές πολύ δυνατές και πολύ χρήσιμες σε έναν οικοθεωριακό διάλογο. Σήμερα θα δούμε ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον κείμενο, εξαιρετικά μικρό, αλλά επίσης θα μπορούσε κατά κάποιον τρόπο να δώσει τον ίδιο τόνο της καταλλαγής και της συγκυλίωσης κόσμου και γης. Θα θυμηθήσω και πάλι ότι είδαμε όλη αυτή τη σκέψη της σχέσης δημιουργού και δημιουργημάτων και όλη αυτή την ανάγκη αυτής της επανάκτησης της αρχαίας όμορφης σχέσης, η οποία μέσα στη δημιουργική αφήγηση έχει διατεραχθεί με αυτό που ονομάζουμε πτώση. Είχαμε δει μάλιστα στη Μοζοβέως ότι στην εκείνη την αγωνία, της χρήσης που συσφαινάζει και συνοδίγει περιμένοντας να έρθει η λύτρωση, είδαμε στη συνέχεια μια κατανόμοιση αυτής της πράξης της σωτηρίας σε έναν κοσμικό επίπεδο, όπου πλέον από το κέντρο πάβει να είναι ο άνθρωπος και υπάρχει θα λέγαμε ένας μετριασμός του ανθρωποκεντρισμού εξαιτίας ακριβώς του Ιησού Χριστού, ο οποίος στήθεται ως κεφαλή τόσο της Εκκλησίας όσο και της δημιουργίας σε όλες τις διαστάσεις. Και σήμερα θα δούμε ένα κείμενο από τον Καταλοκάνι Πατέριο και συγκεκριμένα από το δεύτερο κεφάλαιο, ένα κείμενο εξαιρετικά γνωστό και ραπητό, ένα κείμενο το οποίο συνδέεται με την γέννηση του Ιησού Χριστού, ουσιαστικά περιέχει την αφήγηση για τη γέννηση του Ιησού Χριστού, είναι από τον 1 στίχο έως τον 20, θα τον διαβάσω στη σημεριέχεια του κεφάλαιο. Αυτό πριν όμως πάω εκεί να θυμίσω ότι έχουμε δύο αφηγήσεις μέσα στην Καινή Βιαθήκη για τη γέννηση του Ιησού Χριστού, αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους, έχουμε τη διήγηση ενός θεού, η οποία κυρίως εστιάζει στον αιστέρα, θα αγωγούσω και αυτός να έχει μια, θα μην τρέψει να βγω οικολογική σημασία, με την έννοια ότι βλέπουμε εδώ στο έργο της γέννησης του Σωτήρα και του έργου της Σωτηρίας, συμμετέχει και η άψυχη φύση, τα πλανήτες και τα ουγέλα. Και η δεύτερη διήγηση είναι η ίδια στο Καταλουκάν Ευαγγέλιο. Όπως στο Καταλουκάν Ευαγγέλιο ουσιαστικά η περιγραφή αφορά την πρώτη νύχτα της γέννησης, τη νύχτα δηλαδή που οι πλημένες παίρνουν το χαρμό σε μήνυμα ότι ο Ιησούς, ο Σωτήρας ήρθε στον κόσμο από τους Αγγέλους και ήταν πολύ ενδιαφέρον κείμενο, πολύ όμορφο, πολύ γνωστός σε όλους μας, θα πρέπει να δούμε τώρα αν αυτό το κείμενο θα μπορούσε να έχει και μια οικολογική σημασία, αν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μέσα σε κάποια συζήτηση την άρθρωσης ενός οικοθερουγικού λόγου ή γενικά όσον θα λέγαμε μια πόνοψιφίδα μέσα σε μια γενικότερη ανάπτυξη ενός μιας δασκανίας για τη στάση του χριστιανού απέναντι στην δημιουργία. Θα διαβάσω λοιπόν το κείμενο στην αρχαία εκδοχή, είναι πολύ γνωστό άλλωστε και δεν χρειάζεται στην οικειμένη περίπτωση και μια μετάφραση. Εγένετο δέντες ημέρες εκείνας εξήλθε δόγμα παρακέσαρου σαμπούστου, απογράφεσθαι πάσαν την οικουμένη. Αυτή η απογραφή πρώτη εγένετο εγεμονέμοντος της Συρίας κυρινή. Κι επορεύοντο πάντως απογράφεσθαι έκαστος εστι μηδία πόρυ. Ανέβηδε και Ιουσήφ από της Γανιλέας εχώρος Μαζαρέτη στην ηδέα νησπορωνια Ναβίδ, ή της Καλύτερης Φλεέμπτια του είναι αυτόν εξήλου και πατριάς Ναβίδ, απογράψασθαι σήμερα εάνθιμοι μυστερμένοι αυτό η γυναική Ρούσιε γύρω. Εγένετο δέντο είναι αυτούς εκεί, επλύστησαν οι μέρες του τεκίνα αυτήν και έτεκεν τον λιόναυτη στον πρωτότοπο και εσπαγάνωσεν αυτόν και ανέκληνα αυτόν την φάτνη διότι ούκληνα αυτής τόπος εν τω καταλήμματο. Και ποιμένες ήσαν εν τυχό όρατι αυτοί αγραβλούντες και φυλάσσουν της φυλακάς της λιπτώσε με την πίμνην αυτών και ειδούν, Άγγελος Κυρίου επέστει αυτής και δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αυτούς και φοβήθησαν φόβο μεγάν και είπεν αυτής ο Άγγελος μη φοβήστε. Ειδού εγώ Ευαγγελίζομαι μη χαράν μεγάλη ή της έστε παντή το λαό. Ο διεθύνης είναι ο Σωτήρ όσας εστιν Κύριος Χριστός και ελπώγει τα βία. Και τούτο ειμήν το σημείο. Ευρίζατε γρέφωσες παραγανωμένων κείμενων εν φάτνη και εξεύχνης εγένετος ειν το Αγγέλος λήθος στρατιάς ουρανίου εν ούντον των θεών και λεγόντων δόξα εν υψήστες θεό και πηγή σειρήνη εν ανθρώπις εποχία. Και γίνε τόσα πίρθον απαυτόν εις το ουρανόν οι άγγελοι και οι άνθρωποι ποιημένες ύπαμος ενοίμους. Διεύθουμεν δι έως δις λαέμ και είδαμεν το ρήμα τούτο εγεγονός ο κύριος και γνώρισε ειμήν και ήλθος πέψαντες και ανέβουν την τέ Μαριάμ και τον Ιωσήφ και τον βρέφος κείμενων εν τη φάτνη. Οι δόντες δε διεγνώρισαν περβολήματος του λαληθέντος αχτίς περί του παιδίου τούτο. Και πάντες οι ακούσανε σε θάβνες απερβολήματος λαληθέντος υποδοπημένος ως αυτούς. Η δε Μαριάμ πάντες συμβιτείρει τα ρήματα ταύτα συμβάλουσεν την καρδία αυτής. Και οι πέστρεψαν οι ποιημένες δοξάζοντας και ανήντος των θεών επιπάσαν φυσήκουσαν και ήλθοντας αφώς ελαγείθηκος αυτούς. Αυτό λοιπόν είναι το κείμενο γνωστό όπως είπα από τις αφηγήσεις ή τον παιδικό μας κομμάτι για τη γέννηση του Χριστού και τα Χριστούγεννα. Όσον αφορά τη δομή της, η περικοπή είναι πάρα πολύ. Οι πρώτοι έξι στίχοι ουσιαστικά εξημούν γιατί ο Ιησούς γεννιέται ουσιαστικά στον Βιβλέμ και είναι γεγονότα εκείνα που οδηγούν στη μετακίνηση της οικογένειάς του στον Βιβλέμ όπου λαμβάνει η χώρα γέννηση του. Ο στίχος 7 περιγράφει ακριβώς το γεγονός της γέννησης του Ιησού. Συνεχίζουμε στους στίχους 8 έως 12 όπου δέχουμε την αναγγελία της γέννησης στους ποιμένες από τους αγγελούς, αυτά είναι επίσης σημαντικά στοιχεία. Οι στίχοι 14 αναφέρονται στον ίμνο τον αγγέλο, οι στίχοι 15 έως 19 στην προσκήνηση των ίμνων και τέλος το στίχος 20 αποτελεί και την κατακρύδα της περικοπής. Δεν λέγει απερικοπή θα λέγαμε ολοκληρωμένη καθώς έχει ένα εισαγωγικό μέρος και κλείνει έτσι πολύ ομαλά με το στίχο 20. Είναι χαρακτηστικό άλλο στην αφήγηση του Λουκά, ο Λουκάς είναι ένας εξαιρετικός αφηγητής και οπωσδήποτε ο τρόπος που αφηγείται είναι τέτοιος ώστε να δημιουργήσει τον αγμό, την αίσθηση της ολοκλήρωσης στις εικόνας, δεν έχει αχροσπασματική διατύπωση. Δεν θα πω τώρα σε λεπτομέρειες όσον αφορά την ιστορία της σύνταξης ή την ιστορία της συγκεκριμένης παράδοσης. Αυτό το υλικό προέρχεται που γνωρίζεται όλοι από το λεγόμενο ιδιαίτερο υλικό του Λουκά, δηλαδή από την ιδιαίτερη πηγή του, η οποία μπορεί να είναι μία ή περισσότερες. Κάτω την παράδοση της Εκκλησίας είναι η ίδια η μητέρα του Κυρίου. Κάτω από την νεότερη έρευνα προφανώς είναι παραδόσεις οι οποίες διασώσουνται μέσα στην πρώτη κοινότητα και έχει πρόσβαση σε αυτές ο Ευαγγελιστής. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται λοιπόν για μια ιδιαίτερη και ξεχωριστή αφήγηση, η οποία υπάρχει μόνο στο Καταβουκάνιο Βαγγένιο και γι' αυτό κιόλας έχει και αυλή να ιδιάζονται διάφορες. Θα μείνω λοιπόν όπως κάνουμε κάθε φορά όταν εμπνεύουμε τέτοια κείμενα μοναστικά, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε πάντοτε τις προϋποθέσεις της έρευνας και της εμινίας τις οποίες ήδη θέσαμε στα πρώτα μας μοναστήματα, που είναι ότι δεν εγκαταλείπουμε την ιστορικοποντική μέρα του Καταβάση, αλλά δεν περιοριζόμαστε σε αυτή. Θα κοιτάξουμε λίγο συγχρονικά την αφήγηση και πρώτα θα προσέξουμε τι οι ποιες είναι αυτές οι έννοιες οι οποίες καταλαβαίνουν θέση κεντρική μέσα σε αυτή την αφήγηση, όπως επίσης και ποια είναι και η αφηγηματολογική θα λέγαμε δομή της αφήγησής μας. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι η φάτνη, η οποία φάτνη εμφανίζεται τρεις φορές μέσα στην αφήγησή μας, είναι ένα σημείο δηλαδή το οποίο μας κάνει εντύπωση διότι επανειλημμένα αναφέρεται η λέξη αυτοίκης, σημαίνει αναφέρεται στο στίχο 7 ήδη στην αρχή με τη γέννηση, στη συνέχεια στο στίχο 12 για να ακολουθήσουμε μετά και στο στίχο 16 που έχουμε πάλι την φάτνη εμφανιστή. Έχουμε στην αρχή ότι ορίζει το τόπος που γεννήθηκε ο Ιησούς, συνέχεια οι άγγελοι δίνουν στο στίχο 16 το παιδί που θα βρει μέσα στην αφήγησή μας και τρίτον έχουμε τη διαπίστωση αυτής της πληροφορίας των αγγέλων από τους αγγέλων επιμένει στο στίχο 16. Αυτή η σχέση, η σύνδεση με τέλεια της αφηγηματολογικής μέσα στην αφήγηση για να το πω καλύτερα της φάτνης και του Ιησού Χριστού, παιδιού δηλαδή που γεννιέται και ο οποίος ήδη από την αρχή του Βακελείου έχει προετοιμαστεί ο αναγνώστης να τον αναγνωρίσει ως τον Ιησία, αυτή λοιπόν η σύνδεση έχει μία κριστολογική σπουδότητα και προφανώς θα μπορούσαμε, και αυτή θα είναι η θέση του μαθήματος, εδώ να αποκορύσουμε και σε μία, θα λέγαμε, οικοθεολογική ανάγνωση του κειμένου. Βέβαια πολύ προσεκτικά πάντοτε γιατί έχουν πει επαναγμένα για αυτά τα κείμενα οπωσδήποτε θα μπορείτε να την αντιμετωπιζόμαστε μία ιδιαίτερη προσοχή. Το πρώτο λοιπόν που αποτελεί στοιχείο πολύ ενδιαφέρον είναι πέρα από τη φάτνη, η οποία συνδέεται με τον Ιησού, είναι το πρόσωπο που κλίνει σε όλη την ιστορία, το κεντρικό πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Και αυτό φυσικά είναι κάτι το αναμενόμενο διότι άλλως δεν το γνωρίζουμε καλά ότι το πρόσωπο, το κεντρικό πρόσωπο στην αφήγηση γενικότερα του Μεγαγγελίου δεν είναι κανένα άλλο παρά το ίδιο το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Και σε αυτή την αφήγηση το κέντρο είναι ο Ιησούς Χριστός, κέντρο της αφήγησης διότι Αυτός είναι ο πρωταγωνιστής αλλά και Αυτός είναι Εκείνος τον οποίον όλα αναφέρονται. Βλέπουμε, μας διγείται στην αρχή όπως είπαμε το πώς φτάνουν τα πράγματα για να οδηγηθούμε στη γέννηση του Ιησού εκεί, στη Βιθλεέμ. Στη συνέχεια το μήνυμα των Αγγέλων δεν είναι τίποτε άλλο παρά το μήνυμα για τον Ιησού Χριστό και που γεννήθηκε αυτό το παιδί. Στη συνέχεια ακόμα και ο ίδιος των Αγγέλων παίρνει αφορμή ακριβώς από το γεγονός της γέννησης του Ιησού Χριστού και καταλύνει στη συνέχεια στους ίδιους τους κλημένες οι οποίοι φτάνουν στην Φάτνη να προσκυλίσουν πιο μεγάλο φυσικά τον Ιησού Χριστό. Ιησούς Χριστός λοιπόν από τη μια μεριά και από την άλλη η Φάτνη ως ο τόπος ο οποίος υποδέχεται για πρώτη φορά τον υπρόπαιδε. Και η Φάτνη ως Ιησού Χριστό δεν είναι τίποτε άλλο παρά είναι ο τόπος τροφής των ζών και αυτό είναι ένα σύμβολο επομένως, κατά κάποιο τρόπο θα λέγαμε, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σύμβολο του κόσμου των ζών, των κτισμάτων αυτών πέρα από τους ανθρώπους. Αυτό είναι πολύ σημαντικό να το έχουμε υπόψει ότι αυτές οι αφηγήσεις θα πρέπει απλώς να κατανοηθούν σε ένα κυριολεκτικό επίπεδο αλλά θα πρέπει ίσως να ασδητηθεί και μια βαθύτερη συμβολική σημασία καθώς όλες αυτές οι ιστορίες διαποτίζονται από τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης που ακριβώς και αυτές προμηλύουν και με αφέρονται ή κατανοήθηκαν αν θέλετε καλύτερα μέσα στην εκκλησία ως προμηνήματα και προτυπώσεις και προεξεγελίες της έλαυσης της οδηγίας και του σωπήρας του κόσμου. Άρα λοιπόν από τη μία μεριά έχουμε τον Ιησού Χριστό, ο οποίος ως γεννητός εδώ, ως αυτός που γεννιέται, ως ένα παιδί που γεννιέται κατά κάποιο τρόπο λέγαμε προσωπεί τον κόσμο των ζωών ως παιδί και ο οποίος φιλοξανείται στον κόσμο των ζωών που είναι προσωπεί καθ' αυτή τη στιγμή και συμβολίζεται με τη φάτη. Και είναι ενδιαφέρον επίσης ότι γνωρίζουμε ότι ο Ιησούς δεν είναι έναν τυχαίο παιδί. Ήδη από τα πρώτα κεφάλαια του Ευατήλειου αυτό είχε γίνει πολύ ξεκάθαρο ότι το παιδί το οποίο θα γεννηθεί δεν είναι ένα απλό παιδί αλλά είναι ο Υιός του Υψίστου, όχι απλώς με τη δένεια του βασιλιά. Ο Υιός του Υψίστου κατανοούσαν οι Ιουδαίοι το Υιό του Υψίστου ως το βασιλιά και ως θετό, ας το πούμε έτσι, Υιό του Θεού. Αλλά με την έννοια ότι σαφώς αυτός χαρακτηρίζεται ως Κύριος στα πρώτα κεφάλαια όταν η Ελισάβετ προσφωνεί την Μαρία. Επομένως ο Κύριος γνωρίζει πάρα πολύ καλά ως τον Καταλυγάνο Βαγγέλο, ήδη έχει χαρακτηριστεί ο ίδιος ο Θεός. Λοιπόν, από δηλαδή από την αρχή τα χαρακτηριστικά, τα θεϊκά στον Ιησού, έχει αρκετά υψηλή θεολογία θα λέγαμε, την οχροσθεολογία πιο ειπικά, τα πρώτα κεφάλαια του Καταλυγάνου Βαγγέλο. Έχουμε λοιπόν αυτό το πράγμα. Γνωρίζουμε λοιπόν ότι ο Ιησούς δεν είναι απλό παιδί, ένας απλός άνθρωπος ο οποίος φιλοξενείται μέσα σε ένα κόρο, ο οποίος δεν είναι πολύ συνδέεται με τα άλλα ζώα, αλλά ταυτόχρονα είναι και ο ίδιος ο Θεός, ο οποίος έρχεται στον κόσμο. Αυτό ενιακροσφόμαι ξεκάθαρα. Άρα λοιπόν βλέπουμε ότι εδώ, σε αυτό το σημείο, έχουμε τη συνάντηση δύο κόσμου. Είναι ακρίβεια τριών κόσμων θα λέγαμε, αν ξεχωρίζαμε τον κόσμο των ανθρώπων από κείνων των ζών και τον βλέπαμε σε μια τρίτη διάσταση, έχουμε δηλαδή τη συνάντηση του ανθρώπου με την υπόλοιπη δημιουργία και αυτό επιτυχάνεται μέσα από το γεγονός ότι αυτός ο άνθρωπος δεν είναι απλός άνθρωπος, αλλά είναι ο ίδιος ο Θεός ο οποίος έρχεται στον κόσμο. Αυτό είναι ενδιαφέρον λοιπόν, θα λέγαμε υπόβαθρο θεολογικό της συγκεκριμένης αφήγησης που μπορούν σε προφανώς να αξιοποιηθεί, όπως είπα πιο πριν, σε μια συζήτηση για το περιβάλλον και τις σχέσεις που πρέπει να αναπτύσσουν τα μέλη της κοινότητας με το περιβάλλον. Ένα άλλο στοιχείο που είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, ένας άλλος πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι η βουσκή. Η βουσκή, τους οποίους βρίσκουμε πάρα πολύ συχνά σε αφηγήσεις διάφορες, όχι μόνο θρησκευτικές, αλλά και φύραθεν εκείνης η εποχή, συνδέονται σαφώς με τις ιδιδιακές περιγραφές, κυρίως δαγνιστικών και της πρώην εκείνης εποχής. Αλλά ταυτόχρονα αυτό το ιδιδιακό, το στοιχείο της φύσης, το στοιχείο της διαφήμασης, έχει και τις μεσαϊκές προτάσεις, όπως ομάλλον δεν αλάβουμε υπόψη μας, όπως ότι οι ποιμένες αποτελούν ένα χαρακτηριστικό θα λέγαμε και του Ισραήδ, ενός λαού καθαρά νομαδικού και κοινωνικού. Επομένως βλέπουμε εδώ, με την παρουσία των συγκεκριμένων βουσκών, να έχουμε θα λέγαμε και κάποιες νησιανικές προεκτάσεις. Βέβαια, σε ένα κοινωνιολογικό επίπεδο θα έπρεπε να πούμε ότι οι βουσκοί, με τις πολύ χαμηλές κοινωνικές τάξεις εκείνης της εποχής, είναι άλλους θελμουστό, ότι η Γαλληλέα, όπως και οι υπόλοιπες τοπικές κοινωνίες της ρωμαϊκής αστροπραδορίας, συνήθιζε στη λογική της κοινωνικής πυραμίδας, όπου τα χαμηλότερα στρώματα είναι με έναν πολυάριθμα, υφίστανται όπως τον πάρος και την εξουσία των ανώτερων στρωμάτων και ουσιαστικά είναι και τα θύματα της δικής τους εκμετάλλευσης. Προσωπούν, λοιπόν, κατ' αρχάς, τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, ταυτόχρονα, όμως, σε ένα συμβολικό επίπεδο και πέρα από το κοινωνικό, το οποίο έχει σημασία για το κατάλληλο πράγμα, και λίγο θα πω να πείρουν δύο κουβέντες και γι' αυτό, σε ένα, λοιπόν, καθαρά, θα λέγαμε, επίπεδο κόσμου, ουσιαστικά οι βουσκοί και αυτοί είναι αυτοί που επροσωπούν τους ανθρώπους. Άρα, λοιπόν, εδώ, σαν στη Φάτνη, θα συναντηθούν, από τη μια μεριά, ο κόσμος των ζώων, ο κόσμος της υπόλοιπης δημογείας, ο κόσμος των ανθρώπων και η γέφυρα μεταξύ όλων αυτών, αποτελεί ο Ιησούς Χριστός, που είναι και ο Θεός, ο οποίος εγγύεται άνθρωπος μέσα στην Αθήνα. Είπα πριν ότι σαφώς υπάρχει και η κοινωνική. Θα μπορούσε να έχει λίγο και μια κοινωνική προέκτεση, ο Ιησούς δεν μεταφέρει το μήνυμα, όπως γίνεται, ας πούμε, στον Καταμαρθέον, στον Βασιλιά ή στους μάρους, αλλά εδώ, σε κάποιους ταπλούς τελμένες. Και αυτό, βέβαια, είναι ένα ίδιο της αρχαιολογίας και της νασκαλής γενικότερα και της κοινωνικής δραστηριότητας του Λουκάου, ο που Λουκάς έχει μια ιδιαίτερη συμπάθεια στις κατώτερες κοινωνικές συντάξεις και σ' αυτές που τήθονται στο περιθώριο της τότε κοινωνικής ζωής, οι οποίες ανήκαν, φυσικά, κοιμημένες. Βρισκοί, αφού, ανήκαν, όπως είπα, στις κατώτερες κοινωνικές ομάδες, οι οποίοι, ουσιαστικά, ήταν οι παραγωγικές ομάδες, οι οποίοι συμφίσαμε και την εκμετάλλευση των ανώτερων ομάδων, οι οποίοι, ουσιαστικά, απολάμβαναν τα αγάπα. Υπάρχει και ένας άλλος πρωταγωνιστής σε αυτήν την ιστορία. Είναι μια ομάδα όντων, τα οποία παρεμπέμπουν μέσα στην ιστορία, και αυτή είναι η Άγγελ. Εδώ έχουμε πάλι ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο, χαρακτηριστικό στα πρώτα κεφάλαια του Τεταλουκάν Ευαγγελίου. Θα το δούμε με και στα υπόλοιπα, αλλά είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον στα πρώτα κεφάλαια, όπου ο νάνοιος κόσμος, ο που σοκούμενος από τους αγγέλους, συχνά παρεμβαίνει και εμφανίζεται στον κόσμο των ανθρώπων. Φυσικά εδώ έχουμε μια συνέχεια της παλαιοδιαθυκικής αντίληψης για το ρόλο των αγγέλων και γενικά για την ιδέα που υπάρχει για την παρέμβαση του κόσμου μέσα στους ανθρώπους για την σκοπό της οικογένειας. Έχουμε λοιπόν υψαγγέλους, οι οποίοι άγγελοι εμφανίζονται, μεταφέρουν το μήνυμα καταρχάς και στους αναπλημένους συνέχεια εμφανίζονται να αλληλούν το Θεό και να κάνουν μυθή. Με σ' εμένα είναι η εικόνα η οποία θυμίζει πάρα πολύ το όραμα με την κλίμα κατριακό. Το ενδιαφέρον θα πρέπει να το εστιάσουμε εδώ κυρίως στο ίδιο το αγγελικό μήνυμα το οποίο το βρίσκουμε στους στίχους 10 έως 6. Έτσι λοιπόν, στο στίχο 10, πολύ ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι οι άγγελοι λένε ότι είδε γάρ ευαγγελίζουμε λέγω άγγελος εμή, χαρά μεγάλη, ήτι έσθε παντή το λαό. Εδώ είναι σαφές ότι έχει έναν οικουμενικό χαρακτήρα το μήνυμα αυτό, δεν είναι μήνυμα που φορά μια μικρή ομάδα, σχετιμένη μία ηλίτ, αλλά είναι παντή το λαό για όλους το μήνυμα αυτό. Εδώ φαίνεται καθαρά ο οικουμενικός χαρακτήρας, αυτό το γεγονός, είναι ένα στοιχείο ιδιαίτερα γνωστό και συνηθισμένο στη θεολογία του Καταλυπάνου Ευαγγελίου. Στον 11ο στίχο και μάλιστα στο πρώτο εμπιστοίχιο μας εξηγεί ποιά είναι η αιτία γι' αυτό το νέο, αυτό το Ευαγγένιο, αυτό το χαρούμενο νέο το οποίο φέρνει και το οποίο δεν είναι τίποτα άλλο παρά το ότι γεννήθηκε για μας ο Τύρας ο οποίος είναι ο Χριστός Κύριος. Είναι λοιπόν, γεννήθηκε ένα παιδί που είναι ο Σωτήρας και αυτός ο Σωτήρας είναι κύριος ο Κόλιδανή, είναι ο Μεσσίας, αυτό μας τονίζει στον δεύτερο στη συνέχεια και ακολουθεί ότι η γέννηση αυτή στο στίχο 14 μας λέει είναι αυτή, εκεί που ενούμε δηλαδή τον θεό Ιάγγελ είναι μια γέννηση η οποία θα φέρει η ρήνη στη γη. Εγώ μέντως εδώ, σαφώς θα μπορούσε κανείς να πει ότι το μήνυμα είναι πάλι ανθρωποκεντρικό γιατί ουσιαστικά είναι παντοί το λαό και όχι ολόκληρη την ουλία και σαφώς και πάλι εδώ η ρήνη αφορά βέβαια τη γη, οπότε την αφήνουμε λίγο ανοιχτή, να είναι η γη και μάλιστα θα λέγαμε ότι θα μπορούσε κανείς να πει ότι ίσως είναι κάτι γενικότερο από τους ανθρώπους τους οποίους αναφέρατε στη συνέχεια. Αυτό βέβαια σε μία άρθα ανάμουση γιατί ούτως δίκοτε κανείς θα μπορούσε εγώ να θεωρίσει και ταυτόσημα για τους ανθρώπους και επομένως θα κατέλλει λίγο στο ότι εδώ πάλι το μήνυμα είναι σαφώς ανθρωποκεντρικό. Αν κοιτάξουμε τώρα το νύμνο τον Αγγελικό ο οποίος είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, θα δούμε ότι κατά κάποιον τρόπο οργανώνεται σε ένα σχήμα αρχαίστικο, με ποια έννοια. Το δόξα που βρίσκομαι στην αρχή θα μπορούσε να διστυγηθεί με την τελευταία λέξη, την ευδοκία. Τη δόξα στην αρχή και η ευδοκία. Δόξα στον Θεό, ευδοκία στους ανθρώπους, στον άλλο πόλο του συνολικού του θάσματος και αυτό επίσης πρέπει να συνδεθεί με το ειρήνη που υπάρχει στο κεντρικό στίχο στο επίγηση ειρήνη. Τρία λοιπόν πράγματα. Δόξα στον Θεό, ειρήνη στη γη, ευδοκία και χαρά στους ανθρώπους. Αυτό είναι ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο γιατί εδώ βλέπουμε και πάλι αυτά τα τρία στοιχεία τα οποία βρήκανε και μέσα στην αφηγηματικό υπόβαθρο της ιστορίας. Είπαμε ότι Φάτμι, Πιμένας και ο Ιησούς συγχωρίζουν ακριβώς αυτούς τους τρεις κόσμους τον Θεό, τον κόσμο της γης αν θέλετε, τον κόσμο της ορζών και τον κόσμο των ανθρώπων οι οποίοι και στον ίμουνο διαχωρίζονται. Οπωσδήποτε το πρώτο και βασικό στοιχείο που πρέπει να παρατηρήσουμε ότι χαρακτηρίζει αυτόν τον ίμουνο είναι ότι εδώ έχουμε μια οικομενική διάσταση του χαρμώσεου μηνύματος που πιάνει ακριβώς και τις τρεις αυτούς αυτούς τους άγιους. Ενιψίστης, δηλαδή τον κόσμο του ουρανού, του ουρανών, την επηγή σιλήνη, τη γη και τους ανθρώπους. Σαφώς εδώ έχουμε το κοσμοείδωμα το βιβλικό για τον κόσμο που ο κόσμος διαχωρείται ως έναν δυόρροφο ή τριόρροφο σύστημα δηλαδή στον προκειμένη περιπτώση για εντελόχους τους δύο αυτούς τους κόρους της γης και του ουρανού ή αν θέλετε για έναν κόσμο ο οποίος διακρίνεται στις ουράνιες δυνάμεις στους ανθρώπους και στην υπόλοιπη δημιουργία. Να λαμβάνω ότι αυτό είναι ένα κοσμοείδωμα μιας άλλης εποχής και εμείς πρέπει να το αντιμετωπίσουμε ως θέλε. Σαφώς αυτό που είπαμε από την αρχή, η χαρά της ουκτρίας δεν αφορά μόνο μία συγκεκριμένη κοινωνική τάξη. Επιπέναντίες και εδώ έχουμε πάλι ένα χαρακτηριστικό στοιχείο του Λουκά. Αποδέχτης, πρώτος αποδέχτης αυτού του χαρμόσου μηνύματος είναι μία από τις περιθωριακές ομάδες της Παλαιστίνης. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό στοιχείο του, απροσδόκιο του, που βρίσκουν μέσα και προφανώς και έμμεσης κοινωνικής πολιτικής που βρίσκουν στον Λουκά, όπου βλέπουμε πραγματικά ότι η αποδέκτηση αυτή, οι οποίοι τελικά κατανοούν το μήνυμα της ουκτρίας, είναι άνθρωποι που δεν θα πρέπει να κάνεις γιατί κινούνται στο περιθώριο. Να θυμίσω εδώ και τις παραβολές του Λουκά, όπως την παραβολή Καλούς Σαμαλίτη, που ο πρότυπος του Πλησίου Αγίου είναι ένας καθαρά περιφερειακός άνθρωπος, ο Σαμαλίτης, περιφερειακός για τα Ελληδαϊκά δεδομένα, ή αν θέλετε και την περιφερειακή του Τελώνου και τον Φαλισαίο, όπου Τελώνης είναι αυτός που τελικά αποδεικνύεται ότι κατανοεί το νόημα της ουκτρίας, τον άσσοτο υιό, στην περίπτωση της νοηστής παραγωνίας, αλλά και σε ένα πιο από το ιστολικό παράδειγμα, το παράδειγμα του Ζαπχαίου. Ο Ζαπχαίος αποδεικνύεται εκείνος ο πους κατανοεί τη σπουδαιότητα της έλευσης του Ιησού στον κόσμο του και γι' αυτό βλέπουμε ότι λειτουργεί με έναν τρόπο μετάνοια. Σουαστικά θα λέγαμε είναι η πρακτική εφαρμογή της ίδιας της παραγωνίας των Τελών και του Φαλισαίου. Μένως λοιπόν αυτό το στοίχιο της κοινωνικής αντιστροφήσης, του απροσδόκητον να θέλετε και της υπέρβασης του κοινωνικού διακρουσίου, διατρέχει όλο το Ευαγγέλιο, το βρίσκουμε και εδώ, στην αρχή του τρίτου Ευαγγελίου, στο δεύτερο κεφάλαιο, όπου η σωτηρία δηλώνται ότι αφορά σε όλο το λαό. Επιπλέον, αυτό που συμβαίνει εδώ, το γεγονός ότι ανοίγουν η ουρανή και το γεγονός ότι εμφανίζονται οι Άγγελοι να ενούν το Θεό, αυτό είναι ένα ενδιαφέρον στοιχείο, γιατί κατά κάποιο τρόπο θα λέγαμε ότι εδώ διαλύνται ένας κοσμικός διαλυσμός, ο οποίος ήθελε τον κόσμο να είναι διερμμένο σε δύο διαφορετικούς κόσμους και βλέπουμε εδώ ότι ο Ιησούς και η γέννηση του ουσιαστικά οδηγεί σε μία υπέρβαση αυτού του διαλυσμού, αφού στο πρόσωπό του συμφιλιώνται και συναμβιούνται όλα αυτά τα στοιχεία της δημιουργίας και ακόμα συμβιουργείται η δημιουργία η ίδια με το δημιουργό της. Και αυτό είπαμε ότι φαίνεται καταρχάς, μελετήσαμε αφιεματολογικά την ιστορία στα επιμέρους στοιχεία της αφήγησης και κατά δεύτερο φαίνεται από το γεγονός ότι ο ίδιος ο ύμνος του Αγγέλου το επιβεβαιώνει αυτή την υποψία που έχουμε και μάλιστα ο ύμνος έτσι όπως είναι παραπέμπει πάρα πολύ εύκολα στο 11ο κεφάλαιο του Ευαγγενείου στον Ιησού στην πόλη της Ιαουσαλήμ, όπου εκεί ακριβώς πάλι έχουμε έναν τίμνο και λέει εκεί ευλογημένος ο επόμενος βασιλεύσε με μόνα του Χριού, ειρήνη εν ουρανό και δόξα εν ευσύς της. Εδώ αλλάζουν τα δεδομένα, όμως και εδώ ο ίδιος θυμίζει κατά πολύ αυτήν την συνάντηση, θα λέγαμε, αυτόν τον κόσμο. Οπότε πρώτα λοιπόν έχουμε μία υπέρβαση ενός διαινεσμού, όπως είπαμε και πάλι ότι προϋποθήθηται στο δημιουργικό κείμενο και δεν βρίσκουμε τίποτα άλλο εδώ, παρά μία θα λέγαμε προϋποθήθηται εδώ σαφώς η κοσμολογία του προϋποβαγγελίου με τον ουρανό, οι ύψεις, τους ανθρώπους και τη γη. Και αυτή ακριβώς η συνάντηση, επειδή είναι στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ο οποίος είναι βέβαια άνθρωπος αλλά δεν είναι μόνο άνθρωπος, μπορεί κατά κάποιον τρόπο να αποτελέσει, έστω και έμμεσα, εάν θέλετε, αρκετά ήπια, μία υπέρβαση ενός αποκλειστικού ανθρωποκαιδισμού. Δηλαδή η ισοκληρία δεν είναι ένα γεγονός που αφορά τελικά μόνο τους ανθρώπους, έστω και τους ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης, αλλά ουσιαστικά αφορά και φέρνει την ειρήνη σε όλη τη γη, στον κόσμο, δηλαδή στο σύνολό του. Αυτό λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ένα σημαντικό στοιχείο που μπορεί να μας βοηθήσει στην υπέρβαση ενός αποκλειστικού ανθρωποκαιδισμού. Δεν είναι ο στόχος τελικά της ισοκληρίας μόνο ο άνθρωπος, άλλωστε αυτό το είχαμε συναντήσει και στον ίδιο τον Παύλο όταν μιλούσε και για την αποκαραδοκία της τρίσης. Δεν είναι λοιπόν μόνο ο άνθρωπος, αλλά είναι όλη η δημιουργία, σήμα σε δημιουργία και η δημιουργία όπως πληροφορίζουμε μέσα από τη γη και μέσα από τα ζώα. Και πού γίνεται αυτό, πού κατάκανε, υπερβαίνεται αυτός ο διαλυσμός και πού ουσιαστικά βιώνεται η ισοκληρία, δεν είναι σε έναν πνευματικό κόσμο, έναν κόσμο αν θέλετε έξω από την πραγματικότητα αυτού του κόσμου σε έναν ουράνιο, συμβουλικό, αόρατο ή πώς θέλετε πνευματικό κόσμο, αλλά είναι πάνω στη γη γιατί εδώ σε αυτή τη γη βιώνεται η εκδοκία του Θεού. Μέχρι λοιπόν, κατά κάποιο τρόπο έστω και μέσα, χωρίς να επαναλαμβάνουμε, να θεωρούμε ότι ουσιαστικά εδώ έχουμε μια σαφή φιλική προς το περιβάλλον τα σχολεία, ουσιαστικά υπάρχουν ψήμματα μέσα στη διήγηση, τα οποία θα μας βοηθούσαν να δούμε τη σχέση του Θεού με την υπόλοιπη δημιουργία και μάλιστα υπό το πρίζιμα της σωτηρίας από μια διαφορετική σκοπιά. Η γη λοιπόν, η γη είναι ο τόπος της φανέρωσης της δόξας του Θεού, αυτό είναι ξεκάθαρο αφού στη γη ανοίγει βέβαια ουρανός, αλλά στη γη ουσιαστικά θα διαδραματίζονται ακριβώς όλα τα γεγονότα τα οποία γνωρίζουν από την Ευαγγελική ιστορία. Η γη είναι ο χώρος ο οποίος υποδέχεται τον Ιησού και κατά την υποδοχή αυτή, κατά τη γέννησή του να μονεί, ουσιαστικά ο Ιησούς κατεχώνει και ενώνει τη γη και τον ουρανό πρώτο, με το άνοιγμα του ουρανού και των αδέρφων του σαν γέννηση του άνοιγμα του κατεβαίνου, αλλά ενώνει ακόμα και τα επηγήσουν μεταξύ τους. Βέβαια, σε μια σχέση όπου θα πω ότι διαβάζω σαν κανείς αυτήν την ιστορία, σε μια σχέση εξαιρετικά ιδριακή και αρμονική, είναι πολύ ιδριακός χαρακτήρας αυτής της ιστορίας, έχει επιστημονηθεί πάρα πολλές φορές από τους ερμονευτές, ότι εδώ έχουν μια πάρα πολύ όμορφη εικόνα μιας αρμονίας, η οποία παραπέμει βέβαια σε αντίστοιχες παραστάσεις νεσιανικές, υποθετικές παραδόσεις, όπου εκεί μιλάει για παράδειγμα για τη συμβίωση του εικείς συμβίωσης, διότι μεταξύ τους εχθρηκών όπως θυλαμάτων, δηλαδή και θειρευτών, όπως ειδικομεντάρια κλπ. Ήδη η ιδριακή εικόνα λοιπόν υπάρχει και εδώ. Έχουμε λοιπόν τη συμβίωση, ή τη συνάντηση, αν θέλετε, όλων των όντων, και εκεί γύρω από το πρόσωπο του Ιησού και φυσικά παραπέμει ακόμα και στην εικόνα της δημιουργίας, γιατί άλλωστε και οι εικόνες εικαθετικές από εκεί ανδλούν τις παραστάσεις τους, που ουσιαστικά δηλαδή έχουν μια επαναφορά θα λέγαμε εδώ, σε ένα αφηγηματικό βέβαια επίπεδο, μια επαναφορά στην αρχική κατάσταση και μια επίπληρωση ταυτόκονα όλων των προφητείων για τη μεσιανική εποχή. Λοιπόν, στη μεσιανική εποχή, ένα από τα χαρτιστικά είναι ακόμα αυτή η συνάντηση και η αρμονική συνάντηση των ορμόντων και των πλεισμάτων, τα οποία μέχρι πότε βρίσκονται σε μια ανταγωνιστική σχέση και επομένως σε μια σχέση φθοράς και καταστροφής. Ένα άλλο στοιχείο που είναι ενδιαφέρον και επομένως πρέπει να έχει εδώ μια σημασία για τη συζήτησή μας, είναι οι κοσμικές διαστάσεις που παίρνει αυτό το λεωφόνος. Όπως είπαμε και πριν, εμπλέκονται όλος, εμπλέκεται όλος ο κόσμος, όπως τον κόσμο τον κατανοεί φυσικά ένα κείμενος ανάθετον που είναι το καταμετάνευμα κείμενος του πρώτου αόνα. Εμπλέκεται στην ιστορία ο ουρανός, όχι τους εκπροσώπους που είναι οι άγγελοι και την αναφορά στον ίδιο Θεό και ουσιαστικά κατά κάποιον τρόπο ένα άγγελο, μια συνάντηση αυτό του κόσμου με τη γη. Εμπλέκεται όμως και ο κόσμος των ανθρώπων και της υπόλοιπης δημιουργίας, ο κόσμος της ζωής. Και φυσικά αυτό το λεωφόνος είναι ένα λεωφόνος που είναι μυστικό, ή ένα λεωφόνος το οποίο γίνεται πίσω από κλεισμένες πόρτες, απέναντι σε έναν δημόσιο λεωφόνος, έναν λεωφόνος το οποίο έχει έναν δημόσιο χαρακτήρα, υποτίθηκε από την αφήγηση ότι αυτό ήταν ορατό σε περισσότερους ανθρώπους. Άρα λοιπόν είναι ένα δημόσιο λεωφόνος, είναι ένα γεγονός με οικονομικές και κοσμικές διαστάσεις και είναι ακριβώς μία αφήγηση που θα μπορούσε πολύ όμορφα να κατανοηθεί μέσα σε μία οικολογική προοπτική και να κατανοηθεί ακριβώς ως μία δυνατότητα ανάγνωσης των κυβέντων μας με σκοπό ακριβώς στην διατύπωση ενός νέου ήθους και μιας νέας τάσης από το στέμον απέναντι στο περιβάλλον, δηλαδή απέναντι στο υπόλοιπο δημιουργήμα. Και είπαμε πολλές φορές, το λέμε συνεχώς και εδώ και πριν από πολύ λίγο, τα κείμενα ουσιαστικά δημιουργούν να, θέλετε, κατασκευάζουν και ήθος, κατασκευάζουν και ταυτότητα, άλλωστε ένας από τους λόγους για τους οποίους γράφεται το κείμενο της Καινής Διαδρύκης ήταν αυτός, να διαμορφώσει το ήθος της νέας κοινότητας και να διαμορφώσει και μια κοινή και νέα ταυτότητας. Και λοιπόν της νέας αυτής ταυτότητας θα μπορούσε να είναι και η επαναπροσαλωγή και η επανεκτίμηση των σχέσεων που επέφτουν οι άνθρωποι σε τα υπόλοιπα δημιουργήματα, με την υπόλοιπη δημιουργία, κάτω μάλιστα και από το φως αυτής της οδηγιόδου σε λευσούς του Ιησού, η οποία εδώ συγκεκριμένει, είτε στο ηγετμός της γέννησης. Μένως θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η ειδριακή εικόνα της συμβίωσης των όλων των μερών, θα λέγαμε, όλων τις δημιουργίες και την δημιουργία του, δημιουργεί προϋποθέσεις, παρόμοιες μαρτές που δημιουργεί μία ένα κείμενο σαν αυτό που θα μιλιαβάσαμε στη Μοσχολασσία και στη Στολή, ή εξηγεί αν θέλετε ή δημιουργεί, θα λέγαμε, την ελπίδα και ερμηνεύει, θα λέγαμε, θα ακούσαν να πω πρωιμίου, σ' αρχής, από πιο νωρίς, ερμηνεύει και αυτά που θα γίνουν στα έσκατα και τα οποία περιγράφει ο προζωμένος Εκοστολή. Μα αυτό το γεγονός, και η κατεπίδα ακόμα, έχει μεγάλη σημασία. Διότι, φεύγοντας στη Βουσκή, φεύγουν δοξάζοντες και ενούντες. Απουσιαστικά, ήρθε τούν το ρόλο των αγγέλων, όπως οι άγγελοι παρουσιάζονται να ημούν και να λοξάζουν τον Θεό, το ίδιο ακριβώς συνεχίζουν μετά οι άνθρωποι, που ακριβώς αυτό αποτελεί, θα λέγαμε, έναν επανειγμό της μεταμόρφωσης της οποίας εφίστεται ο άνθρωπος, από το γεγονός της οπειρές και από τη βίωση του γεγονός της οπειρές, οι άνθρωποι, λοιπόν, επιστρέφουν στα Βουσκοτόκια. Ουσιαστικά, θα λέγαμε ότι συνεχίζουν αυτού του ο οποίου ήζησαν εκεί στη Φάτνη και που μέχρι τότε θα λέγαμε ότι συνεχίζουν σε αυτήν την αγγελική πραγματικότητα, θα μείνουν όλοι οι πλημένες να αποτελούν και ένα παράδειγμα για την κοινότητα. Δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι οι χαρακτήρες οι οποίοι παίζουν κάποιο ρόλο μέσα στη μεξικωρία δεν παίζουν σε έναν καθαρά αφηγματικό επίπεδο, που είναι ουτερός ανεξάρτητο από τους ίδιους τους αναγνώστες. Για την κοινότητα αυτά τα πρόσωπα, οι παταλογιστές των διάφορων στο Ελλάδ, αποτελούν και ρόλους ο οποίους άλλοτε πρέπει να υιορθηθήσουν και άλλοτε πρέπει να αποποιηθούν. Άλλοτε δηλαδή είναι παράδειγμα προς μήμεση και άλλοτε παράδειγμα προς αποφυλή. Σαφώς οι πλημένες είναι ένα θετικό παράδειγμα μέσα στο Παπαλικάν Ευαγγέλιο, είναι το παράδειγμα των ανθρώπων που αποδεχτούν το μήνυμα της ουτερίας και αυτοί οι πλημένες ουσιαστικά θα συνεχίσουν αυτό που έζησαν εκείνο το βράδυ με τη γέννηση του Ιησού και αποτελεί αυτή συμπεριφορά τους, τόσο η αποδοχή, όσο και ο έννος και η δοξολογία και η συνέχιση αυτής της ιδιαιλιακής σχέσης και αυτής της ιδιαιλιακής κατάστασης και η βίωση της μησιανικής πραγματικότητας αποτελεί θα λέγαμε και το πρότυπο και των χριστιανών, οι οποίοι διαβάζουν μέσα στην κοινότητα αυτά τα κείμενα. Συνομισιζοντας λοιπόν και κλίνοντας, όπως στο επόμενο μάθημα θα μπορούσαμε να πούμε ότι και αυτή η μικρή και χαριτωμένη ιστορία με τόσα στοιχεία από την Προφητεία και από τις μησιανικές προοδοκίες αλλά και στοιχεία από την ιδιαιλιακή κατανόηση της υπέθου που βρίσκουμε στα ελληνιστικά χρόνια αυτή λοιπόν ιστορία θα μπορούσε να μας δώσει και αυτή σαν ένα πολύ μικρό λιθαράκι ένα στοιχείο για τη σχέση του ανθρώπου με την υπόλοιπη λιμωγία η οποία ορίζεται ακριβώς από την κατεξοχή πρωταγωνιστή της ιστορίας του να Ιησούς Χριστός καθώς του πρόσωπό του συναντιούνται πλέον η ανθρωπότητα, η υπόλοιπη λιμωγία, η γη αν θέλετε και ουράνιες κόσμους μια ιδέα που ουσιαστικά είχαμε πει ότι βρίσκουμε σε ένα πολύ διαφορετικό κείμενο στο κείμενο της Ποσκομασαίας της ιστορίας να υπάρχει πάλι με τον Ιησού να είναι εκείνος ο οποίος είναι κεφαλή των πάντων