Η Ιωάννα Καρυστιάνη στη Βιβλιοθήκη Λιβαδειάς /

: Μουσική Καλησπέρα και από μένα σε όλους σας, σας ευχαριστώ πάρα πολύ που με φωνάξατε να έρθω στη λιβαδιά και να έχουμε αυτή τη συνάντηση μαζί. Ακούγοντας τα προσπάσματα τώρα, ένιωσα να αποζητώ αυτή την εποχή που αισθανόμουν παντελώς αοπλή λογοτεχνικά. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα τι εστί τεχνική, τ...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Γλώσσα:el
Είδος:Ακαδημαϊκές/Επιστημονικές εκδηλώσεις
Συλλογή: /
Ημερομηνία έκδοσης: ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ 2018
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:https://www.youtube.com/watch?v=OoaXKdfxfKo&list=PL4ir5o_3uDPuX0OF4vvqHltMtBFPlhaRh
Απομαγνητοφώνηση
: Μουσική Καλησπέρα και από μένα σε όλους σας, σας ευχαριστώ πάρα πολύ που με φωνάξατε να έρθω στη λιβαδιά και να έχουμε αυτή τη συνάντηση μαζί. Ακούγοντας τα προσπάσματα τώρα, ένιωσα να αποζητώ αυτή την εποχή που αισθανόμουν παντελώς αοπλή λογοτεχνικά. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα τι εστί τεχνική, τι εστί επάρκεια γνώσεων, αλλά είχα μέσα μου ένα δαίμονα τη σφοδρή επιθυμία να μπορέσω να γράψω. Νομίζω πως αυτό είναι ένα στοιχείο που αποτυπώνονται στο πρώτο και στο δεύτερο βιβλίο του κάθε συγγραφέα και κατά κάποιον τρόπο φανερώνει και στο πού θα οδηγηθεί όλη η επόμενη πορεία του. Παρόν των δύο τουλάχιστον συναδέλφων ποιητών εδώ, ίσως και άλλοι γράφουν ποιηση υποζωγραφία. Θυμάμαι τα λόγια του Φερνάντο Βεσσόα, μια που τελευταία πολύ κουβεντιάζεται και αυτός με τις επανεκδόσεις των βιβλίων του και με τις ταινίες που λέει ότι η λογοτεχνία και όλη η τέχνη είναι μια απόδειξη ότι η ζωή δεν αρκεί. Νομίζω πως δεν ισχύει μόνο για αυτούς που γράφουν ποιηση υποζωγραφία, που κάνουν μουσική, ταινίες ή καστικά ή θέατρων, ισχύει και για όλους τους αποδέκτες, για όλους εμάς που έχουμε ανάγκη να διαβάζουμε ένα βιβλίο, να ακούσουμε μουσική, να πάμε να δούμε μια παράσταση ή μια ταινία. Είναι το παραπάνω. Όταν αισθανόμαστε ότι μας πλήγουν ερωτήματα, ότι έχουμε ανάγκη ονειροπόλησης, ο Χόπς Βάουμ λέει ότι καταργήθηκε η ονειροπόληση στην εποχή μας και ζούμε τις ολέθειες συνέπειες αυτής της κατάργησης, είναι πολλά από μέσα μας τα οποία μας αναστατώνουν και μας οδηγούν στο να αναζητήσουμε κάτι που είναι πέρα από την καθημερινότητα. Ευλογημένη η καθημερινότητα με τα καλά και τα κακά της. Εγώ είπα πολύ μεγάλη στη λογοτεχνία, τώρα έχω 57 χρονών, στα 42 έβγαλε το πρώτο βιβλίο, αλλά πάντα από παιδί ήθελα να γράφω. Εστάνομαι, από τα λίγα βιβλία που έχω γράψει, ότι η δουλειά ενός συγγραφέα κατά κάποιο τρόπο είναι να αποφασίσει μια στιγμή, να βυθιστεί στην οδύνη της ανθρώπινης ύπαρξης και να προσπαθήσει να διεσδίσει όσο πιο βαθιά μπορεί, στις πολλές πτυχές της ανθρώπινης περιπέτειας, να καταγράψει τη δυσκολία αλλά και την εφορία των ανθρωπίνων σχέσεων. Και, σε τελευταία μέρα, θα έλεγα ότι κατά κάποιο τρόπο κάθε του βιβλίου, είτε είναι λίγα είτε πολλά, είναι και ένα συναισθηματικό βιογραφικό. Δεν έχω γράψει εγώ πολλά. Μια συλλογή δειγημάτων και τέσσερα μυθιστορίματα. Θα έλεγα λοιπόν ότι κάθε ένα από αυτά το αντιλαμβάνομαι σαν ένα κλειράς συναισθηματικό βιογραφικό της εποχής, από την ώρα που συλλαμβάνεται η κεντρική ιδέα μέχρι την αποπεράτωση, ας πούμε, ενός βιβλίου. Και όλα μαζί σαν να αποτελούν και ένα πλήριατρικό φάκελο που εμπεριέχει καταρχήν, ας πούμε, τη χρόνια αγρίπνια, που εμπεριέχει τις συνέπειες της κάθε απώλειας, που εμπεριέχει αυτός ο φάκελος την δυσανετσία προς πλευρές της κοινωνικής ζωής, οι οποίες οδηγούν για τον συγγραφέα να αντιλαμβάνεται έτσι ή αλλιώς την καθημερινότητα και να πλάθει με τον άλλο τέτοιον τρόπο τους μύθεις θρηματικούς του ήρας, που εμπεριέχει, αν θέλετε, τη βουδημία του για τις πολύπλογες περιπέντεες του νου και της ζωής, που εμπεριέχει τη σεμονεύτου, την εξομάλλινηση, την επιδίνωσή τους, το άγχος του για όλο αυτό, τη συναρπαστική σύνθεση που είναι το διάβα μέσα στην καθημερινή ζωή. Παράλληλα είναι και μια απόπειρα ψυχοθεραπείας κατευλίου, γιατί ακουμπά στα παιδικά χρόνια σε θεμελιακές δικαταστάσεις, στα παιδικά χρόνια στην συνείδηση του ευθού, του άλλου, στην πρώτη συνειδητοποίηση της ανάγκης συνύπαρξης, στον έρωτα, στο άγχος του θανάτου, στις σχέσεις της οικογένειας. Σας είπα ότι δεν έχω γράψει πολλά βιβλία, θα έλεγα ότι κάθε ένα από αυτά είναι απότοκο ενός ισχυρού κλονισμού προσωπικού που έζησαν και που ενδεχομένως αυτό να ακουμπά σε κάτι πάρα πολύ παλιό. Πιστεύω ότι πολλοί καλλιτέχνες έχουν δημιουργηθεί μετά από μια μακρά περίοδο προσωπικού εγκλισμού, η οποία γίνεται αιτία εσωστρέφειας, μικρή, από 10 έως 12 ετών είχα μια πολύ σοβαρή αιμαντολογική αρρώστια και ήταν η πρώτη μακρά περίοδος εσωστρέφειας που με οδήγησε στον αναπτύξιο σιγά σιγά μια οξυδέρικια προς δύσκολες καταστάσεις, να αντιλαμβάνουμε διαφορετικά τον πόνο, τον φόβο, την ελπίδα, αν θέλετε, να επινοώ τρόπους για να περνάει η καθημερινότητα του εγκλισμού στα νοσοκομεία και στο σπίτι, δεν είχα πάει πέρα δημοτικού και τα λοιπά, να παρατηρώ και να πλαθώ ιστορίες για τις μικρές λεπτομέρειες που με περιεργήριζαν από το δωμάτιο που το μοιραζόμουν ο μαλαστής τραγουδιάς ασφαλώς ή το δωμάτιο ας πούμε στο νοσοκομείο, να παρατηρώ τα μικρά αντικείμενα, τους ανεπέστητους ήχους, να πιάνει το αυτοίγω τη φορά από το παράθυρο. Όλα αυτά κατά κάποιο τρόπο νομίζω πως με οδήγησαν και είχε συμβεί και σε πολλούς άλλους, από ότι μετά συν το χρόνο μελετώντας διαπίστωσα, με οδήγησαν σε μια προσωπική κατά κάποιο τρόπο ματιά πάνω στους ανθρώπους και πάνω στον κόσμο και σε μια ανάγκη για προσωπική έκφραση. Άγγισα να πάρω τα ειναιία αυτής της ιστορίας στα χέρια μου, είχα τρομερό φόβο και αγωνία αν μπορώ πραγματικά να πω κάτι που να αξίζει τον κόπο. Όταν αποφασίσει ένας άνθρωπος ότι δεν κομίζει κλαύκα εις Αθήνας και ότι δεν είναι αυτός ο οποίος θα λύσει τα προβλήματα της λογοτεχνίας και της οικουμένης, όταν με ταπεινοφροσύνη, με δημότητα και με ειλικρίνεια καταπιαστεί με αυτό που πραγματικά τον κεντρίζει και τον αναστατώνει και θέλει να το εκφράζει, τότε ταπεινά μπαίνεις σε αυτή την περιπέτεια και ό,τι προκύψει. Έχω γράψει λίγα βιβλία όπως σας είπα, όλα καταπιάνονται με κορυφές ανθρώπινες εμπειρίες. Είναι ο έρωτας, είναι ο θάνατος, είναι ο φόνος, είναι η λεσμονιά, είναι η αρρώστια σε βαριά ξενιτιά. Και όλα τα βιβλία, νομίζω πως υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής που μια που βρισκόμαστε σε βιβλιοθήκη οφείλω να τον επισημάνω, είναι έτσι μια τρομερή αγάπη, μια περιέργεια, μια απίστευτη ασύλη των διάστασεων προσδοκία που έχω, ιδίως σε περιόδους που αισθάνομαι ότι πνίγομαι, προσδοκία από τη γλώσσα. Πιστεύω ότι στη λογοτεχνία η γλώσσα δεν είναι απλώς εργαλείο, είναι αυτόνομος λογοτεχνικός συντελεστής. Η επεξεργασμένη, τεχνουργημένη γλώσσα και στη βύση και στη φωτογραφία, αυξάνει την αιδονή της ανάγνωσης. Αυξάνει τη δυνατότητα της διαπλοκής με πολλές περιοχές της τέχνης και του παρελθόντος της λογοτεχνίας, τις διαπλοκές με την αρχαία γραμματεία, με την περίοδο της αναγέννησης, την επικοινωνία με κλωσικούς και πολιτιστικούς θησαυρούς περιοχών και πολιτισμών παραγκορνισμένων από την κυρία Κηδύση στην εποχή μας και επίσης οξύνει την κριτική ματιά του αναγνώστη που απαιτεί από αυτόν να μην μεταβάλλεται σε ένα οκνηρό καταναλωτή σελίδων. Πιστεύω ότι αυτός ο οποίος στην λογοτεχνία και ιδίως το μυθιστόριμα που είναι μια σύνθετη επεξεργασία ζων, μία φλατιά αφήγηση, αυτός ο οποίος το μυθιστόριμα αποζητά απλώς και μόνο την περιπέτεια της πλοκής και δεν αφουγράζεται, δεν προσπαθεί να αντιληφθεί τη γλώσσα που έχει επιλεγεί για να αφηγηθεί ο συγγραφέας αυτή την ιστορία, αυτός χάνει τη μισή αξία του βιβλίου και τη μισή χαρά της ανάγνωσης. Πιστεύω ότι ζούμε σε εποχές όπου έχει παραγγονιστεί η γλώσσα, αυτό που λέγαμε πριν ότι η κυριαρχία της αγοράς, της οικονομίας, του διάβατης σαρώνει τα πάντα. Η μητρική γλώσσα, οι μικρές γλώσσες, δεν μου αρέσει ο όρος, δεν φαιρώ καμία γλώσσα μικρή, μπορεί να μιλέται από λίγους κάποια, αλλά να είναι μια απέραντη αυτοκρατορία πλούτου συναισθημάτων και νοημάτων. Υφύστανται μια σφιχτική πίεση στην εποχή μας. Την είναι να χειριαρχήσει η γλώσσα της οικονομίας, η οποία είναι η αγγλική. Φυσικά, μπορεί σε 50 χρόνια να είναι τα κοιναιζοποιμένα εγγλέζικα ή τα αγγλοποιμένα κοινέζικα, δεν ξέρω πού θα πάει αυτή η ιστορία. Αλλά η γλώσσα ως μια πολύ γενναιόδωρη χειρονομία του παρελθόντος προς το μέλλον και του πλήθους που την έχει σμιλέψει πριν από μας προς εμάς, μια γλώσσα που είναι ιδιωτικός σύμπαρ για τον καθένα, μια ατομική περιουσία, μια κληρονομιά, μια ιδιοκτησία που δεν πάει και κόντρα στο μορτισμό, θα λέγαμε, είναι ένα σύμπαρ τόσο πλούσιο που επιτρέπει την πολύπλευη επικοινωνία με το φρόνο, με το χώρο, με τους τόπους, με τους ανθρώπους παντού. Είναι πιο δημοκρατική, αν θέλετε, και ενδιαφέρουσα η διαφορετικότητα από ένα ίδιο τοπίο, μια ίδια σχολή που νομίζω πως μπορεί να εικυμονεί η μία γλώσσα. Φυσικά τα τελευταία χρόνια νομίζω πως γίνεται μια ευρύτατη συζήτηση στα μεγάλα παρεπιστήμια τουλάχιστον του εξωτερικού για την υποβάθμιση των ανθρωπιστικών σπουδών και θεωρούν ότι η υποβάθμιση των ανθρωπιστικών σπουδών είναι και ένας από τους βασικούς παράγοντες της ασυνανοησίας στο διεθνές πεδίο. Επιστήμονες με ολόκληρη επαιδεία μπορούν να το εξεργαστούν, να καταλάβουν καλύτερα τα διεθνή προβλήματα, τα διεθνή ζητήματα, να έχουν καλύτερο διάλογο, ο οποίος μπορεί να οδηγεί αν και άλλος λιγότερος πολέμος και πιο ειρηνικές λύσεις. Σαν λίγο τη λίγη γλώσσα λιγοστεύει τη σκέψη και η λίγη σκέψη φτωχαίνει τη ζωή μας και αυξάνει το φόβο και ο φόβος γίνεται ένας τρόπος χειραγκώγησης των ανθρώπων που τους οδηγεί σε μια υποταγή. Γι' αυτό αγαπώ το διάβασμα, γι' αυτό αγαπώ την πίεση, γι' αυτό πιστεύω ότι εμείς που είμαστε εδώ απόψε, είμαστε μια πολύ πληθύς συντροφιά, αλλά μας δένει ακριβώς αυτό, η αγάπη για τα γράμματα και η αγάπη για τις ιστορίες, οι οποίες έχουν τη δική τους γλώσσα αφήγησης. Θα σας πω πολύ λίγα πράγματα για τη Μικρά Αγγλία, εύχομαι όσοι το έχετε διαβάσει να έρχετε εδώ με λίστα πολλών ερωτήσεων και να με στριμώσετε να με φέρετε σε δύσκολη θέση. Η Μικρά Αγγλία είναι το πρώτο μου ιστορίμα, ο Βραχ, ο ζωγράφος λέει ότι το παραλυθόν είναι μια εκτασία. Μπορεί να χρειάστηκε να μελετήσω πάρα πολύ, γιατί δεν προέρχομαι από οικογένεια ναυτικών και δεν είχα εκεί προϊπηρεσία στα γράμματα, μπορεί να χρειάστηκε να διαβάσω πολλά συγγράμματα ναυτικά, να διαβάσω λογοτεχνία γύρω από τη θάλασσα και άλλα της εποχής, να κάνω πάρα πολλές συναντήσεις με ναυτικούς συνταξιούχους ή ενενεργία, με γυναίκες ναυτικών, με χείρες ναυτικών, με μέλη των οικογένειών τους, να περιπλανηθώ σε κάθε γωνιά της Άνδρου, που είναι η Μικρά Αγγλία, γιατί έτσι λέγονταν παλιά από τους καραβοκύρετες που καγαλοπιάνονταν και ονειρεύονταν ένα μέλλον με θελασσοκράτες, όπως της Μεγάλης Βρετανίας. Αλλά όλα αυτά μπορώ να πω ότι ήταν χρήσιμα και εντελώς απαραίτητα για να αποκτήσω μια ικανοποιητική βάση γνώσεως του θέματος. Όλα αυτά στη ζυγαριά μου τα έβαζα μαζί με κάποια ζευγάρια μάτια ναυτικών και κάποια ζευγάρια μάτια γυναικών, που δεν άνοιξαν καν το στόμα τους, υπάκουσαν στην παράδοση της γυναικείας σιωπής γύρω από αυτά τα θέματα. Ένιωσα την επιθυμία να γράψω για τους ναυτικούς το 1989, όταν πάτεσα για πρώτη φορά το πόδι μου στην Άμπρο. Τυχαία, για άλλο λόγο, όπου δεν μου άρεσε απολύτως τίποτα γιατί μέσα μου δεν ήμουνα καλά. Οπότε όλα αυτά από έναν οποιονδήποτε άλλο επισκέπτη θα του φαίνονταν πανέμορφα και ιδιολιασγά, και ακτισιοπρόσεχτα από φυσική άποψη, από αρχιτεκτονική άποψη, από κάθε άποψη. Εμένα δεν μου έλεγα τίποτα. Ήθελα να φύγω την ίδια και όλες μέρα. Μέχρι που ένας παλιός συμφιλητής από τη νομική μου λέει «Καληστία, τι κάνεις, έλα να πιούμε ένα καφέ και να τα πούμε». Και σε αυτό το σπίτι την ίδια και όλες μέρα μπήκα να πιω ένα καφέ και είδα πέντε φωτογραφίες μαυρώς, μεγάλες κορνιζωμένες ανδρών της οικογένειας που έκανε πνιγί στο δεύτερο παγώσιμο υπόλοιμο της νεοπομπέχης των Κλαντικών. Και σε τρία δευτερόλα αυτά μέσα, νιώθω ένα τρομερό σόχο μέσα μου, πώς μπορεί ένα σπίτι να αντέχει τόσο πέλθος. Μαθαίνω ότι οι παντιπλανά και τα παλαντιπλανά σπίτια αντίστηκαν τρεις και εφτά φωτογραφίες, ότι βρίσκομαι σε έναν ναυτονήσι με τρομακτική τρομερή και ευλογημένη ναυτική παράδοση και εγώ αποφασίζω, αυτορική παραχρήμα, ότι λατρεύω παράφορα την άνδρο, λατρεύω παράφορα τους ναυτικούς, ενδιαφέρει και με αναστατώνει σύγκορμα το ερώτημα πώς είναι δυνατόν να μην επιστρέφει και είναι το τελευταίο ασπασμό το σώμα του χαμένου ναυτικού στα πέρα των οκεανών και αποφασίζω να γράψω ένα βιβλίο. Το βιβλίο είναι ένα ερωτικό μυθιστόριμα. Ας το πούμε έτσι, ο έρωτας της ώρσας με το σπίρο. Αλλά η αυθεντηρία, το αρχικό κινήτρο ήταν η ακουσία. Αυτό και ακριβώς νομίζω πως κάθε σελίδα του βιβλίου διαποθήσεται από την απουσία, διαποτίζεται από την απώλεια, διαποτίζεται από αυτή την παράξενη αίσθηση των ανθρώπων, που πολλές φορές σε ένα μικρό μισή νομίζει κανείς ότι όλοι γνωρίζουν όλους, όλοι συμπαραστέκονται σε όλους τα δύσκολα, αλλά στα δύσκολα πραγματικά εκεί κανείς μπορεί να διώσει μοναξιά μεγατόνων, γιατί στα δεδομένη στιγμή όλοι αυθεντιάζουν από όλους. Χρειάστηκε να μιλήσω με πολλούς, μάλιστα πολύ στην άμρο παραξενεύοντα, που ως μη ντόπια, γιατί στην αρχή δεν ήμουν καλοδεχούμενη, θεώρησαν ότι επεβαίνω κατά πάσα πιθανότητα με εκείνη το να αναγράψω ένα σκαναλιστικό βιβλίο για τις περιπέτειες των ναυτικών στα Μπορδέλλα, κάτι που δεν ήταν η πρότασή μου, ας πούμε, να πιάσω τέτοια θέματα, με διέθυρα η τρομερή παράλληλη μοναξιά των ανδρών στη θάλασσα και των γυναικών πίσω στα διασπίτια, τα σπίτια τα κλειστά με τα κλειστά παράθυρα, και αγωνίστηκα για να κερδίζω την εμπιστοσύνη αρχικά των ανδρών, γιατί οι γυναίκες δεν μου ανήκαν της πόρτες τους, αρχικά των ανδρών, των ηλικιωμένων ναυτικών, που μπορώ να πω ότι μέσα στην καρδιά μου, έχουν όλοι αυτοί μια θέση ενός τεράστιου, ανυπολόγησης, αμύθητης, ασίαστης αμβρού, όχι μόνο γιατί με φίλεψαν με ιστορίες συναρπαστικές, όχι μόνο γιατί με εμπιστεύτηκαν, αλλά γιατί μετά από λίγο μπορούσαμε να κουβηδιάζουμε σαν ίσους προσίσου, να ρωτώ, να μου απαντούν, να με ρωτούν, να απαντώ και αισθάνομαι ότι μπορούσαμε ασφάλεια να βαδίσω πάνω στα κύματα της ζωής των ανθρώπων αυτών. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο που έχουμε σέντα από χρόνια και ένα άλλο βιβλίο το Σουέλ και ελπίζω κάποτε να μπορέσω να κάνω και ένα τρίτο, όχι για να κάνω την ελληνική, δεν είναι κάτι που με ενδιαφέρει, μακάρι και ένα τέτατο, εδώ να είμαστε και να έχουμε την υγειά μας. Εσείς το διαβάσατε το βιβλίο και μπορεί να σκέφτεστε ότι ένα βιβλίο που μιλάει για το παρελθόν και τις δεκαετίας του 30 και του 40 τι έχει να πει σήμερα. Νομίζω πως πάντα και η εποχή, ο χρόνος, και το σκηνικό, και τα επαγγέλματα των ιατών, όλα μαζί συναποτελούν ένα προσκηματικό σκηνικό. Όπου κι αν εκτιλήσετε μια ιστορία, είτε σε μια μητρόπολη, είτε σε ένα μικρό τόπο, σε ένα περίκλειστο, σε μια μικρή κοινωνία, όποιοι κι αν είναι οι βασικοί μηθιστοριματικοί χαρακτήρες, είτε είναι ναυτικοί, είτε είναι ταξιδίδες, είτε είναι καθηγητές, είτε είναι Έλληνες, είτε είναι ξένοι, ένα πράγμα ουσιαστικά ξάχνει κάθε βιβλίο. Τι είναι η ιστορία που πραγματεύετε, η ιστορία της ανθρώπινης περιπέτειας. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο, μπορώ να σας πω ότι αισθάνομαι πολύ τυχερή που μπορέσα να βρω το δρόμο μου στα γράμματα. Αισθάνομαι ευλογημένη που μπορώ να προσπαθώ, γράφοντας και σκίζοντας και μουτζρώνοντας, να πω αυτές τις ιστορίες, οι οποίες είναι επινοημένες. Προσπαθώ να δω τι ψάρια μπορώ να βιάσω μόνη μου, σε μεγάλο βαθμό. Και μπορώ να πω ότι αισθάνομαι και μια μεγάλη δύναμη στη ζωή μου, όχι δύναμη που μπορεί να εκτοξεύσει κάπου ψηλά στο χώρο της λογοτεχνίας, δεν είναι κάτι που με ενδιαφέρει. Ο Προύστ έλεγε ότι αληθινή τέχνη, πρέπει να σας συγκρατάζω πως το έγλειμμα, και δεν ξέρω αν είναι κανείς να γράψω κάτι πραγματικά πολύ σημαντικό. Να καταθέτω κάθε φορά με ειλικρίνεια και αντιμότητα το αποτέλεσμα ενός μόχθου, τον οποίο παραπληκτώντος, μπορώ να σας πω ότι τον οβλετώ, και όταν έρχομαι εδώ, να σας πω ότι είναι κάτι που με κουράζει, είναι κάτι που το επέλεξα. Και νιώθω πάρα πολύ τυχερή γι' αυτό. Είστε μια ομάδα που νομίζω πως είναι πολύ σημαντικό, που έχει τέτοιον τρόπο. Να διαβάζετε βιβλία, να τα κουβελιάζετε, να βγάζετε τη δική σας ειδηγορία θετική ή ανοιτική. Πριν έρχομαι λίγα χρόνια ήμουνα στην Κομοτινή, σε μια εκδήλωση, νομίζω για τον Άγιο της Μοναξιάς. Ήταν πάρα πολλές κόσμοι. Σε ένα πληροφορί είχαν ειδητοί και το Πανεπιστήμιο εκεί, είχαν έρθει πολλοί φοιτητές και καθηγητές, πάρα πολλές ερωτήσεις. Αλλά οι πιο ζωηρές και δύσκολες ερωτήσεις ήταν από μια ομάδα κυριών μεταξύ 70 και 75 ετών, όπου ήταν σαν κατσιγκάκια ατίθαστα και απίθαρκα. Λέω κορίτσια, πόθετε. Μου είπαν ότι εδώ και 35, έχουν περάσει τώρα κάποια χρόνια, τότε έχουν 40, εδώ και 40 χρόνια λοιπόν. Αυτές οι κυρίες σκέφτομαι να είμαι όλες καλά. Μασέβονταν, διάβαζαν βιβλία, μιλούσαν για τα βιβλία μια φορά την εβδομάδα. Πιλάμε δηλαδή για μια πολύ παλιά λέση για ανάγνωσης, που φέροντας ξανά στο μυαλό τα πρόσωπα και την ποιότητα του λόγου και του προβληματισμού, λέω ότι αμήν τι άλλο, η ανάγνωση δίνει χαρά, σηκώνει βαριές σκουρτίνες, μας επιτρέπει να βαδίσουμε με περισσότερη ασφάλεια και κουράγιο στα δύσβατα εισαδικά τοπία και μας επιτρέπει γνωρίζοντας τον δικό μας τον εαυτό, να δίνουμε με περισσότερο θάρρος το χέρι μας και τους άλλους ανθρώπους. Να βαδίσουμε στη ζωή της της επικοινωνίας. Και ένα άλλο παράδειγμα που λες για ανάγνωση, στην κολονία αυτό, Γιώργο, είναι πάλι κάποια χρόνια, μου έλεγαν ότι κάθε Πέμπτης συναντιώνταν με μια ομάδα 35 ανθρώπων και διάβαζαν, επί 3,5 χρόνια, το αναζητώντας το χαμένο χρόνο του Προύσκ. Μάλιστα, είχαν τόσο πολύ χαρά και αλλημονία για αυτές τις συναντήσεις της Πέμπτης, όπου διάβαζαν 50 σελίδες κάθε φορά με ένα μπουτήρι κρασί ή ένα καφέ στο κερί, όπου κανένας δεν είχε πάει διακοπές. Τη χρονιά που τους γνώρισα εγώ, είχαν αποφασίσει να πάνε όλοι μαζί διακοπές για να μην χάσουν τις 3 Πέμπτες της ανάγνωσης. Μπορείτε και εγώ να σας δείχνω ιδέες, αλλά πραγματικά θέλω να πω ότι ζούμε σε εποχές μάλλον δύσκολες, όπου κανείς αισθάνεται ότι υποβαθμίζεται η αξία της ανάγνωσης της λογοτεχνίας και της τέχνης και του πολιτισμού. Μπορεί να ακούμε λόγια εδώ και πολλά χρόνια τους υπεύθυνους, ότι θα γίνουν κινήσεις προς αυτήν τη διατέχνηση και μέσα από το χώρο της εκπαίδευσης που είναι το κλειδί για όλο το μέλλον του τόπου μας. Αλλά αυτά αργούν, προηγούνται άλλες προτεραιότητες κάθε φορά και νομίζω πως ζούμε τις συνέπειες. Ας προσπαθήσουμε με κουράγιο, ας πείτε ότι βάλουμε κάτω. Και αν μη τι άλλο, τίποτα δεν πάει χαμένο. Βλέπουμε πράγματι.