8ο μάθημα: Καλησπέρα. Στο σημερινό webinar αναφερόμαστε στην κόφωση και στη βαρυκοεία. Θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε πληροφορίες και να συζητήσουμε πάνω στα αίτια της κόφωσης, στους ορισμούς που υπάρχουν στο χώρο της κόφωσης, στα βασικά προβλήματα που αναδίονται και στις βασικές προτάσεις που έχει καταθέσει η εκπαιδευτική κοινότητα. Ξεκινάμε λοιπόν με τους ορισμούς. Ένα άτομο θεωρείται κοφό, όπως βλέπετε με υπογραμμισμένη τη λέξη, όταν είτε φοράει ακουστικά είτε δεν μπορεί να αντιληφθεί την ομιλία μόνο με την ακοή του. Άρα συνήθως στηρίζεται περισσότερο σε οπτικά ερεθίσματα για να μπορέσει να αντιληφθεί και να κατανοήσει τους συνομιλητές του. Σε αυτή την περίπτωση υπάρχει ένας βαθμός απώλειας μεγαλύτερας από 70 δεσιμπέλ. Ένα άτομο από την άλλη πλευρά θεωρείται βαρύκο, όταν είτε με τη βοήθεια ακουστικών είτε χωρίς αυτά, δυσκολεύεται να κατανοήσει η ομιλία και συνήθως ο βαθμός απώλειας ακοή σκημένεται από 35 έως 69 δεσιμπέλ. Όμως υπάρχει και ένας άλλος ορισμός που πρέπει να συζητήσουμε. Είναι ο όρος κοφός με κ κεφαλαίο. Στην περίπτωση αυτή ένα άτομο θεωρείται κοφό με κ κεφαλαίο, όταν δεν προσδιορίζεται από το βαθμό απώλειας της ακοής του, όπως στην προηγούμενη περίπτωση που ήταν κοφό υβαρύκο, αλλά από το γεγονός ότι ανήκει στην κοινότητα των κοφών, ταυτίζεται με τους άλλους κοφούς, χρησιμοποιεί τη νοηματική γλώσσα και μοιράζεται μια κοινή κουλτούρα. Όπως καταλαβαίνουμε, εκτός δηλαδή από τον προσδιορισμό ενός ανθρώπου με βάση την απώλεια ακοής, υπάρχει και ο προσδιορισμός με βάση ουσιαστικά την κοινότητα των κοφών. Η κοινότητα των κοφών είναι μία ομάδα ανθρώπων στην οποία συμμετέχουν όχι μόνο κοφά υβαρύκο άτομα, αλλά και ακούοντα άτομα. Αυτό που είναι κρίσιμο για να συζητήσουμε ποιος ανήκει και ποιος όχι στην κοινότητα των κοφών, άρα ποιοι είναι εκείνοι οι παράγοντες που κάνουν κάποιον αποδεκτό στην κοινότητα των κοφών, είναι πρώτα από όλα η χρήση της νοηματικής γλώσσας, η αποδοχή της διαφοροποίησης από τις υπόλοιπες ομάδες ατόμων με ειδικές ανάγκες ή αναπηρίες, η δυνατότητα και το βασικό αξίωμα ότι κάποιος μπορεί να είναι μέλος και της κοινότητας των κοφών, αλλά και της ευρύτερης κοινωνίας, η αποδοχή ότι οι κοφίζουν σε μια κοινωνία ακοκεντρική γεμάτη με προκαταλήψεις εναντίον τους και ουσιαστικά τους δημιουργεί μια αναπηρία στη θέση μιας απλής διαφορετικότητας. Σε ό,τι αφορά τώρα την αποδοχή, στην κοινότητα των κοφών γίνεται κάποιος μέλος πιο εύκολα όταν έχει γονείς κοφούς ή από την άλλη μεριά μπορεί να γίνει βέβαια και με άλλες συγγενικές σχέσεις. Σε ό,τι αφορά την κοινότητα των κοφών χαρακτηρίζεται ως ενδογαμική, άρα ουσιαστικά δημιουργούνται γάμοι σχέσεις μεταξύ των μελών της κοινότητας των κοφών. Δεν είναι λοιπόν το ερώτημα τελικά για να ανήκει κάποιος στην κοινότητα των κοφών πρέπει να είναι οπωσδήποτε κοφός ή βαρύκος. Όχι απαραίτητα. Κάποιος μπορεί να γίνει μέλος της κοινότητας πάντα με βάση την ελληνική νοηματική γνώσα, δεύτερον εάν έχει κοφούς γονείς, τρίτον αν έχει μία θετική στάση προς την κοινότητα και συμμετέχει και άρα αν ταυτίζεται με το πολιτισμικό στοιχείο της κοινότητας των κοφών. Μπορούμε λοιπόν, όπως είδαμε, να έχουμε έναν ορισμό της κόφωσης με βάση την απώλεια ακοής και έναν άλλον ορισμό με βάση το αν κάποιος ταυτίζεται με την κοινότητα των κοφών. Θα δούμε κάποια πράγματα περισσότερα σ' ό,τι αφορά την απώλεια της ακοής και για να έχουμε μία εικόνα θα ήθελα εδώ να δούμε πάρα πολύ αδρά την αλλατομία του αυτιού, ουσιαστικά μόνο να κατανοήσουμε ότι υπάρχει ένα μέρος πέρα από το πτερίγιο, υπάρχει το εξωτερικό αυτί εδώ, υπάρχει το μέσο αυτί εκεί που περιλαμβάνεται την πανική μεμβράνη, τα οστάρια και υπάρχει και το εσωτερικό αυτί, που βρίσκουμε τον κοχλία, τον νεύρο, ευσταχιανή σάλπιγκα και την εσωκαρωτήτα αρτηρία. Γιατί έχει σημασία να τα γνωρίζουμε αυτά, για να μπορούμε να κατανοήσουμε πως θα δούμε αμέσως παρακάτω τους διαφορετικούς τύπους βλάβης ανάλογα με το που συμβαίνει, είναι ένας βασικός διαχωρισμός. Άρα θα δούμε ότι πρέπει πρώτα να καταλάβουμε πως τελικά ακούμε, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε μετά και τι συμβαίνει, τι μπορεί να συμβεί, πού μπορεί να υπάρχει μία βλάβη και άρα πόσο πολλά διαφορετικά ήδη τελικά βαρυκοΐας και κόφωσης μπορεί να έχουμε. Όπως όσως γνωρίζετε από άλλο πλαίσιο, έχουμε τα ηχητικά κύματα τα οποία από το εξωτερικό αυτοί από το κανάλι ουσιαστικά έτσι θα περάσουν, θα πάνε στο τύμπανο και το τύμπανο θα αρχίσει να δονείται. Αυτές λοιπόν οι δονήσεις είναι ουσιαστικά που θέτουν σε κίνηση ένα μηχανικό σύστημα που είναι κάτι μικρά οστάρια. Οι δονήσεις αυτές συνεχίζουν ουσιαστικά μιλάμε από την αρχή για ηχητικά κύματα και δονήσεις οι οποίες μεταφέρονται και συνεχίζουν την πορεία τους μέσω του κοχλία στον οποίο υπάρχει υγρό. Αυτές οι δονήσεις συνεχίζουν να μεταφέρονται μέσω του κοχλία, κάμπτονται τα τριχοειδά ακουστικά κύταρα και καθώς κάμπτονται αυτά τα τριχοειδή ακουστικά κύταρα μεταδιβάζονται τελικά τα νευρικά ερεθίσματα μέσω του ακουστικού νεύρου προς τον εγκέφαλο. Όπου εκεί βεβαίως μεταφράζονται σε ήχους. Άρα σε αυτήν την πορεία μπορεί να υπάρχουν διαφορετικά σημεία από τα οποία προκύπτει το πρόβλημα. Ανάλογα τώρα με το σε ποιο σημείο του αυτιού υπάρχει μία βλάβη διακρίνουμε αρχικά σε βαρυκοεία αγωγημότητας και σε νευροεσθητηριακή βαρυκοεία και σε μικτή. Όταν το πρόβλημα λοιπόν είναι στο εξωτερικό και μεσαίο αυτί δηλαδή στο σύστημα μεταφοράς του ήχου με τις δονήσεις τότε έχουμε βαρυκοεία αγωγημότητας. Όταν το πρόβλημα όμως βρίσκεται ουσιαστικά στο εσωτερικό αυτί άρα δηλαδή στον κοχλία ή στο νεύρο τότε έχουμε νευροεσθητηριακή βαρυκοεία. Ή κόφωση βαρυκοεία αγωγημότητας ή κόφωση αγωγημότητας, νευροεσθητηριακή βαρυκοεία ή νευροεσθητηριακή κόφωση. Και βέβαια υπάρχει περίπτωση να έχουμε βλάβες και στο εξωτερικό και στο μεσαίο και στο εσωτερικό αυτί όπου χρησιμοποιούμε τον όρο μικτή βαρυκοεία. Η πρώτη λοιπόν διάκριση που μπορούμε να κάνουμε είναι με βάση το αν είναι αγωγημότητας ή αν είναι νευροεσθητηριακή. Υπάρχουν όμως και άλλοι παράγοντες με βάση τους οποίους ορίζονται οι τύποι της βαρυκοείας και της κόφωσης στους οποίους λαμβάνουμε υπόψη τη φύση, πόσο χρόνο δρά αυτός ο αιτιολογικός παράγοντας, πότε δρά αυτός ο αιτιολογικός παράγοντας και πότε εμφανίζεται η βαρυκοεία. Άρα ουσιαστικά εδώ έχουμε τρεις διαφορετικούς τύπους, όπως το βλέπετε τη συγγενή, την κληρονομική και την επίκτητη που στην πρώτη περίπτωση η βλάβη της ακοείς ουσιαστικά οφείλεται σε κάποιους προγενητικούς παράγοντες ή περιγενητικούς άρα ουσιαστικά ξεκινάει με τη γέννηση του παιδιού, έχουμε επίσης την κληρονομική που και αυτή ξεκινάει με τη γέννηση του παιδιού, όμως τα αίτια είναι κάποιοι κληρονομικοί παράγοντες. Σε αυτές τις περιπτώσεις συχνά μπορεί να είναι μέρος η κόφωση βαρυκοεία ενός συνδρόμου. Και έχουμε την επίκτητη που όπως το λέτε και ο όρος εμφανίζεται μετά τη γέννηση, δεν έχει να κάνουμε κληρονομικούς παράγοντες και μπορεί να συνδυαστεί με άλλους παράγοντες που είτε διάφορες ασθένειες ή που προσβάλλουν το παιδί κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής του. Άρα μέχρι στιγμής έχουμε με βάση το πού είναι η βλάβη, δεύτερο με βάση το πότε εμφανίζεται και σε τι οφείλεται και ερχόμαστε στο τρίτο κριτήριο θα μπορούσαμε να πούμε ταξινόμησης της βαρυκοείας που είναι ο βαθμός απώλειας. Ίσως είναι και το πιο οικείο σε όλους εμάς. Εδώ λοιπόν έχουμε τέσσερις διαφορετικές ομάδες, τέσσερις διαφορετικές υποκατηγορίες, ανάλογα με το πόσο έχουν χάσει την ακοή τους, τι μπορούν δηλαδή να ακούν. Και βέβαια έχουμε την ελαφρά βαρυκοεία, όταν μπορούν τα άτομα να ακούν ήχους που βρίσκονται στο εύρος 20-39. Έχουμε την 40-69 για τη μέτρια βαρυκοεία, 70 δεσιμπέλ με 91 σοβαρή και βέβαια αν δεν μπορεί να ακούσει κανείς κάτι λιγότερο δυνατό από τα 91 δεσιμπέλ, τότε έχουμε την κόφωση. Αν θα ήθελε κανείς να καταλάβει λίγο με καθημερινούς ήχους τι μπορεί να σημαίνει όλα αυτά τα όρια των δεσιμπέλ, εδώ μπορούμε να δούμε στον πίνακα ότι εδώ είναι η ένταση των δεσιμπέλ. Έτσι βεβαίως ένα άλλο σημείο που ίσως κάποιοι από εσάς αν έχετε κάνει ακόγραμμα να έχετε δει είναι ότι αυτό που είναι σημαντικό δεν είναι μόνο η ένταση του ήχου, αλλά και σε ποια συχνότητα παράγεται αυτός ο ήχος. Άρα στην περίπτωση του ανθρώπου οι συχνότητες που μας ενδιαφέρονται είναι αυτές εδώ στο κέντρο κυρίως, γιατί, γιατί εκεί βρίσκεται η ανθρώπινη ομιλία. Με αυτή τη λογική μπορεί μια απώλεια να είναι μεγαλύτερη, αν όμως βρίσκεται σε συχνότητες πολύ υψηλές ή πολύ χαμηλές δεν θα έχει τόσο σημαντικές συνέπειες στην επικοινωνία. Εδώ βλέπετε ότι για παράδειγμα τα 45 δεσιμπέλ είναι η φυσιολογική ομιλία, μία βροντί είναι 120 δεσιμπέλ. Εάν δηλαδή κάποιος δεν μπορεί να ακούσει τη βροντί είναι κοφός, βρίσκεται στην πολύ σοβαρή κόφωση. Περνούμε στην επόμενη ομαδοποίηση που είναι ίσως και η πιο κρίσιμη για λόγους εκπαίδευσης, σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση. Εδώ το κριτήριο δεν είναι γενικά πότε ξεκίνησε, αν ήταν εκγενετής μετά, αλλά σε πιο γλωσσικό επίπεδο βρισκόταν το παιδί όταν κλείθηκε να αντιμετωπίσει την κόφωση. Με βάση λοιπόν αυτό γίνεται η διάκριση σε προγλωσσική όταν εμφανίζεται το πρόβλημα μέχρι την ηλικία 2-3 ετών και μεταγλωσσική κόφωση όταν εμφανίζεται η βαρικοία μετά από αυτή την ηλικία όπου πια το παιδί έχει ήδη αναπτύξει γλώσσα. Άρα το κριτήριο εδώ είναι αν εμφανίζεται πριν να έχει κάποια γλώσσα το παιδί ή μετά. Γιατί μας ενδιαφέρει τόσο πολύ. Γιατί βέβαιος και γιατί βάζουμε αυτή τη διάκριση αν θέλετε εκεί στα 2-3 χρόνια διότι προφανώς και η ανάπτυξη της γλώσσας δεν ξεκινάει στα 2-3 χρόνια ούτε ξεκινάει γύρω στους 12 μήνες όταν αρχίζουν πια τα μωρά να μιλούν. Αρχίζει από τη γέννηση, από τότε που αρχίζει να ακούει τα πρώτα ερεθίσματα. Αυτό τι σημαίνει? Σημαίνει ότι μέχρι εκείνη την ηλικία που θα δείξει το παιδί ό,τι λέει λέξεις ή αρχίζει μετά τα 2, τα 3 να λέει και φράσεις δεν υπάρχει ένα λευκό πανί σε ό,τι αφορά το χτίσιμο της γλώσσας, την πρόσκτηση της γλώσσας. Όμως όλα τα παιδιά μέχρι στην αρχή τι κάνουν, είτε είναι κοφά είτε δεν είναι, παράγουν ήχους. Άρα παράγουν ήχους και τα κοφά βρέφει. Ναι παράγουν ήχους και τα κοφά βρέφει. Φυσικά και κλαίνε, κάνουν διάφορους λαρυγικούς ήχους, λένε διάφορους φθόγγους, συμπλέγματα, είτε συμπλέγματα συμφώνων. Αυτό λοιπόν όλο το στάδιο, το πρώτο αυτό που κάνουν ουσιαστικά και τα κοφά παιδιά, είναι ένα στάδιο προγλωσικής ανάπτυξης, στο οποίο διακρίνουμε τρία στάδια. Για να δούμε εδώ πού αρχίζουν και διακρίνονται τα κοφά βρέφει. Αρχικά έχουμε τις άναρθρες φωνούλες, το βάβισμα και τις λέξεις που δεν σημαίνουν τίποτε, που είναι συνδυασμοί ουσιαστικά φωνημάτων. Εκεί στο στάδιο του βαβύσματος, έχουμε και στα κοφά βρέφει την παρόμοια εξέλιξη. Και όπως έχει καταγραφεί, ουσιαστικά αυτό το στάδιο του βαβύσματος είναι κοινό για όλα τα βρέφει, χωρίς να έχει σχέση η ομιλούμενη γλώσσα. Εκεί τώρα που θα αρχίσουμε να βλέπουμε τη διαφοροποίηση είναι όταν τα μήκοφα βρέφει γύρω στο 10ο μήνα, γιατί πάντοτε στην ανάπτυξη υπάρχουν κάποια όρια, αρχίζουν να λένε κάποιες καθαρές συλλαβές και αρχίζουν μάλιστα να τις επαναλαμβάνουν και να ακούγεται μπαμπά, να ακούγεται μαμά, να έχουμε αυτούς τους αναντιπλασιασμούς. Ενώ λοιπόν τα κοφά βρέφει περνούν το στάδιο του βαβύσματος, όπως όλα τα υπόλοιπα βρέφει, δεν προχωρούν μετά στα επόμενα στάδια, γιατί ουσιαστικά δεν έχουν ανατροφοδότηση. Ενώ δηλαδή παίζουν με τη φωνή, όπως παίζουν και τα υπόλοιπα, δεν έχουν ανατροφοδότηση για να καταγραφούν και να ρυθμιστούν αυτές οι παραγωγές. Αντίθετα το κοφό βρέφος εκεί που στηρίζεται είναι το οπτικό κανάλι και το απτικό κανάλι, για να μπορέσει να λεπτιδράσει και να αντιληφθεί τον κόσμο που είναι γύρω του. Με βάση αυτά τα κανάλια αρχίζει να φτιάχνει κάποιες αισθητηριοκινητικές δομές. Είναι η πρώτη βάση, αν θέλετε, του αντιλαμβάνουμε και αλληλεπιδρώμεν τον κόσμο. Σε αυτές λοιπόν δεν συμμετέχουν τα ερεθίσματα με την ακοή. Εδώ γεννιέται άρα ένα πολύ σημαντικό ερώτημα, που έχει καθορίσει βέβαια τις απόψεις στο χώρο της κόφωσης και πολύ συχνά με βάση τις διαφορετικές αντιλήψεις έχουν υπάρξει ακόμη και τεράστιες συγκρούσεις εσωτερικές στο χώρο των ακοφών. Γιατί αυτό? Γιατί ουσιαστικά η γλώσσα είναι ένα σύστημα με το οποίο, τι κάνουμε, προσλαμβάνουμε, κωδικοποιούμε τους ήχους και στη συνέχεια κατασκευάζουμε και το λόγο και μιλούμε. Αυτό η γλώσσα λοιπόν, που είναι μια εξαιρετικά σημαντική γνωστική λειτουργία, σύμφωνα με το Βιγκότσκι, εξυπηρετεί δύο εξαιρετικά σημαντικές περιοχές και σκοπούς. Πρώτα απ' όλα επικοινωνεί το άτομο με τους υπόλοιπους. Άρα εάν δεν έχει γλώσσα, δεν έχει επικοινωνία. Το δεύτερο όμως, το οποίο είναι πολύ σημαντικό επίσης, είναι ότι με βάση τη γλώσσα, δημιουργεί έννοιες και αναπτύσσει τη σκέψη του. Άρα το να μην σταματάει αυτή η αρχική εξέλιξη, η γλωσσική του παιδιού, εξαιτίας της κόφωσης, εξυπηρετεί όχι μόνο την επικοινωνία με τους υπόλοιπους, αλλά εξυπηρετεί και τη γνωστική του ανάπτυξη. Μέσα από τη γλώσσα, μεταφράζει ο κάθε άνθρωπος τις σκέψεις σε έκφραση και αρχίζει μετά να σκέφτεται με βάση αυτό το περιεχόμενο των γλωσσικών εκφράσεων. Είναι πολύ δύσκολο να έχει, να αναπτύξει κανείς νέες έννοιες, να συγκροτήσει, να οργανώσει τις σκέψεις, εάν δεν έχει γλώσσα. Αν τώρα σκεφτούμε, μιλάμε για τη γλώσσα, μιλάμε για την ανάγκη τελικά οι άνθρωποι που γεννιούνται κοφεί να συνεχίσουν τη γλωσσική ανάπτυξη. Να μη σταματήσει, δηλαδή, εκεί στους 6, 7, 8 μήνες επειδή δεν παίρνουν ακουστική ανατροφοδότηση. Έχει μια αξία να δούμε λίγο πόσα είναι τα πρώ, πόσα είναι τα μεταγλωσικά, τι συμβαίνει με τα πρώτα ερεθίσματα. Πάμε να δούμε μερικά στατιστικά στοιχεία για να μπορέσουμε να καταλάβουμε καλύτερα και το πλαίσιο. Ένα στα χίλια παιδιά γεννιέται με κόφωση, παρουσιάζει κόφωση πριν γίνει τριών ετών. Έχουμε λοιπόν προγλωσσικά κοφά, ένα στα χίλια. Δύο στα χίλια παρουσιάζει κόφωση μετά, μεταγλωσσικά. Άρα αυτά τα παιδιά έχουν ήδη αναπτύξει την ομιλούμενη γλώσσα. Ένα στα πέντα έχουν απόλυ ακοή στυποαγωγημότητας, όχι νευροεσθητηριακή, άρα πιθανά να βελτιώνεται με ακουστικό, με βελτίωση της αγωγημότητας. Και τα παιδιά που έχουν δυσκολίες με την ακοή αποτελούν το 1% περίπου, αυτό αλλάζει βέβαια σιγά σιγά, των παιδιών με αναπηρίες. Αυτό τι σημαίνει, σημαίνει ότι δεν είναι πάρα πολλά τα κοφά, ότι τα περισσότερα είναι μεταγλωσικά, έχουμε όμως και κάποια που είναι προγλωσικά. Άρα αρχίζει και διαφοροποιείται η εικόνα που έχει αυτός ο πληθυσμός και οι ανάγκες σε σχέση με την ανάπτυξη της γλώσσας. Αναφέρθηκα λίγο στην επικοινωνία και στο πώς από την αρχή χρειάζεται η γλώσσα για την επικοινωνία. Αξίζει να σκεφτούμε λίγο ότι 90% περίπου των γονέων κοφών παιδιών που γεννιούνται κοφά είναι ακούοντες. Αυτό σημαίνει ότι και αισθάνονται μία ματέωση σε σχέση με την κόφωση του παιδιού τους γιατί δεν ταυτίζονται με αυτήν, αλλά κυρίως δεν γνωρίζουν πώς να επικοινωνήσουν με το παιδί τους. Δεν γίνεται να επικοινωνήσουν με βάση τον προφορικό λόγο, έτσι, ούτε το παιδί μπορεί να κάνει χιλιανάγνωση και άρα υπάρχει ο κίνδυνος να μειωθεί η επικοινωνία. Αν μειωθεί όμως η επικοινωνία τότε δυσκολεύεται ένα παιδί πέρα από το ψυχοσυναισθηματικό, δυσκολεύεται στη γνωστική του ανάπτυξη. Είναι απαραίτητο, λοιπόν, από την αρχή, όποτε και αν εμφανίζεται το πρόβλημα, να επιλεγεί μία μέθοδος επικοινωνίας. Οι πιο συχνές μέθοδοι που επιλέγονται και άλλες από αυτές είναι παλαιότερες, άλλες είναι πιο σύγχρονες, άλλες έχουν κερδίσει σημαντική αποδοχή σε διαφορετικές περιόδους της ιστορίας, η πρώτη από αυτές είναι η προφορικόακουστική. Εδώ τι έχουμε, εδώ ουσιαστικά γίνεται προσπάθεια το κοφό παιδί να χρησιμοποιήσει ό,τι ακουστικό ερέθισμα υπάρχει και να μιλήσει, να μάθει να μιλάει. Άρα η έμφαση είναι στην αξιοποίηση της ακοής και στη λογοθεραπεία, στην χειλεανάγνωση έτσι ώστε να μπορεί να διαβάζει τα χείλη των άλλων, στο να μιλάει, να μάθει να μιλάει μέσα από τη λογοθεραπεία και σε αυτή τη μέθοδα επικοινωνίας απαγορεύεται η χρήση της ελληνικής νοηματικής γλώσσας με τη λογική ότι η χρήση της ελληνικής νοηματικής γλώσσας θα εμποδίσει τελικά την ανάπτυξη του λόγου, της ομιλούμενης γλώσσας. Για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν κυρίαρχη αυτή η μέθοδος και υπό μία έννοια οι κοφοί έπρεπε να πάψουν πια να είναι κοφοί, άρα να λειτουργούν σε ένα μεγάλο βαθμό σαν ακουώντες. Ένας άλλος τρόπος επικοινωνίας, άλλη μία μέθοδος επικοινωνίας είναι η ολική επικοινωνία όπως το καταλαβαίνουμε λίγο και από το ολική, έτσι, ουσιαστικά αυτό που αποπειράται είναι να μάθει το παιδί τη γλώσσα με όποιο κανάλι, με οποιοδήποτε κανάλι. Ποια γλώσσα όμως, την ομιλούμενη γλώσσα. Άρα, καλλιεργείται και η αντίληψη της ομιλίας και η χρήση νοημάτων και του δακτυλικού αλφάβητου και της χιλιανάγνωσης και των ακουστικών υπολοιμάτων και επιτρέπεται στη διάρκεια της επικοινωνίας να χρησιμοποιείται και η ομιλία και νοήματα, επιμέρους δηλαδή νοήματα. Η ολική επικοινωνία αναπτύχθηκε ως μία προσπάθεια να μην είναι τόσο προφορικοκεντρική η προσέγγιση, παρόλα αυτά όμως ως αποδοχή έχει ότι η πρώτη γλώσσα, την οποία πρέπει να μάθει και στην οποία θα επικοινωνεί το παιδί, είναι η ομιλούμενη γλώσσα. Απλά μπορεί να τη μάθει και με άλλους τρόπους και με άλλες βοήθειες. Και ερχόμαστε στην πλέον σύγχρονη και διεθνώς αποδεκτή μέθοδο επικοινωνίας, που είναι η διγλωσσία. Σε αυτή την περίπτωση ο κοφός θεωρείται δίγλωσος, ότι έχει δηλαδή δύο γλώσσες, καλλιεργεί δύο γλώσσες, χρησιμοποιεί τις δύο γλώσσες για να επικοινωνεί. Άρα η χρήση της νοηματικής γλώσσας είναι αυτόνομη, όχι δηλαδή δεν χρησιμοποιούνται κάποια νοήματα για να μπορέσει να επικοινωνήσει και επίσης μπορεί να χρησιμοποιεί το προφορικός λόγος, πάλι με τα ακουστικά υπολήματα, τα οπτικά ερεθίσματα, τη χιλιανάγνωση, όμως η πρώτη γλώσσα του παιδιού, του κοφού, δεν θεωρείται οι ομιλούμενοι, αλλά η ελληνική νοηματική γλώσσα. Άρα είναι μια αντίστροφη αν θέλετε τοποθέτηση. Η ελληνική νοηματική είναι η μητρική γλώσσα, η πρώτη γλώσσα, μπορεί να υποστηρίζεται με όλα τα άλλα, χιλιανάγνωση, οπτικά ερεθίσματα, δακτυλικό αλφάβητο, οτιδήποτε. Η ομιλούμενη γλώσσα διδάσκεται κυρίως ως δεύτερη γλώσσα μέσα από το γραπτό λόγο, όταν δηλαδή το παιδί ξεκινήσει να μαθαίνει να διαβάζει και να γράφει. Σο διαφορά τώρα, την πρώτη μέθοδο επικοινωνίας, που στηρίζεται στην προφορική και ακουστική επικοινωνία, υπάρχουν πολλά συστήματα ενίσχεσης ήχου, ώστε να βελτιώνεται η αξιοποίηση όποιων υπολοιμμάτων ακοή υπάρχουν στο άτομο. Και τα πιο γνωστά που όλοι μας πια τα ξέρουμε είναι τα ακουστικά, τα οποία έχουν βέβαια εξελιχθεί πάρα πολύ, έτσι, και μπορούν πάρα πολύ να είναι λειτουργικά σε περιπτώσεις δυσκολιών αγογημότητας, στη μεταφορά δηλαδή του ήχου και στη μεγένθηση. Οι πιο γνωστοί τύποι είναι αυτά που μπαίνουν πίσω από το αυτοί, τα οπιστοτιά, τα ενδοτιά μπορεί να προσαρμοστούν σε γυαλιά και τα ακουστικά σωματικού τύπου τα οποία τα φοράει επάνω δεν χρησιμοποιούνται πάρα πολύ συχνά. Η λογική είναι ότι ενισχύεται ο ήχος που μεταφέρεται, αυτό μόνο. Και ρυθμίζεται βέβαια η συχνότητα γιατί όπως είδαμε δεν έχει σημασία μόνο η ένταση, αλλά και σε ποια συχνότητα υπάρχει η απώλεια. Τα τελευταία 25 χρόνια περίπου στη χώρα μας λίγο αργότερα, έχει αναπτυχθεί εξαιρετικά η επιστήμη η οποία υποστηρίζει τα κοχλιακά εμφυτεύματα, την αξιοποίησή τους, την τοποθέτησή τους, τον ελεγχό τους και ούτω καθεξής. Όταν ξεκίνησαν τα κοχλιακά εμφυτεύματα να εμφανίζονται, υπήρχαν πάρα πολλές αντιδράσεις από το χώρο των κοφών με κάπα κεφαλαίο, όμως σιγά σιγά έχουν μπει πια, όχι στην κοινότητα τόσο, αλλά έχουν μπει πάρα πολύ στον πληθυσμό των κοφών παιδιών και αξιοποιούνται πάρα πολύ συχνά. Άρα έχει ένα νόημα να καταλάβουμε λίγο τι είναι τα κοχλιακά εμφυτεύματα, καθώς δεν είναι σαν τα ακουστικά ένα σύστημα που μεγαλώνει τον ήχο που τον ενισχύει. Εδώ λοιπόν βλέπετε λίγο την μικρή αν θέλετε αποτύπωση, έτσι εδώ, υπάρχει ένα μικρόφωνο, υπάρχει επεξεργαστής του λόγου, δύο ποινία, προσέξτε επεξεργαστής λόγου, δύο ποινία και ελεκτρόδια. Τι κάνει το κοχλιακό εμφύτευμα, όταν τοποθετείτε ουσιαστικά ενεργοποιεί τις ύνες του ακουστικού νεύρου με ηλεκτροακουστικά ερεθίσματα, δηλαδή έχουμε τα ηλεκτροακουστικά ερεθίσματα που λαμβάνονται, τα ακουστικά λαμβάνονται, μεταφέρονται ως ηλεκτροακουστικά από τις νευρικές ύνες έτσι από το ακουστικό νεύρο και μεταδίδονται στον εγκέφαλο από το νεύρο. Εκεί λοιπόν γίνονται αντιληπτά ως ακουστικά ερεθίσματα. Το κοχλιακό εμφύτευμα αρχικά τοποθετείται με χειρουργική επέμβαση. Υπάρχουν όμως και μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να είναι πολύ αποτελεσματικό, όταν βέβαια ισχύουν συγκεκριμένα κριτήρια και όταν υπάρξει και εκπαίδευση μετά τη τοποθέτηση. Υπάρχουν κριτήρια ακουολογικά, υπάρχουν κριτήρια ραδιολογικά, ώστε να μπορούν να τοποθετηθούν, να εμφύτευθούν και υπάρχουν και κριτήρια νευρολογικά σε σχέση με τα κύταρα που υπάρχουν ακόμη έτσι στο ακουστικό νεύρο. Τα κοχλιακά εμφυτεύματα ήταν και είναι και σήμερα μία επανάσταση στο χώρο της κόφωσης. Άλλαξαν τον τρόπο που μέσα στις τελευταίες, ξαναλέω τρεις δεκαετίες, παρεμβαίνουμε στο χώρο της υποστήριξης των κοφών. Είναι κάτι που πολύ συχνά επιλέγεται από τους γονείς, τους ακούοντες γονείς, όχι τους κοφούς γονείς, σε μία προσπάθεια να έχουν τα παιδιά σαν πρώτη γλώσσα, σαν βασική γλώσσα και από πολύ νωρίς την ομιλούμενη γλώσσα. Υπάρχουν αρκετές δυσκολίες και εξαρτάται, ξαναλέω, δεν είναι καλά για όλους και πρέπει να πληρούνται πολύ συγκεκριμένες συνθήκες για να έχουν θετικά αποτελέσματα. Ανάφερα πριν ότι τα κοχλιακά όπως και η προφορικόακουστική, όπως και η προφορικόακουστική μέθοδος επικοινωνίας, όπως και τα κοχλιακά εμφυτεύματα, στοχεύουν στην καλύτερη ανάπτυξη και αξιοποίηση της ομιλούμενης γλώσσας. Από την άλλη μεριά υπάρχει η νοηματική γλώσσα που από τη νομοθεσία μας και διεθνώς, αλλά και στην Ελλάδα, από τη νομοθεσία μας αναγνωρίζεται ως πρώτη γλώσσα για τους κοφούς. Τι συμβαίνει, τι είναι το τόσο σημαντικό για τη νοηματική γλώσσα. Πρώτα απ' όλα, ένα παιδί μπορεί να την αποκτήσει από πάρα πάρα πολύ νωρίς και έτσι να βοηθηθεί, όπως ανάφερα πριν, η γνωστική του ανάπτυξη. Δεύτερον, είναι απόλυτα προσβάσιμη για κάθε κοφοπαιδί, ανεξαρτήτως προβλήματος. Είναι μια πλήρης γλώσσα, είναι μια γλώσσα που αναπτύσχθηκε φυσικά και είναι μια πραγματική γλώσσα. Αξιοποιεί πάρα πολύ την οπτική φύση των κοφών, διότι ουσιαστικά οπτικά αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα. Και επιτρέπει στους κοφούς, και γι' αυτό οι κοφοί ταυτίζονται με τη νοηματική γλώσσα, να επικοινωνούν αβίαστα, εύκολα, πλήρως, αμφίδρομα, χωρίς κανένα ήχνος μειονεκτήματος. Η νοηματική γλώσσα ουσιαστικά είναι αυτό που έρει οποιαδήποτε ιδέα μειονεκτικότητας για τους κοφούς. Υπάρχουν βέβαια κάποιοι μύθοι, όχι μόνο και για την ελληνική νοηματική γλώσσα, αλλά αν θέλετε και για όλες τις γλώσσες, τις νοηματικές. Και θα τα περάσω πολύ γρήγορα, μπορεί να ακούγονται λίγο απλοϊκοί, αλλά είναι εντυπωσιακό ότι ακόμα και συζητώντας με φοιτητές παιδαγωγικών τμήματων, βλέπουμε να εφίστανται αυτοί οι μύθοι. Πρώτος μύθος ότι είναι διεθνής, ουσιαστικά δηλαδή είτε είσαι Αμερικάνος κοφός, είτε είσαι Γάλλος κοφός, μπορείς να συναντηθείς και να επικοινωνήσεις με τους άλλους. Πράγμα το οποίο προφανώς και δεν ισχύει, διότι η γλώσσα γεννιέται, αναπτύσσεται, κάτω από σε συγκεκριμένο πλαίσιο της κοινωνίας. Κάθε λοιπόν γλώσσα έχει τη διαφορετική νοηματική της γλώσσα. Ένας άλλος μύθος είναι ουσιαστικά ότι τα νοήματα που χρησιμοποιούνται δεν είναι τίποτα άλλο, παρά να παράσταση της ελληνικής ομιλούμενης. Επίσης δεν ισχύει, ένα νόημα δεν είναι μία λέξη, μπορεί να είναι φράση, μπορεί να είναι πολλές λέξεις. Ότι δεν είναι πραγματική αν θέλετε γλώσσα, γιατί έχει πολύ λίγες λεξιλόγια, φτωχό, αναλυτές και όχι μόνο δεν είναι φτωχό, αλλά πλουτίζει κιόλας συνεχώς και δεν έχει γραμματική και συντακτικό, που επίσης είναι αναλυτές και υπάρχουν μάλιστα και πάρα πολύ σημαντικές γλωσσολογικές μελέτες, ειδικά για τη νοηματική γλώσσα, ότι είναι πολύ εύκολη, ότι ουσιαστικά είναι πολύ εύκολο να τη μάθεις, πολύ πιο εύκολο από μια άλλη, διότι είναι λογικό ότι αν θεωρείς ότι δεν είναι πραγματική γλώσσα και είναι μόνο κάποια νοήματα, νομίζεις ότι μαθαίνεις εύκολα και ότι την καταλαβαίνει κάποιος εύκολα. Ότι όλοι οι κοφοί την γνωρίζουν, δεν την γνωρίζουν όλοι οι κοφοί, υπάρχουν κοφοί που από την αρχή ακολούθησαν, με βάση τις επιλογές βέβαια της οικογένειας, την προφορικό-ακουστική επικοινωνία, άρα από την αρχή έκαναν λογοθεραπεία για να μάθουν να μιλούν, πήγαν σε σχολεία γενικά και άρα δεν έμαθαν ποτέ την νοηματική γλώσσα, ότι οι περισσότεροι γονείς κοφών παιδιών την γνωρίζουν και αυτό δεν ισχύει, διότι οι περισσότεροι γονείς κοφών παιδιών είναι ακόντες ήδη και ότι τα κοφά παιδιά δεν μαθαίνουν να μιλούν τελικά σωστά γιατί χρησιμοποιούν την νοηματική γλώσσα. Έχουμε λοιπόν ορισμένους μύθους οι οποίοι είναι σημαντικό να ανατραπούν αν θέλετε ή να αποκαλυφθούν γιατί εάν γίνει εντελώς σαφές ότι η ελληνική νοηματική γλώσσα είναι μια πλήρης γλώσσα, την οποία μπορούν να αξιοποιούν οι κοφοί ως την πρώτη τους γλώσσα για να αναπτύξουν μετά από κει και πέρα οποιαδήποτε άλλη, αυτό αναδεικνύει αμέσως τη μεγάλη σημασία και τη μεγάλη ανάγκη που υπάρχει στο χώρο της εκπαίδευσης των κοφών. Περνώντας τώρα στην εκπαίδευση των κοφών, ο τρόπος επικοινωνίας ουσιαστικά που επιλέγεται αλληλεπιδρά και καθορίζει όμως και το που φοιτούν οι κοφοί και οι βαρύκοοι μαθητές. Άρα στην περίπτωση που έχουμε μαθητές οι οποίοι χρησιμοποιούν την ελληνική ομιλούμενη, αυτοί θα στραφούν περισσότερο προς τα γενικά σχολεία. Αν έχουμε όμως μαθητές που ως μέθοδο επικοινωνίας έχουν τη νοηματική γλώσσα, αυτοί θα στραφούν κατά πάσα πιθανότητα στα σχολεία κοφών. Τι ξέρουμε για τα σχολεία κοφών. Το πρώτο που ξέρουμε από τα πολλά χρόνια λειτουργίας τους και όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς είναι ότι είναι ένα πάρα πολύ υποστηρικτικό μαθησιακό περιβάλλον που προσαρμόζεται ουσιαστικά στις ανάγκες των κοφών. Υποστηρίζει τη γλωσσική ανάπτυξη γιατί η επικοινωνία γίνεται στην φυσική γλώσσα των κοφών, στην νοηματική. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται στην τάξη είναι η ίδια με αυτή που χρησιμοποιούν τα παιδιά μεταξύ τους στις κοινωνικές συναναστροφές και τα μαθήματα γίνονται σε πολύ μικρές ομάδες. Άρα η υποστήριξη είναι υψηλή. Τα σχολεία κοφών έχουν παίξει πάρα πολύ σημαντικό ρόλο στην κουλτούρα των κοφών και στην νοηματική. Ουσιαστικά υπάρχει μια γραμμή αν θέλετε, φανταστείτε μια νοητή γραμμή που συνδέει τι? Τα σχολεία κοφών, την κοινότητα των κοφών και τη νοηματική γλώσσα. Γιατί μέσα από την ελληνική νοηματική γλώσσα τα παιδιά επικοινωνούν αβίαστα στα σχολεία κοφών. Εκεί στα σχολεία κοφών γνωρίζουν άλλα κοφά παιδιά και τα σχολεία κοφών είναι ο πυρήνας ουσιαστικά της κοινότητας και άρα ανοίγει την επικοινωνία και την επαφή και με κοφούς ενήλικες. Σε ένα σχολείο κοφών τα παιδιά ουσιαστικά έχουν την ευκαιρία να μην αισθάνονται μειονεκτικά, να γνωρίσουν την κουλτούρα τους, να έρχονται σε επαφή με άλλα κοφά παιδιά και να αισθάνονται ισότιμα, να έρχονται σε επαφή με κοφούς εκπαιδευτικούς που γνωρίζουν πολύ καλύτερα τις ανάγκες τους βέβαια και τις δυσκολίες τους. Στην περίπτωση τώρα των σχολείων κοφών βέβαια θα πρέπει να τονίσουμε ότι δεν είναι πολλά και αυτό είναι ένα σημαντικό πρόβλημα. Έχουμε δύο τύπου σχολείων κοφών, έχουμε τα ολοήμερα όπου τα παιδιά όχι μόνο παρακολουθούν το σχολείο εκεί αλλά ουσιαστικά μένουν εκεί όλα στο οικοτροφείο και έχουμε επίσης και τα ημερήσια όπου πηγαίνουν όπως πηγαίνουν τα παιδιά στα υπόλοιπα σχολεία δηλαδή παρακολουθούν το σχολικό πρόγραμμα και μετά γυρίζουν στο σπίτι τους. Η ανάγκη για τα ολοήμερα και τα οικοτροφεία όπως καταλαβαίνουμε η ανάγκη που έσπρωξε την πολιτεία να δημιουργηθούν είναι γιατί δεν υπάρχουν πολλά παιδιά έτσι ώστε να υπάρχουν ημερήσια σχολεία σε κάθε πόλη, σε κάθε κομμόπολη άρα δημιουργούνται κάποια σε μεγάλες πόλεις στα οποία φοιτούν και παιδιά από άλλες περιοχές. Όμως οι μεγάλοι αριθμοί από κοφά και βαρύκωμα παιδιά δεν φοιτούν στα ειδικά σχολεία αλλά επιλέγουν ουσιαστικά τα γενικά σχολεία και μάλιστα αν σκεφτούμε αυτό που λίγο πριν ανάθερα σε σχέση και με τα κοχλιακά εφητεύματα και τη μεγάλη αύξηση και αποδοχή που έχουν σήμερα, τα παιδιά με κοχλιακό εφήτευμα είναι προφανές ότι έχουν θέση μέσα στα γενικά σχολεία στο βαθμό που η μέθοδος επικοινωνίας τους είναι η ομιλούμενη γλώσσα. Στα γενικά σχολεία λοιπόν υπάρχουν και οι διαφορετικοί τρόποι, μπορούν δηλαδή να είναι όλη τη μέρα με τα ακούοντα παιδιά, μπορεί να υπάρχει κάποιο κοινό πρόγραμμα απλώς, αλλά προβλέπονται επίσης οι δικές υποστηρικτικές υπηρεσίες και παράλληλη πρέπει να υπάρχει σε ορισμένες περιπτώσεις προβλέπονται και διερμηνές. Εδώ όπως το καταλαβαίνουμε μπορεί να είναι τι, να έχει μερική παρακολούθηση δηλαδή να πηγαίνει για κάποιες ώρες στη γενική τάξη και μετά να φυτά στο τμήμα ένταξης ή όπως αναφέρα ήδη μπορεί να παρακολουθεί όλο κανονικά μέσα στη γενική τάξη έχοντας όμως μια υποστήριξη από εκπαιδευτικό ή διερμηνέ. Στο παρελθόν και σε αρκετές άλλες χώρες πολύ λιγότερο στη δική μας χρησιμοποιήθηκε το μοντέλο της τοποθέτησης της φύτησης σε μια ιδική τάξη αποκλειστικά κοφών μέσα στο σχολείο ακόοντων και υπήρχε και αρκετά κάποια στιγμή κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, σήμερα όμως αυτό δεν είναι κάτι που παραμένει μια επιλογή για τα παιδιά. Ακριβώς γιατί έχουμε μια κίνηση προς τα γενικά σχολεία μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της υλοποίησης της σχολικής ένταξης και της συνεκπαίδευσης, έχει ένα νόημα λίγο να προβληματιστούμε στις ιδιαιτερότητες που φέρνουν οι κοφοί στη σχολική ένταξη και στα θετικά ή αρνητικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Ουσιαστικά μέσα από τη συμμετοχή και τη φύτηση των κοφών παιδιών στα γενικά σχολεία βρίσκονται στα σπίτια τους και είναι με την οικογένειά τους, διότι αλλιώς στα ολοήμερα για παράδειγμα σχολεία μπορεί ένα παιδί από πολύ νωρίς να έπρεπε να φοιτήσει σε μία άλλη πόλη. Μέσα πάλι από την ένταξη και την ευρύτερη συμμετοχή των κοφών μαθητών στα γενικά σχολεία, υπάρχει η δυνατότητα της αλλαγής στάσης του κοινωνικού περιβάλλοντος. Άρα όσο περισσότερο έχουμε τα παιδιά να φοιτούν στα γενικά σχολεία, τόσο περισσότερο αλλάζει και η στάση από αρνητική σε θετική. Εδώ βέβαια, άρα πραγματικά υπάρχουν πολύ θετικά στοιχεία στην σχολική ένταξη των κοφών, υπάρχουν όμως και αρκετές δυσκολίες. Το κύριο όπως καταλαβαίνουμε είναι οι δυσκολίες επικοινωνίας και οι δυσκολίες συμμετοχής σε ό,τι συμβαίνει μέσα στην τάξη. Άρα με βάση αυτές τις δυσκολίες της επικοινωνίας, η ανάγκη υποστήριξης των παιδιών ώστε να μπορούν να συμμετέχουν είναι πολύ πολύ μεγάλη. Ένα άλλο στιγμίο που αναφέρονται πολύ συχνά στην βιβλιογραφία είναι ότι τα κοφά παιδιά που φοιτούν σε γενικά τμήματα, σε γενικά σχολεία, έχουν επίγνωση της διαφορετικότητάς τους και ιδιαίτερα όταν σιγά σιγά φτάνουν στην εφηβεία, αρχίζουν πολλές φορές και έχουν προβλήματα στην αυτοεκτίμηση και στην κοινωνική τους συμπεριφορά, γιατί δεν μπορούν ισότιμα να επικοινωνήσουν και να συμμετέχουν. Κάνω μια παρένθεση εδώ και να πω, δεν είναι σπάνιο ακόμα και παιδιά που διδάχτηκαν με την προφορικόακουστική μέθοδο και πήγαν σε γενικό δημοτικό σχολείο, αργότερα να αναζητούν άλλους κοφούς στα ιδρύματα κοφών και να μαθαίνουν τη νοηματική, αναγνωρίζοντας τελικά τα κοινά στοιχεία που έχουν με την κοινότητα των κοφών. Μια άλλη δυσκολία που υπάρχει στο πλαίσιο της ένταξης είναι ότι δεν υπάρχει βεβαίως μεγάλος αριθμός κοφών παιδιών. Είναι λίγα τα κοφά τα παιδιά, αυτό σημαίνει ότι είναι πολύ πιθανό σε ένα σχολείο να υπάρχει ακόμα και ένα παιδί μόνο ή να υπάρχουν δύο ή τρία παιδιά που είναι όμως διαφορετικών ηλικιών και αυτό σημαίνει ότι δεν έχουν να ταυτιστούν με κάποιον άλλο. Στη βιβλιογραφία οι κοφοί μαθητές όταν ενηλικιώνονται αν θέλετε, κυρίως από ενήλικες έχουμε αυτά τα δεδομένα, συχνά αναφέρουν και αρνητικές εμπειρίες από τη φύτηση σε σχολεία ακούοντων. Αντίθετα όσο και αν ακούγεται παράξενο δεν καταγράφουν κοφή από φοιτητών σχολείων κοφών αρνητικές εμπειρίες από το σχολείο τους. Ανεξάρτητα όμως από ποια θεωρητική προσέγγιση μπορεί να υιοθετήσει κάποιος αυτό που έχει σημασία να κρατήσουμε είναι ότι δεν υπάρχει μία κατάλληλη λύση για όλα τα παιδιά που βρίσκονται σε αυτή την κατηγορία της κόφωσης και της βαρυκοΐας. Κατανοούμε ότι κάθε φορά θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα της επιλογής, θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα να επιλεγεί ο κατάλληλος εκπαιδευτικός κόρος είτε είναι τμήμα έντεξη, είτε είναι γενική τάξη, είτε είναι σχολείο κοφών με βάση τις ιδιαιτερότητες, τις ανάγκες και τις δυνατότητες του παιδιού. Όχι όμως μόνο του παιδιού, γιατί πολύ σημαντικό είναι και τα χαρακτηριστικά των γονέων και τα χαρακτηριστικά των εκπαιδευτικών, οι οποίοι ουσιαστικά αναλαμβάνουν την ευθύνη της υποστήριξης των κοφών παιδιών και των ίδιων των αναλυτικών προγραμμάτων που υλοποιούνται είτε στο γενικό είτε στο σχολείο κοφών. Αυτό λοιπόν που έχει σημασία είναι κάθε φορά αξιοποιώντας όλες τις πληροφορίες που έχουμε για ό,τι αναφέραμε μέχρι τώρα, δηλαδή από τι προκλήθηκε, ήταν προγλωσσικό, μεταγλωσσικό, ποια ήταν η μέθοδος επικοινωνίας που ξεκίνησε την επικοινωνία του, ήταν η προφορική γλώσσα, ήταν η νοηματική, οι γονείς είναι κοφοί, ξέρουν οι ίδιοι οι νοηματικοί. Όλοι αυτοί οι παράγοντες θα πρέπει να συνδυαστούν για να λυφθεί τελικά η απόφαση για το ποιος είναι ο κατάλληλος εκπαιδευτικός χώρος για το συγκεκριμένο παιδί. Και βέβαια μετά την κάθε επιλογή είναι απαραίτητο να αξιολογούμε και το εάν αυτή η αρχική επιλογή μας ήταν η κατάλληλη. Ο χώρος των κοφών είναι ένας ιδιαίτερος χώρος στην ειδική αγωγή, είναι η μόνη αν θέλετε κατηγορία όπου οι άνθρωποι που ανήκουν εκεί δεν θεωρούν τον εαυτό τους ανάπηρο. Η κοφή ιδιαίτερα η κοινότητα των κοφών θεωρείται ως μία κοινότητα με διαφορετική πολιτισμική ταυτότητα που μέρος της είναι βεβαίως και η νοηματική γνώση και όχι ως μία αναπήρεια. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή. |