Το τέλος της ζωής - "Λόγος 11" /

: Λοιπόν, από την αρχή, αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι της Εθνικής Βιλιοθήκης της Ελλάδος, σας καλωσορίζω στην τρίτη και τελευταία εκδήλωση της ενδέκατης ενότητας του Λόγου, που διοργανώνει η Εθνική Βιλιοθήκη και που είναι και η τελευταία της φετινής χρονιάς. Το θέμα μας έχει να κάνει με το τέλος...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Γλώσσα:el
Είδος:Ακαδημαϊκές/Επιστημονικές εκδηλώσεις
Συλλογή: /
Ημερομηνία έκδοσης: Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος 2023
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:https://www.youtube.com/watch?v=MVqhoHYOXr0&list=PLW3V1R3KCG4kPnCm6wzPfL2de57fb5vMf
Απομαγνητοφώνηση
: Λοιπόν, από την αρχή, αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι της Εθνικής Βιλιοθήκης της Ελλάδος, σας καλωσορίζω στην τρίτη και τελευταία εκδήλωση της ενδέκατης ενότητας του Λόγου, που διοργανώνει η Εθνική Βιλιοθήκη και που είναι και η τελευταία της φετινής χρονιάς. Το θέμα μας έχει να κάνει με το τέλος της ζωής. Η συζήτηση για το τέλος της ζωής σήμερα στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο που μετέχει το ευρωπαϊκό πολιτισμό είναι τεράστια. Η βιλογραφία είναι απολύτως ανεξέλεγκτη, γιατί δεν περιορίζεται στα ακαδημαϊκά περιβάλλοντα. Έχουν λόγο εδώ πλήθος ειδικότητες, μα και καθένας που βρέθηκε ο ίδιος στα πρώτα χρόνια. Έχουν λόγο εδώ πλήθος ειδικότητες, μα και καθένας που βρέθηκε ο ίδιος στα πρόθυρα του βέβαιου θανάτου ή που συνόδευσε δικούς του ανθρώπους. Η συζήτηση αυτή αφορά μια ακραία εμπειρία. Την πιο ακραία και σκληρή και οδυνειρή εμπειρία της ανθρώπινης ζωής, την εμπειρία της εξόδου ακριβώς από αυτή τη ζωή, η οποία έξοδος δεν γίνεται απλά και εύκολα με το γύρισμα του κλειδιού στην πόρτα. Το μόνο επομένως που δεν χρειάζεται αυτή η συζήτηση είναι δογματισμούς, αγέρωχες βεβαιότητες, προαποφασισμένες θέσεις. Στην πραγματικότητα, για να μιλήσεις με ουσιαστικό τρόπο για αυτά τα θέματα πρέπει να τα έχει ζήσει ο ίδιος ή να έχεις συμπαρασταθεί και συνοδεύσει σε ανθρώπους δικούς σου που έχουν ζήσει τέτοιες καταστάσεις. Να έχεις δηλαδή μια όμια ή ανάλογη εμπειρία. Διαφορετικά τα λόγια σου κινδυνεύουν να είναι κούφια καρύδια. Δεν μπορούμε ασφαλώς να το θέτουμε αυτό ως προϋπόθεση, ούτε πολύ περισσότερο να το ευχόμαστε σ' όσους παίρνουν μέρος στη συζήτηση. Μπορούμε όμως και πρέπει να ζητάμε και να περιμένουμε η συζήτηση για ένα τέτοιο θέμα να γίνεται χωρίς απολυτότητες, με δισταγμό, με απορίες, αφήνοντας ανοιχτά ερωτήματα. Νομίζω ότι οι συνομιλητές απόψινής βραδιάς θα ικανοποιήσουν τις προσδοκίες μας για μιας τέτοιας λογής συζήτηση. Για το θέμα μας θα μιλήσουν με τη σειρά ο Στέλιος Βιρβιδάκης, ο μότιμος καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, ένας άνθρωπος που έχει ασχοληθεί επί χρόνια πολλά με τα βιοηθηκά ζητήματα και γενικότερα με τα ζητήματα της ηθικής. Εν συνεχεία ο κ. Μπούτλας ο οποίος έχει μια διπλή ιδιότητα, είναι γιατρός και πρέπει στα θέματα να μιλάνε και οι γιατροί, αλλά ταυτόχρονα είναι και διδάκτος Φιλοσοφίας σε θέματα βιοηθηκής. Τρίτη κατά σειρά η κ. Παναγοπούλου-Κουτνατζή, καθηγήτρια του Συνταγματικού Δικαίου στο Πάντιο Πανεπιστημίου, που θα παρουσιάσει και θα θέσει τη νομική πλευρά του ζητήματος. Και τελευταίως θα μιλώσω κι εγώ να πω δύο λόγια κυρίως για την ανακουφιστική φροντίδα. Λοιπόν, μπορούμε να ανέβουμε όλοι στο βήμα και να ξεκινήσουμε. Στο τέλος, όπως πάντα, μένει ένα χρόνος για συζήτηση όσο θέλουμε και όσο αντέχουμε. Ευχαριστώ πολύ. Λοιπόν, να ευχαριστήσω την Εθνική Βιβλιοθήκη και ειδικότερα τον αγαπητό φίλο Σταύρο Ζουμπουλάκη για την πρόσκληση σε αυτή τη συζήτηση. Όπως είπε είναι ένα θέμα πάρα πολύ σημαντικό και βαρύ από μια έννοια από πολλές πλευρές. Στη Φιλοσοφία συζητάμε ζητήματα βιοηθηκής και γενικότερα ηθικής, αυτό που λέμε εφαρμοσμένη ηθική. Και εδώ αυτό το οποίο προσπαθώ να κάνω σε αυτή την παρουσίαση, μια πρώτη μορφή της οποίας είχε παρουσιαστεί, είχε γίνει και στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων σε ένα μεγάλο συνέδριο πριν από μερικά χρόνια. Και θα δείτε ότι προσπαθώ να δώσω ένα πλαίσιο, φιλοσοφικό πλαίσιο, πλαίσιο φιλοσοφικής συζήτησης για το θέμα της ευθανασίας, έτσι ώστε να έχουμε ορισμένες έννοιες σχετικές με το πρόβλημα, σχετικές με τις θεωρίες, τις φιλοσοφικές θεωρίες που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα. Και ένα από τα ζητήματα που με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα είναι τελικά τι μπορεί να κάνει η φιλοσοφία, τι προσφέρει σε αυτή τη συζήτηση. Στο τέλος ίσως και από τους συναδέλφους θα καταλάβετε και εγώ ο ίδιος θέλω να δω πώς αντιδρούμε στην παρέμβαση των φιλοσόφων. Αυτά τα διδάσκουμε βέβαια σε θύματα ηθικής φιλοσοφίας και αυτά απευθύνονται και σε γιατρούς, όχι μόνο σε φιλοσόφους και όχι μόνο γιατρούς και νομικούς. Βλέπετε εδώ ότι γράφω το πρόβλημα της μεθόδου στην εφαρμοσμένη ηθική. Υπάρχουν λοιπόν ένα μεθοδολογικά ερωτήματα. Τι προσπαθεί να κάνει η πρακτική φιλοσοφία, τι προσπαθεί να κάνει ο ηθικός στοχασμός από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και ποιος είναι ο ρόλος των επιχειρημάτων που χρησιμοποιούμε σε αυτό το χώρο, τον οποίο ονομάζουμε εφαρμοσμένη ηθική και ειδικότερα στην βιοηθική και ιατρική ηθική. Η ίδια η έννοια της εφαρμοσμένης ηθικής για πολλούς συναδέλφους είναι προβληματική, γιατί η ηθική εξ αρχής είναι εφαρμοσμένη, δηλαδή η ηθική φιλοσοφία είναι πρακτική φιλοσοφία, άρα δεν έχει νόημα να διακρίνουμε όπως μεταξύ θεωρητικών, μαθηματικών και εφαρμοσμένων μαθηματικών, αλλά η μάση φιλίπτωση έχει επικρατήσει να μιλάμε για εφαρμοσμένη ηθική όταν βλέπουμε πώς οι γενικότερες έννοιες του ηθικού στοχασμού χρησιμοποιούνται σε διάφορα πεδία, στο χώρο της ιατρικής, μας ενδιαφέρει εδώ, αλλά στο χώρο της οικονομίας, της βιομηχανίας, του περιβάλλοντος, μελέτης του περιβάλλοντος και σε πολλούς άλλους τομείς. Τώρα εκείνο το οποίο λέμε στη φιλοσοφία ότι προσπαθούν οι φιλόσοφοι να πετύχουν, αυτό είναι δανεισμένο από κάποιον σημαντικό σύγχρονο φιλόσοφο τον John Rawls, θα προσπαθήσω να αποφύγω να σας βομβαρδίσω με ονόματα φιλοσόφων, υπάρχει βιβλιογραφία που μπορώ να την διαθέσω σε όποιον ή όποια να ενδιαφέρεται, αλλά και για τις έννοιες επίσης μπορεί να σας ξενήσουν κάποιες, θα χρησιμοποιώ τεχνικούς όρους, κρατήστε σημειώσεις αν θέλετε να ρωτήσετε κάτι, θα προσπαθήσω να αποφύγω, αλλά είναι δύσκολο να μην χρησιμοποιείς κανείς και τεχνική ορολογία. Λέμε λοιπόν ότι στην ηθική φιλοσοφία επιδιώκουμε να πετύχουμε μια αναστοχαστική ισορροπία, δηλαδή να εξισορροπήσουμε τι από τη μια μεριά αφηρημένες αρχές, θεωρητικές αρχές που έχουν επινοήσει οι φιλόσοφοι και από την άλλη πεπιθύσεις και κρίσεις για αυτές τις πεπιθύσεις. Λέμε καλά σταθμισμένες, τις έχουμε σκεφτεί καλά, λέμε αυτό πιστεύω, ρωτάμε ο ένας τον άλλον, λέμε τι νομίζεις, ποιες είναι οι διαισθήσεις σου, διαισθήση εδώ έχει με καμιά μυστηριώδια έννοια, αλλά οι άμεσες σκέψεις που σου έρχονται όταν σε ρωτάει κανείς, είναι δικαιολογημένη εδώ μια πράξη ευθανασίας, θα έπρεπε να νομιμοποιηθεί η ευθανασία και από την άλλη μεριά είναι οι αφηρημένες αρχές διαφορών φιλοσόφων, θα σας πω λίγα πράγματα, δεν θέλω να σας κουράσω. Ένα άλλο στοιχείο που καλό είναι να θυμόμαστε όταν ψάχνουμε τη μέθοδο, είναι αυτό που λέω διάκριση επιπέδων, δηλαδή άλλο πράγμα αν εξετάζουμε το πρόβλημα από τη σκοπιά της αφηρημένης φιλοσοφίας και της ηθικής φιλοσοφίας με τις πρακτικές στοχεύσεις και άλλο πράγμα να το εξετάζουμε από τη σκοπιά του δικαίου. Οι νομικοί εδώ μας λένε κάποια πράγματα που έχουν να κάνουν με τη νομοθεσία, με τους θεσμούς, με τις δικαστικές αποφάσεις ή πάλι κάποιος πολιτικός μπορεί να σκέφτεται κάποια πολιτική παρέμβαση για ένα θέμα και αυτό και σε άλλους τομείς πάντοτε το λέμε σε όσους εμπλέκονται στη συζήτηση, πρόσεξε να διακρίνεις το επίπεδο από ποια σκοπιά το κοιτάς, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Το νόμιμο και το ηθικό, αυτό είναι μια μεγάλη συζήτηση, δεν ταυτίζονται όπως πολλοί νομίζουν. Τώρα η συνήθις προσέγγιση που ακολουθούμε στην εξέταση ενός τέτοιου προβλήματος όπως η ευθανασία είναι πρώτα απ' όλα οι ορισμοί, να ορίσουμε, να ξέρουμε τι εννοούμε λέγοντας ας πούμε εδώ ευθανασία. Μετά το είπα ήδη για τη διάκριση των επιπέδων. Μετά το τρίτο είναι η εξέταση δεδομένων, γεγονότων, τι συμβαίνει στην πράξη, τι μας λένε οι διάφορες μελέτες και οι δημοσιογραφικές έρευνες, οι πληροφορίες, ποια νομοθεσία ισχύει στην Ελβετία, στην Ολλανδία, στο Βέλγιο, στο Καναδά, λέω για χώρες όπου έχει νομιμοποιηθεί σε κάποιες μορφές ευθανασίας, έχουν νομιμοποιηθεί. Και τέταρτον, και εδώ μπαίνει τώρα η πιο φιλοσοφική συζήτηση, προσπάθεια εφαρμογής κανονιστικών θεωριών και αρχών, δηλαδή θεωριών που μας λένε τι είναι σωστό. Κανονιστικό με την έννοια ορθό και εσφαλμένο. Θεωρίες που προσπαθούν να διακρίνουν τι είναι ορθό και τι είναι εσφαλμένο και να μας δώσουν κριτήρια για το ορθό και το εσφαλμένο. Αναζήτηση αρχών, γενικών αρχών, κάποιες ενδιάμεσες αρχές, υπάρχουν αρχές της βιοηθηκής, θα πούμε στη συνέχεια, ο κ. Μπούτλας έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα και με αυτό το ζήτημα για τις αρχές, ειδικά της βιοηθηκής, διατύπωση κανόνων και μετά όταν μιλάμε για επιχειρήματα, στη φιλοσοφία επιμένουμε πολύ στα επιχειρήματα, δηλαδή διαρθρώνεται ένας συλλογισμός, μια σειρά σκέψεων, έχουμε προκείμενες και από τις προκείμενες ακολουθεί ένα συμπέρασμα, βγάζουμε ένα συμπέρασμα και κάνουμε έναν έλεγχο αυτών των επιχειρημάτων, είναι τα επιχειρήματα αυτά καλά δομημένα, είναι έγκυρα και μας πείθουν τελικά. Τώρα υπάρχουν διαφορετικών ειδών επιχειρήματα σε αυτό το χώρο, στην ηθική φιλοσοφία, θα χρησιμοποιήσω δύο έννοιες που δεν μπορούσα να αποφύγω, παρόλο που είναι ίσως παράξενες και τεχνικές, μιλάμε για συναιπιοκρατικά επιχειρήματα, δεν επιοκρατικά επιχειρήματα, δηλαδή επιχειρήματα που ζυγίζουν κυρίως τις συνέπειες. Ποιες είναι οι συνέπειες μιας απόφασης και εδώ πέρα εννοούμε, πολλές φορές έχουμε μια θεωρία που λέγεται ωφελημισμός, δηλαδή οι ωφέλια ωφελούνται ή περισσότεροι, η μεγαλύτερη δυνατή ωφέλεια επιτυγχάνεται για το μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων. Και εκτός όμως από αυτά τα επιχειρήματα υπάρχουν και επιχειρήματα δεοντοκρατικού χαρακτήρα, λέγοντας δεοντοκρατικού εννοώ επιχειρήματα που κυριαρχεί η έννοια του δέοντος, του καθήκοντος, αυτό που πρέπει να γίνει ανεξαρτήτως συνειπειών. Δηλαδή πέρα από τις συνέπειες είναι κάποια πράγματα που λες εγώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό, είναι αδύνατον, ας πούμε κάποιος γιατρός μπορεί να πει, για να αρθούμε στα αυτά που θα συζητήσουμε, ότι εγώ δεν μπορώ να επιφέρω το θάνατο, είναι αδύνατον, έχει μια δεοντοκρατική αντίληψη που του λέει ότι δεν μπορώ εγώ να κάνω κάτι τέτοιο. Υπάρχουν επικουρικά επιχειρήματα, αντεπιχειρήματα, τα επιχειρήματα στηρίζονται σε θεωρίες και αρχές, μιλάμε για στρατηγικές και για τεχνικές, ποιος θα τα χρησιμοποιήσει τα επιχειρήματα, ποιο επιχείρημα είναι ισχυρότερο, ποιο είναι λιγότερο ισχυρό, ποιο θα καταρρίψει πιο, προσπαθούμε να διαρευνήσουμε και να σταθυμίσουμε τους λόγους δράσης, δηλαδή τι βαραίνει πιο πολύ. Όταν λέω λόγους δράσης, πίσω από τους λόγους δράσης κρύβονται ενδεχομένως αξίες. Ποια αξία βαραίνει πιο πολύ, μια αξία ιερότητας ας πούμε της ζωής, που προέρχεται ίσως και από θρησκευτικές καταβολές, έχει θρησκευτικές καταβολές, ή μια αξία αποφυγής του πόνου. Αυτά τα πράγματα μπαίνουν μέσα στα επιχειρήματα, μπαίνουν μέσα στις θεωρίες. Και εκτός από τη λογική διάσταση, σας περιέγραψα λίγο τη λογική διάσταση, πώς διαρθρώνεται λογικά η συζήτηση, υπάρχει και η ρητορική διάσταση. Δηλαδή, χρωματίζονται αυτά τα επιχειρήματα με συναισθήματα, είναι άνθρωποι οι οποίοι εμπλέκονται. Αν είχατε διαβάσει τότε την ιστορία αυτή του Αλέξανδρου Βέλιου, ο οποίος έβγαλ και ένα βιβλίο «Εγώ κι ο θάνατός μου», ο οποίος έλεγε «θέλω να με αφήσουν να πεθάνω» και τελικά τον βοήθησαν να αυτοκτονήσει Ιησού στο τέλος και μάλιστα παραινεύηκε ο Ισαγγελέας σε κάποια φάση και είπε ότι αυτό που είχε γίνει ήταν παράνομο, αλλά μετά μπήκε στο αρχείο «Διαβάστε το βιβλίο «Εγώ κι ο θάνατός μου»». Εκεί λοιπόν υπάρχει μια συναισθηματική φόρτιση, η οποία είναι προφανής και εύλογη. Τώρα υπάρχει εδώ, προχωρώντας από τη ρητορική διάσταση, στη συνέχεια αυτής αν θέλετε, η σημασία των αφηγήσεων, των μαρτυριών. Ο κ. Μπούτλας θα χρησιμοποιήσει συγκεκριμένες αφηγήσεις και θα παρουσιάσει περιπτώσεις που δεν μπαίνουν απλώς σε λογικά σχήματα, είναι αυτές οι περιπτώσεις που δεν μπορούμε να τσαγνώουμε. Και μάλιστα στη φιλοσοφία έχουμε την αίσθηση, εγώ αισθάνομαι μια μηχανία, όταν μιλάω με γιατρούς, όταν μιλάω με ασθενείς, οι οποίοι είναι εκεί, αντιμετωπίζουν τα πράγματα και λέω εγώ θα σου πω ένα συνεπιωκρατικό επιχείρημα, χαίρο πολύ θα απαντήσει, αυτό δεν μου λέει πολλά πράγματα, εγώ θέλω να δω τι υπάρχει πραγματικά. Και εδώ θα πω και στη συνέχεια, μεγάλο ρόλο διαδραματίζει και η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος, υπάρχουν έργα, τέχνη στα οποία δραματοποιούν αυτές τις καταστάσεις, θα πω στη συνέχεια αν θέλετε και για την ευθανασία, υπάρχουν πολλά. Τώρα σε ποιους κυρίως, κάποια ερωτήματα που ήθελα να θέσω, σε ποιους απευθύνονται αυτά τα επιχειρήματα, στους γιατρούς, στους ασθενείς, στους νομοθέτες, στους πολιτικούς που θα πάρουν αποφάσεις, στο ευρύτερο κοινό, σε ποιους. Ή μήπως εμείς οι φιλόσοφοι μας αρέσει να παίζουμε με τα επιχειρήματα και μπαίνουμε σε ένα λίγο θεωρητικό και σχολαστικό παιχνίδι. Αυτό καλό είναι το θυμπόμαστε, γιατί ξέρετε πολλές φορές θα βρείτε πολλές τεχνικές λεπτομέρειες που είναι σαν ένα διαλεκτικό παιχνίδι. Αλλά εδώ πέρα είναι ζωές, είναι αποφάσεις γιατρών, πολύ κρίσιμες. Και ποια είναι η πρακτική στόχη, πόσο τελικά χρησιμεύει η θεωρητική αντιπαράθηση τοποθετήσεων και η ανάπτυξη των επιχειρημάτων. Εδώ, νομίζω από τη σημερινή μας συζήτηση, θα καταλήξουμε σε κάποιες συμπεράσματα και θα δείτε και τις δικές μας ίσως διαφοροποίησες. Λοιπόν, εδώ απλώς να αναφέρω, δεν θέλω να επιμείνω σε αυτά, γιατί είναι για δουλειά των φιλόσοφων, αν θέλετε, διοντοκρατικές θεωρίες, είναι κυριότερη η θεωρία από αυτές, είναι η θεωρία του Καντ, μια έννοια που λέγεται κατηγορική προσταγή, ηθικός νόμος, που έχει μια απολυτότητα, πως πρέπει να πράτει κανείς έτσι ώστε να μπορεί να ισχύσει ο γνώμονας της πράξης του ως καθολικός νόμος και αρκετά απόλυτα, έτσι στον Καντ θα ξέρετε το περίφημα ότι ο Καντ δεν δεχόταν την ψευδολογία σε καμιά περίπτωση. Ακόμα και όταν θες να προστατεύσεις έναν ανθό, δεν πρέπει να πεις ψέματα και είχε και επιχειρήματα κατά της αυτοκτονίας, ήταν κατά της αυτοκτονίας οπότε ηκάζουμε ότι θα ήταν και κατά της ευθανασίας, αλλά ενδεχομένως μπορείς να αλλάξεις, να επεξεργαστείς τη θεωρία του ώστε να την κάνεις, να την προσαρμόσεις και σε μια θετική υπέρ της ευθανασίας στάση. Συνεπιοκρατία, ωφελημισμός, η αρχή της ωφέλειας, η μεγαλύτερη ωφέλεια ή η μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία για το μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων, την ωφέλεια την ερμηνεύουμε ως ευτυχία και την ευτυχία ως ιδονή ή αποφυγή πόνου. Και τέλος κάτι που δεν το είπα πριν, αρρετοκρατικές θεωρίες, ότι μπορεί να ξεκινήσει κανείς όχι με αρχές αλλά με αρρετές. Ποιος είναι ο ενάρρετος άνθρωπος και αυτός ξέρει πως θα πράγει σωστά, αυτός που έχει τις αρρετές. Αυτές οι θεωρίες πάνε πίσω στον Αριστοτέλη και σήμερα υπάρχει πολύ ενδιαφέρον αναβιώνει η συζήτηση αριστοτελικών αντιλήψεων για τις αρρετές. Αν θέλετε μπορώ να πω κάποια πράγματα δεν μπαίνουν σε τόσο κεντρικό, δεν επισέρχονται σε συζητήσεις τις κεντρικές σε θέματα βιοηθηκής ευθανασίας. Βιοηθηκής γενικότερα επισέρχονται αυτές οι έννοιες αλλά δεν θα επιμείνω πολύ. Και τώρα κάποιες βοηθητικές αρχές που δεν θα σας τις διαβάσω λεπτομερός γιατί είναι αρκετά περίπλοκες, απλώς θα σας πω την κεντρική ιδέα που μας χρειάζονται στις συζητήσεις εδώ περί ευθανασίας. Πρώτα απ' όλα μια αρχή διπλού αποτελέσματος, ότι σε κάθε πράξη κάτι την οποία επιδιώχεται ένα καλό αποτέλεσμα αλλά ταυτόχρονα προκαλείται και κάποιο κακό αποτέλεσμα και ηθικά μεμπτό μπορούμε να επιτρέψουμε την πράξη αλλά πρέπει να πληρούνται οι εξής όροι. Δηλαδή πρέπει να θέλουμε το καλό αποτέλεσμα και όχι το κακό αποτέλεσμα στην πραγματικότητα. Το β να είναι πράγματι αναπόφευκτο, δηλαδή το κακό να είναι αναπόφευκτο, το β να μην είναι το μέσο για την επίτευξη του α και το β να μην είναι δυσανάλογο με το α. Να το εξηγήσω αυτό στην περίπλωση ευθανασίας. Ενδεχομένως μπορεί να πει κάποιος ότι ένας γιατρός και αυτό έχει χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα για γιατρούς που είναι υπέρ της ευθανασίας ότι εγώ θα δώσω κάποιο φάρμακο κατασταλτικό από αυσύπωνο αλλά πολύ ισχυρό σε πολύ μεγάλη δόση. Και μπορεί να ξέρω ότι αυτή η δόση μπορεί να επιφέρει και το θάνατο ή να είναι τόσο δυνατό το ναρκωτικό ας πούμε το οποίο θα δώσω μπορεί να επιφέρει το θάνατο αλλά εγώ δεν επιθυμώ το θάνατο, εγώ επιθυμώ να πάψει να πονάει ο ασθενής. Θα μου πείτε αυτό είναι σώφισμα αλλά χρησιμοποιείται και εγώ δεν θέλω το θάνατο, ο θάνατος είναι ένα παρεπόμενο αποτέλεσμα. Τι να κάνουμε και τελικώς μήπως όμως είναι δυσανάλογο με αυτό το οποίο, δηλαδή αυτό το οποίο κάνεις το αποτέλεσμα, αυτό που θα προκύψει τελικά μήπως είναι δυσανάλογο το κακό αποτέλεσμα με το καλό αποτέλεσμα. Αυτή η αρχή χρησιμοποιείται πολύ και στην ηθική του πολέμου όπου έχουμε βομβαρτισμούς, παράπλευρες απώλειες. Η δεύτερη έννοια, διάκριση πράξεων και παραλήψεων, εδώ είναι σημαντικό, πιστεύουν πολύ, η διαφορά μεταξύ του να κάνω κάτι ή να μην κάνω, δηλαδή το να δώσω στον ασθενή ένα φάρμακο για να πεθάνει που θα επιφέρει το θάνατο ή απλώς να μην του δώσω το φάρμακο που θα τον κρατήσει τη ζωή ή να μην τον θρέψω όπως θα έπρεπε και αυτός θα πεθάνει τελικά. Υπάρχει διαφορά, για κάποιους γιατρούς υπάρχει και λένε ότι δεν μπορώ να πάω να κάνω μια ένεση με δηλητήριο, αλλά μπορώ να μην του δώσω το φάρμακο. Λένε πάλι ότι υπάρχει διαφορά, δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά, υπάρχει επιφανειακή διαφορά. Εδώ μιλάμε και για ενεργητική και για παθητική ευθανασία, είναι μια έννοια που θα τη δούμε στη συνέχεια. Και τέλος, μια σειρά επιχειρημάτων, αυτά είναι ομάδες επιχειρημάτων, ολιστηρότητας ή όπως τα λέμε ολιστηρής πλαγιάς, δηλαδή εγκρίνω κάτι, κάνω κάτι ως σωστό, αλλά αυτό που είναι σωστό αρχικά, πολύ εύκολα μπορεί να διωλιστεί σε κάτι μη σωστό. Άρα διωλισθένουμε από το καταρχήν σωστό σε κάτι απαράδεκτο. Και ίσως θα δείτε ότι αυτό έχει σημασία εδώ στα επιχειρήματα κατά της ευθανασίας. Τώρα, πώς θα επιχειρηματολογήσουμε λοιπόν με αυτές τις αρχές, με αυτό τον εξοπλισμό. Πρώτα απ' όλα ποιο είναι το βάρος, πού είναι το βάρος της απόδειξης, ποιος πρέπει να αποδείξει αυτός που θέλει να κάνει ευθανασία ή αυτός που θέλει να αποφευχθεί πάση θυσία η ευθανασία, πώς ξεκινάμε, δηλαδή ποιο είναι το αφεντριακό σημείο της συζήτησης. Αυτό μπορεί να έχει σημασία. Έλεγχος εγκυρότητας, λογική συνέπεια και συνοχή, να έχει συνοχή η σκέψη μας, ή πως υπάρχουν υπόριτες ισιοπειρές παραδοχές που δεν τις αμολογούμε, μήπως από πίσω εγώ έχω ας πούμε θρησκευτική πίστη και δεν το λέω, δεν λέω, εγώ λέω, η ζωή, πρέπει να σεβαστώ τη ζωή, μήπως πρέπει να βγάλω στις προκείμενές μου την ιδέα ότι τον επιφέρον το θάνατο ή και η αυτοκτονία απαγορεύονται από τις θρησκευτικές μου πεποιθήσεις. Είναι σημαντικό να βγουν στην επιφάνεια ή να γίνουν σαφής οι υπόριτες ισιοπειρές προϋποθέσεις ή παραδοχές. Τώρα, η δυσκολία της εγκατάληψης αφετριακών δεσμεύσεων στηριζόμενων σε γενικότερες και βαθύτερες ηθικές κοσμοϊκώνες. Είναι δύσκολο να απαλλαγούμε από κάποιες αντιλήψεις, ίσως χρειάζεται μια επαναστατική αλλαγή, αλλαγή ηθικού παραδείγματος. Ας πούμε αυτό το ότι η ζωή καταρχήν είναι ιερή, αυτό ακόμα και αν δεν πιστεύει κανείς πια στο Θεό με την έννοια που δέχονται οι μεγάλες μονοθευστικές θρησκείες, εξακολουθεί όμως να υπάρχει σαν παραδοχή. Μήπως είναι πολύ δύσκολο να την εγκαταλείψουμε και μήπως δεν πρέπει να την εγκαταλείψουμε. Ή αντιστρόφος από κάποιους υπέρμαχος της ευθανασίας. Μήπως πρέπει να αλλάξουμε τελείως ηθικό παράδειγμα, ηθικό πρότυπο. Είναι ένας φιλόσοφος Αυστραλός, ο Peter Singer, ο οποίος έχει κάνει και αγώνα για τα μη ανθρώπινα ζώα, είναι και χωρτοφάγος, ο οποίος πιστεύει ότι πρέπει να αλλάξουμε τελείως το ηθικό μας πρότυπο της βασικίας μας κόσμο αντιλήψεις. Μιλάει για ηθική επανάσταση και αυτός είναι υπέρμαχος της ευθανασίας και πιστεύει ότι ο δεκάλογος, μάλιστα έχει γράψει ένα νέο δεκάλογο, ο οποίος αντιστρέφει ή τροποποιεί ρυζικά τον παραδοσιακό δεκάλογο, τον οποίο ξέρουμε από τη χριστιανική θρησκεία. Τώρα, οι έννοιες της ευθανασίας, αυτό έπρεπε ίσως να ξεκινήσω από αυτό, αλλά θα τα πούν και οι συνάδελφοι, τι θα πει καλώς θάνατος, μιλάμε για ευθανασία όταν βρίσκεται κανείς σε μία κατάσταση, τουλάχιστον πρέπει να πληρούνται δύο όροι, μη άσημοι, μη αναστρέψιμοι και ταυτόχρονα να υποφέρει, δηλαδή αυτή η δύο όροι, το ότι ο ασθενής υποφέρει και είναι ανυπόφορη η κατάσταση τελικά, υπώνει αυτή αβάσταχτη ή δεν μπορεί να, θα συνεχίσουν και θα πρέπει να τον καταστέλουμε συνέχεια με παυσίπονα και ταυτόχρονα να είναι και μη αναστρέψιμοι η κατάσταση. Και εδώ θα πει κανείς, είμαστε πάντα σίγουροι, μπορούμε να ξέρουμε πότε είναι, οι γιατροί, πολλοί γιατροί λένε βεβαίως, ξέρουμε πότε η κατάσταση είναι μη αναστρέψιμη. Εκούσια και μη εκούσια, δεν γράφω καν ακούσια γιατί ακούσια δεν υπάρχει έννοια της ακούσιας ευθανασίας, είναι δολοφονία. Αλλά μη εκούσια είναι η ευθανασία σε ανθρώπους που βρίσκονται σε κόμμα και δεν μπορούν να πούν τη γνώμη τους, δεν μπορεί να έχουμε εκούσια η ευθανασία εκεί και εκεί οι συγγενείς πρέπει να αποφασίσουν αυτό. Αυτή η διάκριση είναι σημαντική μεταξύ του να μπορεί κανείς να δώσει τη γνώμη του, να εκφράσει την επιθυμία του και να μη μπορεί. Γι' αυτό και στα Αμερικανικά Δικαστήρια πολλές φορές ρωτάνε κάποιον συγγενή αυτού που βρίσκεται σε κόμμα, σας είχε πει ποτέ, ότι αν βρεθώ σε αυτή την κατάσταση μετά από ένα ατύχημα θα ήθελα να μ' αφήσετε να πεθάνω. Αυτό το χρησιμοποιούν και φαντάζομαι αν μιλήσουμε για νομικά ζητήματα θα αναφερθεί, χρησιμοποιούνται στα Δικαστήρια πολλές φορές ως μαρτυρία. Πολλές φορές βέβαια υπάρχουν ψεύδο μαρτυρίες για το αν είχε πει πραγματικά σε κάποιους φίλους του ότι να μ' αφήσετε να πεθάνω. Διαβάζετε σε εφημερίδες τέτοιες περιπτώσεις, στην Αμερική έχουμε αρκετές τέτοιες περιπτώσεις. Ενεργητική παθητική, σας το είπα λίγο πριν, ότι άλλο πράγμα το να πιστεύουν πολύ να βγάλεις τον αναπνευστήρα ή να μη δώσεις το φάρμακο και άλλο πράγμα να επιφέρεις το θάνατο με δηλητήριο. Και συνήθει ασυνήθη μέσα ιατρικής τρίξης, αυτή η διάκριση έχει εγκαταλειπθεί σήμερα γιατί πλέον η ιατρική τεχνολογία έχει αναπτυχθεί τόσο πολύ που το τι είναι ασύνηθες μέσω, δηλαδή αν έχεις κάποια μηχανήματα που τον κρατάνε στη ζωή, μπορεί να έχει αλλάξει, να αλλάζει τα τελευταία χρόνια και να μη μπορούμε να τραβήξουμε διαγραμμή για το τι είναι ασυνήθη μέσα. Τώρα χρησιμοποιείται και όρος αυτοκτονία με ιατρική συνδρομή ως ιατρικός υποβοηθούμενος θάνατος και μάλιστα και σε νομοθεσίες έχει περάσει αυτός ο όρος, ως μια παραλλαγή της εκούσιας ευθανασίας ή μια υποστήριξη της εκούσιας ευθανασίας, δηλαδή ο γιατρός βοηθάει τον ασθενή, μπορεί να μην κάνει αυτό στην έννηση, αλλά του δίνει το φάρμακο με το οποίο θα αυτοκτονήσει ουσιαστικά, γι' αυτό λέμε αυτοκτονία με ιατρική συνδρομή σε μια κλινική στην Ελβετία, όπου πηγαίνουν κάποιοι για να πεθάνουν, υπάρχει αυτή η διαδικασία. Εδώ υπάρχει ανάγκη επεξεργασίας λεπτών διακρίσεων, να αποσαφηνισθούν και να προσδιορισθούν οι έννοιες και εδώ φτάνω πια στην καρδιά αυτών που ήθελα να πω σε μία σύνοψη βασικών επιχειρημάτων που χρησιμοποιούνται και έχω φωτίσει, έχω υπογραμμίσει με έντονα γράμματα τα δύο επιχειρήματα ή ομάδες επιχειρημάτων που θεωρώ ισχυρότερα υπέρ της εκούσιας ευθανασίας και σε κάποιος βεβαιωθός και της μη εκούσιας. Στη συνέχεια θα σας δείξω τα επιχειρήματα κατά και θα σας υπογραμμίσω αυτό που θεωρώ το ισχυρότερο και νομίζω ότι και ο συνάδελφος ο Γιώργος Μπούτλας εκεί θα κινηθεί. Λοιπόν, επιχειρήματα υπέρ πρώτον επιδίωξη οριστικής ανακούφησης ασθενούς από ανία τους και αβάσταχτους πόνους, συμπόνια αναγνώριση του απάνθρωπου χαρακτήρα το να διατηρήσει κανείς κάποιον στη ζωή. Δηλαδή ότι κάποιοι λένε είναι απάνθρωπο, ο Βέλιος ή ο, άμα έχετε δει την ταινία «Θάλασσα μέσα μου» του Αμενόμπαρ ενός Ισπανούς σκηνοθέτη με κάποιον παραπληγικό ο οποίος θέλει να τον αφήσουν να πεθάνει λέει αυτό, ότι είναι απάνθρωπο να με κρατάς σαυτικά σας. Βέβαια εκεί δεν είναι αβάσταχτει πόνι, είναι μια οδύνη γενικότερη, βλέπετε αποφυγή οδύνης, μακρόχρονης δοκιμασίας, εδώ βάζω και των συγγενών, το οποίο αφορά κυρίως τη μη εκούσια ευθανασία όπου οι συγγενείς τσακώνονται πολλές φορές, υπάρχουν και συμφέροντα βέβαια, κάποιοι θέλουν να απαλλαγούν από τον ασθενή και να κληρονομήσουν ας πούμε. Τώρα το τρία και το τέσσερα κατά τη γνώμη μου είναι τα σημαντικότερα, πέντε λεπτά. Σεβασμός στην αυτονομία του ασθενούς ως ορθολογικού όντως, έλογου όντως, εκούσια ότι πρέπει να σεβαστούμε την αυτονομία του, το επικαλούνται υπέρ της ευθανασίας, ο σεβασμός στην αξιοπρέπεια του ασθενούς ως ορθολογικού όντως, η οποία υπονομεύεται ή καταρακώνεται σε ορισμένες ασθένειες από τον εκφυλισμό βασικών του λειτουργιών, δηλαδή τα των νοητικών, αλλά και από παθήσεις οι οποίες προκαλούν να φόρει τους διαδιάκοπους πόνους. Πέμπτον, αποφυγή άσκοπης κατασπατάλλες ιατρικών πόρων και αποφυγή ανεπιθύμητων συνεπιών από την κρυφή και παράνομη, ούτως ή άλλως συνήθει, πρακτική της ευθανασίας. Εδώ, αυτό αφορά τη νομιμοποίηση, λένε πολλοί αφού έτσι κι αλλιώς γίνεται θα έπρεπε να γίνει δεκτή, γιατί έτσι κι αλλιώς θα γίνει. Και κατά πρώτον, σεβασμός στην απόλυτη και αναπαλλοτρίωτη ενγενή αξία ιερότητα της ανθρώπινης ζωής, αποδοχή θεϊκής απαγόρευσης, ενδεχόμενο κάποιας ανέλπιστης θεραπείας μιας μεταστροφής, υπάρχουνε μέσα, θα πει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, την ανακουφαστική φροντίδα, παρηγορητική αγωγή που επιτρέπει την αντιμετώπιση των αβάστακτων πόνων. Τέταρτον, αυτά τα έχω τονίσει, αποφυγή κινδύνων από τη νομιμοποίηση της ευθαναζίας για ασθενείς που η ψυχολογική τους κατάσταση και το οικονομικό και κοινωνικό τους στάτους καθιστά εύκολα υποψήφια θύματα ενδεχομένων καταχρύσεων. Ενθάρινσης προς αυτοκτονία για διευκόλυνση των γιατρών, των νοσοκόμων ή ασφαλιστικών εταιριών παρόλες τις νομικές εγγύσεις. Πολλοί λένε υπάρχουν εγγύσεις, ναι, αλλά λένε άλλοι ότι έτσι σιγά σιγά συνηθίζουνε κάποιοι γιατροί να λένε να τελειώνουμε και να τους ξεφορτωθούμε αυτούς τους ηλικιωμένους που πλέον δεν μπορούν να συνέλθουν, δεν θα θεραπευτούν έτσι κι αλλιώς, να τους ξεφορτωθούμε. Πέμπτον, σεβασμός παραδοσιακού ρόλου γιατρού πολιτείας, ότι δεν μπορεί ο γιατρός που ο ρόλος του είναι από τον όρκο του υποκράτη να σώζει και να στηρίζει τον ασθενή να επιφέρει το θάνατο. Εδώ πρέπει να αλλάξει η αντίληψη του τι σημαίνει νοιάζομαι για τα συμφέροντα και τα δικαιώματα του ασθενούς και διατήρηση των σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ γιατρού και ασθενούς. Εδώ τι κάνουμε, συνδυάζουμε και εξισορροπούμε διάφορα στοιχεία, ενδεχομένως εξετάζουμε την έννοια των αρετών του γιατρού και των αρετών που θα έπρεπε να έχει κανείς. Πολλοί λένε ότι θα έπρεπε να είμαστε πιο ανθεκτικοί στον πόνο, πιο περικοί οι χριστιανοί λένε ο Θεός μας δοκιμάζει και θα έπρεπε να αναδεχτούμε αυτή τη μοίρα και όχι να σπεύσουμε να αυτοκτονήσουμε. Σας λέω τώρα προκείμενες που εισέρχονται στα επιχειρήματα και στοιχεία που προστήθενται, αυτονομία αξιοπρέπεια, πώς ερμηνεύεται η έννοια της ιερότητας, η κίνδυνη της ολισθηρότητας, αντιεπιχειρήματα και τελικής τάθμισης. Συμπεράσματα. Εδώ σας διαβάζω κάποια συμπεράσματα τα οποία έχω σκεφτεί και επεξεργάζομαι συνέχεια στο νου μου. Ίσως χρειάζεται αναθεώρηση και διόρθωση του κυρίαρχου επιχειρηματοκεντρικού μοντέλου της αναλυτικής φιλοσοφικής παράδοσης, που υιοθετείται σε μεγάλο βαθμό και από τη σύγχρονη βιοηθική. Δηλαδή το έχουμε παρακάνει με το παιχνίδι των επιχειρημάτων και αντιεπιχειρημάτων και ξεχνάμε αυτά που είπα στην αρχή, τη συναισθηματική διάσταση, την πραγματική ταπτά δεδομένα και κινούμαστε σε σφαίρες αφαίρεσης. Για να επιτευχθεί κάποια βαθύτερη αλλαγή στάσης, μεταστροφή, αν όχι και αλλαγή παραδείγματος, απαιτείται η αξιοποίηση κι άλλων προσεγγίσεων, η προσεκτική περιγραφή πραγματικών και υποθετικών ή και φανταστικών παραδειγμάτων, η χρήση κατάλληλων αφηγήσεων για την ανάπτυξη της ενσυνέσθησης, να μπαίνουμε στη θέση του άλλου, του ασθενούς ή του γιατρού, την καλλιέργεια συναισθημάτων και την ανάπτυξη αρετών. Και εδώ αναφέρομαι σε προσωπικές μαρτυρίες την συνογωρία υπέρ της ευθανασίας του Αλέξανδρου Βέλιου, την κατάθεση ψυχής της γυναίκας του, βιβλία γιατρών τα οποία μιλούν γενικότερα, όχι για ευθανασία αλλά για ιατρική, το εμείς οι θνητοί και το όταν η ανάσα γίνεται αέρας. Αναφέρομαι και στο εξαίρετο βιβλίο του Σταύρου για την ασθένεια της αδερφής του. Γενικότερα μιλάω τώρα για το πώς κατανοεί κανείς τον πόνο, την ασθένεια και τη δοκιμασία μπροστά στο θάνατο, του Γάλλου φιλοσόφου Μαλέρμ για το Αλτσχάιμερ της γυναίκας του, ταινίες όπως «Η θάλασσα μέσα μου» και «Η επέλαση των βαρβάρων», μύθιστω ρήματα όπως «Τον όμως περιτέχνων» του Ιαν Μακιούαν με ένα μάρτυρα του Ιεχωβά που θέλει να τον αφήσουν να μην του κάνουν μετάγγιση, που βασίζονται σε πραγματικά περιστατικά και είναι ίσως πολύ αποτελεσματικότερα και πιστικότερα και από τα ισχυρότερα ορθολογικά επιχειρήματα. Αλλά ανάλογη είναι και η σημασία κειμένων όπως στο χασμί στοικών φιλοσόφων όπως του Μάρκου Αυριλίου, φιλοσόφων που δεν αναπτύσσουν πάντα αυστηρούς συλλογισμούς για να μας βοηθήσουν να επιδοθούμε σε νοητικά πειράματα, σε πνευματικές ασκήσεις προστά στη ζωή και στο θάνατο έτσι ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τι σημαίνει να βρίσκεσαι σε κατάσταση που επιβάλλει την αντιμετώπιση ηθικών διλημάτων σε θέματα ζωής και θανάτου και ενδεχομένως να συνειδητοποιήσουμε γιατί αυτό μας χρειάζεται, είναι και μια τέχνη του θνίσκιν βέβαια αυτό είναι μια επικίνδυνη έννοια αλλά εάν κανείς αποσυνδεθεί από τη χριστιανική παράδοση και επιστρέψει σε αρχαιοελληνικές αντιλήψεις για το τέλος της ζωής, την αυτοκτονία, την ευθανασία και αναφέρομαι στους τοϊκούς εδώ και τους επικούριους, ίσως δει τα πράγματα διαφορετικά και αν η φιλοσοφία είναι μια τέχνη του βίου τελικά ή βοηθάει στο να διαμορφωθεί μια τέχνη του βίου, ίσως μαζί με αυτή την τέχνη του βίου υπάρχει και το πώς να μαθαίνει κανείς, πώς να φεύγει από αυτή τη ζωή, τι σημαίνει να πεθαίνει με αξιοπρέπεια και πότε να αποφασίζει ο ίδιος, η ίδια, αν θα δώσει τέλος στη ζωή του. Υπάρχουν ερωτήματα που δεν θα σας τα διαβάσω εδώ, τι γίνεται με τις ιατρικές σχολές, όλα αυτά που σας είπα, διδάσκονται οι ιατροί, πώς θα διδαχθούν, θα χρησιμοποιηθούν όλα αυτά τα στοιχεία στα λεγόμενα medical humanities, ανθρωπιστικές σπουδές για τους γιατρούς μέσα από τη λογοτεχνία, την τέχνη και όχι μόνο μέσα από φιλοσοφία αυστηρή, ποια είναι τα όρια της ενσυνέστησης, ο γιατρός δεν πρέπει να είναι αποστασιοποιημένος από τον ασθενή του ή πρέπει να μπαίνει στη θέση του ασθενούς. Αυτό είναι ένα μεγάλο ζήτημα στην ιατρική ηθική και πώς θα αναζητηθεί και πώς θα θεσμοθετηθεί το νέο νομικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση τέτοιων βιοηθηκών ζητημάτων και εδώ η συνάδελφος ειδικής αυτά τα θέματα θα μας φωτίσει για την αντιμετώπιση και της ευθανασίας. Έχω μια ενδεικτική βιβλιογραφία και σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας, ελπίζω να έδωσα το πλαίσιο. Σας ευχαριστώ πολύ. Για το σημερινό μας θέμα, όπως ήδη ανέφεραν οι προλαλίστατες, έχει κανείς το συνέστημα όχι απλώς ότι όλα έχουν υποθεί, αλλά έχουν υποθεί πολύ περισσότερα από όσα θα χρειαζόταν να υποθούν. Άρα ο κάθε ομιλητής σε αυτό το θέμα αντιμετωπίζεται είτε από την πλήξη του κοινού που έχει ξανακούσει τα ίδια επιχειρήματα ή ο ίδιος αισθάνεται ότι δεν μπορεί να προσφέρει κάτι καινούργιο σε αυτή τη συζήτηση. Ο Στέλιος έκανε μια ευρύ επισκόπιση του θέματος, εγώ ακριβώς για να προκαλέσω το ενδιαφέρον και να μπορέσω έτσι να ερεθήσω την επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται σε αυτό το πεδίο, θα χρησιμοποιήσω μία άλλη μέθοδο, θα αναπτύξω ως μία μορφή αντινομίας, δηλαδή μία αντιπαράθεση μεταξύ υπέρ. Θα αντιμετωπίσω το θέμα μας σαν μία μορφή αντινομίας, σαν μία αντιπαράθεση υπέρ και κατά της νομιμοποίησης της ευθανασίας και εγώ έτσι χάρη της επιχειρηματολογίας θα πάρω τη θέση της αντίθεσης, δηλαδή θα επιχειρηματολογήσω κυρίως εναντίον των περισσότερων επιχειρημάτων που είναι έτσι ανεφόρων θετικά με την νομιμοποίηση της ευθανασίας. Δεν θεωρώ ότι με αυτόν τον τρόπο θα προσφέρω κάποια λύση, αλλά όπως είπαμε και όπως λέει και ο Κάντη, η αντινομία που αποκαλύπτεται κατά την εφραγμογή των νόμων αποτελεί την καλύτερη δοκιμασία της νομοθετικής. Η ιστορική αναδρομή της ευθανασίας που συνηθίζεται στις παρουσιάσεις αυτού του θέματος, θεωρώ ότι δεν είναι πολύ σχετική με το θέμα όπως το αντιμετωπίζουμε σήμερα. Η σημερινή μορφή της ευθανασίας αναπτύσσεται ουσιαστικά στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, προς τα τέλη του δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και στον 21ο αιώνα. Ουσιαστικά αποκτά υπόσταση ως ιατρική πρακτική συστηματική από νόμο στην Ολλανδία του 21ου αιώνα, με τη νομοημοποίηση το 2002 από την Dutch Biothanasia Act. Αυτό που με ενδιαφέρει να αξιοποιήσω από τη γενεαλογία της ευθανασίας είναι η αμέσως προηγούμενη μορφή της, η οποία έχει ένα μεγάλο φιλοσοφικό και ανθρωπολογικό ενδιαφέρον, που είναι η ευγονική που επικράτησε στα μεγάλα κράτη της Ευρώπης και βέβαια και της μεγάλας δημοκρατίας πέραν του Ατλαντικού, η οποία ήταν μια ευγονική η οποία στηρίχτηκε κυρίως στους νόμους του Mendel στην τεράστια επίχειση που είχε το έργο του Δαρβίνου εκείνη την εποχή και υποστηρίχτηκε βέβαια από πολλούς επιστήμονες, οι οποίοι με την επιρροή τους δημιουργήσαν νομολογίες και πράγματα τώρα που κορυφωθήκαν με το ολοκαύτωμα, δηλαδή μαζικές εξοντώσεις των ανθρώπων που είχαν κάποια προβλήματα υγείας, που είχαν κάποια νοητική ιστέρηση, που είχαν κάποιες μορφές όγκων ακόμα, τότε θεωρηθήκαν κάποιοι όγκοι ότι είναι μια κακή φύση της ανθρωπότητας που πρέπει να ξεριζωθεί, οδηγηθήκαν στη θανάτωση ή στη στήρωση ή στον ιδρυματισμό και μάλιστα μαζικά σε μεγάλες δημοκρατίες όπως η Αμερική, όπως ο Καναδάς, όπως στη Γερμανία, στη Δανία και αλλού. Βέβαια έρχεται το ολοκαύτωμα το οποίο αναδεικνύει την τερατόδη φύση αυτοίς της πρακτικής ανθρώπων εναντίον των ανθρώπων και πλέον η ευγονική γίνεται μια λέξη που δεν αναφέρεται καν, φεύγει τελείως έξω από το επιστημονικό πεδίο και βέβαια είναι πολύ ενδιαφέρον να δούμε αν υπάρχει κάποια συσχέτιση, μήπως υπάρχουν λοιπόν ομοιότητες και διαφορές μεταξύ της ευθανασίας όπως χρησιμοποιείται σήμερα και της ευγονικής του περασμένου αιώνα. Ομοιότητες και διαφορές. Η επιχειρηματολογία τότε ήταν κυρίως εναντίον των ελαττωματικών και εκφυλισμένων, οι οποίοι θεωρούνταν ως τέτοιοι ακόμα και οι φτωχοί άνθρωποι, οι άστηγοι όσοι είχαν κληρονομικά προβλήματα, μάλιστα το ρετινοβλάστομα είχαν στοχοποιήσει ειδικά, γιατί είχαν γίνει κάτι μελέτες ότι το ρετινοβλάστομα είναι κληρονομική νόσος και άρα στηρώναν όσους είχαν ρετινοβλάστομα για να μην μολυνθεί το καθαρό αίμα, το εθνικό και έχει αυτή την αρρώστια στον πληθυσμό. Σήμερα χρησιμοποιούμε μία άλλη διάκριση, είναι κυρίως αυτό το έχει χάσει την αξιοπρέπειά τους, το οποίο χρησιμοποιείται στο πλαίσιο μιας αργό της αυθεντικότητας και της αξιοπρέπειας, όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια τι εννοώ με αυτό το νόρο. Αυτή είναι η νέη ελαττωματική. Είναι άτομα που μπορεί να βρίσκονται στο στάδιο το τελευταίο μιας θανατηφόρου νόσου σε προχωρημένη άνοια, νεογέννητα με σοβαρές ανομαλίες ή όσοι οι ίδιοι θεωρούν την κατάστασή τους ελαττωματική και πραγματικά υπάρχουν παραδείγματα στη βιβλιογραφία και στο YouTube αν βάλετε Ιουθανέζια ή βάλετε τον Dignitas που είναι στην αναζήτηση που είναι η ελβετική εταιρεία που διαπράττει, που βοηθά στη διεκπερέωση αυτών των ευθανασίων, κυρίως ως παθητικές μορφές ευθανασίας βέβαια, συγγνώμη ως υποβοηθούμενες αυτοκτονίες. Θα βρείτε πολλά περιστατικά που είναι άνθρωποι που εγώ που είμαι γιατρός ορθοπεδικός μου θυμίζουν τον μέσο ασθενή μου προς λίγο προς το βαρύ, δηλαδή άνθρωποι που έχουν βαριές αρθρίτιδες, που έχουν πολύ έντονους πόνους και που ισχυρίζονται ότι η ζωή τους πια δεν έχει κανένα νόημα και άρα καταφεύγουν στο θάνατο με μεγάλη ευκολία, τολμό να πω, διότι η αρχική νομοθέτηση της ευθανασίας ήταν για πολύ βαριά περιστατικά τελικού σταδίου. Άρα βλέπουμε ότι η ολιστηρή πλαγιά που ανέφερε ο Στέλιος είναι ήδη εδώ, ήδη ξεχειλώνει το πράγμα από εκεί που ξεκίνησε και θα δούμε ίσως και πολύ περισσότερα. Ενώ τότε, λοιπόν, υπήρχαν ψευδοεπιστημονικές απόψεις όπως του Francis Galton, ο οποίος μαζί θα έχει και μια μακρινή συγγένεια με τον Δαρβίνο, νομίζω, και στηρίχτηκε στις θεωρίες του Μάλθους και του Δαρβίνου, σήμερα έχουμε οφειλημιστές κυρίως φιλοσόφους ως διαπρίσιους υπερασπιστές της ευθανασίας, όπως ο Singer που ανέφερε ο κ. Βιβιδάκης και ο Σαβουλέσκου που είναι μαθητής του Singer και μάλιστα τον έχει υπερκεράσει στην υπεράσπιση της ευθανασίας. Αυτοί λοιπόν έχουν διαμορφώσει κάποια κριτήρια για ζωές που αξίζει να βιωθούν ζωές με αξιοπρέπεια. Και τότε και τώρα τα μεγάλα κράτη της Δύσης νομοθετούν δειλά στην αρχή και ραγδαία στη συνέχεια ευγονικούς νόμους τότε και σήμερα νόμους υπέρ της ευθανασίας, όπως συζητούσαμε και πρωτοίτερα, τελευταία μια που θα αναφερθεί η κ. Κονταντζίμ, μια νομοθεσία στη Γερμανία θεωρεί το ρώσιμο γιατί ήταν η χώρα με τη μεγαλύτερη αντίσταση στη νομιμοποίηση της ευθανασίας και εν τούτης πέρασε και εκεί η ευθανασία, όπως πέρασε και στην Καθολική Ισπανία που θεωρούταν και εκεί απίθανο να περάσει και μάλιστα με πολύ σκληρούς όρους και απαγόρευση των γιατρών σε αντίρρηση συνείδησης και να μην μπορούν να συμμετέχουν αν έχουν ηθικό πρόβλημα στη θανάτωση των ασθενών τους. Και οι δύο περιπτώσεις πάντως αποτελούν αξιολογικές κρίσεις εναντίον ανθρώπων με εμπειρικά γνωρίσματα. Δηλαδή, από το πώς είναι ο άλλος και από το πώς φαίνεται ο άλλος, πώς μας φαίνεται ο άλλος, από αυτό που βλέπουμε εμπειρικά σαν γιατροί ή σαν άνθρωποι, σαν συμπολίτες του, τον αξιολογούμε ως άτομο που αξίζει να ζει ή ως άτομο που δεν αξίζει να ζει. Και τώρα θα θέσω ένα περιπτωσιολογικό ερώτημα, μπορείτε να το διαβάσετε κι εσείς, δεν θέλω να διαβάσω όλο αυτό το κείμενο. Με λίγα λόγια θα σας το πω, αυτό είναι μια τεχνική, αυτό που είπε ο Στέλιος, όχι ακριβώς αφηγηματική βέβαια, γιατί η αφηγηματική ιατρική είναι πραγματικά κάτι πολύ ενδιαφέρον, είναι μια νέα μορφή βιοηθηκής εκπαίδευσης, εκπαίδευσης των γιατρών μέσω μυθιστοριμάτων, μέσω ποιημάτων, μέσω μουσικής, μέσω ζωγραφικής, μέσω των καλών τεχνών. Η αφηγηματική βέβαια, συγγνώμη, αυτά είναι τα medical humanities που λέμε, αλλά κυρίως είναι μέσω μεγάλων αφηγημάτων που είναι τα μυθιστορίματα. Από εκεί αντλούν παραδείγματα, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιήσουν μετά στην πραγματική ζωή και έτσι να έχουν κάποιο πρότυπο δράσης, το οποίο μπορέσει να τους βοηθήσει στο να αποφασίσουν τι θα κάνουν με τους ασθανίστους. Αυτό όσο που κάνω εδώ δεν είναι αφήγηση, είναι ένα πραγματικό παράδειγμα, δηλαδή είναι αυτό που λέει ο Κάντ στην κριτική του καθαρού λόγου, είναι μια αναλυτική μέθοδος, δηλαδή από την περίπτωση προσπαθούμε να ανεβούμε προς τους αρχές, μελετάμε δηλαδή ένα παράδειγμα για να ανεβούμε μετά να μπορέσουμε να κάνουμε, να σχηματίσουμε αρχές από τα παραδείγματά μας, μάλλον από τα πολλά παραδείγματά μας. Εδώ λοιπόν είναι μια μεγάλη γυναίκα 74 χρονών, φανταστείτε ένας συγγενής σας, έτσι χάρη των τεχνικών της αφηγήσεως, φανταστείτε ένας συγγενής σας, ο οποίος είναι 74 χρονών, έχει κάποια στιγμή εκφράσει την άποψη ότι αν πάθει άνια θα ήθελα να την σκοτώσουν. Αυτό δεν νομιμοποιείται, η Σύμβαση του Ωβιέδο που προβλέπει κάτι για τις προγενέστερες οδηγίες, προβλέπει μια αυστηρά γραπτή δήλωση, η οποία έχει γίνει με νομικούς όρους και η οποία μάλιστα δεν είναι πέραν των πέντε ετών, διότι πέραν των πέντε ετών κάποιος μπορεί να έχει αλλάξει γνώμη. Εν τούτοις στην Αμερική, όπως είπε και ο Στέλιος, αλλά και σε άλλες χώρες χρησιμοποιούνται μαρτυρίες του στυλ «Α, μου είχε πει κάποτε ότι δεν θα ήθελε να ζήσει ως ανάπηρος». Είναι ένα πράγμα που είναι απαράδεκτο το να χρησιμοποιηθεί σαν επιχείρημα για τη θανάτωση κάποιου και μάλιστα να υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει την αυτονομία του διότι θεωρείται μια υποκατάσταση της αυτόνομης κρίσης του αρρώστου. Δηλαδή ο δικαστής βάζει έναν άλλο άτομο να υποκαταστήσει την κρίση που δεν έχει πια ο άρρωστος και να πει τη δική του γνώμη ποια θα ήταν η κρίση του αρρώστου επειδή τον ξέρει, επειδή είναι φίλος του, επειδή είναι συζυγός του. Υπάρχει βέβαια και γνωστή περίπτωση στην Αμερική με μια κυρία ενός πολύ πλουσίου σύζυγο, δεύτερη, τρίτη, ξέρω εγώ, ο οποίος ήταν στην Εντατική, η οποία επέμενε να αποσυρθεί η μηχανική υποστήριξη διότι αυτός το έχει δηλώσει πολύ στεναρά ότι δεν ήθελε να ζήσει έτσι. Πράγμα το οποίο ήταν ψέμα, η κυρία ήθελε να κληρονομήσει την περιοσία του και όταν ο ασθενής συνήλθε με τη μηχανική υποστήριξη που αρνηθήκαν οι γιατροί να αποσύρουν, βέβαια χώρισε την κυρία και τη διέψευσε και μάλιστα νομίζω ότι κατηγορήθηκε για αυτή την πράξη. Το περιπτωσιαλόγικο μας ερώτημα λοιπόν εδώ πέρα, η περίπτωση μάλλον που εξετάζουμε εδώ πέρα είναι μια γυναίκα η οποία έχει εκφράσει αυτές τις ασαφής απόψεις ότι θα ήθελε να πεθάνει. Κάποιοι λένε ότι είχε υπογράψει κάποιο χαρτί αλλά του οποίου δεν βρέθηκε. Η 68χρονη λοιπόν γιατρός της μονάδας που υπηρετούσε θεώρησε πια μαζί με την οικογένεια ότι έπρεπε να εκτελέσει την ευθανασία της αρρώστου. Η άρρωστη επειδή είχε ένα βαθμό εν συνέσθησης αντέδρασε άσχημα γιατί κατάλαβε ότι κάτι επρόκειτο να της κάνουν κάτι που θα ήταν πιθανόν τελεσίδικο. Μάλιστα λεκτικά έλεγε όχι δεν θέλω να μου κάνετε αυτό, δεν θέλω να μου κάνετε αυτό και την καθύλωσαν οι συγγενείς με τη γιατρό στο κρεβάτι και εκτελέσαν την ενεργητική ευθανασία. Βέβαια η πόθης πήρε τεράστιες διαστάσεις λόγου του τύπου, πήγε στα δικαστήρια εντούτοις η γιατρός αθωώθηκε, είχε πλήρη θεσμική υποστήριξη ακόμα και από την κατηγορούσα αρχή και απλώς αυτό θεωρήθηκε ως μία φορμή να συζητηθούν πιο αυστηρά λίγο οι όροι που πρέπει να γίνονται σε βαστάσεις προγενέστερους οδηγίες. Ένα σημείο πάλι που ήθελα να θύξω εδώ γιατί κυρίως η παρουσία μου είναι σημειολογική σε κάποια σημεία που με ενδιαφέρουν του θέματος αυτού. Ένα άλλο σημείο που θέλω να παρουσιάσω να πω εδώ είναι ότι μια αντίστοιχη νομική περίπτωση που είχε γίνει στη Γαλλία πολύ νωρίτερα υπόθεση περίς, που ήτανε μια αξιολόγηση της ζωής στην αρχή της, κάποιος ζητούσε αποζημίωση από τον γιατρό που δεν έκανε άμβλωση στη μητέρα του και γι' αυτό έχει γεννηθεί και ζούσε μία αφόρητη ζωή ως ανάπηρος. Δηλαδή ζούσε, ζητούσε αποζημίωση γιατί ουσιαστικά γιατί ήταν ζωντανός ως ανάπηρος. Αυτή η υπόθεση τότε είχε πάρει τεράστιες νομικές διαστάσεις, συζητήθηκε πάρα πολύ, υπάρχει ένα πολύ ωραίο άρθρο σε ένα παλιό τεύχος της Αιστίας για την υπόθεση περίς και άλλα άρθρα έχουν γραφτεί, εν τούτοις τώρα βλέπουμε άλλο ένα δείγμα της ολιστηρής πλαγιά, δεν υπάρχουν αυτά τα νομικά αντανακλαστικά, είναι αμβλημένα. Αυτή η περίπτωση της θανάτωσης της Γεραίας Κερίας πήρε πολύ μικρή νομική έκταση και μάλιστα δεν τιμωρήθηκε κανείς, δεν άλλαξε κάτι, απλώς συζητήθηκε αρκετά στον τύπο. Αυτή η περίπτωση της Γεραίας Κερίας πήρε πολύ μικρή νομική έκταση και μάλιστα δεν τιμωρήθηκε κανείς, δεν άλλαξε κάτι, απλώς συζητήθηκε αρκετά στον τύπο. Αν διαβάσετε το κίνδυνο του προγράμματος θα δείτε ότι είναι και αυτά τα θέματα που κουβετίαζουμε εδώ. Όχι, το τέλος της ζωής δεν είναι μόνο η ευθανασία, είναι η ευθανασία, είναι υποβοηθούμενη αυτοκτονία, είναι η ανακουφιστική φροντίδα που είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, έχει πολλές τυχές. Η ευθανασία ως όρος εξ αρχής μας θέτησε μια μηχανία, διότι αυτός ο συνδυασμός του εύτης ευτυχίας και της ευδαιμονίας με το ύψος στο κακό για τον άνθρωπο το θάνατο μας φέρνει σε μία μηχανία. Εν τούτοις θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι αυτό το πρόβλημα επιλύεται με την έννοια ενός καλού θανάτου. Ως παράδειγμα λέω για τον φιλόσοφο Βίτκε Στάιν που πριν χάσει τις αισθήσεις του και πεθάνει, αναφέρει στην κυρία που τον φιλοξενούσε και παρίσταται στο θάνατό του, πείστε τους ότι έζησα μια υπέροχη ζωή, που δείχνει ότι είχε ένα τέλος, η ολοκλήρωση της ζωής του και πέθανε με το αίσθημα αυτό της ολοκλήρωσης. Το δικαίωμα τώρα ενός ανθρώπου στο θάνατο δεν θα το συζητήσει περισσότερο η κυρία Κουτνατζή αλλά η υποχρέωση του γιατρού σε θανάτωση ασθενών θα πρέπει να επισημάνω ότι έρχεται σε αντίθεση τόσο με τον παραδοσιακό ρόλο του γιατρού θεραπευτή όσο και με το κάλεσμα όσων εξημών είμαστε κάποια στιγμή στραφήκαμε προς την ιατρική, το κάλεσμα που μας κάλεσε στην ιατρική είναι η θεραπεία, η απάλληνση του πόνου, η συμπαράσταση στις ανθρώπους που πεθαίνουν με ένα τρόπο παρηγορητικό κλπ, κάπου λοιπόν μας ξενίζει και μας τους γιατρούς και μας ξαφνιάζει αυτή η στροφή προς το θάνατο. Το δικαίωμα στην αυτοκτονία δεν αμφισβητείται πλέον ούτε νομικά, ούτε από την άποψη του πολλούς κόσμου, δηλαδή ο πολύς κόσμος έχει αποδεχθεί ότι η αυτοκτονία είναι δικαίωμα του καθενός, είναι περισσότερο ένα θρησκευτικό και ηθικό δίλημα, ο Δουόρκιν θεωρεί ότι εναπόκειται στην ελευθερία της συνείδησης του καθενός αυτό το θέμα και βέβαια ο νεοτερικός διαχωρισμός ανάμεσα στο άτομο και στην κοινωνία που έχει επικρατήσει νομικά και ηθικά και βασίζεται βέβαια στις θεωρίες του συμβολέου, στο περί ελευθερίας του ΜΕΛ, έχει κάνει αποδεχτή την ελευθερία του ατόμου απέναντι στο σώμα του, δηλαδή αυτό σημαίνει ότι ο καθένας μας μπορεί να κάνει στο σώμα του ό,τι θέλει, δεν μπορεί να παρέμβει κάποιος με απαγορεύση στη διαχείριση του σώματος του. Ωστόσο, υπάρχουν δεοντοκράτες, όπως ο Kant, στη θεμελή της μεταφυσικής των ηθών, που θεωρεί ότι όποιος διανοείται να αυτοκτονήσει, δεν συνηπάρχει αυτό με την ιδέα της ανθρώπινης φύσης ως σκοπού καθεαυτών και γι' αυτό δεν δίναμε να διαθέτω τον άνθρωπο στο πρόσωπό μου, να τον ακροτηριάζω, να τον διαφθύρω ή να τον φωνεύω. Σε ένα ανάλογο ύφος και στο δεοδοκρατικό πλαίσιο, ο σύγχρονος φιλόσοφος David Velleman λέει ότι η αξία του να είσαι πρόσωπο είναι κάτι ευρύτερο από το κάθε συγκεκριμένο πρόσωπο που την ενσαρκώνει. Μάλιστα, έχει ένα πολύ έυστοχο παράδειγμα, λέει, γιατί δε σέβεται ο ίδιος, λέει, γιατί εγώ δε σέβω με τις απόψεις υπέρ της ευθανασίας ενός ανθρώπου που έχει σοβαρό πρόβλημα υγείας ή αναπηρίας, διότι, λέει, θεωρώ ότι δεν μπορεί να γίνουν σεβαστές, γιατί όπως δεν μπορεί να γίνει σεβαστός, δεν μπορεί να γίνει σεβαστός ο αντισημιτισμός ενός αυτομισσούμενου Εβραίου. Διότι είναι ρατσιστικός, δηλαδή, αν ένας Εβραίος, ο οποίος είναι αντισημίτης ο ίδιος, πει ότι εγώ μισώ τους Εβραίους και άρα μισώ τον εαυτό μου, εγώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό αποδεκτό ως αυτοδιάθεση, ως έκφραση προσωπικής τοάπωψής, γιατί είναι ρατσιστικό. Άρα θύγει κάποια βασική αξία. Έτσι, λοιπόν, και ο Βέλεμα θεωρεί ότι η συζήτηση περί της ευθανασίας θύγει τη βασική ανθρώπινη αξία και γι' αυτό δεν μπορεί να γίνεται τόσο εύκολα αποδεκτή. Τώρα, αυτά τα είπε ως τέλειος εδώ, όταν μπαίνουμε στην ευθανασία πλέον υπάρχει ένα τρίτο πρόσωπο, δεν είναι αυτοκτονία, δεν είναι μια προσωπική υπόθεση και επομένως πρέπει να δικαιολογήσουμε πια έναν άμεσο ή έμεσο φόνο ενός άλλου ατόμου. Οι διαχωρισμοί αυτή ακούση, ακούση, ανεργητική, παθητική, υποβοηθούμενη και φαρμακευτική καταστολή ήδη σας εκτεθήκαν. Η παθητική αθανασία και αναφέρεται συχνά στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία ως letting die, ο γιατρός δεν δίνει θεραπεία που είναι μάταιη. Αν και στάσει και στο πλαίσιο της φαρμακευτικής καταστολής, δίνονται μεγάλες δόσεις παυσίπωνον για τον αφόρητο πόνο. Εδώ ένα σημείο που θα ήθελα να επιμείνω είναι ότι πολλές από αυτές τις πράξεις στηρίζονται στη θεωρία του διπλού αποτελέσματος που είπε και ο Στέλιος, ο γιατρός σε αυτή την περίπτωση αποβλέπει στην ανακούφιση και όχι στο θάνατο, ο οποίος είναι ένα παράπλευλο αποτέλεσμα ούτε επιθυμητό ούτε σίγουρο. Εγώ θα ήθελα να επερασπιστώ λίγο τη θεωρία του διπλού αποτελέσματος. Είναι μια θεωρία που ξεκινάει ακόμα από το Φυσικό Δίκιο και από τον Θωμάτο Νακινάτη. Και βέβαια θα αναφέρω εδώ τον James Rachelς, ένας σύγχρονος φιλόσοφος της ηθικής, ο οποίος λέει ότι αν ένας γιατρός αφήσει τον ασθενή να πεθάνει βρίσκεται στην ίδια θέση σαν να είχε δώσει τον ασθενή μια θανατηφόρα δώσει φαρμάκου για ανθρωπιστικούς λόγους. Η πρόθεση επομένως παίζει σημαντικό ρόλο και στο σύγχρονο Διεθνές Δίκιο να ξέρουμε ότι η αναγνώριση της ύπαρξης πρόθεσης διάκρισης είναι δυνατόν να αποδώσει κάποιο έγκλημα το χαρακτηρισμό, έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Δηλαδή η πρόθεση είναι κάτι σημαντικό άρα δεν πρέπει να γελειοποιούμε τόσο εύκολα το διπλό αποτέλεσμα και να λέμε ότι είναι το ίδιο να το κάνεις έτσι ή αλλιώς έχει μεγάλη σημασία η πρόθεση με την οποία κάνεις κάποια πράξη και ο Κάντ βέβαια έχει αποδώσει μεγάλη σημασία στην ηθική βούληση. Η εθνική ευθανασία παγορεύεται ακόμα στην Ελλάδα. Υπάρχουν φιλόσοφοι όπως ο Φίλιππος Βασιλόγιανης που θεωρεί ότι αυτό ισοδυναμεί με την Ιραννία, ο κρατικός ξαναγκαρισμός σε τέτοια θέματα. Με την ενεργητική ευθανασία θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ελευθερία της αυτοκτονίας των ικανών μετατρέπεται σε δικαίωμα ευθανασίας των ανίκανων. Γιατί πολύ χρησιμοποιούν ως επιχείρημα το ότι αυτοί που δεν μπορούν να αυτοκτονήσουν, γιατί δεν είναι σε θέση να αυτοκτονήσουν όπως ο Χαβγέμ Μπαρδέμς στο «Η θάλασσα μέσα μου». Δεν οφείλουμε εμείς να τους βοηθήσουμε να αυτοκτονήσουν. Αυτό θεωρούμε νόμιμη την αυτοκτονία. Άρα αυτή είναι ένα θέμα ισότητος η ευθανασία. Και βέβαια είναι πολύ διάσημη διαμάχη κριτικών και βιωματικών συμφέροντων που αναπτύσσεται σε αυτό το πεδίο. Κριτικά συμφέροντα κατά τον τουόρκιν είναι τα συμφέροντα που έχει ένας άνθρωπος όσο είναι υγιής και έχει σώαστα φρένας και άρα εκφράζει τον αυθεντικό εαυτό του. Εν τούτοις, εδώ τώρα δεν θα προλάβω να την κάνω αυτή την ανάλυση, γιατί έκανα πάλι μάλλον μια προετοιμασία υπέρ του χρόνου. Απλώς θα ήθελα να θύξω αυτή την ομοιότητα εδώ που έχω διακλίνει ανάμεσα στην αναλυτική φιλοσοφία και στην υπηρωτική φιλοσοφία, όπου αυτή η αυθεντικότητα την οποία διακηρύσει ο Χάινδικερ του εαυτού, βλέπουμε να την υπερασπίζεται και ο Ντόρκιν σαν ακεραιότητα του εαυτού και οι δύο επομένως υποστηρίζουν ένα πρόσωπο που είναι καθυλωμένο σε μία μορφή συγκεκριμένη και άρα δεν μπορεί να αλλάξει όταν αρρωστήσει και δεν μπορεί να το αντιμετωπίζει διαφορετικά, άρα οφείλεις να σεβαστείς τις προγενέστερες οδηγίες του. Εδώ η αργό της αυθεντικότητας είναι μια συζήτηση μεγάλη, εντούτοις βάσει αυτής της αργό όποιος έχει χάσει την αξιοπρέπειά του με αυτή την στρεβλή έννοια της αξιοπρέπειας, είναι υποψήφιος προς ευθανασία και η δύνατη να υποστεί ευθανασία. Η Ελίζαρ Μπεθάνσκομ με μεγάλη φιλόσοφος θα πει ότι υπάρχει μόνο μια απόρθητη ισότητα των ανθρώπων και αυτό είναι η αξιοπρέπειά τους και θα μπορούσαμε να πούμε ότι μεγαλύτερη αξία αποκτά το πάσχονα άτομο διότι η σωματική δυσκολία αποθεώνει την έλογη φύση που μπορεί να την υπερβεί. Ο Φίλι Πρόθ στο σημαντικό του έργο «Πατρική Κληρονομιά» χαρακτηριστικά εξιδανικεύει τη σωματικότητα του πατέρα του μάλιστα και όταν βρίσκεται ο πατέρας του, ο οποίος διανεί στο μυθιστόριο με αυτό περιγράφει το τελευταίο καιρό της ζωής του πατέρα του και την αντιμετώπιση αυτού απέναντί του, βρίσκεται ο πατέρας του μια μέρα καταλερωμένο, με αυτό τελειώνουμε αυτό το ανάγνωσμα του αποσπάσματος του ροθ. Όταν βρίσκεται ο πατέρας του λερωμένο μέσα στον μπάνιο και μάλιστα έχει κάποιες έτσι πολύ σκληρές σκηνές που το μπάνιο όλο είναι λερωμένο και ο πατέρας του κλαίει, τον καθαρίζει και τον βάζει στο κρεβάτι να κοιμηθεί και μετά πάει κοντά του αφού ίδιος έχει γεμίσει με τα περιτώματα του πατέρα του και το μπάνιο και το έχει καθαρίσει όλο και τα λοιπά και λέει πατώντας τις μύτες αυτό είναι ένας αντίλογος του ροθ, αυτό που λέω αργό της αξιοπρέπειας. Αυτή η ρηχή ενόηση της αξιοπρέπειας ως κάποιον που είναι καθαρός, που είναι υγιής, που είναι έξυπνος και τα λοιπά. Ίσως και λίγο νητσαϊκού τύπου, υποβόσκη λίγο νητσαϊκού από πίσω από αυτό. Εδώ είναι μια αποθέωση της σωματικότητας και της φθαρτότητας του ανθρώπου από τον Φίλιπ Ροθ στον αντίποδο αυτής της ενόησης της αξιοπρέπειας και λέει πατώντας τις μύτες ξαναπήγα στο δωμάτιό του όπου κοιμόταν. Ακόμα ανέπνε, ακόμα ζούσε, ακόμα ήταν κοντά μου. Είχε ξεπεράσει άλλη μια δοκιμασία αυτός ο άνθρωπος που μια ζωή τον ήξερα ως πατέρα μου. Ένιωθα απαίσια για την ηρωική, την απελπισμένη μάχη που έδωσε για να καθαριστεί πριν φτάσω εγώ στο μπάνιο και για την τροπή, την ταπείνωση που θα ένιωθε. Και ωστόσο τώρα που είχαν τελειώσει όλα και εκείνος κοιμόταν βαθιά, σκεφτόμουν ότι δεν θα μπορούσε να είχε ζητήσει τίποτε περισσότερο από αυτόν πριν πεθάνει. Ήταν κι αυτό σωστό, ήταν όπως έπρεπε να είναι. Καθαρίζεις τα σκατά του πατέρα σου γιατί πρέπει να καθαριστούν, αλλά μετά το καθάρισμα όλα όσα μπορεί κανείς να νιώσει τα νιώθεις με ένα τρόπο ασύγκριτο. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το συνειδητοποιούσα. Και τελειώνει... Συγγνώμη να βρω το απόσπασμα, το οποίο είναι η τελευταία πρόταση της παρουσίασης, αλλά τα έκανα σαλάτα τώρα εδώ με τα χαρτιά. Απίστευτο. Τελειώνει τέλος πάντων ότι η κληρονομιά που πήρε από τον πατέρα του ο Ροθ, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην τελευταία πρόταση και που είναι και ο τίκλος του βιβλίου του, η πατρική κληρονομιά, ήταν ακριβώς αυτά τα σκατά που λέει και όχι τα λεφτά, ούτε κάποια άλλα πράγματα που του είχε αφήσει, αλλά αυτό ήταν το πιο σημαντικό που μπορούσε να θεωρήσει ως κληρονομιά. Αυτή η φθαρτότητα και η σωματικότητα και ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε ο ένας τον άλλον ως άνθρωποι στις δύσκολες στιγμές αυτές του βιβλίου μας που βρισκόμαστε κοντά στο θάνατο, είτε εμείς είτε τα αγαπημένα μας πρόσωπα. Συγγνώμη, αλλά κακός προγραμματισμός. Ευχαριστούμε, κύριε Βασίλη. Αυτό συμβαίνει όταν έχει να πει κανείς πολλά. Ο λόγος τώρα στην κυρία Παναγοπούλου Κουτουναντζή, που θα δώσει την εξαιρετικά σοβαρή νομική πλευρά του ζητήματος. Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε. Ευχαριστώ πολύ για την τιμή και την πρόκληση να συμμετάσχω στη σημερινή πραγματικά ενδιαφέρουσα συζήτηση. Ως νομικός θα περιοριστώ, γιατί είχαμε δυο εξαιρετικές ειγήσεις της διαπρεπτών φιλοσόφων, θα περιοριστώ στο νομικό κομμάτι. Στο νομικό κομμάτι έγινε για μένα εάν υπάρχει ένα δικαίωμα στο θάνατο. Το Σύνταγμα μας κατοχυρώνει ένα δικαίωμα στη ζωή, στο άρθρο 5 παράγραφος 2. Παράλληλα, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατοχυρώνει επίσης ένα δικαίωμα στη ζωή. Το ίδιο και ο Χάρτης Θεμελιδών Δικαιωμάτων στο άρθρο 2. Δεν υπάρχει ένα δικαίωμα στο θάνατο. Συνάγεται από το Σύνταγμα από το δικαίωμα στη ζωή ένα δικαίωμα στο θάνατο. Η κατοχύρωση ενός δικαίωματος στη ζωή γίνεται ουσιαστικά, είναι ο απότοκη της απαξιοντικής μεταχείρισης στην Ναζιστική Γερμανία και για το λόγο αυτό έχουμε δεδομένου ένα δικαίωμα στη ζωή. Το δικαίωμα στη ζωή, το οποίο υπάρχει στο Σύνταγμα μας, εγείρει το ζήτημα περί της αρχής και περί του τέλους της ζωής. Το δικαίωμα της αρχής της ζωής μας ενδιαφέρει για το ζήτημα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και της αμβλώσεως, ενώ του τέλους της ζωής για την παθητική, την ενεργητική εφανασία και για τις μεταμοσχεύσεις. Είναι αλήθεια ότι το Σύνταγμα μας το έχουμε δει σε πολλές περιστάσεις. Δεν απαγορεύει πολλές φορές το θάνατο του εμβρίου, του αγένη του τέκνου, σε περίπτωση που κινδυνεύει η ζωή της μητέρας ή που κινδυνεύει γενικότερα η αυτοδιάθεση της μητέρας. Και τονίζω, το Σύνταγμα μας κατοχυρώνει κατά απόλυτο τρόπο το δικαίωμα στη ζωή, που σημαίνει ότι δεν υπάρχει κάποια εξαίρεση, δεν γίνεται κάποια διαφοροποίηση, αναλόγως εθνικότητας, θρησκείας, πεπιθύσεων, πολιτικών, φιλοσοφικών, ούτε δέχεται τη μη προστασία της ζωής, η οποία είναι ανάξια προς το ζήν. Το ερώτημα, όμως, υπάρχει. Υπάρχει ένα δικαίωμα στο θάνατο. Το Σύνταγμα μας ορίζει ρητά ένα δικαίωμα στη ζωή. Δεν ορίζει ένα δικαίωμα στο θάνατο. Ας το εξετάζουμε καθαρά νομικά. Και τονίζω αυτό το οποίο είπε ο καθηγητής Μερδηδάκης, ότι πολλές φορές το δίκαιο διαφέρει από το ηθικό. Και το τονίζω αυτό. Απλώς λέω, προσπαθώ να κάνω μία καθαρά, αμυγός, νομική, συνταγματική ανάλυση. Έχουμε ένα αδικαίωμα στη ζωή, του τέστιν αυτό είναι ένα ατομικό, ένα αμυντικό δικαίωμα. Τι σημαίνει αμυντικό δικαίωμα? Άμυνα από επεμβάσεις του κράτους, άμυνα από επεμβάσεις τρίτων. Άρα, είναι μια αξίωση ελευθερίας του ατόμου, έναντι του κράτους. Αξίωση ελευθερίας σημαίνει ότι στη ζωή μου θέλω μία άμυνα. Θέλω, για να το κάνω λίγο πιο εύληπτο το παράδειγμα αυτό, ένα ατομικό δικαίωμα. Θα μπορούσαμε να παρουσιάσουμε το δικαίωμα στη ζωή σαν ένα σπίτι. Στο σπίτι το δικό μου, εγώ έχω την αξίωση από το κράτος να μην επεμβαίνει, να προστατεύει το σπίτι μου, να μην επεμβαίνουν τρίτοι. Αλλά στο σπίτι το δικό μου, μπορώ να κάνω εγώ ό,τι θέλω. Μπορώ να κρεμάσω τον πολύελεόνα ανάποδα, μπορώ να κοιμηθώ στο σαλόνι και κανείς δεν θα επέμεινε να μου πει γιατί κρέμασε τον πολύελεόνα ανάποδα, γιατί κοιμάσαι στο σαλόνι ή στην κουζίνα ή οτιδήποτε άλλο. Αντιστοίχως, τη ζωή μου, έτσι όπως μου την προσφέρει το ατομικό δικαίωμα στη ζωή, μπορώ να τη διαμορφώσω όπως θέλω. Μπορώ να αποφύγω μία επέμβαση, η οποία θα σώσει τη ζωή μου. Μπορώ να κάνω μία επέμβαση, η οποία θα σώσει την υγεία μου, αλλά μπορεί να καταστρέψει τη ζωή μου. Περαιτέρω, τονίζω ότι το Σύνταγμα μας κατοχυρώνει ένα δικαίωμα στη ζωή, όχι ένα καθήκον στη ζωή. Τονίζω ότι τα καθήκοντα στο Σύνταγμα ορίζονται ρητός και περιοριστικός. Ενδεικτικά αναφέρω, υποχρέωσή μας να ψηφίζουμε, υποχρέωσή μας να πληρώνουμε τους φόρους ανάλογα με τη φοροδοτική μας ικανότητα, να πηγαίνουμε νέα χρόνια στο σχολείο, στη στράτευση όσοι μπορούν να φέρουν όπλα, υποχρέωση κοινωνικής αλληλεγγύης είναι κάτι το οποίο είδαμε πολύ συχνά στην πανδημία, δηλαδή κοινωνική αλληλεγγύη σημαίνει να φοράμε μάσκα σε περίοδο πανδημίας, να εμβολιαστούμε επίσης για να μπορέσουμε να αυξήσουμε το τείχος ανοσίας και υποχρέωσή μας να αμεινόμεθα σε όποιον προσπαθεί με τη βία να καταλύσει το Σύνταγμα. Είναι ένα καθήκον αυτό το οποίο ορίζεται στο Σύνταγμα ρητά, το Σύνταγμά μας όμως δεν ορίζει ένα καθήκον να ζήσουμε, ορίζει ένα δικαίωμα να ζήσουμε και από νομική άποψη τα καθήκοντα διαφοροποιούνται από τα δικαιώματα. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίσω ότι τα ατομικά δικαιώματα έχουν τη θετική και την αρνητική τους πλευρά. Κλασική περίπτωση είναι το δικαίωμα στην ελευθερία γνώμης. Μπορεί να ρωτήσει ο κύριος Ζουμπουλάκης πώς ήταν η ομιλία της κυρίας Παναγοπούλου και αν είναι κάποιος φοιτητής μου εδώ να πει εμένα δεν μ' άρεσε καθόλου η ομιλία της κυρίας Παναγοπούλου, ήταν πολύ αδιάφορη και αυτό έχει την ελευθερία γνώμη σε το ποι. Μπορεί όμως να είναι πολύ πιο διπλωμάτης και να πει δεν έχουνε τελειώσει ακόμα οι βαθμοί. Κύριε Ζουμπουλάκη, εγώ δεν θέλω να σας πω τη γνώμη μου για την κυρία Παναγοπούλ, έχω ένα αρνητικό δικαίωμα να μην εκφράσω τη γνώμη μου. Αντιστοίχως έχω ένα δικαίωμα να πιστεύω σε κάτι, έχω ένα δικαίωμα να μην πιστεύω, έχω ένα δικαίωμα να απεργήσω. Τους συντάγματος έχω ένα δικαίωμα να μην απεργήσω, έχω ένα δικαίωμα να συμμετάσχω στο πανεπιστήμιο σε μια συνδικαλιστική οργάνωση, έχω το δικαίωμα επίσης να μη συμμετάσχω στη συνδικαλιστική οργάνωση. Από αυτό το επιχείρημα έχω ένα δικαίωμα να ζήσω και έχω και ένα δικαίωμα να μη ζήσω. Δηλαδή θέλω να πω ότι το Σύνταγμα δεν προστατεύει μόνο την άσκηση αλλά και τη μη άσκηση του δικαιώματος. Και μη άσκηση του δικαιώματος είναι να μη ζήσω. Βεβαίως δεν μπορούμε να απορρίψουμε και τα ισοσθενή επιχειρήματα όλων όσοι υποστηρίζουν ότι, ξέρετε, δεν έχουν όλα τα δικαιώματα την ανητική και τη θετική τους πλευρά. Το δικαίωμα στην ελευθερία της γνώμης έχει αυτονοείτο, στην ανητική πλευρά, να μην πω ότι η σημερινή μου μιλία ήταν πολύ βαρετή, αλλά κάποιο δικαίωμα στο θάνατο αντιστρατεύεται το ίδιο το δικαίωμα στη ζωή. Δεν πρέπει επίσης να διαλάθεται η προσοχή μας, και προχωρώ σε ένα άλλο ζήτημα, ότι σε πολλές περιπτώσεις γίνονται κάποιες πολύπλοκες σταθμίσεις μεταξύ ζωής και θανάτου. Τι σημαίνει αυτό? Σημαίνει ότι σε πολλές περιπτώσεις το δικαίωμα στη ζωή μπορεί να άρθει σε σύγκρουση με το δικαίωμα στην υγεία. Για να σώσω τη ζωή μου, μπορεί να κάνω μια χημιοθεραπεία, η οποία θα καταστρέψει τη ζωή μου, την υγεία μου. Για να σώσω την υγεία μου, να μπορέσω να περπατήσω, μπορεί να κάνω μια επέμβαση, η οποία θα οδηγήσω τέλος τη ζωή μου. Είμαι υποχρεωμένη να προβώ στην πρώτη ή στη δεύτερη επιλογή. Η αποκτάσταση της υγείας προποθέτει, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια επικίνδυνη για τη ζωή εγχείρηση. Είμαι υποχρεωμένη να κάνω αυτή την επικίνδυνη εγχείρηση. Από νομικής απόψος τονίζω ότι το δικαίωμα διακοπής της ζωής μπορεί να υποστηριχθεί, υποστηρίζεται από δογματικής, καθαρά νομικής απόψος, ότι είναι έκφαση του δικαιώματος στη ζωή. Αυτό όμως το δικαίωμα, το οποίο αναγνωρίζει το Σύνταγμα μας, δεν είναι ένα απόλυτο δικαίωμα. Τα δικαιώματα ταντομικά δεν είναι απόλυτα σταθμίζονται με βάση την αρχή της αναλογικότητας, της πρακτικής αναρμόνισης. Επομένως έχουμε ένα δικαίωμα διακοπής της ζωής, το οποίο δεν είναι απόλυτο. Τι σημαίνει αυτό? Σημαίνει ότι όταν υπάρχει η επέμβαση ενός τρίτου προσώπου, ο νομοθέτης είναι εξαιρετικά επιφυλακτικός. Είναι διστακτικός. Υπάρχει ένα έλλειμμα εμπιστοσύνης προς έναν τρίτο πρόσωπο. Όταν εγώ θέλω να δώσω τέλος στη ζωή μου, μόνο η μου, αυτό το δικαίωμα μας δεν ενδιαφέρονται καθόλου. Δηλαδή δεν ασχολείται από πρακτικής απόψεως με το δικαίωμα στην αυτοκτονία. Δεν το ρυθμίζει και θα ήταν άσκοπο να ρυθμίσει το δικαίωμα στην αυτοκτονία. Δηλαδή να με τιμωρήσει με τα θάνατον. Έχει νόημα. Ή εγώ που προσπάθησα να αυτοκτονήσω και τελικά άλλαξα γνώμη να τιμωρηθώ μετά που άλλαξα γνώμη και είχα μια τάση να αυτοκτονήσω, αυτό ήταν άσκοπο αυτό. Άρα δεν ασχολείται με την αυτοκτονία όταν είναι πραγματική αυτοκτονία, όταν την κάνω μόνη μου. Όταν υπάρχει όμως η μεσολάβη σε ενός τρίτου προσώπου, τότε το δικαίωμα μας είναι εξαιρετικά διστακτικό και τιμωρεί στο αρθο-401 τη συμμετοχή σε αυτή. Άρα η πρώτη έκφαση ενός δικαιώματος στο θάνατο είναι η αυτοκτονία. Η αυτοκτονία η καθαρή δεν απασχολεί το δικαίωμα, ενώ η συμμετοχή στην αυτοκτονία την απασχολεί. Η δεύτερη έκφαση ενός δικαιώματος στο θάνατο είναι η παθητική ευθανασία. Η παθητική ευθανασία διακρίνεται σε τρεις υποκατηγορίες. Παθητική ευθανασία με τη βούληση του ασθενούς, η οποία νομικά είναι απροβλημάτιστη. Δεν θέλω να προχωρήσω σε χειμαιοθεραπεία, δεν θέλω να προχωρήσω σε μοκάθαρση, θέλω να σταματήσει η θεραπεία εδώ. Αυτό είναι νομικά απροβλημάτιστο. Δεν μπορούμε να υποχρεώσουμε έναν ασθενή να προβεί σε μια επέμβαση που δεν το θέλει. Η δεύτερη περίπτωση παθητικής ευθανασίας είναι η παθητική ευθανασία χωρίς τη βούληση του ασθενούς. Εδώ είναι όταν ο ασθενής βρίσκεται σε κόμμα και εδώ υπάρχει η αρχή εν αμφιβολία υπέρ της ζωής, δηλαδή αν βρίσκεσαι σε κόμμα θα κάνω εν αμφιβολία αν δεν υπάρχει κάποια δική σου ρυτή βούληση, που να λέει ότι δεν θα ήθελα να κάνω την τελική επέμβαση εν αμφιβολία υπέρ της ζωής. Και η τρίτη περίπτωση είναι αντίθετα με τη βούληση του ασθενούς. Στην περίπτωση αυτή δεν τον θεραπεύουμε αντίθετα με τη βούλησή του. Αυτό καταρχήν είναι απαράδεκτο, κατεξέρετσι θα μπορούσε να θεωρηθεί επιτρεπτό όταν οι πόροι της υγείας δεν επιτρέπουν. Παραδείγματος χάρη έχουμε ένα μόσχευμα και μόνο έχουμε ένα μόσχευμα και πέντε ενδιαφερόμενους. Είναι λογικό ότι κάποιος ο οποίος έχει μικρές πιθανότητες, όχι λόγω ηλικίας, αλλά λόγω πιθανότητα να δεχτεί το μόσχευμα, δεν θα δεχτεί αυτό το μόσχευμα, άρα δε θα τον θεραπεύσουμε παρά τη βούλησή του, αντίθετα με τη βούλησή του. Δεύτερη περίπτωση η ευθανασίας είναι η ενεργητική ευθανασία η οποία απαγορεύεται από το ελληνικό δίκιο. Οι λόγοι για τους οποίους απαγορεύονται είναι πολλοί. Θα περιοριστώ στον ιστορικό λόγο του χιτλερικού καθεστότος. Στο όνομα της ευθανασίας σκοτώθηκε πολύ μεγάλος πληθυσμός, ανάπηροι, παιδιά, διανοητικά καθυστερημένοι. Επομένως το δίκιο μας φοβάται αυτού του είδους την ευθανασία και μάλιστα οι Γερμανοί, οι οποίοι έχουν αυτή την φοβία, δεν μιλούνε για ευθανασία και το θυμάμαι όταν πήγα να σπουδάσω στη Γερμανία. Τα Γερμανικά μου ήταν σχετικά καλά και χρησιμοποίησα τον όρο ο ιταναζί. Και μου λέει ο καθηγητής μου με πολύ έτσι σεβασμό, γνωρίζοντας ότι ένας Αλλαδαπός δεν γνωρίζει αυτές τις αποχρώσεις της λέξης και μου λέει, κυρία Παναγοπούλου, ο όρος ευθανασία είναι συνεσθηματικά πολύ φορτισμένος, δεν χρησιμοποιείται στην Γερμανία, χρησιμοποιείται ο όρος sta by Hilfe. Το ίτη Γιάννης Γιαννάκης δεν έχει καμία διαφορά, αλλά είναι βοήθεια στο θάνατο, γιατί φοβόμαστε να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη που είναι εξαιρετικά συνεσθηματικά φορτισμένη. Ο Έλληνας νομοθέτης δεν επιτρέπει την ευθανασία για ιστορικούς καθαρά λόγους. Υπάρχει και το επιχείρημα, βέβαια, της ολιστηρής πλαγιάς, που λέει ότι αν την επιτρέψουμε για μία περίπτωση, αυτή η μία περίπτωση θα γίνει 2%, 3%, 4%, 5%, 100%, το οποίο βλέπουμε σε άλλες ενόμεσθαξεις και φοβόμαστε. Υπάρχει, όμως, και το αντεπιχείρημα ότι είναι καλύτερα να ρυθμίζουμε κάτι που δεν μας αρέσει παρά να το αφήνουμε αρρύθμιστο. Και αυτό το είδαμε στην περίπτωση της αμβλώσεως, που μπορεί να διαφωνούμε την άμβλωση, αλλά πραγματικά είναι καλύτερα να την ρυθμίσουμε παρά να την αφήνουμε αρρύθμιστη, γιατί αν την αφήσουμε αρρύθμιστη, τότε η άμβλωση θα συμβεί εν κρυπτό, υπό συνθήκες οι οποίες είναι επισφαλής για τη γυναίκα, επισφαλής για την υγεία και γενικότερα. Το ίδιο βλέπουμε και για την παρένθετη μητρότητα. Μπορεί να μην συμφωνούμε με το θεσμό της παρένθετης μητρότητας, αλλά είναι πάρα πολύ επικίνδυνο να μην το ρυθμίζουμε, διότι έτσι η συγγένεια παραμένει έολη και αυτό είναι επικίνδυνο για το συμφέρον του παιδιού. Ακόμα και αν υπάρχει το επιχείρημα της ολιστρής πλαγιάς, εκφράζεται το ισοσθενές αντιεπιχείρημα ότι είναι καλύτερο να ρυθμίζουμε κάτι που δεν μας αρέσει, παρά να το αφήνουμε αρρύθμιστο και να λειτουργεί εν κρυπτό, γιατί φοβόμαστε κάτι το οποίο θα λειτουργεί εν κρυπτό. Τρίτο επιχείρημα είναι ότι φοβόμαστε, πιστεύουμε, όχι φοβόμαστε, ελπίζουμε ότι ο ασθενής θα ανακάμψει και βέβαια δεν μπορούμε να δώσουμε τέλος τη ζωή, αν υπάρχει έστω και μία μικρή περίπτωση, μία ελπίδα, πάντοτε θα ελπίζουμε ότι θα ανακάψει ο ασθενής. Υπάρχει και το επιχείρημα γιατί επιτρέπουμε την παθητική ευθανασία, αν ο ασθενής μπορεί να ανακάμψει. Τελευταία μορφή της ευθανασίας είναι η έμμεση ενεργητική ευθανασία που σημαίνει ότι δεν έχουμε σκοπό, το είπε και ο καθηγητής Κύριος Βρυδάκης, δεν έχουμε σκοπό τον θάνατο του ασθενούς, αλλά πάση από δυσβάσταχτους πόνους και αυτή η δυσβάσταχτη πόνη τι γίνεται, δεν μπορεί να θεραπευθούν, δεν μπορούν να ιαθούν με ένα απλό de por max και θα πρέπει να το δώσουμε κάτι το οποίο είναι πάρα πολύ βαρύ, το οποίο έχει ως έμμεση παρενέργεια το θάνατο, αλλά δεν το δίνουμε με σκοπό την απάλυνση από δυσβάστατους πόνους. Να πω ότι η πρόσφατη νομοθεσία του Ομοσπανδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας αναγνωρίζει για πρώτη φορά και αυτό είναι πολύ σημαντικό στη Γερμανία όπως σας είπα που υπάρχει αυτή η συναισθηματική φόρτιση για την ευθανασία, αναγνωρίζει ένα δικαίωμα αυτοδιαθέσεως του θανάτου και αυτό μου κάνει εντύπωση στη Γερμανία πραγματικά γιατί αυτό το οποίο πάντοτε συζητούσαμε στη Γερμανία είναι ότι για πρώτη φορά δεν υπάρχει τίποτα από την ιστορία εν τέλει δηλαδή δεν έχουμε διορθώσει τίποτα από τα ιστορικά μας λάθη αλλά οι Γερμανοί ουσιαστικά είπανε ότι δεν θα μας βαραίνει άλλο το παρελθόν μας θα αναγνωρίσουμε ένα δικαίωμα στο θάνατο και μπορώ να πω ότι αυτή η απόφαση είναι ιστορική απόφαση για το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο ενώ το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων Τρώπων θα κλείσω με αυτό Δεν έχει αναγνωρίσει ένα δικαίωμα στο θάνατο γιατί το μόνο το οποίο έχει πει είναι ότι ξέρετε ότι κάθε κράτος μέλος μπορεί να αποφασίζει με βάση της δικές του πευθυντήσεις το δικό του νομικό πολιτισμό αυτός το οποίο συμφωνούμε εμείς ως Συμβούλιο της Ευρώπης τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι ότι συμφωνούμε ότι δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε σε ένα τόσο αφινταλαντευόμενο ζήτημα και θα καταλήξω σε αυτό το οποίο είπε ο κ. Ζουμπουλάκης ότι για όλα αυτά τα ζητήματα πρέπει να έχουμε όλη τη βεβαιότητα και πρέπει να εκφράζουμε πάντοτε την μία και την άλλη πλευρά. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας. Ευχαριστούμε κ. Παναγοπούλου. Το θέμα μου θα είναι κυρίως για την ανακουφιστική φροντίδα και τη σχέση της όμως με την ευθανασία ή την υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Θα ξεκινήσω όμως λίγο πιο πριν. Η συζήτηση για το τέλος της ζωής που διεξάγεται αδιάκοπα και έντονα σε όλες τις χώρες της Ευρώπης δεν είναι μια συζήτηση απλώς ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος. Αφορά τη ζωή των ανθρώπων στην πιο κρίσιμη στιγμή της έχει οδηγήσει σε νομοθετικές ρυθμίσεις σε πολλές χώρες της Ευρώπης, οι οποίες ρυθμίσεις υπό την πίεση της συζήτης αυτής διαρκώς επανεξετάζονται και αναθεωρούνται. Επειδή ο θάνατος σήμερα συντελείται σε πολύ μεγάλο βαθμό μέσα σε ένα θεσμό κρατικό ή υποπτευόμενο από το κράτος, οι κοινωνίες δεν αφήνουν την ακραία αυτή εμπειρία νομικά αρρύθμιστη. Η νομοθετική αυτή ρύθμιση επικύλει από χώρα σε χώρα και διαρκώς διαφοροποιείται. Η συζήτηση για το τέλος της ζωής είναι πολύ έντονη, συχνά ιδεολογικοποιημένη και ενίωται περί το χαρακτήρα με τοπικής αντιπαράθεσης. Θα μπορούσα όμως να ισχυριστώ ότι η συζήτηση έχει οδηγήσει, παρά την πολεμικότητά της, σε ορισμένα σημεία κοινής αποδοχής. Θα αναφέρω δύο. Πρώτον, όλα τα μέρη συμφωνούν σήμερα κατά της παράλογης θεραπευτικής αιμονής. Κάθε είδους αγωγή και υποστήριξη θεωρούμε ότι πρέπει να σταματάει όταν είναι ανώφελη και δυσανάλογη ως προς το θεραπευτικό αποτέλεσμα και δεν πετυχαίνει τίποτε άλλο, απολύτως τίποτε άλλο παρά την τεχνητή παράταση της ζωής. Αυτό είναι κάτι που πάντα γινόταν στα μοσοκομεία μετά από συζήτηση με τους συγγενείς του αρρώστου. Τώρα σε ορισμένες χώρες αυτό έχει νομοθετηθεί. Ο γιατρός δηλαδή μπορεί νομίμως να πάψει την ενιδάτος και την θρέψη και να βυθίσει τον ασθενή σε καταστολή για να προλάβει ή να ανακουφίσει τον ανυπόφορο πόνο. Του χορηγούνται μόνο παυσίπονα. Η απόφαση ανήκει στον ασθενή αλλά όταν δεν είναι σε θέση να αποφασίσει μπορεί η απόφαση αυτή να ελειφθεί από ομάδα γιατρών. Όχι από έναν γιατρό, από ομάδα. Η καταστολή μπορεί να γίνει στο σπίτι του αρρώστου, στο νοσοκομείο ή στο ίδρυμα όπου βρίσκεται. Και μπορεί να είναι προσωρινή και αναστρέψη με αυτήν την μία περίπτωση που προβλέπετε και αυτή που αφορά κυρίως εμάς εδώ μπορεί να είναι βαθιά μέχρι το θάνατο του ασθενούς και κατά κανόν διαρκεί λίγο από λίγες ώρες έως λίγες μέρες. Το δεύτερο και κτημένο αυτής της μακράς συζήτησης είναι η κοινή πεποίθηση για τη σημασία της ανακουφιστικής φροντίδας. Δηλαδή της ανακούφισης του σωματικού και ψυχικού πόνου του αρρώστου και κυρίως κυριότατα η συνόδευση του αρρώστου και των συγγενών του στην πορεία προς το τέλος. Η συνόδευση αυτή εκτείνεται και στους τεράπων τους γιατρούς και νοσηλευτές. Αντίθετα από ό,τι συνήθως νομίζετε η ανακουφιστική φροντίδα μπορεί να προταθεί νωρίς στον άρρωστο σε πρόημο στάδιο της αρρώστιας του και όχι μόνο στις τελευταίες μέρες του. Πέρα από αυτές τις δύο κοινές πια παραδοχές θα πρόσθετα ότι από την πορεία όλα αυτά τα χρόνια της σχετικής δημόσιας εζήτησης και της νομοθέτης στις ευρωπαϊκές χώρες προκύπτει και κάτι άλλο. Το όριο όλο και μετακινείται και πλησιάζει προς τη νομιμοποίηση της ευθανασίας. Είναι αναμενόμενο. Σε μια κοινωνία που δεν πιστεύει στο Θεό. Από τον αρρώστο της οποίας έχει αποσυρθεί κάθε ιδέα αθανασίας. Σε μια κοινωνία της ιδονής η οποία δεν μπορεί να νοηματοδοτήσει τον πόνο. Σε μια κοινωνία της αυτονομίας και των ατομικών δικαιωμάτων η οποία αναγνωρίζει και ένα δικαίωμα στο θάνατο. Είναι ζήτημα χρόνου η γενικευσία της νομοποίησης της ευθανασίας. Το Βέλγιο και η Ολλανδία, θα περιεριστούσα παραδείγματα μόνο στην Ευρώπη, νομοθέτησαν και νομιωποίησαν την ευθανασία του 2002. Το Λουξενβούργο νομιωποίησε την ευθανασία και την ιατρικώς υποβηθούμενη ευθοκτονία του 2009. Η Ισπανία ψήφισε σχετικό νόμο που επιτρέπει την ευθανασία και την υποβηθούμενη ευθοκτονία το Μάρτιο του 2021 και από ότι φαίνεται θα ακολουθήσει και η Πορτογαλία. Η Αυστρία νομιωποίησε την υποβηθούμενη ευθοκτονία με νόμο που ψηφίστηκε το Σεπτέμβριο του 2021 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου του 2022. Στην Ιταλία το Συνταγματικό Δικαστήριο το Σεπτέμβριο του 2019 εξέδωσε απόφασεις σύμφωνα με την οποία αποκλείεται η ποινική δίωξη οποιοδήποτε επειδή διευκόλυνσε την πραγματοποίηση της πρόθεσης κάποιου συνανθρώπου του να αυτοκτονήσει, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι αυτός είναι απολύτως ικανός να λάβει και να εκφράσει ελεύθερα και αυτονόμια. Τέτοια απόφαση και άλλους όρους δεν τους διαβάζω. Εδώ, στην περίπτωση αυτής της Ιταλίας, θα αναφέρω ένα γεγονός που έχει κατά τη γνώμη μου μεγάλη σημασία και βαρύτητα. Στο πλαίσιο της συζήτησης που ξεκίνησε στο Ιταλικό Κοινοβούλιο για την αποπινικοποίηση της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας, στις 13 Δεκεμβρίου του 2021, δημοσιεύτηκε στο πολύ έγκυρο και πολύ σοβαρό περιοδικό των Ισουητών, «Λατσιβιλτά Κατόλικα», ένα άρθρο του Κάρλο Καζαλώνε. Ο Καζαλώνε είναι γιατρός, είναι ο γκουρού της Καθολικής Εκκλησίας στα θέματα της βιοηθικής, είναι μέλος της Ποντιφικής Ακαδημίας για τη Ζωή και καθηγητής της Ιθικής Θεολογίας στο Ουρυγοριανό Πανεπιστήμιο της Ρώμης. Πολύ δύσκολα μπορεί να δεχτεί κανείς ότι το άρθρο του αυτό δεν είχε την έγκριση του Πάπα. Στο άρθρο αυτό ο Καζαλώνε υποστηρίζει την ψήφιση, υποστηρίζει την ψήφιση από το Ιταλικό Κοινοβούλιο του Υποσυζήτηση Νόμου, που θα αποποινικοποιεί την υποβηθούμενη αυτοκτονία και θα ρυθμίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις της. Έχει επίγνωση ο Ισουήτης ιερέας και θεολόγος ότι η άποψη αυτή έρχεται σε αντίθεση με την παραδοσιακή δασκαλία της Εκκλησίας, η οποία δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη δικαιώματος στο θάνατο. Και γι' αυτό προσφεύγει στην υποστήριξη της αποψήσεις του στο επίσης παραδοσιακό καθολικό επιχείρημα του ατελούς νόμου. Με την έννοια ότι ένας ατελής νόμος είναι προτιμότερος από την απουσία νόμου γιατί η απουσία νόμου μπορεί να οδηγήσει σε χειρότερες λύσεις. Δηλαδή, ποια είναι η χειρότερη λύση στην νομοποίηση της ευθανασίας. Μόνο ότι το επιχείρημα είναι τακτικό, μπορεί να πει κανείς και πολιτικάντικο, πολύ κάνουν λόγο για μια στρατηγική στροφή της καθολικής Εκκλησίας στα βιοηθικά ζητήματα. Στη Γερμανία, το ανέφερε και η κυρία Παναγοπούλου προηγουμένως, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Καλσρούης αποφάσισε τον Άβουξο του 2020 ότι είναι αντισυνταγματική η απαγόρευση της υποβηθούμενης αυτοκτονίας που όριζε ένα νόμος του 2015 και ο οποίος απειλούσε με ποινή φυλάκησης τριών ετών. Ο δρόμος επομένως είναι και εκεί ανοιχτός για νέα νομοθέτηση επί του θέματος. Η περίπτωση της Γερμανίας και η ετοιμαζόμενη νομοθετική μετακίνηση είναι πολύ σημαντική γιατί λόγω, όπως ακούσατε ήδη, του ναζιστικού παρελθόντος και των μαζικών φόνων για ευγονικούς λόγους, το γερμανικό δικαιογικό σύστημα είναι δικαιολογημένα, πολύ επιφυλακτικό ένδετης ευθανασίας. Νομίζω ότι αυτά αρκούν για να φανεί ότι διαρκώς μετακινούνται τα όρια προς την κατεύθυνση της νομιμοποίησης της ευθανασίας. Στο σημείο αυτό θα θέλα να τονίσω ότι έχει σημασία, για να μην είναι η συζήτησή μας εντελώς θεωρητική, να μελετήσει κανείς αναλυτικά τι έγινε στις χώρες που έχουν νομοθετήσει την ευθανασία εδώ και χρόνια. Λέει το Βέλγιο και την Ολλανδία. Ζειαθέτουμε στοιχεία. Στην Ολλανδία, επί παραδείγματι, το 2002 ήταν 2.000 εκείνοι που κατέφυγαν στην ευθανασία. Και το 2021, 7.800. Το 2007 το ποσοστό ήταν 1,6. Το ποσοστό του συνόλου των θανάτων ήταν 1,6 αυτόν που είχαν πεθάνει με ευθανασία. Ενώ το 2021 το ποσοστό αυτό ανέβηκε στο 4,8. Λέει το 5% των θανάτων στην Ολλανδία είναι με ευθανασία. Και η τάση είναι ανοδική. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η αύξηση του αριθμού των ευθανασιών θα έχει περιορίσει τον αριθμό των αυτοκτονιών. Ούτε αυτό όμως συνέβη. Το ποσοστό των αυτοκτονιών ανα 100.000 κατοίκους στην ίδια χώρα ήταν το 2007 8,3 και το 2021 ανέβηκε στο 10,6. Δηλαδή, αύξηση 27%. Ένα άλλο επακόλουθο της νομοθέτης της ευθανασίας είναι ότι διευρύνονται διαρκώς τα κριτήρια για αυτός που τη δικαιούνται. Μέσα σε δυό δεκαετίες περάσαμε από τους ασθενείς τελικού σταδίου με πλήρη ικανότητα κρίσης στους χρονίους Πάσχοντες, στους ανάπηρους, στους Πάσχοντες από ψυχικά νοσήματα ακόμη και στα παιδιά. Τώρα μάλιστα συζητιέται η επέκταση της ευθανασίας στους ηλικιωμένους εν γένη χωρίς κανένα παθολογικό αίτιο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ευθανασία θέτει πολλά ερωτήματα. Πάρα πολλά ερωτήματα ακούσατε ήδη. Ας πούμε ένα ερώτημα είναι για ποιον τη ζητάει ο άρρωστος την ευθανασία. Για τον εαυτό του ή για να μην γίνει βάρος στους δικούς του. Οι πιο πολλές εκθέσεις, τα πιο πολλά αιτήματα ευθανασίας μπορεί να σας φανεί περίεργο να φέρουν το δεύτερο. Τα φιλοσοφικά επιχειρήματα υπέρ της ευθανασίας δεν είναι πάντοτε στέρεα και οπωσδήποτε όχι χωρίς αντίλογο. Έχω συζητήσει αλλού το περιβόητο επιχείρημα της αξιοπρέπειας, του αξιοπρεπούς θανάτου και δεν θα επανέλθω αυτό ενδεχομένως άμα χρειαστεί στη συζήτηση. Θα κάνω όμως ένα μικρό σχόλιο για το άλλο κύριο επιχείρημα, το επιχείρημα της αυτονομίας. Έχω δικαίωμα στο σώμα μου μέχρι τέλους, άρα έχω δικαίωμα και στο θάνατό μου, έχω δικαίωμα να διαλέγω το θάνατό μου. Πολλοί από τους υποστηρικτές της ευθανασίας με το επιχείρημα αυτό, ανάγουν την αυτονομία σε κύριο γνώρισμα του ανθρώπου, την ταυτίζουν με την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση, με την ανθρωπινότητα του ανθρώπου. Είμαι κι εγώ αυτονόητα υπέρ της αυτονομίας, αλλά θεωρώ πάρα πολύ επικίνδυνο να ταυτίζουμε την αυτονομία με την ανθρωπινότητα του ανθρώπου, με αυτό που κάνει έναν άνθρωπο είναι έναν άνθρωπος. Ο άνθρωπος που πάει και από ο Αλτσάινελ δεν έχει καμιά αυτονομία. Δεν έχει συνείδηση, δεν έχει μνήμη, δεν έχει λόγο, δεν έχει τίποτα. Έχει πάψει να είναι άνθρωπος. Δεν έχω πια τίποτε κοινό μαζί του. Δεν μπορώ να αναγνωρίσω ότι μετέχει σε κάτι στο οποίο μετέχω κι εγώ, δηλαδή στην κοινή ανθρωπινότητα, δεν θα συνεχίσω γιατί πραγματικά θεωρώ αυτό επικίνδυνο και δεν θέλω να ξεφύγω πολύ από το θέμα μου που είναι η ανακουφιστική φροντίδα και η σχέση της με την ευθανασία και την υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Η σχέση αυτή στη δημοσιογραφική τουλάχιστον συζήτηση τεείται συνήθως ανταγωνιστικά. Ανακουφιστική φροντίδα έναντι ή και εναντίον της ευθανασίας. Η οπαδή της μιας εναντίον των οπαδών της άλλης με τοπική αναμέτρηση. Είναι πράγματι έτσι. Ας το δούμε λοιπόν. Και τα δύο και η ανακουφιστική φροντίδα και η ευθανασία έρχονται να απαντήσουν στο ίδιο πρόβλημα. Στην ανέλπη δειοδύνη της βαριάς αρρώστιας. Της θανάσιμης αρρώστιας. Όταν όλες οι θεραπείες έχουν δοκιμαστεί και δεν απομένει τίποτε πια παρά μόνο θάνατος. Απέανας αυτή την πραγματικότητα η ανακουφιστική φροντίδα δεν αποτελεί επιλογή την οποία μπορούμε να κάνουμε ή να μην κάνουμε. Η ανακουφιστική φροντίδα είναι υποχρέωση. Υποχρέωση του κράτους, υποχρέωση της κοινωνίας, της οικογένειας των συγγενών, των φίλων, του καθενός από μας. Αν η ευθανασία αποτελεί ατομική απόφαση και επιλογή η ανακουφιστική φροντίδα αποτελεί κοινή υποχρέωση. Οι άνθρωποι της ανακουφιστικής φροντίδας γιατροί, νοσηλευτές, ψυχολόγοι, κοινωνική λειτουργή, εθελοντές δίπλα στους αρρώστους και στους δικούς τους ζουν αυτό που συνιστά τη ζωή στη μοναδικότητα και την πολυπλοκότητά της, στη δύναμη και την εθερστότητά της. Συνοδεύουν το βαριά άρρωστο βήμα βήμα χωρίς καμία ιδεολογία, χωρίς καμία κοσμοθεωρία, χωρίς επιχειρήματα αλλά μόνο με αυτό που ορίζει και επιβάλλει η κοινή ανθρώπινη υπόσταση. Οι νεϊκοί δίπλα δεν αποστρέφουν το βλέμμα δεν κλείνουν τα αυτιά στην κραυγή, στο κλάμα, στη διαμαρτυρία, στην αγανάκτηση. Αυτοί οι άνθρωποι που συνοδεύουν λένε εμείς με κάποιον που πεθαίνει, τον αναγνωρίζουν τον αναγνωρίζουν αυτή την έσχατη ώρα μέσα σε όλα τα σωλινάκια. Είναι επεπισμένοι ότι αξίζει να τον ακούσουν, να τον παρηγορήσουν, να τον αγαπήσουν. Η αδελφοσύνη τους εκφράζεται με τα χέρια τους, με το βλέμμα τους, με την επιμονή τους, με την κουρασή τους. Σήμερα διαθέτουμε πολλά μέσα για την ανακούφιση του πόνου. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που δεν πιένει τίποτε. Που η κραυγή δεν αντέχω άλλο, πρέπει να λάβει απάντηση. Ό,τι και να πούμε, ό,τι και να κάνουμε, αυτή η κραυγή μένει εκεί και επιμένει. Υπάρχει ένα 5% μας λένε που εξακολουθεί να υποφέρει σωματικά και ψυχικά εξαιτίας της αρρώστιας παρόλα τα παυσίπωνο και παρόλες τις αγωγές και όλες τις ενδεχομένως προσωρινές καταστολές. Υποφέρουν εξαιτίας αρρώστιας, το έχετε από κάποιο άλλο λόγο. Οπότε τι κάνουμε όσοι πιστεύουμε βαθιά στην ανακουφιστική φροντίδα. Μια λύση είναι όπως είπα και προηγουμένως η καταστολή η οποία έχει νομοθετηθεί σε διάφορες χώρες και η οποία δεν βρίσκει αντίθετες τις εκκλησιαστικές αρχές. Συστατικό στοιχείο όμως της ανακουφιστικής φροντίδας είναι η συνόδευση. Άρα δεν μπορούμε ουσιαστικά να κάνουμε λόγο για ανακουφιστική φροντίδα σε ανθρώπους που βρίσκονται σε καταστολή. Θα συνεχιστεί όμως στην περίπτωση αυτή η συνόδευση στους οικείους. Αν η καταστολή δεν είναι μόνιμη αλλά προσωρινή έχει παρατηρηθεί ότι ο ασθενής όταν βγει από την καταστολή έχει πολύ μεγάλη δυσκολία να ξαναπάρει τον δρόμο της ανακουφιστικής αγωγής. Ας προσθέσω μάλιστα ότι όπου υπάρχει η δυνατότητα της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας ή της ευθανασίας, πολύ λίγοι ασθενείς επιλέγουν την καταστολή. Σε αυτή την κατάσταση, όταν τίποτε δεν ανακουφίζει από τους πόνους, ο άρρωστος μπορεί να επιλέξει πράγματι την υποβοηθούμενη αυτοκτονία ή την ευθανασία. Και τι γίνεται σε αυτή την περίπτωση με την ανακουφιστική φροντίδα. Πάβει κάθε προσπάθεια συνόδευσης. Όχι είναι η απάντηση των καλύτερων από όσους έχουν αφιερωθεί στην ανακουφιστική φροντίδα στα νοσοκομεία. Συνεχίζεται μέχρι τέλους. Ακόμη και στην περίπτωση της απόφασης για ευθανασία, ο συνοδός της ανακουφιστικής φροντίδας θα συναντήσει και θα μιλήσει με τον ίδιο. Θα μιλήσει κυρίως με τους οικείους του για να τους βοηθήσει να καταλάβουν περί τι νοσ πρόκειται. Να τους βοηθήσει να διαχειριστούν σωστά το χρόνο που υπολείπεται μέχρι την καθορισμένη ημερομηνία, ώστε να εκπληρώσουν κάποιες τελευταίες επιθυμίες του αρρώστου. Θα σταθεί δίπλα σε εκείνους που θα είναι μαζί του τη μοιραία στιγμή, την τελευταία στιγμή. Θέλω να πω με όλα αυτά τα οποία τα αντλώ κυρίως από μαρτυρίες γιατρών, νοσηλευτών και εθελοντών της ανακουφιστικής φροντίδας ότι δεν υπάρχει χάσμα ανάμεσα στην ανακουφιστική φροντίδα και στην ευθανασία ή την υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Δεν υπάρχει μετοβική αντιπαράθεση με την έννοια ότι οι άνθρωποι της ανακουφιστικής φροντίδας σέβονται κάθε επιλογή του αρρώστου και τον συνοδεύουν μέχρι τέλους, όποια κι αν είναι αυτή η επιλογή. Είναι τούτο ένα πρόσθετο επιχείρημα υπέρ της ανακουφιστικής φροντίδας. Δεν θα αποφύγω, τελειώνοντας, να τοποθετηθώ και απέναντι στο ζήτημα της ευθανασίας της ίδιας και της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας. Στην ευθανασία, δηλαδή στο νόμο που επιτρέπει στον γιατρό, νομίμως, με όλους τους όρους και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται, να κάνει τη θανατηφόρο έναιση, να χορηγήσει το θανατηφόρο φάρμακο, είμαι αντίθετος. Το χέρι που γιατρεύει δεν μπορεί να είναι το ίδιο με το χέρι που σκοτώνει. Έχει τεράστια ηθική σημασία, τεράστια ηθική σημασία. Να μην το επιτρέψουμε να γίνει αυτό. Αν ο γιατρός σκοτώνει με το ίδιο το χέρι, ανοίγει ένας πολύ επικίνδυνος ηθικά και πνευματικάς δρόμος. Ναι, αλλά τι θα γίνει με τους ανθρώπους που υποφέρουν ανέλπιδα, επί μήνες και χρόνια. Τι θα γίνει με την περίπτωση, επί παραδείγματος, του τετραπληγικού που μετά από έναν τροχαίο μένει καρφωμένος στο κρεβάτι ένα και δυο και πέντε και δέκα χρόνια με πλήρη διάβυγη απνεύματος και δεν αντέχει άλλο και θέλει να φύγει από αυτή τη ζωή. Τι θα γίνει με αυτόν τον άνθρωπο και την επιθυμία του να φύγει, να αποχωρήσει από τη ζωή. Υπάρχουν άνθρωποι που ακόμα και σε αυτή τη συνθήκη επιμένουν στη ζωή. Ο σπουδαίος Ωμέγας Τόνι Τζαντ έγραψε σπουδαία βιβλία, σημαντικά βιβλία σε αυτή τη συνθήκη της τετραπληγίας. Δεν μπορούν όμως όλοι να το κάνουν αυτό. Για αυτές τις περιπτώσεις δέχομαι την υποβοηθούμενη αυτοκτονία αλλά με πολύ αυστηρούς όρους, κανόνες και διακρίσεις. Ένας άνθρωπος υποφέρει, θέλει να αυτοκτονήσει, μα είναι τετραπληγικός και δεν μπορεί. Ο σεβασμός στην οδύνη του μας επιβάλλει να δεχτούμε την ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία με την οποία θα φύγει ειρηνικά από μια ζωή που του έχει γίνει αβίωτη. Με την ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία αποφεύγουμε το δράμα μιας άγριας απόπειρας αυτοκτονίας ή ακόμα χειρότερα μιας αυτοκτονίας που δεν πετυχαίνει. Ποια είναι η διαφορά της από την ευθανασία? Τα όρια ξέρω ότι είναι στην πράξη συγχέονται, αλλά πρέπει να επιμείνουμε στην διάκριση. Η διαφορά είναι μία, αλλά ουσιώδης. Τη θανατηφόρο δώσει, τη χορηγούν οι οικοί, όχι ο γιατρός. Οι οικοί πρέπει να επομιστούν τη δύσκολη απόφαση. Δεν επέξεγέλασε τα θέματα που συζητάμε εδώ. Οι δικοί του άνθρωποι πρέπει να σηκώσουν το βάρος της απόφασης, αφού πρώτα τη ζηγήσουν καλά. Και μια τελευταία κουβέντα και τελειώνω και σύσταση. Όσοι ενδιαφέρονται για τα βιοηθητικά ζητήματα και κυρίως για τα ζητήματα του τέλους της ζωής, ας μην περιορίζονται να διαβάζουν νομικές μελέτες ή φιλοσοφικά δοκίμια. Πρέπει εξίσου ή και περισσότερο να διαβάζουν μαρτυρίες αρρώστων και των οικείων τους. Μέσα από αυτές θα αποκτήσουν αυτή την ηθική του δισταγμού, που είναι τόσο απαραίτητη, όταν αντιμετωπίζουμε τις πιο ακραίες εμπειρίες της ζωής. Σας ευχαριστώ. Η ώρα είναι εννέα, συνήθως τέτοια ώρα σταματάμε, αλλά νομίζω ότι πρέπει να δώσουμε ένα περιθώριο στη συζήτηση, όποιος θέλει και όσο αντέχουμε. Ο κ. Κοκολάκης, ο κ. Φιλίπου, ο οποίος είναι επίσης δεινός φιλόσοφος, κυρίως της αναλυτικής φιλοσοφίας. Μια ερώτηση θέλω να πεθύνω προς την κυρία Παναγοπούλου. Προσπάθησα να παρακολουθήσω, παρακολουθούσα με ενδιαφέρον το επιχείρημά σας. Δεν είμαι βέβαιος αν το αποδίδω σωστά. Κάνετε διάκριση μεταξύ καθηκόντων και δικαιωμάτων, είναι σαφής αυτή η διάκριση και η διάκριση είναι ότι στα δικαιώματα δεν έχουμε υποχρέωση άσκησης αυτών δικαιωμάτων και φέρατε τα παραδείγματα που φέρατε, το απεργειακό δικαίωμα, το δικαίωμα στην έκφραση που μπορεί κανείς να μην το ασκήσει αυτό δικαίωμα. Δεν αντιλαμβάνομαι, αν είναι αυτό που ισχυρίζεστε πολύ καλά, πως η μη υποχρέωση άσκησης του δικαιώματος της ζωής συνεπάγεται το δικαίωμα στην ευθανασία. Εκείνο που αντιλαμβάνομαι είναι ότι η μη υποχρέωση άσκησης του δικαιώματος της ζωής συνεπάγεται το δικαίωμα άγνυσης ιατρικής βοήθειας. Μέχρι εκεί το αντιλαμβάνομαι πλήρως, αλλά πως αυτό οδηγείται, είναι πολύ ισχυρό το συμπέρασμα ότι έχουμε αυτό, συνεπάγεται το δικαίωμα στην ευθανασία, τη στιγμή μάλιστα που στην ευθανασία χρειαζόμαστε, η ευθανασία πρέπει να είναι υποβοηθούμενη. Ενώ στις άλλες περιπτώσεις που αναφέρατε, αν δεν ασκήσω το απειριακό μου δικαίωμα, δεν υπάρχει κάποιος ο οποίος να με βοηθήσει να μην το ασκήσω. Η ευθανασία διαφέρει, λοιπόν, τουλάχιστον μορφικά από τις περιπτώσεις που αναφέρατε. Αυτό είναι το ερώτημα. Να πάρουμε ακόμα μία ή δύο ερωτήσεις και να απαντήσουν. Παρακαλώ, μπροστά εδώ. Ευχαριστούμε πάρα πολύ για την ομιλία. Θα ήθελα να ρωτήσω τον κ. Ζουμπουλάκη, ποια είναι τα εδάφια της εκκλησίας που απαγορεύει την αυτοκτονία και την ευθανασία, την αφαίρεση της ζωής, ποιοι το λένε αυτό, ευαγγελιστές και λοιπά. Και το άλλο, όλη την Επιτροπή, την άλλη ερώτηση. Πώς και η Ελλάδα έχει μείνει πίσω εντός εισαγωγικών από την Ολλανδία ή από το Βέλγιο, που υποτίθεται ότι είναι πιο μπροστά στο θέμα της ευθανασίας. Μήπως είναι θέμα περίθαλψης των ηλικιωμένων, εδώ. Και μπορούμε άλλη μια ερώτηση να πάρουμε και να απαντήσουμε. Δεν υπάρχει, οπότε... Παρακαλώ, στην κυρία. Εγώ θέλω να ρωτήσω τον κ. Μπούτλα. Αυτό που είπατε, η σωματική δυσκολία αποθεώνει την έλογη φύση που μπορεί να την υπερβεί. Νομίζω έτσι ακριβώς το είπατε, το σημείο... Μου άρεσε πολύ αυτό και θέλω να ρωτήσω έτσι από πού προέρχεται. Ποιος το διατύπωσαν, είναι δικό σας, αν προέρχεται από κάπου. Ευχαριστώ. Λοιπόν, απαντάτε πρώτη. Κύριος Φιλίπου, ε? Μην το πω κοκολάκι. Είπα ότι υπάρχει ένα δικαίωμα στο θάνατο. Το δικαίωμα αυτό όμως δεν είναι απεριόριστο, δεν είναι απόλυτο. Επομένως, δεν είπα ότι από τη μία άσκηση προέρχεται ένα δικαίωμα στην εθανασία. Είπα ότι θα μπορούσαμε να συναγάγουμε ένα δικαίωμα να πάψει η ζωή μας. Και υπό προϋποθέσεις, δεν είπα ότι είναι η προπόθεση αυτή, θα μπορούσαμε να κάνουμε μια διαβάθμιση του δικαίωματος στο τέλος της ζωής, αναλόγως με την επέμβαση, δηλαδή η διαβάθμιση αυτή δεν είναι ένα απόλυτο δικαίωμα, αλλά έχει σημασία, δείχνουμε ένα έλλειμμα εμπιστοσύνης, όταν μεσολαβούν, όταν εμφυλοχωρεί κάποια πράξη τρίτου προσώπου. Και εκεί, όταν υπάρχει πράξη τρίτου προσώπου, το δικαίωμα αρχίζει και σκεκτικοποιείται. Δεν είπα ότι από τη μία άσκηση... Ναι, ναι. Προφανώς, εσύ κατάλαβα καλά. Από τη μία... Ναι, άρα δεν... Ίσως εγώ δεν το διαδίπωσα. Ναι, δεν κάνετε την μετάβαση. Ίσως εγώ φταίω γι' αυτό, ναι, πιθανότι. Γιατί δεν έχουμε ένα δικαίωμα στην ευθανασία. Είναι πολύ λόγι, είναι η δομή της ελληνικής κοινωνίας, είναι η έντονη επίδραση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία πραγματικά έχει διαμορφώσει τη ζωή μας, την παράδοσή μας, είναι η θέση της οικογένειας, είναι η συμμετοχή της οικογένειας στο θάνατο. Όπως ζήσει σε γερμανικά νοσοκομεία είναι άδεια, δεν υπάρχει κανένα συγγενείς δίπλα. Στην Ελλάδα έρχονται πάρα πολύ... Δεν είναι όλες οι νομεστάξεις. Και γι' αυτό, όπως βλέπουμε, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων των Ανθρώπων δεν έχει αναγνωρίσει ένα δικαίωμα στην ευθανασία, γιατί σέβεται την ποικιλομορφία των ευρωπαϊκών ενόμων τάξεων. Άρα κι η Ελλάδα έχει μια δική της ιδιομορφία, κατά τη γνώμη μου, στην οποία πιστεύω ότι σιγά-σιγά θα έρθει η ευθανασία, και όπως μας την παρουσίασε συναρπαστικά ο κ. Ζουμπουλάκης, αλλά θα έρθει δηλα-δηλα μετά από κάποιες άλλες ενόμες τάξεις. Νομίζω ότι έχει να κάνει με την ιδιοσυγκρασία της ελληνικής ενόμες τάξης. Αν σας απάντησε, γιατί δεν έχει έρθει η ευθανασία. Έχω εγώ μια απάντηση. Κοιτάξτε, δεν υπάρχει κάποιο δάφιο. Έχω κάτι πολύ βασικό. Στην χριστιανική πίστη και σε όλους τους μονοθεισμούς, δηλαδή και στον Ιουδαϊσμό και στον Χριστιανισμό και στον Ισλάμ, ο Θεός είναι ο κύριος της ζωής και του θανάτου. Δεν μπορεί να το κάνει κανείς άλλος αυτό. Δηλαδή το ουφωνεύσεις, που είναι η εντολή των εντολών, δεν είναι μόνο να μην σκοτώσει τον άλλον, αλλά να μην σκοτώσει τον εαυτό σου. Το δικαίωμα κύριος της ζωής και του θανάτου είναι μόνο ο Θεός. Θα σου πω κάτι πολύ ενδιαφέρον και συναρπαστικό. Υπάρχει εκεί με τον Ιωάννη του Ξωστόμου που λέει ότι αυτό που θα καταδικάσει τον Ιώνα των Ιώνων τον Ιούδα δεν είναι ότι πρόδωσε τον Χριστό, τον θεέ άνθρωπο, αλλά είναι ότι αυτοκτόνησε. Δηλαδή ότι στο τέλος δεν πίστευε ότι θα μπορούσε και αυτό να τον λυτρώσει. Δεν πίστευε δηλαδή στο έλεός του ότι θα μπορούσε να τον σώσει. Η αυτοκτονία εκφράζει μία μορφή ακραίας απόγνωσης, δηλαδή απιστίας στο έλεος και στην αγάπη του Θεού. Αυτό είναι το κομμάτι το δογματικό. Οφείλω όμως να προσθέσω ότι οι χριστιανικές εκκλησίες όλες και οι Ορθόδοξοι έχουν μετακενηθεί από μια αυστηρή καταδίκη της αυτοκτονίας. Θα ξέρετε ενδεχομένως ότι η παλαιότερη αυτοκτονία ήταν από αγωγότων διανόμου. Δηλαδή, εάν κάποιος αυτοκτονούσε δεν υπήρχε το κληρονομική διαδοχή. Πήγαιναν και τον ξέθαβαν και να τον ανασαματήσουν τέτοια πράγματα. Δεν ψαλόταν νεκρόσιμη ακολουθία, δεν θαβόταν μαζί με τους άλλους, αλλά τον πετάγανε σε μια γωνιά. Αυτά όλα έχουν αλλάξει σε όλες τις χριστιανικές εκκλησίες της Ευρώπης και η αυτοκτονία αντιμετωπίζεται πια ως ένα ανθρώπινο δράμα που έχει ανάγκη περισσότερο την κατανόηση και τη συμπόνια μας παρά την καταδίκη. Στην Ελλάδα, για να μην συγκαλίπτω τα πράγματα, απομένουν κάποιοι φονταμεταλιστές που τηρούν την παλιά στάση, ας πούμε, απέναντι στον αυτόχυρα και δεν ψάλλουν την νεκρόσιμη ακολουθία. Και η Εκκλησία της Ελλάδος έχει βρει ένα παρακαμπτήριο οδό να βγαίνει ένα χαρτί γιατρικό ότι έπασχε ψυχικά, γιατί όταν υπάρχει νόσος τότε είναι δεκτία η αυτοκτονία και να του ψάλλουν την νεκρόσιμη ακολουθία. Ενώ το δογματικό κομμάτι μένει σταθερό, η πειμαντική στάση των Εκκλησιών απέναντι στην αυτοκτονία έχει αλλάξει ρυζικά. Η ψυχαναλύση, ο Φρόιντος, ο Γιούγκ και λοιπά τις σχέσεις είχαν με την αυτοκτονία. Είχαν ασχοληθεί τους, είχε απασχολήσει. Εγώ δεν είμαι ειδικός από τις ψυχαναλύσεις, δεν ξέρω αν είχαν ασχοληθεί, φαντάζομαι θα είχαν. Πάντως το θέμα της αυτοκτονίας απασχόλησε, όπως ξέρετε, πάρα πολλούς μεγάλους στοχαστές. Υπάρχει και η αυτοκτονία. Υπάρχει ένας στίχος ενός Έλληνα ποιητή, που έλεγε, ας ντρέπεται όποιος στη ζωή του δεν σκέφτηκε ούτε μία φορά να αυτοκτονήσει. Αν μπορώ να προσθέσω, ποιο είναι το θέμα της αυτοκτονίας, ποιο είναι το θέμα της αυτοκτονίας, ποιο είναι το θέμα της αυτοκτονίας, ποιο είναι το θέμα της αυτοκτονίας, ποιο είναι το θέμα της αυτοκτονίας. Αν μπορώ να προσθέσω κάτι εδώ, χωρίς να ξέρω πραγματικά τις ακριβείς θέσεις του Φρόιντ και της ψυχαναλύσεις, υπάρχει στο τέλος της ζωής του Φρόιντ αυτή η έμφαση και στο ένστικτο θανάτου, σε μία console θонάτου εκτός από το ερωτικό ένστικτο. Κάτι το οποίο φαίνεται να εξηγεί και τη στοφή του ανθρώπου, Υπάρχει, δηλαδή, αναγνωρίζει ο Φρόιντ ότι μέσα στον άνθρωπο υπάρχει αυτό το στοιχείο. Και εκεί μπορεί ίσως να αναζητηθεί, αλλά μπορεί να έχει γράψει κάτι ειδικό που κάποιος ψυχαναλτής θα μπορούσε να μας το παρουσιάσει. Πάντως, πάσκον από οδυνειρό καρκίνο, ο Φρόιντ, καρκίνο του στόματος, ένα πάρα πολύ οδυνειρό καρκίνο, ένα καρκίνο το οποίο προκαλούσε και δυσκολία στο περιβάλλον, γιατί προκαλούσε μια μεγάλη δυσσοσμία. Το πρώτο πλάσμα που απομακρύνθηκε από τον Φρόιντ ήταν το σκυλί του, γιατί ο σκύλος δεν άντεχε αυτήν την δυσσοσμία. Ενώ, λοιπόν, υπέφερε οδυνειρά, δεν αυτοκτονήσε. Είναι σίγουρο όμως, στο τέλος, ναι, αλλά πάντως δεν έχουμε μια σαφή. Κύριε Μπουτλά. Αφηντήσω εγώ λίγο στην ερώτηση που κάνατε. Αυτή η παρατήρηση είναι δική μου και στηρίζεται κυρίως στην αποτίμηση του ανθρώπου ως κυρίως έλογη φύση και όχι φύση που εξαρτάται από τον πόνο και την ιδονή. Δηλαδή, τα ζώα, τα οποία με μείνουν πολύ συμπαθεί, βέβαια, και είναι σύντροφή μας σε αυτόν τον κόσμο και σύντροφή μας στον πόνο και στην ιδονή, δεν μπορούν να ξεφύγουν από αυτόν τον κύκλο. Ο άνθρωπος ανέλογων μπορεί να υπερβεί αυτόν τον κύκλο, δηλαδή μπορεί να διαχειριστεί και τον πόνο του και την ιδονή του με νοητικά κριτήρια, δηλαδή μπορεί να τα ελέγξει, μπορεί να τα καθυπωτάξει καμιά φορά. Υπάρχουν πάρα πολλές τεχνικές απομοίωσης του πόνου με τρόπους ψυχολογικής θεραπείας ή με τρόπους διαλογισμού και τα λοιπά. Αυτό εννοούσα. Αλλά ότι ο πόνος αποθεώνει είναι κάτι βέβαια που προέρχεται και από τη χριστιανική θρησκεία και από την έννοια του μαρτυρίου και ότι η κυρίως ενσάρκωση ας πούμε του Ιησού προήλθε από το μαρτύριο του στο σταυρό και αντιστοίχως και η αποθέωση του ανθρώπου μπορούμε να πούμε ότι μπορεί να γίνει μέσα από την αντοχή αυτού του πόνου λόγω της έλογης φύσης του. Το κομμάτι από το Ευαγγέλιο που λέει «Οι δυναμίσμο εν ασθενεία τελειούται». Ό,τι το Ευαγγέλιο, το Παστόλου Παύλου. Το Παστόλου Παύλου, ευχαριστώ για την διόρθωση. Την Καινή Διαθήκελα, ναι. Ευχαριστώ. Ναι, δηλαδή αυτή η έκφρασή σας μου θύμισε πολύ αυτό το κμήμα του. Δεν μπορούσα να πω, θα ήθελα γιατί είχα κάνει ένα πολύ κακό υπολογισμό του χρόνου της ομιλίας. Αυτό το, πώς πω να το ακολουθούσα ακριβώς μια παρατήρησή μου σε σχέση με τη χριστιανική θρησκεία και την αποτίμηση του πόνου, το οποίο δεν πρόλαβα να το πω. Ναι, εδώ εγώ θα μου επιτρέψετε και ο αγαπητός Γιώργος να έχω κάπως μια πιο αρνητική στάση απέναντι σε αυτή την αντιμετώπιση του πόνου. Μάλιστα υπάρχει ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο ενός Γάλλου φιλοσόφου που λέγεται Ριβέν ο Ζιέν, ο οποίος πέθανε πριν από λίγα χρόνια και το βιβλίο αυτό λέγεται «Η χίλιας και μια νύχτες μου». Η χίλιας και μια νύχτες είναι από τότε που έπαθε καρκίνο του πανγκρέατους. Αυτό το βιβλίο είναι μια πολεμική κατά της αντίληψης στην οποία αυτός χρησιμοποιεί τον όρο για την περιγράψη «DOLORISM». Θα το πούμε «Αγάπη του πόνου» ή «Αποθέωση του πόνου» ή «Εξήψωση του πόνου». Δεν ξέρω «DOLORISM», δεν θέλω να πω «αλγοφιλή» γιατί «αλγοφιλή» έχει σημαίνει κάτι άλλο. Λοιπόν, αυτό δηλώνει ακριβώς μια αποστροφή στο επιχείρημα ότι επειδή ο πόνος μας εξαγνίζει, μας εξυψώνει, είναι και καλό πράγμα και ότι είναι λάθος, υποδηλώνει η στάση αυτού του, ο Jean, είναι λάθος να το λέμε αυτό ως δικαιολογία της επιμονής στο να κρατήσουμε κάποιον στη ζωή. Ο ίδιος δεν έκανε ευθανασία, όπως το ξέρω ο Jean, αλλά όλο το βιβλίο, ο Σταύρος νομίζω συμφωνεί και με αυτό, είναι μια πολεμική κατά του «DOLORISM». Δεν ξέρω πώς θα το απέδει στο «DOLORISM», Σταύρο. Εγώ θα έλεγα «DOLORISMOS». Όχι, φιλοπονία δεν είναι αυτό. Κι ο Νίτσι, αλλά κάπου μου φαίνεται… Αυτό σημαίνει μαζοχισμός. Πάντως, εγώ θα ήθελα να πω ένα παράδειγμα από την ιατρική μου εμπειρία. Νεαρός γιατρός στα Πατήσια τότε, είχα μια στενή η οποία έπεσκε δέκα χρόνια από ένα πολύ βαρύ καρκίνο, που τους είχαν πει τα δύο πρώτα χρόνια ότι θα πεθάνει. Είχε δοκιμάσει ό,τι χειμειοθεραπείες υπήρχαν εκείνη την εποχή, ό,τι επεμβάσεις, τα πάντα, τα πάντα, τα πάντα και όταν τους έλεγα πώς θα αντέχεις όλα αυτά, μου έλεγε γιατί πρέπει να μεγαλώσω τα παιδιά μου. Ναι, όχι βέβαια, αλλά αυτό εννοώ με την ιαλογηφύση. Ο στόχος που έθεται ο ανθρώπινος, ότι ήθελα να δει τα παιδιά τους ολοκληρωμένα, μαζί θα μου είπαν φίλες της, όταν ξεψύχησε τελικά, ή τερνούντουσε να τους κάνει να λες και χειμειοθεραπείς οι γιατροί, χτύπαγε τον εαυτό της χαστούκια την ώρα που ξεψυγούσε και έλεγε, ξύπνα μωρί, ξύπνα, έχεις παιδιά να μεγαλώσεις. Αυτό όμως δεν είναι η αποθέωση της ανθρωπινής φύσης. Άλλο, αλλά όχι όμως δια του πόνου. Όχι δια του πόνου, μέσω του πόνου. Αγνοώντας τον πόνο, υπερβαίνοντας τον πόνο. Άλλο αγνοώντας και άλλο αποδεχόμαι. Δηλαδή υπάρχει μια λεπτή διάκριση εδώ. Ο Άγγλος φιλόσοφος Γκάρε Θέβανς επίσης έπασε από καρκίνο και του έλεγαν οι γιατροί, μην δουλεύεις τόσο πολύ γιατί αυτό επιδινώνει τη διατάστασή σου. Αυτός όμως, ακριβώς γιατί πίστευε ότι πρέπει ή ήθελε να γράψεις κάποια πράγματα… Αυτό εννοώ. Αυτό δεν σημαίνει, έτσι που το είπες, είναι ότι ο πόνος ως πόνος μας κάνει καλύτερος… Υπέρβαση του πόνου. Ναι, ναι. Ευασφεπτόση. Νομίζω ότι άλλο υπέρβαση. Έτσι που το είπες ήταν σαν ο ίδιος ο πόνος. Λοιπόν, νομίζω είναι η ώρα να σταματήσουμε, να σας ευχαριστήσουμε, να ευχηθούμε καλά Χριστούγεννα και καλή συνάντηση στον δωδέκατο λόγο.