Διάλεξη 12 / Διάλεξη 12 / Διάλεξη 12

Διάλεξη 12: Παρακαλώ, αδερφέ μου, για τη δεύτερη διάλεξη του μεταπτυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου Δευτέρο έτους εαρνού εξαμήνου, θα ασχοληθούμε με την παρουσίαση και με συνεχεία το σχολιασμό μας για τις νομικές πηγές και το νομικό καθεστώς των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων στην Πολωνία....

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος δημιουργός: Κυριαζόπουλος Κυριάκος (Επίκουρος Καθηγητής)
Γλώσσα:el
Φορέας:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Είδος:Ανοικτά μαθήματα
Συλλογή:Νομικής / Εκκλησιαστικό Δίκαιο ΙV (Μεταπτυχιακό)
Ημερομηνία έκδοσης: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2015
Θέματα:
Άδεια Χρήσης:Αναφορά-Παρόμοια Διανομή
Διαθέσιμο Online:https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=8e6a20ea
id 17539f0f-aae5-4120-ae78-e5c4fa80bde5
title Διάλεξη 12 / Διάλεξη 12 / Διάλεξη 12
spellingShingle Διάλεξη 12 / Διάλεξη 12 / Διάλεξη 12
Εκκλησιαστικό
Μεταπτυχιακό
Νομική Επιστήμη - Δίκαιο
Δίκαιο
Κυριαζόπουλος Κυριάκος
publisher ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
url https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=8e6a20ea
publishDate 2015
language el
thumbnail http://oava-admin-api.datascouting.com/static/6cab/0937/abda/8652/02fe/4c69/9c85/ef85/6cab0937abda865202fe4c699c85ef85.jpg
topic Εκκλησιαστικό
Μεταπτυχιακό
Νομική Επιστήμη - Δίκαιο
Δίκαιο
topic_facet Εκκλησιαστικό
Μεταπτυχιακό
Νομική Επιστήμη - Δίκαιο
Δίκαιο
author Κυριαζόπουλος Κυριάκος
author_facet Κυριαζόπουλος Κυριάκος
hierarchy_parent_title Εκκλησιαστικό Δίκαιο ΙV (Μεταπτυχιακό)
hierarchy_top_title Νομικής
rights_txt License Type:(CC) v.4.0
rightsExpression_str Αναφορά-Παρόμοια Διανομή
organizationType_txt Πανεπιστήμια
hasOrganisationLogo_txt http://delos.it.auth.gr/opendelos/resources/logos/auth.png
author_role Επίκουρος Καθηγητής
author2_role Επίκουρος Καθηγητής
relatedlink_txt https://delos.it.auth.gr/
durationNormalPlayTime_txt 00:31:45
genre Ανοικτά μαθήματα
genre_facet Ανοικτά μαθήματα
institution Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
asr_txt Παρακαλώ, αδερφέ μου, για τη δεύτερη διάλεξη του μεταπτυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου Δευτέρο έτους εαρνού εξαμήνου, θα ασχοληθούμε με την παρουσίαση και με συνεχεία το σχολιασμό μας για τις νομικές πηγές και το νομικό καθεστώς των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων στην Πολωνία. Η παρουσίαση αυτή γίνεται από τον καθηγητή Μιχάλ Ρινκόφσκι στο άρθρο του «Κράτος και θρησκεύματα στην Πολωνία», το οποίο περιέχεται στο βιβλίο του καθηγητή Γέρχα Ρόμπερς, ο οποίος είχε την επιμελιά του με τίτλο «Κράτη και θρησκεύματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση», το οποίο είχα την τιμή να αποδώσω στην ελληνική ο υποφαινόμενος. Ως προς το ζήτημα των νομικών πηγών των σχέσεων κράτους θρησκευμάτων στην Πολωνία, ο καθηγητής Μιχάλ Ρινκόφσκι αναφέρει «Πρώτον, δύο σημαντικές παρατηρήσεις για την ορολογία. Ο Πολωνός νομοθέτης χρησιμοποιεί τον όρο «εκκλησίες και άλλες κοινότητες πίστης» σε αλλοδαπά δημοσιεύματα αυτές αποκαλούνται συνήθως «εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες». Ο βασικάγερμανικός όρος, Staatsgericht, αν και είναι γνωστό στην Πολωνική νομική φυλολογία, δεν χρησιμοποιείται σε σχέση με την Πολωνία. Ο κλάδος του δικαίου που διέπει αυτά τα ζητήματα αποκαλείται συνήθως «δίκαιο των θρησκευμάτων». Στο Σύνταγμα και στο δίκαιο γενικά χρησιμοποιούνται οι όροι «ελευθερία της θρησκείας» ή «ελευθερία του θρησκεύματος». Η κρατούσα γνώμη θεωρεί ότι στην πράξη δεν θα πρέπει να αποδείεται σημασία σε αυτήν την απλώς λεκτική διαφορά. Οι διατάξεις του δικαίου των θρησκευμάτων μπορούν να διακριθούν κατά δύο τρόπους. Εκείνες που σχετίζονται με όλες τις εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες, γενικό δίκαιο των θρησκευμάτων και εκείνες τις διατάξεις που σχετίζονται με συγκεκριμένες εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες, ειδικό δίκαιο των θρησκευμάτων. Συγκεκριμένα το Σύνταγμα του 1997 και ο νόμος του 1989 για τις εγγυήσεις της ελευθερίας της συνείδησης και της θρησκείας ανήκουν στην πρώτη ομάδα. Η σημαντικότερη πηγή του πολωνικού δικαίου των θρησκευμάτων είναι το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της 2ης Απριλίου 1997. Το Σύνταγμα, στην έκταση που δεν ορίζει αλλιώς, εφαρμόζεται άμεσα, άρθρο 8 παράγραφος 2, γεγονός που είναι σημαντικό σε σχέση με τις διατάξεις του για τα θρησκεύματα. Σύμφωνα με το άρθρο 87, γενικές νομικές πηγές της Δημοκρατίας είναι οι ακόλουθες κατηγορίες νομοθετικών πράξεων. Το Σύνταγμα, οι επικυρωμένες διεθνείς συνθήκες, οι νόμοι και τα διατάγματα. Σε όλες αυτές τις κατηγορίες νομοθετικών πράξεων, μπορεί κάποιος σε διαφορετικούς βαθμούς να βρει στοιχεία του δικαίου των θρησκευμάτων. Για αυτό το λόγο είναι αναγκαίο να ασχοληθούμε με αυτές σε αυτό το σημείο. Το ίδιο το Σύνταγμα περιέχει μερικές διατάξεις σχετικές με τη θρησκεία. Για το νομικό καθεστώς των εκκλησιών και άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων. Άρθρο 25. Το δικαίωμα των εθνικών και εθνωτικών μειονωτήτων στη διατήρηση της θρησκευτικής ταυτότητάς τους. Άρθρο 35. Το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία. Άρθρο 48. Την ελευθερία της θρησκείας. Άρθρο 53. Και την ελευθερία της συνάθρησης. Άρθρο 57. Το προήμιο στο Σύνταγμα είναι αξιοσημείωτο κατά το ότι περιέχει επίκληση του Θεού που προέκυψε από δύσκολες διαπραγματεύσεις. Το πολονικό έθνος. Όλοι οι πολίτες της δημοκρατίας. Τόσο εκείνοι που πιστεύουν στο Θεό ως την πηγή της αλήθειας, της δικαιοσύνης, του αγαθού και του κάλλους. Καθώς και εκείνοι που δεν συμμερίζονται την ελόγο πίστη, αλλά σεύονται αυτές τις οικουμενικές αξίες, όπως απορρέουν από άλλες πηγές. Αυτό το προήμιο υποβλήθηκε στην Ευρωπαϊκή Συνέλευση ως πιθανή λύση του ζητήματος για το Σύνταγμα της Ευρώπης. Σε σχέση με το νομικό καθεστώς των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων, το άρθρο 25 είναι θεμελιώδου σημασίας. Αυτό ορίζει ένα. Παράγραφος 1. Οι εκκλησίες και οι άλλοι θρησκευτικοί οργανισμοί θα έχουν ίσα δικαιώματα. Παράγραφος 2. Οι δημόσια αρχές στην δημοκρατία της Πολωνίας θα είναι αμερόληπτες σε ζητήματα προσωπικής πεποίθησης είτε θρησκευτικής είτε φιλοσοφικής ή σε σχέση με τις φιλοσοφίες ζωής και θα διασφαλίζουν την ελευθερία της έκφρασής τους στη δημόσια ζωή. Παράγραφος 3. Η σχέση μεταξύ του κράτους και των θρησκευμάτων και άλλων θρησκευτικών οργανισμών θα βασίσθε στην αρχή του σεβασμού της αυτονομίας τους και της ανεξαρτησίας καθενός στη δική τους σφαίρα δικαιοδοσίας, καθώς και στην αρχή της συνεργασίας για την εξυπηρέτηση του ατομικού και του κοινού συμφέροντος. Παράγραφος 4. Οι σχέσεις μεταξύ της δημοκρατίας της Πολωνίας και της Καθολικής Εκκλησίας θα καθορίζονται από διεθνή συνθήκη που συνάπτεται με την Αγία Έδρα και από τον νόμο. Παράγραφος 5. Οι σχέσεις μεταξύ της δημοκρατίας της Πολωνίας και των άλλων εκκλησιών και θρησκευτικών οργανισμών θα καθορίζονται με νόμους που υιοθετούνται στη βάση συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων τους και του Υπουργικού Συμβουλίου. Οι παράγραφοι 1 έως 4 δεν εγείρουν συγκεκριμένα ερμηνευτικά ζητήματα. Σε σχέση με την παράγραφο 5, εκπρόσωποι των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων παρατηρούν ότι δεν έχουν συναφθεί κατά τον χρόνο συγγραφής της παρούσας μελέτης, οι συμφωνίες τις οποίες υπόσχεται το Σύνταγμα. Πράγματι, οι διαπραγματεύσεις δεν έχουν σχεδόν καθόλου αρχίσει. Οι ισχύοντες νόμοι για τη σχέση του κράτους με τις διάφορες εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες είναι μονομερείς νόμοι του κράτους, όχι συμφωνίες. Από νομική άποψη, οι εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες έχουν στη θεωρία τα ίδια δικαιώματα. Στην πράξη, υπάρχουν μερικές ανισότητες, εν όψει της μεγαλύτερης παρουσίας και επιρροής του καθολικού κλήρου, σε σύγκριση με τον κλήρο των άλλων θρησκευμάτων. Πράγμα το οποίο καθιστά δύσκολη την αποφυγή της υπόψης λήψης της κρατούσας πλειονότητας των καθολικών. Το άρθρο 53 του Συντάγματος είναι επίσης πλήρες και αποτελείται από 7 παραγράφους. Σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ελευθερία της συνείδησης και της θρησκείας είναι εγγυημένη για τον καθένα. Αυτή η ελευθερία περιλαμβάνει, παράγραφος 2, διάφορες μορφές της άσκησης αυτού του δικαιώματος, μεταξύ των οποίων το δικαίωμα των γονέων να διασφαλίζουν την ηθική και θρησκευτική εκπαίδευση και διδασκαλία των παιδιών τους. Οι περιορισμοί της θρησκευτικής ελευθερίας στην παράγραφο 5 είναι παρόμοιοι με τις αρχές της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Οι περιορισμοί πρέπει να είναι αναγκαίοι για την προστασία της ασφάλειας του κράτους, της δημόσιας τάξης, υγείας, ηθικής και των ελευθεριών και δικαιωμάτων των άλλων. Σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, η πολιτική θητεία είναι πιθανή εναλλακτική λύση στη στρατιωτική θητεία για λόγους θρησκευτικών στάσεων και ηθικών πεποιθήσεων. Εκτός του συντάγματος, ο νόμος για τις εγγυήσεις της ελευθερίας, της συνείδησης και της θρησκείας, της 17ης Μαΐου 1989, που αναφέρεται παρακάτω ως ο νόμος του 1989, αποτελεί τη βάση του όλου συστήματος, του δικαίου, των θρησκευμάτων στην Πολωνία. Αυτός ο νόμος εισήχθη δύο εβδομάδες πριν τις ιστορικές εκλογές της 4ης Ιουνίου 1989, δηλαδή πριν την αλλαγή του πολιτικού συστήματος. Έχει το νομικό χαρακτήρα του γενικού νόμου, λέξε γενεράλις, από τον οποίο μπορεί να παρεκλίνει ειδικός νόμος, λέξε σπετσιάλις. Το άρθρο 7 του νόμου ορίζει ότι οι αλλοδαπείς στην κρατική επικράτεια απολαμβάνουν της ίδιας ελευθερίας της θρησκείας με τους πολονούς πολίτες. Τα εμπνευτικά σχόλια και τα εγχειρίδια επιμένουν ότι ο όρος ή η ιδέα του χωρισμού κράτους και θρησκευμάτων έχει διατυπωθεί μόνον πολύ σπάνια από το 1989 για ιστορικούς λόγους. Το άρθρο 10 του νόμου του 1989 προβλέπει ότι η δημοκρατία της Πολωνίας είναι κράτος κοσμικό και ουδέτερο σε ζητήματα θρησκείας και κοσμοθεωρίας. Σύμφωνα με το άρθρο 16 του ίδιου νόμου, το κράτος συνεργάζεται με τις εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες τη διατήρηση της ειρήνης, τον καθορισμό των συνθηκών κρατικής ανάπτυξης και την καταπολέμηση της ανέχειας στην κοινωνία. Αυτή η συνεργασία υπάρχει και σε σχέση με την προστασία, την αποκατάσταση και την επέκταση των μημείων της αρχιτεκτονικής, των τεχνών και των θρησκευτικών βιβλίων που απαρτίζουν τμήμα της πολιτιστικής κληρονομιάς της Πολωνίας. Η συνεργασία είναι όρος που χρησιμοποιείται επίσης στο Κογκορδάτο και άλλους νόμους. Η πραγμάτευση από τον καθηγητή Μιχάλ Ρικώβσκι του ζητήματος των νομικών πηγών των σχέσεων κράτων και θρησκευμάτων είναι εξαιρετικά εύληπτη. Σημαντικότερη πηγή αναφέρει του πολονικού δικαίου των θρησκευμάτων εμβεβαίως στο Σύνταγμα του 1997 και έπεται ο νόμος του 1989 για της εγγυής ελευθερίας της συνείδησης και της θρησκείας. Το εκκλησιαστικό δίκαιο είναι και αυτό αξιοσημείο ότι στην Πολωνία δεν αναφέρεται ως εκκλησιαστικό δίκαιο όπως στη Γερμανία, αλλά ως δίκαιο των θρησκευμάτων και διακρίνεται σε γενικό δίκαιο θρησκευμάτων αν αφορά όλα τα θρησκεύματα και σε ειδικό δίκαιο θρησκευμάτων αν αφορά επιμέρους θρίσκευμα. Η ισότητα των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων αναγνωρίζεται στο Σύνταγμα στο Άρθρο 25, το οποίο είναι σημαντικό για το νομικό καθεστώς των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων. Η συναματική αρχή της αμεροριψίας των δημόσιων αρχών σε ζητήματα θρησκείας οικοσμοθεωρίας. Η σχέση του κράτους και των θρησκευμάτων θα βασίζεται στην αυτονομία και την ανεξαρτησία κάθε ενός οργανισμού κράτους και αντιστοίχου θρησκεύματος. Οι σχέσεις μεταξύ Δημοκρατίας, Πολωνίας και Καθολικής Εκκλησίας θα καθορίζονται με διεθνή συνθήκη, που συνάπτουν με υγεία νέδρα, όλα αυτά αναφέρουν στο Άρθρο 25, και οι σχέσεις Δημοκρατίας, Πολωνίας και των άλλων εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων θα καθορίζονται με νόμους που υιοθετούνται με βάση συμφωνίες που συνάπτουν μεταξύ των εκπροσώπων του Ιγίου Θρησκέματος και του Υπουργικού Συμβουλίου. Έχει συναφθεί Κογκορδάτο μεταξύ της Αγίας Έδρας και της Πολωνίας, ενώ ακόμη δεν έχουν αρχίσει καθόλου διαπραγματεύσεις μεταξύ Υπουργικού Συμβουλίου και εκπροσώπων των άλλων εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινοτήτων. Ο νόμος του 1989 επίσης προβλέπει στο αρθοδέκα ότι το κράτος της Πολωνίας είναι κοσμικό και ουδέτερο σε ζητήματα θρησκείας ή κοσμοθεωρίας. Στη συνέχεια, μετά τον σχολιασμό του κεφαλαίου, του καθηγητή Μιχάλ Ρινκόφσκι, που αφορά τις νομικές πηγές του Συστήματος Σχέσεων Κράτους Θρησκευμάτων στην Πολωνία, θα προχωρήσουμε στην παρουσίαση του ιδίου για το κεφάλαιο που αφορά το νομικό καθεστώς των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων στην ίδια χώρα, δηλαδή στην Πολωνία. Ο καθηγητής Μιχάλ Ρινκόφσκι αναφέρει «Η νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου δεν αναγνωρίζεται σε σχέση με τις εκκλησίες και τις θρησκευτικές κοινότητες στο ισχύον Πολωνικό δίκαιο. Σήμερα, τέτοιο καθεστώς παραχωρείται μόνο σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι διαφορές μεταξύ των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων διακρίνονται από τον τρόπο της καταχώρησης, αλλά όλα τα νομικά πρόσωπα που καταχωρούνται νόμιμα απολαμβάνουν των ίδιων δικαιωμάτων από νομικής πλευράς». Οι εκκλησίες και τις θρησκευτικές κοινότητες μπορούν να διακριθούν σε δύο ομάδες ανάλογα με την αναγνώριση ή την καταχώρησή τους. Εκείνες που υπηρετούν σύμφωνα με ειδικό νόμο που διέπει τις σχέσεις μεταξύ της συγκεκριμένης εκκλησίας ή θρησκευτικής κοινότητας και του κράτους. Ή εκείνες που λειτουργούν στη βάση του νόμου για την εγγυής ελευθερίας της συνείδησης και της θρησκείας του 1989, ο οποίος καθόρισε γενικό πλαίσιο για όλες τις εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες στην Πολωνία. Μόνο 14 από τις περισσότερες από 150 αναγνωρισμένες ή καταχωρημένες εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες ανήκουν στην πρώτη ομάδα. Αλλά αυτή η ομάδα περιλαμβάνει όλες τις μεγάλες και συγχρόνως τις παλαιότερες θρησκευτικές κοινότητες με την εξέρεση των μαρτύρων του Ιεχωβά, οι οποίοι, αν και αποτελούν την τέταρτη μεγαλύτερη κοινότητα, δεν λειτουργούν στη βάση ειδικού νόμου, αλλά στη βάση του νόμου του 1989. Στην πρώτη ομάδα ανήκουν οι ακόληθες εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες σε χρονολογική σειρά με τη δημιουργία του σχετικού νόμου σε παρενθέσεις. Η Ανατολική Εκκλησία του Παλαιού Εορτωλογίου, η Ισλαμική Θρησκευτική Κοινότητα, η Θρησκευτική Κοινότητα των Καραϊμητών, η Καθολική Εκκλησία, η Πολωνική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία, η Εκκλησία της Ομολογίας του Άουξμπουρκ στη Δημοκρατία της Πολωνίας, αναφερόμενη ως Λουθυρανική Εκκλησία, η Προθεσταντική Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία, η Προθεσταντική Εκκλησία των Μεθοδιστών, η Εκκλησία των Βαπτιστών Χριστιανών, η Εκκλησία των Ατβεντιστών της 7ης ημέρας, η Πολωνοκαθολική Εκκλησία, η Ένωση των Ιουδαϊκών Θρησκευτικών Κοινοτήτων, η Καθολική Εκκλησία των Μαριαβητών, η Πάλαιοκαθολική Εκκλησία των Μαριαβητών, η Πεντικοστιανή Εκκλησία, η Πολιτιακή Νομική Προσωπικότητα των διαφόρων θρησκευτικών οργανισμών, παραχωρήθηκε με τους παραπάνω αφαιρόμενους νόμους, με την αναγνώριση ότι τα διαφορετικά επίπεδα και είδη θρησκευτικών οργανισμών έχουν νομική προσωπικότητα. Το Κογκορδάτο αναορίζει και ρητά τη νομική προσωπικότητα των οργανισμών της Καθολικής Εκκλησίας, εάν την απέχθησαν σύμφωνα με το κανονικό δίκιο σε σπάνιες περιπτώσεις. Η νομική προσωπικότητα απονέβεται μέσω απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών και Δημόσιας Δίκησης. Τέτοιες περιπτώσεις είναι η ίδρυση της καθολικής κάριτας, του προθεσταντικού διακονικού έργου ή του ραδιοτελεπτικού ιδρύματος «Ορθοδοξία». Από το 1998 έχει καταστεί δυνατό για ομάδα τουλάχιστον 100 πολονών πολιτών, με πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, να ζητήσουν την καταχώρηση Εκκλησίας ή θρησκευτικής κοινότητας. Πριν η δρομοποίηση του νόμου του 1989, ολάχιστος αριθμός μελών που απαιτούνταν ήταν 15 άτομα. Αυτό δίησε σε κάποια κατάχρηση του δικαιώματος, ειδικά σε σχέση με την απαλλαγή από τη στρατιωτική θητεία, τα φορολογικά πλεονεκτήματα και τις απαλλαγές από δασμούς εισαγωγής. Ο Υπουργός της Ουτερικών και Δημόσιας Διοίκησης είναι αρμόδιος για την εγγραφή των κοινοτήτων στο βιβλίο καταχώρησης. Σύμφωνα με το νόμο του 1989 και το διάταγμα της 31 Μαρτίου 1999 για την καταχώρηση των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων, η έτηση πρέπει να περιέχει τα ακόλουθα κατάλογο μελών, ενημέρωση για τους γενικούς σκοπούς, τις αρχές του δόγματος και της λατρευτικής πρακτικής, την έδρα και τους υφιστάμενους οργανισμούς και το καταστατικό. Από το 1989 έχουν καταγορηθεί περίπου 150 εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες. Απορρίφθηκαν 48 αιτήσεις. Σε σχέση με μερικές εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες, η έτηση έχει απορριφθεί επανειλημμένα εξαιτίας τυπικών κριτηρίων. Τα κριτήρια είναι αντίστοιχα με εκείνα το άρθρο 9, παράγραφος 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Και ο Υπουργός ελέγχει, μεταξύ άλλων, αν η σκοπή και τα δόγματα εκκλησίας ή θρησκευτικής κοινότητας είναι πιθανό να θέσουν σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια, ή είναι αντίθετη στο δικαίωμα, στη ζωή, νηθική ή τα δικαιώματα των γονέων. Εξαιτίας αυτού, οι Ραέλιανς, οι οποίοι ήταν οι πρώτοι που ζήτησαν την κλονοποίηση του ανθρώπου το 2002, δεν καταχωρήθηκαν στο Πολωνικό Βιβλίο Καταχώρησης, παρά μόνο το 1998. Η άρνηση του Υπουργού επικυρώθηκε από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, στην απόφαση της 22ης Ιανουαρίου 1999. Το έτος 1997 ο Πρωθυπουργός συγκρότησε Διοικητική Επιτροπή για τα Νέα Θρησκευτικά Κοινήματα, η οποία δημοσίευσε το 2000 έκθεση για μερικά φαινόμενα που σχετίζονται με τις δραστηριότητες των σεκτών. Οι πληροφορίες που περιέχονταν στην έκθεση είχαν γενικό χαρακτήρα. Δεν ιδρύθηκε ειδικό ίδρυμα για την παρακολούθηση των σεκτών, η οποία η Επιτροπή καταργήθηκε το 2002. Οι Δομηνικανοί ιδίως είναι πολύ ενεργείς στην Πολωνία, παρακολουθώντας και καταπολεμώντας τις σεκτές, με την ίδρυση των αποκαλούμενων κέντρων των σεκτών στις μονές τους, στα οποία συλλέγουν πληροφορίες για τις δραστηριότητες των σεκτών και προσφέρεται βοήθεια στα θύματα και τις οικογένειές τους. Και τώρα θα προχωρήσουμε στο σχολιασμό του κεφαλαίου του καθηγητή Μιχάλ Ριγκόφσκι για το νομικό καθεστώς των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων στην Πολωνία. Ενώ υπάρχουν διαφορές μας, λέει ο καθηγητής Μιχάλ Ριγκόφσκι, μεταξύ των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων ως προς τον τρόπο της καταχώρησης, δηλαδή της απόκλησης νομικής προσωπικότητας, όλα τα νομικά πρόσωπα που καταχωρούνται έχουν τα ίδια δικαιώματα από νομικής πλευράς. Έτσι, οι εκκλησίες και οι θρησκευτικές κοινότητες διακρίνονται σε δυο ομάδες. Εκείνες που λειτουργούν σύμφωνα με ειδικό νόμο που διέπει τις σχέσεις της συγκεκριμένης εκκλησίας της θρησκευτικής κοινότητας με το κράτος και εκείνες που λειτουργούν με βάση τον νόμο του 1989, ο οποίος καθόρισε γενικό πλαίσιο για όλες τις εκκλησίες και τις θρησκευτικές κοινότητες. Από τις 150 αναγνωρισμένες ή καταχωρημένες. Αναγνωρισμένες είναι αυτές οι οποίες διέπονται από ειδικό νόμο. Με όλο 14 από τις 150 αναγνωρισμένες ή καταχωρημένες εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες ανήκουν στην ομάδα που λειτουργούν με βάση ειδικό νόμο. Δηλαδή μόνο 14 εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες έχουν ειδικό νόμο. Αυτές όλες είναι οι μεγαλύτερες και οι παλαιότερες θρησκευτικές κοινότητες στην Πολωνία. Μια εξέρεση υπάρχει των μαρτύρων του Ιεχωβά, οι οποίοι αποτελούν την 4η μεγαλύτερη κοινότητα, αλλά λειτουργούν όχι με βάση ειδικό νόμο αλλά με βάση τον Γενικό Νόμο του 1989. Το Κογκορδάτο του 1993 μεταξύ Αγίας Έδρας και Πολωνίας, και πρέπει εδώ να κάνουμε μια διευκρίνηση ότι το Κογκορδάτο αποφασίστηκε να συναυθεί με την Πολωνία από τον Πολωνό Πάπα Ιωάννη Παύλο II, παρά το γεγονός ότι η Αγία Έδρα, ιδίως μετά τη Δεύτερη Σύνοδο του Βατικανού που διεξήχθη από το 1962 μέχρι το 1965, αποφάσισε να μη συναύθει πλέον Κογκορδάτα, διότι τα Κογκορδάτα αφορούν το σύνολο των σχέσεων μεταξύ Καθολικής Εκκλησίας και ενός κράτους. Από τότε συνάπτονται επιμέρους διεθνείς διμερείς συμφωνίες. Όμως, όσον αφορά την Πολωνία, ο Πολωνός Πάπας Ιωάννης Παύλος Βαδέθρος αποφάσισε να συνάψει Κογκορδάτο με την Πολωνία. Το Κογκορδάτο, λοιπόν, με την Πολωνία αναγνωρίζει τη νομική προσωπικότητα των οργανισμών της Καθολικής Εκκλησίας, αν την έχουν αποκτήσει σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο. Το 1998 τροποποιήθηκε ο νόμος, το 1989 επί ταχύρω. Και έτσι, έως προς αυτό το σημείο, υπάρχει αυτή η αντίθεσή του προς τους διεθνείς κανόνες για τη θρησκευτική ελευθερία. Διότι ενώ ορθώς μέχρι τότε προβλέπονταν μόνο 15 άτομα ως ιδρυτές μιας εκκλησίας ή θρησκευτικής κοινότητας, εν τούτης από το 1998 απαιτούνται 100 πολωνί πολίτες ως ιδρυτές μιας τέτοιας εκκλησίας ή θρησκευτικής κοινότητας. Δηλαδή είναι υπερβολικά μεγάλος ο αριθμός ιδρυτών ό οποίος απαιτείται. Γι' αυτό υπάρχει αυτή η αντίθεση προς τους διεθνείς κανόνες που αφορούν την ελευθερία και τη θρησκεία σε συνδυασμό με ελευθερία και τους συνετερίζεστε για θρησκευτικούς σκοπούς. Αρμόδια είναι η διοίκηση για την καταχώρηση, δηλαδή για την εγγραφή των κοινωντήτων στο ειδικό βιβλίο εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινωντήτων. Και αρμόδια διοικητική αρχή είναι ο Υπουργός Εσωτερικών και Δημόσιας Διοίκησης. Για την καταχώρηση, ο Υπουργός Εσωτερικών ελέγχει εάν ισκοποιεί και τα δόγματα της Εκκλησίας Υθρησκευτικής Κοινότητας, είναι πιθανό να θέσουν σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ασφάλεια ή είναι αντίθητοι στο δικαίωμα, στη ζωή, την ηθική, τα δικαιώματα των γονέων. Η Πολωνία επίσης ασχολήθηκε και με το ζήτημα των λεγωμένων σεκτών και εδώ πάλι οφείλουμε να επιθυμίσουμε ότι αφού αυτός ο όρος είναι πολιτικός και απαξιωτικός, δεν υπάρχουν για το δίκαιο, δεν υπάρχει όρος σεκτά. Υπάρχουν μόνο θρησκείες σε σχέση με την απόλαυση των θρησκευτικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το Σύνταγμα και από το Διεθνές Δικαιοθροπήνων Δικαιωμάτων και μπορεί να υπάρχουν και ψευδοθρησκείες μόνο στην περίπτωση που τίστε θέμα απόλαυσης θρησκευτικών προνομίων, δηλαδή θρησκευτικών δικαιωμάτων, τα οποία παραχωρούνται από το κράτος πέραν των θρησκευτικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το Σύνταγμα και από το Διεθνές Δικαιοθροπήνων Δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό ολοκληρώσαμε την παρουσίαση και τον σχολιασμό των δύο θεμάτων που αφορούν τις βασικές πηγές των σχέσεων κράτων θρησκευμάτων καθώς και το νομικό καθεστώς των εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινοτήτων στην Πολωνία. Εδώ όμως ολοκληρώνομαι και τη δωδέκατη διάλεξη του Μετατυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου Δευτέρεου Έτους Εαρνού Εξαμίνου, έχοντας σε εξετάσεις αυτή τη δωδέκατη διάλεξη, οκτώ χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή την Ιταλία, τη Λετωνία, τη Λιθουανία, το Λουξεμβούργο, τη Μάλτα, την Ολλανδία, την Ουγγαρία και την Πολωνία, ως προς δύο ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις κράτων θρησκευμάτων, ως προς τις πηγές του συστήματος των σχέσεων κράτων θρησκευμάτων και ως προς το νομικό καθεστώς των εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινοτήτων. Η σειρά αυτή διαλέξεων αποτελεί μόνο ένα έναυσμα για περαιτέρω συνέχιση της διερεύνησης των σχέσεων κράτων θρησκευμάτων όχι μόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη αλλά και ευρύτερα. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.
_version_ 1782818351133753344
description Διάλεξη 12: Παρακαλώ, αδερφέ μου, για τη δεύτερη διάλεξη του μεταπτυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου Δευτέρο έτους εαρνού εξαμήνου, θα ασχοληθούμε με την παρουσίαση και με συνεχεία το σχολιασμό μας για τις νομικές πηγές και το νομικό καθεστώς των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων στην Πολωνία. Η παρουσίαση αυτή γίνεται από τον καθηγητή Μιχάλ Ρινκόφσκι στο άρθρο του «Κράτος και θρησκεύματα στην Πολωνία», το οποίο περιέχεται στο βιβλίο του καθηγητή Γέρχα Ρόμπερς, ο οποίος είχε την επιμελιά του με τίτλο «Κράτη και θρησκεύματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση», το οποίο είχα την τιμή να αποδώσω στην ελληνική ο υποφαινόμενος. Ως προς το ζήτημα των νομικών πηγών των σχέσεων κράτους θρησκευμάτων στην Πολωνία, ο καθηγητής Μιχάλ Ρινκόφσκι αναφέρει «Πρώτον, δύο σημαντικές παρατηρήσεις για την ορολογία. Ο Πολωνός νομοθέτης χρησιμοποιεί τον όρο «εκκλησίες και άλλες κοινότητες πίστης» σε αλλοδαπά δημοσιεύματα αυτές αποκαλούνται συνήθως «εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες». Ο βασικάγερμανικός όρος, Staatsgericht, αν και είναι γνωστό στην Πολωνική νομική φυλολογία, δεν χρησιμοποιείται σε σχέση με την Πολωνία. Ο κλάδος του δικαίου που διέπει αυτά τα ζητήματα αποκαλείται συνήθως «δίκαιο των θρησκευμάτων». Στο Σύνταγμα και στο δίκαιο γενικά χρησιμοποιούνται οι όροι «ελευθερία της θρησκείας» ή «ελευθερία του θρησκεύματος». Η κρατούσα γνώμη θεωρεί ότι στην πράξη δεν θα πρέπει να αποδείεται σημασία σε αυτήν την απλώς λεκτική διαφορά. Οι διατάξεις του δικαίου των θρησκευμάτων μπορούν να διακριθούν κατά δύο τρόπους. Εκείνες που σχετίζονται με όλες τις εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες, γενικό δίκαιο των θρησκευμάτων και εκείνες τις διατάξεις που σχετίζονται με συγκεκριμένες εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες, ειδικό δίκαιο των θρησκευμάτων. Συγκεκριμένα το Σύνταγμα του 1997 και ο νόμος του 1989 για τις εγγυήσεις της ελευθερίας της συνείδησης και της θρησκείας ανήκουν στην πρώτη ομάδα. Η σημαντικότερη πηγή του πολωνικού δικαίου των θρησκευμάτων είναι το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της 2ης Απριλίου 1997. Το Σύνταγμα, στην έκταση που δεν ορίζει αλλιώς, εφαρμόζεται άμεσα, άρθρο 8 παράγραφος 2, γεγονός που είναι σημαντικό σε σχέση με τις διατάξεις του για τα θρησκεύματα. Σύμφωνα με το άρθρο 87, γενικές νομικές πηγές της Δημοκρατίας είναι οι ακόλουθες κατηγορίες νομοθετικών πράξεων. Το Σύνταγμα, οι επικυρωμένες διεθνείς συνθήκες, οι νόμοι και τα διατάγματα. Σε όλες αυτές τις κατηγορίες νομοθετικών πράξεων, μπορεί κάποιος σε διαφορετικούς βαθμούς να βρει στοιχεία του δικαίου των θρησκευμάτων. Για αυτό το λόγο είναι αναγκαίο να ασχοληθούμε με αυτές σε αυτό το σημείο. Το ίδιο το Σύνταγμα περιέχει μερικές διατάξεις σχετικές με τη θρησκεία. Για το νομικό καθεστώς των εκκλησιών και άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων. Άρθρο 25. Το δικαίωμα των εθνικών και εθνωτικών μειονωτήτων στη διατήρηση της θρησκευτικής ταυτότητάς τους. Άρθρο 35. Το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία. Άρθρο 48. Την ελευθερία της θρησκείας. Άρθρο 53. Και την ελευθερία της συνάθρησης. Άρθρο 57. Το προήμιο στο Σύνταγμα είναι αξιοσημείωτο κατά το ότι περιέχει επίκληση του Θεού που προέκυψε από δύσκολες διαπραγματεύσεις. Το πολονικό έθνος. Όλοι οι πολίτες της δημοκρατίας. Τόσο εκείνοι που πιστεύουν στο Θεό ως την πηγή της αλήθειας, της δικαιοσύνης, του αγαθού και του κάλλους. Καθώς και εκείνοι που δεν συμμερίζονται την ελόγο πίστη, αλλά σεύονται αυτές τις οικουμενικές αξίες, όπως απορρέουν από άλλες πηγές. Αυτό το προήμιο υποβλήθηκε στην Ευρωπαϊκή Συνέλευση ως πιθανή λύση του ζητήματος για το Σύνταγμα της Ευρώπης. Σε σχέση με το νομικό καθεστώς των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων, το άρθρο 25 είναι θεμελιώδου σημασίας. Αυτό ορίζει ένα. Παράγραφος 1. Οι εκκλησίες και οι άλλοι θρησκευτικοί οργανισμοί θα έχουν ίσα δικαιώματα. Παράγραφος 2. Οι δημόσια αρχές στην δημοκρατία της Πολωνίας θα είναι αμερόληπτες σε ζητήματα προσωπικής πεποίθησης είτε θρησκευτικής είτε φιλοσοφικής ή σε σχέση με τις φιλοσοφίες ζωής και θα διασφαλίζουν την ελευθερία της έκφρασής τους στη δημόσια ζωή. Παράγραφος 3. Η σχέση μεταξύ του κράτους και των θρησκευμάτων και άλλων θρησκευτικών οργανισμών θα βασίσθε στην αρχή του σεβασμού της αυτονομίας τους και της ανεξαρτησίας καθενός στη δική τους σφαίρα δικαιοδοσίας, καθώς και στην αρχή της συνεργασίας για την εξυπηρέτηση του ατομικού και του κοινού συμφέροντος. Παράγραφος 4. Οι σχέσεις μεταξύ της δημοκρατίας της Πολωνίας και της Καθολικής Εκκλησίας θα καθορίζονται από διεθνή συνθήκη που συνάπτεται με την Αγία Έδρα και από τον νόμο. Παράγραφος 5. Οι σχέσεις μεταξύ της δημοκρατίας της Πολωνίας και των άλλων εκκλησιών και θρησκευτικών οργανισμών θα καθορίζονται με νόμους που υιοθετούνται στη βάση συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων τους και του Υπουργικού Συμβουλίου. Οι παράγραφοι 1 έως 4 δεν εγείρουν συγκεκριμένα ερμηνευτικά ζητήματα. Σε σχέση με την παράγραφο 5, εκπρόσωποι των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων παρατηρούν ότι δεν έχουν συναφθεί κατά τον χρόνο συγγραφής της παρούσας μελέτης, οι συμφωνίες τις οποίες υπόσχεται το Σύνταγμα. Πράγματι, οι διαπραγματεύσεις δεν έχουν σχεδόν καθόλου αρχίσει. Οι ισχύοντες νόμοι για τη σχέση του κράτους με τις διάφορες εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες είναι μονομερείς νόμοι του κράτους, όχι συμφωνίες. Από νομική άποψη, οι εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες έχουν στη θεωρία τα ίδια δικαιώματα. Στην πράξη, υπάρχουν μερικές ανισότητες, εν όψει της μεγαλύτερης παρουσίας και επιρροής του καθολικού κλήρου, σε σύγκριση με τον κλήρο των άλλων θρησκευμάτων. Πράγμα το οποίο καθιστά δύσκολη την αποφυγή της υπόψης λήψης της κρατούσας πλειονότητας των καθολικών. Το άρθρο 53 του Συντάγματος είναι επίσης πλήρες και αποτελείται από 7 παραγράφους. Σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ελευθερία της συνείδησης και της θρησκείας είναι εγγυημένη για τον καθένα. Αυτή η ελευθερία περιλαμβάνει, παράγραφος 2, διάφορες μορφές της άσκησης αυτού του δικαιώματος, μεταξύ των οποίων το δικαίωμα των γονέων να διασφαλίζουν την ηθική και θρησκευτική εκπαίδευση και διδασκαλία των παιδιών τους. Οι περιορισμοί της θρησκευτικής ελευθερίας στην παράγραφο 5 είναι παρόμοιοι με τις αρχές της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Οι περιορισμοί πρέπει να είναι αναγκαίοι για την προστασία της ασφάλειας του κράτους, της δημόσιας τάξης, υγείας, ηθικής και των ελευθεριών και δικαιωμάτων των άλλων. Σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, η πολιτική θητεία είναι πιθανή εναλλακτική λύση στη στρατιωτική θητεία για λόγους θρησκευτικών στάσεων και ηθικών πεποιθήσεων. Εκτός του συντάγματος, ο νόμος για τις εγγυήσεις της ελευθερίας, της συνείδησης και της θρησκείας, της 17ης Μαΐου 1989, που αναφέρεται παρακάτω ως ο νόμος του 1989, αποτελεί τη βάση του όλου συστήματος, του δικαίου, των θρησκευμάτων στην Πολωνία. Αυτός ο νόμος εισήχθη δύο εβδομάδες πριν τις ιστορικές εκλογές της 4ης Ιουνίου 1989, δηλαδή πριν την αλλαγή του πολιτικού συστήματος. Έχει το νομικό χαρακτήρα του γενικού νόμου, λέξε γενεράλις, από τον οποίο μπορεί να παρεκλίνει ειδικός νόμος, λέξε σπετσιάλις. Το άρθρο 7 του νόμου ορίζει ότι οι αλλοδαπείς στην κρατική επικράτεια απολαμβάνουν της ίδιας ελευθερίας της θρησκείας με τους πολονούς πολίτες. Τα εμπνευτικά σχόλια και τα εγχειρίδια επιμένουν ότι ο όρος ή η ιδέα του χωρισμού κράτους και θρησκευμάτων έχει διατυπωθεί μόνον πολύ σπάνια από το 1989 για ιστορικούς λόγους. Το άρθρο 10 του νόμου του 1989 προβλέπει ότι η δημοκρατία της Πολωνίας είναι κράτος κοσμικό και ουδέτερο σε ζητήματα θρησκείας και κοσμοθεωρίας. Σύμφωνα με το άρθρο 16 του ίδιου νόμου, το κράτος συνεργάζεται με τις εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες τη διατήρηση της ειρήνης, τον καθορισμό των συνθηκών κρατικής ανάπτυξης και την καταπολέμηση της ανέχειας στην κοινωνία. Αυτή η συνεργασία υπάρχει και σε σχέση με την προστασία, την αποκατάσταση και την επέκταση των μημείων της αρχιτεκτονικής, των τεχνών και των θρησκευτικών βιβλίων που απαρτίζουν τμήμα της πολιτιστικής κληρονομιάς της Πολωνίας. Η συνεργασία είναι όρος που χρησιμοποιείται επίσης στο Κογκορδάτο και άλλους νόμους. Η πραγμάτευση από τον καθηγητή Μιχάλ Ρικώβσκι του ζητήματος των νομικών πηγών των σχέσεων κράτων και θρησκευμάτων είναι εξαιρετικά εύληπτη. Σημαντικότερη πηγή αναφέρει του πολονικού δικαίου των θρησκευμάτων εμβεβαίως στο Σύνταγμα του 1997 και έπεται ο νόμος του 1989 για της εγγυής ελευθερίας της συνείδησης και της θρησκείας. Το εκκλησιαστικό δίκαιο είναι και αυτό αξιοσημείο ότι στην Πολωνία δεν αναφέρεται ως εκκλησιαστικό δίκαιο όπως στη Γερμανία, αλλά ως δίκαιο των θρησκευμάτων και διακρίνεται σε γενικό δίκαιο θρησκευμάτων αν αφορά όλα τα θρησκεύματα και σε ειδικό δίκαιο θρησκευμάτων αν αφορά επιμέρους θρίσκευμα. Η ισότητα των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων αναγνωρίζεται στο Σύνταγμα στο Άρθρο 25, το οποίο είναι σημαντικό για το νομικό καθεστώς των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων. Η συναματική αρχή της αμεροριψίας των δημόσιων αρχών σε ζητήματα θρησκείας οικοσμοθεωρίας. Η σχέση του κράτους και των θρησκευμάτων θα βασίζεται στην αυτονομία και την ανεξαρτησία κάθε ενός οργανισμού κράτους και αντιστοίχου θρησκεύματος. Οι σχέσεις μεταξύ Δημοκρατίας, Πολωνίας και Καθολικής Εκκλησίας θα καθορίζονται με διεθνή συνθήκη, που συνάπτουν με υγεία νέδρα, όλα αυτά αναφέρουν στο Άρθρο 25, και οι σχέσεις Δημοκρατίας, Πολωνίας και των άλλων εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων θα καθορίζονται με νόμους που υιοθετούνται με βάση συμφωνίες που συνάπτουν μεταξύ των εκπροσώπων του Ιγίου Θρησκέματος και του Υπουργικού Συμβουλίου. Έχει συναφθεί Κογκορδάτο μεταξύ της Αγίας Έδρας και της Πολωνίας, ενώ ακόμη δεν έχουν αρχίσει καθόλου διαπραγματεύσεις μεταξύ Υπουργικού Συμβουλίου και εκπροσώπων των άλλων εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινοτήτων. Ο νόμος του 1989 επίσης προβλέπει στο αρθοδέκα ότι το κράτος της Πολωνίας είναι κοσμικό και ουδέτερο σε ζητήματα θρησκείας ή κοσμοθεωρίας. Στη συνέχεια, μετά τον σχολιασμό του κεφαλαίου, του καθηγητή Μιχάλ Ρινκόφσκι, που αφορά τις νομικές πηγές του Συστήματος Σχέσεων Κράτους Θρησκευμάτων στην Πολωνία, θα προχωρήσουμε στην παρουσίαση του ιδίου για το κεφάλαιο που αφορά το νομικό καθεστώς των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων στην ίδια χώρα, δηλαδή στην Πολωνία. Ο καθηγητής Μιχάλ Ρινκόφσκι αναφέρει «Η νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου δεν αναγνωρίζεται σε σχέση με τις εκκλησίες και τις θρησκευτικές κοινότητες στο ισχύον Πολωνικό δίκαιο. Σήμερα, τέτοιο καθεστώς παραχωρείται μόνο σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι διαφορές μεταξύ των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων διακρίνονται από τον τρόπο της καταχώρησης, αλλά όλα τα νομικά πρόσωπα που καταχωρούνται νόμιμα απολαμβάνουν των ίδιων δικαιωμάτων από νομικής πλευράς». Οι εκκλησίες και τις θρησκευτικές κοινότητες μπορούν να διακριθούν σε δύο ομάδες ανάλογα με την αναγνώριση ή την καταχώρησή τους. Εκείνες που υπηρετούν σύμφωνα με ειδικό νόμο που διέπει τις σχέσεις μεταξύ της συγκεκριμένης εκκλησίας ή θρησκευτικής κοινότητας και του κράτους. Ή εκείνες που λειτουργούν στη βάση του νόμου για την εγγυής ελευθερίας της συνείδησης και της θρησκείας του 1989, ο οποίος καθόρισε γενικό πλαίσιο για όλες τις εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες στην Πολωνία. Μόνο 14 από τις περισσότερες από 150 αναγνωρισμένες ή καταχωρημένες εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες ανήκουν στην πρώτη ομάδα. Αλλά αυτή η ομάδα περιλαμβάνει όλες τις μεγάλες και συγχρόνως τις παλαιότερες θρησκευτικές κοινότητες με την εξέρεση των μαρτύρων του Ιεχωβά, οι οποίοι, αν και αποτελούν την τέταρτη μεγαλύτερη κοινότητα, δεν λειτουργούν στη βάση ειδικού νόμου, αλλά στη βάση του νόμου του 1989. Στην πρώτη ομάδα ανήκουν οι ακόληθες εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες σε χρονολογική σειρά με τη δημιουργία του σχετικού νόμου σε παρενθέσεις. Η Ανατολική Εκκλησία του Παλαιού Εορτωλογίου, η Ισλαμική Θρησκευτική Κοινότητα, η Θρησκευτική Κοινότητα των Καραϊμητών, η Καθολική Εκκλησία, η Πολωνική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία, η Εκκλησία της Ομολογίας του Άουξμπουρκ στη Δημοκρατία της Πολωνίας, αναφερόμενη ως Λουθυρανική Εκκλησία, η Προθεσταντική Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία, η Προθεσταντική Εκκλησία των Μεθοδιστών, η Εκκλησία των Βαπτιστών Χριστιανών, η Εκκλησία των Ατβεντιστών της 7ης ημέρας, η Πολωνοκαθολική Εκκλησία, η Ένωση των Ιουδαϊκών Θρησκευτικών Κοινοτήτων, η Καθολική Εκκλησία των Μαριαβητών, η Πάλαιοκαθολική Εκκλησία των Μαριαβητών, η Πεντικοστιανή Εκκλησία, η Πολιτιακή Νομική Προσωπικότητα των διαφόρων θρησκευτικών οργανισμών, παραχωρήθηκε με τους παραπάνω αφαιρόμενους νόμους, με την αναγνώριση ότι τα διαφορετικά επίπεδα και είδη θρησκευτικών οργανισμών έχουν νομική προσωπικότητα. Το Κογκορδάτο αναορίζει και ρητά τη νομική προσωπικότητα των οργανισμών της Καθολικής Εκκλησίας, εάν την απέχθησαν σύμφωνα με το κανονικό δίκιο σε σπάνιες περιπτώσεις. Η νομική προσωπικότητα απονέβεται μέσω απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών και Δημόσιας Δίκησης. Τέτοιες περιπτώσεις είναι η ίδρυση της καθολικής κάριτας, του προθεσταντικού διακονικού έργου ή του ραδιοτελεπτικού ιδρύματος «Ορθοδοξία». Από το 1998 έχει καταστεί δυνατό για ομάδα τουλάχιστον 100 πολονών πολιτών, με πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, να ζητήσουν την καταχώρηση Εκκλησίας ή θρησκευτικής κοινότητας. Πριν η δρομοποίηση του νόμου του 1989, ολάχιστος αριθμός μελών που απαιτούνταν ήταν 15 άτομα. Αυτό δίησε σε κάποια κατάχρηση του δικαιώματος, ειδικά σε σχέση με την απαλλαγή από τη στρατιωτική θητεία, τα φορολογικά πλεονεκτήματα και τις απαλλαγές από δασμούς εισαγωγής. Ο Υπουργός της Ουτερικών και Δημόσιας Διοίκησης είναι αρμόδιος για την εγγραφή των κοινοτήτων στο βιβλίο καταχώρησης. Σύμφωνα με το νόμο του 1989 και το διάταγμα της 31 Μαρτίου 1999 για την καταχώρηση των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων, η έτηση πρέπει να περιέχει τα ακόλουθα κατάλογο μελών, ενημέρωση για τους γενικούς σκοπούς, τις αρχές του δόγματος και της λατρευτικής πρακτικής, την έδρα και τους υφιστάμενους οργανισμούς και το καταστατικό. Από το 1989 έχουν καταγορηθεί περίπου 150 εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες. Απορρίφθηκαν 48 αιτήσεις. Σε σχέση με μερικές εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες, η έτηση έχει απορριφθεί επανειλημμένα εξαιτίας τυπικών κριτηρίων. Τα κριτήρια είναι αντίστοιχα με εκείνα το άρθρο 9, παράγραφος 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Και ο Υπουργός ελέγχει, μεταξύ άλλων, αν η σκοπή και τα δόγματα εκκλησίας ή θρησκευτικής κοινότητας είναι πιθανό να θέσουν σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια, ή είναι αντίθετη στο δικαίωμα, στη ζωή, νηθική ή τα δικαιώματα των γονέων. Εξαιτίας αυτού, οι Ραέλιανς, οι οποίοι ήταν οι πρώτοι που ζήτησαν την κλονοποίηση του ανθρώπου το 2002, δεν καταχωρήθηκαν στο Πολωνικό Βιβλίο Καταχώρησης, παρά μόνο το 1998. Η άρνηση του Υπουργού επικυρώθηκε από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, στην απόφαση της 22ης Ιανουαρίου 1999. Το έτος 1997 ο Πρωθυπουργός συγκρότησε Διοικητική Επιτροπή για τα Νέα Θρησκευτικά Κοινήματα, η οποία δημοσίευσε το 2000 έκθεση για μερικά φαινόμενα που σχετίζονται με τις δραστηριότητες των σεκτών. Οι πληροφορίες που περιέχονταν στην έκθεση είχαν γενικό χαρακτήρα. Δεν ιδρύθηκε ειδικό ίδρυμα για την παρακολούθηση των σεκτών, η οποία η Επιτροπή καταργήθηκε το 2002. Οι Δομηνικανοί ιδίως είναι πολύ ενεργείς στην Πολωνία, παρακολουθώντας και καταπολεμώντας τις σεκτές, με την ίδρυση των αποκαλούμενων κέντρων των σεκτών στις μονές τους, στα οποία συλλέγουν πληροφορίες για τις δραστηριότητες των σεκτών και προσφέρεται βοήθεια στα θύματα και τις οικογένειές τους. Και τώρα θα προχωρήσουμε στο σχολιασμό του κεφαλαίου του καθηγητή Μιχάλ Ριγκόφσκι για το νομικό καθεστώς των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων στην Πολωνία. Ενώ υπάρχουν διαφορές μας, λέει ο καθηγητής Μιχάλ Ριγκόφσκι, μεταξύ των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων ως προς τον τρόπο της καταχώρησης, δηλαδή της απόκλησης νομικής προσωπικότητας, όλα τα νομικά πρόσωπα που καταχωρούνται έχουν τα ίδια δικαιώματα από νομικής πλευράς. Έτσι, οι εκκλησίες και οι θρησκευτικές κοινότητες διακρίνονται σε δυο ομάδες. Εκείνες που λειτουργούν σύμφωνα με ειδικό νόμο που διέπει τις σχέσεις της συγκεκριμένης εκκλησίας της θρησκευτικής κοινότητας με το κράτος και εκείνες που λειτουργούν με βάση τον νόμο του 1989, ο οποίος καθόρισε γενικό πλαίσιο για όλες τις εκκλησίες και τις θρησκευτικές κοινότητες. Από τις 150 αναγνωρισμένες ή καταχωρημένες. Αναγνωρισμένες είναι αυτές οι οποίες διέπονται από ειδικό νόμο. Με όλο 14 από τις 150 αναγνωρισμένες ή καταχωρημένες εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες ανήκουν στην ομάδα που λειτουργούν με βάση ειδικό νόμο. Δηλαδή μόνο 14 εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες έχουν ειδικό νόμο. Αυτές όλες είναι οι μεγαλύτερες και οι παλαιότερες θρησκευτικές κοινότητες στην Πολωνία. Μια εξέρεση υπάρχει των μαρτύρων του Ιεχωβά, οι οποίοι αποτελούν την 4η μεγαλύτερη κοινότητα, αλλά λειτουργούν όχι με βάση ειδικό νόμο αλλά με βάση τον Γενικό Νόμο του 1989. Το Κογκορδάτο του 1993 μεταξύ Αγίας Έδρας και Πολωνίας, και πρέπει εδώ να κάνουμε μια διευκρίνηση ότι το Κογκορδάτο αποφασίστηκε να συναυθεί με την Πολωνία από τον Πολωνό Πάπα Ιωάννη Παύλο II, παρά το γεγονός ότι η Αγία Έδρα, ιδίως μετά τη Δεύτερη Σύνοδο του Βατικανού που διεξήχθη από το 1962 μέχρι το 1965, αποφάσισε να μη συναύθει πλέον Κογκορδάτα, διότι τα Κογκορδάτα αφορούν το σύνολο των σχέσεων μεταξύ Καθολικής Εκκλησίας και ενός κράτους. Από τότε συνάπτονται επιμέρους διεθνείς διμερείς συμφωνίες. Όμως, όσον αφορά την Πολωνία, ο Πολωνός Πάπας Ιωάννης Παύλος Βαδέθρος αποφάσισε να συνάψει Κογκορδάτο με την Πολωνία. Το Κογκορδάτο, λοιπόν, με την Πολωνία αναγνωρίζει τη νομική προσωπικότητα των οργανισμών της Καθολικής Εκκλησίας, αν την έχουν αποκτήσει σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο. Το 1998 τροποποιήθηκε ο νόμος, το 1989 επί ταχύρω. Και έτσι, έως προς αυτό το σημείο, υπάρχει αυτή η αντίθεσή του προς τους διεθνείς κανόνες για τη θρησκευτική ελευθερία. Διότι ενώ ορθώς μέχρι τότε προβλέπονταν μόνο 15 άτομα ως ιδρυτές μιας εκκλησίας ή θρησκευτικής κοινότητας, εν τούτης από το 1998 απαιτούνται 100 πολωνί πολίτες ως ιδρυτές μιας τέτοιας εκκλησίας ή θρησκευτικής κοινότητας. Δηλαδή είναι υπερβολικά μεγάλος ο αριθμός ιδρυτών ό οποίος απαιτείται. Γι' αυτό υπάρχει αυτή η αντίθεση προς τους διεθνείς κανόνες που αφορούν την ελευθερία και τη θρησκεία σε συνδυασμό με ελευθερία και τους συνετερίζεστε για θρησκευτικούς σκοπούς. Αρμόδια είναι η διοίκηση για την καταχώρηση, δηλαδή για την εγγραφή των κοινωντήτων στο ειδικό βιβλίο εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινωντήτων. Και αρμόδια διοικητική αρχή είναι ο Υπουργός Εσωτερικών και Δημόσιας Διοίκησης. Για την καταχώρηση, ο Υπουργός Εσωτερικών ελέγχει εάν ισκοποιεί και τα δόγματα της Εκκλησίας Υθρησκευτικής Κοινότητας, είναι πιθανό να θέσουν σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ασφάλεια ή είναι αντίθητοι στο δικαίωμα, στη ζωή, την ηθική, τα δικαιώματα των γονέων. Η Πολωνία επίσης ασχολήθηκε και με το ζήτημα των λεγωμένων σεκτών και εδώ πάλι οφείλουμε να επιθυμίσουμε ότι αφού αυτός ο όρος είναι πολιτικός και απαξιωτικός, δεν υπάρχουν για το δίκαιο, δεν υπάρχει όρος σεκτά. Υπάρχουν μόνο θρησκείες σε σχέση με την απόλαυση των θρησκευτικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το Σύνταγμα και από το Διεθνές Δικαιοθροπήνων Δικαιωμάτων και μπορεί να υπάρχουν και ψευδοθρησκείες μόνο στην περίπτωση που τίστε θέμα απόλαυσης θρησκευτικών προνομίων, δηλαδή θρησκευτικών δικαιωμάτων, τα οποία παραχωρούνται από το κράτος πέραν των θρησκευτικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το Σύνταγμα και από το Διεθνές Δικαιοθροπήνων Δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό ολοκληρώσαμε την παρουσίαση και τον σχολιασμό των δύο θεμάτων που αφορούν τις βασικές πηγές των σχέσεων κράτων θρησκευμάτων καθώς και το νομικό καθεστώς των εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινοτήτων στην Πολωνία. Εδώ όμως ολοκληρώνομαι και τη δωδέκατη διάλεξη του Μετατυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου Δευτέρεου Έτους Εαρνού Εξαμίνου, έχοντας σε εξετάσεις αυτή τη δωδέκατη διάλεξη, οκτώ χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή την Ιταλία, τη Λετωνία, τη Λιθουανία, το Λουξεμβούργο, τη Μάλτα, την Ολλανδία, την Ουγγαρία και την Πολωνία, ως προς δύο ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις κράτων θρησκευμάτων, ως προς τις πηγές του συστήματος των σχέσεων κράτων θρησκευμάτων και ως προς το νομικό καθεστώς των εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινοτήτων. Η σειρά αυτή διαλέξεων αποτελεί μόνο ένα έναυσμα για περαιτέρω συνέχιση της διερεύνησης των σχέσεων κράτων θρησκευμάτων όχι μόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη αλλά και ευρύτερα. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.