1/8 ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ «Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ» /

: Σας καλωσορίζω, η σειρά των μαθημάτων αυτήν συζητήσαμε με τον Λεωνίδα να είναι Αλέξανδρος και Καβάθης, που είναι περίπου οι δύο τομείς στους οποίους κατά κύριο λόγο έχω ασχοληθεί εγώ και ο αδερφός μου και ο πατέρας μου τα τελευταία 25 χρόνια. Το λέω και δεν το πιστεύω του ίδιου. Μόνο σκέφτηκα να τ...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Γλώσσα:el
Είδος:Ακαδημαϊκές/Επιστημονικές εκδηλώσεις
Συλλογή: /
Ημερομηνία έκδοσης: ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ 2017
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:https://www.youtube.com/watch?v=UAi_wMKXtJ8&list=PL4ir5o_3uDPuiZAqGSrYhL_SjmPP3SYtF
Απομαγνητοφώνηση
: Σας καλωσορίζω, η σειρά των μαθημάτων αυτήν συζητήσαμε με τον Λεωνίδα να είναι Αλέξανδρος και Καβάθης, που είναι περίπου οι δύο τομείς στους οποίους κατά κύριο λόγο έχω ασχοληθεί εγώ και ο αδερφός μου και ο πατέρας μου τα τελευταία 25 χρόνια. Το λέω και δεν το πιστεύω του ίδιου. Μόνο σκέφτηκα να το συνδυάσουμε. Για να καταλάβει κανείς Καβάθης πρέπει να ξέρει τον Αλέξανδρο, την Αλεξανδρινή εποχή, την εποχή των Διατόχων και των Επιγόνων και να μπορέσει να καταλάβει το σκηνικό. Χωρίς το σκηνικό, επειδή ο Καβάθης στείνει ένα θέατο σε κάθε επιτήμα και προϋποθέτει ότι εσύ το γνωρίζεις και μάλιστα του αρέσει να μιλάει κρυπτικά, σαν να τα ξέρουμε όλοι, ενώ δεν τα ξέρουμε όλοι, σε ένα μικρό κόσμο που τάχα όλοι γνωριζόμαστε, μας βάζει από ένα τάφυρο ξαφνικά, τα λέει όλα απότομα, υποτίθετο ότι εσύ πρέπει να τα ξέρεις και αυτός σε περιμένει στην έξοδο για να γελάσετε μαζί ή να κλάψετε ανάλογα με το ποιήμα ή με τη διάθεσή του. Αν όμως δεν ξέρεις πρόσωπα και πράγματα, καλή ώρα όπως εγώ δεν ξέρω για κανέναν από εσάς, μένεις και κοιτάς και λες αυτός ο κύριος, αυτή η κυρία είναι ο σοβαρός, είναι η σοβαρή, είναι η γκρινιάρα, είναι ο θυμωμένος, είναι ο πάρα πολύ τυπικός, δεν ξέρεις. Σκέφτηκα λοιπόν το εξής, τα δύο πρώτα κομμάτια που θα κάνουμε θα έχουν πολύ λίγο καβάφι και περισσότερο την εποχή. Αλέξανδρο σήμερα και εποχή των διαδόχων και τι δημιούργησε ο κόσμος του Αλέξανδρου το επόμενο μάθημα. Μετά αφού θα έχουμε μπει στην εποχή και θα σας έχω δώσει τα κλειδιά, δεν θα χρειάζεται για κάθε ποιήμα να εξηγώ εδώ για αυτό επιμένεις αυτό το θέμα και για αυτό κάνει τον υπερηγμό για την ελληνική γλώσσα διότι και λοιπά, θα τα έχουμε πει μία φορά. Αν κάποιος, αν κάπου πω και κάτι δεν το καταλάβετε, ναι αν είναι το θέμα της ελληνικής γλώσσας. Οπότε θα το έχουμε καταλάβει. Αλλά αναγκαστικά τα δύο πρώτα θα είναι λίγο περισσότερο σαν μάθημα ιστορίας, θα προσπαθήσω να το κάνω ελάχιστα βαρετό και τα υπόλοιπα θα είναι πιο πολύ απόλαυση της ποιήσεις. Ένα μεγάλο κομμάτι του καβάφι είναι ο Αλεξανδρυνός κόσμος. Γιατί τον παίρνει, γιατί τον οικειώνεται αυτό το κόσμο. Τον οικειώνεται αυτό το κόσμο, τον Αλεξανδρυνό, στον οποίο ουσιαστικά δεν ανήκει. Αν το πιάσουν τα δύο καβάφι, λέτε το 1850, σε μια Αλεξανδρυνό, δεν θα έχει καμία σχέση εκτός του κόσμου. Αν το πιάσουν τα δύο καβάφι, λέτε το 1850, σε μια Αλεξανδρυνό, δεν θα έχει καμία σχέση εκτός του ονόματος και της γεωγραφικής συνέχειας με τον Αλεξανδρυνό κόσμο. Τι δουλειά έχει, οι Έλληνες πήγαν στην Αλεξάνδρυνό το 1820-1840 για δουλειές κυρίως από το Αιγέο για να κάνουμε δουλειές που υπήρχαν εμπορικές, δεν είχαν καμία σχέση, ούτε με τον Μεγαλέξανδρο, ούτε με τον Σέλευκο, ούτε με τους Πτολεμαίους. Δεν είναι καν να πεις ότι οικιώνεται απλά λοιπόν ένα όνομα που λέγεται Αλεξάνδρια, την πόλη που γεννιέται και μια αχνή παράδοση ενός παρελθόντος. Τόσο ηήγα πράγματα των συνδέων κάθεται και φτιάχνει όμως μόνος του σιγά σιγά έναν ολόκληρο κόσμο. Δηλαδή παίρνει πάνω του, αναδέχεται θα λέγαμε αυτή την κληρονομιά και λέει εγώ θα στήσω μια Αλεξάνδρια. Εγώ είμαι ένας Αλεξανδρυνός. Τι σημαίνει Αλεξάνδρια και Αλεξανδρυνός? Ταξιδεύει πίσω στο χρόνο. Φτιάχνει μια δικιά του Αλεξάνδρια γιατί αν την πιάσουμε και την στύψουμε ιστορικά είναι με ένα απολύτως πιστή, αλλά κανείς δεν μπορεί να μας βεβαιώσει ότι υπήρξε αυτή η Αλεξάνδρια με αυτά τα ήθη και με αυτές τις λεπτομέρειες που ο ίδιος θέλησε να βάλει και να τις πορτώσει. Φαντάστηκε λοιπόν όπως θα μπορούσαμε εμείς να φανταστούμε τι θα ήταν εδώ. Εδώ θα ήταν το Μυκηναϊκό βασίλειο της Θήμας. Να μείνει λιβαριά, δεν είναι Θήμα. Δεν έχει σημασία αδερφέ. Εδώ θα ήταν ο Κρέοντας που θα έχει ανέβει πάντα. Τα Λέσλα δεν μοιράζει. Κάπου εδώ κοντά. Και εδώ θα ήταν το Άρμαντι. Και ξέρετε αυτός ο Κρέοντας ήταν πάρα πολύ σκληρός. Δεν το λέει αυτό ο ιδικός μύθος. Τι σε νοιάζει. Άμα εγώ τη φτιάξω σωστή τη σκηνοθεσία, τι σε νοιάζει. Φτιάχνει λοιπόν μια σκηνοθεσία, η οποία προϋποθέτει τη γνώση των μύθων. Εγώ είπα Κρέοντα, άμα κάποιος δεν έχει διαβάσει καθόλου αρχαία ελληνική λογοτεχνία, ποιος ήταν ο κύριος μου. Τώρα που σας το είπα όμως και το θυμόμαστε λίγο από το σχολείο Α, Α, ναι, θα μπορούσαμε να στήσουμε μια τέτοια ιστορία. Στήνει λοιπόν έναν ολόκληρο κόσμο, που βάζει κατοπτρικά τα δικά του συναισθήματα, αυτά που αυτόν τον απασχολούν, οι υπαρξιακές αγωνίες που ο Καδάφης έχει του 1850 και τις προβάλλει σε μία αρχαία Αλεξάνδρια. Υπήρχαν αγρέσια συχείες στην αρχαία Αλεξάνδρια, δεν θα το μάθω ποτέ. Παίζει καλά, η σκηνοθεσία είναι καλή, είναι πιστά τα σκηνικά, είναι απολύτως πιστά. Όσο το ψάσουμε από άποψη ιστορική, δεν έχει το παραμικρό λάθος. Δεν μπορούμε να του βρούμε, ναι, ξέρεις, ενώ μας μίλαγες για μικυναϊκά νάκτωρα στη Θήβα, έχεις βάλει κάσας αλουμινείο. Όχι, είναι τέλειος. Έχει μελετήσει πολύ καλά το θέμα του, παρότι δεν ήταν ο άνθρωπος ούτε φιλόλογος, ούτε ιστορικός, ούτε καν πανεπιστημιακής μορφώσεως. Είχε βγάλει κάποια εμπορική σχολή με μία γενική παιδεία της εποχής, αλλά δεν ήταν ο άνθρωπος ο πανεπιστημιακός. Ωστόσο, δεν μπορούμε πουθενά να τον πιάσουμε να κάνει το παραμικρό λάθος. Θα σας έλεγα μάλιστα αντίθετα. Εάν τον διηλήσετε, θα μάθετε καλύτερα ελληνιστική ιστορία από ότι ξέρει ένας ξένος καθηγητής πανεπιστημίου. Έτσι. Άρα λοιπόν, πρώτα απ' όλα έχουμε να κάνουμε με έναν είδωνο. Δεν υπάρχει η Αλεξανδύνη, η Αλεξάνδρια του Καβάφη, αυτός την έφτιαξε. Ούτε το 1880 ήταν τέτοια και με τέτοιους προβληματισμούς η Αλεξάνδρια με τους φελάχους ή με τους Έλληνες εμπόρους που εισχολούνται με βαμβακοπαραγωγή ή με εμπόριο. Δεν είχαν τις αγωνίες του Καβάφη ούτε η αρχαία Αλεξάνδρια. Πρέπει όμως να δούμε, να μάθουμε εμείς η ιστορία για να λίγο να την ψάξουμε και να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε τα κλειδιά με τα οποία θα δουλέψει την πίεση του. Πάμε λοιπόν στον Αλέξανδρο πρώτα-πρώτα. Να ξεκαθαρίσουμε ότι φορτώνουμε στον Αλέξανδρο μια ιστορία 300 ετών. Ο κακομείος Αλέξανδρος 10 χρόνια πρόλαβε, όλα και όλα, να ζήσει και να εκστρατεύσει. Δημιούργησε όμως έναν καινούργιο κόσμο ολόκληρο ο οποίος έζησε 300 χρόνια, τελειώνει συμβολικά στο μυαλό σας για να τόχετε στην κλεοπάτρα με το μύτο το τεράστιο η οποία είναι το 30 π.Χ. Άρα από το 320 που πεθαίνει ο κακομείος ο μεγας Αλέξανδρος μέχρι το 30 έχουμε ακριβώς 300 χρονάκια. Αυτά δεν μπορούμε να τα χρεώσουμε όλα του Αλέξανδρου, να πούμε ξέρεις αυτό που έγινε πολιτιστικά το έκανε Αλέξανδρος. Αλλά αυτός άνοιξε την κατάκτηση, άρα καρπόθηκε να το πούμε έτσι την αρχή. Επομένως να έχουμε πάντα στο μυαλό μας ότι πολλά κάναν και οι διάδοχοι, πολλά κάναν και οι επόμενοι άνθρωποι που ήρθαν επί 300 χρόνια. Μπορεί να ήταν πιο ανήκανοι, μπορεί να τσαχωνόντουσαν μεταξύ τους σαν τα σκυλιά, αλλά κάναν μεγάλα πράγματα. Η εποχή αυτή δεν είχε μόνο τον Αλέξανδρο, είχε πρώτο και κατακοηφή τον Αλέξανδρο. Ωστόσο λειτούργησε ο πολιτισμός αυτός που τον πήγαμε μέχρι την Ινδία επί 300 χρόνια. Στην Ινδία κιόλας λειτούργησε και άλλα 50 με 80 χρόνια. Οι τελευταίοι Έλληνες που σβήνουν στα βασίλια της Βαρκτριανής είναι το 50 και το 80 μετά Χριστόν. Θα μπορούσαν να ακούν και 400 χρόνια ότι πατήσαμε. Πάμε να το δούμε λοιπόν. Πρώτα πρώτα, Αλέξανδρος. Ανάλογα περίπου με την πολιτική θέση καθενός, υπάρχει και ένας διαφορετικός Αλέξανδρος. Ακούσαμε για το σφαγέα των λαών, ακούσαμε για οτιδήποτε, ακούσαμε υπερεθνικόφρονες να λένε ότι είναι με το σπαθί στο χέρι και μας οδηγεί. Όλα αυτά είναι σημερινά, δηλαδή μόνο σήμερα ένας μαρξιστάκος της τρίτης κατηγορίας, γιατί δεν είναι καν ούτε πρώτος ούτε δεύτερης, τόλμησε να πει ότι ο Αλέξανδρος δεν ήταν τίποτα άλλο παρασφαγέας των λαών. Όχι. Οι αρνητικές κρίσεις για τον Μέγα Αλέξανδρο ήταν στην ιστορία από την ώρα που ήταν ακόμα ζωντανός. Όπως και σε κάθε μεγάλο φαινόμενο, κάθε μεγάλο πολιτικό άνθρωπο, θέλετε βάλετε εσείς τις τα δικά μας μεγέθη από τον πιο σημαντικότος πολιτικός, ο Βενιζέλος. Μάλιστα, από την ώρα που υπάρχει ο Βενιζέλος θα υπάρχουν και κάποιοι που θα λένε ότι είναι ο καταστροφέας της Ελλάδος. Αυτός έφερε τον εθνικό αδικασμό, να μην έξω να λέω, τώρα κατεβάλλουμε μια κατηγορία. Και οι άλλοι που θα λένε, αν δεν ήταν αυτός, αυτός έκανε την Ελλάδα τον Πέντε Θαλασσό. Όχι. Το ίδιο συνέβη και με τον Μεγαλέξανδρο. Ζώντος ακόμα με τον Μεγάλο Αλέξανδρο, υπήρχαν εχθροί του θανάσιμοι, τάξεις ολόκληρες ανθρώπων, οι οποίες δεν κάναν τίποτα άλλο από το να αμαυρώνουν με γραφτά ή με κείμενα ή με λόγια ή με οτιδήποτε τις πράξεις τους. Θα πεις καλά, ρε παιδιά, υπήρξε ένας άνθρωπος ο οποίος πήγε από την Μακεδονία μέχρι την Ινδία και βρέθηκε κάποιος να του πει, να τον ψέξει κιόλας. Φυσικά, φυσικά. Το πιο απλό παράδειγμα, είχε από τον ίδιο τον Αριστοτέλη, κουβαλιμένο μαζί του, του που Αριστοτέλης πριν του φύγει, δεν θα πάρεις έναν καλό δημοσιογράφο να γράψει, όπως σας το λέω, δημοσιογράφω, να γράψει την ιστορία, την δικιά της, θα πας χωρίς ιστοριωγράφο, θα σου δώσω τον ανιψιό μου και του δίνει τον ανιψιό του, τον Καλισσένι, ο οποίος ήταν και φιλόσοπος κιόλας και μεγάλο μυαλό του κυρίου, μεγάλη πένα. Όσο πήγαινα στην εκστρατεία ο Καλισσένις έγραφε και μάλιστα θούριους για τον Μέγα Αλέξανδο, θούριους δηλαδή ότι είναι σχεδόν μοιάζει με τον Θεό, τον εμφάνιζε σαν ομηρικό ήρωα, σαν τον Αχιλέα κλπ, μας σώζονται από σπάσματα μικρά από την ιστορία του Καλισσένιου. Όσο περνάγανε και προχωράγανε και πήγαιναν προς Ινδία, κάπου άρχισε ο Καλισσένις λίγο να τυπζωνίζει με τον εαυτό του, λίγο να τυπζωνίζει με τους νεαρούς οι οποίοι ακολουθούσαν το σπρατό και είχαν αρχίσει να ψιλοαγανακτούν που μας πάει τώρα, λίγο να συντάσσεται με κάποιους παλιούς Μακεδόνες αξιωματικούς οι οποίοι ήταν στο στυλ σαν πολύ τους παδέχεται ο Αλέξανδρος τους ξένους, τους Πέρσες και τους υποταγμένους σαν ίσους μαζί μας και δεν μπορούμε να είμαστε ίσοι. Εγώ σου κόψα το κεφάλι εσένα, δεν μπορώ τον αδερφό σου που επέζησε να τον δεχθώ και να είναι κι αυτός στρατηγός και να είμαι κι εγώ στρατηγός, δεν γίνεται να είμαστε από του ίσου και να χαιρετάς εσύ το βασιλιά μου. Και άρχισε μια αγανάκτηση της παλιάς φρουράς η οποία εκφράστηκε αν τα θυμάστε καθόλου με το επεισόδιο του Κλήτου όπως και με το επεισόδιο του Φιλώτα. Ξαφνικά βρέθηκαν λοιπόν κάποιοι τύποι που βγήκαν μπροστά και είπαν και ήταν αδερφικοί του Φίλου και ο Κλήτος και ο Φιλώτας ότι σιγά ρε Αλέξανδρο μη μας παριστάνεις ότι εσύ τα έκανες όλα. Αν δεν ήμουνα εγώ να σηκώσω το χέρι να σε σώσω στο γρανικό ο Κλήτος θα σε είχανε φάει και εσύ κάπου παριστάνεις ότι μόνος τα έκανες. Πού ήρθες εδώ στην Ινδία μόνος σου εμείς οι Μακεδόνες δεν μετράμε. Α είναι το γνωστό ότι σκοτωθείτε να δοξαστούμε. Φυσικά δεν σηκώνει να είσαι δίπλα σε μια τέτοια προσωπικότητα και να παριστάνεις ότι είσαι και εσύ πρόσωπο. Σε αυτές τις προσωπικότητες είσαι δίπλα τους ή δεν είσαι καθόλου. Καλησταίνεις λοιπόν που πήρε αυτό και άρχισε να γίνει το εκφαστής της δημοκρατίας και της ελευθερίας της γνώμης και να ψιλολέει σε διάφορους νεαρούς που το ρωτούσανε πως θα κάνει κανείς το καλύτερο αν σκοτώσεις τον ανώτερο. Τι υπονοείς δηλαδή ότι θα κάνεις το καλύτερο άρα το ελευθερότερο αν σκοτώσεις εσύ τον ανώτερο και γίνεις εσύ ανώτερα. Πού το πας. Δεν σας καθόλου λογώ. Βρέθηκε μπλεγμένος σε μία συνομωσία. Λάθος ή σωστό δεν θα κάτσουμε να το κρίνουμε. Είναι μεγάλο θέμα. Έκανε κάποιες μικροανέδειες. Του στείλει να θέλει ο Μέγας Αλέξανδρος να επιβάλλει έναν καινούριο τυπικό της προσκίνησης και του βέβαια δεν μπορεί να είμαι βασιλιάς. Ο παλιός μου φίλος να μπαίνει και να μου λέει τι κάνεις ρε Μπάμπι και να μου τυπάει την πλάτη και ο καινούριος μου υπουργός να λέει βασιλεύ δε γίνεται ή θα πω για όλους ότι όταν είμαι εδώ μέσα στην εταιρεία μπορεί να γνωριζόμαστε 20 χρόνια και εδώ που θα είμαστε στην εταιρεία θα με λες κύριε Πρόεδρε. Δεν μπορώ να με λες Μπάμπι γιατί δηλαδή θα ξυπνήσει ο άλλος και θα μου λέει κι αυτό είναι Μπάμπι. Ή θα αντιμετωπιδούν θέματα. Εδώ μέσα είναι πρόεδρος που αν θα φάμε ζουγλάκια το βράδυ, θα φάμε ζουγλάκια το βράδυ. Αποφάσισε λοιπόν ο Αλέξανδρος να φτιάξει ένα ενιαίο τυπικό και τους είπε όσοι μπαίνετε θα κάνετε ένα χαιρετισμό ο οποίος θα είναι περίπου φανταστείτε τον σαν τον αραδικό σημερινό που κάνουμε αυτό το σαλά μαλέκου και κατόπιθα αρχίστε να σας φιλήσω, θα σας δίνω ένα φιλί. Στο ελληνικό τυπικό ούτε το φιλί υπήρχε, ήταν πεσικό των αφυλάς τους ομοίου σου όπως φιλιόμαστε σαν άντρες ένα φιλί του αέρα. Ούτε βέβαια υπήρχε αυτό και μάλιστα αυτή η κίνηση, ειδικά η κίνηση αυτή ακριβώς, το δάφτυλο αντίχειας κάτω από το σαγόνι, ήταν η κίνηση της προσευχής στους αρχαίους Έλληνες. Είναι μαρτυρημένο και από εικονογραφία αρχαία αυτή, δηλαδή αυτό που βάζουν τα παιδάκια να κοιμηθούν το βράδυ και τους λέμε θα κάνεις έτσι και θα κάνεις προσευχή, αυτή η κίνηση ακριβώς με το ένα χέρι με τα δύο είναι η κίνηση της προσευχής στους αρχαίους. Ενώ λοιπόν που τους είπα ότι όταν θα μπαίνετε ας κάνουμε έναν τυπικό για όλους και για τους Πέρσες και για εσάς τους Μακεδόνες θα κάνετε ένα έτσι και θα αρχίσετε να σας φυλάω, αυτό οι Έλληνες θα παντήσετε, θεός είσαι και δεν προσευχόμαστε δηλαδή και ποιον φυλάμε, αυτά δεν είναι πράγματα εδώ πέρα. Κυνηγήθηκε ένα θέμα και εκεί ο Καλιστένης παρέστησε ότι τάχα θα συμμετάσχει στην αρχή και μετά πήγε να πάρει το φιλί χωρίς να έχει κάνει το χαιρετισμό. Και τον ιδιωτούν τον Αλέξανδρο που λένε όμως αυτός δεν προσκύνησε και λέει ο Αλέξανδρος απόθυσε και του είπε δε σε φυλάω και εκείνος τόλμησε να πει φεύγοντας δεν πειράζει φεύγω κατά ένα φιλί φτωχότερος. Ποιος είσαι ρε, θα κάνεις στο δικό μου το σαλόνι φιγούρα εσύ. Να μη σας τα πολυλογώ, μπλέχτηκε σε κάποια συνομοσία ή βρέθηκε μπλεγμένος και αφού τον έδειξε σε ένα χλουβί ικανονικότατα τον περιέφερε μαζί του μέχρι να πάει να δικαστεί όταν θα τελειώνει η εκστρατεία. Πέθανε στο κλουβί προτού τελειώσει η εκστρατεία. Όμως αυτός ήταν ανυψιός του Αριστοτέλη και ο Αριστοτέλης και μια ολόκληρη σχολή φιλοσόφων, την περιπατητική σχολή. Έκτοτε όλη η περιπατητική σχολή της αρχαιότητας μένονταν κατά του Αλεξάνδρου. Αρχίσαν να γράφουν θρύνους για τον Καλισθένη, όχι ο ίδιος Αριστοτέλης, η σχολή του όμως. Θρύνους για τον Καλισθένη, ότι ήταν ο τελευταίος ελεύθερος. Αρχίσαν να βρίσκουν ότι ο Αλέξανδρος έχει χάσει τον προσανατολισμό, ότι ο Αλέξανδρος έχει χάσει το μέτρο, ότι ο Αλέξανδρος είναι ομοφυλόφιλος, εμμανός και λοιπά. Υπάρχει μαρτυρία, αν ερωτάτε, από τον Θεόφραστο, μεγάλο φιλόσοφο και φυσιοδύφη, που λέει «Εμμανός Φιλόπες είναι Αλέξανδρος». Άρα δηλαδή, κύριε Ακοστολίδη, να το γράψουμε αυτό ότι ήταν αδερφή. Μην το γράψετε γιατί ήτανε κατ' εξοχήν της περιπατητικής σχολής. Και θα ακούσω κάποιον ο οποίος έχει λόγους να μένεται κατά ενός πολιτικού προσώπου. Αν ξέρατε δηλαδή ότι εμένα κάποιος πρόγονος τον έχουνε καθαρίσει οι Βενιζελικοί, τι να συζητήσετε για μένα, τι θα πω για τον Βενιζέλο, όλα θα πω τα στραβά. Είμαι αναξιόπιστη πηγή. Οπωσδήποτε αυτό που με ενδιέφερε να σας πω είναι ότι ήδη απ' την αρχαιότητα δεν αντιμετωπίστηκε ως ο καταπληκτικός ο Θεός. Ήδη από τότε άρχισε να τον γκρεμίζουν το θρύλω. Και συνέχισε και κάθε εποχή ουσιαστικά έβγαλε το δικό της Αλέξανδρο. Όταν είχαμε εποχές εθνικής ανάτασης στην Ευρώπη, που θέλαμε να ενωθούν οι χώρες, να ενωθούν τα κρατίδια της Γερμανίας, ο Αλέξανδρος έγινε σύμβολο ενότητας που κατάφερε τους Έλληνες που ήταν διασπασμένοι να τους ενώσει και να κάνει την Ελλάδα να κατακτήσει όλο τον κόσμο. Το κρυφό όνειρο κάθε Γερμανού, θα ενώσω όλα τα κρατίδια που είναι διασπασμένα και όλοι μαζί ενωμένοι υπό την προσία θα γίνουμε το μεγάλο κράτος. Εκεί ο Αλέξανδρος γίνεται ο ήρωας. Το ίδιο ήρωας γίνεται στην Αγγλία, την εποχή τη Βικτοριανή, είναι το πρόσωπο του μεγάλου ηγέτη του φωτισμένου που όλο τον κόσμο τον κατακτά, Αγγλία με τις Απικίες, διαδίδει τον πολιτισμό, τη γλώσσα, άρα ο Αλέξανδρος είναι ο δικός μας. Κατόπιν έρχονται άλλες εποχές, εποχές μιλιμαλιστικές, τελειώνει η Βικτοριανή Αγγλία, παρέρχεται η προσική μεγαλωσύνη και τα προσικά όνειρα, έρχεται ένας μιλιμαλιστικός κόσμος, η οποία τα μικρήνει όλα. Και μέσα σε αυτό το μιλιμαλιστικό κόσμο αρχίζουμε και διαβάζουμε. Μέθυσος ήταν, έπινε πάρα πολύ από όσο ξέρουμε. Να σας φέρω εγώ τις σχετικές μαρτυρίες. Και διαλέγει τις μαρτυρίες αυτές που υπάρχουν μέσα από τα αρχαία χρόνια, να δούμε πια νου είναι. Θα σας τις φέρω, θα σας λέω. Τα δε λέει ότι έπινε από το πρωί έως το βράδυ και από το βράδυ έως το πρωί. Ποιος είναι αυτό που το λέει? Ένα κάθαρμα το οποίο ραδιωγούσε στην αυλή του, ένα σκουτσοβόλις, που είχε και τέτοιοι ιστορικοί, δεν ήταν μόνο μεγάλη ιστορική του τύπου του κηδίδι, ήταν άνθρωποι που μόλις πέθανε, έτσι όμως σκέφτηκαν πως θα βγάλω λεφτά, θα γράψω ένα βιβλίο, που ήμουνα δίπλα του και του Σέρβια, θα λέω τι έγινε και θα λέω ότι έπινε και γινόταν χαμό και γυναίκες, γυναίκες, αγόρια, άντρες, ό,τι θέλεις είχε μέσα. Άρα λοιπόν πόσο αξιόπιστος είναι αυτός ο ιστορικός. Η μημαγιστική λοιπόν εποχή θέλησε να κατεβάσει τον ήρωα αυτόν στα δικά της μέτρα. Ωστόσο αυτό είναι λάθος από άλλη παιδά. Σωστό μεν να μας βοηθήσει να μη βλέπουμε μόνο οι ήρωες, μη βλέπουμε τον Βενιζέλο 30 μέτρα ψηλόλες και την Ανδρυάντας. Κι αυτός άνθρωπος ήταν πιθανότατα με μικρές μικρές φιλοδοξίες σαν τις δικές μας. Αλλά έναν μεγάλο δεν μπορείς να τον δεις κατεβάζοντάς τον στα δικά σου μέτρα. Αν δεν τον καταλάβεις ως μεγάλο, αν δεν τον καταλάβεις ότι αυτός ήταν μεγάλος και εσύ μάγκα μου είσαι μικρός, τότε δεν μπορείς να τον καταλάβεις απλώς. Απλώς προσπαθείς και εσύ να πεις μέσα στη στολή και να σε δεις στον καθέπτη σου ντυμένος μεγάλη λέξανο. Αυτός είναι Θεόφινος τατζι Μιχαήλ. Δεν είναι μεγάς αδέξανος. Ο μεγάς αδέξανος ή θα τον καταλάβουμε αυτό που ήταν, αντιλαμβανόμενο ότι εμείς ποτέ δεν θα το φτάσουμε, εγώ ο Θανάσης, εσύ ο Παναής και εσύ η ιδεωργία. Ιδάλλως δεν θα τον καταλάβεις. Με το να τον μικρήνεις δεν τον καταλαβαίνεις. Δεν είναι σε κουτί-μάτς-βόξ, δεν είναι. Επομένως ξεκαθαρίζουμε λοιπόν ότι κάθε εποχή προβάλλει έναν διαφορετικό Αλέξανδρο ανάλογα με αυτά που ζητάει, θέλει, ποθεί, μισεί, απεχθάνεται ή δεν παραδέχεται. Όταν η δικιά μας εποχή είναι μια εποχή που δεν έχει ιδανικά. Δεν μας φλογίζουν πια τα ιδανικά. Τι να ελπίσουμε στην Ελλάδα που είμαστε ρε και ποιοι δεν είμαστε, εμείς είμαστε οι πρώτοι, τσαλαπατημένοι και τσαλακωμένοι είμαστε. Στο εμείς είμαστε, ποιοι εμείς είμαστε, βρίζουν από το πρωί μέχρι το βράδυ τους διοικούντες και πιθανάτοτα τους αδερφούς μας ή τα ξαδεύτερα μας που είναι στη διοίκηση. Που είναι τα ιδανικά, ποιος έρχεται να μιλήσει για ιδανικά, ότι τι λέτε ρε, έχουμε το copy right ας πούμε μιας γλώσσας αρχαίας που είχε τα σημαντικότερα λογοτεχνικά και φιλοσοφικά έργα στον κόσμο. Ποιος έρχεται να το πει αυτό το πράγμα στο πρωί στο παιδί, να νιώσει περήφανα στο πρωί στο περίπτερο, τώρα που αγοράζει τα τσιγάρα του, γιατί εγώ μιλάω μια γλώσσα που μίλαγε κι ο Πλάτωνας. Μετέχω αυτής της παιδείας. Ποιο? Το έχουμε βάλει νουρά κάτω από τα σκέλλια και επομένως πως να τον δούμε τον Αλέξανδρο εμείς, εμείς είμαστε κιοπίδες, διλήμοι. Δεν μπορούμε να τον αντικρίσουμε, γι' αυτό τον κατεβάσαμε και είπαμε ποιο της ήτανε, αδερφή ήτανε, τον βγάλαμε να κοινιέται και στον δρόμο σε λίγο, ε δε βαριέσαι και αποδιοίκηστηκαν. Μικροί άνθρωποι μικρές κρίσεις. Πάμε να δούμε λοιπόν τι ήτανε. Σκέφτηκα στην αρχή, συγχάν τώρα με τους πόντους ανθρώπους, τους κάτσω στο σχολείο, τους αρχίσω για τις μάχες, από την άλλη μεγάς Αλέξανδρος, δίχως μάχες. Δηλαδή, είναι κι αυτό σολυγισμός. Αλλά θα το περάσω, θα θεωρήσω πως το ξέρετε. Θα θεωρήσω πως το έχετε καταλάβει και θα πω μόνο μία κουβέντα. Ήταν ο στρατηγός που δεν νικήθηκε ποτέ. Θέλω να μου βρείτε έναν δεύτερο. Ψάχνω μήπως ο Ιούλιος Κέσας νικήθηκε, μήπως ο Ναπολέων έστω και μία φορά νικήθηκε. Ψάχνω έναν στρατηγός στην παγκόσμια ιστορία, όχι που να ήτανε στρατηγός Παπάγος που καθόταν στο γραφείο, αλλά έναν στρατηγός να λυπάει σε κανένα περίοδο της μάχης και να μην νικήθηκε. Αυτός δεν νικήθηκε ποτέ. Τυχαιό, τρένομαι, λέει η κυρία φήμηση. Δηλαδή, όταν κάνεις σε μία ολόκληρη εκστρατεία, φανταστείτε ότι γίνεται μία εκστρατεία για ένα μέρος, το οποίο δεν γνωρίζετε, δεν μπορείτε να προϋπολογίσετε τίποτε. Σας λέω λοιπόν ότι θα πάμε από εδώ στο Αμπιτζάν. Δεν ξέρετε σε ποια χώρα είναι το Αμπιτζάν, δεν ξέρετε αν έχει ζέστη ή κρύο το Αμπιτζάν, δεν έχετε χάρτες για το Αμπιτζάν, δεν ξέρετε ποιοι δρόμοι πάνε στο Αμπιτζάν. Και εγώ σας λέω, ετοιμάστε μου ένα εκστρατευτικό σώμα με ό,τι χρειαστεί. Παρακαλώ οι κυρίες να ετοιμάσουν το ανάλογο φαγητό για τους ανθρώπους που θα πάμε εκδρομή, μη βάλετε εκστρατεία, είμαστε 30 άτομα και πιθανόμαστε στο Αμπιτζάν να φτάσουμε. Όταν θα με ρωτήσετε πόσες μέρες θα κάνουμε, θα σας πω δεν ξέρω. Όταν θα με ρωτήσετε θα έχουμε ψήξει, θα σας ρωτήσω δεν ξέρω, νερό να πάρουμε, δεν ξέρω αν πρέπει να πάρετε ή δεν πρέπει να πάρετε. Γιατί σκεφτείτε ότι απ' τη στιγμή που βγαίνει από τα όρια της Μικράς Ασίας, δεν υπάρχουν χάρτες, δεν υπάρχουν γνώσεις των Ελλήνων για τα μέρη εκείνα, παρά μόνο μηχιστοϊματικές. Τι έχετε ακούσει για την Ευρωπική Αφρική, κάποιοι θα έχετε διαβάσει κανένα μηχιστοϊμα και θα ξέρετε ότι κανείς ζέστηκε και έχει πολλά φύλλια. Μα νερό να πάρω, τι να σου πω, μπορεί να έχει και γάργαρα νερά, μπορεί και να μην έχει. Μα φαγητό να πάρω, τι να σου πω, μα βενζίνι θα έχει, τι να σου πω αδρομένο. Και αυτός ξεκινάει να πάει με 30 χιλιάδες ανθρώπους με ζώα τα οποία αν δεν φάνε ψωφάνε. Δεν είναι να σου πω κάτσε και περίμενε μωρέ θα βρούμε αύριο φαγητό, θα βρούμε αύριο νερό αγάντα, το ζώο ψωφάει. Αν δεν ξέρεις λοιπόν εσύ μπροστά σου τι γίνεται και πως να το ξέρεις, ποιον να ρωτήσεις, τον εχθρό. Για πες μου πέρσι που σου έκοξα το κεφάλι μόλις χθες μπροστά τι θα βρω άμμο, θα έχει για τα ζωάκια μου να φάνε. Και τους πάει 30 χιλιάδες ανθρώπους και νικάει μέχρι την Ινδία. Εμείς είναι μια εκδρομία να φτιάξουμε, σκοτωνόμαστε και δεν μπορούμε. Και φυσικά έχουν αποτύχει οι επιστοίμονες για να γελάσουν, εδώ μια μικρή υποσημείωση. Οι Αμερικανοί επιστοίμονες όταν αναλύουν τα logistics που λένε του Αλεξάνδρου, κάθονται και σκέφτονται, ένα μουλάρι επιτρέπεται να κουβαλάει τόσα κιλά, εφόσον όμως πρέπει να κουβαλάει το φαγητό του και εφόσον τρώει τρία με τέσσερα κιλά φαγητό την ημέρα και αντίστοιχο νερό, έχουν υπολογίσει ότι ένα μουλάρι δεν μπορεί να περπατήσει πάνω από έξι μέρες, δηλαδή δεν μπορεί να κλείσει εβδομάδα και θα έχει φάει και θα έχει πιει όλα όσα μπορεί να κουβαλήσει. Αντίστοιχα ο άνθρωπος έχει πολύ μικρότερη δυνατότητα κουβαλήματος, άρα λένε δεν μπορεί κανένα εκστρατευτικό σώμα να διασχίσει πάνω από έξι μέρες χωρίς τροφή και νερό. Μόνο που βγαίνουν πορείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου που έχουν 20 μέρες και τις έχει κάνει. Και ο Αμερικανός με βάση τα στοιχεία τόσο λέει επιμελητεία ότι πρέπει να φορτώσω το μουλάρι, τόσο να πάει, τόσο να υπολογίσω, δεν του βγαίνει να προχωρήσει το μουλάρι. Κανονικά θα πρέπει να έχει ψωφίσει. Και γελάμε εκεί για το πώς έγιναν. Γιατί απλώς δεν έγιναν από την τσόκα του γραφείου, έγιναν από κάποιο μυαλό και από κάποιους ανθρώπους που φτάσανε με την ινδία, όχι από επιστοίμονες σαν και εμένα του γραφείου. Πάμε να δούμε όμως... Άρα λοιπόν βάλτε στο μυαλό σας ότι αυτός της μίκησε όλες τις μάχες και είχε και ένα μόνο στρατίγημα. Μόνο ένα θα σας δώσω. Το στρατίγημά του ήταν ότι κάθε θέση αμυντική αποκλείεται. Μόνο επίθεση. Ο Μέγας Αλέξανδρος σαν ιδέα στρατηγική, εάν αναλύσεις όλες του τις μάχες και όλες του τις στρατηγικές σκηνήσεις, έχει ένα ας το πούμε παρονομαστή. Μόνο επίθεση. Θεωρεί ότι η άμυνα είναι απολύτως καταδικασμένη. Δεν μπορείς ποτέ να νικήσεις με άμυνα, έτσι λέει. Δεν γίνεται. Με άμυνα δεν μπορείς να νικήσεις. Κι αυτό και ποτέ δεν διάλεξε έναν ταβούρι να κάνει άμυνα στον εχθρό. Είχε πάρα πολύ καλές θέσεις πιασμένες ο εχθρός. Είχε τα στενά των τεμπών, ας πούμε, λέμε και περίμεναν πρώτα. Μόνον επίθεση. Μα θα τους χάσεις όλους. Ας τους χάσω. Θα τους χάσω, αλλά αν περάσει ένας θα περάσει. Ενώ με το να αμυνθώ εδώ έναντιόλων τον άλλον, δεν πρόκειται να κερδίσω να πάω μπροστά. Το ίδιο και στην Τύρο, το ίδιο και στα στενά που πήγε για την Βερσέπολη, το ίδιο και στην Ινδία σε κάποια απόρθυτα μέρη, που μας περιγράφει ο Αριανός και που είναι αδύνατο, λέει, να καταλυφθεί. Τελείωσε. Θα το γεφυρώσετε και θα περάσετε. Δεν υπάρχει άμυνα. Θα σε περιμένω. Δεν θα σε περιμένω. Εγώ θα επιτεθώ. Όσο και αποστήσει. Και βγήκε. Επομένως, το έχουμε ένα το κρατουμένο, ότι αυτός νίκησε, αποδόησα με την Ινδία συνεχώς. Σαν να παίζετε χαρτιά και να σας βγεί 20 φορές φλός Λουαγιάς στη συνέχεια. Ε, τάξει. Ε, τάξει, ρε παιδιά. Τι άλλο. Το χάσαμε το παιχνίδι. Άμα εσένα σου καίνει 20 φορές, δεν μπορούμε να πούμε αλέξεις από τον άνθρωπο. Πάμε, λοιπόν, να δούμε. Και αυτό με ενδιαφέρει περισσότερο. Ο Αλέξανδρος, ο Καβάφης, μία νίξη μόνα έχει και θα τη διαβάσουμε σήμερα. Ο Αλέξανδρος στήνει έναν ολόκληρο πολιτισμό. Και ο πολιτισμός αυτός θα πρέπει να δούμε τα βασικά του κλειδιά. Όλα αυτά θα τα θυμάστε. Το σχολείω και τις θα κάνουμε μια απλή αναθύμηση. Πρώτα πρώτα, πρώτο και βασικό που διαφέρει από όλους τους άλλους. Και από τον δάσκαλό του τον Αριστοτέλη. Όπου έχουμε καλές πληροφορίες ότι τον συμβούλευε να φέρεται λέει στους Έλληνες ανάλογα με την αξία τους και στους Πέρσες και τους άλλους Βάρβαρους ως περ ζώης και φυτής. Όπως σε ζώα και σε φυτά να τους φέρεσαι. Αυτό είναι καταγεγραμμένο ότι αυτή ήταν η άποψη του Αριστοτέλη. Και δεν έχει και τόσο άδικο όταν ο ελληνικός πολιτισμός ήταν ένας πολιτισμός που έλεγε το γνωστό Πασμιέλην Βάρβαρος. Και Βάρβαρος σήμανε ότι εσύ δεν μετέχεις, παιδί μου, της παιδείας. Εσύ δεν ξέρεις να φοράς παπούτσια. Εσύ, παιδί μου, έχεις έρθει εδώ πέρα χωρίς να φοράς, τι να πω, ρούχα. Εσύ είσαι αγγράμματος, απολύτηστος, δεν έχεις αντίληψη τι γίνεται εδώ πέρα για ζώο. Να σε δέσω σαν σκύλο, απέξω να γαυγίζεις όταν έρχεται κάνας ξένος. Τι άλλο σε κάνει. Ο Αλέξανδρος κάνει το ίδιελος αντίθετο. Προσέξτε, είναι 25 χρονών και το κάνει. Δεν είναι καν Αριστοτέλης, 50, το να ψηφάει και κάνει το εξής. Συλλαμβάνει από πολύ νωρίς, ήδη την ώρα της εκστρατείας, ότι πώς θα το κυβερνήσεις αυτό το πράγμα εδώ που πας να στήσεις. Εδώ ξέφυγες από τη Μικρά Ασία, ξέφυγες από τη Συρία, που άντε ήταν ένας γνωστός χώρος, πένεις όλη την Αίγυπτο, που είναι ένας χώρος 20 φορές μεγαλύτερος από την Ελλάδα, προχωράς, πιάνεις την Περσέπολη, ήδη εξέναφόρο 50 φορές μεγαλύτερο από την Ελλάδα και τραβάζεις για την Ινδία, πως θα κρατηθεί. Και μόνο ούτε για στρατηγοί δεν φτάνουν, όλοι στους στρατιώτες, αν τους κάνεις στρατηγούς, δεν φτάνει να την κρατήσεις αυτήν την Εμικράτεια. Άρα θα πρέπει να συνεργαστείς. Δεν ήταν λοιπόν τόσο πολύ από χριστιανικές απόψεις, ούτε από φυλαλληλεία, τόσο πολύ αγαπούσε αυτούς που έκοβε τα κεφάλια, γιατί ο Αλέξανδρος έκοβε κεφάλια. Εγώ δεν θα γνώμουν ποτέ Αλέξανδρο, δεν μπορώ να σκοτώσω την μυρμήγη. Εκείνος έκοβε κεφάλια, είχε το όραμα και μπορούσε να κόβει και κεφάλια. Για ποιος δεν το αποδέχεται από σας, είναι ώρα να φεύγει. Δεν θα γίνεται μεγάλη Αλέξανδρο. Πάρτε με το σταυρό στο χέρι. Είμαι κι εγώ με το σταυρό στο χέρι, όπως είπα και την κατσαρίδα ακόμα, ζωρίζομαι να την πατήσω. Εκείνος όμως ήξερε ότι κατάκτηση θέλει μαχαίρι και κόψιμο κεφαλιού. Δεν το συζητούσε ότι είχε ενοχές. Αν είχε ενοχές θα γινόταν Χριστός. Αυτός έγινε μεγάς Αλέξανδρος. Αποφασίζει όμως από πάρα πολύ νωρίς, ήδη από το ξεκίνημα της εκστρατείας, ότι εδώ θα το στήσουμε με ίσα δικαιώματα. Ήδη από τον πρώτο χρόνο, όπου πάει τι κάνει. Εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι αυτό που λένε ήταν σφαγείας των λαών. Ποιών λαών? Των Περσών. Οι Πέρσες ήταν τη σκληρότερη αυτοκρατορία, η πιο καταπιεστική, η οποία είχε καταλάβει όλες τις προηγούμενες χώρες, αλλά δεν τη θυμάστε καλά την ιστορία. Την ιστορία του Κρύσου με τον Κύρο που τον έκαψε τον Κακομείρη, τον Κρύσο παραλίγο αν δεν τον έσωζε ο Σόλωνας με τις εξυπνάδες που του είχε πει. Ο Κύρος αυτός ήταν ο μεγάλος βασιλιάς των Περσών, ο οποίος έπαιρνε μία-μία τις ηγεμονίες της Μικράς Ασίας και τους έκοβε τα κεφάλια. Και ήταν οι ίδιοι οι Πέρσες που είχαν πάρει όλες μας τις πόλεις της Μικράς Ασίας, Αμίλιτο, Αλικανάσσο, Έφεσο και τους έλεγε, εσύ είσαι σε εμένα πιστός και θα έρθουν εδώ δυο-τρεις δικοί μου σμπίρι να κάνουνε κουμάντο ή θα κόψω κεφάλια. Άρα λοιπόν οι Πέρσες ήταν οι μεγάλοι καταπιεστές. Τι κάνει λοιπόν ο Αλέξανδρος, όταν ξεκινάει την αντιπερσική του εκστρατεία, ποιο λαό βρίσκει, οποιαδήποτε κουλτούρα βρίσκει, την ξανασηκώνει από πεθαμένη. Πηγαίνει και λέει, τι είστε εσείς εδώ, Λιβύ, ωραία. Τι κουλτούρα έχετε, τι θρησκεία έχετε, τι δικά σας θέσμια έχετε και ποιοι είναι οι δικοί σας αρχηγοί, η παραδοσιακή οικογένεια που κάνει εδώ κουμάντο από 300 χρόνια, εσύ παιδί μου, εσύ είσαι ανεξούδι του παλιού του κρίσιου. Εσύ τώρα ξαναλαμβάνεις. Ποια ήταν τα θέσμιά σας τα παλιά, αυτά. Ή πληρώνατε επιπερσόν, πληρώναμε τόσα. Αυτά μόνο θα πληρώνετε, εγώ συνεχίζω και σας αφήνω αυτονόμους. Μόνο μη μου κάνετε επαναστάσεις. Άμα κάνετε επαναστάσεις, γυρνάω, κόβω το κεφάλι τους και βάζω ένα Μακεδόνα δικό μου. Έκανε λοιπόν αυτό το πράγμα σε όλη την Μικραλασσία. Και έκανε σίγουρα όλους τους ανθρώπους στην παλιά τους ελευθερία. Ο Κάρας, ο Λειδός, ο Καπαδόκης, ο Μέσα από την Καραμανία, ο Σύριος. Εστανότανε, κάτσε, εδώ εμείς παλιά είχαμε μια αυτονομία, ήρθε ο Πέσης και μας την πήρε και μας επέβαλε τα δικά του και σα τράπες. Και ο Αλέξανδρος έρθε εδώ και μας λέει, τι είχατε αυτό που είχατε παλιά, πληρώνετε απλώς το φόρο και είμαστε μια χαρά. Γιατί να μην είμαι με τον Αλέξανδρο. Άρα, πόσο καταπιεστείς και σφαγέας του να όλοι. Σφαγέας του καταπιεστείς. Πάμε να το δούμε, να το προχωρήσουμε. Όσο προχωράγε, λοιπόν, καταλάβανε όμως ότι ούτε χωρίς Πέσες δεν μπορούν να κάνουν. Πώς θα το διοικήσει ο κράτος. Αυτοί έχουνε στήσει τη διοίκηση. Αυτοί έχουνε τους δρόμους. Αυτοί έχουν τα ταχυδρομεία. Αυτοί έχουν τα υπουργεία και ξέρουν πώς δουλεύει αυτή απέραν την αυτοκρατορία. Δεν είναι τυχαίο που αναφέρω ταχυδρομεία, δρόμους, επικοινωνίες, οργάνωση, διοίκηση. Χρειάζονται υπαλλήλους. Αυτό το κράτος χρειάζεται έναν υπάλληλο για να διοικηθεί. Δεν μπορώ να ξαναστήσω εγώ ένα σύστημα. Άρα, θα πρέπει εσένα, τον Βέρσι, να σε φέρω σε επίγνωση και να δουλέψεις εδώ για μένα. Ξεχνώντας αν εγώ σου έκοψα το κεφάλι του βασιλιά σου. Το κόψα το κεφάλι μου. Και τώρα εγώ βασιλιάς. Πάμε παρακάτω. Εσύ θέλεις να γίνεις αντάτης στα βουνά ή θες να δουλέψεις εδώ υπάλληλος. Θες υπάλληλος. Πιάσε θέση παιδί μου. Μα με λένε οξυδράκι. Πιάσε θέση. Δεν με νοιάζει παιδί μου πώς σε λένε. Αλλά δεν κόβω κεφάλια. Δεν φτιάχνω μόνο δικούς μου στη διοίκηση γιατί δεν έχω δικούς μου. Επομένως βλέπουμε μια μίξη και αποδοχή του άλλου, του ξένου, μέχρι το κόκκαλο. Αυτή θα ταιρύνει μέχρι τα χρόνια νεομεγαλών. Δηλαδή όσο περνάν τα χρόνια βλέπουμε διαπιστωμένα και από πολύ εύρολωτες μαντηρίες αρχαιολογικές, ότι ο κόσμος αυτός δούλεψε σταθότατα κράσπεδα μαζί. Παρένθεση εδώ και θα κλείσω με αυτό το πρώτο που λέγεται μίξη. Δηλαδή μαζί θα είμαστε εδώ όλοι μαζί και από του Ιησού. Δεν έχει εγώ είμαι καλύτερος επειδή είμαι η δυνατή μου. Στα σύνορα του Τατσικιστάνου επάνω με την Βοσία, ανακαλύθηκε μια πόλη που δεν ξέρουμε το όνομά της, αρχαία ελληνική, Απικία, σε ένα χωριό που λέγεται Αλχανούμου. Αυτή ανακαλύθηκε το 1975 από γάλλους αρχαιολόγους. Κάνανε ανασκαφές, δυστυχώς όμως λίγα χρόνια μετά, έπεσε το θέμα του Οργανισθάνου Βασιλιάς, του Οργανισθάν Ανετράπη, ήρθανε οι ιστορίες με τους Ρώσους, μπήκανε μέσα οι Ρώσοι, οι Γάλλοι ψηκωθήκαν και φύγανε άρον άρον. Μετά ήρθαν οι Ταλιμπάν, διέλησαν τα πάντα από τον αρχαιολογικό χώρο που είχαν. Ευτυχώς τουλάχιστον έχουμε τους τόμους γιατί τα πράγματα στο Μουσείο της Καμπούλ διαλύθηκαν όλα, εξαφανίστηκαν, πουλήθηκαν στις αγορές και πάνω αυτά και φύγανε. Βρήκαν λοιπόν εκεί μια πόλη, η οποία είναι απολύτως ελληνική ως προς την πολιοδομία. Κρατήστε τη λέξη πολιοδομία, τη θέλω και για μετά. Δηλαδή, δρόμοι εθείς. Εγώ δεν στείνω εδώ χωριουδάκι με τη Στάνη σου και δίπλα το Μαντρίτις. Όχι, εδώ θα στήσουμε μια οργανωμένη πόλη που θα έχει ίσιους δρόμους, όμιες νησίδες, άλλο χώρο για την αγορά και άλλο χώρο για τις κατοικίες, άλλους χώρους για τους ναούς. Θα είναι τοποθετημένα ορθολογικά. Ο Έλληνας λοιπόν χτίζει πόλεις οι οποίες έχουν σχέδι πολιοδομία. Δεν είναι όπου βρεθεί ο καθένας χτίζει και ο ένας πάνω στον διπλανού και δεν έχουμε δρόμο ανάμεσα. Όχι, θα έχεις υποχρεωτικά δρόμο και μάλιστα θα σκεφτώ ποια κατεύθυνση πρέπει να έχει ο δρόμος. Δεν θα είναι τυχαίο να μην το αναλύσουμε για να φτάσουμε σε 20 ώρες και να το έχουμε τελειώσει. Βρίσκουν λοιπόν πόλοι οι οποίοι έχει μέσα ναούς τοπικής θρησκείας, ανατολικής και δίπλα ναούς ελληνικούς. Βρίσκουν οι πόλοι αυτοί στο αυγλισδάν να έχει θέατρο 5.000 θέσεων. Για να έχει θέατρο 5.000 θέσεων πρέπει να μαζευτούν 5.000 άνθρωποι σε παράσταση. Απάντηση δικιά σας. Σώπα ρε, μπορεί να παίζει έναν καραγκιόζι εκεί πέρα, σιγά μην ξέρανε. Ανακαλύπτεται τυχαία, δεν σώζεται, διότι δεν μπορεί να διατηρηθεί ο πάπιος σε συνθήκες συγκρασίας, μα σώθηκε όμως τυχαία κάποιοι βόλοι χώματος οι οποίοι διέκριναν οι εργάτες, θα σας αναγραφήσω ότι είχαν μία λευκή χαραμάδα ή μία λευκή γραμμή. Όταν τους ανοίξαν αυτό ήταν το σημείο όπου ήταν το χώμα και είχε ένα κομμάτι παπίου. Ο πάπιος δεν υπήρχε πια. Φυσικός όμως είχε μείνει τα ύχνη του μελανιού πάνω στο χώμα. Από τα οποία διάβασαν κατοπτρικά το κείμενο που υπήρχε. Τα κείμενα που βρέθηκαν ήταν μία πραγματεία αριστοτελική, όχι του ίδιου το Αριστοτέλια, αλλά της σχολής του. Και τα άλλα κείμενα που βρέθηκαν, εντελώς τεχαία μόνο αυτά διατηρήσαμε, ήταν στίχοι του Ευρυπίδη, τους οποίους τους αναγνωρίσαμε από μετρικούς λόγους και από λέξα. Άρα κάποιος είχε πάρει ένα χειρόγραφο από την Ελλάδα, το έβαλε στο άλογο και κλείπη τη κλότ, και το αυγανισθάντηκε και το ακούπησε εκεί για να παίζεται Ευρυπίδης, Ευρυπίδης πεζόντας το θέας. Δεν παίζουν καρυμπιόρισο. Άρα λοιπόν κουβαλίσαμε την κουλτούρα μας, απλά τα λέω, αν θέλετε και λίγο χειρεία μυθική κουλτούρα αντί πολιτισμό και καλλιέργεια, μέχρι το Αυγανισθάνο. Καλά κυρίε, λογικό μας τα πέστα. Πάντε πάλι, τον ίδιο εξάψαντο της σπουδαίως των ομέγας Αλέξανδρος. Τα ονόματα των υπαλλήλων που μας έχουν σωθεί. Μέσα εκεί βρήκαμε πάρα πολλά σπασμένα σταμμιά, που κυρίως είχαν επάνω ή το όνομα του κατασκευαστή του κρασιού, ή τα ονόματα των ελεγκτών. Γιατί κάποιος ηλέγχει ότι μπήκε στην αποθήκη αυτό, το υπέγραψα εγώ υπάλληλος. Βγήκε αυτό, το υπέγραψα εγώ. Όπως μαζέψαμε τα ονόματα, τα μισά τουλάχιστον ονόματα είναι βαρβαρικά. Θυμάμαι απ' έξω, τώρα αμαγνίξω τον Αλέξανδρο από το δικό μας, κάπου τα έχω γραμμές, ο Ξιβοάκης, το δεμελινικό όνομα. Και δίπλα, εντελώς μακεδονικά. Άρα οι υπάλληλοι ήταν οι μισοί Πέρσες και οι μισοί Ελληνες. Δεν ενδιαφέρει αν είσαι Πέρσες, Αυγανός. Κάτσε εκεί και κάτσε να γράφεις το κατάλογο και εγώ δεν έχω πρόβλημα. Στην ίδια πόλη βρήκαμε γυμνάσιο. Λογικό, Έλληνας θα μη φτιάξει και ένα γυμναστήριο, έτσι. Και εκεί βρήκαμε και μια στήλη που είχε τα δελφικά παραγγέλματα, όλα τα ρητά των σωθών, και είχε μια σημείωση και έλεγε ότι ο κλέαρχος εγώ τα έφερα από τους δελφούς. Κάποιος ταξίδεψε, πήγε στους δελφούς, τα είδε, τα αντέγραψε και πήγε να τα στήσει στο γυμνάσιο, να τα βλέπουν τα παιδιά που τρέχουν και ρίχνουν το ακόντιο και συναγωνίζονται. Αλλά μέσα σε αυτή την πόλη δεν την κάναμε στρατιωτική απεικία, αλλά Άγγλους στην Ινδία, εδώ στα Μπαγκαλόους των Αξιωματικών και από εκεί εσείς. Ανοίξαμε μια πόλη, φτιάξαμε δόμους και σπίτια, χτίσαμε θέατρο. Τι ναό θέλεις εσύ, της Αστάρτης, εδώ και ο ναός της Αστάρτης, αγορά, πουλάς εσύ μανιτάρια. Έλα εδώ δεν με ενδιαφέρει αν είσαι οξιανός ή οτιδήποτε άλλο. Έλα εδώ και εσύ, εδώ θέατρο δικό μας, κάνε και εσύ ό,τι άλλο θέλεις, θα ζήσουμε μαζί. Αυτό δεν το έκανε κανένας άλλος από κοιοκράτες. Ψάχνω και στην νεότερη εποχή αν το έκανε κάποιος, γιατί Άγγλοι όντως κουβάρεσαν τον πολιτισμό τους και τον επέρβαλαν παντού, αλλά πολύ σπάνια δέχτηκαν από του Ιησού, Ινδούς και Μαλισιανούς και διάφορους άλλους κακόμερους. Αυτό λυπάνε, αλλά το κόπι ράιντ το έχει ο Μήγας Ανέξαντος. Επομένως, κρατάτε ότι η μίξη δεν ήταν στα λόγια. Ναι, ναι, να είμαστε εδώ αγαπημένοι, αλλά εμείς εδώ οι Γερμανοί στην κατοχή κάνουν παρέα μερικούς δοσίλωγους. Όχι, θα στήσω μια πόλη που θα είμαστε όλοι από του Ιησού. Δεύτερο σημείο, γλώσσα. Το πρώτο λοιπόν μίξη το κρατήσαμε, γλώσσα. Βεβαίως, εσείς έχετε τις μλώσεις σας, πρέπει όμως να συνεννοηθούμε. Δεν μπορούμε να μιλάμε ούτε Περσικά, ούτε Συριακά, ούτε τίποτα άλλο. Άρα τα ελληνικά τα βάζω μπροστά. Και πώς τα βάζω, θα φτύξω φροντιστήρια? Δεν γίνεται, κι αυτό το έκρανε. Όταν μάζεψε για εκπαίδευση στρατιώτες Πέρσες νέα παιδιά, να φέρει ο Αριανός Βητά, ότι ένα από τα βασικά πρώτον, τους εκπέλευσε στα μακεδονικά όπλα και δεύτερον, στο στρατό θα μάθεις στοιχειοδός, όπως έμαθε και ο Κολοκοτρώνης πέντε αγγλικά όταν πήγαινε ταγματάκη στο δηλικού στρατό, θα μάθεις και πέντε φράσεις. Όπως μαθαίνουμε ακόμα και σήμερα στο στρατό όσοι ξέρουμε και λέμε Alt, δεν λέμε σταμάτα, λέμε Alt. Γιατί, γιατί μας έμαθαν οι Γάλλοι όποτε μας έμαθαν τα στρατιωτικά πέντε πράγματα και λέμε Alt θησίτη, είπε Alt, Α, Λ, Τ, με τίποτα. Είναι από το γαλλικό Alt, σταμάτα. Αφού το μάθανε λοιπόν όσοι πήγανε, φτάσανε από κατσαβλιάδες να γίνουν στρατιώτες, μάθανε το Alt, τελείως. Τους έμαθαν και έτσι ελληνικά, αλλά κυρίως προώθησε τα ελληνικά παντού. Θέλεις να, ανοιχτώ το θέατρο, ανοιχτώ το διάβασμα, ανοιχτές οι επιστήμες. Μιλάμε εμείς τα ελληνικά, άρα και ο άλλος θέλει να μετάσχεις αυτόν τον τρόπο ζωής. Και αυτό που σας λέω είναι καταγεγραμμένο, δηλαδή μεγάλες ομάδες πληθυσμών και στην Αλεξάνδρια την ίδια, ονομάστηκαν ελληνιστές γιατί θέλαν να μοιάσουν σε εμάς. Θέλαμε να βγάλουν τα δικά τους ρούχα και να φορέσουν τα μοντέρνα. Ποια ήταν τα μοντέρνα? Τα ελληνικά. Θέλαν να βγάλουν τη δικιά τους γλώσσα και να μανιλουδήσουν τη δικιά μας, να μιλήσουν καλά ελληνικά. Και μάλιστα εκεί το αποθυτούσαν όλοι τους την ταυτότητα. Θέλαν να πάνε κι αυτοί να γυρναστούν γιατί στις δικές τους χώρες ρίχνανε μονάχα το λιθάρι κάτω σε καμιά ρεμαθιά. Και βλέπαν ότι εδώ οι Έλληνες, κοίταξε, πετάνε πέτρα, έχουν άλμα, έχουν ακόντιο, πηγαίνουν μετάλογα. Πιο καλό δεν είναι, μωρέ, αντί να τρέχω κάτω στο ποτάμι και να πετάμε να δούμε ποιος θα πηδήξει πιο πολύ. Αυτό είναι σαν χλαμάρα. Κοίταξε οι Έλληνες πως το έχουν στήσει, έχουν μετρήσει ακριβώς, τους βάζουν όλους την ευθεία, έχουν ένα μαφέτι, έχουν αυτό. Κάνουν πάλι με συγκεκριμένους, όχι πλακωθούμε εδώ στο ξύλο να παίξουμε κάτι, όχι, με συγκεκριμένους κανόνες. Κοίταξε, είναι πιο έξυπνο αυτό, πιο ωραίο. Και από εκεί που είσαι ο πεχλυβάνης, ο Τούρκος, που πιάνονται και ο ένας βγάζει τα χέρια του αλλανού, λες να το κάνουμε ελληνορωμαϊκή πάλι. Οπ, πιο ωραίο, θέλω κι εγώ. Και με αυτό το θέλω κι εγώ προωθήσαμε την ελληνική γλώσσα μέχρι την Ινδία. Αποδείξεις? Να ξεκινήσω από τους ανθρώπους οι οποίοι ήταν μη Έλληνες, αλλά ήταν ξύροι όπως ο Λουκιανός και γράφανε ελληνικά. Να ξεκινήσω από τα νομίσματα τα οποία στα Ινδικά βασίλια, με Ινδούς ηγεμόνες, στο τέλος αφού είχε τελειώσει η ελληνική επικράτεια, πάνω από κάτω τα λεγόμενα Ινδοελληνικά νομίσματα, Ινδοβακτριανά νομίσματα, η Βακτριανή στο μυαλό σας να είναι στο σημερινό Αφγανιστάν, όπου έχουν ελληνικά από τη μια μεριά γραμμένο το όνομα ενός ηγεμόνα εντελώς Βάλβαρου και από την άλλη Ινδικά γραμμένο. Θέλανε να υπάρχει πάντα η ελληνική γραφή. Κάποτε μας διώξανε οι Πέρσες και αναγενήθηκε ένα καινούριο βασίλειο που λεγόμουσαν Πάρθυ. Όταν σήκωσαν κεφάλι και μας διώξαν και μας και οι Ρωμαίοι προσπαθούσαν να τους καθηποτάξουν, προσπαθούσαν να καθηποτάξουν τους Πέρσες που λεγόμουσαν πια Πάρθυ. Όλο το παρτικό βασίλειο, επί 300 χρόνια τα νομίσματά του έχουν επάνω ελληνικές επιγραφές. Δηλαδή ο κατακτημένος θεώρησε ότι είναι τόσο καλή μονάλα η ελληνική γλώσσα, ώστε αν δεν έχει το νόμισμα πάνω ελληνικά δεν το παίρνει ο άλλος. Τι είναι αυτό. Δεν μπορείτε να το καταλάβετε ή δεν το πιστεύετε. Σκεφτείτε τι μας έχει κάνει ο σύγχρονος αγγλικός και αγγλόφωνος πολιτισμός. Πώς δηλαδή θεωρούμε ότι ωραίο πράγμα της μόδας είναι το τσίνι που μας το κούλησε ο Αμερικάνος και ο Άγγλος. Μοντέρνος, δεν είμαι εγώ ο Κορκοκλαρίνα ας πούμε, είναι η κυρία που ακούει ροκ μουσική. Αγγλόφωνο, όχι ιταλική ροκ, όχι γερμανική ροκ, όχι ρωσική ροκ, όχι πορτογαλική ροκ, όχι κανένας άλλος. Μόνο αγγλική θα ακούς. Σωστό είναι την ώρα που μας σκούντυξε ο άλλος να φύγει σώροι. Γιατί αυτό είναι το ευγενικό πλέον. Πηγαίνουμε και πώς θα αποδείξουν ότι είμαστε μορφωμένοι και όχι βλαχαδερά να ξέρουμε να μιλήσει παιδί αγγλικά. Λες στο παιδί, χωρίς αγγλικά άνθρωπε μου ούτε και σε βιτόρων δεν σε παίρνουνε. Άρα λοιπόν, μας έχουν κυριεύσει με τον πολιτισμό τους ο οποίος έχει απλωθεί παντού. Μας μάθανε ότι αν θέλεις να βγάλεις τα τσαρούχια θα μιλήσεις αγγλικά, θα ακούσεις αγγλικά, θα γράψεις αγγλικά, θα μιλήσεις στο ίντερνετ, θα γράψεις στο ίντερνετ. Και τώρα βλέπω τη γυναίκα μου να μιλάει μόνη της στον δρόμο με τη Σίρι. Η οποία Σίρι είναι η τελευταία όσοι δεν ξέρετε του κινητού τηλεφώνου, είναι η γραμματεύση που έχουν αυτά τα υπερσούπερ τηλέφωνα. Που της λες «Χάι Σίρι, can you call me George» και σου παίρνει τηλέφωνο το γιο σου. «My son, please» και σου λέει το αυτό. Και η Σίρι ακούει αγγλικά, κοινέζικα, μανταρίνικα, γερμανικά. Ελληνικά δεν ακούει η Σίρι. Αλλά είναι πολύ τρέντι να έχετε πάρει αυτό το τηλέφωνο γιατί κάνει ένα χιλιάρικο. Το τικό μου κάνει 50 ευρώ 40 και έχει τα κουμπιά. Παλαιογύρια του τώρα σήμερα. Έτσι λοιπόν θα σε κερδίσω όταν εγώ σου πουλήσω το καλό γκατζετάκι. Θα το πάρεις και θα μάθεις να μιλάς τη Σίρι. Και της λέω εγώ, κάνω καστεία τώρα για να γελάμαι και λίγο. Της λέω γιατί δεν την βγάζεις διαμάντο, αφού εσύ το όρκνω. Μη ρε Μέρνι, δεν αλλάζει μου λέει, γιατί αυτό το όνομα το έχουν ψάξει ότι σ' αυτές τις 10 γλώσσες απαντάνε και το προφέρει καλά και ο Κινέζος και ο Γερμανός και ο Ισπανός. Οπότε βρήκαν το Σίρι και εμείς θα μάθουμε τώρα με τη Σίρι βόλτα. Άρα δηλαδή αυτός που έχει τον πολιτισμό σε φέρνει να τον παρακαλάς κιόλας πουλα μου ένα τζίμι Μορένα να γίνω κι εγώ άνθρωπος που φοράω σεγγούνια. Σε παρακαλώ πετάς τη γιαγιά στο σεγγούνι και βάλεις το τζίμι. Στον ίδιο τρόπο υποχρεώσαμε εμείς, όχι είναι υποχρέωση, όλους αυτούς τους λαούς από την Αίγυπτο μέχρι την Ινδία, όχι απλώς να αποδεχθούν το δικό μας, να το κάνουν δικό τους και να είναι περήφανοι. Και έτσι την κάναμε πιο εύκολη τη μίξη, όχι απλώς πιο ωραία. Τώρα όλοι μαζί πάμε στο μπαρ, δεν καταλαβαίνετε λέξη από τα τραγούδια που ακούγονται, τι λένε, αλλά νιώθουμε όλοι ευτυχισμένοι ότι πίνουμε ένα drink, όχι τζίπουρο. Το τζίπουρο είναι γίφτικο. Πήραμε ένα drink ακούγοντας αγγλική μουσική που δεν καταλαβαίνουμε τίποτα. Κάποιος άνοιξε το δίληκο μας και μας έβρισαν παράφρατες. Γιατί συγκινούμαστε με αυτά τα τραγούδια στο μπαρ αυτό, δεν καταλαβαίνουμε κάτι, λένε. Αν διαφωνούν, συμφωνούν, αν με ρωτιάρει καν. Κάτι ακούγεται όμως, αδερφέ. Με τον ίδιο τρόπο λειτούργησε αυτή η παιδεία. Επομένως και τη γλώσσα την πήγαμε και τον πολιτισμό μας το πήγαμε και την αισθητική μας την πήγαμε. Και τους βάλαμε να φτιάχνουν τέχνη που να είναι σαν τη δικιά μας. Υπάρχει, θα φέρω μόνο τα ακρόκα τα σημεία για να σας εντυπωσιάζω αλλά και να σας μένουν, ότι υπάρχει μια ειδική τέχνη που λέγεται τέχνη της Γκάνταρα. Η Γκάνταρα είναι μια περιοχή ανάμεσα στο Αφγανιστάν και στην Δία. Και εκεί έχουν βρεθεί υλικά γλυπτά τα οποία είναι εντελώς ανατολικού τύπου. Έχουν εκείνες τις γνωστές μαγιαντέρες, τις γυναίκες που είναι πολύ πληστορικές, με το μεγάλο στήθος και τις μεγάλες περιφέρειες, τα πρόσωπα αυτά τα σκουβουλά, τα μαλλιά τα κοτσιδωτά. Καθόν, καμία σχέση με ελληνική τέχνη. Και οι άντρες επίσης είναι οι κλασικοί τύποι σαν κι αυτούς περίπου που είχατε φανταστεί του Βούδα. Αγένιοι και λοιπά. Μέσα σε αυτή την τέχνη πάρα πολλά κομμάτια γλυπτικής εμφανίζουν. Πρώτον, άντρες με γενιάδες, άντρες με γενιάδες πολύ ρωμαλέους που κρατάνε ρόπαλο και επίσης χαρακτηριστικούς μύθους ελληνικούς, τους οποίους τους αναγνωρίζουμε από συγκεκριμένα πράγματα που τους έχουν βουλέψει σαν μοτίβο. Έχουν ένα άλογο που είναι πάνω σε μια πλατφόρμα με δύο ρόδες από κάτω, ένας μπροστά να τρυπάει το άλογο με ένα ακόντιο και δίπλα μία μπαγιαντέρα να κλαίει, να τραβάει τα μαλλιά της. Είναι ο μύθος της τρίας με τον Δούριο Ήππο και ο άλλος που δοκίμαζε το άλογο με το ακόντιο λαοκών και η Κασσάνδρα που έκλαιγε. Δηλαδή, χωρίς να κάνουμε, δεν είμαι ο τύπος που βρίσκω Έλληνες παντού, αλλά είναι διαπιστωμένο ότι οι Ινδοί, στη Ρωμαϊκή πια εποχή όταν εμείς έχουμε φύγει, πεθάνει, χρησιμοποιούν στην τέχνη τους τα ελληνικά μοτίβα. Τους άρεσαν τόσο πολύ, ώστε το κερδίσανε. Θα το κάνουμε δικό μας. Και υπάρχει το ίδιο, γλυπτά της Παρτικής εποχής, όταν πλέον εμείς έχουμε τελειώσει μετά Χριστόν, μοιάζουν τόσο πολύ με την ελληνική γλυπτική, ώστε λες πολύ καλός μαθητής. Μπράβο! Χείτευσες και το έφτιαξες τέλειο. Όπως βλέπουμε σήμερα κάποια ινδικά προϊόντα, που είναι από μυμίσεις των αγγλικών προτίπων του 60, του 70, το μάθανε να το φτιάχνουν όπως το έβαλε ο Άγγλος. Επομένως και τον πολιτισμό τον πήγαμε και τον διαδώσαμε, ενωτικά τον διαδώσαμε. Και τη γλώσσα τη διαδώσαμε και φιλετικά το ενώ, το ένωσε, κατάφερε να το ενώσει. Είχε το όραμα να το ενώσει. Θέματα, πιο ειδικά να το πω έτσι. Συγκοινωνίες, ανοίγω τις συγκοινωνίες. Ξέρουμε ότι ο Μέγας Αλέξανδρος πήρε συγκεκριμένα μέτρα για το άνοιγμα των συγκοινωνιών. Θα το ανοίξω, θα φτιάξω καινούριους δρόμους που θα ενώουν αυτά που δεν έχουν ενωθεί. Όταν τελειώνει την εκστρατεία με την Ινδία, φτάνει πάνω στον Ίφαση, ο στρατός του λέει stop, δεν πάω άλλο, γυρίζει πίσω, δεν γυρίζει πίσω, δεν γυρίζει από τον ίδιο δρόμο, κατεβαίνει με όλο το στρατό των Ινδόποταμών και φτάνει στο σημερινό Καράτσι, στις εκβολές του Ινδού. Εκεί δίνει εντολή στο νέα χώρο για ένα φοβερό ταξίδι που δεν έχει ξαναγίνει ποτέ. Έχουμε την πληροφορία, αλλά μόνο την ιστορική πληροφορία, ότι ένας βασιλιάς Πέρσις είχε δώσει εντολή σε έναν Έλληνα νευτικό, επιπερσικής αυτοκρατορίας, να αποπηραχεί το ταξίδι. Δεν ξέρουμε ούτε αν έγινε ούτε αν πέτυχε ούτε τίποτα άλλο. Ο Μέγας Αλέξανδρος δίνει στο νέα χώρο την εντολή και ο νέα χώρος καταφέρνει από τις εκβολές του Ινδού στο Καράτσι, εδώ στο σημείο που αρχίζει το τρίγωνο της χερσονήσου της Ινδίας, να πλέψει όλη την ακτή την Ότια και να μπει στα στενά του ορμούς, να ανέβει όλο τον Περσικό κόλπο, να μπει στο Νεφράτι και να φτάσει μέχρι την Βαβυλώνα με τα πλοία. Και το πετυχένει. Άρα, σου λέει, δεν θα έχουμε μόνο δρόμο μέσα από τη Στεριά, που είμαι ο δύσκολος και κινδυνεύω από 100 χιλιάδες πράγματα. Θα φτιάξω έναν δρόμο απολύτως ασφαλή, εσύ θα μου το περιγράψεις, δίνει σαφείς εντολές στον νέα χώρο ότι θα κρατιέται κοντά στα παράλια και θα του περιγράφει όρμο προς όρμο που μπορεί να προσορμιστεί ο στόλος για να μου φέρει πίσω ένα ημερολόγιο καταστρώματος, να ξέρω πόσες μέρες ταξίδι είναι, που θα βρω λιμάνια, αν θα βρω νερό και ευτυχώς μας σώθηκε η διήγηση του νεάρα. Επομένως θα ανοίξω δρόμους, θα σας ενώσω, το γεγονός ότι είστε εχθροί είναι ότι δεν έχετε δει ο ένας τη φάτσα του άλλου, δεν μπορείτε να κάνετε εμπόριο, μόλις κάνετε εμπόριο εσύ ο Αυγανός με εσένα το Σύρο και με εσένα τον μικρασιάτη, δεν θα υπάρχει λόγος τσακωμού πλέον και πολέμου, εγώ θα το ενώσω, αν ήδη οι συγκεκριμένες διόρους. Πολαδομία. Θα οργανωθούμε, δεν θα χτίσουν ο καθένας οτιθέαμε, αυτό σας είπα κρατήστε το. Με οργανωμένη δόμιση. Στην ίδια την Αλεξάνδρια το ξέρουμε τη στήνη με τον ελληνικό τρόπο, που είναι με υποδάμιο σύστημα, υποδάμιο σύστημα λέγεται το σύστημα ότι να φτιάχνω ορθογόνιες νησίδες μέσα σε μια πόλη. Να μην είναι καλή όλα σαν κι εδώ με τρίγωνα που τους κόβεις και θα ξαναγρήσεις έτσι σαν σκουλίκι, όχι. Ίσχει δρόμοι, τελείωσε και υπάρχει λόγο και υγιεινής λόγος να φυσάει ο κύριος αέρας κάθε τόπου από τους βασικούς δρόμους για να φεύγουν οι μυρωδιές, η υγρασία, τα μικρόβια, τα λίματα να μην μυρίζουν και επίσης οι νησίδες οι οικιστικές να είναι στραμμένες και κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο ήλιος να βλέπει περισσότερες δυνατόν ώρες, γιατί ο ήλιος είναι υγεία, το εσωτερικό που αποτελούν τα σπίτια που είναι χτισμένα σε κάθε νησίδα. Επομένως θα μετρήσω χειμώνα και καλοκαίρι που δείει και που ανατέλλει ο ήλιος, ποιος είναι ο βασικός άνεμος και θα γυρίσω την πόλη έτσι ώστε να έχει όσο το δυνατόν υγιεινότερο κλίμα. Διότι φυσάει σημαίνει δεν έχει κουνούπια, φυσάει σημαίνει όπως σας είπατε μυρίζει, φυσάει παίρνει τα πάντα. Και θα τα κάνω με ορθολογιστικό τρόπο το στήσιμο της πολιτικής πολιτείας, όχι όπως να είναι, όπως εγώ έχω μεγάλα πολλά λεφτά, θα πάρω μεγαλύτερο σπίτι, όχι φίλε, εδώ θα κατοικήσεις έτσι, τόσο, έχουμε τόσες νησίδες. Αυτό το σύστημα λοιπόν που αυτός χτίζει, καταρχή το ο καθένας κάνει ό,τι θέλει. Ένα τελευταίο σημείο θα πω για να αρχίσουμε να το κλείνουμε, γιατί το τραβάμε, ποιο διάλειμμα σας πρώτον διάλειμμα του. Όταν φτάνει ο Μέγας Αλέξανδρος στη Μικρά Ασία, έχει φτάσει ως βασιλιάς. Στην Ελλάδα έχει κόψει τα κεφάλια των δημοκρατών. Κακομένης ο Δημοσένης που φώναζε και έλεγε εμείς είμαστε φοινέοι γιατί να τρέξουμε πίσω του, αναγκάστηκε να πιει δηλητήριο. Όποιος τόλμαγε δημοκρατικός να πει δημοκρατικά σε οποιαδήποτε πόλη, του το κόβανε. Εδώ στη Θήβα πέρασε, είπε τι θέλετε, α δεν ακούτε εσείς, πάντα κεφάλια όλα, μόνο το σπίτι του Πινδάρου θα αφήσω. Άρα λοιπόν αναγκαστικά για την Ελλάδα ήταν ένας βασιλιάς που δεν σήκωνε Μήγρα στο σταφίδι. Όταν φτάνει τώρα στη Μικρά Ασία, αντιμετωπίζει το εξής φοβερό δίλημα, ποιοι είναι εδώ οι υποστηρικτές των Περσών, οι εντός εουλικών δοσίλωγοι, όλοι οι αριστοκράτες. Ποιοι είναι αυτοί που θέλουν να αποτινάξουν τους αριστοκράτες και τον Πέρσι, όλοι οι δημοκρατικοί. Τι θα κάνω εγώ, εγώ θα μείνω με τους αριστοκράτες που υποστηρίζουν τον Πέρσι βασιλιά, πως θα πάρω τον κόσμο αυτόν να τον κάνω δικό μου. Τέρμα. Η πολιτική αυτή ήταν για την Ελλάδα. Εδώ, από τη στιγμή που πατάει το πόδι στον Μικρασία, γυρίζει την πολιτική 180 μοίρες. Και είναι με τους δημοκρατικούς. Πηγαίνει σε κάθε πόλη και λέει, ποιοι είναι εδώ οι δημοκρατικοί. Οι δημοκρατικοί, έναν αμά μου, φύγετε, εσείς ήταν δούλοι των Περσών, οι άλλοι που ήσασταν. Συμλαμβάνει δηλαδή ότι η πολιτική δεν έχει νόημα να συνεχίσει τις Έλληδες επειδή αυτός είναι βασιλικός. Βασιλικός είμαι εγώ. Εγώ θα είμαι με αυτούς που θέλουν την ελευθερία. Άντε και μέχρι εδώ μπορεί κανείς να τον μπει εντός ελληνικών κολοτούμπα. Ή μπορεί να τον μπει ο πρωτουνιστή. Σου άρεσε βέβαια το ένα, έκοβες κεφάλια στην Ελλάδα, τώρα εδώ είδες το τεσικώνια, πού με γυρίσεις ανάποδα. Όταν τελειώνει την κατάκτηση γυρνάει στην Παβηλώνα και κάνει το εξής. Στέλνει ένα διάταγμα στην Ελλάδα και ζητάει δύο πράγματα. Πρώτον, θα γυρίσουν όλοι οι εξόριστοι. Ποιοι είναι οι εξόριστοι? Όλοι οι δημοκρατικοί που εσύ τους εξόρισες. Θα γυρίσουν λέει και θα γίνει και αποκατάσταση περιουσιών. Και ζητάω από κάθε πόλη να γυρίσει πίσω τις περιουσίες που κλέψατε την ώρα που φύγανε αυτοί οι δύστηχοι. Καλά εσύ τους έδιωξες ρε Άντιμε και τώρα μας ζητάς να τους δώσουμε πίσω και τα σπίτια που τους φάγαμε και τα γοστάνια. Όλα πίσω. Και δεύτερον θα με κάνετε θεό. Ανακηρυφθώ θεός. Έτσι κάθε μου εντολή δεν θα σηκώνει εμείς δεν θέλουμε. Τελείωσα. Υπογράφω εγώ. Και τους γυρίζει όλους πίσω. Ξέρουμε ότι γίνεται μια φοβερή κοινωνική αναστάτωση. Αλλά αυτό δεν είναι το ίδιο με αυτό που έκανες η θεσία. Εδώ θα ζήσουμε μαζί. Για να το φτιάξω χρειάστηκε να κόψω κεφάλια δημοκρατών. Τώρα τελείωσε. Τώρα το φτιάξαμε και θα γυρίσουν κι αυτοί και θα ζήσετε μαζί. Μα δεν μπορούμε να ζήσουμε γιατί ήταν οι Άντιμοι πολύ δημοκράτες αυτοί. Τώρα θα τους δεχθείτε πίσω. Θα τους δώσετε και το σπίτι τους από κατάσταση πλήρη. Και το δικό μου όνομα θα είναι θεϊκό. Αυτός είναι ο κόσμος λοιπόν. Αυτά είναι τα κλειδιά για την ενωπίηση ενός πολιτισμού. Και για το πραγματικό, να το πούμε έτσι, ένομά του. Όχι ψευτό ένομα. Το ψευτο ενώνω και μετά θα χωρίσει. Και να μη μας διαφέρει το εξής στοιχείο. Ότι ο Αλέξανδρος κατάφερε να δώσει κάτι που δεν το είχε δώσει όλη η Ελλάδα. Όλη η Ελλάδα τσακωνότανε και ο Άργος με τη Θήβα, η Θήβα με την Κόρυφα, η Κόρυφα με την Κέρκυρα. Τι κάνει ο Μέγας Αλέξανδρος? Τους παίρνει όλους αυτούς και τους μεταφυτεύει ως στρατιώτες στην αρχή και ως τυχοδιώκτες μετά σε έναν κόσμο οργανωμένο. Σε έναν κόσμο που εδώ υπάρχει πόλη, στημένη, τετραγωνισμένη, οργανωμένη και διοικώ, εγώ. Και τέρμα δημοκρατική αυτό θα τσακώνεστε εσείς με τον ένα εδώ, είμαι σάμιος και ο άλλος είναι χιώτης. Και έχουμε ένα νησάκι ανάμεσα και βλακονόμαστε. Τέρμα, δεν βλακονεστε. Εδώ ζείτε στην Αλεξάνδρια, σε όποια γειτονιά θέλετε, κάνετε ο καθένας ό,τι επάνγκες να θέλετε. Δεν διαφέρει εσείς σάμιος και ο άλλος χίος. Δεν έχω κανένα πρόβλημα. Θα ζήσετε οργανωμένα εδώ. Τι κάνουμε εμείς με τα παιδιά μας. Τελειώνουμε αυτό για το διάλειμμα που όλο αναβάλετε. Τι κάνουμε με τα παιδιά μας. Αφού τους μάθαμε ότι εδώ είναι σκατότοπος. Δεν μπορείς παιδί μου να προχωρήσεις. Κάτσε μάθε εδώ πέρα, σπούδασε στο πανεπιστήμιο, γίνε άνθρωπος και μετά φύγεις στην Αγγλία, παιδί μου στη Γερμανία να αναγνωρίσουν σε μια οργανωμένη κοινωνία που θα αμυφθείς, που δεν θα σου φάει τη θέση ο άλλος, που δεν θα σε υπονομεύσει ο ξάδερφός σου που ήταν κομματικός. Που, που, που, που, που. Δηλαδή παίρνουμε τους δυνατούς πυρήνες που βγάζει σαν γονίδιο και σαν κουλτούρα αυτός ο λαός και τους θέλουμε να διαπρέμψουν έξω που υπάρχει οργανωμένη κοινωνία, που δεν παίζει ρόλο το κομματικό κριτήριο, που δεν τσακώνονται οι άνθρωποι για δυό κομμαριών αέχερα και όμως και πρέπει. Εμείς εδώ ακόμα αλληλοφαγωνόμαστε, είσαι εκαστός αξιμών, έτσι. Και τα παιδιά μας, τα ξαδέφια μας είναι στη Γερμανία, δουλεύουν σε νοσοκομεία, παίρνουν δέκα φορές παραπάνω από τα λεφτά που πρέπει. Γιατί? Γιατί εκεί υπάρχει ένας οργανωμένος τρόπος ζωής. Είτε είσαι φασίστας, κομμουνιστής, δεξιός, φιλελεύθερος, σοσιαλιστής, σοσιαλιστοδεξιός ή σοσιαλιστωριστρός. Κάνεις τη δουλειά σου στο γιατριατρίο σου, στο νοσοκομείο σου, δεν τον ενδιαφέρει. Και μη μου βγεις και μου αρχίσεις εδώ μέσα τα συνδικαλιστικά σου. Εδώ ήρθες για να θεραπεύεις μάτια. Εκεί ξέρει και διαπρέπει, γιατί δεν έχει χώρο. Εδώ είναι. Θα ανοίξω άλλο σοθανδιατρίο εκεί, να πάρω το μπάρμπα μου το δήμαθο, να του κλείσει το δρόμο, για να έχει το δικό του. Αυτό κάνω. Αυτό λοιπόν ακριβώς το έφτιαξε ο Αλέξανδρος με τον καινούργιο κόσμο που στείλει. Θα σας πάρω εσάς που επί 300 χρόνια τσακώνεστε στον Πελοποννησιακό, πόλεμο και άλλοι, να σφάζεστε και θα σας βάλω να ζήσετε σε έναν κόσμο που δεν θα μπορείτε να παίξετε το παιχνιδάκι του αποφασίζω. Εδώ θα στήσω μια μεγαλόπολη που λέγεται Αλεξάνδρια, εκεί μια άλλη που λέγεται δεν ξέρω πώς, και θα ζήσετε οργανωμένα. Εγώ διατάσω, ή ο στρατηγός μου τον Εμέος, ή ο επίγονος ο Σέλευκος, ή ο Αντίοχος, και εσύ έχεις την ελευθερία να δουλέψεις σε οργανωμένη κοινωνία, αλλά χωρίς φατριασμό εδώ μέσα. Δίκο δικό του σχολείσαι, ούτε θα ψηφίσεις, ούτε τίποτα. Θα ψηφίσεις το πολύ πολύ τον αγορανόμο της γειτονιάς σου, το σκουπιδιάρι της γειτονιάς σου, τον αστυνόμο, αυτό σε αφήνω να τον ψηφίσεις, σε μένα. Και το πετυχαίνει αυτός ο καινούριος κόσμος να λειτουργήσει σαν να πήγαινε ένας Έλληνας σήμερα στη Γερμανία, να την κατακτούσε ολόκληρη και να έλεγε, παιδιά, τώρα εσύ στη Γερμανία πηγαίνεις στο Μπάνμπεργς, στο νοσοκομείο ΤΑΔΕ και δουλεύεις διευθυντής, εσύ συμβολιογραφείο ανοίγεις στη Λειψία, εσύ ανοίγεις εκεί, εγώ θα βγάζω διαταγές, να δεις πώς θα είμαστε. Αυτό πετυχε λοιπόν. Τέρμα οι μικροέρηδες σας εδώ θα αρχίτε στον καινούριο κόσμο, όπου θα έχετε λίγο λιγότερη από την απεριόριστη πια ελευθερία του Έλληνος που δεν βρίσκονται δύο Έλληνες να συμφωνήσουν και σκοτωθήκατε στον Πελοποννυσιακό κόλεμο και σκοτωνόμασταν για να σας βάλουν να κάνετε την εκστρατεία, αλλά θα δημιουργήσετε και δημιουργήσετε και πέτυχε. Κάνω εδώ επιτέλους ένα διάλειμμα, πόσο και λίγο ή πολύ να έφαγα και να μείνει λιγότερο μετά, και θα πούμε τα επόμενα. Σας πεθάνω στην κούραση. Μας είπατε ότι μόλις πάτησε το κόσμο στην Κράσια, το πιάσε, το ψυχανεμίστηκε, ότι δεν μπορώ να συνεχίσω ως βασιλικός εδώ πέρα ή ως αριστοκράτης, πρέπει να στηρίξω τους δυναγκάτες. Και δεν μπορώ να ξεκινήσω μόνος μου, εδώ θα κατακτήσουμε εμείς οι Μακεδόνες όλο τον κόσμο και θα διηγήσουμε, αλλά πρέπει να αρχίσω με κάποιο τρόπο να σας βάζω και σας το παιχνίδι. Και εξής, το ήξερε, δηλαδή εδώ έρχεται μια καλή ερώτηση. Κατέβη και ξεκίνησε με την Μακεδονία, εκεί είπε παιδιά μαζέχω τα στρατάμι, 30.000 είναι, πάμε ξεκινάμε, 1,2,1,2 φτάσιμε στον Ελλήσκοτο, περνάμε απέναντι. Πού πήγαινε, το ήξερε δηλαδή από την ώρα που πατάει το πρόδειγμα στην Μικρά Ασία, εγώ πάω για Ινδία. Γιατί αν δεν ήταν αυτό το πράγμα δεν θα του γεννιόταν η απορία πως θα το διηγήσω όλο αυτό, ποιο όλο αυτό. Είχε φτάσει και ο Κύμωνας να καταλάβει την ακτή της Μικράς Ασίας και μάλιστα να φτάσει μέχρι απέναντι από την Κύπρο. Είχαμε φτάσει εμείς οι Έλληνες και μπορούσαμε κάλιστα να το κρατήσουμε το μικρασιατικό κομμάτι. Όλα αυτά που σας είπα ότι εδώ θα το διηγήσουμε μαζί, θα το ενώσουμε και άρα σας θέλω και σας θέλω ανεβασμένοι, στο κατένανε τα δικά του κοινωνικά ελεύθερα θέσμια και τον Κάρα και τον Λιδό και δεν θέλω να είστε πατημένοι χάμω, θέλω να έχετε τους δικούς σας νόμους και εσείς οι Πέρσες ελάτε εδώ να συνεργαστούμε. Για να το σκεφτείς αυτό θα πρέπει να έχεις την αίσθηση του όλου. Ποια αίσθηση του όλου, δηλαδή θα πρέπει να κάλσουμε και να αναλογιστούμε πρώτο και βασικό ερώτημα για αυτό τον άνθρωπο. Κάπου μεγαλοφύση ήτανε σίγουρα δεν ήτανε σαν και εμένα και σαν και εσάς, αλλά το ήξερε από πριν ότι θα πάει στην Ινδία. Αν μου απαντήσετε ναι το ήξερε, ξεκίνησα τη Μακεδονία και είχε καρφώσει στο μυαλό του την Ινδία, όπως σας είπα εγώ το Απιτζάν και είχε πει εκεί θα πάω με τα πόδια, δεν ξέρω που είναι εκεί θα πάω ρικέ μου. Αυτό μου φαίνεται λίγο σαν τον Μινχάουζεν ας πούμε, μία εκστρατεία τύπου Μινχάουζεν, θα πάω στο θεγγάριο. Ισχολεύομαι να την πιστέψω, πάω με την άλλη οικοδοχή, όχι δεν το ήξερε, αλλά πήγε ο άνθρωπος βλέποντας και κάνοντας. Πάμε να πάρουμε πρώτα τη Μικρά Ασία, πήραμε τη Μικρά Ασία, ας κατεύουμε και στη Συρία, πήραμε τη Συρία, δεν πάμε και στην Αίγυπτο. Βλάκασε ο Πέρσις, του την πήραμε και στην Αίγυπτο, πάμε και λίγο παρακάτω και έφτασε στην Ινδία. Γεννιέται το ανάποδο ερώτημα. Καλά, κότσαν μεγάς Αλέξανδρος φτιάχνει μια εκστρατεία τύπου βλέποντας και κάνοντας. Εδώ δεν είναι θέμα ποιήσεις που θα κάνουμε εμείς μαζί, αλλά είναι θέμα προσωπικής οπτικής, δηλαδή πώς θα τον δούμε και πώς θα προσπαθήσουμε να τον δούμε σωστά. Ήταν ένας τυχοδιώκτης, όπου με βγάλει μοίρα, μωρέ, για λιβαδιά ξεκίνησα σήμερα, άρα καλά ήτανε και στου ειδών φρένα, και στα μάτσα για σουγλάκια. Όλοι υπάρχουν και τέτοια άντρα. Άλλοι πάλι όχι. Εγνώριζε εκ των πρωταίρων, ήδη τρία χρόνια πριν ο κύριος Αποστολίδης, ότι κάποια στιγμή θα σηκώ στο τηλέφωνο ο κύριος Λιονίδας και θα του ξεκίνησε. Τον ήξερα τον άνθρωπο, το οργάνωνα στο μυαλό μου, δεν μάζευα υλικό. Ποιο από τα δυο, καμία από τις δύο ερωτήσεις, νομίζω, δεν παίρνει απάντηση πλήρη. Τη μόνη απάντηση που τόσα χρόνια, από το 1985 πρωτοασχολήθηκα με τον Μέγα Αλέξανδρο, μού την έδωσε πριν από λίγα χρόνια και είχα τελειώσει μάλιστα το βιβλίο και δεν την έγραψα από θενά μέσα σε καμία υποσημείωση, που την έδωσε όταν διάβασα ένα βιβλίο για τον Μέγα Ναπολέοντα που έλεγε μια φράση του Μεγάλου Ναπολέοντα, όταν τον ρώτησαν αν ήξερε από την αρχή της εκστρατείας, πού θα πάει, πώς θα ολοκληρωθεί η δική του εκστρατεία. Και απάντησε ο δεύτερος πιο αυθεντικός άνθρωπος, ίσως μετά τον Μέγα Αλέξανδρο, με μία φοβερή απάντηση που μου έμεινε και για τον Μέγα Αλέξανδρο. Έδωσε την εξής απάντηση, Ναπολέοντα. Όποιος ξέρει που θα πάει, δεν πηγαίνει ποτέ μακριά. Δηλαδή, αν ξέρεις, θα πάω έως εκεί, δεν είναι ποτέ μακριά. Για να πας μακριά, πρέπει να μην ξέρεις που πηγαίνεις. Δηλαδή, βλέποντας και κάνοντας, αυτόν τον σκεφτείς μόνος, φαντάζομαι, θα απαντούσε Ναπολέοντα. Και απήγησε εξηβίας, πήρας, ένας άνθρωπος που έφτασε μέχρι τη Μόσχα και μέχρι την Αίγυντο. Φοβερή φράση. Αν ξέρεις που θα πας, δεν πας ποτέ μακριά. Άρα λοιπόν, μέσα στη μεγαλοφία που τα σκέφτηκε αυτά, ήδη απ' τη Μικρά Ασία, βάλτε και αυτή τη φράση. Ότι οι άνθρωποι αυτοί, οι μεγαλοφίοι, λειτουργούν ενστικτοφώς, πιάνουν πράγματα που οι δικές μας κεραίες δεν πιάνουν. Και τα βάζουν μπροστά, την ώρα που οι δικές μας κεραίες ακόμα χρειάζονται χρόνο να τα πιάσουν. Νομίζω ότι είπαμε αρκετά πράγματα σε μια αρκετά μεγάλη, για μένα, συγνώμη, συντομία, για να μπορέσετε να καταλάβετε τι θα πει το πρώτο κομμάτι Αλέξανδρος και κόσμος που έστισα. Εν άλλη φορά θα πούμε για τη συνέχεια, δηλαδή θα πω ονόματα για να σας βοηθήσω να τάχετε στο μυαλό σας από τους συνεχιστές. Λίγο θα κάνουμε, δηλαδή κι εγώ την έχω ξεχάσει τή στιγμή, να μην νομίζετε ότι επειδή ασκοδεύτηκα 20 χρόνια, τα θυμάμαι. Όλα αυτά τα ξενασμετά και έτσι δεν θυμάμαι τι έκανε ένας στρατηγός με τον άλλο, αλλά πέντε πράγματα θα τα θυμηθώ. Θα ξεκινήσω όμως να σας διαβάσω δύο, τρία, τέσσερα πείγματα του Καβάφη, χωρίς να έχετε χαρτιά μπροστά σας, χωρίς χόμουερ, και θα προσπαθήσω να σας εξηγήσω, να αρχίσουμε να ανακαλύπτουμε τα κλειδιά και να τα καταλαβαίνουμε καλύτερα, και κυρίως τους δύσκολους στίχους. Θα ξεκινήσω με δύο εντελώς ελευρωτικά πείγματα. Το ένα είναι ένας ύμνος στον ελληνιστικό κόσμο και στον εαυτό του ουσιαστικά, και το δεύτερο είναι ένα πείγμα κρυπτοερωτικό. Το πρώτο θα πω έναν πρόλογο. Θα θυμάστε όλοι ότι ο Μέγας Αλέξανδρος, όταν νικάει τη μάχη στο Βρανικό, στέλνει 300 ασπίδες να κρεμαστούν στον Παρθενώνα. Πρώτη ερώτηση, γιατί να μην τη στείλεις στην Πέλα. Εγώ δηλαδή που είμαι Αθηναίος, αν έκανα μία εκστρατεία έπαιρνα τον Νόμπελ, θα το έφερνα στην Αθήνα, δεν θα το έφερνα στη Λιβαδιά. Ένας Λιβαδιώτης φαντάζομαι, αν έπαιρνε τον Νόμπελ, θα έβαζε εδώ στην πλατεία μία προτομή και θα έλεγε ευχαριστώ τη Σουηδική Ακαδημία που χάρισε ένα νόμπελ στην πόλη μου. Στην Αθήνα θα το έβαζα και πόσο μάλλον θα το βάλεις στην εχθρική πόλη, σ' αυτή που ήταν η κατεξοχή, όχι, που χρειάστηκε να φτάσεις με τα όπλα απ' έξω να την πείσεις. Η απάντηση είναι ναι, ναι, γιατί είμαι Αλέξανδρος, δεν είμαι Φίλιππος, εγώ δεν είμαι ένας στένος, εγώ θέλω να δοξαστεί το όνομά μου εκεί που έχει νόημα να δοξαστεί, ως τον Πίθουλα στην Πέρα, στην πρωτεύουσα μου. Εγώ θέλω πάνω στον κεντρικό ναό του κατεξοχήν Παρισιού της εποχής εκείνης, να κρεμάσουν πάνω στον πύργο του Άιφρου και να λέει «Αποστολίδης είναι ο σπουδαίος». Εμ πού να το κρεμάσω, στον Άγιο Διονύσιο τον αεροπαγίτη στην Αθήνα, τι να το κάνω, σιγά, στο Παρίσι θέλω να με δοξάσουν. Επομένως, για να καταλαβαίνουμε λίγο τι θα πει Αλέξανδρος, για να δοξάσουν πάνω στον κεντρικό ναό του κατεξοχήν Παρισιού της εκείνης, να κρεμάσουν πάνω στον πύργο του Άιφρου και να λέει «Αποστολίδης είναι ο σπουδαίος». Αυτά τα σπίδες στον Παρθενώνα. Και εδώ ο Καβάθης νιώθει ένας πολύ περήφανος απόγονος αυτοί του κόσμου που προέκλειψε. Υπήρξαν όμως και κάποιοι που δεν με είχαν σε αυτό τον αγώνα. Κάποιοι που είπαν «Όχι, εμείς δεν ακολουθούμε». Εμείς δεν είμαστε από αυτούς ή είμαστε αρχηγοί ή δεν ακολουθούμε σπαρτιάτες. Σπαρτιάτες είπαν και το σεβάστηκε αυτό ο Αλέξανδρος. Δεν τους ισοπέδωσε γιατί δεν μπορούσε να τους ισοπεδώσεις στους τυπέους. Αποδέχθηκε μία εξαίρεση στον ελληνικό κόσμο του σπαρτιάτες. Επειδή ακριβώς ήξερε ότι για αυτούς θα ήτανε θάνατος. Όντως αυτοί το είχανε τιμή τους. Δεν γίνεται. Επομένως, ναι, εσένα θα σε εξαιρέσω. Γι' αυτό κύριε Αλέξανδρος, δεν είμαι τσεκισχάν, θα σε εξαιρέσω από αυτή την εκστρατεία. Θα κάνω μία λαμπρή εξαίρεση. Και εδώ έχετε και μια τιμή από τη μια μεριά και μια φτισιά από την απέναντι μεριά. Μπράβο! Εσύ δεν ήρθες τώρα πρώτο ταξίδι που θα κάνουμε στο Παρίσι. Εσύ μου είπες ότι είσαι Έλλην και δεν δέχεσαι να ξοδέψεις μία ελληνική δραχτή για να πας στους ξένους και δεν είσαι ξενόβλος. Μπράβο! Εμείς πήγαμε στο Παρίσι, πήγαμε στο Λούβρο, είδαμε θησαυρούς, καταλάβαμε, ανοίξαμε τα μάτια μας, γίναμε πολιτισμένες και εσύ έμεινες εδώ και χαίρεσαι που τρως, παίρνεις ελευθερωτυπία και παίζεις ταύλι εδώ πέρα στον τόπο σου. Αυτό το ίδιο λέει αυτό το πείμα και ισοσγίζει ακριβώς αυτές τις δύο στάσεις. Το διαβάζουμε και εξηγώ κάποιους πολύ δύσκολους στίχους που υπάρχουν μέσα. Το πείμα λέγεται «Στα διακόσια προ Χριστού». Ο τίτλος δεν είναι τυχαίως. Στα διακόσια προ Χριστού είναι τέσσερα χρόνια πριν από το 196, που είναι η πρώτη κρίσιμη ηττα των ελληνιστικών βασιλείων από τους Ρωμαίους. Επομένως είναι τέσσερα χρόνια πρωτού φάμε το πρώτο χτύπημα που θα σημάνει το τέλος αυτού του κόσμου. Το πείμα λέγεται «Στα διακόσια προ Χριστού». Ο τίτλος δεν είναι τυχαίως. Στα διακόσια προ Χριστού είναι τέσσερα χρόνια πριν από το 196, που είναι η πρώτη κρίσιμη ηττα των ελληνιστικών βασιλείων από τους Ρωμαίους. Επομένως είναι τέσσερα χρόνια πρωτού φάμε το πρώτο χτύπημα που θα σημάνει το τέλος αυτού του κόσμου. Το πείμα λέγεται «Στα διακόσια προ Χριστού». Ο τίτλος δεν είναι τυχαίως. Στα διακόσια προ Χριστού είναι τέσσερα χρόνια πριν από το 196, που είναι η πρώτη κρίσιμη ηττα των ελληνιστικών βασιλείων από τους Ρωμαίους. Επομένως είναι τέσσερα χρόνια πρωτο χτύπημα που θα σημάνει το τέλος αυτού του κόσμου. Το πείμα λέγεται «Λακεδαιμονίον». Μπορούμε κάλλιστα να φανταστούμε πώς τα διαφόρησαν παντά μας στην Σπάρτη για την επίγραφή αυτή «Λακεδαιμονίον». Μα φυσικά, δεν είσαν οι Σπαρτιάτε για να τους οδηγούν και για να τους προστάζουν σαν πολιτήμους υπηρέτας. Άλλωστε, μια πανελλήνια εκστρατεία χωρίς Σπαρτιάτη βασιλεία για αρχηγό, δεν θα τους φαίνονταν πολύ σπεριοπής. Βεβαιότατα, πλήν «Λακεδαιμονίον». Είναι κι αυτή μια στάση, νιώθετε. Έτσι, πλήν «Λακεδαιμονίον» στον Γρανικό και στην Ισσόμετα και στην τελειωτική την μάχη όπου εσαρώθη ο φοβερός στρατός, που στάρβυλα συγκέντρωσαν οι Πέρσες, που απ' τάρβυλα ξεκίνησε η Γιαννίκη και σαρώθη και απ' την θαυμάσια πανελλήνια εκστρατεία, την νικηφόρα, την περίλαμπρη, την περιλάλη, την δοξασμένη ως άλλη δεν δοξάστηκε καμιά, την απαράμιλη, βγήκαμε εμείς, ελληνικός καινούργιος κόσμος μέγας. Εμείς, οι Αλεξανδρίς, οι αντιοχείς, οι σελευκείς και οι πολυάριθμοι επίλυποι Έλληνες Αιγύπτου και Συρίας, και η Ενμυδία και η Ενπερσύδη κι όσοι οι άλλοι, με τις εκτεταμένες επικράτιες, με την πικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών και την κοινήν ελληνική λαλιά ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμε, ως τους Ινδούς, για δακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα. Προσέξτε εδώ, είναι η περηφάνεια από τον Αλεξανδρινό που λέει, δε με τέσχεσκ, μπράβο, μήνε και πέθανε ρε εκεί στη Λακεδαίμονά σου. Εμείς σε προσκαλέσαμε και εσύ δεν ήρθες. Άρα λοιπόν, χωρίς εσένα στο Γρανικό, χωρίς εσένα στην Ισσό, χωρίς εσένα στα Άργυλα, χωρίς εσένα σε έναν ολόκληρο κόσμο, που στήσαμε και έμεινες αρτηριοσκληρωτικά μόνος στην πεδιάρα της Λακεδαίμονος. Μάλιστα γιατί είσαι παλικάρης. Τώρα να γνωρίζω ένα παλικάρι που μείνε βράχος και θα ψωφίσει εκεί όπως ψώφισαν οι τελευταίοι Σπαρδιάτες. Πόσοι μείνανε, εφτάκοσοι μείνανε και δεν είχαν ούτε στρατό να φτιάξουν. Και εμείς φτιάξαμε έναν ολόκληρο κόσμο που περιλαμβάνει όλες αυτές τις εκτεταμένες επικράτηες. Ποια Ελλάδα μωρέ, ποια Λακεδαίμονα με τον Ευρώτα και τα Μποστάνια σου μωρέ. Εδώ βρήκα εγώ ολόκληριασία και πήρα και εσύ δεν μετέσχεσαι, δεν ήρθες. Και απ' τη μιά σου λέει για την Εκαβάφης, είναι μια στάση, νιώθεται. Προσέξτε πόσο αντιγραμματικό είναι αυτό το νιώθεται. Νιώθω ενεργητικό, νιώθω με το δείρμα. Αν ήταν μαθητής θα τον πετάγαμε έξω. Και όμως το υιοθέτησε και μας το πέρασε και σαφράστηκε. Είναι μια στάση, νιώθεται. Και μας έμεινε και σαγγοροϊδία. Λες, λες, λες, λες και απαντάει ο άνθρωπος, είναι μια στάση, νιώθεται. Τι να σου πω τώρα. Δεν πήγες Παρίσις, παρέμεινες πιστώσεις στην Ελλάδα. Σαν κάτι φίλους μου λένε, δεν θα πάω ποτέ στην Κωνσταντινούπολη, διότι δεν θα αφήσω λεφτά στον Τούρκο. Εντάξει, μη δεις εσύ την Αγία Σοφία, γιατί θα σου πάρει λεφτά ο Τούρκος στο ξοδοχείο. Αυτός ο στίχος που με ενδιαφέρει και είναι ο φιλοσοφικότερος όλου του πηγήματος και που πραγματικά αξίζει ανάληξη και που πολύ δύσκολα μπορεί να το μεταλάβει κανείς, είναι ο στίχος που λέει «με την πικήλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών». Δεν καταλαβαίνει τίποτα κανείς, αν δεν κάτσει να σκεφτεί τι ακριβώς έγινε. Σας μίλησα για πολιτισμό, ο οποίος όμως μεταφυτεύθηκε εκεί και επομένως άλλαξε και το περιτύλιγμά του. Δηλαδή πήραμε τον Πλάτωνα, τον φυτέψαμε στη Συρία και εκεί τον πήραμε άλλη συγγραφή, τον δούλεψαν, τον διάβασαν, εμείς δώσαμε μία τέχνη και εκεί την πήραν άλλοι τεχνίτες και τον προσάρμοσαν. Πώς τον προσάρμοσαν όμως, όχι «hidden», όχι «τυχαία», όχι όπως να είναι «στοχαστικά» και αυτό είχε δράσεις. Δηλαδή κάθε τύπο πήρατε από εδώ, το πήρατε το πλατωνικό και το νέο πλατωνικό και το μεταφυτεύσατε και ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους είναι ο Πλωτίνος, ο οποίος είναι από τη Λυκόπολη της Αιγύπτου. Άρα δουλεύεται ο Πλάτωνας σε χώρο Αιγυπτιακό, τρελό, σαν να μας πουν τώρα ότι η καλύτερη έκδοση του Θουκιδίδη βγαίνει στην Αυστραλία, βεβαίως, αλλά με «στοχαστικό» τρόπο είχε «πικίλη» δράση, αυτό δημιούργησε. Νεοφιλεσοτικά έυματα, δούλευσαν περαιτέω, στοϊκή, δημιουργήθηκαν νέες σχολές, δημιουργήθηκαν νέες σχολές τέχνης, νέες σχολές επιστήμης. Η Αλεξάνδρια έγινε νέο φυτώριο για σειρά ολόκληρης επιστημών. Άρα λοιπόν ο κόσμος αυτός περιέχει μέσα τη «πικίλη» δράση των «στοχαστικών» προσαρμογών του ελληνικού πολιτισμού. Όχι τυχαίων προσαρμογών, «στοχαστικών». Προσέξτε τώρα που το αναλύσαμε, για να βγάλουμε και το καπέλο στον καβάθι, τι θα πει ποιητής ένα τόσο δύσκολο νόημα, που χρειάστηκα εγώ 50-100 λέξεις τόση ώρα να σας μιλήσω, για να σας είναι σαφές, αφού έδειξα πρώτα μια διάλεξη ολόκληρη. Και αυτός το βάζει σε ένα στίχο και περιμένει ότι θα το καταλάβουν. Και λίγο χαμογελάει με την άγνοιά μας, δεν θα το καταλάβουν κακόμυροι. Γι' αυτό και κάποτε σε μια συνέντευξη που ο καβάθις, να αρχίσουν να μαθαίνουμε και λίγο γι' αυτόν, έγραψε, ο καβάθις με αυτό το ύφος που είχε του γέροντος, του λέει φιλάρεσκα πράγματα για τον εαυτό του, μόνο που έχει δίκιο ο γέρον, εμείς δεν μπορούμε να το καταλάβουμε. Ο καβάθις είναι ποιητής των μελλουσών γενεών του, έγραψε, σε συνέντευξη. Θα τον καταλάβουν μετά από πάρα πολλά χρόνια. Μια αυταρέσκεια για τον εαυτό του στον τρίτο πρόσωπο. Γι' αυτό μπόρεσε μέσα σε αυτή τη φράση. Με την ίδια φράση των στοχαστικών προσαρμογών. Μαλέμπτες και παιδιά, μιλέμπτες. Φυσικά, την κοινή ελληνική λαλιά. Δεν θα υπάρξει ποίημα του καβάθι που δεν θα δοξάσει την ελληνική γλώσσα. Θα τη δοξάσει και σε ποίηματα ερωτικά, που δεν θα το πιστεύετε. Και αυτό και εκεί θα επιμείνει. Όλο θα γίνει σαν αλήθεια κρυφά, ερωτικό παιχνίδι θα γίνει εγώ. Και ερωτικά θα σου πω πράγματα. Αλλά γλώσσα θα έχει μέσα ελληνική. Γιατί αυτό είναι που με διακρίνει εμένα, η γλώσσα. Μιλάω τη γλώσσα του Πλάτωνα. Σας μίλησα πριν για το θέμα της μίξης. Και εδώ αρχίζει η αντιοχή, η σερευκή και η σερευκής. Και οι πολυάριθμοι Έλληνες, Αιγύπτου και Συρίας. Και η Ενμιδία και η Ενπερσύδη και όσοι άλλοι. Δηλαδή, έδωσκοι σαν μικόσμο και αναμιχτήκαμε με κόσμο. Ρε, στις σαν αυτοκρατορία. Ρε, τι μου μιλάς εσύ τώρα για την πόλη σου. Πείσασταν όλοι σπαρτιάτες και έλεγα τα κουτσουβολιά της Πάλης. Για να διαβάσουμε ένα πολύ μικρό. Εν πόλη της Οσροϊνής. Που τη διάβα είναι αυτή η Οσροϊνή. Η Οσροϊνή είναι σήμερα στο βόρειο Ιράν. Κοντά, βάλετε το στο μυαλό σας, κοντά προς τον Κάφκασο. Μεταξύ ας πούμε της Αρμενίας και της Περσίας. Κάπου εκεί. Ένα μικρό κρατήδιο, έτσι. Εν πόλη της Οσροϊνής. Μια σκηνή θα μας δώσει. Μια σκηνή. Απ' τη σταβέρνας των καυγά μας φέραν πληγωμένο τον φίλον Ρέμονα χθες περί τα μεσάνυχτα. Απ' τα παράθυρα που αφήσαμε νωλάνοιχτα, το ωραίο του σώμα στο κρεβάτι φώτιζε η Σελήνη. Είμαιθα ένα κράμα εμείς εδώ. Σύρι, Γρεκή, Αγμένη, Μήδη. Τέτοιος κι ο Ρέμων είναι. Όμως, χθες, σαν φώτιζε το ερωτικό του πρόσωπο η Σελήνη, ο νους μας πήγε στον πλατωνικό χαρμίδι. Διαφωτίζουμε. Χαρμίδις είναι ο βασικός εκείνος διάλογος του πλάτανο που συζητάει περί ομορφιάς. Και μέσα σε αυτόν ο νέος που είναι ο εκπάγλου ομορφιάς είναι ο χαρμίδις που μάλιστα έρχεται από το γυμναστήριο. Τι πιο ωραίο! Εμείς οι άντρες έχουμε λίγο μία απόθηση με το θέμα της ομοφιλοφιλίας του Καβάθη. Καλό μου, καλά κάνουμε. Ας το δεχτούμε ότι μιλάει για μια γυναίκα όμως για να μπορέσουμε να την ξεπεράσουν αυτή μας την απόθηση. Όπως οι γυναίκες άνετα το προσλαμβάνουν που δεν έχουν τις ίδιες αναστολές. Έρχεται λοιπόν ο χαρμίδις που είναι μόλις από το γυμναστήριο και μιλάει με τον Σοκράτη περί ομορφιάς. Κι αυτόν ρωτάει για να μάθει ποια είναι η γνήσια ομορφιά. Άρα λοιπόν σου λέει ότι εδώ ο νους μας βλέγει στον πλατωνικό χαρμίδι. Τον ιδανικά ωραίο άντρα εκείνον που περιέγραψε ο πλάτωνας. Ποιοι είμαστε εμείς εδώ στην οζοϊμή. Είμαστε ένα κράμα εμείς εδώ. Σύροι, Γρεκοί, Αρμένοι, Μύροι. Που το θυμήθηκες μωρέ. Σαν να πάτε εδώ στα χωράφια απ' έξω που καλλιεργούνε κρεμμύδια. Κι όπως θα δείτε τα παιδιά που το λεύουν. Άλλος είναι Ινδός, άλλος Αυγανός, άλλος Σύρος, άλλος Κούρδος, άλλος Πακιστανός. Και να μου πείτε όπως έβλεπα τα σώματά τους που δουλεύανε πηγιονούς μου στον πλατωνικό χαρμίδι. Ήταν ένα ωραίο σώμα της μας για να μην δώσει ο Κακομύρης που είναι σκυμμένος. Εδώ λοιπόν σου λέει γίναμένα ένας αχταρμάς. Αλλά εμάς ο νους μας πήγε σε εκείνο τον Ινανικό που μας ενέπνευε απ' την πατρίδα. Αλλά είμαστε ένα μύρμα. Κι ο Καμπάφης τι είναι ένα μύρμα ο Κακομύρης. Εδώ Αιγύπτιοι, Φελάχοι, Έλληνες, όλοι του κανάκα τι έχουμε γίνει εδώ μέσα. Ο νους μας όμως μας εμπνέει εκείνος ο πολιτισμός. Και τώρα και δύο τρεις λέξεις που με ενδιαφέρουν. Και που τις ακούσατε αλλά δεν τις είχατε γραμμένες. Απ' τη σταβέρνα στον Καβγάκ. Καταρχάς τη σκηνοθεσία θέλω να προσέξετε μας φύγει και έτσι η σκηνοθεσία. Μέσα σε οχτός τείχους έχει στήσει σαν να φεύγει μακριά μια κάμερα. Ένα νυχτερινό δωμάτιο. Ένα ανδρικό σώμα σχεδόν γυμνό για να σώσουν τις πληγές που είναι χτυπημένος. Πέφτει η σελήνη από το παράθυρο και φαίνεται στο ψυχρό φως της σελήνης απλωμένο το ανδρικό σώμα. Τον φίλον Ρέμωνα. Πλαστό όνομα δεν υπάρχει, το έχει φτιάξει ο Καβάφης. Του αρέσε πάρα πολύ να φτιάχνει πλαστά ονόματα της αρχαιότητας. Ρέμωνα. Χθες περί τα μεσάλιχτα είχαν πιει λοιπόν, είχαν διασκεδάσει και πλακωθήκαν έξω και μας τον φέραν. Είχε στραβουλιγμένο χέρι, πόδι, χτυπημένος ήταν και τον βζακλώσαμε. Από τα παράθυρα που αφήσαμε όλα ανοίχτα, το όλα ανοίχτα θα περιμένατε να είναι γραμμένο με ο, μικρογιώτατα. Αφήσαμε όλα ανοίχτα. Μόνο που στο κείμενο ο Καβάφης το γράφει με υψήλον. Μα τι γίνεται, είναι ορθογραφικό λάθος. Δεν είναι ορθογραφικό λάθος, είναι αντιγραμματισμός του. Το θέλω όλα ανοιχτά, όλα ανοιχτά τα αφήσαμε για τα καλοκαίρι ζέστη, έτσι. Αλλά ήταν όλη νύχτα επίσης. Με την ίδια λέξη θα σου πω δυο πράγματα. Άλλο θα διαβάσεις κι άλλο θα ακούς. Το ωραίο του σώμα στο κρεβάτι φώτιζε η σελήνη. Και λέει, είμαι θα είναι ένα κράμα εδώ, σύρι, γρεκή, αρμένη, μύρι. Τέτοιος κι ωραίμων είναι, τυχαία η αντωνυμία, τέτοιος κι ωραίμων είναι. Λέμε είναι οτιούτος, είναι τέτοιος. Ο Καβάφης δεν μπορεί να μιλήσει ανοιχτά, έχει πρόβλημα. Η κοινωνία του ήταν άλλη, δεν μπορούσε να αποδεχθεί. Στο γράψα εγώ, σου είπα, ήταν τέτοιος κι ωραίμων δικός μας. Εννοούσα σύρους, γρεκός, αρμένη, ως μύδος. Και πάει το ερωτικό του πρόσωπο. Τώρα φίλε, έχει κλείσει το μάτι εντός ερωτικών της τις αδερφές. Δεν κανένας κόσμος. Για εμάς το γράφω, για εσάς το γράφω. Συγχρόνως και ο ιδανισμός μας. Όλοι εμείς οι ανάκατοι, ρε, είμαστε ωραία παιδιά. Γι' αυτό, είμαστε πιο ωραία παιδιά από τους άλλους. Προσέξτε πώς έχει, λοιπόν, κάθε λέξη μέσα το δικό της νόημα. Και πάλι το κάνω. Θα κλείσω με ένα τελευταίο, για να μη σας κρατήσω πολύ. Όπου εδώ έχουμε πάλι ένα ερωτικό επιτύμβιο για κάποιον ο οποίος είναι, λέει, για τον Αμώνι. Πολλοί Έλληνες αυτό το Αμώνις. Προφανώς από τον Άμμο Ναρά, κάποιος Τουρκανάκατος, Αιγύπτιος, που πέθανε 29 ετών. Πάντα του άρεσαν οι λεπτομέροι του καβάδι. Γιατί ακριβώς ο Αιγύπτιος είναι αυτό το πιο ερωτικό πράγμα. Σαν να λέμε, εμείς οι άνδρες, ήταν μια κοπελιά 22 ετών. Λες και έχεις σημασία με 24, δηλαδή, θα ήταν ωραία. Πειράζει, το λες εσύ 22 και βλέπεις το δικό μας το μυαλό. Στα 610, στο διάλοτρο, τα 610, θα ψάξουμε να δούμε. Στα 630-640 κάπου εκείνη, δεν θυμάμαι καλά από δημιουργία στις ιστορικά ιδεατροί, κατακτάται η Αίγυπτος από τους Άραβες. Επομένως τελειώνει για πάντα ο αρχαίος εκείνος κόσμος που στήσαμε εμείς. Άρα μας βάζει τώρα έναν 29, που πέθανε λίγα χρόνια πρωτού πάρουν οι Άραβες και καταστρέψουν αυτοί οι βρωμιάριδες με τα δικά τους, με τα μουσουλμανικά τους, όλα όσα στήσαμε εμείς. Αλλά εδώ δεν πέθανε κανένας Έλληνας ρε παιδιά. Φελάθος, ο Κεμάλης ήτανε, ο Αξάνιμ, ο διάβολος. Για να δούμε αυτός ο Αμώνις τι στοκαλό γίνεται. Και εδώ ζητάει από έναν ποιητή να του γράψει ένα επιτήνδιο. Παραγγελία βλέπουν, έχει γράψει, για χειρός καβάφι. Πώς τον λένε τον ποιητή, τον ποιητή τον λένε Ραφαήλ. Εβραίος λοιπόν, μεγάλη εβραϊκή κοινότητα στην Αλεξάνδρια. Περίπου το ένα τέταρτο της Αλεξάνδριας, ήταν συνοικισμένοι εβραίοι. Και αυτοί εδώ, ελάτε, ελάτε, ελάτε εδώ. Και μάλιστα ήταν οι καλύτεροι στρατιώτες. Πάρα πολύ καλοί στρατιώτες οι εβραίοι. Και τους χρησιμοποίησαν, που το λένε, μεγάλη παρηγεία. Άρα λοιπόν, ούτε αυτός είναι Έλληνας, Ραφαήλ. Και επίσης, αυτή η ιστορία, από το 610, θεώρησε το ψήφι του. Ραφαήλ, ο λίγους στίχους σε ζητούν, για επί τύμβιον του ποιητού, αμόνη να συνθέσεις. Α, ήταν και ποιητής το παιδί. Κάτι πολύ καλέσθητον και λίων. Τι θα μπορέσεις, είσαι ο κατάλληλος να γράψεις, πως αρμόζει, για τον ποιητή ναμόνη, του δικών μας. Βέβαια, θα πεις για τα ποιηματά του. Αλλά να πεις και για την αιμορφιά του, για την λεπτή αιμορφιά του που αγαπήσαμε. Πάντοτε ωραία και μουσικά τα ελληνικά σου είναι. Όμως την μαστοριά σου όλοι να τη θεμε τώρα. Σε ξένη γλώσσα η λύπη μας και η αγάπη μας περνούν. Το αιγυπτιακό σου αίσθημα, χείσαι στην ξένη γλώσσα. Ραφαήλ, οι στίχοι σου έτσι να γραφούν, που να έχουν, ξέρεις, από την ζωή μας μέσα των. Που κι ο ρυθμός, οι κάθε φράσεις να δηλούν, που η αλεξανδρινό γράφει αλεξανδρινός. Του ζητάει λοιπόν, σε παρακαλώ. Ξέρουμε ότι εσύ μπορείς να γράψεις κάτι τέλεια σε ελληνική γλώσσα. Αλλά θέλουμε, εμείς είμαστε Αιγύπτιοι. Και σε παρακαλούμε για το να μόνη το δικό μας το μπιντι να γράψεις κάτι. Και είναι δύσκολη η στιγμή, γιατί το δικό μας αίσθημα, που είναι Αιγυπτιακό, μιλάμε άνθρωπο μιγόρον, θέλουμε να περάσει σε μια ξένη γλώσσα στα ελληνικά. Με ελληνικά να τον τιμήσεις. Και έτσι το δικό μας αίσθημα θα μετρουσιωθεί μέσα από την άλλη γλώσσα. Εγώ λοιπόν να ζητάω επιτύμβιο στα αγγλικά, πώς είναι δυνατόν. Όλοι έχουμε φάει εδώ κοντοσούβια και να σας ζητάω να μου γράψετε επιτύμβιο στα αγγλικά. Πρέπει όμως. Επομένως, στα ελληνικά αυτή είναι η γλώσσα που αξίζει να γραφτεί επιτύμβιο. Να το γράψω το Αιγυπτιακό, δεν γράφανε επιτύμβιο, γράφανε ένα όνομα και τον θαύανε. Και θέλουμε τώρα όλη τη μαστοριά σου, έτσι που κάθε στίχος λέει και ο ρυθμός και κάθε φράσης να δηλούν, πως για Αλεξανδρινό γράφει Αλεξανδρινός. Πως ξέρεις τη ζωή μας, ξέρεις τι έκανα μόνης κάθε μέρα, ο ποιητής μας εδώ, και γράφεις από τη ζωή του μέσα. Προσέξτε λοιπόν πως η γλώσσα γίνεται ταυτότητα και περιφάνεια σε κάθε επίμαν. Γι' αυτό επιμένει, γιατί τη γλώσσα αυτή την πήγαμε ως τους Ινδούς και είναι τιμή μας και καμάρι μας και εκφράζει τα πάντα μας και όχι μόνο των Ελλήνων, μόνο και των Φελάνχων, του Αμμώνι. Και για αυτόν πήγαν οι δικοί τους έναν Έλληνα. Ποια Έλληνα, Εβραίος ήτανε. Βλέπεις αυτό που του είπα, ξέρεις να γράφεις μωρέ. Γράψε κάτι για το δικό μας το παιδί. Γράψε και για την ομοφιά του βέβαια, για την κλειπτομάτη στους δικούς μας. Έτσι, αλλά να γράψεις έτσι ώστε το αίσθημά μας να καταλάβουν που Αλεξανδρινός, για να γράφει Αλεξανδρινό. Και εδώ, ενώ δεν το προσέξατε επίσης, υπάρχει και μια χειδαιότατη λέξη, που είναι ακριβώς η λέξη πιο καλής, το πιο καλό στίχο. Και έχει και έναν νόημα χειδέρο. Λέει, όμως τη μαστοριά σου όλοι να τη θένε τώρα. Σε ξένη γλώσσα, η λύπη μας και η αγάπη μας περνούν. Πόσο δύσκολο να γράψουμε αυτό, όσο να γράψουμε την συνέσθημά μας. Στα Γαλλικά ήταν η κατή, δεν μας μιλάει αυτή η γλώσσα. Και λέει, το εγκυπτιακό σου αίσθημα, χείσαι στην ξένη γλώσσα. Όλοι ξέρουμε φυσικά την κακή σημασία, είπα εσπτός, την ωραία σημασία. Και το βάζει αυτό το ρήμα εινικός, καθαυτό ερωτικό, ότι λέμε τώρα αυτό το ερωτικό. Για σας το γράψω εγώ μέσα και σε στίχο. Και δεν θα μπορείτε να πείτε τίποτα, μιλάω για το αίσθημα, που θα πρέπει να μετουσιωθεί σε μια άλλη γλώσσα. Γι' αυτό είναι και ωραία κρυπτικός και μεγάλος μάσχορας και βλέπουμε ένα σαρδόνιο χαμόγελο πίσω από κάθε το στίχο. Και δεν είναι ατυχίο, γι' αυτό σας ξεκίνησα. Ναι, ναι, τη γλώσσα, κάθε φορά τη γλώσσα. Μόλις και για τον Αιγύπτιο και για τον Αιγύπτιο. Κι αυτός δικός μας είναι, κι αυτός ποθούσε ένα επιτύμβιο ελληνικό. Και υπάρχουν τέτοια με το σωρό επιτύμβιο φυσικά, για διάφορους απίθανος Αιγυπτιόνιμους, που θέλαμε επιτύμβιο στα ελληνικά. Το αντίστοιχο έγινε, και με αυτό πλήνω, ήμουνα στη Βουλγαρία πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια και έβλεπα σε κάποιο νεκροταφείο, που είναι πολύ ενδιαφέρουσι μεταξύ των νεκροταφείων, τα φόπλακες παλιές. Θα σας παραξενέψει, ονόματα βουλγάρικα απίθανα, τα οποία έχουν επιτύμβιο στα ελληνικά. Και λες, καλά ρε, αυτός λέγεται βούλγοστάδε. Τι το γράφει ελληνικά, αυτός δεν ήταν Έλληνας. Δεν είχε γλώσσα να θέλεις να μείνει επιτύμβιο, αν δεν ήταν ελληνικά. Πού στα βουλγάρικα θα το γράφε, το 1750 και το 1780, ζα ήταν εκεί φέρα, μόνο στα ελληνικά. Το οφερούσαν, λοιπόν, τιμή τους στα ελληνικά. Και ο Καβάθης το ανασυστήνει αυτό το πράγμα και το ξαναστήνει. Εμείς εδώ έχουμε τη γλώσσα μας. Ανάκατοι είμαστε, τέτοιος κι ορέμων είναι, αλλά η γλώσσα μας ήταν μία. Και το μυαλό μας ήταν στο χαρμίρι. Δουλεύουμε με πλάτονα. Θυμηθείτε το Έλληνας κανούμενος της μετέρας παιδείας μετέχοντες. Εκεί. Μη σε νοιάζει το DNA, εμείς είμαστε αρμανίτες. Σιγά. Αρκεί να ομολογείς, ομολογώ ότι πιστεύω τον πλάτονα. Τελείωσε. Πάμε. Δικό μας, εσύ. Δεν με ενδιαφέρα, έκταξε το DNA. Ελπίζω να μη σας κούρασα για σήμερα. Την επόμενη φορά, όπως είπα, θα μιλήσουμε γενικά λίγο για πρωτισμό, λιγότερο για να μπούμε στον Καβάδι να λέμε τέτοια πράγματα και να ψάχνουμε να βρίσκουμε ψηλοδετομέρειες και να... Ερώτηση. Αν υπάρχουν, ευχαρίστως, ό,τι θέλετε, εδώ... Ρωτάτε, βέβαια, τις κρατάτε για την επόμενη φορά, όταν ήμουν εδώ, είμαστε ό,τι πέρανε. Είναι βέβαιο ότι πέραν της Συρίας, όταν έφυγε από το χώρο της Συρίας, δηλαδή της σημερινής, σκεφτείτε, Συρία, και της σημερινής Αίγυπτο, δεν υπήρχαν κάρτας. Ό,τι θα υπήρχε θα ήταν μόνο στα χέρια Περσών. Και οι οποίοι δεν ξέρουμε καν αν ήξεραν αυτού του είδους την αναπαράσταση, θα πρέπει και αυτοί κάποιο τρόπο να είχαν, αλλά οπωσδήποτε χάρτες δεν υπήρχαν. Δηλαδή, κανένας Έλληνας δεν είχε πατήσει πέρα της Περσέπολης, που είναι περίπου στο σημερινό Ηλάκ, άρα περίπου το μισό από την κατάκτηση, Έλληνας δεν είχε πάει πέρα από εκεί πέρα. Και για να το φανταστούμε στα δικά μας μέτρα, σκεφτείτε να σας έλεγε... Άντε να βρω μέχρι την Βουλγαρία κάνα χάρτη, άντε να βρω μέχρι την Ευρώπη. Κάπου έχουν πει και το Παρίσι προχωρός είναι βόρεια, από Ρόντι κόψε βόρεια και πήγαινε. Τώρα το Χίουστον, αν είναι στην από δω μεριά στην Αποκίνη, πώς θα πάω δε τίποτα, τόσο πολύ δηλαδή δεν υπήρχε χαρτογραφή. Πάθος το τρώει σε χάρτος μας μέσα. Ενώ για τη μικρασία είχε ο άνθρωπος μια γενικένεια, είχαν πάει Έλληνες, είχαν πάει Συρία, ξέραμε με τη θαλασσοπορία μας να φτάσουν μέχρι Συρία, ξέραμε μέχρι την Αίγυτο, είχαν πάει Έλληνες μιστοφόροι στην Αίγυτο και άρα ξέραμε ότι με βάση τον ήλο κατεβαίνεις. Δηλαδή εκεί είχαμε από την Περσέπολη και πέρα και ακόμα και ο ίδιος ο Ιρόβοτος τρομερές συγχύσεις γεωγραφικές. Δηλαδή ούτε ξέραν αν η Κασπία κλείνει ή επικοινωνεί με το βόρειο οκεανό. Γι' αυτό και έγινε το μεγάλο λάθος, σε μεταγενέστερη εποχή, στείλανε τον Πατροκλή να εξερευνήσει, ο Πατροκλής έφτασε μέχρι το μέσον της Κασπίας και γύρισε και τους είπε ότι δεν κλείνει πουθενά, δεν βλέπει τέλος. Και γι' αυτό ονομάστηκε η Κασπία θάλασσα από τη λίμνη. Είχανε πάρα πολύ μεγάλη, ο Ιρόβοτος ας πούμε που είναι ο κλασσικός νοστισκός, πολύ μεγάλη σύγχυση για τα ποτάμια. Ποτάμια σε ποτάμια χωρίζουν τη Νόπιο από τη Βόρεια Ασία, μπερδεύει ποτάμια, τα οποία άλλα είναι στο Γκάφκασο και άλλα είναι στα βόρεια του Οργανισθάν. Και τα θεωρεί ένα ποτάμι ή τα μπερδεύει. Άρα λοιπόν ξέρουν ότι οι Έλληνες δεν ξέραν και απλώς είχαν κάποιες, όπως λέμε εμείς, ναι, το ποταμό του Κολοράδου. Τώρα πώς πάει το ποταμό του Κολοράδου, τον έχουμε ακούσει παιδιά, ένα ποτάμι θα υπάνει ή περάσει, κάπως έτσι. Αυτή είναι η λένε. Αυτός εξαιριάστηκε, μιλάει για τον εξοδοσιαστή, πόσο γυρνάστηκε? 10 χρόνια εκτός. 3,34 με 3,23. Δηλαδή, αλλά το τελευταίο το ενδέκατο ήταν στη Βαβυλώνα. Ναι, 10 χρόνια εξοδοτίας του. Ακριβώς. Τώρα να μη εγώ μη σκεφτείτε, τι ρούχα θα φοράγαν οι Κακόμπυροι, όταν ξεκίνησαν και πιδέκα χρόνια περπατάγανε. Και πόσοι έμειναν. Και πόσοι έμειναν και πόσοι αλλάξανε. Και περίπτω κάποιες ωραίες περιγραφές, πώς είχαν σκουριάσει τα όπλα τους από τις συνεχείς βροχές. Δηλαδή, δεν είχαν αντιμετωπίσει ποτέ τις καταιγίδες των Μουσώμαν να βρέχει, για 3 μήνες και ακόμη τα όπλα τα ελληνικά σκουριάζανε. Σκουριάζανε, προχωρήσατε και ήταν σκουριασμένο. Τότρυβες, την άλλη μέρα έγινε ξανά σκουριάση. Εμείς δεν είχαμε ποτέ τέτοιες σκουριάσεις ή ότι τα άλογα τους είχανε φαρεί πλέον οι οπλές. Δηλαδή, κοιτάξτε, τους βάρεις, τους βάρεις, τους βάρεις πέτσα, αλλά πώς θα να περπατήσουν τα κάτω. Παίρνεις καινούργια, παίρνεις καινούργια και στο τέλος περιγράφει ένα στοιχείο που ήταν περίπου λίγο σαν καραγιόζυνες. Γιατί φορούσαν ποια ρούχα, ό,τι βρεις. Παίρνεις το μπατελόνι, το τζίνα από την Ελλάδα, τότε ξεκόφελες, μετά πήρες ό,τι σου ήρθε και τα φόραγε ένα κακόμυρι και προχωρούσαν. Πολύ ενδιαφέροντα τέτοια πράγματα να συγκροτήσουν με την ιστορία. Τι θα τράβηξαν αυτούς που κατάφεραν να πάνε και να γυρίσουν. Έχω κάτσε ώρες ολόκληρες να σκέφτομαι. Σκέψου τι θα λέγα στα παιδιά τους κάποιος που θα γύρισε στην Πέλα και θα έφτασε με την Ινδία. Περίπου, όμως, ξέρουμε ότι κάνανε για τα βάθη της Ασίας, δηλαδή κοντά στην Ινδία, γιατί ξέρουμε ότι έπαιρνε φωτιοπομπές που φέρναν καινούργιους στρατιώτες από την Ελλάδα. Ή έστελνε πίσω. Περίπου κάνανε ένα χρόνο να καλύψουν την απόσταση με τα πόδια. Και το ξέρουμε αυτό, γιατί έρχομαι συγχρονιστικά με την ελληνική ιστορία. Ένα χρόνο για την Ινδία, πλέον. Στα ποιο μέσα, δηλαδή στην Περσία ή το, μέσα σε 3-4 μήνες το κάλυπταν. Κυρίως γιατί από τη Συρία πέναν το πλοίο και πήγαιναν γρήγορα. Σε 10 μέρες ήταν στην Ελλάδα. Δεν είχαν να αντιμετωπίσουν, όμως, τι? Είχαν δυσκολίες και δυσκολίες. Εφόσον τα είχαν κατατήσει, δικά τους ήταν. Μολονότι, όχι και τόσο σίγουρο, γιατί όταν γυθνάει ο νέαχος, αντιμετωπίζει χειλές. Οι χειλές δεν έχουν ειδοποιηθεί, ότι ποιοι είναι αυτοί. Ήταν τόσο τεράστιρος ο χώρος, ότι εντάξει, επειδή συγκατέκτησες στην Μερσέκο, τι να το μάθω εγώ, στ' αδεχρολιό. Εγώ σου πετάω πέτρες. Δεν έχεις. Ήταν τόσο τεράστιρος ο χώρος, ότι εντάξει, επειδή συγκατέκτησες στην Μερσέκο, τι να το μάθω εγώ, στ' αδεχρολιό. Ήταν τόσο τεράστιρος ο χώρος, ότι εντάξει, επειδή συγκατέκτησες στην Μερσέκο, τι να το μάθω εγώ, στ' αδεχρολιό. Ήταν τόσο τεράστιρος ο χώρος, ότι εντάξει, επειδή συγκατέκτησες στην Μερσέκο, τι να το μάθω εγώ, στ' αδεχρολιό. Ήταν τόσο τεράστιρος ο χώρος, ότι εντάξει, επειδή συγκατέκτησες στην Μερσέκο, τι να το μάθω εγώ, στ' αδεχρολιό. Ήταν τόσο τεράστιρος ο χώρος, ότι εντάξει, επειδή συγκατέκτησες στην Μερσέκο, τι να το μάθω εγώ, στ' αδεχρολιό. Ήταν τόσο τεράστιρος ο χώρος, ότι εντάξει, επειδή συγκατέκτησες στην Μερσέκο, τι να το μάθω, στ' αδεχρολιό. Ήταν τόσο τεράστιρος ο χώρος, ότι εντάξει, επειδή συγκατέκτησες στην Μερσέκο, τι να το μάθω, στ' αδεχρολιό. Ήταν τόσο τεράστιρος ο χώρος, ότι εντάξει, επειδή συγκατέκτησες στην Μερσέκο, τι να το μάθω, στ' αδεχρολιό. Ήταν τόσο τεράστιρος ο χώρος, ότι εντάξει, επειδή συγκατέκτησες στην Μερσέκο, τι να το μάθω, στ' αδεχρολιό. Ήταν τόσο τεράστιρος ο χώρος, ότι εντάξει, επειδή συγκατέκτησες στην Μερσέκο, τι να το μάθω, στ' αδεχρολιό. Ήταν τόσο τεράστιρος ο χώρος, ότι εντάξει, επειδή συγκατέκτησες στην Μερσέκο, τι να το μάθω, στ' αδεχρολιό. Ήταν τόσο τεράστιρος ο χώρος, ότι εντάξει, επειδή συγκατέκτησες στην Μερσέκο, τι να το μάθω, στ' αδεχρολιό. Ήταν τόσο τεράστιρος ο χώρος, ότι εντάξει, επειδή συγκατέκτησες στην Μερσέκο, τι να το μάθω, στ' αδεχρολιό. Ήταν τόσο τεράστιρος ο χώρος, ότι εντάξει, επειδή συγκατέκτησες στην Μερσέκο, τι να το μάθω, στ' αδεχρολιό.