Διάλεξη 10 / Διάλεξη 10 / Διάλεξη 10

Διάλεξη 10: Στο σημερινό τελευταίο μάθημα του κύκλου αυτών των μαθημάτων για τους Αγίους της Θεσσαλονίκης, θα κάνουμε μια σύντομη αναφορά στους Αγίους έχοντας ολοκληρώσει την ενότητα για τους νεομάρτυρες της Θεσσαλονίκης. Θα κάνουμε μια τελευταία αναφορά, μια γενική αναφορά στους νεότερους Αγίους, σ...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος δημιουργός: Πασχαλίδης Συμεών (Καθηγητής)
Γλώσσα:el
Φορέας:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Είδος:Ανοικτά μαθήματα
Συλλογή:Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας / Οι Άγιοι της Θεσσαλονίκης
Ημερομηνία έκδοσης: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2015
Θέματα:
Άδεια Χρήσης:Αναφορά-Παρόμοια Διανομή
Διαθέσιμο Online:https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=fb25daec
Απομαγνητοφώνηση
Διάλεξη 10: Στο σημερινό τελευταίο μάθημα του κύκλου αυτών των μαθημάτων για τους Αγίους της Θεσσαλονίκης, θα κάνουμε μια σύντομη αναφορά στους Αγίους έχοντας ολοκληρώσει την ενότητα για τους νεομάρτυρες της Θεσσαλονίκης. Θα κάνουμε μια τελευταία αναφορά, μια γενική αναφορά στους νεότερους Αγίους, στους Αγίους της νεότερης περιόδου της Θεσσαλονίκης, σε πρόσωπα τα οποία δεν ανήκουν βέβαια στον κύκλο των νεομάρτυρων αφού ήδη για τους νεομάρτυρες έχουμε κάνει διεξοδική αναφορά και παρουσιάσαμε τα κύρια θέματα τα οποία αφορούν στους νεομάρτυρες της Θεσσαλονίκης και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται το φαινόμενο των νεομαρτύρων από την περίοδο της Τουρκοκρατίας αλλά θα ασχοληθούμε με τους νέους αυτούς αγίους της Θεσσαλονίκης οι οποίοι μας είναι γνωστοί ως κάτω από την γενικότερη ενότητα οι νέοι άγιοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δηλαδή οι άγιοι εκείνοι οι οποίοι εμφανίζονται στην ιστορία της Εκκλησίας, δρούν μέσα στην ιστορία της Εκκλησίας κατά τους νεότερους χρόνους κυρίως από την περίοδο μετά το σχίσμα και ίσως θα έπρεπε να διευκρινίσουμε καταρχήν τι δηλώνουμε με τον όρο νέοι άγιοι. Όταν αναφερόμαστε στους νέους αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας συνήθως ο προσδιορισμός νέος τίθεται σε σχέση με τους παλαιότερους ομώνυμους αγίους. Είναι πολύ ενδεικτικό να αναφέρουμε ότι έχουμε μια πλειάδα νέων αγίων, αγίων με την προσωνυμία ο νέος από την περίοδο της οικονομαχίας και μετά. Όταν δηλαδή έχει ήδη αποκρυσταλωθεί ο κύκλος των παλαιών αγίων, των παλαιών κατά κύριο λόγο μαρτύρων της Εκκλησίας ή μεγάλων μοναστικών μορφών της πρώτης περίοδου μετά την εμφάνιση και την ανάπτυξη του μοναχισμού στην Ανατολή. Και κατ' αυτόν τον τρόπο μετά από την διαμόρφωση και την αποκρυστάλωση αυτού του κύκλου των παλαιών αγίων ή παλαιών μαρτύρων της Εκκλησίας υπήρξε η αναγκαιότητα να δημιουργηθεί ένας άλλος κύκλος αγίων μετά το τέλος αυτής της συστηματοποίησης και της συγκέντρωσης των ονομάτων των αγίων που γνωρίζουν ότι πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια της οικονομαχίας τον 1ο και στον 10ο αιώνα μέσα από τις μεγάλες συλλογές, τις μεγάλες συναξαριακές ή μεινολογιακές συλλογές, δηλαδή τις συλλογές αυτές που δημιουργήθηκαν με διάταξη κατά τις ημέρες και τους μήνες του εκκλησιαστικού έτους, ξεκινώντας δηλαδή, ξεκινούν όλες αυτές τις συλλογές από την 1η Σεπτεμβρίου, την ημέρα της αρχής, την εορτή της αρχής της Συνδίκτου και τη μνήμη του Αγίου Σημεών του Στυλίτου και φθάνουν ως την 31η Αυγούστου. Έτσι λοιπόν η σχηματοποίηση και η οριστικοποίηση αυτών των συλλογών στη διάρκεια του 1ου και του 10ου αιώνα, γνωρίζουμε ότι συγκροτήθηκαν τότε το συναξάριο της εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως ή τα περίφημα μυνολόγια, το μεταφραστικό μυνολόγιο, το μυνολόγιο δηλαδή που συγκροτήθηκε από τον κύκλο των συνεργατών με προεξάρχοντα των Άγιων Σημεών των μεταφραστή, το περίφημο μεταφραστικό μυνολόγιο ή την ίδια περίοδο, στον 10ο και στις αρχές του 11ου αιώνα, τα περίφημα αυτοκρατορικά μυνολόγια, με το πιο γνωστό το μυνολόγιο του Βασιλείου του Δευτέρου. Δημιουργείται λοιπόν ένας κλειστός, θα μπορούσαμε να πούμε, κύκλος Αγίων που συναπαρτίζουν τον ενιαύσιο εορτολογικό κύκλο και γι' αυτό ακριβώς στον λόγο καθίσταται πρόδυλοι η ανάγκη από την επόμενη χρονική περίοδο, από τον 11ο αιώνα και μετά, να προσδιοριστούν με τον χαρακτηρισμό ο νέος, αλλά ακόμη και από την περίοδο της οικονομαχίας όπως είπαμε, να χαρακτηριστούν με τον προσδιορισμό ο νέος διάφορα πρόσωπα τα οποία τιμήθηκαν ως Άγιοι και εντάχθηκαν μέσα σε αυτόν τον εορτολογικό κύκλο. Είναι ενδεικτικά τα παραδείγματα, για να αναφέρουμε κάποια, για να κατανοήσουμε τι δηλώνουμε με τον όρο αυτό, του Αγίου Στεφάνου του νέου, τον οποίον είχαμε μνημονεύσει, έχουμε μνημονεύσει σε παλαιότερο μάθημά μας. Ο Στέφανος ο νέος ο οποίος υπήρξε ένας Άγιος της περίοδος της οικονομαχίας ακριβώς προσδιορίζεται ως ο νέος για να υπάρχει μια αντιδιαστολή προς τον παλαιό γνωστότερο Άγιο της Εκκλησίας μας που είναι ο πρωτομάρτυρας Στέφανος. Ένα πρόσωπο της πρόημης ιστορίας της Εκκλησίας που μας είναι γνωστός από το μαρτύριό του που καταγράφεται στις πράξεις των Αποστόλων. Κατ' αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε αυτός ο ευρύτερος κύκλος των νέων Αγίων της Εκκλησίας που τα κριτήρια όμως δεν υπήρξαν μόνον χρονικά, ιστορικά θα μπορούσαμε να πούμε, δηλαδή σε αντιδιαστολή σε διάκριση αυτού του κύκλου των νέων Αγίων προς έναν παλαιότερο κύκλο Αγίων που συμπεριελάμβανε τους Αγίους θα μπορούσαμε να πούμε χονδρικά της πρώτης χιλιετίας της ζωής της Εκκλησίας, αλλά επιπλέον υπάρχει και ένα θεολογικό κριτήριο που ορίζει τους νέους Αγίους. Και το κριτήριο αυτό καταρχήν έχει να κάνει με τις θεολογικές διαφορές και με τις ιστορικές αντιπαραθέσεις που καταγράφονται από τα μέσα κυρίως του 11ου αιώνα και μετά, όταν έχουμε το περίφημο μεγάλο σχίσμα μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας. Το πολύ σημαντικό όσο και τραγικό ιστορικό αυτό γεγονός της ρήξης μεταξύ των εκπροσώπων του Παπαρώμης και του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, που συνοδεύτηκε από τη συγγραφή και την κυκλοφορία αναθεμάτων από τη μία πλευρά προς την άλλη, οδήγησε σταδιακά σε αυτήν την παγίωση της διαφοροποίησης, μιας διαφοροποίησης ασφαλώς που η φίστα του και στους προηγούμενους αιώνες, όπως γνωρίζουμε, αλλά που αποτύπωνε καθαρά την ποικιλία μέσα στην ενότητα, την διαφορετικότητα μέσα στην ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος, την ποικιλία των διαφορετικών τοπικών παραδόσεων μέσα όμως στο ενιαίο πνεύμα της ορθόδοξης παράδοσης. Έτσι, λοιπόν, από τα μέσα του ενδέκα του αιώνα και μετά γνωρίζουμε ότι σταδιακά παγιώνεται αυτή η κατάσταση, η διχαστική αυτή κατάσταση της διάκρισης των Δυτικών από τους Ανατολικούς, της Δυτικής Εκκλησίας από την Ανατολική Εκκλησία, με αποτέλεσμα σε όλους τους μεταγενέστερους αιώνες, όπως γνωρίζουμε, τόσο στην Ανατολή, στη Βυζαντινή Ανατολή, όσο και στη Λατινική Δύση, να αποτελέσει το κύριο θέμα που απασχόλησε τις συζητήσεις, τις αντιπαραθέσεις μεταξύ των θεολόγων των δύο πλευρών και βέβαια παρέμεινε αν όχι διωγκώθηκε ένα χάσμα και παρέμεινε χένουσα μια πληγή μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα. Και γνωρίζουμε βέβαια ότι αυτή η πληγή, ιδιαίτερα για το Βυζάντιο, υπήρξε μία καθοριστική πληγή για το τέλος του ιστορικού βίου του Βυζαντιού. Είχαμε ήδη αναφερθεί όταν μιλήσαμε για τους πατέρες, σε ένα από τα προηγούμενά μας μαθήματα, για τους πατέρες του ησυχασμού και της παλαιολόγιας περιόδου που προέρχονται από την Θεσσαλονίκη ή που έζησαν και έδρασαν στην Θεσσαλονίκη, ότι κατά την περίοδο εκείνη έχουμε την ισχυρή παράδοση αυτών των δύο τάσεων, της τάσης των ενωτικών, των φιλεενωτικών με τον κύκλο των ανθενωτικών, των εκκλησιαστικών εκείνων προσώπων που τάσσονταν κατά της επανενώσεως με την Δυτική Εκκλησία, μια επανένωση την οποίαν υποστήριξαν και την οποίαν αποπειράθηκαν να επιφέρουν μέσα σε αυτό το κλίμα των αντιπαραθέσεων και κάποιοι Βυζαντινοί αυτοκράτορες αλλά και εκκλησιαστικά πρόσωπα, οικουμενικοί πατριάρχες ή άλλοι λόγοι, οι οποίοι τάχθηκαν ακριβώς υπέρ μιας τέτοιας φιλεενωτικής πολιτικής, ακολούθησαν και υποστήριξαν μια τέτοια φιλεενωτική πολιτική. Έτσι λοιπόν φθάνουμε στο σημείο, κατά την περίοδο αυτή, να μιλούμε για τους νέους αγίους σε αντιδιαστολή προς τους παλαιούς αγίους, δηλαδή τους αγίους της ενιαίας εκκλησιαστικής παράδοσης και ως νέοι Άγιοι ορίζονται οι Άγιοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας, οι οποίοι συμπεριλήφθηκαν στο νέο πλέον εορτολόγιο της εκκλησίας που απέκλυσε την μεταγενέστερη δυτική αγιολογική παράδοση. Έχουμε μια κοινή εορτολογική παράδοση και αγιολογική παράδοση ως την εποχή του σχίσματος και αποτυπώνεται αυτή μάλιστα με έναν πάρα πολύ χαρακτηριστικό και πληρέστατο τρόπο σε μια νεότερη συναξαριακή συλλογή που έχει κυκλοφορήσει στον νέο συναξαριστή του πατρός Μακαρίου του Σιμωνοπετρίτου που κυκλοφόρησε αρχικά σε ξένες γλώσσες και τα τελευταία χρόνια κυκλοφόρησε αυτός ο πολίτομος νέος συναξαριστής και στην ελληνική γλώσσα με αρκετές συμπληρώσεις και διορθώσεις. Εκεί μπορούμε ακριβώς να συνειδητοποιήσουμε και να καθίσταται αισθητοί αυτή η ενιαία παράδοση που είναι μια πλουσιότατη παράδοση μεταξύ των διαφόρων τοπικών εκκλησιών, των διαφόρων τοπικών εκκλησιαστικών παραδόσεων και η νέα παράδοση στην οποία βέβαια ανήκουν και εντάσσονται μόνο οι Άγιοι της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας μετά την περίοδο του σχίσματος. Πρόκειται μάλιστα, όπως γνωρίζουμε, σε σχέση με το κριτήριο αυτό των νέων Αγίων, δηλαδή σε σχέση με τη δογματική αντιπαράθεση μεταξύ των δύο μεγάλων αυτών εκκλησιαστικών παραδόσεων, της Δυτικής και της Ανατολικής εκκλησιαστικής παραδόσεως, πρόκειται για μία περίπτωση που προκάλεσε πολύ σοβαρές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις και συνέδεσε τον αγιολογικό παράγοντα, το αγιολογικό στοιχείο με την δογματική αλήθεια και την αποτύπωση του δόγματος από τις δύο αυτές εκκλησίες, δηλαδή από την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία και από την Δυτική Ρωμεοκαθολική Εκκλησιαστική Παράδοση ή μετέπειτα από τις άλλες παραδόσεις που προέκυψαν στη Δύση αποσχιστικά από την Ρωμεοκαθολική Εκκλησία. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο χρησιμοποιούμε πολλές φορές με αυτήν την διασταλτική έννοια του όρου τον προσδιορισμό νέος για τους νέους αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας χωρίς να εννοούμε πάντοτε τους νεότερους χρονικά αγίους, δηλαδή τους αγίους αυτούς οι οποίοι έζησαν και αναγνωρίστηκαν ως Άγιοι στην νεότερη περίοδο και συνήθως ως νεότεροι περίοδο χαρακτηρίζουμε τον 19ο και ασφαλώς και τις αρχές ή και ολόκληρο τον 20ο αιώνα. Στη Θεσσαλονίκη βέβαια έχουμε τις περιπτώσεις κάποιων τέτοιων νέων αγίων στις οποίες θα αναφερθούμε συνοπτικά στην συνέχεια του καταληκτήριου αυτού μαθήματος εκείνο το οποίο θα πρέπει όμως να τονίσουμε είναι ότι η παράδοση όπως θα δούμε και στο τέλος του μαθήματος, η αγιολογική παράδοση στη Θεσσαλονίκη παρέμεινε ζωντανή ως τις μέρες μας θα μπορούσαμε να πούμε και θα δούμε τι ακριβώς σημαίνει αυτό για την σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή της Θεσσαλονίκης. Όσον αφορά στους νέους αγίους θα μπορούσαμε επίσης να πούμε ότι λειτούργησαν κατά κάποιον τρόπο ως πρότυπα για την διαπήμαση του ποιμνίου τους και γι' αυτόν τον λόγο πολλοί από τους νέους αγίους υπήρξαν σε αρκετές περιπτώσεις αυτοί οι νέοι άγιοι, υπήρξαν πρόσωπα τα οποία κατέχουν υψηλά εκκλησιαστικά εξιώματα και συνήθως υπήρξαν επίσκοποι ή πρεσβύτεροι στις τοπικές εκκλησιαστικές κοινότητες. Οι νέοι άγιοι λοιπόν καθίστανται τα νέα πειμαντικά πρότυπα. Δεν υπάρχουν για το πίμνιό τους, για τους χριστιανούς, δεν υπάρχουν μόνο τα παλαιά πρότυπα της πίστεως που καταγράφονται στις παλαιότερες συλλογές, αλλά υπάρχουν και τα νεότερα πρότυπα που είναι οι νέοι πλέον αυτοί οι άγιοι που έχουν ξεπηδήσει, που έχουν ξεπροβάλλει μέσα από το νεότερο εκκλησιαστικό βίο των διαφόρων ορθόδοξων κοινοτήτων. Είναι πολύ χαρακτηριστικό και αξίζει να αναφέρουμε ότι αυτή ακριβώς η εικόνα σχετίζεται ασφαλώς με το γεγονός ότι, ιδίως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και είναι μια τάση, ένα γεγονός το οποίο βλέπουμε να εντύνεται και να φθάνει σε ένα αποκορύφωμα στη διάρκεια του 17ου αιώνα, όταν έχουμε τις μεγάλες δογματικές αντιπαραθέσεις μεταξύ της Ανατολής και της Δύσης, τότε οι παππικοί μισιονάριοι, δηλαδή οι αιεραπόστολοι της Ρωμαϊκοαθολικής Εκκλησίας σε πάρα πολλές Ανατολικές περιοχές, γνωρίζουμε ότι είχε εξαπλωθεί αυτή η προσιλητηστική τάση της Ρωμαϊκοαθολικής Εκκλησίας σε διάφορες περιοχές, οι οποίες κατά κύριο λόγο ανήκαν, θα μπορούσαμε να πούμε σχηματικά, στη Χριστιανική Δύση, ανήκαν δηλαδή στους χώρους, στο γεωγραφικό αυτό χώρο, τον οποίο είχε καταλάβει η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτοί λοιπόν οι αιεραπόστολοι, οι μισιονάριοι, προέβαλαν πάντοτε ως ένα βασικό επιχείρημα κατά της Ορθόδοξης Εκκλησίας στους απλοϊκούς χριστιανούς, ότι η Χριστιανική Εκκλησία, η Ορθόδοξη Εκκλησία καλύτερα, η Ανατολική Εκκλησία, δεν είχε να επιδείξει νέους αγίους. Δεν είχε να επιδείξει δηλαδή νέα πρόσωπα μετά το σχίσμα, τα οποία αναγνωρίστηκαν λόγω του ασκητικού τους βίου, λόγω της ιδιάζουσας ενάρετης πολιτείας τους, λόγω της διδασκαλίας τους, της θεολογικής τους διδασκαλίας, άλλωστε για τους δυτικούς αυτά τα πρόσωπα ήταν όλα ακόλουθοι μιας ερέσεως και πολλές φορές θα μπορούσαμε να πούμε και οι ίδιοι θα χαρακτηρίζονταν και ως ηγέτες αυτής της ερέσεως, της ερέσεως δηλαδή που προέβαλε μέσα από τη διδασκαλία της η Ανατολική Εκκλησία και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο υπερτόνιζαν ιδιαίτερα ότι η Ανατολική Εκκλησία δεν είχε να επιδείξει νέους αγίους στις ημέρες της. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και στον 16ο αλλά κυρίως από τον 17ο αιώνα όπως είπαμε που είναι ο αιώνας κατά τον οποίον έχουμε την κορύφωση αυτού του φαινομένου, της δογματικής αντιπαράθεσης μεταξύ της Ανατολής και της Δύσεως, έχουμε Ορθόδοξους Θεολόγους οι οποίοι έστρεψαν την προσοχή τους και αναζήτησαν αυτούς τους νέους αγίους. Και έτσι θα μπορούσαμε να πούμε ότι κατά αυτόν τον τρόπο συγκροτήθηκαν κατάλογοι ή καταγραφές αυτών των νέων αγίων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε ήδη στο Νεκτάριο των Πατριάρχη Ιεροσολύμων, ο οποίος σε ένα σχετικό έργο προς τον Πέτρο τον φράτορα των καθολικών, τον παππικό δηλαδή αυτόν τον μησιονάριο, πατέρα, ιερέα της Ρωμακαθολικής Εκκλησίας, τον οποίον απευθύνει μια εκθενή πραγματεία του, τονίζει ακριβώς ο Πατριάρχης Νεκτάριος Ιεροσολύμων αυτήν την επικαιρότητα που έχει και την αλήθεια που κρύβεται μέσα στη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, μέσα από την γνησιότητα των τέκνων της, των αξιωμήμη των τέκνων της, δηλαδή των αγίων της Ορθόδοξης Εκκλησίας και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο δημιουργεί μια πρώτη τέτοια θα μπορούσαμε να πούμε συλλογή, μια τέτοια καταγραφή νεότερων αγίων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση έχουμε βέβαια ήδη από τον 15ο αιώνα, τέτοια κείμενα στα οποία καταγράφονται σχετικές αναφορές στο ζήτημα αυτό. Είναι χαρακτηριστικό το έργο ο διάλογος κάποιου ιερομνήμονος με έναν μοναχό που συζητούν ακριβώς για τα θέματα της Κωνσταντινουπόλαιος, που συζητούν ακριβώς για τα θέματα πριν από την άλλωση ακόμη της Κωνσταντινουπόλαιος. Συζητούν κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα, είναι μάλλον ένα έργο που αποδίδεται στον Θεόδωρο Αγαλιανό, ένα σημαντικό αξιωματούχο της Πατριαρχικής Αυλής. Συζητούν γύρω από τις δογματικές διαφορές της Ανατολικής με την Ρωμακαθολική Εκκλησία και εξειδικεύουν την συζήτησή τους και στο ζήτημα αυτό της αναδείξιος ή της μη αναδείξιος των νέων αγίων. Το φαινόμενο αυτό είπαμε ότι εντύνεται και κορυφώνεται στο 17ο αιώνα, ενώ ακόμη και στη διάρκεια του 18ου αιώνα, όπου έχουμε ακριβώς έναν αντιδυτικισμό, θα λέγαμε καλύτερα μάλλον έναν αντιλατινισμό, ως προς την πρόσληψη ή την απόρριψη κατά κρίβια της λατινικής, της δυτικής θεολογικής παράδοσης, φτάνουμε σε ένα τέτοιο σημείο, στο οποίο οι σημαντικοί εκκλησιαστικοί λόγοι αφιερώνουν εκτεταμένες μελέτες και πραγματίες γύρω από το θέμα αυτό της αναδείξιος νέων αγίων με έναν τρόπο απολογητικό και συγχρόνως όμως και πολεμικό εναντίον των δυτικών θεολόγων και των δυτικών αυτών αιτιάσεων, τις αναδείξιους λοιπόν νέων αγίων στην Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία. Το πιο χαρακτηριστικό έργο αυτής της εποχής, του 18ου δηλαδή αιώνα, στα μέσα του 18ου αιώνα, είναι το περίφημο έργο, η περίφημη Θεολογική Πραγματεία, μετά το σχίσμα αγίων της Ανατολική Εκκλησίας και των γινωμένων εναυτή θαυμάτων, αυτός είναι ο εκτενής τίτλος, μιας σπουδαίας πραγματείας που συνέγραψε ίσως η σημαντικότερη, η κορυφαία θεολογική μορφή αυτής της εποχής που δεν είναι άλλος από τον Ευγένιο Βούλγαρη, τον μεγάλο σχολάρχη της Αθωνιάδας Σχολής, τον μεγάλο ισυγητή και μεταφραστή της δυτικής σκέψης μέσα στην νεοελληνική κοινωνία, μέσα από τις μεταφράσεις των έργων του Βολτέρου ή του John Locke και άλλων προσώπων του ευρωπαϊκού, του γαλλικού διαφωτισμού. Και με αυτόν τον τρόπο αυτή η οικουμενική μορφή, η οικουμενική φυσιογνωμία ο Ευγένιος Βούλγαρης, αφιερώνει μια πραγματεία, μια συστηματική μελέτη γύρω από το ζήτημα αυτό της αναδείξεως των νέων Αγίων, της υπάρξεως καλύτερα νέων Αγίων στην Ορθόδοξη παράδοση και ασφαλώς προβαίνει και στη συγκρότηση τέτοιων σχετικών καταλόγων, καταλόγων δηλαδή με τα ονόματα των νέων Αγίων και περιλαμβάνει βέβαια πολλά ονόματα και νεομαρτύρων. Άλλωστε έχει διαπιστωθεί από την έρευνα ότι ο Ευγένιος Βούλγαρης υπήρξε μία από τις βασικές πηγές και του νεομαρτυρολογίου, αυτών των σύντομων νεομαρτυρολογικών καταγραφών που υπάρχουν στο νεομαρτυρολόγιο των λίγο μεταγενέστερων Αγίων Μακαρίου του Νοταρά και Νικοδήμου του Αγιορείτη. Και βέβαια ο Ευγένιος Βούλγαρης καταγράφηκε ένα σημαντικό αριθμό θαυμάτων μέσα από τα οποία ακριβώς προσπαθεί να τεκμηριώσει μέσα από τα θαύματα. Τα θαύματα πλέον στην διάρκεια της Ουκρατίας εδραιώνονται ως ένα τεκμήριο, ως ένα θα μπορούσαμε να πούμε αποδεικτικό στοιχείο της αγιότητας και ως τέτοια προβάλλονται από τον Ευγένιο Βούλγαρη, δηλαδή ως τεκμήρια αγιότητας προβάλλονται από τον Ευγένιο Βούλγαρη στο έργο του, στο σπουδαίο αυτό έργο του. Έτσι λοιπόν μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσαμε να πούμε ότι και στη Θεσσαλονίκη καταγράφονται κάποιοι νεότεροι Άγιοι που βέβαια είναι πολύ μικρός ο αριθμός τους σε σχέση με το φαινόμενο των νεομαρτύρων κατά την ίδια περίοδο που είπαμε ότι υπερβαίνουν τους 20 τον αριθμό ή αριθμητικά κατά ομάδες που δηλώνονται μπορεί να υπερβαίνουν και τους 200 νεομάρτυρες. Ωστόσο παράλληλα καταγράφονται και τα ονόματα κάποιων Αγίων, κάποιων νεότερων Αγίων που σχετίζονται με τη Θεσσαλονίκη και με έναν ιδιαίτερο τρόπο και βέβαια δεν εντάσσονται απαραίτητα στον κύκλο αυτών των νεομαρτύρων. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η περίπτωση του Αγίου Σημεών του Νεοφανούς όπως ονομάζεται. Ο Σημεών ο Νεοφανής είναι ένας Άγιος της Βυζαντινής εποχής με βάση το σωζόμενο συναξάριό του σε μια έντυπη ακολουθία του που μας έχει διασωθεί. Δηλώνεται ότι έζησε ακριβώς κατά την περίοδο αυτή, δηλαδή κατά την εποχή των Κομνηνών, μια περίοδο ακμής στο Βυζάντιο, αλλά δεν έχουμε για το πρόσωπο αυτό νεότερες πληροφορίες πριν από τα τέλη σχεδόν του 18ου αιώνα, όταν δηλαδή το 1777 εκδίδεται μία ακολουθία του που η ακολουθία αυτή θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί το μοναδικό τεκμήριο ιστορικής εντός εισαγωγικών παρουσίας για το πρόσωπο αυτό, και δεν υφίστανται ιστορικές καταγραφές για το πρόσωπο αυτό. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι στην ακολουθία του ο σημεών χαρακτηρίζεται με τον προσδιορισμό όχι ο νέος, αλλά ως ο σημεών ο νεοφανής. Δηλαδή καταγράφεται και μέσα από αυτό το προσδιορισμό και εντάσσεται μέσα σε μία άλλη υποωμάδα θα μπορούσαμε να πούμε των νέων αγίων, των αγίων της νεότερης περιόδου, στην ορθόδοξη ορτωλογική παράδοση, που είναι οι νεοφανείς Άγιοι, δηλαδή Άγιοι που μπορεί να υπήρξαν ακόμη και μάρτυροι της αρχίας εκκλησίας, αλλά των οποίων οι μνήμη, ακόμη και τα ονόματα τους είχαν αγνοηθεί από την εορτωλογική πράξη και από την ζωή, τον εκκλησιαστικό βίο των ορθοδόξων, για να επανέλθουν πολλούς αιώνες αργότερα, ακόμη και χιλιετίες και μία χιλιετία ακόμη αργότερα, να επανέλθουν μέσα από κάποιες θαυμαστές εμφανίσεις τους, αποκαλύψεις τους, ή την θαυμαστή παρουσίαση, τον εντοπισμό της κάποιας εικόνας τους ή κάποιας ακολουθίας που αφορούσε στα πρόσωπα αυτά. Έτσι λοιπόν ο Σημαίων ο Νεοφανής, ο Θεσσαλονικεύς, καθίσταται και αυτός γνωστός μόνο μέσα από μία άγνωστη μέχρι πρόσφατα έντυπη ακολουθία του, την οποίαν έγραψε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Γρηγόριος ο Παλαμάς» της Ιεράς Μητροπόλης της Σαλονίκης, ο αείμνηστος καθηγητής της σχολής μας ο Ιωάννης Φουντούλης. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πηγή που εντόπισε ο Φουντούλης ήταν μία πολύ μεταγενέστερη ακολουθία, έντυπη ακολουθία της νεότερης περιόδου, η ακολουθία του Αγίου Σημαίων του Νεοφανούς του Θεσσαλονικέως που εκδόθηκε στη Βενετία το 1777. Και βέβαια η ακολουθία αυτή περιέχει όπως όλες οι ακολουθίες ένα συναξάριο από το οποίο πληροφορούμαστε τα σχετικά με την ζωή και ασφαλώς με την ύπαρξη αυτού του προσώπου και όπως πολύ σωστά έχει επισημαθεί το συναξάριο αυτό αποτελεί μία παράδοξη αγιολογική περίπτωση, που είναι βέβαια αρκετά σπάνια αλλά δεν είναι ξένη ή άγνωστη στην λαϊκή γενικότερα ευσέβεια ή στην ζωή της εκκλησίας. Άλλωστε ένας από τους πλέον λαοφιλείς και λαοπρόβλητους Αγίους της εποχής μας ο Άγιος Φανούριος είναι και αυτός μία, συγκαταλέγεται και αυτός στην ίδια ομάδα δηλαδή στον κύκλο των νεοφανών Αγίων της εκκλησίας, των Αγίων που καθίστατε γνωστέοι είτε από την ύπαρξη μιας ακολουθίας είτε από συνήθως από ένα όραμα, από μία θαυμαστή αποκάλυψη ή και από κάποια παλαιά εικόνα η οποία αναγνώστηκε με το όνομα αυτόν των νεοφανών Αγίων ή ακόμη και με κάποια παραφθορά αυτού του ονόματος. Και βέβαια στην περίπτωση του Αγίου Σημεών του νεοφανούς εδώ στην Θεσσαλονίκη θα πρέπει να πούμε ότι η αφορμή για την σκιαγράφηση αυτού του νεοφανούς Αγίου είπαμε της βυζαντινής περιόδου της Εκκλησίας Θεσσαλονίκης του Σημεών έχει να κάνει με την δυσαρέσκεια που είχε εκφράσει ένας ιερομόναχος, ο ιερομόναχος Δανιήλ, εισβάρος του Θεσσαλονικέως επιτρόπου της Εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου στην Βενετία, της ιστορικής αυτής Εκκλησίας των Ελλήνων, ο Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων που ονομαζόταν, μάλιστα είναι γνωστό από το ίδιο συναξάριο σημείο είναι ότι ονομαζόταν Νικόλαος Κανέλης, δηλαδή καταγράφεται και το όνομα αλλά και το επώνυμο το οικογενειακό αυτού του συγγενούς του Σημεών. Τελικά, μια Αποκάλυψη, όπως είπαμε, είναι ιδιαίτερα γνωρίζουμε μία εποχή πολύ προσφυλής που αγαπάει πάρα πολύ της Αποκαλύψης και γι' αυτό άλλωστε γνωρίζουμε ότι η περίδοση της τουποκρατίας διακρίνεται θεολογικά και για το ζήτημα αυτό, δηλαδή για το στοιχείο της εμφανίσεως πολλών ερμηνιών και στο βιβλίο της Αποκαλύψεως του Ιωάννη που δεν είναι βέβαια απλά ερμηνευτικά υπομνήματα αλλά είναι θα μπορούσαμε να πούμε ένας συγκαιρασμός παραδόσεων, ερμηνευτικών παραδόσεων με ιστορικές ή με λαϊκές και λαϊκότροπες αντιλήψεις γύρω από τα διάφορα ζητήματα της Αποκαλύψεως και ασφαλώς τα αισχατολογικά θέματα, έτσι λοιπόν σε ένα τέτοιο αποκαλυπτικό πλαίσιο εμφανίζεται ο νεομάρτυρας Αναστάσιος ο Εκπαραμυθίας, ένας γνωστός νεομάρτυρας του τέλους του 18ου αιώνα, των μέσων του 18ου αιώνα μαρτύρει το 1750 ο Αναστάσιος για να αποκαλύψει στον ιερομόναχο Δανιήλ ότι ο Νικόλαος Κανέλης αυτό το πρόσωπο που έχει όπως είπαμε πέσει στη δισμένια αυτού του Κερκυραίου ιερομόναχου, είναι ένα πρόσωπο το οποίο προστατεύεται από έναν παλαιό άγιο συγγενή του και αυτός ο συγγενής του ασφαλώς είναι ο Σημεών ο νεοφανής. Και με αυτόν ακριβώς του συμβάντους καταγράφεται η ιστορία και η βιογραφία του Οσίου Σημεών του νεοφανούς που είπαμε ότι καταγράφεται ότι γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1042 επί της βασιλείας της αυτοκράτηρας Ζωής και της αδερφής της Θεοδώρας, ότι ο ενάρετός βίος του, η ενάρετη ζωή του είχε οδηγήσει τον αρχιεπίσκοπο, το τότε αρχιεπίσκοπο της Θεσσαλονίκης να χειροτονήσει τον Σημεών, αλλά η φιλέρημη φύση του τον ώθησε τελικά στην απόφαση να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη και να μεταβεί στην Αλεξάνδρια που γνωρίζουμε ότι διατηρούσε σημαντικούς εμπορικούς και πνευματικούς δεσμούς με τη Θεσσαλονίκη και να καταφύγει στην γνωστή μοναστική περιοχή της Ανωθειβαϊδος στην Αίγυπτο όπου και εγκαταβείωσε σε ένα σπήλαιο ζώντας εκεί με αυστηρή άσκηση ως το τέλος της ζωής του που επέρχεται σε μεγάλη ηλικία στις 24 Ιουλίου. Έτσι λοιπόν έχουμε μια πρώτη περίπτωση ενός τέτοιου νέου Αγίου που κατά κρίβια είναι ένας παλαιός νεοφανής Άγιος, ένας Βυζαντινός νεοφανής Άγιος που καθίσταται γνωστός μέσα από την παρέμβαση του τότε δραστήριου Αρχιεπισκόπου Σινάκερα Ιθού του Κυρίλου του Κρητός ο οποίος συνδέονταν φιλικά με τον επίτροπο αυτόν τον Νικόλαο Κανέλλη που ήταν όπως αποκαλύπτεται από το όνειρο συγγενής του παλαιού αυτού Αγίου ασκητή της βυζαντινής εποχής. Έκτοτε δεν έχουμε πολλές περιπτώσεις νέων Αγίων με τη μορφή επισκόπων όπως έχουμε σε άλλες τοπικές εκκλησίες ο μόνος Αρχιεπίσκοπος της Θεσσαλονίκης αυτής της νεότερης περιόδου μετά τους ησυχαστές για τους οποίους κάναμε εκτενή λόγο και που είπαμε ότι επεκτείνεται η παρουσία τους από τον 14ο αιώνα από τα μέσα περίπου του 14ου αιώνα ως τα μέσα περίπου του 15ου αιώνα αφού κατατάξαμε τελευταίο ησυχαστή Αρχιεπίσκοπο της Θεσσαλονίκης των Άγιων Σημεών Θεσσαλονίκης αυτόν τον μεγάλο το σπουδαίο Άγιο της τοπικής εκκλησίας και μια από τις σημαντικότερες θεολογικές μορφές του τέλους της βυζαντινής περιόδου όχι μόνο για τη Θεσσαλονίκη αλλά γενικότερα για το Βυζάντιο για τη βυζαντινή θεολογική παράδοση των παλαιολόγιων χρόνων. Μετά λοιπόν από αυτή την περίοδο στη διάρκεια του 16ου αιώνα γνωρίζουμε έναν ακόμη σημαντικό νέο Άγιο που καθίσταται Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης και δεν είναι άλλος από τον Άγιο Θεονά τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης που μας είναι γνωστός και ως ο Αρχιεπίσκοπος Θεονάς ο Αποηγουμένων δεδομένου ότι γνωρίζουμε πως ο Θεονάς, ο Άγιος Θεονάς υπήρξε ηγούμενος στη Μονή της Αγίας Αναστασίας και ιδρυτής μεταξύ των ιδρυτών της Μονής της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας αυτού του σημαντικού Μοναστηριού που ιδρύθηκε σε μικρή απόσταση μερικές δεκάδες χιλιόμετρα έξω από την Θεσσαλονίκη στην περιοχή των Βασιλικών. Για τον Θεονά γνωρίζουμε αρκετά πράγματα από τη βιογραφία του, μας έχει σωθεί βέβαια και μία ακολουθία του όπως και με τα γενέστερα κείμενα που μας έχουν παραδοθεί και βέβαια γνωρίζουμε ότι συσχετίζεται ο Άγιος Θεονάς καταρχήν με μία μεγάλη ησυχαστική μορφή και ταυτόχρονος νεομάρτυρα της οσιομάρτυρα της Εκκλησίας κατά την πρώην αυτήν την περίοδο του 16ου αιώνα τον Άγιο Ιάκωβο τον νέο, τον οσιομάρτυρα Ιάκωβο τον νέο ο οποίος μαρτύρησε στην Αδριανούπολη μαζί με τους δύο μαθητές του τον Ιάκωβο και τον Διονύσιο στις αρχές το πρώτο μισό του 16ου αιώνα έκτοτε γνωρίζουμε ότι ο Θεονάς ο οποίος υπήρξε συγκαταλεγόταν αρχικά στον κύκλο των μαθητών του με ρίμνησε για τη μετακομιδή για τη μεταφορά των οστών των νεομαρτύρων του γέροντα του και των άλλων δύο υποτακτικών του του Θεονά του Διονυσίου που σημειώνονται ότι μαρτύρησαν μαζί του στην Αδριανούπολη και ότι μετέφερε και το σκήνομα του γέροντος του του οσιομάρτυρα Ιακώβου του νέου τελικά στην μονή την οποία ιδρύει στην περιοχή των Βασιλικών και μας είναι γνωστιώς η μονή της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας μια μονή που διεκδικεί μια λαμπρό βυζαντινό παρελθόν και σχετίζεται και με την αυτοκράτηρα Θεοφανώ δηλαδή κατά την παράδοση ιδρύεται από την ίδια την αυτοκράτηρα Θεοφανώ την αγία Θεοφανώ, τη σύζυγο του αυτοκράτορους Λέοντος του έκτου του Σοφού. Η περίπτωση του Θεονά είναι πάρα πολύ σημαντική διότι ακριβώς αποτυπώνει αυτήν την παράδοση που είναι στην ουσία μια επιβίωση και μια αναχώνευση της ησυχαστικής παραδόσιας των προηγουμένων αιώνων που αναμοχλεύεται και διοχετεύεται στους μοναχικούς κύκλους του Αγίου Όρους αφού γνωρίζουμε ότι ο Άγιος Θεονάς υπήρξε καταρχήν αγιορείτης μοναχός ασκητής στο Άγιον Όρος όπου γνώρισε άλλωστε και τον Ιάκωβο τον Γέροντά του και τους μαθητές του τον Ιάκωβο και τον Διονύσιο που μαρτύρησαν μαζί με τον Γέροντά τους. Εκεί λοιπόν γνωρίζει και ακολουθεί τον Ιάκωβο στο Άγιον Όρος ευρισκόμενος αρχικά όπως γνωρίζουμε ασκούμενος αρχικά στην περιοχή της Μονής Παντοκράτορος στο Άγιον Όρος μάλιστα σήμερα έξω ακριβώς από το περιτυχισμένο αυτό το φρουριακό συγκρότημα της Μονής Παντοκράτορος μας είναι γνωστό και ένα κάθισμα που καταγράφεται ως κάθισμα του Αγίου Θεονά αφού κατά την παράδοση μόναζε εκεί ο Άγιος Θεονάς και τελικά όπως είπαμε μετά το μαρτύριο του Γέροντά του και των συνασκητών του ο Άγιος Θεονάς καταφεύγει αρχικά σε ένα μοναστήρι κοντά στη Θεσσαλονίκη και κατά δεύτερον εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος της Θεσσαλονίκης όπου επιτελεί ένα πάρα πολύ σημαντικό πνευματικό έργο στην πόλη. Μάλιστα γνωρίζουμε ότι ο Άγιος Θεονάς σχετίζεται και με τις κτίσεις που απέκτησε αυτό το μοναστήρι, το πολύ σημαντικό μοναστήρι η Μονή της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας μέσα στη Θεσσαλονίκη και γι' αυτό τον λόγο δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι αγιογραφείται, απεικονίζεται σε μια από τις πιο πρόημες απεικονήσεις του στο τέμπλο της Εκκλησίας του Ναού της Υπαπαντής του Χριστού κοντά εδώ στην Θεολογική Σχολή, στην περιοχή επί της οδού Εγγνατίας, στο σημείο όπως αναφέραμε που ήδη μνημονεύσαμε κοντά στο σημείο όπου είχε μαρτυρήσει δια της πυράς ο νεομάρτυρας Μιχαήλ ο Εξαγράφων. Αυτή η Εκκλησία, ο Ναός της Υπαπαντής αποτελεί μια ιστορική, πολύ σημαντική Εκκλησία, μια βασιλική της Τουρκοκρατίας που κρατά ζωντανή την παράδοση αυτή τόσο για τον νεομάρτυρα Μιχαήλ που μαρτύρησε έξω από την είσοδο της Εκκλησίας όσο και για άλλα πρόσωπα όπως είναι ο Θεονάς λόγω του γεγονότος ότι η Εκκλησία αυτή σχετιζόταν, είχε μια μετοχιακή σχέση με το Μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο ο Θεονάς αποικονίζεται στην Εκκλησία αυτή ως ένας από τους Αγίους της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης. Οι επόμενοι νέοι Άγιοι της νεότερης περίοδου είναι πολύ πιο όψιμοι, δεν θα αναφέρουμε, δεν θα μνημονεύσουμε και πάλι τους νεομάρτυρες που έχουμε στη διάρκεια του 18ου και αργότερα και του 19ου αιώνα, αλλά θα μνημονεύσουμε ιδιαίτερα τον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο, αυτήν την σπουδαία μορφή μέσα από τον χώρο της κολυβαδικής παραδόσσεως, ο οποίος γνωρίζουμε ότι παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα στις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα και όπου μάλιστα δίδαξε και διήφθυνε την περίφημη σχολή της Θεσσαλονίκης, το Ελληνομουσείο της Θεσσαλονίκης, όπως καταγράφεται στις σχετικές πηγές αυτής της περιόδου, δηλαδή σε μια ανωτέρο επίπεδο σχολή, όπου κλήθηκε να διδάξει και κυρίως να διευθύνει την σχολή αυτή και γνωρίζουμε ότι στο πλαίσιο αυτής της παρουσίας του ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος ανέπτυξε και ένα πάρα πολύ σημαντικό θεολογικό έργο μέσα στην πόλη, όχι μόνον διδακτικό αλλά και κηρυκτικό και συγγραφικό έργο και ίσως τον πολυτιμότερο μάρτυρα της παρουσίας του στη Θεσσαλονίκη κατά την περίοδο αυτή αποτελεί το σωζόμενο εκτενέστατο έργο του με τον τίτλο «Ο Παλαμάς εκείνος». Ένα έργο που συνέβαλε καθοριστικά στην αναβίωση της μνήμης, της λειτουργικής τιμής προς το πρόσωπο του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στη Θεσσαλονίκη όπου στονίζει στο προήμιο του έργου του Αθανάσιος ο Πάριος ακόμη και οι ίδιοι οι Θεσσαλονικοί οι οποίοι εξακολουθούσαν να εορτάζουν τη μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά δύο ημέρες μάλιστα στην δεύτερη Κυριακή των νηστείων κατά τη διάρκεια του Τριωδίου της Μεγάλης Θεσσαλακοστής όπως επίσης και στις 14 Νοεμβρίου κατά την ημέρα της μνήμης του Αγίου Αποστόλου Φιλίπου, ημέρα δηλαδή της κοιμήσεως του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Πονίζει όμως ο Αθανάιος ο Πάριος ότι παρά το γεγονός ότι εορταζόταν η μνήμη του, οι ίδιοι οι Θεσσαλονικοίς δεν γνώριζαν τι λογής αισθάθη ετούτος ο Άγιος, δηλαδή ποιος ήταν πραγματικά ο Άγιος αυτός και για τον λόγο αυτό αναλαμβάνει να συνθέσει ένα μεγάλο έργο, ένα αρκετά μεγάλο έργο με αρκετές σελίδες όπου μεταφράζει τον βίο του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά που έγραψε ο Φιλόθεος Κόκκινος και περιλαμβάνει και αρκετά άλλα κείμενα μεταξύ αυτόν ακόμη και ημνογραφικά κείμενα που δείχνει ακριβώς αυτήν την στοχευμένη προσπάθεια του Αγίου Αθανάσιου του Παρίου για να τιμήσει και να επαναφέρει στο προσκήνιο την μνήμη, την εορτή του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Γνωρίζουμε για τον Αθανάσιο τον Πάριο ότι υπήρξε και τον χαρακτηρίζουμε ως τον πιο πολεμικό θεολόγο μέσα από τον κύκλο των κολυβάδων. Ο Πάριος υπήρξε πάντοτε μερικές φορές μέχρι σημείου εριστικότητας, άνθρωπος ο οποίος αντιπαρατέθηκε κυρίως στις θεολογικές μεθοδεύσεις των παππικών στην Μακεδονία σε μια κρίσιμη περίοδο αφού γνωρίζουμε ότι κατά τη διάρκεια του 17ου και αργότερα και του 18ου αιώνα δρούν στη Μακεδονία και στη Θεσσαλονίκη ειδικότερα αρκετοί παππικοί μισιονάροι και μάλιστα ιδρύουν μοναστήρια ή ακόμη και το πιο συγκλονιστικό είναι ότι προσπαθούν ακόμη και να ιδρύσουν μοναστήρι και μέσα στο Άγιον Όρος. Ή τουλάχιστον είναι βέβαιο ότι επιχειρούν ένα εκπαιδευτικό να πραγματοποιήσουν ένα προσκυματικό εκπαιδευτικό έργο για να διασπείρουν ακόμη περισσότερο την δυτική διδασκαλία, την ρωμακαθολική διδασκαλία μέσα στο χώρο του αγιορυτικού μοναχισμού κάτι το οποίο βέβαια γνωρίζουμε ότι δεν κατέστη εφικτό για τον κύκλο αυτών των ιεραποστόλων μισιοναρίων των Ιησουϊτών αυτών μισιοναρίων που μας είναι γνωστό ότι έδρευαν και στην Θεσσαλονίκη στην περιοχή σήμερα της Σταυροπόλεως όπου βρίσκεται ένα τέτοιο παλαιό μοναστηριακό κτίριο, συγκρότημα της ρωμακαθολικών μισιοναρίων μοναχών όπως και σε άλλα σημεία. Έτσι λοιπόν ο Άγιος Αθανάης ο Πάριος καθίσταται όπως είπαμε ένας από τους σημαντικότερους πολεμικούς θεολόγους, αντιρητικούς, αντιλατίνους θεολόγους αυτής της εποχής, ταυτόχρονα όμως προβάλλεται και ως ένας από τους πιο σημαντικούς δασκάλους του νέου ελληνισμού και στη Θεσσαλονίκη αλλά και στη Χίο αργότερα όπου μετέβη για να διδάξει και να διευθύνει την περίφημη εκεί σχολή της Χίου από την οποία εξήλθε ένας πολύ σημαντικός αριθμός λογίων προσώπων αυτής της εποχής και του αμέσως επόμενου αιώνα. Για τον Αθανάσιο τον Πάριο γνωρίζουμε ότι είχε μια άμεση και ενεργό εμπλοκή στα θέματα της κολυβαδικής έριδας και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο καταδικάστηκε και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Γνωρίζουμε ότι η καταδίκη του είχε πραγματοποιηθεί μαζί με κάποιους άλλους κολυβάδες αρκετά νωρίς, καταδικάστηκε με αφορισμό. Αργότερα όμως ήρθε το καταδικάστικό επιτήμιο και βέβαια εργαζόμενος με έναν τρόπο επικοδομητικό κατόρθωσε να παράξει ένα πολύ μεγάλο θεολογικό και συγγραφικό και εκδοτικό έργο κατά την περίοδο αυτή που τον καθιστά έναν από τους σπουδαιότερους θεολόγους και δασκάλους του νεότερου ελληνισμού. Μας έχουν σωθεί πάρα πολλά κειμενά του που προέρχονται από αυτήν την μακρά διδασκαλική περίοδο του βίου του Αγίου Αθανασίου του Παρείου. Μέχρι το σημείο εκείνο κατά το οποίο ο Άγιος Αθανασίος ο Πάριος εκκινήθη και βέβαια πολύ αργότερα μόλις στην εποχή μας πριν από μερικά χρόνια τιμήθηκε και ως Άγιος από το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο το οποίο ασφαλώς όπως είπαμε παλαιότερα τον είχε καταδικάσει ως ισυγητή μιας πλάνης και ως πρόξενο κυρίως ταραχών και σκανδάλων μέσα στην εκκλησία. Και βέβαια στην περίοδο αυτή, περίοδο που όπως είπαμε δεσπόζει η εκκλησιαστική μορφή του Αγίου Γουριγορίου του Πέμπτου που είναι ένας πατριάρχης ο οποίος ιδιαίτερα συνδέθηκε και με τους κολυβάδες και ενίσχισε το έργο τους όπως πληροφορούμαστε και από επιστολές από κείμενα τα οποία μας έχουν διασωθεί. Γνωρίζουμε ότι το πρόσωπο εκείνο με το οποίο θα μπορούσαμε να πούμε ολοκληρώνεται ο κύκλος αυτόν των νέων Αγίων δεν είναι άλλος από τον Ιωσήφ τον Αντωνόπουλο τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης που βέβαια κάναμε μία νήξη για το πρόσωπο αυτό και στο τελευταίο μας μάθημα, στο προηγούμενο μάθημα όταν αναφερθήκαμε στους νεότερους νεομάρτυρες της Θεσσαλονίκης δεδομένου ότι όπως σημειώσαμε ο Ιωσήφ ο Αντωνόπουλος υπήρξε ένας από τους συμμάρτυρες του Αγίου Γουριγορίου του Πέμπτου. Δηλαδή από τα πρόσωπα εκείνα που μαρτύρησαν μαζί με τον Άγιο Γρηγόριο τον Πέμπτο κατά την αποφράδα εκείνη ημέρα της 10ης Απριλίου του 1821 στην Κωνσταντινούπολη. Μαζί τους ήταν ο Δωρόθεος Πρόγειος, ο Πατριαρχής Αδριανουπόλεος και άλλοι αρχιερείς που συγκροτούσαν την Σύνοδο του Πατριαρχείου, την Πατριαρχική Σύνοδο. Ο Ιωσήφ γνωρίζουμε μάλιστα ότι υπήρξε συντοπίτης, συμπατριώτης του Αγίου Γρηγορίου του Πέμπτου. Κατάγονταν και οι δύο από τη Δημητσάνα, της Πελοποννήσου, από την επαρχία της Αρκαδίας. Αλλά αυτό που είναι ιδιαίτερα σημαντικό και θα πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι το όνομα του Ιωσήφ συνδέεται με ένα από τα σπουδαιότερα αγιολογικά εγχειρήματα αυτής της περίοδου και αυτό δεν είναι άλλο από το σπουδαίο εγχείρημα του Αγίου Νικοδήμο του Αγιορείτου για την έκδοση του τρίτομου συναξαριστή του. Ο συναξαριστής είναι νέος συναξαριστής όπως ονομαζόταν παλαιότερα στις πηγές και θα πρέπει βέβαια να μνημονεύσουμε ότι δεν υπήρξε μόνον ο Αθανάσιος ο Πάριος εκείνος από τους κολυβάδες που παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη αλλά τη Θεσσαλονίκη την επισκέφτηκε τουλάχιστον μια φορά και ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης όπως πληροφορούμαστε από μια επιστολή του προς κάποιον μαθητή του Θωμά στον οποίο γίνεται εκτενής λόγος γύρω από την επιθυμία και την απροθυμία στη συνέχεια του Θωμά να σπαστεί τον μοναχικό βίο όπως επίσης βέβαια γνωρίζουμε ότι στη Θεσσαλονίκη παρέμεινε για κάποιο άγνωστο χρονικό διάστημα και ένας ακόμη κολυβάς από τους σημαντικότερους κολυβάδες από τους ηγέτες της κολυβαντικής παρατάκης του Άγιον Όρος ο Παπαπαρθένιος ο Σκούρτος αυτός ο πνευματικός από το λαβριώτικο κελί των Καριών στο οποίο γνωρίζουμε ότι είχε πραγματοποιηθεί και μια σύναξη των κολυβάδων πατέρων και γνωρίζουμε ότι ο ίδιος ο Παπαπαρθένιος ο Σκούρτος είχε συγκεντρώσει μια μικρή συνοδεία στο κελί αυτό και βέβαια εκεί είχε χειροθετήσει, είχε πραγματοποιήσει και την κουρά και του Αγίου Μακαλίου. Και του Αγίου Μακαλίου του Νοταρά όταν εκείνος προσήλθε στο Άγιον Όρος έχοντας απομακρυθεί με βίαιο τρόπο από την εκκλησιαστική του επαρχία από την Μητρόπολη Κορίνθου. Έτσι λοιπόν η Θεσσαλονίκη όπως και στην περίοδο των ησυχαστών βλέπουμε ότι καθίσταται ένα κέντρο διελεύσεως ή και παραμονής σημαντικών μορφών των διαφόρων πνευματικών κινημάτων και των πνευματικών ζημώσεων αυτής της εποχής που φτάνει ως και στον Αγιο Αθανάσιο τον Πάριο τον οποίον ήδη μνημονεύσαμε και ο οποίος έχει να μας επιδείξει ένα πάρα πολύ σημαντικό θεολογικό έργο το οποίο μάλιστα σχετίζεται και με τη Θεσσαλονίκη όπως είναι για παράδειγμα η προσπάθεια και η ιδέα του η οποία ενσαρκώθηκε γνωρίζουμε από τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορίτη λίγο αργότερα να εκδοθούν τα άπαντα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά από αγιοριτικά χειρόγραφα. Γνωρίζουμε μάλιστα ότι ο ίδιος ο Αθανάσιος ο Πάριος είχε τότε με ρημνήσει να εφωδιαστεί ο εκδότης των έργων των παλαμικών συγγραμμάτων ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορίτης να εφωδιαστεί και με χειρόγραφα πρόημα χειρόγραφα τα οποία περιείχαν τα έργα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά από τη βιβλιοθήκη της Μητροπόλεως, την πολύ σημαντική βιβλιοθήκη της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι μέσα από τα πρόσωπα αυτά συνεχίζεται κατά κάποιο τρόπο ο αγιολογικός κύκλος της Θεσσαλονίκης ως την νεότερη περίοδο. Ο Ιωσήφ ο Αντωνόπουλος είπαμε ότι σχετίζεται με τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορίτη και μάλιστα με ένα πολύ σημαντικό έργο το οποίο προσπάθησε να προχωρήσει την έκδοση ο Άγιος Νικόδημος αλλά το οποίο γνωρίζουμε ότι εκδόθηκε μια δεκαετία μετά την κύμηση του Αγιού Νικόδημου του Αγιορίτου. Και αυτό δεν είναι άλλο από τον συναξαριστή του Αγιού Νικόδημου, τον τρίτο συναξαριστή του Αγιού Νικόδημου του Αγιορίτου που γνωρίζουμε από σωζόμενες πηγές και από επιστολές, από σχετικά κείμενα αλλά και από μια ανέκδοτη μέχρι πρόσφατα άγνωστη προσφώνηση του Αγιού Νικόδημου προς τον Ιωσήφ, τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, τον Αποδράμας, ήταν αρχικά Δράμας και Φιλίππον Μητροπολίτης και στη συνέχεια κατέστη αρχιεπίσκοπος της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Ο Ιωσήφ υπήρξε ένας από τους πιο ισχυρούς σπονσόρες, χορηγούς αυτής της μνημιόδους εκδόσεως. Έτσι λοιπόν ολοκληρώνεται θα μπορούσαμε να πούμε για τη νεότερη περίοδο του ιστορικού βίου της εκκλησίας της Θεσσαλονίκης, ο κύκλος των Αγίων της, του αγιολογίου της Θεσσαλονίκης, αλλά θα άξιζε ίσως κατακλείοντας να αναφέρουμε ότι αυτή η αγιολογική παράδοση υπήρξε ιδιαίτερα ζωντανή στην Θεσσαλονίκη, υπήρξε ιδιαίτερα ζωντανή στην Αγιοτόκο Θεσσαλονίκη, όπως είπαμε στα πρώτα μας μαθήματα ότι χαρακτηρίζεται η Θεσσαλονίκη, δηλαδή η πόλη που γεννούσε αγίους και αυτή την παράδοση προσπάθησαν να κρατήσουν ζωντανή καλλιεργώντας μία προσπάθεια εντοπισμού και προβολής των Αγίων της Θεσσαλονίκης στους νεότερους χρόνους σημαντικοί Μητροπολίτες της Πόλεως με ίσως σημαντικότερο τον Μακαριστό Μητροπολίτη Παντελεήμωνα II τον Χρυσοφάκη ο οποίος υπήρξε εκείνος ο οποίος ιδιαίτερα ασχολήθηκε και προέβαλε την τιμή των παλαιωτέρων Αγίων της Θεσσαλονίκης. Είναι χαρακτηριστικό ότι επί της αρχιερατίας του Μακαριστού Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμωνος του Β' του Χρυσοφάκη πραγματοποιήθηκε ένα σημαντικό έργο επιστημονικό και θεολογικό και ασφαλώς και εκκλησιαστικό για να προβληθούν οι νέοι Άγιοι της Θεσσαλονίκης ή να επαναπροβληθούν οι παλαιότεροι Άγιοι της Θεσσαλονίκης και αυτό το έργο κατέστη εφικτό μέσα από τις προσπάθειες να εκδοθούν σχετικές πατριαρχικές πράξεις για παλαιότερους Αγίους ή να πραγματοποιηθούν σημαντικά θεολογικά συνέδρια και έτσι έχουμε ένα σπουδαίο κύκλο πρακτικών θεολογικών συνέδριων που πραγματοποιήθηκαν με πρωτοβουλία της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης κατά τη δεκαετία του 80 και τη δεκαετία του 90 που ασχολήθηκαν με τέτοιες διακεκριμένες μορφές Αγίων και Πατέρων της εκκλησίας της Θεσσαλονίκης και προβλήθηκε το έργο τους, η συμβολή τους στη γενικότερη, στην ευρύτερη θεολογία, στη βυζαντινή θεολογική, στην καλλιέργεια της βυζαντινής θεολογικής παράδοσης αλλά ιδιαίτερα και της θεολογικής παράδοσης της Θεσσαλονίκης. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι η Θεσσαλονίκη διατήρησε και διατηρεί αυτό το ίδιο αγιολογικό χρώμα, αυτήν την ίδια εικόνα της Πόλης των Αγίων, της Αγιωτόκου Πόλεως όπως είπαμε, της Πόλης όπου γεννιούνται, όπου γεννήθηκαν, όπου μαρτύρησαν, όπου έζησαν, όπου διέπρεψαν, όπου συνέγραψαν σπουδαία θεολογικά συγγράμματα οι Άγιοι της, οι Άγιοι της Θεσσαλονίκης και μέσα από το σύνολο αυτής της προβαλόμενης αγιολογικής εικόνας της Θεσσαλονίκης θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπερτονίζεται δεόντως ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της Πόλης, το οποίο δυστυχώς στις ημέρες μας τείνει να υποβαθμιστεί, υποβαθμίζεται ή τείνει να εκλείψει, δηλαδή η βυζαντινή εικόνα της Θεσσαλονίκης, η Θεσσαλονίκη ως η Πόλη του Βυζαντίου, η Πόλη των βυζαντινών χρόνων με αυτήν την τόσο σημαντική συνισφορά και τόσο σημαντική προσφορά στον βυζαντινό πολιτισμό, στην βυζαντινή παράδοση, την βυζαντινή θεολογική και αγιολογική παράδοση, μια παράδοση που γνωρίζουμε ότι παραμένει ζωντανή μέσα από τα προσκυνήματα των μεγάλων αγίων της Πόλεως, όπως είναι ο ναός του Αγίου Δημητρίου, όπως είναι το προσκύνημα της Αγίας Θεοδώρας της Θεσσαλονίκης στο βυζαντινό μοναστήρι της Αγίας Θεοδώρας επί της οδού Ερμού ή των άλλων μεγάλων αγίων του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στον ομώνυμο νεομητροπολιτικό ναό της Πόλης ή των άλλων αγίων που τα λείψανά τους και οι τάφοι τους τις αυρίζονται στους ναούς της Θεσσαλονίκης ή στα χαλάσματα, στα παλιά βυζαντινά χαλάσματα των μοναστηριών της Πόλης και που όλα αυτά συγκροτούν, θα μπορούσαμε να πούμε, ένα σπουδαίο, ένα λαμπρό δίκτυο που έρχεται να προβάλλει την Θεσσαλονίκη και στις μέρες μας ως ένα μεγάλο προσκυνηματικό κέντρο του σύγχρονου κόσμου, του σύγχρονου χριστιανικού κόσμου και γι' αυτό ελκύει κάθε χρόνο χιλιάδες προσκυνητές καλλιεργώντας με τον τρόπο αυτό μέσα από την αγιολογική εικόνα της Πόλης καλλιεργώντας σε πολύ μεγάλο βαθμό και τον προσκυνηματικό χαρακτήρα της Θεσσαλονίκης και έτσι δίνοντας μεγάλη ώθηση σε αυτήν τη σύγχρονη μορφή τουρισμού που αναπτύσσεται τις τελευταίες δεκαετίες που δεν είναι άλλως από τον προσκυνηματικό τουρισμό και που γνωρίζει πολύ μεγάλη έξερση ιδιαίτερα στην Θεσσαλονίκη. Έτσι λοιπόν οι Άγιοι της Θεσσαλονίκης που αποτέλεσαν το αντικείμενο αυτών των συνοπτικών κατανάγκη παρουσιάσεων στα μαθήματα που πραγματοποιήσαμε προβάλλουν την Θεσσαλονίκη ως ένα από τους σημαντικότερους πυλώνες της αγιότητας σε μια διαχρονικότητα, σε ένα διαχρονικό πλαίσιο της αγιότητας από την εποχή των Αποστόλων όταν ιδρύεται η εκκλησία της Θεσσαλονίκης από τον Απόστολο Παύλο και τους συνεργάτες του ως την σύγχρονη εποχή με τους Αγίους των νεωτέρων χρόνων. Και έτσι παρουσιάζεται θα μπορούσαμε να πούμε στενά συνδεδεμένο και αλληλένδετο αυτό το δίπολο, το δίπολο Θεσσαλονίκη και Άγιοι, Άγιοι και Θεσσαλονίκη. Οι Άγιοι είναι παιδιά της Θεσσαλονίκης και η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη των Αγίων της.