: Καλώς ήρθατε. Αυτή είναι η πρώτη εκδήλωση της έβδομης σειράς Εκδηλώσεων Λόγους. Φτάσαμε σίωση στην έβδομη ενότητα και είναι αφιερωμένη στον Αλέξανδρο Μοραϊτίδη. Να πω πριν ξεκινήσουμε ότι η Εθνική Βιλιοθήκη έχει αρχίσει δειλά-δειλά και σεμνά και το εκδοτικό της πρόγραμμα. Έχουμε βγάλει δύο μικρά βιβλία σε εξαιρετικά κομψές εκδόσεις, εκδηλώσεις που έχουμε κάνει εδώ, δύο εκδηλώσεις που έχουν γίνει εδώ, μία για τον Παπατσώνη και μία για τον Γιώργο Ιωάννου, και έπεται συνέχεια. Το επόμενο βιβλίο που θα εκδώσουμε είναι το επόμενο βιβλίο, το επόμενο βιβλίο που θα εκδώσουμε είναι από την ίδια σειρά πάλι η εκδήλωση και τον Μπικιόνι και εκτός των σειρών αυτών τις επιθεωρήσεις του Ρωίδη σε μια πλήρη και υποδειγματική φιλορρογική έκδοση, στην οποία επιμελείται ο Λάμπρος Βαρελάς που είναι παραδίπλα μου και ο Σωτήρης Τζέληκας. Δεν φανταζόμουνα ότι φέτος θα θυμηθούν και άλλοι τα 90 χρόνια από το θάνατο του Μοραϊτίδη εκτός από την Εθνική Βιλιοθήκη. Και όμως έχουν γίνει ήδη αρκετά πράγματα. Έχει γίνει μια εκδήλωση στα Γρεβενά, έχει γίνει στη Σκιάθο, έχει γίνει στη Χαλκίδα. Δηλαδή, ερχόμαστε μάλλον τέταρτη αντί για πρώτη. Ακόμα καλύτερα για να ταπεινωνόμαστε. Και θα ξεκινήσει πρώτος, μιλώντας για τον Μοραϊτίδη, ο Λάμπρος Βαρελάς. Στο Πανεπιστήμιο της Σαλονίκης. Ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση και ευχαριστώ και εσάς κυρίως, που είστε απόψε εδώ, αυτή τη δύσκολη ιστορία. Αυτό που θα προσπαθήσω να σας παρουσιάσω σήμερα, είναι να σας δείξω την μεγάλη τέχνη του Αλέξανδρου Μοραϊτίδη, σε ό,τι αφορά τον χειρισμό των διαφορετικών λογοτεχνικών ειδών. Γι' αυτό έβαλα αυτόν τον τίτλο Αλέξανδρος Μοραϊτίδης, και αυτόν τον τίτλο του Λάμπρου Βαρελάς. Λόγοτεχνικών ειδών, γι' αυτό έβαλα αυτόν τον τίτλο Αλέξανδρος Μοραϊτίδης, ο Μαΐστορας των λογοτεχνικών ειδών, στην πραγματικότητα των κειμενικών ειδών, και όχι μόνο των λογοτεχνικών. Είναι κοινός τόπος, το γράφει και το δελτίο της εκδήλωσης, το δελτίο τύπου της εκδήλωσης της απόψηνής, ότι ο Μοραϊτίδης σκιάστηκε από τον Παπαδιαμάντη, θα τα ακούσετε αρκετές φορές απόψε, απόψε έζησε στη βαριά σκιά του, όπως είχε γράψει εύστοχα ο Δημαράς για τον Παλαμά και τη σχέση του με τους άλλους ποιητές της γενιάς του 1880, και είναι έτσι πράγματι, ο Μοραϊτίδης είχε την ατυχία, αν μπορούμε να την πούμε ατυχία, να βρεθεί στο δρόμο το Παπαδιαμάντης και να σκιαστεί το ταλέντο του, όπως ένας άξιος επιστήμονας, καλλιτέχνης, αθλητής, ή ό,τι άλλο θέλετε, βρίσκει μπροστά του ένα ανεπανάληπτα χαρισματικό ταλέντο. Χωρίς αυτόν ο Μοραϊτίδης χωρίς τον Παπαδιαμάντη θα ήταν πρώτος, εξαιτίας αυτού πέρασα σε δεύτερη μοίρα. Γι' αυτό η κατοπινή τύχη του Μοραϊτίδη συνοψίζεται στην παρακάτω απόφανση του τέλου Άγρα, γραμμένη κάπου μέσα στη δεκαετία του 1930. Λέει ο Άγρας, διαβάζομαι συνήθως Μοραϊτίδη, αφού ήδη έχουμε διαβάσει Παπαδιαμάντη. Και είναι φυσικό. Δεν είναι όμως και τόσο φυσικό το ότι και ο ίδιος αποφάσισε να γράψει τις σκιαθήτικες ηθογραφίες του, ύστερα από τον Παπαδιαμάντη. Γιατί βέβαια άρχισε κατόπι από εκείνον, από τα 1888, εσυνέχισε σε όλα τα χρόνια της μεγάλης δόξας του Πρώτου και σταμάτησε στα 1907, λίγο πριν από τον θάνατο του Παπαδιαμάντη. Αυτά λέει ο Άγρας στη δεκαετία του 1930. Η πραγματικότητα είναι βέβαια κάπως διαφορετική για τη συγγραφική διαδρομή του Μοραϊτίδη συγκριτικά με τον Παπαδιαμάντη. Ο Μοραϊτίδης ήταν αυτός που πρώτος φιλοξένησε τη σκιάθο στη νεοελληνική γραμματεία με τις εικόνες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς στα τέλη του 1884, τρία χρόνια νωρίτερα δηλαδή από τον Παπαδιαμάντη. Και οπωσδήποτε ο Μοραϊτίδης ήταν γνωστότερο και σημαντικότερο συγγραφικά όνομα έως τις αρχές της δεκαετίας του 1890, αλλά πολύ γρήγορα ο άλλος Αλέξανδρος ο Παπαδιαμάντης τον σάρωσε στο περασμά του. Ο Μοραϊτίδης απλώθηκε σε πολλά είδη λόγου, λογοτεχνικά και γραμματιακά ευρύτερα, σε ευρύτητα αξιοζήλευτη που σπάνια τη συναντούμε. Και όπως θα προσπαθήσω να σας δείξω στη συνέχεια, γνώριζε τις συμβάσεις των ειδών και γνώριζε την τέχνη να αναπροσαρμόζει τον ίδιο θεματικό περήνα στις ανάγκες των διαφορετικών κειμενικών ειδών. Γιατί αναμφισβεύεται ότι ήταν τεχνίτης, μάστορας, μαΐστορας, αν του έλειψε αυτό το απροσδιόριστο κάτι παραπάνω που είχε ο Παπαδιαμάντης και ούτε οι Κρητικοί των αρχών του 20ου αιώνα μπορούσαν με ακρίβεια να το προσδιορίσουν αυτό το κάτι παραπάνω του Παπαδιαμάντη και γι' αυτό χαρακτήριζαν τα έργα του, τα διήγηματά του, σαν φυσικά φαινόμενα. Κάτι ανεξήγητα. Διέθεται όμως ο Μωραϊτίδης σίγουρα τέχνη, μαστοριά. Ήξερε να γράφει και γνώριζε καλά πώς στείνεται ένα μυθιστόριμα, μια νουβέλα, ένα διήγημα, μια τραγωδία, μια κωμωδία, ένα μονόπρακτο, μια ταξιδιωτική εντύπωση αρκετές υποδιαιρέσεις, ταξίδια, περιγραφές, εντυπώσεις και πολλά είδη του δημοσιογραφικού λόγου όπως θα δούμε στη συνέχεια. Για την αλήθεια ότι άσκησε την τέχνη του σε σπάνια ποικιλία λογοτεχνικών και ευρύτερα γραμματικών ειδών. Ξεκίνησε όπως πολύ νέοι φανατικοί για γράμματα της εποχής του με θεατρικά έργα, διεκδικώντας τις δάφνες και τα βραβεία των ποικίλων διαγωνισμών της εποχής του μέσα στη δεκαετία του 1870. Αν λογαριάζω καλά, έγραψε, δεν τα δημοσίευσε όλα, αλλά έγραψε 17 θεατρικά έργα εκτενέστρα και συντομότερα, ιστορικές τραγωδίες, κωμωδίες, δίπρακτα και μονόπρακτα θεατρικά από το 1872 τον Μιχαήλ Κομνηνό τον Δεύτερο τον Δεσπότη της Υπείρου έως το 1896 τον Χαμάρετο. Καθώς έχω δίπλα μου την ειδική στα θεατρικά του Μοραϊτίδη, την κυρία Αρετή Βασιλίου την θεατρολόγο, δεν θα τολμήσω ούτε καν το κατάλογο των τίτλων να σας αναφέρω. Αξίζει μόνο να αναφέρω εδώ, σε ότι αφορά την θεατρική του παραγωγή, πως από κάποιες ενδείξεις, και οι ενδείξεις αυτές προέρχονται από σατυρικά έντυπα της εποχής, τα σατυρικά έντυπα είναι η καλύτερα πληροφορημένη φορείς για μια εποχή, μάλλον θα πρέπει να του προσθέσουμε ένα ακόμη, 18ο θεατρικό έργος στη σειρά, μια κωμωδία με τον τίτλο Πιστή. Σε αυτόν τον περίφημο, δραματικό διαγωνισμό του φιλολογικού συλλόγου Παρνασσό, στο 1877, αυτόν που προκάλεσε την καταδικαστική απόφανση του Ροίδη γιατί δεν έχει Ελλάς λογοτεχνία, ο Μοραϊτίδης πρέπει να υπέβαλε να συμμετείχε με δύο έργα, δεν ήταν ο μόνος που το έκανε και άλλοι το έκαναν, το ένα η τραγωδία, η κόρη της Λήμνου, αυτό το ξέραμε, και το άλλο, μία κωμωδία με τον τίτλο Πιστή. Αυτά λένε ενδείξεις, δεν είναι αποδείξεις, θα το συζητήσουμε μετά με την Αρετή τη Βασιλείου να δούμε αν πείθεται ή όχι. Επιδόθηκε, πέρα από το θέατρο, επιδόθηκε ασφαλώς και στην Πίηση. Ποιος νέος της εποχής του δεν το έκανε άλλος, δεν το επιχείρησε. Καμιά τριανταριά ποιήματα από το 1873 έως το 1883, για μια δεκαετία, αλλά σίγουρα, αυτά είναι βιβλιογραφημένα, αλλά σίγουρα θα λανθάνουν και μερικά ακόμη στις εφημερίδες της εποχής, σε ημερώδια περιοδικά και σε ετήσια ημερολόγια. Έγραψε τρία μυθιστορίματα. Τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, που κάποιοι σωστά τον έχουν χαρακτηρίσει ως ένα υβριδικό έργο, αλλά είναι μυθιστόριμα, ιστορικό μυθιστόριμα, που το πτήπωσε το 1876 και συζητήθηκε αρκετά και στην εποχή του. Και άλλα δύο ιστορικά αφηγήματα περισσότερο, αλλά και με αρκετή μυθοπλασία. Το ένα, η Άλλωσης της Κωνσταντινουπόλεως και το άλλο, Λέων ο Ίσαυρος, ο πρώτος οικονομάχος βασιλεύς της Κωνσταντινουπόλεως. Και τα δύο, δημοσιευμένα σε συνέχειες στην εφημερίδα Ακρόπολη, την άνοιξη του 1903 το πρώτο, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1905 το δεύτερο. Επίσης, δημοσίευσε 30 διηγήματα. Αυτά, στα οποία οφείλει κυρίως τη φήμη του, πολλά είναι στα όρια της νουβέλας. Σε αυτούς τους αριθμούς θα πρέπει να προσθέσουμε και τις τρεις εικόνες Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και Φώτων, που και αυτά κινούνται στα όρια του διηγήματος, είναι γνωστά αυτά. Σε αυτά, τα 30 διηγήματα τα γνωστά και τις τρεις εικόνες, θα πρέπει να προσθέσουμε και άλλα τρία που δεν είναι βιβλιογραφημένα και γι' αυτό ξέφυγαν από την προσοχή των μελληδητών και από τον ακάματο βιβλιογράφο τον αίμνηστο Ιωάννη Φραγκούλα, που έκανε όλη την ανασκαφική δουλειά και μπορούμε να πλογηθούμε χάρη στην έρευνά του. Ο Μοραϊτίδης, πριν στραφεί στο ηθογραφικό διήγημα, στις θαλασσογραφίες της οποίας θα σας μιλήσει ο Νίκος Τριανταφυλλόπουλος, στα σκιαθήτικα και αθηναϊκά αφηγήματα, είχε ξεκινήσει μέσα στα τέλη της δεκαετίας του 70, είχε ξεκινήσει με μυθολογικά ιστορικά αφηγήματα. Η τίτλη τους είναι το ένα «Πώς κατείντησε Νοζεύς από Θεός να γίνει πλανήτης», ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο «Πόσος Δίας σταμάτησε να είναι θεός και έγινε πλανήτης, γιατί ήρθε ο χριστιανισμός», ένα πολύ ενδιαφέρον και ιδεολογικά. Το δεύτερο «Η Δάφνη», η γνωστή ιστορία από τη μυθολογία για τη Δάφνη στην κυλάδα των τεμπών. Και το τρίτο «Σελής εκ της αρχαίας ιστορίας», τα δύο πρώτα τα δημοσιεύσε με το όνομά του. Το τρίτο αυτό που σας λέω, «Σελής εκ της αρχαίας ιστορίας», με ένα από τα ψευδόνιμα της εποχής αυτής, το ψευδόνιμο «Σφίγκς». Και τα τρία αυτά αφηγήματα, διηγήματα ήταν για την εποχή τους, δημοσιεύτηκαν στο «Προφητικό Νημερολόγιο» ή αλλιώς στον Καζαμία του Δημήτρη Κορομιλά, τα έτη 1876, 1877 και 1882. Ψηφθεί και αυτός στον νεοκλασικισμό που επιβάλλεται στην Αθήνα των δεκαετιών του 1860 και του 1870. Από εκεί και πέρα, αφήνουμε τη λογοτεχνία, έχει γράψει εκατοντάδες, δυό ή τρεις εκατοντάδες περίπου, ταξίδια, περιγραφές, εντυπώσεις. Είναι προσεκτικός και αν δείτε στον Βοριά τα κύματα, χρησιμοποιεί αυτούς τους διευκρινιστικούς υποτίτλους, ταξίδια, περιγραφές, εντυπώσεις, κυρίως από το καλοκαίρι του 1888 και μετά, όταν πριν επιστρέψει από τη Διατή Διαμονή του στη Σκιάθο, επισκέπτεται την Κωνσταντινούπολη και το Άγιον Όρος, ταξίδια που σχεδόν εθιμοτυπικά επαναλαμβάνει πολλές φορές εντάσσοντας στη διαδρομή του Τιχείου, της Μέρνη και άλλους τόπους για τους οποίους θα σας μιλήσει στη συνέχεια η κυρία Βασιλείου. Το μεγαλύτερο τμήμα από αυτά τα συμπεριέλαβε ο ίδιος στα εξάτωμα με του Βοριά τα κύματα δεκαετία του 1920. Και εδώ, και σε αυτό το είδος τα ταξιδιωτικά, πρέπει να κάνουμε προσθήκες. Γιατί στην πραγματικότητα τις ταξιδιωτικές αυτές εντυπώσεις τις είχε ξεκινήσει ήδη από τη δεκαετία του 1870. Κάποιες είναι γνωστές, έχουν καταγραφεί από τον Φραγκούλα, κάποιες άλλες όχι. Είναι δημοσιογραφικές αποστολές στην Κόρινθο για το κυνήγι ενός θησαυρού, ενός αρχαιολογικού θησαυρού, που τάραξε για κανένα χρόνο τις εφημερίδες τις Αθηναϊκές. Και μάλιστα μια κωμοδία της εποχής, το κυνήγι του θησαυρού, έτσι ακριβώς ενός φρατζί, είχε ως πρωταγωνιστή, ως ένα πρόσωπο πρωταγωνιστή, είναι και ο δημοσιογράφος ο Μοραϊτίδης, κάπου περνάει εκεί. Δημοσιογραφικές αποστολές στην Κόρινθο για το κυνήγι του θησαυρού, στην Ίδρα, όπου πήγε και ξαναπήγε, είναι γνωστό αυτό, και πιθανότατα στην Μάντρα και στα Μέγαρα, ιδιαίτερα στα τελευταία με το διάσημο πανηγύριο τους και τον περίφημο χωρό τους, Τράτα. Όλοι οι τουρίστες της εποχής εκείνης και οι Ευρωπαίοι καλλιτέχνες, κυρίως οι ζωγράφοι, όφειλαν να περάσουν από τα Μέγαρα και από τις Βρύσσες, όπου οι μεγαρύτης νεαρές ποζάρανε για να γίνουν θέματα στους πίνακες ζωγραφικής της εποχής εκείνης. Έχει γράψει κάποια κείμενα ο Μοραϊτίδης και γι' αυτό ως ανταποκριτής. Επίσης, εκατοντάδες δημοσιογραφικά άρθρα, κοινωνικά ή θρησκευτικά, θρησκευτικά-αλλογραφικά χρονογραφήματα, επιφυλίδες, σημειώματα, παρεμβάσεις, επιστολές, ή όπως αλλιώς χαρακτηρίσουμε αυτά ταπικίλα δημοσιεύματά του, που δημοσιεύει ενυπόγραφα, ψευδόνιμα ή ανυπόγραφα στις εφημερίδες. Αρκετά ακόμη είναι ακατάγραφα παρά την μεγάλη αυτή βιβλιογραφική ανασκαφή του Φραγκούλα. Έκανε έναν άθλο ο Φραγκούλας στις δεκαετίες που δούλεψε. Σήμερα τα πράγματα είναι πιο εύκολα γιατί είναι προσιτές οι εφημερίδες. Χάθηκαν κάποιες, αλλά τουλάχιστον είναι ψηφιοποιημένες και μπορούμε να τις δούμε με περισσότερη προσοχή για να τις ξαναδούμε. Πρόσθεσαν μερικά από αυτά για τη δράση τους στη δεκαετία του 1890, αλλά υπάρχουν αρκετά ακόμη και από την πρώτη περίοδο τη δεκαετία του 1870. Μεγάλο ενδιαφέρον έχει για παράδειγμα, έχουν μάλλον κάποιες ανταποκρίσεις που στέλνει από τη Σκιάθο, κάθε καλοκαίρι επέστρεφε στη Σκιάθο, σχεδόν κάθε καλοκαίρι, τον Αύγουστο του 1879, στην εφημερίδα του Κορομιλά, είναι ανταποκρίσεις για τις εκλογές του νησί και κυρίως για μια καταστρεπτική πυρκαγιά, με πολλά σημεία για τη γεωγραφία της Σκιάθου, βουνά, τοπονίμια του νησιού, για τα αποβράσματα της θαλάσσης, τα καλούμενα για λόξυλα, είναι μια φράση από αυτές τις ανταποκρίσεις, για τον Δήμορχο Γεωργιάδη τότε δεν τον συμπαθούσε ιδιαίτερα, ήταν μάλλον του άλλου Δημάρχου και τον Δημοτικό Πάρεδρο Δημήτριο Βαλάρα και κάποιους άλλους, αυτός είναι ο καλός, παρουσιάζεται με θετικά, έχει θετικά στοιχεία για αυτόν και παραμένοντας στο χώρο των εφημερίδων ο Μοραϊτίδης, είναι γνωστό αυτό, απλώς δεν έχουν αποδελτιωθεί όλα και κυρίως δεν έχουν εκδοθεί, έγραψε κοινοβουλευτικά πρακτικά. Θεωρείται ο εισηγητής του είδους στην Ελλάδα, μιμήθηκε γαλλικά πρότυπα κατά παρότρινση του Δημήτριου Κορομιλάτου, εκδότη της εφημερίδας, επηρέασε τον Μητσάκη, τον Παλαμά και άλλους και σε αυτό ήταν πρωτοπόρος στον ελληνικό τύπο ο Μοραϊτίδης και είναι μια δράση του που πρέπει να αναδειχτεί λίγο περισσότερο. Στην ύστερη φάση της ζωής του είναι γνωστό, έγραψε εκκλησιαστικά υμνογραφήματα, 19 τον αριθμό, ακολουθίες αγίων, παρακλητικούς κανόνες, τροπάρια και άλλα πολλά και τέλος μεταφράσεις από τα αρχαία ελληνικά, από την εκκλησιαστική γραμματεία από τους πατέρες της εκκλησίας, από τα λατινικά, την ελεγία η βερενίκης κόμι του καλλίμαχου από τη σωζόμενη λατινική μετάφραση του Κάτουλου, είναι το πρώτο δημοσιευμά του. Σε περιοδικό, ένα πείημα του Μπάιρον και άλλα λιγότερο σημαντικά. Μεγάλη παραγωγή και εντυπωσιακή επικοιλία, βρίσκετε κι εσείς. Αυτό το άπλωμα σε επικύλα είδη λόγου δεν ήταν ασυνήθιστο βέβαια για γραφιάδες, ανθρώπους που είπαν να κατάντισε προέκταση του χεριού τους, ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Μοραϊτίδης, αλλά οπωσδήποτε τέτοιοι αριθμοί και τόση επικοιλία εντυπωσιάζουν. Απετεί όμως αυτό το άπλωμα σε τόσα πολλά είδη και γνώση και τέχνη και μαστοριά. Να ξέρεις τους κανόνες, τις συμβάσεις του κάθε είδους, να τους εφαρμόζεις ή να έρεσαι πάνω από αυτούς και να πλάθεις νέα κειμενικά είδη ή βρίδιες σε κάποιες περιπτώσεις. Και ο Μοραϊτίδης φαίνεται πως είναι άριστος γνώστης όλων αυτών των ζητημάτων. Ακόμα και μια στοιχειώδης γνώση των κειμένων του, ειδικά των διηγημάτων του, δείχνει ότι δεν τα αφήνει στην τύχη τους. Ο Μοραϊτίδης δεν είναι από τους συγγραφείς που τα δίνουν προς δημοσίευση και αδιαφορούν πλέον γι' αυτά. Στις επανεκδόσεις αλλάζει τους τίτλους. Καμιά δεκαριά διηγήματα έχουν διαφορετικό τίτλος στην επανέκδοση από την πρώτη δημοσίευση. Αναδιατάσσει σε κάποια τη δομή τους. Στον σκαλικάνζαρο ας πούμε. Ενώ τους ίδιους θεματικούς πυρήνες τους αξιοποιεί διαφορετικά όταν αλλάζει γραμματιακό είδος. Άλλες είναι οι συμβάσεις σε ένα επαιτιακό, επικαιρικό, δημοσιογραφικό άρθρο και άλλες σε μια ταξιδιωτική αντίπωση. Και έχω προσέξει ότι αυτά τα ζητήματα ο Μοραϊτίδης τα παίζει στα δάχτυλα. Θα θυμίζω άλλωστε πως ο ίδιος είχε διευθύνει μια σατυρική εφημερίδα στη δεκαετία του 1870. Την αγορά είναι ένα ζήτημα αυτό, το λέει κάπου και ο ίδιος, αλλά δεν πρέπει να ήταν διευθυντής σε όλα τα χρόνια της έκδοσης εφημερίδας. Βγαίνει το 1774-1775 και ξανά το 1776. Στην πρώτη περίοδο δεν μπορεί να είναι Μοραϊτίδης, για αυτός που κυρίως σατυρίζεται μέσα στην εφημερίδα είναι ο Μοραϊτίδης. Μάλλον το 1776, που είναι λιγότερα τα φύλλα, θέλει λίγο η έρευνα κι αυτό, αλλά σε αυτά τα πρώτα συμπεράσματα έχω καταλήξει. Ενώ αργότερα έχοντας την απόλυτη εμπιστοσύνη του Γαβριηλίδη, διετέλεσε αρχισιντάκτης για δυόμισι μήνες στην Εσπερινή Ακρόπολη. Την πρώτη φορά δεν σώζονται φύλλα της, από έμμεσες μνείες το ξέρουμε, από έμμεσες μαρτυρίες. Διετέλεσε, λοιπόν, αρχισιντάκτης την πρώτη φορά στην Εσπερινή Ακρόπολη, την πρώτη φορά που δοκίμασε να τη βγάλει ο Γαβριηλίδης το φθινόπωρο του 1888, όταν είχε επιστρέψει από τη Σκιάθο, όπου είχε διετελέσει δύο χρόνια σχολάρχης, το είχε ζητήσει ο ίδιος στο νησί. Και εκεί, σε αυτή την εφημερίδα, όπου ήταν και αρχισιντάκτης, ο Μαραϊτίδης δημοσίευσε ανήμερα του Αγίου Νικολάου το δίγημα, το θαύμα του Αγίου Νικολάου, αυτός ήταν ο τίτλος του δίγηματος, αυτό που κατόπινη με τονόμασε σε «Των θαλασσών ο Άγιος». Και δεν ξέραμε πού πρωτοδημοσίευτηκε παρά μόνο το έτος, εκεί. Άρα, τη δημοσιογραφική κειμενογραφία τη γνωρίζει άρεστα. Ζητήματα ιδεολογικά τον απασχολούν από νωρίς, είναι άλλωστε φιλόλογος. Τελειώνει τη φιλοσοφική έστω και με αρκετή καθυστέρηση και μάλιστα με επίζυλη επίδοση και με επένους. Γίνεται και διδάκτορ, όχι προλύτης απλώς, διδάκτορ γίνεται αφού διοριστεί σε γυμνάσιο της Αθήνας, ένα χρόνο μετά γίνεται και διδάκτορο, δίνει και τις τελικές εξετάσεις, αυτό ήταν. Ο προλύτης ήταν αυτός που τελείωνε και μπορούσε να εργαστεί. Οι διδάκτορες έδιναν και τις τελικές εξετάσεις, αυτό έλεγαν οι διδάκτορες τότε. Και μάλιστα ήταν ένας φέρελπης νέων επιστήμων σε εκείνα τα χρόνια. Το 1876 με αφορμή τη βράβευσή του για την τραγωδία η καταστροφή των ψαρών και τη λήψη υποτροφίας από τον Νικόλαο Πολίτη για σπουδές στη Γερμανία, εφημερίδες της εποχής και η νέα ημέρα της Τεριέστης, παρακαλώ, ένα γνωστό έντυπο στην Ευρώπη, ολόκληρο ελληνικό έντυπο, προτείνουν να δοθεί αντίστοιχη υποτροφία και στον Μωραϊτίδη για να συνεχίσει τις σπουδές του στην Γερμανία πριν ολοκληρώσει τη φιλοσοφική σχολή του Αθηνικού Πανεπιστημίου. Δεν προχώρησε η πρόταση αυτή. Τους προβληματισμούς του Μωραϊτίδη περί των κειμενικών ειδών, τους βρίσκουμε καταγεγραμμένους σε κάποια κείμενα της εποχής, σαν ένα από αυτά τα βιβλιογράφητα κείμενα, διηγήματα που σας είπα πριν στο προφητικό ημερολόγιο του 1882 στον Καζαμία δηλαδή του Κορομιλά. Το ψευδόνιμο σφίνξ είναι δικό του, για το ψευδόνιμο ούτις έχω αμφιβολίες αν είναι όλα τα κείμενα του Μηχάνης εδικά του, είναι ένα πήμα δικό του, τα υπόλοιπα δεν είναι εδικά του, γιατί είναι ανταποκρίσεις από την Κωνσταντινούπολη και ο Μωραϊτίδης δουλεύει τότε στην Αθήνα. Άρα αυτά που λένε εντυπώσεις από την Κωνσταντινούπολη είναι αλλουνού ούτις, τα ψευδόνιμα πολλές φορές ήταν κοινόχρηστα, ειδικά στα σατυρικά έντυπα. Το κείμενο αυτό για το οποίο σας λέω, στο οποίο σας το ανέφερα και πριν, έχει κάποιους προβληματισμούς για τα ίδη τα κειμένικά, φέρει τον τίτλο «Σε λύσεκ της αρχαίας ιστορίας» και αφορά έναν αρχαίο αθηναίο δημαγωγό του 322 π.Χ. τον Στρατοκλή. Εκεί ο Μωραϊτίδης, σας διαβάζω λίγα πράγματα για να μην μακρύνω στον χρόνο, λέει «έχει την αγωνία του γραφιά, τι να γράψει, δεν του έρχεται η έμπνευση, έχει ένα διάλογο με την υπηρέτη να του φέρει ένα τσάι γιατί κρυώνει, είναι Νοέμβριος όταν το γράφει, έγραψα ποτέ στίχους αλλά κατατάσσομαι μεταξύ των απτέρων ζώων, έγραψα δράματα αλλά που τολμώ ενώπιον του δεκάστρου να παραθέσω αυτά» θα τηρίζει ένα πρόσωπο της εποχής εκείνη που έκανε τον θεατρικό συγγραφέα, «συνέγραψα μυθιστορήματα αλλά αυτά ουδέν διαφέρονση των φλιαριών του Ρήτορος Κώστα και όμως είναι ανάγκη να συνομιλήσω μετα των αναγνωστών μου». Ποιητής λοιπόν δεν υπήρξα, συγγραφές δεν υπήρξα, μυθιστοριωγράφος δεν υπήρξα. Τι υπήρξα λοιπόν? Έχει μια συνέχεια και λέει «Α, ο Θεέ μου, γιατί να μη γεννηθώ δημαγωγός» και αρχίζει η ιστορία. Ξέρουμε επίσης ότι συχνά, το ανέφερα και πιο πάνω, οίδιους θεματικούς πύρινες τους αξιοποιεί σε έργα διαφορετικών εδών. Τρανταχτό παράδειγμα που δεν μας παίρνει ο χρόνος εδώ να το δούμε αναλυτικά είναι το θέμα της Άλλωσης της Κωνσταντινόπολης. Το αξιοποιεί στην πεντάπρακτη τραγωδία «Πόλεως Άλλωσης», έργο του 1888, αλλά και στην ιστορική αφήγηση, το «Μέγα Εθνικό Μυθιστόριμα» όπως το χαρακτηρίζει η εφημερίδα Acropolis του 1903. Ή, στη νουβέλα, σε αυτή την εντυπωσιακή, είναι ένα εξαιρετικό κείμενο, δεν το επέλεξε τυχαία ο Μανώλης Αναγνωστάκης για να το εντάξει στη σειρά «Η Πεζογραφική μας Παράδος» στη σειρά της Νεφέλης. Στο τάξιμο αυτό δημοσιεύτηκε τέλη Νοεμβρίου και όλο το Δεκέμβριο του 1899 στην Εσπερινή Ακρόπολη. Δεν γράφτηκε όμως τότε, ξέρουμε ρητά πότε γράφτηκε, γράφτηκε ένα μισό χρόνο νωρίτερα και το προώριζε για να δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Θόρυβος» όπου εργαζόταν ο Ταγκόπουλος και άλλοι. Δεν το έβγαλε τότε, το έβγαλε ένα μισό χρόνο αργότερα. Το τάξιμο λοιπόν, αυτή η νουβέλα το τάξιμο και το τάξιμο, ένα μεγάλο μέρος αυτή την εκτενή νουβέλα, 32 σελίδες στην έκδοση από τις 157 της έκδοση του Νίκου Τριανταφυλόπουλου, εκτιλήσεται στο Άγιον Όρος, στη Μονή Κωνσταμονίτου, στη Μονή Βατοπεδίου και στη Μονή του Μαντοκράτορος με περιγραφές των μοναστηριών και του τόπου που θα τις ξανασυναντήσουμε αργότερα σε ταξιδιωτικά του κείμενα. Αλλά εκεί μεταπλασμένα και ενταγμένα στο είδος της ταξιδιωτικής εντύπωσης, της ταξιδιωτικής αφήγησης. Θα σταματήσω όμως και θα τελειώσω σε μια περίπτωση και θα τελειώσω με αυτή που μου έδωσε άλλωστε το ένευσμα και για να προτείνω αυτό το θέμα για την απόψη νέα ανακοίνωση. Πρόκειται για ένα επικαιρικό, επετιακό, εορταστικό κείμενο με τον τίτλο «Άσμα και νόν, άσμα και νούριο» από τη βίβλο «Επί τη εορτή της 25ης Μαρτίου». Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην Ακρόπολη στις 25 Μαρτίου του 1892. Ανυπόγραφα, εσκεμμένα από τον ίδιο τον συγγραφέα και γι' αυτό μη βιβλιογραφημένα από τον Φραγκούλα. Σχεδόν κοντεύεις να μην το δεις στην εφημερίδα, είναι κάτω κάτω, πιάνει δυο σελίδες αλλά δεν έχει υπογραφή, είναι 25η Μαρτίου, πού να πάει το μυαλό σε ποιον είναι, καταρχήν από τον τίτλο. Στην αρχή πίστεψα ότι ήταν παπαδιαμαντικό. Πρέπει να σας ξομολογηθώ ότι έχω έτοιμη μια εργασία που επιχειρηματολογώ επί πέντε σελίδες, ότι είναι έργο του παπαδιαμάντη. Και το βλέπω τώρα και γελάω με τον εαυτό μου. Δεν το έβγαλα ευτυχώς, δεν βιάστηκα, αλλά μπορεί να πάθει ζημιά κανείς, όταν το δείτε θα καταλάβετε γιατί. Στην αρχή πίστεψα ότι ήταν παπαδιαμαντικό. Το θέμα είναι σκεθήτικο του κειμένου. Είναι η γνωστή τοπογραφία και ανθρωπογεωγραφία, η συνεργασία με την Ακρόπολη, οι αποστροφές προς τον Γαβριηλίδη, φίλε Γαβριηλίδη και κάποια στοιχεία θυμού και οξύτητας του αφηγητή, είναι θυμωμένος ο αφηγητής και το λέει και στον Γαβριηλίδη, οδηγησαν προς τον παπαδιαμαντι. Ένας από τους δυο το είχε γράψει, ή ο παπαδιαμαντις ή ο Μωραϊτίδης. Εγώ επιχειρηματολούσα γιατί ήθελα, τι να κάνουμε, λήψη του ζητουμένου, κάνουμε πολλές φορές, ήθελα να είναι παπαδιαμαντις και έβλεπα στο κείμενο αυτά που με συνέφεραν να είναι παπαδιαμαντις. Αλλά ο σχολαστικός έλεγχος, μου έλειπε ένας τόμος από τα ταξιδιωτικά, γι' αυτό πρέπει να βγούνε από το Βοριά τα κείμενα, ένα, ο τέταρτος, είχα όλους τους άλλους ψηφιοποιημένους και δεν είχα δει τον τέταρτο και ήλπιζα ότι δεν θα είναι εκεί. Είχα λέει όταν θα το δω θα δούμε, αλλά ας το ετοιμάσω και βλέπουμε. Ο σχολαστικός λοιπόν έλεγχος της ταξιδιογραφίας του Μοραϊτίδη με βεβαίωσε ότι ήταν δικό του, του Μοραϊτίδη το κείμενο. Γιατί αυτό το δημοσιογραφικό κείμενο ο Μοραϊτίδης το ανέπλασε, το προσάρμοσε στις συμβάσεις του είδους της ταξιδιωτικής εντύπωσης και το συμπεριέλαβε 30 και χρόνια αργότερα στον τέταρτο τόμο με του Βοριά τα κείμενα, κύματα, το 1925. Δεν προλαβαίνω τώρα να σας δείξω ένα μεγάλο απόσπασμα που αφαίρεσε στη μορφή που το αναδημοσίευσε στα ταξιδιωτικά του και προχώρησε εκεί σε πολλές άλλες αφαιρέσεις. Έδιωξε ένα επικαιρικό στοιχούργημα, είχε ένα στοιχούργημα άγνωστο και αυτό, πληροφορίες για κάποια πρόσωπα της σκιάθω που τις άλλαξε, τις τροποποίησε. Αλλά το κρατώ εδώ. Θα σας διαβάσω μόνο ένα απόσπασμα όπου γίνεται το ζήτημα, συγγνώμη, των κειμενικών ειδών. Ο Γαβριηλίδης του ζητάει ένα κείμενο για την 25η Μαρτίου. «Ότι θέλεις γράψε», του λέει ο Μορραϊτίδης και το ζητά επιτακτικά. Ο Γαβριηλίδης το ζητά αυτό. Ο Μορραϊτίδης είναι θυμωμένος για κάποιο λόγο με τους Αθηναίους της εποχής και με τους σύγχρονους Έλληνες που θυμάται τους ήρωες του 21 και γενικώς είναι πολύ οργισμένος. Τι με εκνευρίζεις, τι μου ζητάς, τι μου τα θυμίζεις αυτά και δεν σας το διαβάζω τώρα γιατί θα μας πάρει ώρα. Κλείνει, αλλάζει γνώμη, δεν υπάρχουν αυτά στα ταξιδιωτικά και λέει «αυτά ο ταξιδιώτης, μετανιώνει για την οργή που εξέφρασε, ας τα θεωρήσει ως μη γραφέντα, διότι η μεγάλη θρασίτης και βλασφημία θα ήτο εκ μέρους μου να τα διατυπώσω εν τη αυτή η εράδεια των ελληνισμών ημέρα, αλλά τι να σου κάμω» στον Γαβριηλίδη απευθύνεται «μου γράφεις και τούτο σήμερον την 23η Μαρτίου, αν ή μπορώ να σου ετοιμάσω τίποτε για την 25η Μαρτίου, είτε σαν άρθρο, είτε σαν διήγημα, είτε σαν επιφυλίδα, είτε σαν ποιήμα. Ελείποντος καιρού και της εμπνεύσεως απούσης, σου ετοίμασα κι εγώ το αναχείρας, το οποίο είναι και σαν άρθρο, και σαν διήγημα, και σαν επιφυλίδα, και σαν ποιήμα και δεν είναι τίποτε απ' όλα αυτά. Σου το στέλνω δε χωρίς πεποίθησην, χωρίς πολύν στοργήν, μάλλον με τύψιν συνειδήσεως, ως έκθετον εις το βρεφοκομείον. Αλλά δυστυχών, όσον και αν προσπαθήσω, δεν θα σε πίσω να μη αποκαλύψεις πατρότητα, ανάγκη εκαρτερίσεως».» Τελικά το σέβεται ο Γαβριηλίδης και το δημοσιεύει ανώνυμο, χωρίς την πατρότητά του, δεν φέρει όνομα συγγραφέα. Αν με τι άλλο λοιπόν, η μία από τις τρεις δόξες μας, κατά την εφηρήση του Γαβριηλίδη την πρωτοχρονιά του 1901, η άλλη δυο ήταν ο Πόπα Διαμάντης και ο Κρακαβίτσας, ήξερε από αφηγηματική μαστοριά. Γι' αυτό και διολογούνταν οι αφιδόλευτοι έπαινοι που του προσπόριζε ο Γαβριηλίδης από νωρίς, με αφορμή φεριπίν τον αναποδιασμένο, τα Χριστούγεννα του 1889. Λέει εκεί ο Γαβριηλίδης, όταν γράφει ο κύριος Μοραϊτίδης, την ημέρα εκείνη τα σπίτια άγουν πανίγερην, γιατί άγουν πανίγερην, το δαιμόνιον τους συλλαμβάνει ως διατσιγγυλίου τους εναγνώστας όλων των τάξεων, αλλά ιδίως τα σπίτια, τα τζάκια, τα σαστίας και τα στραβά μαζί του. Δεν φιδόταν, δεν ήταν φιδολός ο Γαβριηλίδης στους επέννους του, αλλά στον Μοραϊτίδη πιδαψήλευσε πολλούς περισσότερους από ό,τι σε άλλους. Ή δικαιολογούνται οι αλλεπάλληλες επιφημίες του Ιωάννη Καμπούρογλου, του εκδότη της Νέας Εφημερίδος, αυτός συμβάλλει πάρα πολύ, πρέπει να του το αναγνωρίσουμε, με την Εφημερίδα του, τη Νέα Εφημερίδα, συνεργάζεται αρκετά στενά ο Μοραϊτίδης εκεί. Εφησυμβάλλει πολύ στην εδραίωσή του ως μεγάλου συγγραφέα του, το 1891, λέει, μία φράση μόνο σας λέω, «άν δεν κατορθώσαμε να στο χειμώναν να ευκολύνουμε την έκδοση ενός τόμου ολοκλήρου του Μοραϊτίδη, θα σκάσομαι». Τον αποκαλεί πρωτοκάθεδρο, θαλασσινό μαργαριτάρι, χαρακτηρίζει τον αναποδιασμένο, αριστοργηματάκια, τα διηγήματα του Παπαδιαμαντίτα έλεγε πολύ έυστοχα παπαδιαμαντάκια ο ίδιος. Αλλά έχει δίκιο και πολύ ενδιαφέρον ο Γεώργιος Ποπ, ένας δημοσγράφος της Ακρόπολος και μετά εκδότης της εφημερίδας «ΕΑΘΗΝΕ» από τις αρχές του 20ου αιώνα και μετά, για τη λειτουργία των διηγημάτων του Μοραϊτίδη στους πολυάριθμους αναγνώστες του. Έλεγε ενωλήγησε εκεί ο Ποπ, τελειώνω με αυτό, «Ότι δεν πετυχαίνουν οι άνθρωποι της Εκκλησίας, το πετυχαίνει ο Μοραϊτίδης, οδηγεί τους αναγνώστες στην αγνή πίστη». Αυτά. Σας ευχαριστώ. Ευχαριστώ με τον Λάμπρο Βαρέλλα. Η Αριτή Βασιλείου, που είναι αναπηρότερη καθηγήτρια για τον νεοελληνικό θέατος του Παγεμιστήμιου της Πάτρας, έχει ασχοληθεί με τον θεατρικό Μοραϊτίδη, έχει βγάλει ένα πολύ σημαντικό βιβλίο ο Γκώδες για αυτή την πλευρά του Μοραϊτίδη, στις πανεπιμεσικές εκδόσεις Κρήτης και έχει το λόγο. Ευχαριστώ πολύ. Περιμνήμης ο λόγος και περί νοσταλγίας, έτσι όπως τη χρησιμοποιεί ο Μοραϊτίδης. Ο εκτοπισμένος ως εμιγκρές από τη Λέλαπα της Γαλλικής Επανάστασης Σατοβριάνδος, αναπολώντας τα θραύσματα ολόκληρο του βίου του, γράφει στα απομνημονεύματά του πέραν του τάφου που δημοσιεύονται μετά το θάνατό του στα μέσα του 19ου αιώνα, ότι ο άνθρωπος δεν έχει μία και μοναδική συνεπή ζωή, αλλά πολλές από την αρχή μέχρι το τέλος και αυτή είναι η δυστυχία του. Οι φίλοι μας εγκαταλείπουν και άλλοι φίλοι παίρνουν τη θέση τους. Υπήρχε κάποια εποχή στην οποία δεν μας ανήκε τίποτε από αυτά που μας ανήκουν τώρα, ενώ υπάρχει και μία εποχή στην οποία δεν κατέχουμε τίποτα από αυτά που κατήχαμε κάποτε. Νομίζω πως αυτή ακριβώς η αίσθηση της ασυνέχειας και του διχασμού του εαυτού είναι και η δυστυχία του Αλέξανδρου Μουραϊτίδη, καθώς και γενικότερα των ανθρώπων του 19ου αιώνα, οι οποίοι αισθάνονται εξόριστοι από τη σύγχρονη τους εποχή και από το γενέθλιο τόπο τους. Όπως ο Σατοβριάνδος αμέσως μετά τη Γαλλική Επανάσταση, έτσι και ο Μουραϊτίδης εμφανίζει κατά τη διάρκεια της ζωής του πολλαπλούς χωροχρονικά διχασμένους εαυτούς. Τον παιδικό εαυτό μέσα στο οικογενειακό θρησκευόμενο κολυβάδικο περιβάλλον της παραδοσιακής σκιάθου των μέσων του 19ου αιώνα. Τη μετάβαση στο άστι στις αρχές της δεκαετίας του 1870 και το συνεπόμενο μετεφυβικό εαυτό στην πρώτη του επαφή με τα εξυγχρονισμένα αθηναϊκά ήθη. Τον όρημο εξαστισμένο πια και επαγγελματικά αποκατεστημένο εαυτό. Τον εαυτό στη φάση του αμώναχου μοναχισμού στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, που τον κάνει να ζει ως αυτοεξόριστος στην τύρβη της πρωτεύουσας. Και τέλος το γεροντικό εαυτό της μοναστικής απόσυρσης από τα εγκόσμια στη δεκαετία του 1920 στο κατόφλι του θανάτου και ύστερα από την παλινώστιση στο γενέθλιο τόπο. Κομορραϊτίδης είναι ένα σύγχρονος αυτοεξόριστος που όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια ενσαρκώνει τις ανησυχίες για το νόημα της αισθίας και του χρόνου στο σύγχρονο κόσμο. Αποκρυπτογραφώντας αυτό που δεν είμαστε πλέον. Όποιο κείμενο τους κι αθήτη και να διαβάσει κανείς θα διαπιστώσει πως δεν επεξεργάζεται πνευματικά το παρόν αλλά το χθες. Και ενώ δεν είναι επαγγελματίας ιστορικός εν τούτης ασχολείται αιμονικά με την ιστορία και γενικότερα με το παρελθόν. Τα ιστορικά του δράματα Βάρδας Καλέργης η καταστροφή των ψαρών και πόλεως Άλωσης γραμμένα στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα ανατρέχουν στο μαυσολείο της τρισχιλιοτούς ελληνικής ιστορίας δραματοποιώντας σελίδες μακρινής αλλά και πιο σύγχρονης εθνικής καταστροφής. Της μεσεωνικής λατινοκρατίας ελληνόφωνον πληθυσμών της ωσμανικής Άλωσης της πόλης και της παρεπόμενης καθυπόταξης των Ελλήνων κάτω από τον αθωμανικό ζηγό. Ακόμη και οι επτά του μονόπρακτες κωμοδίες γραμμένες μέσα στη δεκαετία του 1870 οι οποίες αντιθέτως ασχολούνται με την εξευρωπαϊσμένη και εξυγχρονισμένη αστική ζωή και τον υλιστικό ευδαιμονισμό των Αθηναίων του 19ου αιώνα ακόμη και αυτές εμποτίζονται μετανάματα του παρελθόντος σκιαγραφώντας την καταστρεπτική απομάκρυνση των κατοίκων του άστεως από τους κανόνες μιας προγενέστερης πολιτιστικής οικογενειακής και θρησκευτικής παράδοσης. Στην περίπτωση των αστικών κωμοδιών του πραγματικά θα λέγαμε ότι ο σκιαθήτης εξώριστος από το γενέθλειο τόπο του προσπαθεί να γίνει κοσμοπολίτης παρά τη θέλησή του. Επιπλέον όλα ανεξαιρέτως τα ηθογραφικά του διηγήματα μας μεταφέρουν στο νοσταλγικό κόσμο της ταπεινής και ανεπιτίδευτης ζωής των καθημερινών κατοίκων της γενέτειράς του. Από τα πρώτα του κιόλας δημοσιευμένα διηγηματογραφικά πειράματα στη δεκαετία του 1880 στην εφημερίδα Ακρόπολης ο Μωραϊτίδης περιγράφει παιδικές αυτοβιογραφικές αναμνήσεις σκιαθήτικων χριστουγεννιάτικων εθήμων. Οι δέ ταξιδιωτικές του εντυπώσεις δεν αναφέρονται σε ταξίδια του συγγραφέα στις σύγχρονες μεγαλού πόλεις της Δύσης, αλλά εστιάζονται στις προσωπικές του αποδημίες στους τόπους της ιστορικής συλλογικής μνήμης του ελληνισμού και της ορθοδοξίας. Άγιον Όρος, Άγιοι Τόποι, Κωνσταντινούπολη. Με αφορμή αυτά τα περιηγητικά κείμενα, καθώς και τα ποικίλα θρησκευτικο-λαωγραφικά χρονογραφήματά του, ο Μωραϊτίδης βρίσκει την ευκαιρία να εξυμνήσει τα παμπάλεα βυζαντινά εκκλησιαστικά έθιμα και τελετές τα οποία έχουν χαθεί στη σύγχρονη Ελλάδα. Συγκρίνοντας παραδείγματος χάρην το κατανυκτικό βυζαντινό εκκλησιαστικό τυπικό που διασώζεται ακόμη το 19ο αιώνα στους πατριαρχικούς ναούς της πόλης με το σύγχρονο Αθηναϊκό, αισθάνεται απογοήτευση για την έκπτωση του τελευταίου, νιώθοντας ότι ακριβώς εξαιτίας αυτής της έκπτωσης απειλείται η ίδια η εικαιρεότητα της εθνικής ταυτότητας. Από όλα τα ποικίλα δείγματα γραφής του Μωραϊτίδη εισπράτι κανείς ένα σταθερά αναδιώμενο συνέστημα, τη νοσταλγία. Συνέστημα που μου κίνησε το ενδιαφέρον από την αρχή της ανασκόλησής μου με το Μωραϊτίδιο μικροσύμπαν. Ακριβώς αυτές τις πηγές του νοσταλγικού συναισθήματος θα επιχειρήσω να ερμηνεύσω ιστορικά, παρατηρώντας ότι ο συγγραφέας εκφράζει συνεχή θλίψη για μια οριστικά χαμένη εδέμ παρελθοντικής, συλλογικής και προσωπικής ευτυχίας. Στην ίδια του τη ζωή, μοιάζει σαν να θέλει να επιστρέψει στην ιδέα τι, πλην όμως οριστικά χαμένη παραδυσιακή, ονειρική, παιδική ευτυχία στη σκιάθο. Ενώ ζει, εργάζεται και δημιουργεί καλλιτεχνικά στο άστη, εντούτης χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως συμπαθές ξενάκι, ως εσωτερικό μετανάστη που αναπολεί διαρκώς τις αρχαίες τοπικές εθνικοθρησκευτικές παραδόσεις, οι οποίες εντούτης έχουν οριστικά χαθεί μέσα στον αλλόφυλλο πολιτισμό του εξυγχρονισμένου άστεος. Έτσι δηλώνει ότι γράφει τις δημοσιογραφικές του επιφυλίδες σε αθηναϊκές εφημερίδες ακριβώς προς αναψυχή άλλων αντίστοιχων εσωτερικών μεταναστών που εγκατέλειψαν τον αγρωτικό ή νησιωτικό τόπο τους για να εγκατασταθούν στο άστη, θέλοντας να τους κάνει να ξαναποκτήσουν την παιδική τους απλότητα, τα παιδικά τους αισθήματα, τις παιδικές τους σκέψεις και τα άρρυτα εκείνα όνειρά τους από τα οποία τους χώρισε ο χρόνος και η σπουδή. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το 1884 για την ανικιότητα που του προξενεί η πρωτεύουσα, «Δεν αναγνωρίζω την πρωτεύουσάν σου, ο πατρίς, ούτε εν ται σεωτές της ούτε εν τη χαρά της. Ο ακαλής συνοστισμός εν τη ερμαϊκή οδό, εν μέσο αγρίου αλαλαγμού, εν ψύχων και αψύχων οργάνων, με ξφενδονίζει ως διανεφόν μακράν εις τα σεπαρχία σου, ο Ελλάς, εις τα φεδρά χωρία σου, όπου οι αγνώτης των εθήμων και το κάλλος των αρχαίων παραδόσσεων δίνανται να εμπνεύσωσιν ένα καλλιτέχνην, επιζητούντα την Ελλάδα του ομύρου και των αρματολών, την Ελλάδα των πόθων μου, αλαφέφ την Ελλάδα του παρελφόντος». Μέσα από τα παραπάνω παραδείγματα, φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο συγγραφέας αισθάνεται μια συνεσθηματική εγκύτητα και ασφάλεια στο πλαίσιο του καθησυχιαστικού παρελφόντος και του γενέθλου τόπου, παρά στο νέο, διαρκώς μεταβαλώμενο, εξυγχρονιζόμενο κόσμο του παρόντος και του άστεως. Παρ' όλα αυτά, αναγνωρίζει ότι ο κόσμος του παρελφόντος δεν πρόκειται να επιστρέψει πια. Αυτή ακριβώς η ανοικιότητα, ξενότητα, ανεστιότητα και εξωρία στο παρόν, ο προσωπικός εκτοπισμός στο χώρο και το χρόνο, αλλά και η μελαγχολική συνειδητοποίηση της οριστικής απώλειας του χθες και του παιδικού γενέθλου τόπου, ορίζουν γενικότερα το συνέστημα της νοσταλγίας και της αναπόλησης περασμένων εποχών που δεν γυρίζουν πλέον. Τα υπολήματα των παρελθοντικών προσωπικών και συλλογικών βιωμάτων καταγράφονται ως φασματόδεις παρουσίες που η θύμησή τους προκαλεί θλίψη και νοσταλγία, την αίσθηση της μονυμότητας της απουσίας. Αυτό συμβαίνει επειδή το παρόν βιώνεται υποκοιμονικά και εσωτερικά ως βαθιά και αμετάκλητη χωροχρονική ρήξη και ως αντίθεση σε σχέση με το παρελθόν. Η ξαφνική και βίαιη μετάβαση από τις προν νεοτερικές κοινοτικές δομές της προεπαναστατικής κοινωνίας στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στις νεοτερικές δομές του εξυγχρονισμένου αστικού κράτους και τους νεόκοπους απρόσωπους κοινωνικούς και οικονομικούς μηχανισμούς του, συνιστούν τα δεδομένα που κάνουν το μωραϊτίδι και τους συγχρόνους του να νιώθουν εξόριστοι στην ίδια τους την εποχή. Εκδηλώνοντας σημάδια δυσφορίας για τη ζωή στο σύγχρονο κόσμο και κλαμβάνοντας το μέλλον ως απειλή και ανήσυχη αβεβαιότητα. Η ατομική νοσταλγία τους αποτελεί το σύμπτωμα ενός απρόβλεπτου πολιτισμικού άγχους που οφείλεται στη βίαιη μεταβολή και συνθετότητα των νέων κοινωνικών δομών. Η συνειδητοποίηση της ύπαρξης πολλαπλών αποσπασματικών και αποσυνδεδεμένων βίων είναι ενδεικτική μιας γενικότερης αναδόμησης της έννοιας του χρόνου κατά το 19ο αιώνα που οδηγεί στην ιστορικοποίηση του ίδιου του εαυτού στις μοντέρνες πολιτιστικές δομές της χρονικότητας και τις ίδιες της ιστορικής διαδικασίας. Τα κοινωνικά υποκείμενα παρατηρούν τον εαυτό τους πλέον ως μέρη του ιστορικού γύγνεσθε που υπόκεινται στις χωροχρονικές μετατοπίσεις. Ενώ η μελαγχολική νοσταλγία για το αναπιστρεπτή χαμένο παρελθόν συνδέεται με την ανάδυση του ιστορικού χρόνου αποτελώντας κομμάτι της μοντέρνας ευαισθησίας και της ατομικής ταυτότητας. Έτσι η ατομική εμπειρία της νοσταλγίας δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς τη συνείδηση της γενικότερης δημόσιας ιστορίας η οποία επαναπροσδιορίζει την ιδιωτική αίσθηση της αποξένωσης. Ενώ λοιπόν θα πίστευε κανείς ότι ο αιμονικός νοσταλγός και παρελθοντολόγος Μωραϊτίδης αποτελεί μια ικεντρική και μοναχική φιγούρα της εποχής του, τελικά διαπιστώνει ότι απειχεί τις γενικότερες ευρωπαϊκές μοντέρνες αντιλήψεις του 19ου αιώνα σχετικά με την αναδόμηση του χρόνου που οδηγεί στη ρήξη μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Η νοσταλγία αποτελεί φαινόμενο του μοντερνισμού, επειδή βασίζεται στην αντίληψη της ιστορικής διαδικασίας ως της συνεχούς παραγωγής του καινούριου, του διαφορετικού, της προόδου, ως της βαθιάς μεταμόρφωσης του παρόντος που εξαλείφει τα παραδοσιακά ύχνη ζωής. Έτσι, όσο περισσότερο το μοντέρνο υποκείμενο απομακρύνεται από το παρελθόν, όσο περισσότερο νιώθει τη φθορά της παράδοσης στο σύγχρονο κόσμο, τόσο μεγαλύτερη αίσθηση απώλειας βιώνει, όπως και τη φευγαλέα αίσθηση του παρόντος και τη δυσσίωνη αναμονή του μέλλοντος. Αυτή η κρίση της μνήμης είναι απότοκο της αυξανόμενης απομάκρυνσης του ατόμου από τη λαϊκή παράδοση, της εξάρθρωσης του αγροτικού κόσμου και των παλιών μορφών του συλλογικού κοινοτικού βίου στο σύγχρονο κόσμο. Φαινόμενα που βρίσκονται σε δυσαρμονία με τη σύγχρονη υποκειμενική αστική εμπειρία και τους μαζικούς χωροχρονικούς εκτοπισμούς που προκαλεί η αστικοποίηση και η εκβιομηχάνηση. Η απόγνωση όμως για την εξαφάνιση του συλλογικού και ατομικού παρελθόντος συνδυάζεται όλος παραδόξως με την επιτακτική ανάγκη συλλογής και διατήρησης των θραυσμάτων του. Εντελώς ειρωνικά η μοντέδνα μνήμη αποκαλύπτεται αυθεντικά όποτε επιδεικνύει πόσο μακριά έχουμε απομακρυνθεί από αυτή. Έτσι τα απομηνάρια του παρελθόντος, οι επανευρεθέντες της αυρή, γίνονται αντικείμενο υπισταμένης μελέτης, καθώς οι άνθρωποι του 19ου αιώνα προσπαθούν να ανακτήσουν τα ύχνη των παλαιότερων τρόπων ζωής, προκειμένου να δραματοποιήσουν τα διακριτά χαρακτηριστικά και τα μισοκριμένα παρελθόντα που τους διαμορφώνουν ως εθνικά υποκείμενα. Η μνήμη γίνεται το 19ο αιώνα το διανοητικό κέντρο Ευρωπαίων και Ελλήνων και εκδηλώνεται με τη συλλογή λαϊκών δημοτικών τραγουδιών, θρύλων και παραδόσσεων, με την άνθιση της λαογραφίας, της αρχαιολογίας, με τους πρώτους ιστοριωγράφους που συνθέτουν την εθνική ιστορία, με τη διάχυση των λογοτεχνικών ειδών του ιστορικού μυθιστορήματος, του ιθογραφικού διηγήματος και της αυτοβιογραφίας. Όπως αναφέρει ο Γάλλος ιστορικός Πιέρ Νωρά, «Η επιτάχυνση της ιστορίας είναι το γρήγορο γλίστριμα του παρόντος μέσα στο ιστορικό παρελθόν που έφυγε για πάντα. Η γενική αντίληψη ότι το κάθε ετύ μπορεί να εξαφανιστεί, γεγονός που δηλώνει τη διακοπή της ισορροπίας. Τα απομοινάρια της εμπειρίας που βιώνονται ακόμη στη θερμότητα της παράδοσης, στη σιωπή της συνήθειας και στην προγονική επανάληψη έχουν μετατοπιστεί κάτω από την πίεση μιας θεμελιώδους ιστορικής ευαισθησίας. Η αυτοσυνειδησία αναδίεται κάτω από το σημάδι αυτό που έχει ήδη συμβεί, ως η εκπλήρωση ενός πράγματος που έχει ήδη αρχίσει. Αναφερόμαστε τόσο πολύ στη μνήμη επειδή ακριβώς τίποτε δεν έχει μείνει από αυτή. Το ενδιαφέρον μας για τους μνημονικούς τόπους, όπου η μνήμη αποκρυσταλώνεται και αποκρύπτεται, έχει αναδειθεί σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Σε ένα σημείο καμπής, όπου η συνείδηση της ρήξης με το παρελθόν συνδέεται με την αίσθηση της διάλυσης της μνήμης σε τέτοιο σημείο, έτσι ώστε να τίθεται το ζήτημα της ενσάρκωσης της μνήμης σε συγκεκριμένους τόπους διατήρησης της αίσθησης της ιστορικής συνέχειας. Υπάρχουν τόποι μνήμης, επειδή ακριβώς δεν υπάρχουν πια περιβάλλοντα μνήμης. Μέσα σε αυτόν τον κόσμο, της γενικότερης ανάδυσης των παρελθοντικών φθαρτών ερυπείων, αρχαίων βυζαντινών και νεότερων, ο Μωραϊτίδης μας προσκαλεί να σκύψουμε στις δικές του διαδρομές για τη συλλογή των πολιτισμικών συντριμιών και στους δικούς του τραυματικούς τόπους της συλλογικής μνήμης. Ενώ όμως από τη μία μεριά μας παρέχει ιστορικές πληροφορίες για την ανέγερση, παραδείγματος χάρη, των Κωνσταντινουπολίτικων ναών, των βυζαντινών τυχών της βασιλεύουσας ή της ζωής και της δράσης των βυζαντινών αυτοκρατώρων, από την άλλη μεριά προσεγγίζει την ιστορία από την ανορθολογική, μαγική και συναισθηματική μνημονική σκοπιά του μύθου, του θρύλου, του παλιού τελετουργικού και του αδιαφοροποίητου χρόνου των ιρών. Έτσι, για να αναφέρουμε κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα, μέσα από το δράμα πόλεως άλωσης, αλλά και μέσα από ιστορικές επιφυλίδες στους εφημερίδες, διηγήματά του και ταξιδιωτικές του εντυπώσεις από την Κωνσταντινούπολη, μας αφηγείται τους παμπάλεους λαϊκούς θρύλους που συνδέονται με το απίστευτο γεγονός του παρσίματος της πόλης. Το θρύλο του μεσιανικού μαρμαρωμένου βασιλιά, το θρύλο των μισοτυγκανισμένων ψαριών από την Καλόγρια και θρύλους για τους πιθανούς τόπους ταφής του ίστατου των Παλαιολόγων. Παράλληλα, μας κάνει να ισχωρήσουμε στα βάθη του δεδαλόδους κόσμου των βυζαντινών μοναστικών προφητιών, των ρασοφόρων μυστικιστικών οραμάτων και των λαϊκών δυσηδαιμονιών, μέσω της εντρύφησης τους στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή χρησμολογική γραμματεία, που προφητεύει την παλινόρθωση της βυζαντινής αυτοκρατορίας με τη βοήθεια του ξανθού γένους. Με αυτό τον τρόπο, προτάσει την αισχατολογική, προνοιακή ερμηνεία της ιστορίας. Στις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του από την Κωνσταντινούπολη, περιγράφει εκστασιασμένος την ύμφη της Ανατολής και του Γένους, αποκαλώντας τη μυριοπόθητη, μυθοπλαστούμενη, εχμάλοτη Μητρόπολη του Γένους, ενώ ταυτίζει την οσμανική άλωση με αρχαία ελληνική τραγωδία, με συγκλονιστικό, ψυχογραφικό, θεατρικό δράμα, παρομοιάζοντας τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο με Άγιο Μάρτυρα πάνω σε αναμμένη πυρά. Στα ιστορικά του δράματα μεταφέρει επίσης τη μακραίωνη λαϊκή κοινή πίστη για την προδοσία του ελληνικού Γένους από τους Δυτικούς, τονίζοντας με αυτόν τον τρόπο στο δικό του παρόν τον αντιδυτικισμό του, τον αντικαθολικισμό και τον αντιπροτεσταντισμό του και δίνοντας τον προβάδισμα στον ρομαντικό ορθόδοξο βυζαντινισμό του. Με λίγα λόγια, ο Μωραϊτίδης επαναμαγεύει και τελετουργοποιεί την ιστορία. Της προσθέτει το ιερό υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένη η πρωτεϊκή συλλογική μνήμη, η φορτωμένη από λαϊκές δισηδημονίες, αρχαίγονους φόβους και μελλοντικές ελπίδες. Οι παντός είδους αφηγήσεις του Μωραϊτίδη αποτελούν εν τέλει μυθολογικές αφηγήσεις, που δίνουν την αίσθηση του ιωερού σε μία κοινωνία απορροφημένη στη γενικότερη διαδικασία της εκοσμικευσής της. Οι τόποι της μνήμης του Μωραϊτίδη αγκυστρώνονται σε ιερά καταφύγια αφθόρμη της λατρείας και ήσυχου προσκυνήματος, τα οποία φέρουν τη ζωντανή καρδιά της βαθιά ριζωμένης συλλογικής μνήμης. Η Αγία Σοφία και η Κωνσταντινούπολη χαρακτηρίζονται ως τα παμεγέθη νεκρικά μνήματα μιας απεράντου εκλυπούσης αυτοκρατορίας, ολόχρησης αρκοφάγιων ύρων του γένους και των παραδόσειων, γλυκήπικρον νανούρισμα της δουλείας και σεμνών εμβατήριων της ελευθερίας, που συγκεντρώνουν τα δάκρυα και τους στεναγμούς του γένους επί αιώνες και χρύζουν απελευθέρωσης. Γίνονται πραγματικά τα συμβολικά lieu des mémoires, ιεροί συμβολικοί μνημονικοί εθνοτόποι σύμφωνα με το γενικότερο χαρακτηρισμό του ιστορικού πιερνορά. Οι τόποι αυτοί δημιουργούνται από τη διαπλοκή μεταξύ μνήμης και ιστορίας και λαμβάνουν συνδυλώσεις υλικές, συμβολικές και λειτουργικές, καθώς η φαντασία τους αφήνει ανοιχτούς στο πλήρες εύρος των πιθανών αρμηνιών τους. Έτσι, λοιπόν, μέσω της μυθοκλασίας του ο Μωραϊτίδης συγκαιράζει το πρόσωπο της αρχιακής καταγεγραμμένης ιστορίας και το πρόσωπο της συλλογικά βιωμένης μνήμης. Ευχαριστώ πολύ. Ευχαριστούμε την κυρία Βασιλείου. Στον πρόλογό του στην έκδοση του Παπαδιαμάντη, ο Νί Δέλτα Ταφ, που θα μιλήσει τώρα, λέει σε ένα σημείο ότι για να εκδώσεις σωστά τον Παπαδιαμάντη, πρέπει να ξέρεις διάφορα πράγματα, τα απαρρυθμοί εκεί. Ένα από αυτά που πρέπει να ξέρεις είναι και το έργο του Μωραϊτίδη για να κάνεις τη σωστή έκδοση του Παπαδιαμάντη. Πιθανολογώ ότι των ενδιαφέρον του Τριανταφυλλόπουλου και του Μωραϊτίδη και η αγάπη του ξεκινάει αρχικώς για να υπηρετήσει τον Παπαδιαμάντη, αλλά σιγά σιγά αυτή η αγάπη αυτονομήθηκε, μπορεί να μην έγινε αίρος όπως υπάρχει από τη μεριά του και του Παπαδιαμάντη, έγινε όμως μια πολύ θερμή συμπάθεια και έδωσε σημαντικούς καρπούς. Η έκδοση των τριών τόμων των διηγημάτων του Μωραϊτίδη που έχουμε εκδόσει στη γμή γνώση αφενός και αφετέρου το τομίδιο των ομόπλου πλοίων κείμενα για τον Μωραϊτίδη και μια σειρά άλλων κειμένων που έκτοτε έχει γράψει. Κύριε Νίκο θα σας ακούσουμε. Καλησπέρα σας. Η ομιλία μου τυτλοφορείται με μία φαινομενικά αλλάζωνική φράση «Εγώ θαλασσινότερος πάντων Ελλήνων». Φράση από τα ταξιδιωτικά κείμενα του Μωραϊτίδη που έχουν το γενικό τίτλο με του «Βοριά τα κύματα». Την αλλιεύσα τότε που ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, διευθυντής της Νέας Εστίας, μου πρότεινε να ετοιμάσω μια νέα έκδοση της σειράς των ταξιδιωτικών. Τα βάρη όμως που επομίσθηκε ο Σταύρος αργότερα δεν επιτρέψαν την συνέχιση της προσπάθειας. Εν τούτης, αυτή η δεύτερη ανάγνωση ήταν για μένα πολλαπλά ευεργετική. Έπλεα σε θάλασσες που δεν ήταν διαφορετικές από εκείνες των διηγημάτων του, αλλά είχαν, πως να το πω, έναν διαφορετικό κυματισμό, ο Μωραϊτίδης χωρίς να παρατηθεί κάθε άλλο από την αφήγηση, έβρισκε, διδάκτορα αυτός της φιλολογίας, να παίξει δροσερά και με την αρχαιομάθειά του. Από την προσπάθεια εκείνη που δεν τελεσφόρησε, προήλθαν τέσσερα τετράδια ημερολογίου για τον Μωραϊτίδη και από αυτά προέκυψαν μερικά σχετικό σύντομα κείμενα, τα οποία φιλοξενήθηκαν σε διάφορα περιοδικά. Αταξίδευτος άνθρωπος εγώ και δεν τολμώ να συγκαυχηθώ με τον Μωραϊτίδη, πάντως είμαι ο κολυμβητικότερος των Μωραϊτιδιστών. Από όρια αυτής της πρωτιάς είναι ότι τα κείμενα που φιλοξένησαν τα περιοδικά, νέα αισθεία, λέξη πλανόδιων αντί, ακόμα και τα αυστηρά ελληνικά της Θεσσαλονίκης, έχουν μια έντονη προσωπική σφραγίδα. Ανακατεύω με άλλα λόγια γράφοντας για τον Μωραϊτίδη πολύ τον εαυτό μου. Οι ανοιχτές θάλασσες του Μωραϊτίδη μεταφέρονται στον Ευωϊκό και προπάντων στα νερά της Χαλκίδας. Απόψε όμως θα κάνω νόμο τρόπο να ακουστεί ο λόγος του Μωραϊτίδη, να βγουν από τη μέση τα δικά μου. Κάμνω αρχή με το κείμενο μια άλλη κλίματα «Μποφόρ σχόλια στο θαλασσινό Μωραϊτίδη», αυτός είναι ο τίτλος, δημοσιευμένο στη νέα αισθεία. «Ο εξήφνου αριστομένης προβελέγγιος έ μελπε, μελτεμάκι τρέχε, πέλαγα νησιά, τα φτερά σου βρέχε» και λοιπά. «Κι ο Μωραϊτίδης με ρίμνησε να μην λισμονηθεί η τουρκική κλίμακα της έντασης των προσφυλών στους παραλίους μελτεμιών». Αντιγράφω εισαγωγικά. «Η τουρκική γλώσσα, παχεία και λιπαράει στην έκθραση των απολαυστικών του βίου όρων, ως είναι αφθέντε παχής της αληθούς ευμαρίας η ασιάται ο παδίτης, αυτή και τα φαγητά των, ταξινομίσασα όλα τα του βίου ευμαρώς και απολαυστικός, εταξινόμισε λίαν παραστατικός και τους δροσερούς ανέμους, επονομάσασα αυτούς από τα σειρέμα και κατά τάξιν εμφανιζωμένας εν της αγρής οπόρας. Καθώς στην πρώτη εμφάνιση της ανοίξεως αντιπροσωπεύουσιν τα ροδαλά, τα κοραλένια κεράσια, καρπος γλυκής και εθπέπτος, είτα δε μικρόν κατά μικρόν εμφανίζονται οι άλλοι καρποί, οι δρινύτεροι κάπως, οξυνότεροι και δυσπεπτότεροι ως τα βερίκοκα και τα ροδάκινα και αυτά τα υδαρά κολοκύνθια, ούτω και κατά τα πρώτον προσπνέοντα μελτέμια, τα ιδέως πραΐνοντα την φύσην την από του χειμώνος πικρανθίσαν, με την ευώδη και ελαφράν πνοήντον η τουρκική γλώσσα επονόμασε κεράς μελτέμ. Είτα δε τ' άλλα ομοίως τα δριμύτερον και βιαιότερον πνεώντα, επονομάζει κατά τασσοπόρας βερίκοκο μελτέμ κλπ ως πάλιν και ταξινίζοντα εκτισφοδρότητος τσάνερο μελτέμ. Τα δε βαρέα εκείνα κι αειδός προσπνέοντα με τα μεγάλα κύματα μπακλά μελτέμ από των δυσπεπτών κουκίων. Έως ού τέλος εν ταις εσχάτες ημέρες του Θερούς, εν ταις ημέρες του Αυγούστου, ότε οξύτατα σφοδρύνονται η δροσερή αυτοί του Θερούς άνεμοι, οι Τούρκοι είναι την ηταμότητα εκείνην των ανέμων τότε παραστήσωσι, εκάλεσαν τα τελευταία εκείνα μελτέμια, γαϊδουρομελτέμια. Αναρωτιέμαι, αν στο κατοχικό δημοτικό διδάχτηκα από τον σπουδαίο δάσκαλό μου Σταμάτη Κανάρη, ότι τα μελτέμια ονομάζονται και αιτισία, όνομα πρωτόκλητο που όμως στη γενική πληθυδικού τονίζεται παρά τον κανόνα στην παραλίγουσα ή αν τον διδάχτηκα στην πρώτη γυμνασιακή μου τάξη, δεν το θυμάμαι. Ο Μοραϊτίδης έχει ασυγκρίτως καλύτερη μνήμη. Ισαγωγικά, πρώτα πρώτα σα σήκουσα οδροσερά μου μελτέμια, εν το ταπεινό θρανείο του σχολείου του χωρίου μου, μέσα στο βιβλίο μου μόνον, όταν απαιστήθηζα το περίφημο εκείνο της γραμματικής, εισαγωγικά, εσωτερικά χρήστον, χλούνων, αιτισίων και των θηλυκών αφίων. Αν μας μείνει καιρός, ρωτάτε με στο τέλος. Όταν ο διδάσκαλος ένας οχρός και βίχον πάντοτε μάρτις, με την έννοια του μάρτυρα αυτούνου που μαρτυρεί, ηφίσταται μαρτύριο της παλαιάς φιλολογίας, επεξηγώντας λέξεις μας έλεγε, αιτισίων είναι οι περιοδικοί άνεμοι, όπου φυσούν το καλοκαίρι, τα μελτέμια, η αιτισία. Τέτοια δίδασκαν οι μαρτυρικοί δάσκαλοι των Μωραϊτιδικών χρόνων. Αλλά ο Αχιλεύς Τζάρτζανος, στη Γυμνασιακή Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, παραβλέπει τις αντάρτισσες γενικές χρήστον, χλούνων και αφίων. Ποιος Έλληνας σου λέει, θα πει τις σαρδέλες αφίας και θα χρειαστεί να θυμάται πώς τονίζεται η γενική πληθυντική, ούτε ένας σε δυο αιώνες. Κρατάει όμως ο Τζάρτζανος τους αιτισίας το επίσημο όνομα των μελτεμιών. Σοφή σκέψη, αφού τα αρρύφνη τα νησιά μας είναι εξαισίως ευάαιρα και οι αιτισίαι σαρώνουν τις ευάλωτες αυλές τους, λολένουν τις ροδιές, χορεύουν τις βάρκες στο γυαλό και σαλαγάνε μιλιούνια πρόβατα στο πέλαγος. Άσε που μπορεί και παραμπορεί κάποιος ανήσυχος μαθητής στη Σκιάθο, τη Σύφνο, την Άνδρο, την Μητυλίνη ή την Κάλυμνο να νοιάζεται για το αρχαίο όνομα των μελτεμιών. Και ακόμα, σου μ'αταλέει ο καλός γραμματικός, Τζάρτζανον λέγω, ίσως βρεθεί κανένας μερακλωμένος σημειοφόρος του νευτικού, που ανηφορίζοντας ή κατηφορίζοντας την άσπρη θάλασσα με τριπλοφορτσά το μελτέμι, θα θελήσει να το πειθαρχήσει πιθανώς σε στίχους καλβικούς. Γίνεται τότε να το ονοματίσει Γαϊδουρο Μελτέμι. Ας χαρίσω λοιπόν λέει ο Τζάρτζανος στους αιτισίας μια παρενθητική αράδα της γραμματικής. Ας βοηθήσω λοιπόν και τον νεαρό ναυτικό να δοκιμάσει έστω και μισή βουτιά σε δύσκολα νερά καλβικά. Αλλά των αιτισίων έχέται, ειδού των πόντων κι η κάουση βρέμουσε και γοερέ μικώνται εις ξάρτια σκούνας. Να με συγχωρείτε που σφαιτερίστηκα, όχι σφαιτερίστηκα, παραμυμήθηκα τον κάλβο. Το δεύτερο κείμενο δημοσιεύτηκε επίσης στη Νέα Αστία το 2009 και ο τίτλος είναι «Σκούνα από τη Σκιάθο, ιστιωφόρος μνήμη του Μοραϊτίδη». Παρασπονδό κάπως γιατί από τα ταξιδιωτικά του Μοραϊτίδη περνώ στα διηγήματα. Η Σκιάθητικη λοιπόν σκούνα ανήκει στο εκτενέστατο διήγημα, απόρω γιατί το έβαλε δηλαδή στα διηγήματα, με τα πανιά αυτός είναι ο τίτλος, που κατέλξε τον Ζαχαρία Παπαντονίου παρακαλώ. Από το κείμενό του, του Ζαχαρίου Παπαντονίου, ο κύριος Αλέξανδρος αντιγράφω «Ο συγγραφεύς ταξιδεύει σε μια σκούνα μπατώ ύβρ, η λιγκιώδης διαδοχή θαυμαστών εικόνων, διβλικών, έκλαμπρος και μεθυστική διήγησης των φυσικών φαινομένων. Θα έλεγα «Η μέθη της κοινήσεως εκφραζωμένη υπό βυζαντινού υμνοδού, πείημα πολυσέλιδων του ναυτικού ηρωισμού, τραγούδι φυσιολατρίας και δράσεως από Σκιάθου μέχρι Κωνσταντινουπόλεως, ίσως και εθνικών τραγούδι». Ήδου επιτέλους ο Μωραϊτίδης εις τρυλατημένος δια την δράσην. Αλλά τι περιμείνατε, ο αητάραχος σου το σύμνος της ενεργίας, το πείημα της τρικυμίας, το ταξίδι της σκιαθήτικης σκούνας, καταλήγει τέλος πού, εις μίαν εκκλησίαν. Εκεί ο συγγραφεύς αρκείται να βλέπει το μικρούν αργυρούν ομίωμα του θαλασσομάχου πλοίου κρεμασμένον εις τον πολυέλεον και να προσεύχεται χωρίς να ταξιδέψει ποτέ πλέον. Λοιπόν, και η τρικυμία έγινε προσευχή. Τέτοια και τόση τόλμη ο Παπαντονίου, η σκιαθήτικη σκούνα που καταλήγει να εκκλησιαστεί είναι Μπατό Ήβρ, ο Ιγουνομοραϊτίδης, Ρεμπό και μαζί Πεντζίκης. Η μέθη της σκούνας αρχίζει από την πρώτη κιόλας παράγραφο του διηγήματος, παράγραφο άκρος τολμηρή για έναν που εξεμέτρησε το ζυν ως μεγαλόσχημος μοναχός. Διαβάζω για τη σκούνα, καταπράσινη με θαυμαστικό, με το γλυκί σαπθύρινον του πόντου χρώμα, νύμφη του γυαλού, με το λαχανί φόρεμά της, εις τας απαλάστης, τας ονειρόδης τρογγυλότητας της μάσκας της, εις ταλία ταχυτά πλευρά της, εις την κομψήν την εύγραμμον λαγόνα της, μυριήδος λαγόνα, παντού θαρής και αντικατοπτρίζετο το σαπθύρινον του πόντου χρώμα. Χάρμα λοιπόν του κύματος και πυλαλούν πίσω της, της σκούνας, τα ασθματικά γκαβοντόλια, οι φυσιτήρες δηλαδή, κίτι ερωτόλυπτα που, εισαγωγικά, φυσούν και αναρρίπτουν προς τα άνω βραχήν ραγδαίων το κύμα με τα κρότον εκποματιζωμένων τεραστίων φυαλών. Και μη ζηλέψεις Ανδρέα εμπειρίκε. Η σκούνα κυριεύεται οριστικά από τη μέθη, όταν καταφθάνει και την χορεύει ο αδελφιδούς της, το Μελτέμι, έκδοτη στη βακχία της ο Αλέξανδρος και ο Καπετάνιος, να κολυμπήσει κομμάτι η Αλαφίνα. Από την αρχή ως το τέλος η Μοραϊτη δική γραφή συνθαλατεύει με την Αλαφίνα και όλα ακούγονται αλλιώς. Βρέσης βρέ, βρέσης βρέ, χάρισμά σας το τσιβρέ. Η γλώσσα και τα μεγάλα στοιχεία του κόσμου γίνονται ένα. Διαβάζω εισαγωγικά. «Έφνείς μέσα από το πέλαγος προς ανατολάς κάτω ανάπτυφος ερηθρών, πυροφάνιον τερατόδες τρίτο νόστινος, το οποίον επήρε η μέρα εις το ψάρευμα» τον πρόλαβε δηλαδή τον ψαρά η μέρα. Καταρχάς φαίνεται ως κεφαλή σαρικοφόρου Τούρκου αναδίοντος μεγαλοπρεπός από των κυμάτων, είτα ως ωρεότατος τεράστιος μήκης θαλασσίου λιμόνος, είτα ως χύτρα χαλκή κατά κόκκινος επί της πυράς, χύτρα παμεγέθης γκέκιδων γεωργών. Προς τη γμήν μετεμορφώθη εις πάνκαλων ανθοδοχείων, μέγα φινικικών βαθύχρωμο δηλαδή κόκκινο. Και τέλος από μέσα από την ακατανόητον αυτήν σύγχυσιν του φωτός, σύγχυσιν εις τα πράγματα και σύγχυσιν εις τα σχήματα, αναθρόσκει ο ήλιος ως νυμφίος από την νυμφική παστάδα. Ακτινοβολών, φωτίζων, ζωογονών, καλύνων τοπάν, όπερ ελούσθι πλέον θαρρύς περιευγήθη το αιώνιον φωτεινόν ημάτιον του ζει. Παπαδιαμάντης, Πεντζίκης, Εγκονόπουλος, όχι, Μοραϊτίδης που δεν τον πολυστημάρουμε κι ας τον ήθελε ο ιδιότροπος καρύμπας δίπλα στον άλλο Αλέξανδρο. Τέτοια πραγμάτια κουβαλάει η σκούνα από τη σκιάθο και μένα δεν με αφήνει η ιδέα πως το ωραιότερο πήμα του Σαχαρία Παπαντονίου, το ταξίδι, αλλιώς μεθυσμένο, γεννήθηκε από το δίγημα του Μοραϊτίδη. Το τελευταίο κομμάτι που έδωσε και στον τίτλο της ομιλίας μου δημοσιεύτηκε στη λέξη θα σας το διαβάσω όπως είναι εδώ και αν κάπως κοντάψω να με συγχωρέσετε. Λοιπόν, εγώ ο θαλασσινότερος των Ελλήνων, έχω φάει εδώ το πάντον, η φράση του τίτλου είναι από τα ταξιδιωτικά του Αλέξανδρου Μοραϊτίδη με του Βοριά τα κύματα και βρίσκεται στην κατακλήδα ενός σκημένου που παραπροσδοκίαν τυτλοφορείται για τη Θήβα. Έτσι ακριβώς, τη Θήβα δηλαδή και όπου περιγράφεται, αντί για τον απόπλου κάποιας θαυμαστής σκούνας, η ετοιμασία ενός υπηλάτου και υποσάθρου λεωφορίου, η λέξη λεωφορείο μέσα σε εισαγωγικά, για ταξίδι στη Θήβα και τη Λιβαδιά. Είμαστε λοιπόν στο μοναστηράκι, περιμένουν να μπουν σε αυτό το υπόσαθρο υπήλατο λεωφορείο ο Θεός να το κάνει για να πάνε στη Θήβα και στη Λιβαδιά, οι Θηβαίοι και οι Λιβαδιώτες. Το συνονθήλευμα των επιβατών, τα μπαγκάζια τους, ο αμαξάς, ο τρομερός συνοστισμός, εικονογραφούνται ζωηρά από τον Μησιώτη Μωραϊτίδη, απλόν παρατηρητή και όχι συνταξιδιώτη των βιωτών. Το ικτρό τους τσουβάλιασμα τον πάει αλλού και έτσι, αφού σημειώσει μια διαχωριστική πάβλα αντί αστερίσκου, επιφέρει με αποστοματική αποστομοτική αφέλεια. Αλλά πως ήθελον αλέος εγώ να λαμβάνω την άρη των ειδονείν, εγώ, ο θαλασσινότερος πάντων Ελλήνων, πλιν καταδικαστείς να διάγω υπηρωτικών βίων, πως αλέος θα έβρισκα την ευκαιρία να αισθάνομαι τα σαπεριγράπτους απολαύσεις θαλασσινού ταξιδίου. Παρά τον αθωότατο και ασφαλώς ασυνείδητο σαδισμό του εξαδέλφου του Παπαδιαμάντη, η αναζήτηση της ειδονής ενός πελάγιου ταξιδιού στο μοναστειράκι, προσωπικός με καταθέληγη, εξίσου θελκτικός, μου φαίνεται ο παραβατικός συγκριτικός θαλασσινότερος, θαλασσινότερος. Ο φιλολογικότατος Μωραϊτίδης φουμάρει αδεώς τον γραμματικό κανόνα, τα επίθετα που δηλώνουν τόπο και χρόνο, δεν σχηματίζουν παραθετικά, λέει ο Τζάρτζανος στη γραμματική του, και δυόσελιδες παραπέρα ο Μωραϊτίδης διασύρει τον κανόνα, όπως λένε οι αθλητικογράφοι. Πώς? Αλληθαλασσινή αυτιοικών θαλασσινωτέρα συγκριτικός, γινομένη διαρρευμάτων τα οποία γεννάει ο δός Αθηνάς, κατευθείαν από τη Σπάρνηθος προσπνέοντα, καταντούσε πλέον θαλασσινοτάτη υπερθετικός, ότε με το λίγο των λεωφορίων παραλαβών ήδη των ταχυδρομείων επεφένετον μακρόθεν ερχόμενον ολοταχώς με τον φανόν του τον κόκκινο. Διδασκαλικότατο χωρίο, ιδεόδες για να ασκούνται στη χρήση των παραθετικών παράλια-δημοτικάκια, άλλος δασκαλούδια και χαίρομαι εκτός από το καπίστρωμα της γραμματικής και τη θελημένη ψευδεσθησία του Μοραϊτήδη. Ωστόσο τον διέκοψα βίαια και πρέπει να συνεχίσω πρωτού χαθεί η αλυσάχνη της οδού Αθηνάς που μεταμορφώνεται τελικά σε μπουγάζι. Μοραϊτήδης τώρα. Τον ένα φανόν του Λεωφορείου, τον προέχοντα ως οφθαλμόν βγαλμένον από την κόγχιν του, από την πολλήν ένταση, με την ακράτη των ταραχήν των τροχών του κυλιωμένων εμβόμβο και με τους οξητάτους πλαταγισμούς της τεραστίας μάστιγος του Ινιώχου, χτυπώντος αγρίως και αδαιώς στον αέρα, άνω των νότων των τεσσάρων ύπον, απαράλλακτα, ως έφνης, από το ακροτήριον εμφανίζεται το αναμενόμενο ατμόπλιο, την νύκτα με τον κόκκινον φανόν του πλού και με τάραχων και σάλων των κυμάτων τροχωφόρων ατμόπλιων από τα παλαιά με τους οξείς ηρυγμούς της μηχανής του με τους οποίους κράζει πενθύμως τους επιβάτας του. Εγώ, ο θαλασσινότερος πάντων Ελλήνων, από τόλμη σε τάχα κάποιος από τους μεγάλους και οκεάνιους θαλασσογράφους και θαλασσινούς, ο Κόναντ λόγου χάρη ή ο Μέλβιλ τέτοια σύγκριση υπεροχής που λέει το συντακτικό, μάλλον όχι, αλλά ο παιδικός μωραϊτήδης δε διστάζει να εγκαυχηθεί. Πού βασιζεται η αθώα του έπαρση εκτός από το Αεγαίο και τα νερά της πόλης, ποιες άλλες θάλασσες τον είδαν? Καμιά. Ωστόσο, διγνουσέστ είναι άξιος του συγκριτικού θαλασσινότερος. Αν θες, του σβήνεις τα θαλασσινά διηγήματα, ξεχνάς και τα ταξιδιωτικά του. Αλλά πώς να αρνηθείς ότι αυτός είναι που είδε ως λιμάνι και σκάλα τα μέρη εκεί στο μοναστηράκι, ότι αυτός διαπόρθμευσε το νυχτερινό βαπόρι από την τρικυμισμένη οδό Αθηνάς. Δεν θα του έπεφτε πρόσβαρος ο υπερθετικός και ο έπαινος βουαγιαζέρ Ήβρ. Σας ευχαριστώ. |