Διάλεξη 11: Είχαμε δει και τους ταλαντοτές τη γενική ανάλυση για τους ταλαντοτές ΕΛΣΕ. Θεωρούμε δηλαδή ότι σε κάθε ταλαντοτή υπάρχει ένα κύκλωμα ενίσχυσης, ένας ενισχυτής, ο οποίος έχει μια ενίσχυση α, και έχουμε ένα κύκλωμα ενίσχυσης α, και έχουμε ένα κύκλωμα ενίσχυσης α, και έχουμε ένα κύκλωμα ενίσχυσης α, και έχουμε και ένα δικτύωμα με σύνθετες αντιστάσεις, δηλαδή ή πυκνοτές ή ποινία, όπου βλέπουμε, ζητώντας την υλοποίηση του κριτηρίου του παρκάουζ, δηλαδή α επί βίτα να είναι μονάδα, υπολογίζοντας το βίτα, το ποσοστό ανάδρασης δηλαδή, και θεωρώντας ότι όλα αυτά είναι σύνθετες αντιστάσεις, δηλαδή είναι ή χωρητικότητες ή ποινία, βγάζουμε αυτή την έκφραση για το βίτα, και θεωρώντας ότι πρέπει να είναι α επί βίτα να είναι μονάδα, άρα λοιπόν πρέπει το βίτα να είναι πραγματικό, αυτός ο όρος πρέπει να είναι μηδέν, να φεύγει το φανταστικό μέρος ώστε πραγματικά το βίτα να μένει πραγματικός αριθμός, και βεβαίως πρώτη συνθήκη είναι αυτή η οποία είχαμε πει μας λέει ότι από τα τρία στοιχεία το ένα τουλάχιστον πρέπει να είναι διαφορετικού τύπου, δηλαδή αν είναι δύο πυκνοτές το άλλο θα είναι ποινείο ή αν είναι δύο ποινεία το άλλο θα είναι πυκνοτής. Αυτό είναι το συμπέρασμα από αυτήν εδώ τη σχέση και εδώ βλέποντας το βίτα να είναι χ1 προς χ2, είναι το συμπέρασμα εφόσον αυτό εδώ θέλουμε να παραμένει αρνητικό ώστε να έχουμε θετικό τελικό αποτέλεσμα με δεδομένα ότι ο ενισχυτής κάνει αντιστροφή, είναι αναστρέφον ενισχυτής, προκύπτει ότι το χ1 και χ2 πρέπει να είναι ομόσυμα, δηλαδή πρακτικά τι μας λέει εδώ, μας λέει ότι αυτά τα δύο στοιχεία θα είναι τα δύο ίδια, δηλαδή είπαμε θα έχουμε ή δύο πυκνοτές και ένα ποινείο ή δύο ποινεία και ένα πυκνοτή. Αυτά τα δύο, το 1 και το 2 σε αυτή την τοπολογία θα είναι τα ίδια. Έτσι λοιπόν μετά από αυτά τα συμπεράσματα καταλήγουμε πρακτικά σε δύο τύπους τέτοιων ταλαντοτών, δηλαδή σε ένας μορφής κύκλωμα όπου αυτά τα δύο είναι χωρητικότητες και αυτό εδώ είναι πυνείο και αυτοί ταλαντοτές λέγονται Colpitts ενώ όταν αυτά εδώ είναι πυνεία και αυτό εδώ είναι χωρητικότητα, πυκνοτής, τότε οι ταλαντοτές λέγονται Hartley. Προσοχή λοιπόν, μάλλον τα στοιχεία μεταξύ των οποίων υπάρχει η υγείωση είναι αυτά τα οποία είναι όμια. Έτσι αυτό είναι το συμπέρασμα από αυτήν την εισαγωγική ανάλυση. Εδώ να κάνουμε κάποιες γενικότερες παρατηρήσεις. Θα μπορούσε να μελετήσει κανείς και την επίδραση της αντίστασης εξόδου. Θα μπορούσε κανείς να μελετήσει και την περίπτωση όπου τα στοιχεία αυτά είναι πραγματικά στοιχεία, δηλαδή έχουν, αν αυτά εδώ ας πούμε και τα δύο είναι ποινία, έχουν Jx συν Ri. Δηλαδή μια αντίσταση, τη γνωστή αντίσταση που έχει ένα ποινίο της τάξεως του 1 Ω, 2 Ω ή 0,1 Ω. Μια μικρή αντίσταση. Να μελετηθεί δηλαδή η περίπτωση της επίδρασης της ομικής αντίστασης, που προφανώς έχουν αυτά τα στοιχεία ως πραγματικά στοιχεία. Όλα αυτά λοιπόν μπορούν να είναι θέματα για ανάλυση χρησιμοποιώντας αυτές τις εξισώσεις. Πάμε να δούμε λίγο κυκλώματα. Βλέπετε εδώ ένα ενδεικτικό κύκλωμα για ταλαντοτή κόλπιτς. Δηλαδή βλέπετε τον ενισχυτή, ο οποίος είναι συνοπτικά σχεδιασμένος απλώς σαν ένα τραζίστορ κοινού επομπού. Έτσι εννοεί το ενισχυτής έχει όλη τη σχεδιασή του, αλλά εδώ συνοπτικά φαίνεται σαν ένα τραζίστορ και μόνο. Ουσιαστικά βλέπουμε τις δύο χωρητικότητες που είπαμε σε ένα και σε δύο και το ποινείο. Βλέπετε τα στοιχεία τα οποία έχουν ενδιάμεσα την γύωση είναι τα δύο ίδια στοιχεία. Έτσι για να ταυτοποιήσουμε την συνδεσμολογία. Και βεβαίως η ανάδραση μέσω και του ποινείου από την έξοδο στην είσοδο. Αν χρησιμοποιήσουμε το ισοδύναμο κύκλωμα για το ποινείο. Βλέπετε εδώ το πυυβριδικό ισοδύναμο και προσπαθήσουμε να βγάλουμε τις εξισώσεις. Συνδετικά παίρνουμε αυτήν εδώ την εξίσωση, είναι η εξίσωση των ρευμάτων στον κόμβο εδώ. Και λέει απλώς ότι το άθλισμα των ρευμάτων στον κόμβο αυτό είναι ίσο με το μηδέν. Έχει το ρεύμα αυτής της πηγής, το ρεύμα της αντίστασης αυτής, το ρεύμα αυτού του πυκνοτή, αυτά εδώ. Επί την τάση που υπάρχει εδώ. Και βάζει και το ρεύμα το οποίο φεύγει προς τα πάνω. Το ρεύμα σε σε δύο επί βέπε. Το άθλισμα των ρευμάτων λοιπόν εδώ σε αυτόν τον κόμβο σε είναι μηδέν. Θεωρούμε ότι υπάρχουν ταλαντώσεις, άρα υπάρχει κάποια τάση εδώ. Άρα το βέπε είναι μη μηδενικό. Και επομένως μπορεί να απλοποιηθεί. Απλοποιείται η σχέση και βεβαίως εδώ στη συνέχεια δεν έχουμε παρά να αντικαταστήσουμε το S με το Jω. Και βγαίνει μια εξίσουση τρίτου βαθμού. Όπου από αυτήν πρέπει να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας για να χρησιμοποιήσουμε τις εξισώσεις για το πραγματικό και το φανταστικό μέρος και να βγάλουμε τα συμπεράσματά για τη συχνότητα συντονισμού και για το κέρδος που απαιτείται έτσι ώστε να έχουμε ταλαντώσεις. Δηλαδή σας θυμίζω και πάλι α'επιβήτα ίσον 1. Πραγματικός αριθμός. Βλέπουμε ότι το φανταστικό μέρος ο συντελεστής έχουμε ξεχωρίσει εδώ το φανταστικό μέρος και το πραγματικό μέρος. Το φανταστικό μέρος κατά τα γνωστά πρέπει να είναι ίσο με το 0 και από εδώ προκύπτει η συχνότητα συντονισμού. Δηλαδή έχοντας επιθυμητή συχνότητα μπορούμε να υπολογίσουμε τον συνδυασμό των L και S ή αλλιώς αν έχουμε τα L και S μπορούμε να βρούμε τη συχνότητα στην οποία θα συντονιστεί ο ενισχυτής. Και βεβαίως υπάρχει και η εξίσωση του πραγματικού μέρους. Έτσι το πραγματικό μέρος μας δίνει αυτήν εδώ την εξίσωση και από εδώ προκύπτει ότι σχετικά με το κέρδος του ενισχυτή, το GM δηλαδή, θα πρέπει να ισχύει αυτή η σχέση μεταξύ του κέρδους και του λόγου των δύο χωρητικοτήτων. Εδώ να προσέξουμε ότι για την έναρξη των ταλαντώσεων πρέπει αυτό το κέρδος να είναι λίγο μεγαλύτερο από ένα. Είχαμε πει ότι σε εκείνη την εξίσωση για να ξεκινήσουν οι ταλαντώσεις δεν αρκεί να είναι ίσον ένα, θέλει να είναι κατάτι μεγαλύτερο από ένα. Κατάτι περισσότερο από σε δύο προς ένα πρέπει να είναι αυτό το κέρδος για να αντισταθμίσουμε ουσιαστικά τις απώλειες που έχει το κύκλωμα. Άρα λοιπόν για τον ταλαντωτή Colpitts μπορούμε να κάνουμε βλέπετε να βγάλουμε μέσω των εξίσωσεων που είδαμε των γενικών, να βγάλουμε τα συμπεράσματα για τη συχνότητα και για το κέρδος που πρέπει να έχει. Παρόμοιος ταλαντωτής Colpitts βλέπετε εδώ είναι λίγο πιο πλήρες το κύκλωμα, δείχνει τις αντιστάσεις πόλωσης. Έχει αυτοπεριορισμό του πλάτους, αυτό είναι το δικτύωμα εδώ βλέπετε της ανάδρασης, ξεχωρίζει δηλαδή εδώ, έχει μια λίγο διαφορετική τοπολογία. Και υπάρχει μείωση του κέρδους για μεγάλο πλάτος, αυτοί όλοι οι ταλαντωτές, όλη αυτή η κατηγορία των lc ταλαντωτών έχουν αυτήν την ιδιομορφία. Δεν χρειάζεται εκείνο που είδαμε στους ταλαντωτές την προηγούμενη φορά το κύκλωμα, το έξτρα κύκλωμα για να περιορίζουμε τις ταλαντώσεις, το πλάτος των ταλαντώσεων. Αυτό δεν χρειάζεται στην πραγματικότητα γιατί ουσιαστικά με την αύξηση του πλάτους των ταλαντώσεων έχουμε μείωση του gm πρακτικά στο transistor και επομένως το κύκλωμα από μόνο του έρχεται και ισορροπεί σε ένα συγκεκριμένο πλάτος και βγάζει σχετικά καλό ημήτωνικο σήμα. Αυτοί ταλαντωτές βγάζουν, μας δίνουν ημήτωνο. Αυτό εδώ να αναφέρω απλώς ότι αυτό ονομάζεται RF chalk, δηλαδή αποπνηκτικό ποινείο υψηλών συχνοτήτων και είναι τυπικό στοιχείο το οποίο μπαίνει πάντοτε σε κυκλώματα ταλαντώσεων υψηλών συχνοτήτων για να κόβει την υψηλή συχνότητα από το να επηράσει την τροφοδοσία. Δηλαδή αυτό είναι υπολογισμένο ώστε στη συχνότητα λειτουργίας του ταλαντωτή να έχει μια πολύ μεγάλη αντίσταση. Μην ξεχνάτε η αντίστασή του είναι ωμέγα EPL. Άρα κανονικά τροφοδοτεί στο συνεχές το κύκλωμα, αλλά στο εναλλασσόμενο και ιδιαίτερα στη συχνότητα συντονισμού φροντίζουμε αυτό εδώ να είναι μια αρκετά μεγάλη τιμή ώστε να εμποδίζει επαναλαμβάνω την υψηλή συχνότητα που παράγεται σε αυτό το κύκλωμα να φύγει προς την τροφοδοσία. Είναι απαραίτητο στοιχείο αυτό για τα κυκλώματα ταλαντώσεων. Λέγεται αποπνηκτικό ποινείο και το συναντάμε πάντοτε σε εκείνη τη θέση. Τροφοδοσία δηλαδή γίνεται μέσω ενός αποπνηκτικού ποινείου. Χωρίς ιδιαίτερη ανάλυση ένα αντίστοιχο κύκλωμα Hartley. Έτσι εύκολα πάλι με ίδια διαδικασία με ισοδύναμο π κύκλωμα υβρητικό π. Μπορείτε να βγάλετε βλέπετε εδώ έχουμε τα δύο ποινεία σε αυτή τη θέση όπου ανάμεσα έχουμε την κύωση και η χορητικότητα είναι στην θέση αυτής της ανάδρασης απευθείας. Και πάλι κάνοντας την ανάλυση με τον ίδιο τρόπο βγάζουμε το συμπέρασμα ότι η συχνότητα συντονισμού είναι 1 διετραγωνική ρίζα Λσ όπου το Λ εδώ θυμόμαστε ότι είναι το άθλισμα των δύο Λ και στην προηγούμενη περίπτωση αν το θυμόμαστε τον τύπο Ω0 είναι ίσον 1 διετραγωνική ρίζα Λσ και εδώ το ίδιο πράγμα είναι Λσ μόνο που το Σ εδώ είναι ο ενσυράς συνδυασμός και πάλι των δύο χορητικότητων. Στον ενσυράς συνδυασμό εδώ έχουμε τέτοιας μορφής επαλληλεία ενώ εδώ στον ενσυράς συνδυασμό των ποινείων απλώς προσθήθηται τα Λ. Άρα λοιπόν το ίδιο πράγμα είναι ουσιαστικά να θυμόμαστε ότι σ' αυτούς τους ταλαντοτές το συμπέρασμα που βγαίνει σ' αυτές τις τοπολογίες το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι η συχνότητα συνδυασμού είναι 1 διετραγωνική ρίζα Λσ. Και φυσικά για την ένναξη των ταλαντώσεων μια παρόμοια σχέση ότι το gMPR θα πρέπει να είναι κατά τη μεγαλύτερο από τον λόγο των δύο ίδιων στοιχείων το Λ1 προς Λ2. Άρα λοιπόν παρόμετα συμπεράσματα και στις δύο περιτώσεις, ο ένας ταλαντοτής είναι Χάρτλι ο άλλος λέγεται Κόλντ. Εδώ οι ταλαντοτές με πιεζοελεκτρικό κρύσταλο, γνωρίζετε φαντάζουμε τους πιεζοελεκτρικούς κρυστάλους πάντοτε για να σταθεροποιήσουμε έναν κύκλωμα ταλαντώσεων κάπου χρησιμοποιούμε έναν κρύσταλο. Και στα αναλογικά κυκλώματα αλλά και στα ψηφιακά κυκλώματα. Κάπου υπάρχει ένας κρύσταλος. Ποιος είναι ο ρόλος του κρυστάλου θα το δούμε σε κύκλωμα αμέσως μετά. Πρώτον να δούμε λίγο το ηλεκτρικό ισοδύναμο με το οποίο μελετάμε τον κρύσταλο. Ο κρύσταλος είναι συνήθως ένα κομμάτι χαλαζία το οποίο είναι κομμένο με συγκεκριμένον τρόπο σε σχέση με το κρυσταλικό πλέγμα έτσι ώστε να εμφανίζει την ιδιότητα του πιεζοελεκτρισμού. Δηλαδή όταν δέχεται τάση κάνει ταλαντώσεις ή όταν δέχεται πίεση εμφανίζει τάση στα άκρα του που μπορεί να χρησιμοποιηθεί δηλαδή και σαν γενήτρια. Έτσι. Υπάρχει ερώτηση, ναι. Σε ένα όλο το κρύσταλο κυκλωματικό μέγεθο μπορεί να είναι αυτή η ιδιότητα του κρυστάλου. Α, εδώ τώρα προσέξτε το φυσικό μέγεθος εξαρτάται από τη συχνότητα με την οποία θέλουμε να ταλαντώνει. Άρα λοιπόν όσο πιο μικρή είναι η συχνότητα, όσο πιο μεγάλο μπορεί να είναι αυτό το εξάρτημα. Στις μεγάλες συχνότητες είναι πιο μικρό. Φανταστείτε κάτι το οποίο μπορεί να είναι 3, 4, 5 χιλιοστά. 5x5 χιλιοστά. Ένα μεγάλο σχετικά εξάρτημα, αλλά βέβαια μπορεί να κοπεί και σε μικρότερες διαστάσεις. Και έχει σημασία είπαμε σε σχέση με το κρυσταλικό πλέγμα. Δηλαδή το μή που γίνεται, γίνεται με συγκεκριμένες κατευθύσεις. Αυτό που βλέπουμε εμείς βέβαια, αυτό έχει να κάνει με την κατασκευή, δεν μας πολύ απασχολεί. Αυτό που βλέπουμε εμείς είναι ένα ισοδύναμο κύκλωμα, το οποίο βλέπετε έχει έναν κλάδο εν σειρά RLC και έναν κλάδο αποκλειστικά χορητικότητα, που ουσιαστικά είναι η χορητικότητα του κρυστάλου, η πιο χαρακτηριστική γιατί είναι αρκετά μεγαλύτερη από την άλλη την χορητικότητα. Η ισοδύναμη αντίσταση, βλέπετε εδώ υπολογίζεται από αυτήν εδώ τη σχέση. Αν προσπαθήσουμε να την σχεδιάσουμε, θα πάρουμε μια τέτοια μορφή. Δηλαδή έχουμε ένα κομμάτι γι' αυτό το τμήμα των συγχνοτήτων μέχρι το ωπ. Και μια συμπεριφορά για το τμήμα μετά το ωπ. Βλέπετε εδώ την μορφή που έχει αυτή η σχέση. Ό,τι είναι πάνω φυσικά από τη γραμμή του μηδενός είναι επαγωγική συμπεριφορά, ό,τι από κάτω είναι χορητική συμπεριφορά. Βλέπετε εδώ οι δύο συγχνότητες συμπίπτουν σχεδόν, δηλαδή αυτή η συγχορητικότητα συντονισμού παράλληλα, σχεδόν συμπίπτουν. Τώρα εδώ είναι ιδιαίτερα απλωμένες, έχουν αποστασίες απλώς και μόνο για να βλέπουμε αυτό που συμβαίνει αναλυτικά. Αν δούμε το μέτρο, ουσιαστικά εδώ ξεκινάει από μια μεγάλη τιμή, έτσι το μέτρο ξεκινάει από μια μεγάλη τιμή, φτάνει σχεδόν στο μηδέν, όχι πραγματικά στο μηδέν, γιατί υπάρχει και το ομικό στοιχείο και στη συνέχεια δίνει μια εχμή, πάλι δεν πάει στο άπειρο, φτάνει μέχρι κάποια τιμή και σιγά σιγά μετά πάει προς το μηδέν. Ουσιαστικά, αν πάμε να σχεδιάσουμε το μέτρο αυτής της αντίστασης, θα δούμε ένα τέτοιο διάγραμμα, όπου αυτό είναι το ΩΜΕΓΑΕΣ και αυτό εδώ είναι το ΩΜΕΓΑΠΕ, οι δύο συχνότητες. Άρα λοιπόν, αν χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον κρύσταλο στη θέση του ποινίου, μπορεί να δώσει, ουσιαστικά θα συντονιστεί κάπου εδώ που είναι το ελάχιστο της αντίστασης του, αυτά τα δύο που αναλαμβάνω είναι αρκετά κοντά, πολύ κοντά, επομένως ουσιαστικά μιλάμε για μία συχνότητα συντονισμού του κρυστάλου και αυτή είναι και η χρήσιμη ιδιότητα στην πράξη, δηλαδή ότι ο κρύσταλος μπαίνοντας στο κύκλωμα ανάδρασης, θα συντονίζει το κύκλωμα εκεί που εμφανίζει την μικρότερη σύνθετη αντίστασή του και επομένως θα έχουμε μια σταθερή συχνότητα για αναφορά, ανεξάρταπη θερμοκρασία. Δηλαδή το μεγάλο πρόβλημα που έχουμε να λύσουμε είναι η μετακίνηση της συχνότητας, τους ταλαντοτές γενικότερα, η μετακίνηση της συχνότητας με τη θερμοκρασία, με την τροφοδοσία, με τη διασπορά των τιμών των παραμέτρων, όλες αυτές οι παράμετρες επηρεάζουν τη συχνότητα και δεν το θέλουμε αυτό. Ο κρύσταλος λοιπόν μας διευκολύνει κυρίως για τα προβλήματα που έχουμε της μετατώπισης της συχνότητας με την τροφοδοσία και με τη θερμοκρασία. Ναι, αυτό είναι το πλεονέκτημα. Δηλαδή το πλεονέκτημα είναι ότι ο κρύσταλος, ο πιεζοελεκτρικός κρύσταλος, δεν εμφανίζει τόσο σημαντική εξάρτηση από θερμοκρασία ή από τάση τροφοδοσίας, όσο τα άλλα ημιαγωγικά εξαρτήματα. Ό,τι άλλο και να κάνουμε απλό ημιαγωγικό εξάρτημα, αντίσταση, πυκνοτή ποινείο, έχουμε σημαντικότατες εξαρτήσεις από τη θερμοκρασία. Πολύ σημαντικότερες σε σχέση με το τι έχουμε από τον κρύσταλο. Άρα λοιπόν έχει βρεθεί αυτή η λύση και χρησιμοποιείται παντού, είτε σε αναλογικά κυκλώματα είτε σε ψηφιακά κυκλώματα. Μάλλον χρησιμοποιούνταν αρκετά, βέβαια τώρα μας βοηθάει και η διαδικασία του PLL και εκεί έχουμε καλές επιδόσεις, αλλά εν πάση περιτώσει η λύση του κρυστάλου εξακολουθεί να είναι πολύ καλή. Βλέπετε εδώ έναν τυπικό κύκλωμα, ένας ταλαντοτής πίερς. Άλλη τοπολογία, ουσιαστικά είναι ένας αντιστροφέας σημός. Έτσι βλέπετε αυτά τα δύο τρανζίστορ είναι ένας απλός αντιστροφέας σημός σε ανάδραση και επομένως κάνει ταλάνδωση. Και στο κύκλωμα ανάδρασης βλέπετε εδώ έχουμε δύο χωρητικότητες, σε ένα και σε δύο. Στο κύκλωμα ανάδρασης το ποινείο έχει αντικατασταθεί από ένα κρύσταλο. Αυτό είναι ένα τυπικό απλό κύκλωμα, ιδιαίτερα σε ψηφιακές εφαρμογές, για να πάρουμε σταθερές ταλαντώσεις. Και τις δύο αντιστάσεις μπορούμε να τους δώσουμε σε ολοκληρωμένα? Οριστά αυτές εδώ? Εντάξει, μπορείς να βάλεις τις αντιστάσεις, μπορείς και να τις κάνεις και με διακριτά εξαρτήματα εξωτερικά, αν θέλεις. Δεν απαραίτητο να είναι μέσα, αλλά είναι μια τυπική μορφή με δεδομένα ότι αυτό έτσι κι αλλιώς είναι εξωτερικό εξάρτημα και αυτές οι λύσεις μιλάμε για διακριτά εξαρτήματα. Δηλαδή, αν αυτό εδώ είναι ένας αντιστροφέας, είσοδος-έξοδος του αντιστροφέα, αυτά εδώ μπορεί να είναι εξωτερικά εξαρτήματα. Ο κρύσταλος δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένος? Όχι, δεν το έχω δει σαν λύση μέσα στο ολοκληρωμένο, γιατί θέλει ειδική τομή. Δεν είναι ένα κομμάτι κρυστάλου, είναι ένα κομμάτι κρυστάλου το οποίο είναι κομμένο με συγκεκριμένο τρόπο, για να παρουσιάσει, να δώσει αυτές τις ιδιότητες του, οι οποίες βλέπουμε. Όχι από ότι ξέρω αυτή τη στιγμή να μπει μέσα να ενσωματωθεί. Δεν, ναι. Λοιπόν, αυτοί είναι οι ταλαντοτές ΠΥΡΣ και τελειώνουμε με τους ΛΣΕ ταλαντοτές. Είναι αρκετά μεγάλο κεφάλαιο, όπως καταλαβαίνετε, έτσι καθώς όμως εμείς τα καλύπτουμε όλα αυτά σχετικά σε ισαγωγικό επίπεδο. Είδαμε λοιπόν τους ταλαντοτές ΛΣΕ με τους οποίους, επαναλαμβάνω, το χαρακτηριστικό τους είναι ότι παίρνουμε η μητωνική ταλάντοση. Παίρνουμε κατευθείαν η μήτωνο. Τώρα πάμε πάλι σε χρήση κυκλομάτων με τελεστικούς ενισχυτές, όπου εδώ πλέον να προσέξουμε ότι υπάρχει πάντα θετική ανάδραση. Δηλαδή η ανάδραση είναι στη θετική είσοδο, να το παρατηρούμε αυτό. Μπορεί να υπάρχει και αρνητική, αλλά υπάρχει θετική, για να έχουμε ταλαντώσεις. Επομένως θα δούμε κάποιους τύπους ταλαντοτών, εδώ βέβαια όμως να θυμόμαστε ότι το αποτέλεσμα είναι συνήθως τετραχωνικός παλμός. Έτσι, διότι ο τελεστικός ενισχυτής πάει θετικό-αρνητικό κόρο, κάνοντας ταλαντώσεις. Και επομένως μιλάμε για μη γραμμική λειτουργία του τελεστικού ενισχυτή. Αυτές είναι οι γενικές διαφοροποιήσεις από τα κυκλώματα επεξεργασίας πράξεων που είχαμε δει. Αθριστή, ολοκληρωτή, διαφοριστή κλπ. Ο τελεστικός ενισχυτής δεν λειτουργεί στη γραμμική περιοχή, λειτουργεί στον κόρο. Άρα η τάση εδώ μπορεί να είναι οποιαδήποτε. Δεν είναι μηδενική. Μηδενική τάση μεταξύ των εισόδων ισχύει μόνο όταν ο τελεστικός λειτουργεί στην περιοχή τη γραμμική. Εδώ λοιπόν, στους ταλαντωτές, όσους όλους τους ταλαντωτές, θα δούμε ότι έχουμε κανονικά μια μεγάλη διαφορά. Θυμίζω το διάγραμμα της συμπεριφοράς του τελεστικού ενισχυτή. Γενικά διαφορική είσοδος, έξοδος. Αυτή η περιοχή είναι για τα κυκλώματα που είδαμε για ολοκληρωτή, διαφοριστή και λοιπάθριστη. Ενώ στη συνέχεια στους κόρους θετικό και αρνητικό κόρο όταν έχουμε ταλαντώσεις. Και φυσικά εννοείται ότι οι τιμές εισόδου μπορεί να είναι αρκετά μεγάλες. Η διαφορά δηλαδή εδώ μεταξύ των δύο εισόδους. Αυτό το κύκλωμα λοιπόν είναι ο λεγόμενος δισταθής πολυδονητής. Έχει χαρακτηριστικό εισόδου με αυτό που ονομάζουμε βρόχο ιστέρησης. Δεν ξέρω αν το έχουμε ξαναδει σε κάποιο κύκλωμα βρόχο ιστέρησης. Είναι χαρακτηριστική μορφή σε αυτό που ονομάζουμε Smith Trigger, δηλαδή συγκριτής με ιστέρηση. Τι σημαίνει αυτό ότι εξαιτίας της θετικής ανάδρασης έχουμε η μετάβαση ουσιαστικά από το υψηλό στο χαμηλό. Από το συν κόρο στον πλυν κόρο γίνεται σε μια συγκεκριμένη τιμή, β΄α, ναι αλλά στην επιστροφή από τον αρνητικό κόρο στο θετικό κόρο γίνεται σε μια άλλη τιμή. Δεν είναι δηλαδή η μετάβαση στην ίδια τιμή, δεν είναι συγκριτής μιας τιμής, είναι συγκριτής δύο τιμών. Προς τη μία κατεύθυνση ισχύει μία τιμή, προς την άλλη κατεύθυνση ισχύει άλλη τιμή. Άρα λοιπόν ουσιαστικά αυτό έχει μνήμη, το κύκλωμα έχει μνήμη, δηλαδή θα λειτουργήσει συγκρίνοντας με αυτήν ή με αυτήν την τιμή ανάλογα αν ξεκίνησε από τον θετικό ή αν ξεκίνησε από τον αρνητικό κόρο. Άρα λοιπόν αυτός είναι ο λεγόμενος δισταθής πολυδονητής. Ουσιαστικά μπορεί να βάλεις εδώ ένα σήμα και ανάλογα όταν το σήμα περνάει αυτές τις τιμές θα έχουμε τις δύο καταστάσεις. Είναι δισταθής, δηλαδή αυτός ο πολυδονητής έχει δύο σταθερές καταστάσεις. Αν δεν υπάρξει αλλαγή στην είσοδό του δεν θα αλλάξει. Το πλεονέκτημα λοιπόν είναι ότι εδώ μπορείς να έχεις ένα σήμα το οποίο δεν είναι απαραίτητο να είναι σωστό. Εσύ θέλεις ένα καλό τετραγωνικό σήμα. Μπορείς να έχεις ένα σήμα το οποίο δηλαδή μπορεί να είναι ημύτωνο, το οποίο μπορεί να έχει και διαφορετικές, μπορεί συχνότητα να είναι σταθερή αλλά το πλάτος του να παίζει. Παίρνεις λοιπόν ένα σήμα και το φτιάχνεις όπως το θέλεις καθαρό τετραγωνικό στην έξω. Αυτή είναι η έννοια. Δηλαδή είναι ταλαντοτής αλλά έχει είσοδο. Δηλαδή ουσιαστικά παίρνεις ένα σήμα το οποίο δεν είναι στην τετραγωνική τη σωστή μορφή που το θέλεις και το φτιάχνεις στη μορφή που το θέλεις. Για να κάνουμε το τέτοιο τετραγωνικό δηλαδή δεν μας ενδιαφέρει να είναι η βθ και η βθ πολύ κουραστοποιημένα. Όχι απαραίτητα. Υπάρχουν περιπτώσεις που αυτό μας ενδιαφέρει να γίνεται έτσι για να αποφύγουμε να φτιάξουμε σωστό το σήμα μας και να αποφύγουμε το πρόβλημα των μικροταλαντώσεων. Δηλαδή πολλές φορές το σήμα μας έχει θόρυβο. Αν αυτό το σήμα προσπαθήσεις να το επεξεργαστείς με ταλαντοτή ο οποίος έχει ένα σημείο ή πολύ κοντά μικρό διάστημα τότε υπάρχει κίνδυνος εδώ να βγάλεις ταλαντώσεις. Αυτή στη συχνότητα που δεν σε ενδιαφέρει. Σε εσένα σε ενδιαφέρει αυτή η συχνότητα. Άρα λοιπόν αυτό το τρικ ουσιαστικά αγνοεί τέτοιου είδους μετακινήσεις. Ναι, ναι, ναι. Ουσιαστικά κάνεις αυτό το τρικ. Ξεκαθαρίζεις το σήμα. Αυτό δηλαδή το αξιοποιείς και μπορείς να την λογαριάσεις αυτή τη διαφορά. Εννοείται να γίνει όσο μεγάλη θέλεις έτσι μέσα σε κάποια όρια έτσι ώστε ο οποίος δίποτε θόρυβος να μην σου ξανακάνει πίσω. Αυτό έτσι και κάνει την μεταφορά του εδώ με μικροδιαφορά εδώ με ταλάντος η οποία κινείται εδώ δεν προκειται να ξαναγυρίσεις πίσω. Αυτό είναι το πλεονέκτημα αυτής της ιστορίας. Σε ένα? Ναι, ναι, ναι. Σε τέτοιες περιπτώσεις ουσιαστικά, δηλαδή το Smith Trigger είναι πάρα πολύ χρήσιμο σαν συγκριτής. Δηλαδή δεν προτιμάμε σε πάρα πολλές περιπτώσεις, δεν προτιμάμε τον απλό συγκριτή ενός επιπέδου, ενός σημείου. Όπου δηλαδή είτε ακριβώς στο μηδέν είτε κάπου αλλού γίνεται η σύγκριση με μία τιμή. Γιατί στα σήματά μας σε πρακτικές εφαρμογές τις περισσότερες περιπτώσεις έχουν θόρυβο. Και ο τρόπος για να κόψεις αυτό τον θόρυβο είναι το Smith Trigger. Ο συγκριτής δύο τιμών. Και αυτό ονομάζεται δισταθείς πολυδερνητής, είπαμε, για αυτό το λόγο. Μπορεί να το... βλέπετε διαφορετική συνδεσμολογία. Βλέπετε, διαφέρει η ροή του διαγράμματος μεταφοράς. Δηλαδή το θετικό είναι εδώ και πάει προς τα εκεί, ενώ το αρνητικό έρχεται από εκεί και πάει προς τα εδώ. Είναι μη αναστρέφωσα χαρακτηριστική. Δηλαδή θετική διαφορά, θετική έξοδος. Αρνητική διαφορά, αρνητική έξοδος. Είναι μη αναστρέφωσα συνδεσμολογία, το ίδιο πράγμα. Δηλαδή η ποιοτική περιγραφή είναι η ίδια, μόνο που η είσοδος αντί να μπαίνει στην αρνητική είσοδο, η είσοδο μπαίνει στην θετική είσοδο και έχουμε την ίδια λειτουργία με μη αναστρέφωσα χαρακτηριστική. Ο απλός δισταθείς πολυδονητής, έχουμε ένα κύκλωμα το οποίο έχει, αυτό που περιγράψαμε μέχρι τώρα, έχει όμως στην έξοδό του έναν περιοριστή. Δηλαδή πολλές φορές δεν θέλουμε να πάρουμε στην έξοδο simple-V κορεσμού εξόδου. Θέλουμε να πάρουμε μια συγκεκριμένη τιμή, simple-5V ή simple-7V ή ό,τι. Ένα τρίκ είναι η δύο δύο διζένερ για να εξορροπούμε τις δύο τιμές. Και ένα άλλο είναι ολόκληρη γέφυρα, επίσης γέφυρα διόδων, η οποία έχει μία τιμή διζένερ εδώ και πάλι ουσιαστικά στη μία περίπτωση την η θα είναι δύο βεντέ συν βεζένερ και στην άλλη περίπτωση θα είναι μίον δύο βεντέ και βεζένερ. Ουσιαστικά κάνουμε τη χρήση της γέφυρας, η οποία και στις δύο κατευθύνσεις, είτε θετικό είτε αρνητικό, μας σταθεροποιεί το πλάτος του σήματος. Είναι κυκλώματα για τη ρύθμιση του πλάτος. Αντίχον θέλουμε να έχουμε έναν ασταθεί πολυδονητή, δηλαδή ένα κύκλωμα το οποίο έχω μόνο του να κάνει ταλαντώσεις. Τι κάνουμε, βάζουμε εδώ έναν τέτοιας μορφής ταλαντοτή και βάζουμε ένα δικτύωμα αρσέ εδώ, το οποίο δικτύωμα αρσέ έχουμε τη φόρτιση του πυκνοτή, φόρτιση-εκφόρτιση συνέχεια, μεταξύ των τιμών που μας ενδιαφέρουν και ουσιαστικά οι τιμές αυτές εδώ καθορίζονται από τα επίπεδα, δηλαδή ουσιαστικά από τις τιμές άρκεσε, ουσιαστικά είναι η φόρτιση σταθερά χρόνου και η έξοδος θα πηγαίνει από lsin σε lpln. Άρα λοιπόν, αν σε αυτό το κύκλωμα αντί να βάλουμε είσοδο του βάλουμε μια ανάδραση αρσέ, αποκτούμε τον ασταθεί πολυδονητή. Η έξοδος δηλαδή γυρνάει μέσω του δικτυώματος αρσέ και φορτίζεται ουσιαστικά η χορετικότητα, φορτίζεται και εκφορτίζεται ή φορτίζεται προς τα αρνητικά και προς τα θετικά. Πρακτικό κύκλωμα το βλέπουμε εδώ, το δικτύωμα του ταλαντοτή με ιστέρηση και βλέπετε στην ανάδραση ένα αρσέ δικτύωμα στην αρνητική είσοδο, αναστρέφουσα λειτουργία. Βλέπετε την λειτουργία εδώ, έστω ότι ξεκινάει από το αρνητικό κόρο, θα πάει στον αρνητικό κόρο, είναι εδώ, η έξοδος είναι εδώ. Συγγνώμη, εδώ είναι το σημείο της εισόδου. Επομένως η χορητικότητα εφόσον είναι στο χαμηλό η τιμή και κάνει αλλαγή, θα αρχίσει να φορτίζει τη χορητικότητα. Είπαμε ουσιαστικά αυτό είναι το δικτύωμα φόρτισης της χορητικότητας. Εάν αλλάξει η τιμή από αρνητικό σε θετικό κόρο, φορτίζει και πόση διάρκεια θα μείνει σε αυτή την κατάσταση, αυτά από τις τιμές αρσε, προφανώς. Σταθερά χρόνο αρσε. Στη συνέχεια, εφόσον αλλάξει η τιμή στην είσοδο, φορτίζει αυτό εδώ, μόλις ξεπεράσει αυτή την τιμή που προκύπτει από τη διαιρέτητάση, θα γυρίσει ο τελεστικός ενισχυτής προς την αρνητική και ούτω καθεξής, θα γυρίσει ξανά να φορτιστεί στα αρνητικά, η χορητικότητα αυτή. Ουσιαστικά, έχουμε εδώ ένα κύκλωμα, το οποίο του βάζουμε τροφοδοσία. Δεν φαίνεται βέβαια, είναι η τροφοδοσία του τελεστικού ενισχυτή. Τα δύο άκρα ακροδέκτες που πάνε στην τροφοδοσία, βσσ και βσσπ. Και το κύκλωμα αυτό παράγει ταλαντώσεις. Αυτός λοιπόν είναι ένας ασταθής. Δεν έχει καμία σταθερή κατάσταση ο πολυδονητής. Βάζουμε συνεχές και παίρνουμε τετραγωνικό σήμα στην έξοδα. Το οποίο έτσι πως είναι εδώ, είναι της τάσης κόρου εξόδου του τελεστικού ενισχυτή. Όσον αφορά τις εξισώσεις, βλέπετε τον τρόπο υπολογισμού και αυτό θα ήθελα να το γνωρίζετε. Ουσιαστικά, εδώ είναι η εξίσωση φόρτισης του πυκνοτή, η οποία εξίσωση φόρτισης του πυκνοτή με δεδομένο ότι ο πυκνοτής αυτός πάει να φορτιστεί στο L+, στην τιμή που θα είχε η τάση εξόδου. Έτσι, είναι ο θετικός κόρος του τελεστικού ενισχυτή. Άρα, λοιπόν, γράφουμε την εξίσωση της φόρτισης του πυκνοτή. Τη διαδικασία αυτή, επαναλαμβάνω, θα ήθελα να την ξέρετε. Την εξίσωση φόρτισης και στη συνέχεια, για χρόνο τα φένα, που είναι αυτός ο χρόνος, έχουμε την τιμή ότι το β, η τάση αυτή, τέλος πάντων, θα πάει σε αυτή τη τιμή. Όταν θα πάει σε αυτή τη τιμή, θα αλλάξει η κατάσταση. Άρα, λοιπόν, για να υπολογίσουμε το τα φένα, δεν έχουμε παρά να βάλουμε αυτές τις οριακές τιμές στην εξίσωση. Και προκύπτει, λύνοντας ως προς το τάφ 1, στον εκθέτη είναι το τάφ, λύνοντας προκύπτει αυτή η εξίσωση. Το τάφ είναι η σταθερά χρόνο. Βάζοντας, λοιπόν, αυτή τη συνθήκη ότι εδώ, ακριβώς, για αυτή τη τιμή θα γίνει η αλλαγή, θα σταματήσει και θα ξεκινήσει προς την άλλη κατεύθυνση, λύνουμε και παίρνουμε την απάντηση για τους χρόνους τάφ 1 και τάφ 2. Το άθροισμά τους είναι η τελική διάρκεια του παλμού, η περίοδος του παλμού. Και βλέπετε, προκύπτει με αυτόν τον τρόπο. Άρσε είναι εδώ, δύο άρσε, επί ένα συμβήτα, διά ένα πλημβήτα, όπου το β καθορίζεται από το λόγο ανάδρασης εδώ των δύο εντιστάσεων. Άρα, λοιπόν, σε αυτό το κύκλωμα, βάζοντας το άρσε, αυτό εδώ το δικτύωμα καθορίζει αυτόν τον συντελεστή εδώ, ενώ το δικτύωμα της ανάδρασης μπαίνει σε αυτόν τον όρο εδώ. Τελικά, δηλαδή, εφόσον έχουμε ένα επιθυμητό δικτύωμα εδώ, μπορούμε βάζοντας αυτήν εδώ την αντίσταση, παραδείγματος χάρη, σαν ρυθμιστική αντίσταση, να ρυθμίσουμε τη συχνότητα των ταλαντώσεων. Μπορούμε να αξιοποιήσουμε αυτό το κύκλωμα για να φτιάξουμε και τριγωνικές ταλαντώσεις. Αυτό είναι ένα κύκλωμα το οποίο θα το δείτε και σε εργαστηριακή εφαρμογή στην ηλεκτρονική τρία. Αυτό το κύκλωμα, λοιπόν, αυτός ο ασταθής εδώ, βάζουμε σε ένα βρόχο ανάδρασης με έναν ολοκληρωτή. Ένας ολοκληρωτής, ο οποίος βλέπετε στην έξοδό του εδώ, θα βγάλει ουσιαστικά ολοκλήρωμα. Δηλαδή, η χαρακτηριστική εδώ, σε αυτό το σημείο, θα είναι χαρακτηριστική φόρτισης πυχνοτή. Απλώς, η μελέτη που κάνουμε είναι τέτοια ώστε να πάρουμε αυτό εδώ το κομμάτι μόνο. Παρακτηρίζουμε σε αυτήν εδώ τη μελέτη ώστε η σταθερά χρόνου αυτού του ολοκληρωτή να είναι πολύ μικρότερη από τη σταθερά χρόνου που θα είχε η φόρτιση αυτού του δικτυώματος. Έτσι ώστε να λειτουργούμε εδώ για τον ολοκληρωτή και να βλέπουμε στην έξοδό του ένα σήμα το οποίο μοιάζει με τριγωνικό. Αρκετά καλά με τριγωνικό. Άρα λοιπόν, εδώ μπορεί κανείς να δει τις εξισώσεις. Εδώ έχουμε τετραγωνικό σήμα, ουσιαστικά αυτό το τετραγωνικό σήμα η φίσταται ολοκλήρωση. Και στη συνέχεια αυτό το τριγωνικό σήμα από τον δισταθή εδώ μετατρέπεται πάλι σε τετραγωνικό. Έτσι λοιπόν έχοντας έναν δισταθή και έναν ολοκληρωτή κάνουμε μια γενήτρια τριγωνικού σήματος. Η οποία είναι αρκετά απλή και προσφέρεται, θα τη δούμε, δεν ξέρω αν έχω την ανάλυση εδώ, όχι. Θα τη δούμε αναλυτικά είπαμε στην ηλεκτρονική τρία. Προσφέρεται πάρα πολύ για να δούμε τις διαφορές μεταξύ πραγματικού κυκλώματος και του θεωρητικού. Δηλαδή αυτή η ανάλυση που κάνουμε εδώ προφανώς αναφέρεται σε θεωρητικό κύκλωμα, το οποίο έχει τετραγωνικό σήμα στην έξοδο και τριγωνικό στην έξοδο του ολοκληρωτή. Είπαμε αυτά δεν ισχύουν να παρατηρούμε τις διαφορές από το τελικό πραγματικό κύκλωμα. Ο μονοσταθής. Τι διαφέρει από τον ασταθή είχαμε πει ότι εδώ έχουμε μια σταθερή κατάσταση. Δηλαδή η διαφορά είναι ότι εδώ μπλοκάρουμε το δυναμικό αυτό και δεν μπορεί να ανέβει πάνω από 0,7. Άρα λοιπόν εδώ δεν μπορεί να ανέβει πάνω από 0,7 που σημαίνει ότι πρακτικά βλέπετε το αναγκάζουμε να παραμένει σε μια κατάσταση. Άρα έχει μια σταθερή κατάσταση γιατί δεν μπορεί να της κάνει και τις δύο εναλλαγές το κύκλωμα αφού δεν μπορεί να σε φύγει παραπάνω από 0,7. Άρα δεν μπορεί να πιάσει αυτή τη στιγμή να την αλλάξει. Για να το κάνει αυτό πρέπει να έρθει στην είσοδο. Αυτό θεωρείται πλέον εδώ είσοδος το σημείο αυτό. Εδώ μάλλον βάζουμε αυτό το δικτύωμα εδώ ώστε ένα τετραγωνικό σήμα να δώσει απλώς εδώ μια εχμή. Αυτή η εχμή λοιπόν ουσιαστικά κατεβάζει το δυναμικό ώστε να μπορέσει να πάει προς τα κάτω να αλλάξει η έξοδος. Και να προσπαθήσει να πάει προς τον αρνητικό κόρο τελεστικός και να φορτίσει προς τα κάτω. Άρα λοιπόν εδώ θα έχουμε την έξοδο ενώ η σταθερή της κατάσταση είναι ο θετικός κόρος. Εδώ θα παραμείνει στον αρνητικό κόρο για όσο διάστημα ορίζει αυτό το δικτύωμα αρσέ. Στη συνέχεια θα ξανα αλλάξει διότι προς εκείνη την κατεύθυνση δεν κάνει τίποτα αυτή η δύοδος. Θα αλλάξει και θα ξαναγυρίσει προς τα πάνω μονάχα που εκεί πάλι θα σταματήσει στο θετικό κόρο και θα μείνει εκεί γιατί δεν μπορεί να ξανακάνει η αναλλαγή. Δηλαδή αυτό εδώ σταματάει το δυναμικό είπαμε στα 0,6-0,7V και δεν μπορεί να ξαναγυρίσει προς τον αρνητικό κόρο. Άρα λοιπόν αυτός ο ταλαντοτής αυτό το κύκλωμα έχει μια σταθερή κατάσταση, είναι μονίμως στο θετικό κόρο και όταν θα έρθει παλμός ώστε εδώ να κατεβάσει το δυναμικό αυτό τότε θα αλλάξει η κατάσταση. Άρα λοιπόν αυτό εδώ είναι ένα κύκλωμα που δίνει παλμούς, δηλαδή αυτό είναι ένα κύκλωμα που υπάρχει πίσω από κάθε κουμπί που πατάμε για να δώσουμε παλμούς. Εντάξει, είναι ένα κύκλωμα το οποίο υπάρχει πίσω από κάθε απλό κουμπί διότι το απλό μηχανικό κουμπί όταν πάμε να δώσουμε παλμό κάνει συνήθως μια τέτοια κατάσταση. Αυτό που πατάμε ο μηχανικός διακόπτης συνήθως δίνει ταλάντωση. Επομένως αυτό είναι πάρα πολύ επιρρεπές στο αντί να μετρήσουμε έναν παλμό να μετρήσουμε δύο ή τρεις ή πέντε. Άρα βάζουμε έναν τέτοιον ταλαντοτή με τον οποίο ουσιαστικά έχουμε μια συγκεκριμένη διάρκεια του παλμού. Γιατί θα κάνει τη μετάβαση αυτή στο ενδιάμεσο ότι και να συμβαίνει δεν το ενοχλεί. Έτσι λοιπόν αυτή η μονοσταθής είναι η κλασική ταλαντοτές για να φτιάξουμε σχήμα ενός παλμού όταν θέλουμε έναν παλμό. Βλέπετε εδώ ο παλμός είναι έτσι. Αν θέλουμε ο παλμός να είναι ανάποδα δηλαδή η σταθερή κατάσταση να είναι ο αρνητικός κόρος και να παίρνουμε έναν θετικό παλμό τι κάνουμε. Πάζουμε ανάποδα δηλαδή. Αν αυτή η δύοδος αλλάξει θα έχουμε το ανάποδο. Θα έχουμε σταθερή κατάσταση στην αρνητική και θα παίρνουμε θετικό παλμό. Βέβαια θα πρέπει να αλλάξει και ο παλμός που θα έρχεται. Ο παλμός θα είναι θετική εχμή που θα πρέπει να έρχεται για να μας κάνει τη μετατροπή. Και το κλασικό και τελευταίο κύκλωμα που θα δούμε είναι ο 555. Φαντάζουμε τον έχετε δει στα εργαστήρια. Είναι το κλασικό κύκλωμα εδώ και 20-30 χρόνια για να κάνουμε ταλαντώσεις χαμηλής συχνότητας. Δεν πάει ψηλά σε συχνότητα. Έχει ένα φάσμα σχετικά μικρό. Μας ενδιαφέρει να κατανοήσουμε αυτά εδώ τη δομή την εσωτερική γιατί θα ήθελα να μπορείτε να βγάλετε αυτές τις εξισώσεις πώς προκύπτουν. Αυτό μας το δίνει ο κατασκευαστής. Μας λέει δηλαδή ότι η ταλάντωση σε αυτό το κύκλωμα με συγκεκριμένη συντασμολογία, η χρονική διάρκεια για να κάνουμε έναν μονοσταθή για παράδειγμα είναι αυτός ο τύπος. Θα ήθελα αυτόν τον τύπο να μπορείτε να τον εξηγήσετε πώς γένει. Δηλαδή ότι ακριβώς αυτοί οι δύο συγκριτές έχουν την ιδιότητα με αυτές τις τρεις αντιστάσεις να συγκρίνουν την είσοδο εδώ πέρα μεταξύ του ένα τρίτο και δύο τρίτα ΒΣΣΕ. Αυτό ήταν το μυστικό αυτού του κυκλώματος. Ότι είχε standard σύγκριση. Είχε δύο συγκριτές που συνέκριναν αυτό που συνέβαινε στην είσοδο trigger και στην είσοδο της ταλάντωσης με το ένα τρίτο και τα δύο τρίτα της ΒΣΕ. Άρα λοιπόν για να βγουν αυτή οι θύποι δεν παραναλάβουμε υπόψη μας αυτό το γεγονός ότι η ταλάντωση εδώ παίζει μεταξύ ένα τρίτο και δύο τρίτα ΒΣΣΕ. Αυτό δεν μπορούμε να τα αλλάξουμε. Είναι δεδομένο του κυκλώματος. Και επομένως στη συνέχεια είναι απλά τα πράγματα. Υπάρχει ένα flip flop εδώ το οποίο απλώς μας βγάζει την έξοδο σε συν ΒΣΕ ή μηδέν. Το κύκλωμα τροφοδοτείται προσοχή ΒΣΕ και μηδέν. Έτσι. Γι' αυτό και χρησιμοποιείται κατά κόρων στα ψηφιακά κυκλώματα. Ήταν δηλαδή κύκλωμα το οποίο ήταν για μονοπολική τροφοδοσία. Συν πέντε βολτ γη. Και μάλιστα δούλευε από τα πέντε βολτ μέχρι τα δώδεκα. Δεν θυμάμαι. Μεγάλη τροφοδοσία βέβαια. Γιατί είναι, είπαμε, αρκετών δεκαετιών κύκλωμα. Εδώ λίγο προσοχή επίσης σε αυτό το transistor. Υπάρχει αυτό το κύκλωμα εδώ για γύωση, εκφόρτηση του πυκνοτή απότομη. Εδώ λίγο προσοχή, έτσι όταν παίρνει σήμα, εκφορτίζει τον πυκνοτή, γιώνει τον πυκνοτή εκείνο το ακροδέκτη. Προσοχή λίγο και σε αυτό το σημείο στις συλλοποιήσεις. Θα το δούμε κι αυτό στα εργαστήρια, στις συλλοποιήσεις. Προσοχή στο τι ρεύμα μπορεί να αντέξει αυτό το transistor. Είναι εσωτερικό του κυκλώματος και αυτό λίγο θέλει προσοχή. Δηλαδή αυτός ο ακροδέκτης το ρεύμα που μπορεί να απορροφήσει. Επειδή είναι εσωτερικό, αν κάνουμε λάθος μπορεί να κάψουμε το κύκλωμα. Δηλαδή άμα καεί αυτό, τελείωσε, όλο είναι άχρηστο. Εντάξει, προσοχή λοιπόν στις εφαρμογές. Θα τις δούμε τις εφαρμογές, πώς δουλεύουμε τον timer. Μπορείτε να κάνετε είτε μονοσταθή, είτε ασταθή. Έτσι είπαμε, οι συνδεσμολογίες αυτή είναι για τον μονοσταθή. Βλέπετε το κλασικό παλμό. Είτε για τον ασταθή, μπορείτε να κάνετε τους υπολογισμούς. Με δεδομένο ότι πάτε από 1 τρίτο VSS μέχρι 2 τρίτα VSS, κάνει κανείς τις πράξεις από την κλασική εξίσωση φόρτισης-εκφόρτισης του πυκνοδύου. Δηλαδή όλη η ιστορία βασίζεται πάλι στην κλασική εξίσωση φόρτισης-εκφόρτισης πυκνοδύου, μόνο που πρέπει να προσέξουμε ότι οι τάσεις στις οποίες μετακινούμαστε είναι 1 τρίτο και 2 τρίτα VSS. Αυτό είναι όλο. Και αυτή είναι η εξίσωση που μας δίνει ο κατασκευαστής. Απλώς θα ήθελα να γνωρίζετε αυτό το πώς γίνει αυτό το 0.69. Είναι ένας λογάρισμος του 2 που προκύπτει από αυτές τις πράξεις. Εντάξει. Είναι κάτι το οποίο θα το ήθελα να το γνωρίζετε σαν θεωρητική ανάλυση, παρόλο που επαναλαμβάνω αυτό τον τύπο μας τον δίνει ο κατασκευαστής. Είναι fix για το συγκεκριμένο κύκλωμα. Εδώ υπάρχει μια παρατήρηση ότι έτσι πως κάνουμε αυτήν τη συντασμολογία, δεν μπορούμε να πάρουμε κύκλο εργασίας. Δηλαδή αν κάνετε εδώ ταλαντώσεις με αυτό το κύκλωμα, βλέπετε η μορφή είναι αυτή. Δηλαδή αυτή η διάρκεια είναι σαφώς μεγαλύτερη από αυτήν. Δεν μπορείτε να πάρετε τετραγωνικό σήμα με αυτήν τη συντασμολογία. Δηλαδή το κλασικό τετραγωνικό ρολόι δεν μπορείτε να το πάρετε. Είναι τέτοια η μορφή των εξισώσεων. Είναι ο τρόπος που λειτουργεί εδώ το κύκλωμα. Αυτή εδώ είναι αυτήν η ροή φόρτισης και αυτήν η ροή εκφόρτισης. Είναι τέτοια η συσχέτιση των αντιστάσεων που δεν μπορείτε να τις κάνετε 50%. Ούτε καν 50%, αυτό ίσο με αυτό δεν μπορεί να γίνει. Και τι κάνουμε σε αυτήν την περίπτωση, θα το δούμε στο εργαστήριο αυτό επαναλαμβάνω. Διαφοροποιούμε τους δύο δρόμους, τους ανεξαρτητοποιούμε. Δηλαδή ο δρόμος φόρτισης και ο δρόμος εκφόρτισης διαφοροποιούνται. Είναι δύο ανεξάρτητοι δρόμοι για το ρεύμα. Και επομένως αυτός ο ταλαντοτής μπορεί να σας δώσει ό,τι λόγο λειτουργεί. Δηλαδή μπορεί αυτό να είναι στενό και αυτό να είναι φαρδί, ή αυτό να είναι φαρδί και αυτό να είναι στενό, ό,τι θέλετε. Γιατί οι δύο δρόμοι επαναλαμβάνω, η φόρτιση του πυκνοτή και η εκφόρτιση του πυκνοτή, που είναι υπεύθυνοι για αυτές τις διάρκειες, είναι δύο διαφορετικοί δρόμοι. Και έτσι λοιπόν, με αυτό το πρακτικό τρικ. Και εδώ επίσης θα πρέπει λίγο να δούμε τη θεωρητική ανάλυση, γιατί κάπου μπαίνει μέσα η ύπαρξη αυτής της Vd. Να δείτε λίγο την ανάλυση αυτή, πώς επιδράει η Vd στον θεωρητικό υπολογισμό του χρόνου της περιόδου. Αυτό θα το δούμε, είπαμε, αναλυτικά σε εργαστηριακή άσκηση, που θα κάνουμε πρακτικά στην ηλεκτρονική τρία. Και ουσιαστικά εδώ είναι και το τέλος της θεωρητικής παρουσίασης. |