Διάλεξη 9 / Διάλεξη 9 / Διάλεξη 9

Διάλεξη 9: Προστασία και μετασυμβατικό στάδιο Σήμερα ήθελα λοιπόν να δούμε την ένωμη προστασία κατά το προσυμβατικό στάδιο, διότι όπως καταλαβαίνετε αυτό παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αυτό έχει καλυφθεί από το ενωσιακό δίκαιο. Το μετασυμβατικό στάδιο έχει συναφθεί η σύμβαση, έχει επιλεγεί ο...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος δημιουργός: Πρεβεδούρου Ευγενία (Αναπληρώτρια Καθηγήτρια)
Γλώσσα:el
Φορέας:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Είδος:Ανοικτά μαθήματα
Συλλογή:Νομικής / Διοικητικό Οικονομικό Δίκαιο
Ημερομηνία έκδοσης: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2015
Θέματα:
Άδεια Χρήσης:Αναφορά-Παρόμοια Διανομή
Διαθέσιμο Online:https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=1e634e75
Απομαγνητοφώνηση
Διάλεξη 9: Προστασία και μετασυμβατικό στάδιο Σήμερα ήθελα λοιπόν να δούμε την ένωμη προστασία κατά το προσυμβατικό στάδιο, διότι όπως καταλαβαίνετε αυτό παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αυτό έχει καλυφθεί από το ενωσιακό δίκαιο. Το μετασυμβατικό στάδιο έχει συναφθεί η σύμβαση, έχει επιλεγεί ο αντισυμβαλόμενος της διοίκησης, εξελίζεται μεταξύ της διοίκησης και του επιλεγέντος αντισυμβαλωμένου, οπότε δεν παρεμβαίνει εδώ το ενωσιακό δίκαιο, αλλά κάτι λάχιστο. Πρέπει να πω βέβαια ότι οι νέες οδηγίες προβλέπουν διατάξεις, αυτές του 2014 δηλαδή, 2023, 2024 και 2025, προβλέπουν διατάξεις και για την εκτέλεση της σύμβασης, πολύ λιγότερες βέβαια. Εδώ τα πράγματα είναι, απλά ισχύει το εθνικό δικονομικό δίκαιο, δεν υπάρχει κάποια ικαιτερότητα, έχει αρμοδιότητα. Έχουμε προσφυγή ουσίας και ενδεχομένως ανογή αποζημίωσης, μια αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου. Ωραία, για να δούμε όμως τι γίνεται με το προσφυγματικό στάδιο, το οποίο κατέει στα πλαίσια του οποίου έχουμε δύο νόμους, δύο εγγυνικούς νόμους, τον 2522 του 97 και τον 3886, ο οποίος τον αντικατέστησε. Και οι δύο αποτέλεσαν μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της Δικονομικής Οδηγίας 89-665, ο πρώτος, και το 66 του 2007, ο δεύτερος. Πρέπει να δούμε λίγο το ιστορικό θέσπισης, αν θέλετε, ειδικά του πρώτου νόμου, διότι έτσι είναι ένας τρόπος να θυμηθούμε, να το κρατήσουμε στη μνήμη μας και να αντιληφθούμε ιδίως τη σημασία του νόμου. Λοιπόν, η οδηγία, η δικονομική οδηγία, όπως είπαμε στην περίπτωση των διοικητικών, των δημοσίων συμβάσεων, ο ενωσιακός νομοθέτης θεώρησε ότι δεν αρκεί η ρύθμιση μόνο του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή των διαδικασιών σύναψης των δημοσίων συμβάσεων, αλλά θέλησε να ρυθμίσει, για να εξασφαλίσει την ενιαία και ομοιόμορφη εφαρμογή αυτού του δικαίου, θέλησε να ρυθμίσει και τις δικονομικές διατάξεις, δηλαδή το θέμα της ένωμης προστασίας. Εννοείται, βέβαια, ότι δεν φτάνει μέχρι τη ρύθμιση των αρμοβιών δικαστηρίων, των προθεσμιών κτλ., αλλά εκείνο που θέλει να διασφαλίσει είναι κυρίως η παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας, διότι, όπως είπαμε, αυτή είναι που έχει καθοριστική σημασία στο πλαίσιο της διαδικασίας σύναψης της Σύμβασης. Δηλαδή, αν δεν παρασχεθεί προσωρινή δικαστική προστασία, όταν θα ολοκληρωθεί η οριστική προστασία, καταλαβαίνετε ότι θα έχει κάπως πλατωνικό χαρακτήρα στο μέτρο που η Σύμβαση θα έχει συναφθεί. Έτσι, οπότε, μάλλον μόνον από ζημίωση θα μπορεί να ζητήσει ο αποκλειστής υποψήφιος. Η οδηγία λοιπόν, η 665 του 1989, η οποία βεβαίως θα εξακολουθεί να ισχύει, αλλά συμπληρώθηκε από την 66 του 2007, προέβλεψε τρία είδη ενδίκων βοηθημάτων, δηλαδή την έτηση παροχής προσωρινής προστασίας, την έτηση ακυρώσεως, η αναγνώριση της ακυρότητας και αποζημίωσης. Εξετάζουμε το πώς καταλήξαμε στο νόμο αυτό και επίσης αποζημίωση, επομένως προσωρινή προστασία, ακύρωση και αποζημίωση. Λοιπόν, είπαμε ότι μεγαλύτερη σημασία έχει η προσωρινή προστασία. Η ελληνική δημοκρατία δεν μετέφερε αυτή την οδηγία στην εθνική ένομη τάξη. Θεωρήθηκε ότι η προσωρινή προστασία που προβλέπεται στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης, δηλαδή το άνθρωπο 52 του Προεδρικού Διατάγματος 18, και λέμε το 52 βέβαια διότι οι διαφορές του προσυμπρατικού σταδίου είναι ακυρωτικές, το άνθρωπο 52 λοιπόν παρέσχει επαρκή προσωρινή προστασία. Για να δούμε λίγο αν αυτές οι προϋποθέσεις χωρίγησης προσωρινής προστασίας συνάνδρουν προς τις επιταγές του ενωσιακού δικαίου. Αυτού που απαιτούσε δηλαδή η οδηγία 665 του 89 για να θεωρήσει την προστασία αποτελεσματική. Όπως ξέρουμε προϋπόθεση προσωρινής προστασίας είναι βέβαια τι? Προσβολή προηγούμενη άσκηση αιτήσιος ακυρώσους εφωμένως προσβολή εκτελεστής πράξεις. Έτσι. Ένα πρόβλημα όσον αφορά τις εκτελεστές πράξεις έχουμε εδώ ότι δεν χωριγείται κατά πάγια νομολογία, δεν χωριγείται αναστολή εκτελέσεως τις αρνητικές πράξεις, θα δούμε γιατί, ούτε στις κανονιστικές. Όσον αφορά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις απαιτείται να δημιουργεί η πράξη στο νετούντα ανεπανόρθωτη ή δυσχερός επανορθώσιμη βλάβη και τέτοια δυσχερός επανορθώσιμη βλάβη δεν θεωρείται η χρηματική ζημία όταν δεν είναι τόσο μεγάλη ως ταιναστερή των ιδιότητα από τα μέσα βιοπορισμού. Επίσης χωριγείται, αυτές είναι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έτσι, επομένως ανεπανόρθωτη ή δυσχερός επανορθώσιμη βλάβη, δεύτερον δεν υπάρχει πέρτερο δημόσιο συμφέρον που να επιβάλλει την εκτέλεση της προσβαλόμενης πράξης, δημόσιο συμφέρον κατέληξε να είναι αρνητική ουσιαστική προϋπόθεση της χωρίγησης προσωρινής προστασίας και τρίτον η πιθανολόγηση του βασίμου της ακυρώσεως που ήταν μία ανεπίσημη προϋπόθεση αναστολής. Βασικά το Σεμβούλιο Κακρατείας απαιτούσε πρόδυλη παρανομία της προσβαλόμενης πράξης. Αυτό που λέμε στα λατινικά το fumus boni iuris. Για να δούμε όμως αυτή η προσωρινή προστασία έτσι όπως διαμοφώνεται με τις εν λόγω προϋποθέσεις είναι αποτελεσματική. Ποια προβλήματα παρουσιάζουν, ποια σημεία παρουσιάζουν τις σκολλίες είναι προβληματικά μάλλον υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου. Πρώτον το ανεπίδεκτο αναστολής των αρνητικών πράξεων. Όπως ξέρετε δεν χωριγείται αναστολή σε αρνητικές πράξεις γιατί. Γιατί δεν χωριγεί το Σεμβούλιο Επικρατείας αναστολή κατά κανόνα εν πάση περιπτώση αρνητικών πράξεων. Γιατί θεωρεί ότι επενδένει με τη χωρίγηση αναστολής σε αρνητική πράξη είναι σαν να διατάσσει τη διοίκηση να εκδώσει θετική πράξη. Δηλαδή στην ουσία σαν να παρεμβαίνει στο έργο της εκτελεστικής εξουσίας με την έννοια της υποκατάστασης. Το πρόβλημα που έχουμε εδώ είναι ότι αν δεν χωριγεί η διοίκηση οικοδομική άδεια, αναστολή εκτελέσεως καθ' αυτής της άρνησης σημαίνει ότι καταλήγει ο δικαστής να χωριγεί άδεια. Γι' αυτό λοιπόν δεν γίνεται δεκτή αναστολή εκτελέσεως αρνητικής πράξης. Όμως, στην περίπτωση των προσυμβατικού σταδίων, οι βασικές πράξεις για τις οποίες χρειάζεται προστασία είναι αρνητικές. Δηλαδή ο αποκρισμός διαγωνιζομένου, η απόρριψη της προσφυγής τους, ως προς αυτές έχω ανάγκη προσορινής προστασίας για να διασφαλιστεί η συμμετοχή μου στη διαγωνιστική διαδικασία. Δεύτερο πρόβλημα είναι το μη επανορθώσιμο της χρηματικής ζημίας. Η απόρριψη από τη διαγωνιστική διαδικασία συνεπάγεται τη χρηματική ζημία, η οποία όμως κατά την πάγια νομολογία θεωρείται επανορθώσιμη. Άρα καταλήγει να μη χορηγείται αναστολή στην περίπτωση αποκλεισμού από τη διαγωνιστική διαδικασία. Ένα άλλο πρόβλημα της αίτησης αναστολής του 52 είναι οι ισχυρές παράμετρες του δημοσίου συμφέροντος. Δηλαδή, το συμφέρον συνέχισης της διαδικασίας, όπως το συμφέρον της ευευθύμης λειτουργίας, της υπηρεσίας, γενικότερος συμφέρον ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας, συνεχιζόταν υπέρ της συνεχίσης της διαδικασίας και όχι υπέρ της αναστολής εκτελέσεως των συγκεκριμένων πράξεων. Οπότε, λόγω της υπεροχής του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο κατέληξε να αποτελεί αρνητική ουσιαστική προϋπόθεση, δυσχερό σχορηγούταν αναστολή εκτέλεσης σε πράξεις του προσυμβατικού σταδίου. Η οδηγία 665 του 1989 είχε πολύ καινοτόμες και προστατευτικές ρυθμίσεις. Οι πιο χαρακτηριστικές από αυτές είναι η αποσύνδεση του αιτήματος προσωρινής προστασίας από το κύριο ένθικο βοήθημα. Δηλαδή, σύμφωνα με την οδηγία, τη δικονομική, δεν απαιτείται να ασκηθεί προηγουμένως έτηση ακυρώσους και συνεχεία έτηση αναστολής ή έτηση ασφαλιστικών μέτρων. Μπορεί να ασκηθεί πρώτα το ένθικο βοήθημα της προσωρινής προστασίας και στη συνέχεια να εκδοθεί η σχετική απόφαση και επί της προσωρινής προστασίας και στη συνέχεια να ασκηθεί το ένθικο βοήθημα της οριστικής δικαστικής προστασίας. Αυτό είναι το κλασικό. Στην όμως η οδηγία, όπως είπαμε, αποσυνέδεσαν αυτά τα δύο. Δεύτερη καινοτομία της οδηγίας είναι ότι εισήγα για τη λεγόμενη καζόμενη παράβαση. Τι σημαίνει αυτό? Σημαίνει ότι ο δικαστής για να παράσει προσωρινή προστασία αρκείται σε μειωμένο βαθμό δικανική πεποίθηση. Πράγμα που καταλήγει βέβαια στην διευρυμένη προσωρινή προστασία. Επίσης η οδηγία καθιερώνει τη στάθμηση των συμφερόντων. Δηλαδή πρέπει να λαμβάνεται εξίσου υπόψη το δημόσιο συμφέρον για τη συνέξη της διαγωνιστικής διαδικασίας, το συμφέρον του αιτουμένου την προσωρινή προστασία και το συμφέρον των λοιπών διαγωνιζομένων. Έτσι γίνεται δηλαδή μια στάθμηση συμφερόντων. Το δημόσιο συμφέρον αποτελεί δηλαδή ένα σταθμιζόμενο αγαθό και όχι αρνητική ουσιαστική προϋπόθεση αναστολής εκτελέσους. Δηλαδή η οδηγία κατέστησε το δημόσιο συμφέρον έναν μόνο παράγοντα της στάθμησης και όχι τον αποκλειστικό ουσιαστικά. Και βέβαια μια άλλη σημαντική καινοτομία είναι ότι η οδηγία προβλέπει γενικά τη χορήγηση ασφαλιστικών μέτρων χωρίς να τα περιορίζει στην αναστολή εκτελέσους. Εντάξει μέχρι εδώ. Γεια σας. Ωραία. Οπότε η νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας της Επιτροπής Αναστολών εντόπισε φυσικά αυτά τα προβλήματα ότι δηλαδή το άθρο 52 δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις επιταγές της οδηγίας. Ναι, ότι η οδηγία προβλέπει και άλλα ασφαλιστικά μέτρα πλιν της αναστολής εκτελέσους. Και όχι μόνο ενώ το 52 προβλέπει αναστολή εκτελέσους. Λέμε λοιπόν ότι η εντόπισε η Επιτροπή Αναστολών τα κενά αυτά του άθρο 52 σε σχέση με τις επιταγές της οδηγίας οπότε μετέβαλε, αν θέλετε, την νομολογία της. Έχουμε τις εξής μεταστροφές, ας το πούμε. Όσον αφορά την έννοια της ενεπανόρθωτης ζημίας, η Δική μας Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας εντόπισε αυτά τα κενά του άθρο 52 του Πουρεδρικού Διατάγματος 18 σε σχέση με τις επιταγές της οδηγίας και της οικονομικής οπότε από μόνη της άλλαξε την νομολογία της ώστε να συνάνδει η προσωρινή προστασία κατά το Ελληνικό Δίκιο προς την προσωρινή προστασία που προβλέπει η οδηγία. Αυτή η μεταστροφή αφορούσε την επανορθώσιμη ζημία, την έννοια δηλαδή, τη δυνατότητα αναστολής πράξεων αποκλεισμού από τη διαδικασία, την υποχρέωση της διοίκησης να απέχει από ενέργειες που δημιουργούνται τελεσμένες καταστάσεις και βέβαια βασικά αυτά τα τρία. Για να τα δούμε. Την υποχρέωση της διοίκησης να απέχει από ενέργειες που δημιουργούνται τελεσμένες καταστάσεις. Εξακολούθησε βέβαια να είναι προσκολημένη στην υπεροχή του δημοσιού συμφέροντος. Για να δούμε αυτές τις μεταστροφές. Πρώτον, η πράξη αποκλεισμού του διαγωνιζομένου δεν θεωρείται πλέον αρνητική πράξη. Αναθεώρησε δηλαδή την ομολογία της η Επιτροπή Αναστολών και δέχθηκε ότι η πράξη αποκλεισμού δεν είναι αρνητική πράξη, αλλά πράξη θετικού περιεχομένου με τον εξίσιο λογισμό. Με την προκήρυξη του διαγωνισμού εκδηλώνει η αναθέτουσα αρχή τη βούλησή της να αξιολογήσει την προσφορά κάθε προμηθευτή που έχει τα νόμιμα προσόντα και να κατακυρώσει το διαγωνισμό σε εκείνον που υποβάλλει την πλέον συμφέρουσα προσφορά. Ο αποκλεισμός λοιπόν προμηθευτή είναι πράξη θετικού περιεχομένου διότι δημιουργεί νέα νομική και πραγματική κατάσταση για τον αποβαλόμενο από τον διαγωνισμό. Άρα η χωρίγηση της Αναστολής αποτρέπει τη δημιουργία απλώς αυτής της νέας κατάστασης και δεν έχει το χαρακτήρα γνήσεας αρνητικής διοικητικής πράξης. Δηλαδή, ακριβώς, το καταλάβατε ή όχι. Ο αποκλεισμός δηλαδή δεν θεωρείται αρνητική πράξη, αλλά θετική πράξη διότι δημιουργεί νέα κατάσταση. Άρα μπορεί να χωρίγηθει Αναστολή εκτελέσεως. Στη συνέχεια, κρίθηκε ότι η χρηματική ζημία που προκαλεί ο αποκλεισμός από τη διαγωνιστική διαδικτασία δεν είναι επανορθώσιμη διότι οι τυχόν αποζημίωση που θα λάβει, δηλαδή το σκεπτικό της Επιτροπής Αναστολών ποιο ήταν, ότι εφόσον έχεις τη δυνατότητα μετά να ζητήσεις αποζημίωση και να σου επιδικαστεί αποζημίωση, άρα η ζημία σου οικονομική είναι επανορθώσιμη. Άρα δεν χρειάζεται να χωριγηθεί η Αναστολή εκτελέσεως. Μετέστρυψε όμως την ομολογία της και δέχθηκε ότι ναι, μην υπάρχει δυνατότητα οικονομικής αποκατάστασης, πλιν όμως αυτή δεν είναι εξίσου αποτελεσματική για τον αποκλεισθέντα διαγωνιζόμενο με την δυνατότητα συμμετοχής στο διαγωνισμό μαζί με τους άλλους διαγωνιζομένους. Διότι όταν συμμετέχει στο διαγωνισμό έχει πιθανότητα να συνάψει τη σύμφαση, ενώ στην περίπτωση αγωγής αποζημίωσης το μόνο που θα πάρει θα καλύψει είναι τα έξοδα της συμμετοχής του στο διαγωνισμό. Καταλάβατε, δεν έχει πλήρη δηλαδή προστασία. Μια τρίτη μεταστροφή αφορά την υποχρέωση της διοίκησης να απέχει από την εκτέλεση της προσβαλόμενης πράξης μέχρι να εκδοθεί η απόφαση της Επιτροπής Αναστολών. Δηλαδή, αφού λάβει η διοίκηση γνώση ότι έχει κατατεθεί αναστολής εκτελέσως, οφείλει να μην προβεί στην υπογραφή της σύμβασης. Ωραία. Παρά τη στροφή της νογολογίας, όπως τα τρία σημεία που είδαμε, παραμένει η Επιτροπή Αναστολών σταθερή ως προς άλλα σημαντικά θέματα, που η Οδηγία 89-665 αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο. Επομένως, η Επιτροπή, διαπιστώνοντας την κατάσταση αυτή, άσκησε προσφυγή κατά της ελληνικής δημοκρατίας, ζητώντας από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η ελληνική δημοκρατία παρέβει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το Κοινοτικό Δίκιο, καθώς δεν μετέφερε εμπροθέσμου στην Οδηγία 665 του 89 στο Εθνικό Δίκιο. Η απόφαση αυτή είναι πολύ σημαντική, διότι βλέπουμε το Δικαστήριο να υιοθετεί πολύ αυστηρή και παρεμβατική στάση, δηλαδή έκρινε ότι η ερμηνεία του Άνθρου 52, κατά τρόπο σύμφωνο προς το Ενωσιακό Δίκιο, δεν αρκεί, δεν πλήρει τις απαιτήσεις της ασφάλειας δικαίου και της κατάλληλης δημοσιότητας, στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνεται η μεταφορά οδηγίας στο Εθνικό Δίκιο. Και από τότε αυτό είναι πάγια νομολογία. Δηλαδή, συμμόρφωση σε οδηγία σημαίνει θέσπιση διαντάξων μεταφοράς και όχι σύμφωνη προς την οδηγία ερμηνεία του υφισταμένου δικαίου. Δηλαδή, συμμόρφωση για λόγους ασφάλειας δικαίου και δημοσιότητας απαιτείται αυτό. Επομένως, το γεγονός ότι μετέστρεψε την ομολογία της Επιτροπή Αναστολών, δεν αρκεί για να καταστήσει το Ελληνικό Δίκιο σύμφωνο με την οδηγία. Έτσι λοιπόν, διαπιστώθηκε η παράβαση του κοινοτικού δικαίου από την Ελληνική Δημοκρατία και βέβαια θα επαναλάβω ότι το Δικαστήριο επέδειξε ιδιαίτερη αυστηρότητα, το δημό της εξάρτησης της προσωρινής προστασίας από την οριστική. Διότι, στις περισσότερες γι' αυτών οι νομές τάξεις και στην ενωσιακή, προηγείται η άσκηση του κυρίου ενδίκου βοηθήματος και έπεται η άσκηση αναστολής εκδηλήσεως, δηλαδή, η έτηση ασφαλιστικών μέτρων. Παρ' όλα αυτά, το Δικαστήριο θεώρησε ότι έπρεπε να συμμορφωθεί ως προς όλες τις πτυχές η ελληνική νομιτάξη, ως προς όλες τις πτυχές της οδηγίας. Είναι μια απόφαση, δηλαδή, που δείχνει μια πολύ παρεμβατική στάση του δικαστηρίου. Και δείχνει το δικαστήριο ότι θεωρεί την αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών δευτερεύουσα σε σχέση με την ανάγκη ενιαίας και αποτελεσματικής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Έτσι, λοιπόν, για την προσαρμογή στην οδηγία θεσπίστηκε ο περίφημος νόμος 2522 του 97 ο οποίος, βέβαια, αποτελεί εν προκειμένου παρελθόν. Η νόμος είναι πολύ σημαντικός, διότι πραγματικά άλλαξε, επέφερε μεγάλες μεταστροφές ουσιαστικά, υιοθέτησε τις διατάξεις της οδηγίας, έτσι. Από συνέδρες, δηλαδή, το βασικό χαρακτηριστικό του ήταν η αποσύνδεση της κύριας της οριστικής έναμος προστασίας από την προσωρινή ένωμη προστασία, έτσι. Κάρυπτε όλες τις συμβάσεις που διέπονται από το ενωσιακό δίκιο ειδωμένως υπερβαίνουν κάποια κατόφλια. Αυτό σημαίνει ότι οι λυπές διοικητικές συμβάσεις υπάγονταν στο κρασικό ελληνικό δίκαιο. Πράγμα, βέβαια, που έθεσε το... ήγειρε το θέμα της ισότητας, το οποίο το αντιμετωπίζουμε. Με το γεγονός ότι το ποσότη της διαφοράς γενικά χρησιμοποιείται στη δικονομία για να καθορίσει το δικαστή δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Εννοείται ότι ο νόμος 2522 αφορούσε τις δημόσεις συμβάσεις και όχι μόνο τις διοικητικές. Δηλαδή τις συμβάσεις που ενδιαφέρουν το κοινοτικό δίκιο επομένως βάσει του λειτουργικού κριτηρίου, χαρακτηρίζονται ως δημόσεις συμβάσεις. Είπαμε το βασικά κατευθυντικά είναι η αποσύνδεση της προσωρινής από την οριστική έννοια προστασία, η ανάγκη τήρησης προδικασίας, θα τα δούμε όμως αυτά στον επόμενο, στον τώρα ισχύοντανό, οπότε δεν σας λέω περισσότερα. Η ανάγκη τήρησης προδικασίας δηλαδή μιας διοικητικής προσφυγής πριν ζητήσω προσωρινή προστασία σε πρώτη φάση και οριστική στη συνέχεια. Το αυτοθροανασταλτικό αποτέλεσμα του μηχανισμού χωρίγησης προσωρινής προστασίας, δηλαδή η αρχή εφόσον έχει ασκηθεί και η διοικητική προσφυγή και η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η αναθέτουσα αρχή κολλείται να υποκράψει τη σύμβαση, τώρα αυτό το προέβλεψε ρητά ο νόμος. Άλλη καινοτομία του νόμου ήταν η δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης οποιασδήποτε πράξης της αναθέτουσας αρχής, επομένως και των αδνητικών πράξεων και των κανονιστικών και μη εκτελεστών κτλ. Επίσης το ένωμο συμφέρον αντιμετωπίστηκε ως ένας από τους παράγοντες τάχνησης και όχι ως ο καθοριστικός. Δηλαδή, άλλαξαν πολλά πράγματα όπως βλέπετε στην προσωρινή προστασία όσον αφορά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις, η σύθυ, η πιθανολόγηση, δηλαδή μειωμένος βαθμός δικανικής πεποίθησης, βέβαια όχι απλές ενδείξεις νομικών πλημεριών, αλλά οπωσδήποτε ο βαθμός πιθανολόγησης πρέπει να υπερβαίνει την απειλικασία αλλά δεν απαιτείται και πλήρης δικανική πεποίθηση. Ισαγωγή λοιπόν της πιθανολόγησης, σταθμίση των συμφερόντων και περισσότερα ήδη ασφαλιστικών μέτρων. Και μάλιστα ο δικαστής δεν δεσμένεται από το έτημα του ενδιαφερωμένου αλλά μπορεί να προβλέπει να λάβει και κατά την κρίση του πρόσφορα μέτρα. Αυτά έλεγε ο νόμος 25-22 ο οποίος ήταν σημαντικό βήμα στην προσωρινή προστασία, ο νόμος αυτός καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον περίφημο νόμο 38-86 του 2010. Αυτός είναι ευρύτερος, αν θέλετε να μπούμε άρθρο προς άρθρο, νομίζω ότι είναι ο καλύτερος τρόπος να τον αναλύσουμε αυτό το νόμο. Όπως βλέπετε ο τύπλος του είναι ευρύτερος, έτσι μας λέει, μιλάει για δικαστική προστασία κατά τη σύναψη δημοσιών συμβάσεων, εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την οδηγία 89-665, την πρώτη δικονομική οδηγία, την οδηγία 92-13 που αφορά τους πρώην εξερούμενους τομείς δηλαδή είδωρ, ταχυδρομία, μεταφορές και ενέργεια, έτσι. Και όπως τροποποιήθηκαν αυτές με την οδηγία 66 του 2007, δηλαδή έχουν ουσιαστικά τρεις δικονομικές οδηγίες, οι οποίες μεταφέρονται με το νόμο αυτό στην εθνική ένομη τάξη. Ωραία μέχρι εδώ. Άρα αυτός δεν ρυθμίζει μόνο την προσωρινή προστασία αλλά την οριστική και την προσωρινή. Λοιπόν, ας ξεκινήσουμε με το πεδίο εφαρμογής. Προσέξτε ποιες διαφορές καλύπτει ο νόμος αυτός, τις διαφορές που ανακύπτουν κατά τη διαδικασία σύναψης δημοσιών συμβάσεων, προμηθειών και υπηρεσιών, εφόσον η Σύμβαση εμπίρτηστης οδηγίες 17 και 18 του 2004, δηλαδή είπαμε συμβάσεις, έργων, προμηθειών και υπηρεσιών που υπερβαίνουν ορισμένο κατόφλι και συνάπτονται μεταξύ του δημοσίου οτάκαιοργανισμού δημοσίου δικαίου, που ο οργανισμός δημοσίου δικαίου δεν είναι μόνο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Το θυμάστε αυτό, αλλά μπορεί να είναι και ιδιωτικού δικαίου, αρκεί να επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος, ο οποίος δεν έχει εμπορικό και διομηχανικό χαρακτήρα. Δεν μας ενδιαφέρει λοιπόν η νομική φύση, αλλά μας ενδιαφέρει ο σκοπός που επιδιώκει και βέβαια πρέπει να τελεί, είπαμε, υπό την εποπτεία του κράτους ή άλλου οργανισμού δημοσίου δικαίου. Αλλά αυτές οι κατηγορίες συμβάσεων λοιπόν υπάγονται εδώ, αυτό σημαίνει ότι ανοιγώς εθνικές συμβάσεις δεν υπάγονται στο νόμο αυτό. Εξυπηρέτηση γενικού συμφέροντος, το οποίο όμως δεν έχει εμπορικό και διομηχανικό χαρακτήρα. Ανοιγώς εμπορικό και διομηχανικό χαρακτήρα. Εκεί όπως καταλαβαίνετε βέβαια το πρόβλημα το μεγάλο που ανέκυψε και το οποίο επέλησε, χρειάστηκε μάλλον να επιλύσει πλειστάκια στο Δικαστήριο της Ένωσης, είναι αν ένας τέτοιος οργανισμός που εξυπηρετεί γενικό σκοπό, ταυτόχρονα όμως έχει και κάποιες δραστηριότητες εμπορικού και διομηχανικού χαρακτήρα, εντάστητα από τελείο οργανισμό δημοσιού δικαίου, διότι αμοιβώς δημόσιο σκοπό δεν έχουν συνήθως τα νομικά πρόσωπα διουτικού δικαίου. Θα έχουν και κάποια οικονομική πτυχή, κάποια εμπορική, διομηχανική πτυχή ή δραστηριότητά τους. Αλλά, προσέξτε, εκτός από τις τρεις κατηγορίες συμβάσεων που διέκονται από τις οδηγίες, υπάγονται και οι διαφορές από τις διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων, αυτό που μας ενδιαφέρει κυρίως είναι συμβάσεις παρακόρησης δημοσιών έργων. Ενώ, δηλαδή, καταρχήν, οι συμβάσεις παρακόρησης δημοσιών έργων δεν ρυθμίζονται από τις οδηγίες, αλλά εφαρμόζονται σ' αυτές οι γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου, το πρωτογενές δίκιο, θυμάστε γιατί είχαμε πει, και οι διαφορές που απορρέουν από αυτές υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού, έτσι. Έστω, δηλαδή, κι αν δεν διέπονται από τις οδηγίες 17 και 18 του 2004. Να σημειώσω, βέβαια, ότι η καινούργια οδηγία, έχουμε την οδηγία 23 του 2014, η οποία διέπει πλέον και τις συμβάσεις παρακόρησης και έργων και επιδιαισίων. Έτσι, το είναι ένα νεοδήμο. Το πεδίο εφαρμογής το είδαμε. Για να δούμε ποια είδη δικαστικής προστασίας προβλέπει. Καταρχάς, ποιος έχει έννομο συμφέρον. Ποιος, δηλαδή, υπάγεται στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του νόμου. Ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος έχει συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και έχει υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από παράβαση της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μπορεί να ζητήσει. Τι μπορεί να ζητήσει. Προσωρινή δικαστική προστασία. Προσέξτε αυτά εδώ, σημειώστε το με κόκκινο. Προσωρινή δικαστική προστασία. Ακύρωση της παράνομης πράξης της αναθέτου σασαρχής. Αυτή η παράνομη πράξη της αναθέτου σασαρχής, όπως καταλαβαίνετε, μπορεί να είναι από κλείσμό του, μπορεί να είναι απόρριψη της προσφοράς του, μπορεί να είναι η κατακύρωση του διαβολισμού σε άλλο ή της υπογραφής ασύμβασης. Αυτό είναι η σούπερ καινοτομία του νόμου. Προβλέπει τη δυνατότητα ακυρωτικού ενδίκου βοηθήματος σύμβασης πλέον. Άρα δεν έχουμε ανάγκη αυτή την κατασκευή των αποσπαστών πράξεων που σας είπα την προηγούμενη φορά. Γιατί, διότι ο ίδιος ο νόμος πλέον αναγνωρίζει δικαιοδοσία αρμοδιότητα του διοικητικού δικαστίου Κωνσταντούμε, να ακυρώνει υπογραφή ασύμβαση. Αυτό είναι η σημαντικότητη καινοτομία. Το προβλέπει η οδηγία 66 του 2007. Να σημειώσω ότι στη γαλλική έννομη τάξη το διαμόρφος αυτό το ελληνικό βοήθημα μόνο του το γαλλικό Συμβούλιο Επικρατίας, εδώ λοιπόν το προέβλεψε ο νόμος μας στο άρθρο 2 αυτού. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχάσετε με τίποτα. Είναι δηλαδή στο πιο σημαντικό τμήμα αυτού του νόμου. Συμφωνείτε, κυρία συνάδελφα, δεν είναι εντυπωσιακό. Ότι μπορεί από μόνο του να καταλυγήσει μια σύμβαση. Να ακυρώνει σύμβαση ο διοικητικός δικαστής. Μπορεί να θεωρείτε επέμβαση στην εκτελεστική. Όχι, ο νόμος έκρινε ότι, κατά επιταγή του ενούσιακου δικαίου, ότι μπορεί ο διοικητικός δικαστής να ακυρώνει όχι μόνον εκτελεστές πράξεις, μονομερίς πράξεις, αλλά και συμβασίες. Ωραία, αλλά είναι μία καινοτομία, έτσι. Γι' αυτό λέω, δεν πρέπει να το ξεχάσετε. Πάμε τώρα στο αλμόδιο δικαστήριο. Και εδώ, επίσης, αυτός ο νόμος είναι πάρα πολύ σημαντικός και εδώ έχουμε σοβαρή καινοτομία του νόμου, διότι επιδιώκει την ενιαία ενωποίηση της δικαιοδοσίας, όσον αφορά τις δημόσιας συμβάσεις. Δηλαδή, όχι οι ιδιωτικούς δικαίους υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια και οι διοικητικούς δικαίους στα διοικητικά, αλλά, για να δούμε τι μας λέει, αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση όλων των διαφορών του νόμου αυτού, δηλαδή των διαφορών που αφορούν δημόσια συμβάσεις, έτσι, όχι μόνον διοικητικές, αλλά δημόσια συμβάσεις, διότι, όπως είπαμε, οι οδηγίες καλύπτουν τις δημόσια συμβάσεις, δηλαδή τις συμβάσεις που χαρακτηρίζονται βάση του λειτουργικού κριτήριου. Αρμόδιο, λοιπόν, για την εκδίκαση όλων των διαφορών είναι το διοικητικό εφετιό της Έδρας της Αναθέτου Σασαρχής, το οποίο αποφαίνεται μετακλήτως. Και εφαρμόζονται, μάλιστα, αναλόγως, οι διατάξεις του Προεδρικού Διατάκτου 1889, άρα οι διαφορές είναι ακυρωτικές. Εντάξει, το καταλάβαμε. Άρα, άλλη σημαντική επίσης καινοτομία του νόμου, μεταφέρονται οι διαφορές αυτές από την αρμοδιότητα του Συμβουλίου Επικρατίας, το οποίο είχε τρομακτικό φόρτο, λόγω ακριβώς αυτόν τον διαφορό, μεταφέρονται στο διοικητικό εφετίο. Τώρα, αν είναι εξοπλισμένος ο διοικητικός εφέτης με τη γνώση για να αντιμετωπίσει αυτές τις διαφορές, το κύμα αυτόν τον διαφορό είναι άλλο θέμα. Προσέξτεστε. Συνεχίζουμε. Ετίσεις προσωρινής προστασίας του νόμου αυτού εκδικάζονται από τον Πρόεδρο Εφετών ή τον Εφετή. Άρα, μονομελή σύνθεση για την προσωρινή προστασία, έτσι. Προσωρινή προστασία από Πρόεδρο Εφετών ή Εφέτη. Σε περίπτωση ιδιαίτερης κουδαιότητας, μπορεί να εισαχθεί σε τριμελές Συμβούλιο του Δικαστηρίου. Άρα, ο κανόνας είναι μονομελή σύνθεση, αλλά εάν είναι ιδιαίτερη σημασία στη διαφορά, τριμελές Συμβούλιο. Και πάμε τώρα στην παράγραφο 3, που μας λέει ότι οι διαφορές του νόμου αυτού που αφορούν συμβάσεις, παρακόρησης δημοσίων έργων ή υπηρεσιών, έτσι, προσέξτε, συμβάσεις, παρακόρησης δημόσια έργων και υπηρεσιών, αυτές, κατά τα μέχρι τώρα ισχύοντα, δεν ρυθμίζονται από το παράκογο ενωσιακό δίκαιο, από τις οδηγίες. Δεύτερο, συμβάσεις που εμπίπνουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 17 του 2004, δηλαδή τους προηλήξερούμενους τομείς αυτής της κοινοφελής υπηρεσίας. Ενέργεια, μεταφορές, ταχυδρομείο, νερό. Και τρίτο, συμβάσεις με προϋπολογισμό μεγαλύτερο των 15 εκατομμυρίων ευρώ, περιλαμβαρομένου από το ΦΠΑ. Άρα, ακόμα και ανοιγώς εθνικές, θα μπορούσαμε να ακούμε, συμβάσεις, εκδικάζονται από το Συμβούλιο Επικρατίας. Άρα, καταρχήν αρμοδιότητα του διοικητικού εφετίου, το Συμβούλιο Επικρατίας διατηρεί την αρμοδιότητα σε εικές περιπτώσεις, αυτά πρέπει να τα ξέρουμε πάρα πολύ καλά, όταν έχουμε συμβάσεις παρακόρησης δημοσίων έργων ή υπηρεσιών, συμβάσεις που επίπτουν στο πεδίο της Οδηγίας 17 του 2004, ενέργεια και μεταφορές. Και συμβάσεις με προϋπολογισμό μεγαλύτερο των 15 εκατομμυρίων ευρώ. Εάν διαβάσετε αποφάσεις της Επιτροπής Αναστολών, θα δείτε ότι αναφέρον, επειδή η Σύμβαση έχει αντικείμενο τόσο ή επειδή αφορά αυτό, υπάγεται στη δυναρμοδιότητα του, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμοδιούσης του νόμου 1886, άρα και στη δυναρμοδιότητα του Συμβουλίου Επικρατίας. Κύριε Ρούπεζ, μπορούμε να το γράμουμε το νόμο στις 6 κάσελες, όχι? Ειδικά το συγκεκριμένο νόμο, κύριε Σανφέ, καλό είναι να θυμόμαστε τη φιλοσοφία και τις σκηνοτομίες του νόμου. Μην τις ξέρετε, καταλάβατε, δηλαδή αυτό να μου πείτε, τις τρεις μπορεί να θυμάσουν… Μην ξέρω καλά και εμμηνία, δηλαδή, αν έχουμε το γράμμα του νόμου και μου ζητήθηκαν τον Ολέσο, προφανώς και θα μπορούμε να πουμαστε εδώ, αλλά μπορεί να μην μπορεί να κανοθυμηθεί κανείς και τις τρεις περιπτώσεις των εξαιρέσεων. Ειδικά αυτές τις τρεις, καλό να τις θυμάστε, διότι είναι βασικές, δηλαδή, έχει αρμοδιότητα το Συμβούλιο της Επικρατίας, καταλάβατε. Αν είναι δικηγόρος και έχω τέτοια περίπτωση, θα διαβάσω το νόμο. Αν υπάρχει, θα πάρουμε και το μάθημα. Μπράβο αυτό. Ειδικά αυτές τις τρεις, τόσο καλό είναι να τις θυμόμαστε. Επειδή είναι ειδικές κατηγορίες συμβάσεων, ας πούμε, εκείνοι που σας θέλουν πιο ενδιαφέρονους, λεπτό και διαδίδει την αδημοδιότητά τους. Λοιπόν, και πάμε στο άρθρο 4, το οποίο αφορά το περίφημο θέμα της προδικαστικής προσφυγής. Δηλαδή, τι είναι η προδικαστική προσφυγή. Ήδη ο νόμος 2522 προέβλεψε την εξοδικαστική επίλυση της διαφοράς με τη θέσπιση μιας διοικητικής προσφυγής στην ίδια την αναθέθουσα αρχή. Δηλαδή, πριν ζητήσει την προστασία προσωρινή και οριστική από το διοικητικό δικαστή, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να προσφύγει, οπωσδήποτε, στην αναθέτουσα αρχή και να προσπαθήσει να επιλύσει τη διαφορά μαζί της. Ο νόμος 2522 δεν χαρακτήρησε φυσικά την προσφυγή, αυτή τη διοικητική προσφυγή, οπότε ανέκυψε το ζήτημα αν είναι ενδικοφανής και, επίσης, αν αποκλεί άλλες διοικητικές προσφυγές που προβλέπει η νομοθεσία. Δηλαδή, αν διαβάσετε τον κώτικα δημοσίων έργων ή τον κώτικα προμηθειών του δημοσίου, θα δείτε ότι προβλέπει διάφορες διοικητικές προσφυγές ή αιτήσεις θεραπείας. Οπότε το ερώτημα που ανέκυπτε πρώτον ήταν, διατηρούνται και αυτές, δηλαδή ο αποκλειστής υποψήφιος θα πρέπει να σκίσει και την προσφυγή του νόμου 2522 και την άλλη προσφυγή που τυχόν προβλέπει ο νόμος. Λόγω αυτής της αμφισβήτησης το θέμα το έλυσε ο νόμος αυτός και δέχθηκε ότι πρέπει να σκηθεί η συγκεκριμένη προδικαστική προσφυγή που προβλέπει ο νόμος αυτός. Αυτή θέλει ιδιαίτερη προσοχή, είναι δικοφανής, δηλαδή αποτελεί προϋπόθεση του παραδεικτού της προσωρινής δικαστικής προστασίας της επόμενη φάση, αλλά πρέπει να προσέξουμε και ένα άλλο σημείο, ότι μόνο οι αιτιάσεις που περιλαμβάνονται σε αυτή τη διοικητική προσφυγή μπορούν να επαναληφθούν στη συνέχεια στην αίτηση προσωρινής προστασίας ασφαλιστικών μέτρων. Άρα, δηλαδή η υπόθεση φτάνει στο δικαστή, βέβαια, εκαθαρισμένη αφενός, αφεταίρου αποκρυσταλώνεται ήδη από το στάδιο αυτό. Αυτό σημαίνει βέβαια ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει να προσφύγει σε δικηγόρο, ούτως ώστε να διατυπώσει πλήρως τις αιτιάσεις, διότι αν δεν τις διατυπώσει στο στάδιο αυτό, δεν θα μπορεί στη συνέχεια να τις διατυπώσει ούτε ενώπιον του δικαστή. Άρα, είναι πολύ σημαντικό αυτό, πρέπει να το προσέξουμε. Πρέπει να προσδιορίζει, λοιπόν, ειδικά τις νομικές και πραγματικές αιτιάσεις που δικαιολογούν το αίτημά του, πρέπει να την ασκήσει μέσα σε προθεσμία 10 ημερών, αφού λάβει γνώση της πράξης και εννοεί πλήρη γνώση της πράξης, και βλέπετε μάλιστα ότι τι σημαίνει πλήρη γνώση της πράξης, πρέπει να έχει γνώση και της αιτιολογίας. Οπότε, μάλιστα η απόφαση, επομένως ο αναθεώτης αρχής, πρέπει να περιέχει όλες αυτές τις λεπτομέρειες. Εν πάση περιπτώσει, η προσδικαστική προσφυγή πρέπει να κοινοποιηθεί με φροντίδα του προσφεύγοντος στον εκπρόσωπο, και εδώ έχει σημασία, η παράλληψη κοινοποιεί, δηλαδή δεν το κοινοποιεί ο ίδιος, αυτός που ασκεί την προσφυγή πρέπει να την κοινοποιήσει στον εκπρόσωπο ή τον αντίκλητο κάθε θυγωμένο. Η παράλληψη όμως κοινοποίησης δεν επάγεται απαράδεικτο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων σε περίπτωση που απορρίπτεται η προσδικαστική προσφυγή, διότι είχε ανακύψει αυτό το θέμα στην ομολογία του Δικαστηρίου του Συμβουλίου Πεκρατίας, είχε υιοθετήσει άλλη προσέγγιση του Β και άλλη το Δ τμήμα, οπότε ο νομοθέτης το ρίθμισε και μας λέει ότι η παράλληψη κοινοποίησης της προσδικαστικής δεν επάγεται απαράδεικτο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων αν αυτή απορριφθεί. Εδώ καταλαβαίνουμε ότι αυτή είναι ενδικοφανής προστασίας γιατί βρει την προγλέπιον νόμος. Την προγλέπιον νόμος, προγλέπιον ότι πρέπει να αναφέρει νομικές και πραγματικές εθειάσεις, αποτελεί προϋπόθεση της άσκησης προσωρινής προστασίας, πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις εθειάσεις που θα περιλάβει στη συνέχεια η έκτηση προσωρινής προστασίας, οπότε είναι ενδικοφανής, έχει όλες τις προϋποθέσεις ενδικοφανούς. Μας λέει ότι η αναθέτουσα αρχή πρέπει να αποφανθεί και βάζει δεν μπορεί να σκηθεί άλλη, εκτός από αυτή, η αναθέτουσα αρχή οφείλει να σκηθεί, δεν διακόπτει την προθεσμία, δεν έχει καμία συνέπεια. Οι απλές προσφυγές ασκούνται όσους πολλές θέλουμε, αυτός δεν έχει καμία συνέπεια, επεκτείνει, διευρύνει την προθεσμία. Λοιπόν, η αναθέτουσα αρχή τώρα, άρα εντός 10 ημερών από το έλαβο πληρηγνώσιασκή αυτή την προδικαστική, την ενδικοφανή προσφυγή, η αναθέτουσα αρχή οφείλει να αποφανθεί αιτιολογημένα εντός 15 ημερών, βλέπετε ότι προσπαθεί να συνθμίσει κάποια της προθεσμίας και αν την κρίνει βέβαια βάση μη λαμπάει τα κατάλληλα μέτρα. Λοιπόν, αν περάσει άγρακτη η προθεσμία τι έχουμε, τεκμέρεται απόρριψή της, η οποία είναι εκτελεστή πράξη όπως ξέρουμε. Η ισιοπειρή απόρριψη της ενδικοφανής προσφυγής είναι εκτελεστή πράξη. Λοιπόν, πάντως η αναθέτουσα αρχή, προβλέπει ειδικά ο νόμος ότι η αναθέτουσα αρχή μπορεί να δεχθεί την προσφυγή και μετά την πάροδο αυτής της προθεσμίας, οπότε αν έχει ασκηθεί εντωμεταξύ έκτηση ασφαλιστικών μέτρων τι γίνεται. Σε περίπτωση που είχε μέσα θα διδεχθεί η δίκηση. Ποιο στεσμός δικονομικός την εφαρμοστεί, θα αργεί τη δικατάρκηση δίκηση έτσι, ωραία. Και επίσης μπορεί να προσθέσει και αιτιολογία η αναθέτουσα αρχή μετά την πάροδο της προθεσμίας των 15 ημερώ, η οποία όμως πρέπει να περιέχεται εγγέρος στο δικαστήριο, δηλαδή έξι μέρες πριν από τη δικάση μου. Εντάξει. Εντάξει μέχρι εδώ. Ωραία. Τώρα μας λέει, έχει κάποιες λεπτομέρεις όμως, δεν θέλαστε να επιβάλλετε κύρωση και τα λοιπά, σε περίπτωση που έχουμε καθαριστερημένη αιτιολόγηση της απόρριψης και τα λοιπά. Πάντως, εδικοφανής προσφυγή και προσέξτε και η ρύθμιση της παραγράφου του ΦΟΕΧΣ που μας λέει ότι σε διαφορές διεπόμενες από τον παρόντα νόμο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας ή εσωτερικών κανονισμών που προβλέπουν την άσκηση διοικητικών προσφυγών κατά εκτελεστών πράξεων ή παραλήψων της διαδικασίας διεξαγωγής δημόσιας διαγωνισμών. Άρα, οι ειδικά προβλεπόμενες προσφυγές δεν μπορούν να ασκηθούν, έτσι, δεν πρέπει να ασκηθεί μόνο αυτή. Αντίθετα, βέβαια οι απλές προσφυγές μπορούν να ασκηθούν διότι γι' αυτές δεν απαιτείται ειδική ρύθμιση, έτσι, απλώς όπως είπατε δεν έχουν δικονομικές συνέπειες. Βλέπετε, άρα, το ρύθμιση, λοιπόν, αυτή η παράγραφος 6 του άνθρωπου 4 αντιμετωπίζει το πρόβλημα που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια εφαρμογής του νόμου 25-22, ο οποίος δεν περιελάμβανε σχετική ρύθμιση. Ωραία, και πάμε τώρα στο σημαντικό ένδικο βοήθημα, το οποίο είναι η αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων. Αφού απορριφθεί ρητός ή ισιοπειρός η προδικαστική προσφυγή, πρέπει εντός 10 ημερών από αυτή τη ρητή ή ισιοπειρή απόρριψη να κατατεθεί στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που, προσέξτε ότι, δεν επιτρέπεται να περιέχει αιτιάσεις διαφορετικές από τις αιτιάσεις της προδικαστικής προσφυγής. Όπως αντιλαμβάνεστε αυτή είναι μια αυστηρή ρύθμιση για τον διαγωνιζόμενο, έτσι, ο οποίος πρέπει να προσφύγει στο δικηγό. Πάμε στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, η οποία είναι και η πολύ σημαντική. Τι μας λέει αυτή, ότι η προθεσμία για την άσκηση της προδικαστικής προσφυγής η άσκηση της και η προθεσμία και η άσκηση της ασφαλιστικών μέτρων κολλίουν τη σύναψη της σύμβασης. Εκτός βέβαια, εάν ο δικαστής εκδόσει προσωρινή διαταγή, ξέρετε, συνήθως ζητείτε προσωρινή διαταγή μαζί με την ασφαλιστικών μέτρων, ζητείτε και προσωρινή διαταγή, οπότε αν κρίνει ο δικαστής ότι πρέπει να συναφθεί η σύμβαση, τότε θα συναφθεί. Πάντως η προθεσμία και η άσκηση τόσο της προδικαστικής προσφυγής, δηλαδή της ενδικοφανούς, όσο και της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων κολλεί τη σύναψη της σύμβασης, την υπογραφή της σύμβασης. Μέσα σε δέκα μέρες από την απόρριψη. Προδικαστική προσφυγή κολλεί εδώ, δέκα, δεκαπέντε να αποχασίσει και μετά έχουμε δέκα. Ναι, δέκα να σκύσει την αίτηση. Α, όχι, δέκα πέντε περιμένουμε. Ναι, δέκα πέντε. Δεν είμαστε σε δέκα πάλι από τους δέκα πέντε. Α, στέλνει και είπατε να αποτελέσουμε τη σύμβαση. Δεν μπορεί να υπογράψει τη σύμβαση. Το δημόσιο. Το δημόσιο, ναι, γιατί προσέξτε, τώρα θα το δούμε γιατί το λέει αυτό ο νόμος. Εφόσον ασκηθεί, μάλιστα, ο ετών πρέπει να ειδοποιήσει την αναθέτουσα αρχή. Μόλις ασκήσει την αίτηση πρέπει να οφείλει να ειδοποιήσει εντός δέκα ημερών την αναθέτουσα αρχή. Κατά τα άλλα όμως δεν εμποδίζεται η συνέχιση της διαγωνιστικής διαδικασίας. Προσέξτε αυτή η διάταξη είναι πάρα πολύ σημαντική. Δηλαδή ασκήθηκε προδικαστική προσφυγή, ασκήθηκε στη συνέχεια αίτηση προσωρινής προστασίας ασφαλιστικών μέτρων. Η διαδικασία μπορεί να συνεχιστεί. Αυτό που δεν μπορεί να κάνει η αναθέτουσα αρχή είναι να υπογράψει τη σύμβαση. Αυτή είναι πολύ βασική η ρύθμιση. Προχωρεί και καλώς προχωρεί διότι μπορεί να απορριφθεί εντωμεταξύ αυτή. Καταλάβετε και ο σκοπός είναι να μην καθυστερεί πολύ η σύναψη μιας σύμβασης. Με τη διαδικασία που λέγονται... Ναι ακριβώς, ακριβώς, ακριβώς. Συνεχίζεται η διαδικασία... τώρα βέβαια όπως καταλαβαίνετε η διοίκηση πολλές φορές λόγω σοφροσύνης προτιμά να περιμένει την ολοκλήρωση της ένδικης διαδικασίας. Πάντως μας το λέει διτάνων όμως η άσκηση της οσοσφαλιστικών μέτρων δεν κολλεί την πρόοδο της διαγωνιστικής διαδικασίας. Εκτός πάλι αν ο δικαστής με προσωρινή διαταγή, διότι μαζί με την έκτηση οσοσφαλιστικών μέτρων παίρνει κάποιο χρόνο η διαδικασία της και σητάω και προσωρινή διαταγή την οποία διδεί ο δικαστής πάνω στην έκτηση των οσοσφαλιστικών μέτρων. Μπορεί να διατάξει την πάυση ας πούμε το να στανατήσει η εξαγωγή της διαγωνιστικής διαδικασίας μέχρι να εκδώσει την απόφαση επί της αναστορής εκτελέσουσης, της αισθήσεως των ασφαλιστικών μέτρων, για να αποφευθεί η δημιουργία δετελεσμένων καταστάσεων που δεν μπορούν να ανατραπούν. Έχουμε πάλι λεπτομερίς εδώ δικονομικές διατάξεις, ο αρμόδιος δικαστής ορίζει την ημέρα και ώρα εκδίκαση. Προσέξτε τώρα, η ημερομηνία εκδίκασης δεν πρέπει να απέχει πέρα των 30 ημερών από την κατάθεση και δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 15 μέρες. Έτσι, άρα πρέπει να μεσολαβήσουν από τη στιγμή της κατάθεσης μέχρι τη συζήτηση, πρέπει να μεσολαβήσουν τουλάχιστον 15 μέρες και δεν μπορούν να μεσολαβήσουν περισσότερες από 30. Τώρα, αντίγραφο, προσέξτε, με κλείση κοινοποιείται με τη φροντίδα του αιτούντος στην υπηρεσία που είναι αρμόδια για την παραλαβή των προσφορών, που ενημερώνει και την αναθέτουσα αρχή. Δηλαδή το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι αυτός που άσκησε ο διάδικος, που άσκησε την αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να ενημερώσει την αναθέτουσα αρχή. Αυτό το περίπτωτο των 15 μέρων δίνεται για να προλάβει η αρχή, αν θεωρείς ότι δεν έπρεπε να συνάψει τη σύμβαση έτσι όπως έγινε να αλλάξει την αρχή. Όχι, δίνεται για να μπορείς να προτοιμάσεις και να μην άφησαι η αρχή. Να καταθέσεις και αυτήν ένα υπόμνημα. Διότι, ωραία, λέει ο αποκλειστής, διαγωνιζόμενος, τις απόψεις του με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δεν πρέπει να απαντήσει και η αρχή. Της δίνεται η προθεσία να απαντήσει. Αυτός ο νόμος είναι για το στάνδιο που τρέχει ο διαγωνισμός, έχει προφανώς κερδίσει κάποιος άλλος και ένα δικούμενος, ο οποίος δεν έχει επιαγή, προχωράζεται στις ενέργειες. Ο διαγωνιζόμενος δεν είναι ακριβώς δικούμενος, ο διαγωνιζόμενος έχει αποκλειστεί. Αν δεν θέλετε με το στάνδιο που φτάσε ο διαγωνιζόμενος... Ή βλέπετε ότι έχει καταταγεί προσφορά του τρίτη, ας πούμε. Δεν έχει κατακερωθεί ακόμα διαγωνισμός, αλλά βλέπετε ότι έχει καταταγεί τρίτη. Ή έχει αποκλειστεί, ή έχει απορριθεί η προσφορά του, ή αποκλείεται ο ίδιος διότι η εταιρεία του δεν κρήθηκε φαιρέγγια, ή απορρίπτεται η προσφορά του διότι θεωρείται ότι η προσφορά του δεν γυρίζει τις τεχνικές του προδιαγραφές. Αυτό έχει σημασία. Αλλιώς αξιολογείται ο προσφέρος και αλλιώς αξιολογείται η προσφορά αυτή καθαυτή. Τα κριτήρια ανάθεσης αφορούν την προσφορά. Προηγουμένως όμως αξιολογείται ποιος ο προσφέρος. Ας πούμε η τεχνογνωσία που έχει, η υφερεγγιότητα, ότι δεν τηρεί τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, χρησιμοποιεί εργαζομένους που δεν είναι ασφαλισμένοι. Όλα αυτά λαμβάνουν την υπόψη. Δεν αφορούν όμως την προσφορά αυτή η καθαυτή. Ωραία. Επομένως με τη φροντίδα του ασκούντος την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων γίνονται οι κοινοποιήσεις. Ωραία λοιπόν. Τώρα ο δικαστής, και αυτό είναι το ενδιαφέρον, δείτε την παράγραφο 4. Ο δικαστής μπορεί με την κατάβδυση της αιτήσεως να εκδώσει αυτοί επαγγελίτως ή κατώτες αιτήσεως προσωρινή διαταγή, να απογορίζεται κάτω από την αίτηση και πρέπει και περιέχει τα μέτρα τα οποία πρέπει να λυπθούν ως την έκδοση της απόφασης. Καλά βέβαια αυτό η προσωρινή διαταγή γενικά προβλέπεται σε όλες τις περιπτώσεις προσωρινής προστασίας. Εδώ το ρυθμίζει ειδικά. Επομένως μπορεί είτε με έκτηση της αναθέπτωσης να αρχίσει, είτε το ενδιαφέρον του διαγωνιζομένου που ασκεί την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, είτε και αυτοί επαγγελίτως, να εκδώσει προσωρινή διαταγή κάτω από την αίτηση και να επιβάλλει ο ίδιος τη λήψη κάποιων μέτρων. Τώρα η προσωρινή διαταγή μπορεί να ανακληθεί και τα λοιπά. Και στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται και η άσχη απαγόρευσης σύναψης της σύμβασης. Προσέξτε έχει μεγάλη υψουσία ο δικαστής της προσωρινής διαταγής. Ενώ δηλαδή ο ίδιος ο νόμος απαγορεύει τη σύναψη της σύμβασης, απαγορεύει στην αρχή στην αναθέτουσα να συνάψει τη σύμβαση, ο δικαστής έχει τη δυνατότητα στα πλαίσια προσωρινής διαταγής, που όπως καταλαβαίνετε προσωρινή διαταγή εκδίδεται άμεσα, ο δικαστής δεν έχει προλάβει να ερευνήσει την υπόθεση, όρο απέχει, μπορεί να άρει την απαγόρευση σύναψης της σύμβασης. Αλλά βέβαια λόγω άρσης της απαγόρευσης συνιστά το προδήλωσα παράδεικτο ή το προδήλωσα βάσιμο της ασφαλιστικών μέτρων. Κατά κανόνα θα άρει την απαγόρευση αυτή, εάν διαπιστώσει, πράγμα που ένας έμπειρος δικαστής πρέπει να το διαπιστώσει αμέσως, ότι η αίτηση της ασφαλιστικών μέτρων είναι προδήλωσα παράδεικτη ή προδήλωσα βάσιμη, δηλαδή την ασκεί ο αποπληστής γιατί, για να παρακολήσει και να καθυστερήσει τη διαγωνιστική διαδικασία. Καλώς δίνετε στο δικαστή αυτό. Πάνω στο άφρο, στην παράγραφο 5, για να θυμηθούμε και αυτά που είπαμε για την πιθανολόγηση. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων γίνεται δεκτή, εφόσον πιθανολογείται σοβαρά παράβαση κανόνα του δικαίου της Ένωσης ή του εσωτερικού δικαίου, πρώτο, και η λήψη του μέτρου είναι αναγκαία για να αρθούν τα δυσμενή αποτελέσματα ή να αποτραπεί η ζημία των συμφερόντων του ετούντος. Προσέξτε όμως, η αίτηση μπορεί να απορριφθεί αν μετά τη σταθμίση κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την παραδοχή θα είναι σοβαρότερες από τη συνοφέλεια του ετούντος. Δηλαδή, σταθμίζει ο δικαστής, προφανώς, αν πιθανολογείται σοβαρά η παράβαση χωριγεί την προσωρινή προστασία, αν όμως, παρόλο που υπάρχει, πιθανολογείται σοβαρά η παράβαση, υπέρτερο δημόσιος συμφέροντος, επιτακτική λόγη γενικού δημοσιού συμφέροντος, επιτάσσουν τη σύναψη της σύμβασης, τότε θα απορρίψει την αίτηση προσωρινής προστασίας. Συνεχίζουμε. Το δικαστήριο διατάσσει τα κατάλληλα ασφαλιστικά μέτρα χωρίς να δεσμεύεται τις προτάσεις των διαδίκων. Και εδώ επαναλαμβάνεται η προηγούμενη νομοθετική ρύθμιση, δηλαδή όχι μόνο αναστολή εκτελέσεως, αλλά οποιοδήποτε ασφαλιστικό μέτρο κρίνει πρόσφορο ο δικαστής. Μέχρι και την ισχύ, αναστέλλει την ισχύ όρων της διακήρυξης τευχών δημοκράτησης, οποιοδήποτε άλλου μέτρου και την απαγόρευση νομικών υλικών ενεργειών, επιτάσσει την εκτέλεση θετικών πράξεων όπως διατήρηση εγγράφων και άλλων στοιχείων, την αναστολή σύναψης της σύμβασης και τα λοιπά. Είναι πολύ σημαντικά, δηλαδή μπορεί να κάνει τα πάντα ο δικαστής, έτσι, έχει μεγάλη γάμο. Και όλα αυτά απαρρυθμούνται ενδεικτικά, έτσι η απαρρύθμιση είναι ενδεικτική και όχι αποκριστική. Και είναι αυτή η αρχή? Είναι η αντίστροφη της αρχής της θέσεως. Ποια είναι η αρχή? Η ανακλητική, όχι, δεν είναι το ανακλητικό σύστημα. Όχι, όχι. Λοιπόν, η απόφαση επί της επίσης τους ασφαλιστικών μέτρων εκδίδεται μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από την εκδίκαση. Δηλαδή, ας πούμε, ορίζει την εκδίκαση σε 30 μέρες και μέσα σε 20 μέρες οφείλει να εκδώσει την απόφασή του. Όπως καταλαβαίνετε, δεν είναι πάντα ευχαιρές να τηρηθεί αυτή η προθεσμία, ιδίως εάν έχουμε κάτι συμβάσεις παρακόρησης, τεράστιο αντικειμένο, δεν μπορείτε να φανταστείτε τι περιλαμβάνουν οι φάκελοι και οι προσφορές, τι σημαίνει αξιολόγηση μιας, όχι μιας, προσφορώ για τη σύναψη τέτοιων διαγωνισμών. Έτσι, για αυτό το λόγο και οι προθεσμίες αυτές είναι πολύ δύσκολο να τηρηθούν. Σημαντική ρύθμιση, η παράγραφος 7. Η άσκηση της έκτησης ασφαλιστικών μέτρων, δεν εξακάται από την προηγούμενη άσκηση του κυρίου ενδίκου βοηθήματος, από σύνδεση, λοιπόν, προσωρινής και κύριας δικαστικής προστασίας. Η προστασία, η προθεσμία άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων, προφανώς διακόπτεται με την κατάθεση της ασφαλιστικών μέτρων τώρα. Ο διάδικος, ας πούμε, ότι πέτυχε την ύψη του ασφαλιστικού μέτρου, έτσι, μέσα σε 30 μέρες τώρα, ας πούμε, ανεστάει η εκτέλεση της αποφάσιος που ήθελε μιας εκτελεστής πράξης, μέσα σε προθεσμία 30 ημερών, από την επίδοση της απόφασης αυτής, οφείλει να ασκήσει το κύριο ένδικο βοήθημα, διαφορετικά έρεται αυτοδικαίως η ισχύς του ασφαλιστικού μέτρου. Το καταλάβατε? Πρέπει, δηλαδή, να ασκήσει αμέσως, δεν είναι με να προσυνδέθηκε η προσωρινή από την οριστική προστασία, μέσα σε 30 μέρες. Έχει δική ρύθμιση. Παράγραμμα 7, άρθρο 5, παράγραμμα 7. Όχι, δεν ισχύει, διότι εδώ είχε ασκηθεί πρώτα η προσωρινή προστασία, χορηγήθηκε προσωρινή προστασία, για να διατηρηθεί αυτήν, διότι διαφορετικά, ξέρετε, θα έκανε διάδικος, διότι δεν θα ασκούσε ποτέ κυρία ένδικη προστασία, εφόσον ανεστάει η ισχύς, που υπαίχεται η προσωρινή προστασία. Καταλάβατε? Οπότε, θα έμενε κρεμήση η κατάσταση. Για αυτόν τον λόγο ο νομοθέτης επιβάλλει την άσκηση οριστικού ενδίκου βοηθήματος μέσα σε 30 μέρες. Και στη συνέχεια, λοιπόν, η δικάσεμος για την εκδίκαση δεν πρέπει να απέχει τρίμενα από την κατάθεση του δικογράφου. Δηλαδή, κάνει μια προσπάθεια ο νομοθέτης να ολοκληρωθεί η διαδικασία, η ένδικη, όσο γίνεται γρήγοροτερα για να συναφθεί η σύμβαση. Διότι όλες αυτές τις συμβάσεις, είπαμε, προάγουν και την εθνική οικονομία, επομένως δεν πρέπει να εμποδίζεται υπέρμετρα η σύναψή τους. Και, όπως καταλαβαίνετε, οι αποκλεισθέντες διαγωνιζόμενοι ασκούν μεγάλη ευκολία όλα τα ένδικα βοηθήματα που τους παρέχει ο νόμος, έτσι, δεν αφήνουν τίποτα. Ωραία, όπως καταλαβαίνετε τώρα, εάν η έτηση ασφαλιστικών μέτρων γίνει δεκτή και μπορεί να συμμορφωθεί, γίνεται δεκτή η έτηση, έτσι, αναστολής, τότε πιθανότατα η αναθέτουσα αρχή να συμμορφωθεί, οπότε να τροποποιήσει δηλαδή τη διοικητική πράξη, να εκδώσει την οφειλόμενη διοικητική πράξη, οπότε βέβαια, αν έχει ασκηθεί εντωμεταξύ το ένδικο βοήθημα, θα καταργηθεί η δίκη, έτσι. Ωραία, το καταλάβατε μέχρι εδώ, δεν είναι πολύ περίπλογο. Σημασία έχει, αυτό που πρέπει να προσέξουμε είναι ότι τις ίδιες αιτιάσεις πρέπει να περιλαμβάνει η ενδικοφανής προσφυγή και η έτηση των ασφαλιστικών μέτρων και ότι οι προθεσμίες είναι περιορισμένες, έτσι. Έχει καταβληθεί προσπάθεια σύνδεσης των προθεσμιών. Τώρα, ένα άλλο σημαντικό θέμα που πρέπει να πούμε εδώ, είναι ότι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου προέβλεψαν για την άσκηση της αιτίσεως αυτής, της ασφαλιστικών μέτρων, με κατάθεση μέχρι την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως παραβόλου το ύψος του οποίου ανέφεται σε ποσοστό 1% της αξίας της σύμβασης, περιλαμβανομένο του ΦΠΑ. Δηλαδή εδώ μιλάμε για ποσά που είναι 50 χιλιάδες, γιατί καταλαβαίνετε. Ναι, ναι, ναι. Υπολογήστε το 1%. Μπορούν να είναι παραπάνω. Μπορούν να είναι 50. Γιατί σας λέω πως φτάνει 50 χιλιάδες, δηλαδή είναι τεράστατα ποσά. Τι ήθελε να επιδιώξει με αυτό ο νομοθέτης να περιορίσει αυτές τις αιτίσεις, έτσι. Εδώ είχαμε αρκετές αποφάσεις της Ολομέλειας της Επιτροπής Αναστολών για το αν και αν είναι συνταγματικότητα του παραβόλου, κρίθηκε συνταγματικό το παράβολο, για το αν πρέπει να κατατεθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση, για το αν ισχύει για τις εκκρεμείς υποθέσεις ή όχι. Είχαμε διάφορες αντιφρόμενες απόψεις στο θέμα. Αυτό αποτελεί σε αντικείμενο έτσι μεγάλης διαφωνίας και φυσικά υπελήφθηκε το Δικαστήριο. Αλλά όπως καταλαβαίνετε το σκοπός του νομοθήτη ήταν αυτός, να αποφεύγεται. Και η φόρτωση στο Δικαστήριο και η καθυστέρηση στη σύναψη των συμβάσεων. Αλλά καταλαβαίνετε αυτά είναι ποσά τεράστρες συνταγματικότητα. Είχαμε δει κάπου κάτι τεράστιτο, τεταγωλή παραβόλου. Ναι αυτό, μπράβο, ναι. Επειδή είναι τεράστιτα ποσά, νομίζω ένα ποσοστό στην αρχή. Ακριβώς, με την έκκροση. Και αυτό μέσα το είχε πει, ήταν απόφαση του... Αυτό δέχτηκε η απόφαση μαζί των αμέλησεων με τον κ. Μενουδάκου. Όταν έφυγε ο κ. Μενουδάκος, λίγο αργότερα άλλαξε αυτό και επέβαλε την πλήρη καταβολή του παραβόλου. Καταλάβατε, μάλιστα είχε την υπόθεση ο κ. Φινοκαλιώτης. Και αυτό θα μας συζητήσει και να συμμαθούμε με τον κ. Μενουδάκου. Άρα είδατε πως τα ξέρετε. Και λέει ο πρόεδρος, ωραία και τι θα κερδίσετε. Και αν το καταθέσετε 20 μέρες μετά, δεν είναι ακριβώς έτσι. Μπορεί να ήρθει η διαφορά. Θα ήρθει εντός μεταξύ η διαφορά. Τώρα και αυτά τα πόσα για τέτοιες εταιρείες καταλαβαίνετε τι τζίρο έχουν, τι τραπεζικές συναλλαγές και τα υπάρχουν. Δηλαδή 20 μέρες είναι ανακαθοριστικές ακόμα και για την επιβίωση της επιχείρησης. Δεν είναι τόσο απλό. Ναι πάσετε, τόσοι άλλαξε λοιπόν η νομολογία επί το αυστηρότερο. Νομίζω ναι, έχει μίλησε αυτό. Και εκδόθηκε και ένα ζώο. Αυτό δεν θέλω να το δω, θα σας το πω με τα βιβλίο του στην Άγιγκλα. Παρακαλώ, ας το μιλήσω. Το καλέγουμε σαν πρώτα, έγινε ο κύριος Βεκάλης. Πρέπει να είναι τουλάχιστον δύο χρόνια πριν αυτό. Όχι, δεν είναι τόσο πολύ. Ενάμισης χρόνος πρέπει να έχει γίνει. Είναι αυτό, ναι. Πέρις είχα το καράφτο. Γιατί είχα κάνει το σχόλιο, είχα κάνει σχόλιο στην μεταγενέστερη απόβαση. Βέβαια, ήταν αμέσως, μόλις έφυγε ο κύριος Μενουδάκης, ο οποίος έφυγε το 13. Βέβαια, η απόβαση ήταν τέλος του 13. Η καλή, ας πούμε, που είπε ότι καταβάλλεται τμήματικά. Και ακολούθησε λίγο μετά, ας πούμε, δεν πρόλαβε να φύγει. Άρα, είναι τόσο, ενάμιση, καλά λέτε, περίπου δύο χρόνια, όχι, ενάμιση έτους τότε εκδόθηκε. Αυτή η απόφαση, ναι. Οπότε, έχετε κρατήσει στο θυσμά μου, είχα κάνει σχόλιο και το είχα μισχολιάσει κάπως δυσμενώς στην αλλαγή της νομολογίας, χωρίς έστω να πει ότι θα εφαρμοστεί στις μελλοντικές υποθέσεις. Λέγαν πολύ αυστηρή, καταλάβατε, μεταστροφή που καταλαμβάνει και την ισχύουσα υπόθεση. Γιατί ο άνθρωπος άσκησε την αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων, έχοντας υπόψη την ισχύουσα νομολογία. Άρα, του καταβάλλει αυτό, όταν λοιπόν το απολύπτεις ως απαράδεκτο, γιατί δεν το... Είναι κάπως, δηλαδή, μπορούσε να πει ότι θα εφαρμόζεται εφεξίση, θα πω, και δεν θα καλύπτει τις ισχύουσες, τις ήδη εκκρεμείς υποθέσεις. Με βάση περιπτώσει, έτσι έχει το. Ο σκοπός, λοιπόν, είναι αυτός, του περιορισμού των ασφαλιστικών μέτρων. Δηλαδή, είπαμε και εξυπηρετεί ταυτόχρονα και αποτρέπει, μάλλον, την υπερφόρτωση των δικαστηρίων και ταυτόχρονα επιταχύνει τη σύναψη των συμβάσεων. Ωραία. Λοιπόν, αν τώρα η σύμβαση υπογραφεί παρά το ότι τρέχει η προθεσμία και της προδικαστικής προσφυγής, είτε της ασφαλιστικών μέτρων, είτε οτιδήποτε, χωρίς να υπάρχει προσωρινή διαταγή του δικαστή, τότε αυτή είναι παράνομη, έτσι, και δεν αντιτάσσεται σε κανένα. Λοιπόν, το άνθρωπο 7 είναι μια πολύ απλή διάταξη, αφορά ακριβώς την ακύρωση εκτελεστής πράξης της αναθέτου σας αρχής, έτσι, που παραβιάζει κανόνα ακριβώς του νοσιακού δικαίου ή του δικαίου μεταφοράς. Και προσέξτε, μπορεί να ζητήσει ακύρωση όρου, της διακήρυξης, των δευκών δημοφράστησης, κτλ. Είναι εδώ η κλασική έτηση ακυρώσεως που ασκείται κατά πράξος της διαδικασίας σύναψης της σύμβασης, έτσι. Τι μας λέει στη συνέχεια, αν ακυρώσει το δικαστήριο πράξη παράξη της αναθέτου σας αρχής μετά τη σύναψη της σύμβασης, αυτό μπορεί να συμβεί τώρα, έτσι, διότι δεν υπογράφει τη σύμβαση όσο τρέχουν οι προθεσμίες της προσωγινής δικαστικής προστασίας. Μετά, μπορεί να υπογράψει ασκείται έτηση ακυρώσεως, μπορεί να υπογράψει τη σύμβαση. Λοιπόν, εάν τώρα ακυρώσει το δικαστήριο την πράξη ενώ έχει συναφθεί η σύμβαση, τότε, τι μπορεί να ζητήσει ο ενδιαφερόμενος, αποζημίωση. Εκτός και αν δεν, είχε ανασταεί η δικασία, τότε εκεί είναι διαφορετικό, δηλαδή η σύμβαση δεν θύγεται. Αυτό θέλει να πει ότι άπαξη υπογραφεί η σύμβαση, ακόμη και αν ακυρωθεί μια πράξη του προσυμβατικού σταδίου, πράγμα που σημαίνει ότι η σύμβαση παρανόμως υπεγράφει, όμως, δεν μπορεί να γίνει κάτι. Δεν ανατρέπεται, δηλαδή, η συναυθήσα σύμβαση. Λοιπόν, μόνον αποζημίωση μπορεί να ζητήσει. Κάτι άλλο μέχρι εδώ. Και πάμε τώρα στο βασικό ένδικο βοήθημα, το καινούριο που προέβλεψε ο νόμος, που είναι το άθροπτο και αφορά την ακυρώτη, την κήρυξη της σύμβασης ως άκυρης. Προσέξτε, εδώ πρόκειται για άκυρωτικό ένδικο βοήθημα και όχι για προσφυγή ουσίας. Ας πούμε, στη Γαλλία έχει διαμορφωθεί ως προσφυγή ουσίας. Εδώ έχει ακυρωτικό χαρακτήρα. Δηλαδή, αυτό είναι πολύ σημαντικό. Ζητείται η ακύρωση σύμβασης πλέον, όχι εκτελεστής διοικητικής πράξεις, από τον διοικητικό δικαστή. Αυτό είναι σημαντικό, διότι εδώ ποιος μπορεί να ζητήσει την ακύρωση. Γιατί είναι σημαντικό, διότι η σύμβαση είναι μία σχέση μεταξύ δύο, του δημοσίου και του αντισυμβαλωμένου του. Εδώ ο τρίτος επεμβαίνει στη σχέση αυτή και ζητεί να ακυρωθεί κάτι, ένα συνάλλαγμα που αφορά τρίτους. Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Μας λέει ότι μπορεί να ζητήσει βέβαια για συγκεκριμένους λόγους. Όχι για οποιοδήποτε λόγο ακυρώσως, όχι για οποιοδήποτε πλημέρια. Εάν ανατέθηκε η σύμβαση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση της προκήρυξης στην επίσημη θημερινότητα της Ένωσης. Δηλαδή δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις δημοσιότητας και διαφάνειας της εν λόγω σύμβασης. Εάν δεν τηρήθηκε η υποκρέωση αναστολής της σύμβασης κατεφαρμογή της παραγράφου 2 του άνθρωπου 5. Το είδαμε αυτό. Όσο τρέχουν ορισμένες προθεσμίες, δεν μπορεί η αναθέτουσα αρχή να υπογράψει. Το 8 παράγραφος 1. Επιστρέφουμε στο άνθρωπο 5 παράγραφος 2 που μας λέει ότι κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προδικαστικής προσφυγής, άσκησης της προδικαστικής προσφυγής, προθεσμίας ασκής ως ασφαλιστικών μέτρων και ασκής ως ασφαλιστικών μέτρων, δεν μπορεί να υπογραφεί η σύμβαση. Αν παρά τα αυτά υπογραφεί, μπορεί να ζητηθεί η ακύρωσή της. Και η 3η περίπτωση σε περίπτωση σύναψη συμφωνίας πλαισίου κατεφαρμογή δυναμικού συστήματος αγοράς, όταν παραδειάζονται οι υποχρεώσεις που προβλέπουν ειδικά κάποιες διατάσεις. Αυτό αφορά ειδικές κατηγορίες μεγάλων συμβάσεων, μάλλον περισσότερων συμβάσεων. Βασικά οι δύο προϊποθέσεις μας ενδιαφέρον. Συνήθει η σύμβαση χωρίς να έχει δημοσιευτεί η προκήρυξη και δεύτερον δεν τελείθηκε η υποχρέωση αναστολής της σύναψης της σύμβασης κατά παράβαση του άθλου 5 παράγραφος 2. Τι σημαίνει, τι συνεπάγεται η ακύρωση της σύμβασης, η κήρυξη της σύμβασης ως άκυρης, αναδρομική ακυρότητα, οπότε οι αξιώσεις των μερών διαέπονται από τις διατάξεις του αδικιολόγιου του κλουτισμού. Τώρα οι διαφορές αυτές στη συνέχεια θα εκδικαστούν από το κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιο δικαστήριου. Άρα αν μεν έχουμε διοικητική σύμβαση, προφανώς τα έχουμε αποδίδει τα διοικητικά δικαστήρια, διαφορετικά τα πολιτικά. Δηλαδή ενώ το Συμβούλιο Επικρατίας ή το Διοικητικό Εφετήριο έχει ως προς τα άλλα ένδικα βοηθήματα, τα ακυρωτικά ας πούμε, εδώ για τον αδικιολόγιο του κλουτισμού επιστρέφουμε στις γενικές διατάξεις. Αυτό καταλαβαίνουμε τουλάχιστον από τη διατύπωση. Εννοείται βέβαια ότι αν ο ανάβοχος γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης ή όφειλε να τη γνωρίσει δεν γεννάται αξίωσή του κατά τις διατάξεις περί αδικιολόγιο του κλουτισμού. Ο νόμος παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο όταν η σύμβαση έχει συναυθεί. Βρισκόμαστε στο στάδιο της εκτέλεσης. Ένα μέρος έχει εκτελεστεί. Το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη της σοβαρότητας, της παράβασης, της συμπεριφοράς της αναθέτουσας αρχής. Οπότε τι να κάνει να κηρύξει άκυρο το μέρος της σύμβασης που δεν έχει εκτελεστεί. Δηλαδή, εκτελέστηκε η σύμβαση κατά το ίμιση, θα ακυρωθεί κατά το υπόλοιπο ίμιση. Να μην ανατραπεί πλήρως η κατάσταση που δημιουργήθηκε. Επίσης, αν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν τη διατήρηση των αποτελεσμάτων, πάλι το Δικαστήριο μπορεί να μην την κηρύξει άκυρη. Μας λέει ρητά ότι δεν θεωρείται επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος ή υπάρξει οικονομικών συμφέροντων για τη διατήρηση των αποτελεσμάτων της σύμβασης. Δηλαδή, έχουμε μια μετρημένη προσέγγιση του νομοθέτη, ότι δεν σημαίνει ότι η παράβαση των σχετικών διατάξεων, δηλαδή η δημοσίευση ή η σύναψη της σύμβασης, παρά το γεγονός ότι έπρεπε να μην είναι αυτή, επιφέρει πάντα ακυρότητα της σύμβασης, αλλά ο Δικαστής μπορεί να εκτιμήσει, να κάνει διάφορες σταθμίσεις, κυρίως να λάβει βόξα επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος. Ωραία, ναι. Υπάρχει απορία? Όχι. ΟΚ. Η σύμβασή αυτή έχει συνεχίσει με έναν άλλο μέρα, έναν τέταρτο, όχι το δημόσιο, όχι το ενθούντερ, έναν τέταρτο. Αυτός δεν είχε συμφέροντος, δικαιολογημένη που συζήτησαν και τέτοια. Σε αυτή τη δικιά ηλία, ξαναφείτε το. Η σύμβαση έχει συνεχίσει μεταξύ του δημοσίου και μιας επιχείρησης. Μιας επιχείρησης. Και είναι μια άλλη επιχείρηση που κάνει την έντυπνο σύμβαση, εκεί είναι η επιχείρηση με την οποία είχε συνεχίσει αυτή η σύμβαση. Ναι. Αδικαιολόγητο χρητισμό. Ναι. Αλλά δεν υπάρχουν ιορχίες δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Αυτά είναι δεχομένως να σταθμίσει ο δικαστής, γι' αυτό σου λέω ότι... Και να μην ακυρώσει τη σύμβαση. Και να μην ακυρώσει τη σύμβαση. Δηλαδή να ακυρώνει συλήθειν, έτσι μπορεί ακριβώς να σταθμίσει όλα αυτά. Ή η παρανομία δεν είναι τόσο σημαντική, ή μπορεί να υπέρχεται εξαιρετικά σοβαρή βλάβη του αντισυμβαλωμένου, ας πούμε. Αυτά τα συνεκτιμά, έτσι. Ή, ξέρετε, μπορεί να έχει τρομερά... Όχι, αυτό δεν το λαμβάνει τόσο υπόκριση. Μπορεί να έχει τρομερά έξοδα ή εκνέωτη εξαγωγή της διαγωνιστικής διαδικασίας. Θα λάβει πολλά πράγματα ο δικαστής προκειμένου να ακυρώσει η σύμβαση. Καταλάβατε, δεν είναι τόσο απλό. Δηλαδή δεν σημαίνει ότι διαπιστώνει παρανομία. Η βασική παρανομία είναι μη δημοσίευση στην επίσημη εφημερίδα. Γιατί, βέβαια, αυτό σημαίνει, ενδεχομένως, ότι το δημόσιο απέφυγε τη μεγάλη δημοσιότητα. Γιατί? Για να προτιμήσει κάποιους συγκεκριμένους, ας πούμε. Καταλάβατε, να αποκλείσει δηλαδή κάποιους. Τώρα, τα διαδικαστικά της προθεσμίας και τα υπάρρυθμίζονται ειδικά στο νόμο. Βέβαια, το ενδιαφέρον και σε αυτό το ένδικο βοήθημα, που είναι ακυρωτικό, το τονίζω, είναι η παράγραφος 8 που μας λέει ότι εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του άρθρου 5. Άρα, μπορεί και εδώ να ζητηθεί προηγούμενη προστασία. Δηλαδή, έτηση ασφαλιστικών μέτρων και προσωληνή διαταγή, βέβαια. Άρα, το άρθρο 8 είναι η βασική καινοτομία του νόμου αυτού, που μεταφέρει την οδηγία 66 του 2007. Δηλαδή, αυτό ο νομοθέτης επιδιώκει εδώ να προστατεύσει τον τρίτο, όταν έχουμε φτάσει στο στάδιο σύναψες της σύμβασης. Έτσι. Και κακώς συνείψε τη σύμβαση ή αναθέτουσα αρχή, διότι, είτε δεν δημοσίευσε, ας πούμε, στην εφημερία της Ευρωπαϊκής Ανόησης, που είναι πολύ σημαντικό, ή ενώ όφειλε να μην την υπογραφή, να περιμένει μέχρι να προβεί στην υπογραφή, δεν το έβραξε. Βιάστηκε να υπογράψετε σύμβαση. Η σύμβαση μπορεί να είναι άκρη και για άλλους λόγους, αυτοί όμως δεν λαμβάνουν την υπόψη. Ωραία. Και τέλος αυτό που πρέπει να πούμε είναι το άρθρο 9, το οποίο αφορά την αξίωση αποζημίωσης. Εδώ διαβάστε, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το άρθρο αυτό. Αξίωση αποζημίωσης. Λοιπόν, ο ενδιαφερόμενος αποκλείστηκε από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό και την ανάθεση σύμβασης κατά παράβαση κανόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Εσωτερικού Δικαίου. Τότε μπορεί να αξιώσει από την αναθέτουσα αρχή αποζημίωση κατεφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 197 και 198. Έτσι. Ναι, προ συμβατικό στάδιο. Προ συμβατικό στάδιο, ναι. Δηλαδή να ζητήσει θετικό και αρνητικό διαφέρο. Κοιτάξτε τώρα την παράγραφο 2 προσευχικά. Για την επιδίκαση της αποζημίωσης, απαιτείται προηγούμενη ακύρωση της παράνομης πράξης ή παράλληψης από το αρμόδιο δικαστήριο. Τι έχουμε εδώ. Αγωγή αποζημίωσης, προϋπόθεση άσκησης της οποίας όμως, προϋπόθεση του παραδεκτού της οποίας όμως είναι, να έχω ασκήσει προηγουμένως αίτηση ακυρώσους και να έχει ακυρωθεί η παράνομη πράξη ή παράλληψη από το αρμόδιο δικαστήριο. Δηλαδή, ενώ το άρθρο 79 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, δεν απαιτεί κάτι τέτοιο για την κλασική αγωγή αποζημίωσης, έτσι, επανέρχεται, δηλαδή έχει αποσυνδέσει, έχουμε αυτονομία της αγωγής έναλη της αίτησης ακυρώσους, της προσφυγής ακυρώσους, ενώ το άρθρο 9 παράγραφος 2 επαναφέρει αυτή την προϋπόθεση. Μήπως αυτό συνιστά παράβαση της αρχής της ισότητας των διαδίκων. Δηλαδή, καθιστά δυσχερέστεροι, όπως καταλαβαίνετε, και περίπλωθεί... Αν πρέπει να πλώσετε έναν τσεκατό, δεν είναι ανάπτυξη. Όχι, δεν είναι ανάπτυξη έναν τσεκατό. Ακύρωση, δηλαδή, χρειάζεται προσωρινή προστασία. Ασχείς έτης ακυρώσους, πρέπει να ακυρώνεται η πράξη και αφού ακυρωθεί η πράξη, μπορείς να ζητήσεις αποζημίωση. Απορρίπτει τόσα παράδειπτια ο γης. Βλέπετε, αυτό δεν είναι προβληματικό. Δηλαδή, βλέπουμε μια επιστροφή, ας πούμε, σε παροχημένη ρήθμιση, η οποία αποσδίχει ότι είναι προβληματική. Να πάρει την αποζημίωση πριν την ακυρώση. Να κρίνει παρεπιπτόντος. Σε όλες τις άλλες αγωγές αποζημίωσης, έχει παρέλθει προθεσμία προσβολής, με τις ακυρώσους της παράνονας πράξης που μου προκάλεσε τη ζημία. Τι κάνει ο δικαστής της αποζημίωσης? Κρίνει παρεπιπτόντος τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Δεν μπορεί να την ακυρώσει, η πράξη ακολουθεί να ισχύει, αλλά διαπιστώνει παρεπιπτόντος την παρανομία της και χορηγεί αποζημίωση. Είναι μια δικαστική δαπάνη. Δεν θα πάρει τίποτα στο τέλος, αν δεν ακυρωθεί η σύμβαση. Αν δεν ακυρωθεί η σύμβαση, η πράξη. Και εσύ είναι παρανομή. Κι εσύ είναι παρανομή. Στις άλλες περιπτώσεις, άμα είναι παρανομή, μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει. Αν παρεπιπτόντος ο δικαστής την κρίνει παρανομία, βεβαίως, ναι. Εδώ πρέπει να την ακυρώσει. Δηλαδή να προηγηθεί όλη η ακυρωτική διαδικασία και στη συνέχεια να ασκήσω αγωγή αποζημίωσης. Είναι μια προβληματική ρύθμιση. Άρα, στην πρώτη περίπτωση, αν αποκλειστεί, δηλαδή, προσέξτε το ενδιαφέρον επίσης, στην παράγραφη 1. Δύο περιπτώσεις, εάν αποκλειστεί από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό κατά παράβαση του δικαίου της, του δικαίου της Ένωσης ή του Εθνικού Δικαίου, δικαιούται αποζημίωση κατά ανάλογη φαρμογή των άθλων 157 και 198, τέσμα κατά τις διαπραγματεύσεις. Τώρα, εάν επιπλέον αποδείξει ότι θα είναι τίθετο στον ίδιον η σύμβαση, αν δεν είχε εμφυλοχωρήσει η παράβαση, τότε δικαιούται αποζημίωση κατά τις γενικές διατάξεις. Δηλαδή, 105-106 του εισαγωγικού νόμου. Άρα, στη δεύτερη αυτή περίπτωση δεν υποχρεούνται να αποδείξει η πετιότητα, έτσι δεν είναι. Ενώ, τα άθλια 197 και 198 προεποθέτουν και τέσμα, έτσι, η πετιότητα. Δηλαδή, εδώ έχει ενδιαφέρον η ρύθμιση. Αλλά, όπως καταλαβαίνετε, είναι πολύ δύσκολο να αποδείξεις ότι θα είχε συναφθεί η σύμβαση με σένα. Είναι πιο δύσκολο αυτό η απόδειξη. Να αποδείξεις παρανομία, ότι η σύμβαση συνήφθη παράνομα, εντάξει, ή ότι παρανόμους σε απέκλυσαν, άλλο να σε αποκλείσει παράνομα, κι άλλο να συναύσεις τη σύμβαση και μπορεί να φτάσεις μέχρι το τέλος της διαδικασίας, αλλά να επιλεγεί κάποια άλλη προσφορά. Δηλαδή, εσύ παραμένεις στη διαγωνιστική διαδικασία, αλλά προτιμάται η προσφορά άλλου. Άρα, αυτή η διάταξη, η οποία δεν έχει αναλυθεί η Διατριαξίωση Αποζημίωση, στο άρθρο 9, έχει πολλά προβλήματα, έχει πολλά ζητήματα μάλλον. Η ΜΕΕ παράγραφος 1 αφορά δύο περιπτώσεις, είτε αποζημίωση κατά τάθρυα 197 ή 198 του Αστικού Κόδικα, είτε κατά τάθρυα 115 ή 106, ανάλογον το τι θα μπορέσει να αποδείξει ο αποκλειστής, και η δεύτερη παράγραφος αφορά αυτή την προϋπόθεση της προηγούμενης ακύρωσης, δικαστικής ακύρωσης της παράνομης πράξης ή παράειψης από το αρμόδιο δικαστήριο. Δηλαδή, είναι μια διαδικασία αρκετά χρονοβόρα. Έτσι κάπως έχει διαμορφωθεί η Ένα Μικροστασία με το νόμο αυτό. Το σημαντικό είναι ενοποίηση της δικαιοδοσίας. Αυτό, όπως καταλαβαίνετε, έχει πολύ μεγάλη σημασία, διότι όλες αυτές οι μεγάλες δημόσια συμβάσεις, ανεξαρτήτως της νομικής φύσης, της αναθέκτουσας αρχής, υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια, έτσι, κατά το προσυμβατικό στάδιο. Διοικητικό εφετίο, επίσης περιορίζεται ο ρόλος του, αποκτά κατά κανόν αρμοδιότητα το διοικητικό εφετίο και ο Συγχούλης Πεκρατίας διατηρεί την αρμοδιότητά του για τις μεγάλες συμβάσεις.