Ελαστικότητα / 19η διάλεξη

19η διάλεξη: Λοιπόν, να συνεχίσουμε λίγο τη συζήτηση που είχαμε ξεκινήσει για τις ελαστικότητες και την χρησιμότητα που έχει η ελαστικότητα στην άσκηση της πολιτικής. Μην ξεχνάμε ότι η ελαστικότητα ως έννοια έχει μέσα της την παράγωγο της συνάρτησης ψη. Άρα όταν μιλάμε για ελαστικότητες ζήτησης, για...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος δημιουργός: Βαρσακέλης Νικόλαος (Αναπληρωτής Καθηγητής)
Γλώσσα:el
Φορέας:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Είδος:Ανοικτά μαθήματα
Συλλογή:Οικονομικών Επιστημών / Μικροοικονομική Ι
Ημερομηνία έκδοσης: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2013
Θέματα:
Άδεια Χρήσης:Αναφορά
Διαθέσιμο Online:https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=70cd6852
Απομαγνητοφώνηση
19η διάλεξη: Λοιπόν, να συνεχίσουμε λίγο τη συζήτηση που είχαμε ξεκινήσει για τις ελαστικότητες και την χρησιμότητα που έχει η ελαστικότητα στην άσκηση της πολιτικής. Μην ξεχνάμε ότι η ελαστικότητα ως έννοια έχει μέσα της την παράγωγο της συνάρτησης ψη. Άρα όταν μιλάμε για ελαστικότητες ζήτησης, για να ξεκαθαρίζουμε για τι πράμα συζητάμε, όταν μιλάμε για ελαστικότητα ζήτησης, είτε αυτή η ελαστικότητα ως προς την τιμή, είτε αυτή η ελαστικότητα ως προς το εισόδημα, είτε αυτή η ελαστικότητα ως προς τις τιμές των άλλων αγαθών, περιέχει μέσα της το ψη, την συνάρτηση ζήτησης, περιέχει μέσα την παράγωγο της συνάρτησης ζήτησης και όπως έχουμε πει η συνάρτηση ζήτησης προέρχεται από τη συνάρτηση χρησιμότητας. Άρα, όταν μιλάμε για ελαστικότητα, τότε μπορούμε να έχουμε καλή πληροφορία για τις προτιμήσεις των καταναλωτών. Αυτό είναι μερική παράγωγος, εφόσον η συνάρτηση ζήτησης, απλώς έχουμε και στα βιβλία σας τα δείτε, σε όλα τα βιβλία έχει καθιερωθεί τον τέψι εντεχή, αλλά επειδή μιλάμε για συνάρτηση ζήτηση, η οποία περιέχει περισσότερους από έναν παράγοντες μέσα, κανονικά πρέπει να το γράφουμε σαν μερική παράγωγο, αλλά απλά από τη δύναμη της συνήθειας το γράφουμε σαν απλή παράγωγο. Άρα, από την ελαστικότητα ζήτησης, έχουμε πληροφορία για τη συνάρτηση χρησιμότητας. Έχουμε πληροφορία για τις προτιμήσεις των καταναλωτών, δηλαδή πώς σκέφτονται οι καταναλωτές. Πώς σκέφτονται οι καταναλωτές, όμως, σε σχέση με τρία συγκεκριμένα θέματα που μας ενδιαφέρουν από πλευράς πολιτικής, όπως είναι, για παράδειγμα, πώς σκέφτονται οι καταναλωτές να αντιδράσουν όταν θα αυξηθεί η τιμή, πώς σκέφτονται οι καταναλωτές να αντιδράσουν όταν θα αυξηθεί το εισόδημα και πώς σκέφτονται οι καταναλωτές να αντιδράσουν όταν θα μεταβληθεί η τιμή ενός άλλου αγαθού. Στην ουσία, δηλαδή, η ελαστικότητα μας δίνει αυτή την πληροφορία, για παράδειγμα, που έχουμε συζητήσει με τις καμπύλες αδιαφορίας. Δηλαδή, πώς θα αντιδράσει η ζήτηση σε σχέση με μια μεταβολή της τιμής. Το πώς θα αντιδράσει η ζήτηση εξαρτάται από τη συνάρτηση χρησιμότητας. Δηλαδή, δεν έχουμε τη συνάρτηση χρησιμότητας στα χέρια μας, αλλά μπορούμε να έχουμε τη συνάρτηση ζήτησης, όπως θα δούμε αργότερα δυο-τρία παραδείγματα. Επομένως, χρησιμοποιώντας την ελαστικότητα, μπορούμε να έχουμε μια πληροφορία για το πώς σκέφτονται οι καταναλωτές. Το δεύτερο χαρακτηριστικό της ελαστικότητας, σε σχέση με την παράγο, όπως το είχαμε πει την άλλη φορά, είναι ότι η ελαστικότητα δεν έχει μονάδες μέτρησης. Είναι σημαντικό ότι είναι ένας καθαρός αριθμός. Άρα, καθώς είναι ένας καθαρός αριθμός, μπορεί να χρησιμοποιηθεί διαχρονικά και μπορεί να χρησιμοποιηθεί διατοπικά σε διάφορες χρηματικές μονάδες, όπως είναι δολάρια, όπως είναι ευρώ, γιεν και ούτω καθεξής. Έχοντας λοιπόν αυτά υπόψη, είχαμε καταλήξει τελικά στην ελαστικότητα ως προς την τιμή. Τώρα πάμε ελαστικότητα ζήτησης, γι' αυτό μιλάμε. Άρα, όλα τα σύμβολα τα οποία θα χρησιμοποιήσουμε είναι ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή. Σε σχέση με το λίκιό, όπως είχαμε βάλει το πρόσιμο αρνητικό, αλλά το πρόσιμο βγαίνει από το πρόσιμο της παραγόγου. Δεν πρέπει να το ξεχνάμε αυτό. Άρα, δεν πρέπει κανονικά να το βάζουμε μέσα, να αφήνουμε την παράγογο να μας δίνει το πρόσιμο, γιατί αν έχουμε ένα αγαθό τύπου Giffen, το πρόσιμο θα είναι θετικό. Άρα, η ελαστικότητα στα αγαθά τύπου Giffen είναι θετική. Γι' αυτό δεν βάζουμε εδώ μπροστά το μίον. Αφήνω το πρόσιμο της παραγόγου να μας το δώσει. Η ελαστικότητα της ζήτησης ως προς το εισόδημα. Επίσης, δεν βάζουμε το πρόσιμο μπροστά. Αφήνουμε την παράγογο να μας δώσει το πρόσιμο. Αν ο κατανοητής θεωρεί ότι το αγαθό είναι κατώτερο, το πρόσιμο θα είναι αρνητικό λόγω της παραγόγου. Και τέλος, να το βάλουμε με Pj, δηλαδή τιμές των άλλων αγαθών. Τι θα συμβεί στη ζητούμενη ποσότητα του αγαθού, εάν μεταβληθούν οι τιμές των υπόλοιπων αγαθών. Εδώ επίσης το πρόσιμο εξαρτάται από την παράγογο και ανάλογα με το πρόσιμο, ανάλογη είναι η συμπεριφορά των δύο προϊόντων μεταξύ τους. Άρα ανάλογη είναι η άποψη του κατανοητής σε σχέση με τα δύο προϊόντα, δηλαδή ανάλογες είναι οι προτιμήσεις. Επομένως, εδώ έχουμε καταλήξει ότι για κανονικά και κατώτερα, η ελαστικότητα είναι αρνητική. Ενώ για αγαθά τύπου Giffen, η ελαστικότητα είναι θετική. Αλλά όπως είχαμε πει και αρκετές φορές, επειδή τα αγαθά τύπου Giffen δεν παρουσιάζονται συχνά στην ιστορία, γι' αυτό έχει περάσει σε όλα τα εγχειρίδια, είτε είναι πανεπιστημιακά είτε είναι τουλεικείου, η ελαστικότητα να έχει αρνητικό πρόσιμο. Δηλαδή μιλάμε για αγαθά τα οποία έχουμε δίπλα μας και τα αγαθά τα οποία έχουμε δίπλα μας θα είναι είτε κανονικά είτε κατώτερα. Αλλά ο σωστός τρόπος είναι αυτός. Το δεύτερο είναι εάν τα αγαθά είναι κανονικά τότε η ελαστικότητα είναι θετική και εάν τα αγαθά είναι κατώτερα η ελαστικότητα είναι αρνητική. Τέλος, σε σχέση με τις τιμές των άλλων αγαθών, εάν τα αγαθά είναι υποκατάστατα τότε η ελαστικότητα PJ είναι θετική, δηλαδή αυξάνει η τιμή του άλλου αγαθού, αυξάνει η ζήτηση δική μας, δηλαδή υποκαθιστά ο καταναρωτής το αγαθό το άλλο με το δικό μας. Ενώ αν τα αγαθά είναι συμπληρωματικά, η ελαστικότητα είναι αρνητική. Δηλαδή ανεβαίνει η τιμή του άλλου αγαθού και επειδή είναι συμπληρωματικά ή επειδή ο καταναρωτής θα θεωρεί ότι είναι μεταξύ του συμπληρωματικά, μειώνεται η ζητούμενη ποσότητα. Τώρα, εάν ισχύει αυτό το πράγμα που έχουμε γράψει εδώ πέρα, αν ισχύουν αυτές οι σχέσεις, τότε ισχύει και το αντίστροφο. Δηλαδή, εμείς χρησιμοποιούμε πια το αντίστροφο, δηλαδή μετρώντας τη συναρτήση της ζήτησης και βλέποντας ότι η ελαστικότητα είναι θετική, τότε συμπεραινούμε ότι ο καταναρωτής θεωρεί ότι αυτό το αγαθό είναι κίφεν. Τώρα πάμε αντίστροφα, δηλαδή χρησιμοποιούμε αυτές τις σχέσεις για να πάμε προς τα εκεί. Εάν μετρήσουμε και δούμε ότι η ελαστικότητα είναι αρνητική, τότε καταρχήν ο καταναρωτής θεωρεί ότι το αγαθό είναι είτε κανονικό είτε κατώτερο. Εάν μετρήσουμε ότι η ελαστικότητα είναι θετική, τότε ο καταναρωτής θεωρεί αυτό το αγαθό κανονικό. Εάν μετρήσουμε ότι είναι αρνητικό, τότε το θεωρεί κατώτερο και ούτω καθεξής. Δηλαδή η σκέψη μας πια είναι προς τα εκεί. Γιατί? Διότι αυτά μπορούμε πλέον να τα υπολογίσουμε. Αυτά τα υπολογίζουμε. Έχουμε δηλαδή τη δυνατότητα να τα υπολογίσουμε. Άρα γνωρίζοντας αυτά από τον πραγματικό κόσμο, τότε μπορούμε να βγάλουμε συμπεράσματα για το πώς βλέπει ο καταναρωτής τα συγκεκριμένα αγαθά. Θα δούμε μετά 2-3 παραδείγματα. Τώρα, η πρώτη ελαστικότητα μας ενδιαφέρει πάρα πολύ για την τιμολογιακή πολιτική. Αν δούμε στον πραγματικό κόσμο, θα δούμε περιπτώσεις επιχειρήσεων οι οποίες αυξάνουν τις τιμές. Υπάρχουν περιπτώσεις οι οποίες οι επιχειρήσεις μειώνουν τις τιμές. Προφανώς, καμία επιχείρηση δεν είναι χαζή. Προφανώς, όλες οι επιχειρήσεις αυτό το οποίο προσπαθούν να μεγιστοποιήσουν είναι τι? Το κέρδος. Άρα, για να μεγιστοποιήσω το κέρδος, πρέπει να αυξήσω τις πολίσεις μου. Για να το πω καλύτερα, προσπαθούν να αυξήσουν τα κέρδη τους. Άρα, προσπαθούν να αυξήσουν τις πολίσεις τους. Γιατί όσο πιο πολλοί πολούν, τόσο μεγαλύτερα θα είναι και τα κέρδη τους ως όγκος. Άρα, τι κάνουν οι επιχειρήσεις. Άλλες επιχειρήσεις για να πετύχουν την αύξηση των εσόδων, αυξάνουν την τιμή. Ενώ άλλες επιχειρήσεις για να πετύχουν τον ίδιο ακριβό στόχο, μειώνουν την τιμή. Προφάνως δεν είναι χαζές, διότι η μεταβολή της τιμής, όπως το έχουμε δείξει κατά κόρων, επηρεάζει τη ζητούμενη ποσότητα με τα διαγράμματα που κάνουμε και με τις συναρτήσεις χρησιμοτήτας. Άρα, επηρεάζει τη ζητούμενη ποσότητα. Το ερώτημα λοιπόν είναι, όπως είχαμε ξεκινήσει την άλλη φορά να το συζητάμε. Εάν τα συνολικά μου κέρδη είναι π'επικιού και το πόσο θα πουλήσω εξαρτάται από την τιμή, δηλαδή το πόσο θα αγοράσει ο καταναλωτής εξαρτάται από την τιμή που θα του πουλήσω, τότε η μεταβολή στα έσοδά μου, λόγω της μεταβολής της τιμής, είχαμε δείξει την προηγούμενη φορά ότι είναι q1sinεπ να βάζουμε με την τιμή. Παίρνουμε την παράγωγο αυτή, βγάζουμε το κοινό παράγοντα και μένει μέσα η ελαστικότητα. Άρα, εδώ τι μου λέει λοιπόν, ότι πρώτον μιλάμε για τρεις κατηγορίες αγαθών, κανονικών ή κατώτερων. Τα αγαθά για τα οποία συζητάμε είναι κανονικά ή κατώτερα. Εάν η απόλυτη τιμή της ελαστικότητας είναι μικρότερη από το 1 και μεγαλύτερη από το 0, τότε το 1sinεπ είναι θετικό, διότι το 1 είναι θετικό, το επ είναι αρνητικό αλλά είναι μικρότερα από τη μονάδα, άρα το 1sinεπ είναι μεγαλύτερο από το 0 και κατά συνέπεια DTR, DP είναι θετικό. Άρα, η μεταβολή των τιμών και η μεταβολή των εσόδων κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Άρα, αν αυξήσει την τιμή θα αυξηθούν τα έσοδα. Αν μειώσει την τιμή θα μειωθούν τα συνολικά έσοδα. Η δεύτερη περίπτωση είναι το επ να είναι ίσο με τη μονάδα. Αν το επ είναι ίσο με τη μονάδα, τότε προκύπτει ότι το 1sinεπ είναι ίσο με το 0 και κατά συνέπεια η μεταβολή στα συνολικά έσοδα λόγω της μεταβολής της τιμής του π είναι μηδενική. Δηλαδή δεν επηρεάζονται τα έσοδα. Και η τρίτη περίπτωση είναι το επ να είναι μεγαλύτερο από τη μονάδα. Κατά συνέπεια το 1sinεπ είναι μικρότερο από το 0 και κατά συνέπεια τα συνολικά έσοδα κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση από τη μεταβολή της τιμής. Τώρα γιατί συμβαίνει αυτό. Διότι όταν μεταβάλετε το π, η ελαστικότητα είναι ποσοστία μεταβολή του π, ποσοστία μεταβολή του q. Η ελαστικότητα είναι ποσοστία μεταβολή του π, ποσοστία μεταβολή του q. Την ποσοστία μεταβολή την προκαλεί το π. Τι έχουμε λοιπόν εδώ. Όταν η ελαστικότητα είναι μικρότερη από τη μονάδα και έχουμε αύξηση των εσόδων. Αυξάνει κατά 10% για παράδειγμα η τιμή, θα προκαλέσει μίωση στη ζητούμενη ποσότητα. Εντάξει το πρόσημο είναι αρνητικό, αλλά η μίωση στη ζητούμενη ποσότητα είναι π.χ. 8%. Άρα τι έχουμε. Η τιμή αυξήθηκε 10%. Η ζητούμενη ποσότητα μειώθηκε κατά 8%. Άρα έχουμε έναν καθαρό κέρδος 2%. Εδώ τώρα. Τι μας λέει. Μας λέει ότι επειδή έχουμε τους δύο παράγοντες. Αυξήθηκε η τιμή κατά 10%. Μειώθηκε η ζητούμενη ποσότητα κατά 10%. Άρα 10% από τη μια μεριά, 10% από την άλλη, το τελικό αποτέλεσμα είναι 0. Εδώ τώρα. Στην τρίτη περίπτωση. Η ελαστικότητα είναι μεγαλύτερη από τη μονάδα. Αυτό τι σημαίνει. Αυξήθηκε η τιμή κατά 10%. Αλλά μειώθηκε ο δεύτερος όρος κατά 15%. Κατά συνέπεια αυξήθηκε αυτό κατά 10%. Αυτό μειώθηκε κατά 15%. Άρα η αύξηση μης προκάλεσε μια μίωση του συνόλου κατά 5%. Εντάξει. Είναι ταυτόχρονα οι δύο μεταβολές. Αυτό μας δείχνει η ελαστικότητα και επειδή είναι καθαροί αριθμοί μπορούμε να το κάνουμε. Είμαστε ok. Εντάξει. Τώρα το σημαντικό. Ας δούμε που μας χρησιμεύει αυτό. Μας χρησιμεύει στην άσκηση της τιμολογιακής πολιτικής. Στο μεγάλο ερώτημα το οποίο έχει κάθε επιχείρηση. Τι να κάνω με την τιμή. Να την αυξήσω, να τη μειώσω ή να την κρατήσω σταθερή. Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα στην τιμολογιακή πολιτική. Αυτό το οποίο θα λέγαμε στην επιχείρηση που θέλει να απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα. Το πρώτο πράγμα το οποίο πρέπει να κάνεις είναι να εξετάσεις την ελαστικότητα. Δηλαδή να δεις πώς θα αντιδράσουν οι καταναλωτές στην μεταβολή της τιμής. Εάν λοιπόν παράγεις ένα προϊόν το οποίο ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Δηλαδή σήμερα που μιλάμε αυτή την εποχή που μιλάμε η ελαστικότητα του είναι μικρότερη από τη μονάδα. Τότε θα προτείνουμε σε αυτή την επιχείρηση για να αυξήσει τα έσοδα της. Να κάνει τι την τιμή. Να την αυξήσει. Άρα εάν η ελαστικότητα ως προς την τιμή είναι μικρότερη από τη μονάδα, η αύξηση της τιμής προκαλεί αύξηση των εσόδων. Άρα η καλή τιμολογιακή πολιτική είναι αυτή η οποία οδηγεί σε αύξηση των τιμών. Αν αντίθετα όμως βρισκόμαστε σε μια τέτοια κατάσταση, η ελαστικότητα είναι μεγαλύτερη από τη μονάδα, τότε η καλύτερη τιμολογιακή πολιτική είναι αυτή η οποία οδηγεί σε μείωση των τιμών. Συνεπώς, τι κάνει η επιχείρηση? Οφείλει να μάθει πώς αντιδρούν οι καταναλωτές. Και δόξα του Θεού, πια στην εποχή μας έχουμε όλα τα εργαλεία για να έχουμε αυτή την πληροφόρηση. Δεν νοείται σήμερα επιχείρηση που να μη γνωρίζει την αντίδραση των καταναλωτών απέναντι σε τιμές. Για να δούμε λοιπόν ένα πρακτικό παράδειγμα που είναι από τα πιο χαρακτηριστικά. Εάν ταξιδέψετε με αεροπλάνο, θα δείτε ότι υπάρχουν τρία εισιτήρια. Υπάρχει το εισιτήριο της πρώτης θέσης, για να πας ας πούμε στις Brixelles 700, 800 και 1000 ευρώ. Υπάρχει το εισιτήριο Business Class γύρω στα 600 ευρώ. Και τέλος υπάρχει η οικονομική θέση 250 με 300 με μια κανονική εταιρεία. Εάν κάποιος ψάξει λίγο το κόστος, τι διαφοροποιεί δηλαδή το κόστος των τριών θέσεων, θα δείτε ότι η διαφορά του κόστος είναι λάχιστη. Να σκεφτείτε ότι το 40% του κόστους ενός αεροπλάνου είναι η ενέργεια, τα καύσιμα. Να σκεφτείτε ότι, εάν θυμάμαι πάλι καλά, την άλλη φορά θα το επιβεβαιώσω, είναι περίπου 2% το εργασιακό κόστος στις αεροπορικές εταιρείας. Άρα τι είναι αυτό το οποίο διαφοροποιεί την πρώτη θέση από την δεύτερη. Αν θα σου δώσουν το φαγητό σε ένα πιατάκι πορσελάνις ή αν θα σου το δώσουν σε πλαστικό. Οι διαφοροποίες είναι ελαχιστότατοι, πάντως δεν δικαιολογεί την διαφορά της τιμής από 300 σε 1.000 ευρώ. Διότι με 700 ευρώ θα έτρωγε στο World of Astoria αστακό και όχι στο αεροπλάνο. Άρα κάτι άλλο είναι. Η διαφορά του κόστους δεν το δικαιολογεί. Αυτό το οποίο δικαιολογεί όμως είναι οι διαφορετικοί άνθρωποι οι οποίοι χρησιμοποιούν το αεροπλάνο. Τι σημαίνει διαφορετικοί άνθρωποι με διαφορετικές προτιμήσεις. Αυτοί οι οποίοι χρησιμοποιούν την πρώτη θέση είναι συνήθως κάποιοι ευκατάστατοι με αρκετά λεφτά. Και συνήθως και προσωπική υπερουσία ή πολύ υψηλά ιστάμενα στελέχη των επιχειρήσεων. Γενικοί διευθυντές κλπ. Αυτοί που χρησιμοποιούν την business class είναι συνήθως μεγαλομεσαία στελέχη των επιχειρήσεων. Δηλαδή πάλι επιχειρήσεις τα πληρώνουν αλλά η επιχείρηση λέει δεν μπορώ να πληρώσω χίλια ευρώ για κάποιον ο οποίος είναι απλός διευθυντής θα το πληρώσω ένα business class. Αυτός ο οποίος είναι όμως ο γενικός διευθυντής θα του πληρώσω την πρώτη θέση. Και τέλος την οικονομική θέση την χρησιμοποιούν συνήθως αυτοί οι οποίοι το πληρώνουν μόνοι τους το εισιτήριο χωρίς να έχουν μεγάλη οικονομική επιφάνεια. Είτε πηγαίνουν για κάποια δουλειά, μια μικρή επιχείρηση ή κάποιοι που πηγαίνουν ένα ταξίδι αναψυχής και ούτω καθεξής. Αυτό το οποίο έχουμε μετρήσει είναι ότι η ελαστικότητα της πρώτης θέσης είναι περίπου 0,4 στα διατλαντικά ταξίδια. Άρα, αν είμαι μια αεροπορική εταιρεία θα εκμεταλλευτώ αυτήν την ελαστικότητα και αυτούς εδώ θα τους χρειώσω υψηλή τιμή. Έχουν πολύ χαμηλή ελαστικότητα. Για αυτούς οι οποίοι ταξιδεύουν για δουλειές, για κάποια αναψυχή και λοιπά και δεν έχουν μεγάλη οικονομική επιφάνεια, που η ελαστικότητα είναι περίπου 1,7-1,8 θα τους χρειώσω χαμηλότερη τιμή. Τέλος, έχουμε μια τρίτη κατηγορία, είναι αυτοί οι οποίοι κάνουν κυρίως τουρισμό. Όταν κάνεις τουρισμό, δεν έχεις χρονικό περιορισμό. Δεν βρήκα σήμερα στιγμό, θα πάρω αύριο. Δεν με νοιάζει να ταλαιπωρηθώ στον τουρισμό. Όταν πάω για δουλειά όμως στις Βρυξέλλες, πρέπει να είμαι στις 9 η ώρα στις Βρυξέλλες, γιατί έχω ραντεβού πυχή με την τάδε επιχείρηση, στην κομισιόνη, οπουδήποτε. Άρα εκεί δεν με παίρνει να το παίξω κορώνα γράμματα. Εδώ έχουμε λοιπόν μια τριτέταρτη κατηγορία, οι οποίοι έχουν πολύ μεγάλη ελαστικότητα. Έχουν πολύ μεγάλη ελαστικότητα, ή συγγνώμη, μεγαλύτερη ελαστικότητα από τους προηγούμενους, γιατί δεν έχουν χρονικό περιορισμό. Δεν τους ενδιαφέρει αν θα φτάσουν στη Ρόδο σήμερα ή αν θα φτάσουν αύριο. Γιατί έγινε. Τι κάνουν λοιπόν οι εταιρίες. Έχουν δύο μοντέλα, οι εταιρίες ικανονικές. Έχουν τα τακτικά δρομολόγια, όπως είναι η Lufthansa για παράδειγμα, η Aegean κλπ, οι οποίες σε τακτά χρονικά διαστήματα βγάζουν μεγάλες προσφορές. Πότε βγάζουν μεγάλες προσφορές, τότε που δεν υπάρχει και μεγάλη ζήτηση. Δηλαδή δεν θα δείτε μια μεγάλη προσφορά τιμής μέσα στα Χριστούγεννα ή μέσα στο καλοκαίρι. Θα δείτε μια μεγάλη προσφορά τιμής γύρω στον Μάρτιο, γύρω στα τέλη Γενάρη, Νοέμβριο, εκεί που η ζήτηση έχει πέσει. Άρα εδώ τι κάνει η εταιρεία. Προσπαθεί να προσελκύσει πελάτες μέσα από την τιμολογιακή πολιτική. Δηλαδή η ελαστικότητα είναι πάρα πολύ μεγάλη. Ο άλλος που σκεφτόταν να ταξιδέψει ή να μην ταξιδέψει, λέει μια και είναι ευκαιρία, τώρα είναι και χαμηλό το εισιτήριο, θα πάω από εκεί, θα πάω τώρα. Και επίσης, η άλλη περίπτωση είναι οι χαμηλού κόστους αεροπορικές εταιρείες, οι οποίες χρειώνουν πάρα πολύ χαμηλές τιμές σε ορισμένες επίσης χρονικές περιόδους, με ορισμένα πακέτα. Δηλαδή ακόμα και αυτές οι χαμηλού κόστους εταιρείες, θα δείτε ότι σε ορισμένες χρονικές περιόδους τα εισιτήρια τους είναι αρκετά υψηλά. Είναι περίπου ίσα με τα εισιτήρια της οικονομικής θέσης με τις άλλες εταιρείες. Στα Χριστούγεννα για παράδειγμα. Δεν θα βρεις με την EasyJet ή με την Ryanair εισιτήριο 1 ευρώ, Θεσσαλονίκη, Βρυξέλλες, 23 ή 24 Δεκεμβρίου. Δεν υπάρχει περίπτωση. Άρα τι εκμεταλλεύονται λοιπόν οι εταιρείες με την καλή έννοια. Εκμεταλλεύονται τις διάφορες προτιμήσεις των ανθρώπων και έτσι χρεώνουν διαφορετικές τιμές σε αυτούς. Πώς βλέπουν αυτές τις διαφορετικές προτιμήσεις, δηλαδή πώς καταλαβαίνουν αυτές τις διαφορετικές προτιμήσεις, έχοντας μελετήσει και έχοντας πια στα τμήματα μελετών τους, ανάλυση των ελαστικοτήτων. Δεν είναι τυχαίο ότι κάνουν προσφορές τιμών τον Νοέμβριο και όχι οποιαδήποτε άλλη εποχή ή τον Μάρτιο και όχι οποιαδήποτε άλλη εποχή. Όλα αυτά εδώ έχουν προέλθει από την μελέτη της ζήτησης. Είμαστε OK? Ναι. Η δεύτερη παράγωση θα μας το δείξει. Όχι, βέβαια. Αυτό θα μας το δείξει, πολύ καλή ερώτηση, δηλαδή ποια είναι η τιμή μέχρι την οποία θα φτάσουμε, θα μας το δείξει η δεύτερη παράγωση. Η ανάλυση της συνάρτησης της ζήτησης θα μας δείξει μέχρι ποιο σημείο σε παίρνει να αυξάνεις την τιμή. Για παράδειγμα θα μπορούσα να πω ότι εμείς θα αυξάνουμε την τιμή για αυτούς που είναι πρώτη θέση και θα το πάμε στα 5.000 ευρώ ταξίδι Αθήνα-Θεσσαλονίκη. Ακόμα και αυτοί που έχουν πολλά λεφτά δεν είναι τόσο χαζοί. Το ίδιο και στη δεύτερη περίπτωση. Εδώ όμως υπάρχει μια μεγάλη προϋπόθεση. Στα οικονομικά αυτή η προϋπόθεση δηλαδή πρέπει να ισχύει αυτό για να μπορέσεις να ασκήσεις τιμολογιακή πολιτική αυτού του τύπου. Δηλαδή να διαφορίζεις τις τιμές ανάλογα με τις ομάδες των πελατών. Αυτή η προϋπόθεση λέγεται αρμπιτράζ. Για κάποιο λόγο αυτός ο όρος δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Αρμπιτράζ σημαίνει να αγοράζω φτεινά και να πουλώ ακριβά. Αρμπιτράζ, έρχομαι να γράψω από εδώ. Να το πιάσουμε λίγο από την αρχή. Για να έχουμε αρμπιτράζ πρέπει να έχουμε δύο αγορές. Η αγορά α και η αγορά β. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα έχουμε την αγορά των εισιτηρίων πρώτης θέσης και την αγορά των εισιτηρίων της οικονομικής θέσης. Άρα για να έχεις αρμπιτράζ πρέπει να έχεις τουλάχιστον δύο αγορές. Ας πούμε ότι η τιμή στην αγορά α είναι χαμηλότερη από την τιμή στην αγορά β. Για κάποιο λόγο η τιμή στην αγορά α είναι χαμηλότερη από την τιμή στην αγορά β. Εάν λοιπόν είμαι ένας έξυπνος άνθρωπος τι θα κάνω. Θα αγοράσω στην α, αγοράζω προϊόν στην α ή υπηρεσία στην α και πηγαίνω, το αγοράζω φτεινά δηλαδή στη χαμηλότερη τιμή και πηγαίνω και το πουλώ στην β. Και βγάζω κέρδος πυ μειών πι α. Άρα, για να λειτουργήσει αυτό το σύστημα, δηλαδή για να μπορέσεις να κάνεις διαφορισμό τιμών, να χρειώνεις δηλαδή σε διαφορετικούς πελάτες διαφορετικές τιμές, θα πρέπει να μην υπάρχει δυνατότητα να κάνεις αρμπιτράς. Δηλαδή, μεταξύ των δύο αγορών, εδώ, θα πρέπει να υπάρχει ένας τείχος. Να μην μπορείς να αγοράσεις στην αγορά α και να πας να το πουλήσεις στην αγορά β. Δηλαδή δεν μπορείς να αγοράσεις ένα εισιτήριο της οικονομικής θέσης και να πας να το πουλήσεις ακριβά σε αυτόν ο οποίος είναι δετεχθειμένος να πληρώσει πολλά. Δεν μπορεί να γίνει αρμπιτράς εκεί. Δείτε όμως το αποτέλεσμα του αρμπιτράς. Καθώς αγοράζω εδώ, η ζήτηση τι κάνει? Όταν όλος ο κόσμος πάει και αγοράζει στη φθηνή αγορά, η ζήτηση τι κάνει? Ανεβαίνει. Και καθώς αυξάνει η ζήτηση, η τιμή τι θα κάνει? Τα αυξηθεί. Εδώ τώρα, εδώ πουλάμε, δηλαδή η προσφορά αυξάνει. Καθώς αυξάνει η προσφορά, η τιμή τι θα αρχίσεις να κάνει να πέφτει. Το τελικό αποτέλεσμα του αρμπιτράς πάντα είναι πΑ ίσον πΒ. Το τελικό αποτέλεσμα του αρμπιτράς είναι πΑ ίσον πΒ. Λόγω του ότι στη μια αγορά αυξάνει η ζήτηση και αυξάνει η τιμή, στην άλλη αυξάνει η προσφορά και μειώνεται η τιμή, μέχρι ποιο σημείο θα κάνει ο άλλος αρμπιτράς, μέχρι το σημείο εκείνο που δεν θα έχει κέρδος. Δηλαδή όταν θα γίνουν αυτές οι δύο τιμές ίσες. Τέτοιου είδους διαδικασίες έχουμε κυρίως στις αγορές συναλλάγματος. Δηλαδή με το που ανοίγουν οι αγορές το πρωί, ανοίγει η αγορά του Λονδίνου, ανοίγει η αγορά της Νέας Υόρκης, ανοίγει η αγορά του Τόκιο. Με το που μπαίνουν οι επενδυτές μέσα, βλέπουν ότι το δολάριο στην Αμερική σε σχέση με το ευρώ είναι φτεινό. Η τιμή του είναι χαμηλή. Ενώ η τιμή του δολαρίου σε σχέση με το ευρώ στην Φραγκφούρτη είναι υψηλή. Με το που ανοίγει η αγορά, δηλαδή σε χρόνο, όχι δευτερολέπτου, κλάσματος δευτερολέπτου. Με το που γίνεται αυτό το πράγμα, αυτοί που έχουν κεφάλαια λένε αγοράζω κατευθείαν δολάρια στην Αμερική και πηγαίνω και τα πουλώ κατευθείαν στη Φραγκφούρτη. Επειδή πλέον είμαστε με υπολογιστές και όλα αυτά εδώ είναι εντολές οι οποίες έχουν προδοθεί, έχουν δοθεί δηλαδή πριν καν να ανοίξει το σύστημα, με το που ανοίγει το σύστημα είναι τέτοιες αυτές οι κινήσεις που φτάνουμε σε εξισορόπιση τιμών σε χρόνον ΔΕΤΕ. Δηλαδή το αρμπιτράζ οδηγεί στην εξίσωση των τιμών. Και γιατί οδηγεί στην εξίσωση των τιμών, διότι πλέον στις διεθνείς χρηματιστικές συναλλαγές δεν υπάρχουν εμπόδια. Δηλαδή δεν υπάρχουν σύνορα στις κινήσεις του χρηματιστικού κεφαλαίου. Άρα εφόσον δεν υπάρχουν εμπόδια, το μόνο κόστος είναι το υπολογιστικό, το οποίο είναι 0. Και για μηδές των χρηματιστών. Άρα αυτό το οποίο βλέπουμε είναι ότι σε χρόνο 0 πια, οι δυο τιμές Φραγκφούρτη και Νέα Υόρκη εξισώνονται. Παλαιότερα, δηλαδή πριν τη δεκαετία του 80, όταν πρωτοβήκαν οι υπολογιστές στα χρηματιστικά, έπαιρνε κάποιο χρόνο. Γιατί γινόταν κυρίως με τηλέφωνα. Δηλαδή με τηλεφωνικές εντολές, όπως βλέπετε κάποιες παλιές ταινίες, οι χρηματιστές να κάνουν τα χέρια έτσι και να ποντάρουν, αυτό θέλει κάποιο χρόνο. Άρα το αρμπιτράζ ήθελε κάποιο χρόνο. Σήμερα που μιλάμε, το αρμπιτράζ γίνεται σε χρόνο 0. Άρα, ακόμα ένα ηθικό δίδαγμα από όλη την διαδικασία, ότι σε μια εποχή στην οποία τα πράγματα έχουν ανοίξει τόσο πολύ, δηλαδή βρισκόμαστε πια σε μια παγκόσμια οικονομία, η οποία είναι μια πραγματική παγκόσμια οικονομία. Πρώτη φορά στην ιστορία έχουμε μια τόσο παγκόσμια οικονομία, στην οποία σχεδόν δεν υπάρχει χώρα η οποία δεν συμμετέχει σε αυτή την παγκόσμια οικονομία. Όταν ασκείς πολιτική, είτε ως επιχείρηση, είτε ως κράτος, δεν μπορείς να μην λαμβάνεις υπόψη σου όλα αυτά εδώ τα οποία συμβαίνουν παγκοσμίως. Παναλαμβάνω, είναι πρώτη φορά στην ιστορία που έχουμε μέσα στο παγκόσμο παιχνίδι σχεδόν όλες τις χώρες. Σχεδόν όλες τις χώρες, από την Ιπποσαχάρια Αφρική μέχρι τη Γριλανδία. Έχουν μπει μέσα στο παιχνίδι της οικονομίας. Εσύ, ως επιχείρηση, πρέπει να λαμβάνεις υπόψη σου πια την μεγάλη εικόνα και όχι την εικόνα του τόπου σου. Όχι, γιατί το αεροπορικό εσιτήριο είναι ονομαστικό. Το αεροπορικό εσιτήριο όταν το βγάζετε είναι ονομαστικό. Δεν μπορώ εγώ δηλαδή να πάρω, εάν θυμάστε, αν βλέπετε τώρα τις διαφημίσεις, βγαίνουν διαφημίσεις των αεροπορικών εταιρεών, ταξιδέψε στη Νέα Υόρκη με 500 δολάρια. Τι 500 ευρώ. Πότε όμως, σου λέει από τότε μέχρι τότε, δηλαδή τον Μάρτιο. Δεν μπορώ εγώ να το αγοράσω το εσιτήριο σήμερα με 500 ευρώ και όταν θα φτάσει η ώρα να πάω έξω από το αεροδρόμιο και να βλέπω κανέναν αναλαφιασμένο ο οποίος να έχει δουλειά, ο οποίος να λέει το πληρώνω όσο όσο. Δηλαδή το εσιτήριο είναι ονομαστικό. Δεν μπορώ να το μεταπουλήσω. Γι' αυτό, συγγνώμη λίγο, γι' αυτό δεν υπάρχει αρμπιτράζ. Δεν μπορώ να αγοράσω φτεινά και να πουλήσω ακριβά. Εκεί δεν είναι ονομαστικά. Καλά, εντάξει τώρα, ονομαστικά στο γήπεδο τρόπος του λέγει. Προσέξτε κάτι, ναι, προσέξτε κάτι, έτσι, προσέξτε κάτι. Είναι λάθος, είναι λάθος, στρατηγικές των ομάδων ως εταιριών. Είναι λάθος, στρατηγικές των ομάδων ως εταιριών. Διότι αυτές οι ομάδες, προσέξτε λίγο, προσέξτε λίγο, δηλαδή οι ομάδες θα μπορούσαν να έχουν πολύ περισσότερα έσοδα εάν ασκούσαν πραγματικό έλεγχο στο γήπεδο. Εάν ασκούσαν πραγματικό έλεγχο, δηλαδή όταν μπαίνει ο Βαρσακέλης με το χαρτί το οποίο γράφει Βαρσακέλης, πρέπει να είναι ο Βαρσακέλης. Εάν λοιπόν εγώ, όπως λέτε, έτσι, δεν ξέρω, έχω να πάω στο γήπεδο από αμνημονεύτων ετών, έτσι, όταν πηγαίναμε, ήταν καλύτερα τα πράγματα. Αν λοιπόν εγώ ως Βαρσακέλης αγοράζω ένα εισιτήριο από την ομάδα, από το ταμείο της ομάδας, προς 20 ευρώ και η ομάδα για κάποιο λόγο έχει πάει πάρα πολύ καλά και υπάρχει μεγάλη ζήτηση, άρα όταν υπάρχει μεγάλη ζήτηση υπάρχει μαύρη αγορά, πηγαίνοντας λοιπόν για το γήπεδο με βρίσκει κάποιος και μου λέει σου δίνω 50 ευρώ, δώσε μου το εισιτήριο. Εάν ο έλεγχος ήταν πραγματικός, δεν θα μπορούσε να γίνει αυτό. Αυτό λέω, έτσι. Άρα εκεί έχεις την ικανότητα να κάνεις αρμπιτράζ. Αν λοιπόν η εταιρεία ομάδα ήταν πραγματική εταιρεία, θα μπορούσε να είχε υψηλότερα έσοδα, κάνοντας έναν καλύτερο διαφορισμό τιμών. Και ταυτόχρονα όμως να έχει έναν καλύτερο έλεγχο στην πόρτα. Για να μην επιτρέψει τον άλλον να αγοράσει 20 και να το πουλήσει 50 και να καρποθεί αυτός τα 30. Αυτά τα 30 ευρώ διαφορά θα έπρεπε να τα καρπόνεται η εταιρεία, η ομάδα. Στις αεροπορικές εταιρίες αυτά τα 30 ευρώ τα καρπόνεται η αεροπορική εταιρεία. Γιατί υπάρχει έλεγχος. Εκεί δεν μπορείς ούτε μαγγιά να κάνεις ούτε τίποτα. Δηλαδή να πας εκεί στο αεροδρόμιο με διαφορετικό εισιτήριο και να πεις όχι αυτό είναι. Σ' έχουν αρπάξει κατευθείαν. Και αν είσαι και στην Αμερική, στη Γερμανία ή στην Αγγλία όχι μόνο σ' έχουν αρπάξει, σε έχουν κάνει, σε έχουν λιανήσει έτσι. Θυμάστε η Παναθηναϊκή ήταν ή οι Αεξίδες που ήταν έκαναν μια μαγγιά στο αεροδρόμιο των Βρυξελών και τους μπουζουριάσαν κατευθείαν και έλειξε το θέμα. Εκεί είναι όλοι Παναγίες. Άρα είναι πολύ σημαντικό να μην μπορείς να κάνεις αρμπιτράς. Τι ώρα πήγε, γιατί σας πήρα λίγο. Ας κάνουμε ένα διάλειμμα και θα συνεχίσουμε. Η δεύτερη ελαστικότητα, η ισοδηματική ελαστικότητα, μας είναι πολύ χρήσιμη, η δεύτερη ελαστικότητα μας είναι πάρα πολύ χρήσιμη, τόσο στην επιλογή των προϊόντων και υπηρεσιών που παράγουμε. Άρα στο χαρτοφυλάκιο των προϊόντων που παράγει η επιχείρηση, όσο και στο χαρτοφυλάκιο των αγορών και ο συνδυασμός μεταξύ των δύο. Αυτό το οποίο ενδιαφέρει κάθε επιχείρηση είναι η θετική ελαστικότητα. Δηλαδή αυτό το οποίο μας ενδιαφέρει είναι να έχουμε μια ελαστικότητα, η οποία είναι μεγαλύτερη από τη μονάδα καταρχήν. Εάν έχουμε μια ελαστικότητα μεγαλύτερη από τη μονάδα για κανονικά αγαθά, τότε αυτού του τύπου τα αγαθά τα ονομάζουμε πολυτελείας. Δηλαδή τα αγαθά πολυτελείας είναι αυτά, ορίζουμε ως αγαθά πολυτελείας, τα αγαθά των οποίων η ελαστικότητα εισοδηματική είναι μεγαλύτερα από τη μονάδα. Άρα εάν βλέπουμε για παράδειγμα στην αγορά στόχο, στην αγορά που μας ενδιαφέρει, ότι το εισόδημα των καταναλωτών αυξάνει μέσα στον χρόνο, τότε μας συμφέρει να παράγουμε αυτού του τύπου τα προϊόντα. Δηλαδή να παράγουμε προϊόντα τα οποία χαρακτηρίζονται από υψηλή εισοδηματική ελαστικότητα. Αυτό το οποίο έχουμε διαπιστώσει τα τελευταία 50-60 χρόνια, είναι ότι καθώς η οικονομία, η κάθε οικονομία μεγεθύνεται, δηλαδή αναπτύσσεται, αυξάνει η μεσαία τάξη. Δηλαδή η μεσαία τάξη της οικονομίας αυτής αυξάνει. Και η μεσαία τάξη συνήθως καταναλώνει προϊόντα το οποίο είναι αυτού του τύπου. Και επειδή η μεσαία τάξη είναι μεγάλη, η πλούση είναι πολύ λίγη. Η μεσαία τάξη είναι μεγάλη, σαν όγκος. Άρα, εάν παράγω προϊόντα τα οποία απευθύνονται στη μεσαία τάξη, τότε με ενδιαφέρει να παράγω τέτοιου τύπου προϊόντα. Επαναλαμβάνω ότι το μέγεθος της μεσαίας τάξης συμβαδίζει με την ανάπτυξη της χώρας. Όσο αναπτύσσεται η χώρα, τόσο μεγαλώνει η μεσαία τάξη. Και όσο μεγαλώνει η μεσαία τάξη, τόσο πιο πολύ αυξάνει η κατανάλωση αυτών των προϊόντων. Η μεσαία τάξη συνήθως συμβαδίζει με καλύτερη καταναλωτική ποιότητα. Πολλούς κόσμος συζητάει για την ανάπτυξη της χώρας, την απαράγουμε. Κατ' αρχάς, ως χώρα θα πρέπει να παράγεις αυτού του τύπου τα προϊόντα. Γιατί? Διότι αυτό το οποίο προβλέπουν όλες οι μελέτες είναι ότι μέχρι το 2030, διότι κτίζεις μια οικονομία, δεν την κτίζεις για αύριο, η οικονομία κτίζεται για να διαρκέσει. Μέχρι το 2030, το μέγεθος της παγκόσμιας μεσαίας τάξης θα είναι 2 δισεκατομμύρια άνθρωποι. 2 δισεκατομμύρια άνθρωποι θα ανήκουν στην μεσαία τάξη παγκοσμίως. Άρα, εάν είσαι μια οικονομία, τι τύπου προϊόντα θα προτιμούσες να παράγεις? Θα προτιμούσες να παράγεις αυτού του τύπου. Διότι καθώς θα αυξάνει το εισόδημα, θα αυξάνει πιο γρήγορα η κατανάλωση. Συμφωνεί? Μόνο για τη Βραζιλία, η μεσαία τάξης της Βραζιλίας, το 2030, αναμένεται να καταναλώνει 1,83 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο. 1,83 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο. Αυτό μας δείχνουν οι προβλέψεις. Η Κίνα αναμένεται να έχει ένα μέσο εισόδημα η μεσαία τάξη, το οποίο θα κοιμένεται από 7,5 μέχρι 15.000 δολάρια, που είναι πάρα πολύ ψηλό σε σχέση με αυτό που έχουν σήμερα. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι ο κόσμος είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον. Δεν είναι ένας μικρόκοσμος, είναι ένας μεγαλόκοσμος. Απλώς στη χώρα μας έχουμε συνηθίζει να κοιτάζουμε το μικρόκοσμο. Άιντε το πολύ πολύ μέχρι τη Βουλγαρία ή μέχρι την Αλβανία. Αλλά εάν κάποιος ανοίξει τα μάτια του και δει τι γίνεται σε παγκόσμιο επίπεδο, θα καταλάβει ότι γίνονται πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Ακόμα και η Νότη Αφρική, συγγνώμη, η Αφρική, αναμένεται να έχει σημαντική αύξηση της μεσαίας τάξης. Η υποσταχάρη Αφρική που είναι η πιο φτωχή. Πολύ καλό είναι, αυτό είπα. Απλώς λέω ότι αυτό είναι το μέλλον. Άρα αν αυτό είναι το μέλλον, ερχόμαστε τώρα να απαντήσουμε στο ερώτημα. Εγώ αν θέλω να γίνω επιχειρηματίας. Δεύτερον, εγώ ως χώρα, ποιες παραγωγικές δραστηριότητες πρέπει να στηρίξω με τον Α ή Β τρόπο, όχι με επιδοτήσεις. Αν πάμε σε επιδοτήσεις, καήκαμε. Ποιες παραγωγικές δραστηριότητες πρέπει να στηρίξω. Δηλαδή, ο οποιοσδήποτε έρχεται, θα πρέπει, για οποιαδήποτε παραγωγική δραστηριότητα, θα πρέπει να κάνω στηρίξη. Που θα πάνε τα χρήματα του επόμενου ΕΣΠΑ. Γιατί το ΕΣΠΑ, τα χρήματα της κοινότητας είναι για να γίνουν υποδομές. Τι είδους υποδομές θα πρέπει να κάνουμε. Παράδειγμα, εάν τα προϊόντα, τα οποία θα ζητιούνται με βάση αυτό που συζητάμε τώρα, δηλαδή είναι προϊόντα με υψηλή ελαστικότητα, ας φέρουμε ένα παράδειγμα, έτσι. Ας πούμε ότι θα ζητιούνται, ξέρω και εγώ, τραπέζια πολυτελείας. Εντάξει, ένα παράδειγμα τυχαίο. Και η μεγάλη ζήτηση θα είναι Ινδία και Κίνα. Οι μεγάλες αγορές, και η Βραζιλία και η Αφρική. Αν, λοιπόν, εγώ θέλω να παράγω τραπέζια πολυτελείας για να καλύψω μια τεράστια αγορά δύο δισεκατομμυρίων ανθρώπων, αυτά τα τραπέζια θα πρέπει να τα μεταφέρω στις χώρες που θα τα εξάγω. Έτσι δεν είναι. Άρα χρειάζομαι λιμάνι. Και όχι οποιοδήποτε λιμάνι, ένα λιμάνι στο οποίο θα μπορώ να φορτώσω στα πλοία τραπέζια. Άρα όταν θα έρθω να δώσω χρήματα μέσω του ΕΣΠΑ θα πρέπει να φτιάξω λιμάνι με υποδομή να μπορεί να εξυπηρετεί τις εταιρίες που παράγουν τραπέζια. Άρα ως κράτος, εξετάζοντας πλέον το μέλλον, οφείλεις να δεις τι γίνεται και να κάνεις προτάσεις πάνω σε αυτό. Όλοι μιλάνε για το Ιαπωνικό θαύμα. Βέβαια στην εποχή μας έχει ξεπεράσει σχεδόν η Κίνα την Ιαπωνία. Αλλά η Ιαπωνία ξεκίνησε κυρίως στη δεκαετία του 60 με μια στρατηγική κρατική πάνω στον ιδιωτικό τομέα. Δηλαδή έδωσε τις κατευθύνσεις στον ιδιωτικό τομέα με ένα και κύριο όπλο, ότι το μέλλον μας είναι σε αυτά τα προϊόντα. Αυτή ήταν η κατεύθυνση της Ιαπωνικής Κυβέρνησης. Εσύ μπορείς στη χώρα να παράγεις ό,τι θέλεις. Παράγεις ρύζι, παράγεις τραπέζια, παράγεις ό,τι θέλεις, μπορείς να τα παράγεις όλα. Αλλά εγώ ως Ιαπωνική Κυβέρνηση θα στηρίξω με τον Α' ή Β' τρόπο παραγωγές που αφορούν τέτοια προϊόντα. Και έδωσαν το βάρος σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Οι δύο μεγάλες κατηγορίες ήταν τα αυτοκίνητα και τα ηλεκτρονικά. Βέβαια μιλάμε το 1960. Επομένως ξεκίνησε εκείνη την εποχή, αλλά βλέποντας πού? Βλέποντας το μέλλον, την επόμενη 15 αιτία. Όχι άμεσα. Δεν κτίζεται μια χώρα άμεσα. Μια χώρα κτίζεται με βάση στο μέλλον. Αυτό το οποίο έκανε λοιπόν η Ιαπωνία είναι ότι είδε 15 χρόνια μετά. Άρα εγώ πρέπει να προετοιμαστώ σήμερα. Τι θα ζητάει η μεσαία τάξη της Ευρώπης και της Αμερικής μετά? Θα ζητάει καλύτερα αυτοκίνητα και καλύτερα ηλεκτρονικά. Πράγματα τα οποία βελτιώνουν τη ζωή μας. Όταν λοιπόν πρωτοεμφανίστηκαν τα πρώτα ιαπωνικά αυτοκίνητα στα τέλη της δεκαετίας του 60, όλοι είχαν σκάσει στα γέλια. Όλοι είχαν σκάσει στα γέλια. Ήταν τα πρώτα βήματα. Ήταν τα πρώτα βήματα. Δηλαδή από εκεί που είχες την Alfa Romeo, είχες την BMW, είχες την Jaguar, ξαφνικά εμφανίζεται ένα Toyota, εμφανίζεται ένα Datsun. Είναι η Nissan. Εμφανίζεται ένα Mitsubishi, εμφανίζεται μια Honda. Κακομούτσουνα άσχημα αυτοκίνητα. Σήμερα που μιλάμε ποιος τολμά να χαρακτηρίσει την Toyota, την Nissan, την Mitsubishi, την Honda με τον ίδιο τρόπο που είχαμε το 1960. Κανείς. Η μεγαλύτερη αυτοκίνητοβιομηχανία στον κόσμο σήμερα είναι η Toyota. Αυτό όμως δεν ήταν αποτέλεσμα μιας τυχαίας διαδικασίας. Προσέξτε, στηρίχτηκε πάνω σε αυτό. Όσο και να φαίνεται παράξενο, το ιαπωνικό θαύμα, μαζί με όλα τα άλλα, έτσι τώρα μην τα παραλέμε, απλώς στο μάθημά μας τώρα, έτσι σε σχέση με το μάθημά μας, κορμός της στρατηγικής της Ιαπωνίας ήταν αυτό. Το μετέφρασαν αυτό σε αυτά. Ελεκτρονικά και λοιπά, δεν υπάρχει κάτι ηλεκτρονικό από φωτογραφικές μηχανές μέχρι τηλεοράσεις και λοιπά, ήταν η Ιαπωνία. Αυτό λοιπόν αποτέλεσε μια στρατηγική επιλογή. Η Κορέα αναπτύχθηκε από το 50, το 60 και το 70 ως μια χώρα με φθηνό εργατικό δυναμικό. Αυτό όμως έφτανε στα όρια κάποια στιγμή, φτάνει στα όρια δηλαδή, σταματάει. Ποιο είναι το μέλλον της Κορέας, μιλάμε για τα τέλη της 16ου το 70. Η Κορέα σχεδιάζει το μέλλον της πάλι με αυτό. Τι είναι αυτό το οποίο θα ζητά ο κόσμος τα επόμενα 15 χρόνια, ηλεκτρονικά και αυτοκίνητα. Δεν άλλαξε τίποτα. Άρα θα βγούμε και θα παράγουμε αυτοκίνητα και ηλεκτρονικά. Εκεί θα εντάξουμε τη στρατηγική μας. Όταν πρωτοβήκαν τα Κορεάτικα, πάλι το ίδιο. Κορεάτικο θα πάρουμε, το ένα θα κάνουμε. Σήμερα που μιλάμε, δεν έχουν φτάσει στο επίπεδο της Toyota, ακόμη. Είναι νωρίς, πιστεύω σε μια δεκαετία θα είναι αυτού του επίπεδου. Σαν εικόνα μπορείς αν αυτοκίνητα να είναι και καλύτερα. Αλλά σαν εικόνα ακόμα δεν έχουν φτάσει στο επίπεδο της Toyota ή της Volkswagen. Αλλά η πορεία είναι προδιαγραμμένη. Σήμερα που μιλάμε στα ηλεκτρονικά, ποιος όταν θα πούμε ένα κινητό τηλέφωνο, θα πούμε είτε iPhone ή Samsung. Πριν από 10 χρόνια μόλις, θα έλεγες Nokia, θα έλεγες Ericsson, θα έλεγες Motorola, θα έλεγες Alcatel. Ο κόσμος αλλάζει. Και αυτός ο οποίος προλαβαίνει είναι αυτός ο οποίος σχεδιάζει καλύτερα. Δεν συζητά. Το σχέδιο δεν σημαίνει συζήτηση, να καθίσουμε στο καφενείο και να συζητάμε με τις ώρες. Το σχέδιο σημαίνει μολύβι και χαρτί. Υπολογισμοί, αριθμοί, όλα αυτά να μπουν κάτω και να σχεδιάσουμε το μέλλον. Όχι για αύριο, για 15 χρόνια μετά. Θα μου πεις πότε η Ελλάδα είχε τέτοιο μακροπρόθερμο σχεδιασμό. Πότε. Έτσι. Είναι ο ορισμός του βραχυχρόνιου. Ο ναφυγικός τομέας της Κορέας είναι το παλιό. Δηλαδή, τα ναφυγεία στην Κορέα ξεκίνησαν το 60 και το 70 γιατί είναι κυρίως εντάστος εργασίας και χρειάζονται φθινό εργατικό δυναμικό. Το καινούριο της Κορέας δεν είναι τα ναφυγεία. Γι' αυτό, και βλέπετε, φώναξε η κορεάτικη κυβέρνηση τους Έλληνες εφοπλιστές για να τους παρακαλέσει στην ουσία, ελάτε στα δικά μας ναφυγεία και όχι στις Κίνας. Γιατί? Γιατί τα μεροκάμματα στην Κίνα είναι ακόμα φθινότερα από ότι είναι της Κορέας. Είναι εντάστος εργασίας, δηλαδή χρησιμοποιούν πάρα πολύ εργατικό δυναμικό. Γι' αυτό, και βλέπετε, στην αρχή ήταν τα ναφυγεία της Ιαπωνίας, μετά τα ναφυγεία της Ιαπωνίας πήγανε στην Κορέα και στη συνέχεια πήγανε στην Κίνα. Δηλαδή, τα περισσότερα ναφυγεία τώρα είναι στην Κίνα λόγω του φθινού εργατικού δυναμικού. Είμαστε ok. Άρα, έχουμε έναν κόσμο, ο οποίος αλλάζει συνεχώς, ευτυχώς που αλλάζει και οφείλει εσύ ως κοινωνία και ως επιχείρηση από την άλλη μεριά, να ανταπεξέλθεις, να προβλέψεις, να προγραμματίσεις και να πιάσεις το κύμα των αλλαγών. Αλλά για να πιάσεις το κύμα των αλλαγών πρέπει να έχεις ανοιχτά τα μάτια. Αν δεν έχεις ανοιχτά τα μάτια και τα έχεις κλειστά, να έχεις 360 μήρες ορίζοντα και να βλέπεις τα πάντα. Τώρα, ένα δεύτερο θέμα σε σχέση με την ελαστικότητα είναι όταν εμείς παράγουμε προϊόντα, τα οποία έχουν μια ελαστικότητα η οποία είναι αρκετά χαμηλή, μικρότερη από τη μονάδα και μπορεί να γίνεται και αρνητική. Τότε, αυτό το οποίο προσπαθούν να κάνουν οι επιχειρήσεις είναι να μεγαλώσουν τον κύκλο ζωής του προϊόντος, αλλάζοντας ή επιλέγοντας άλλες αγορές. Ο κύκλος ζωής του προϊόντος, εδώ είναι ο χρόνος και εδώ είναι οι πωλήσεις σε μια αγορά α. Στην αρχή οι πωλήσεις μας αυξάνουν γρήγορα, από το σημείο καμπίσμετα αρχίζουν και επιβραδύνουν, συνεχίζουν να αυξάνουν αλλά αυξάνουν με επιβραδυνόμενο ρυθμό και στη συνέχεια φτάνουν στο ανώτατο και αρχίζουν και πέφτουν. Μέσα στο χρόνο το εισόδημα αυξάνει. Άρα από κάποιο σημείο και έπειτα οι καταναλωτές αρχίζουν και θεωρούν τα προϊόντα αυτά κατώτερα. Τι κάνουν λοιπόν οι επιχειρήσεις, ψάχνουν να βρουν αγορές, μια άλλη αγορά τώρα, χρόνος, πωλήσεις, είμαστε στο 2013, ψάχνουν να βρουν αγορές οι οποίες βρίσκονται λίγο πιο πριν, δηλαδή ο κύκλο ζωής να ξεκινάει λίγο πιο αργά εκεί. Άρα αυτή είναι η αγορά Α, άρα αποχωρούν από την αγορά Α και μεταφέρουν τις πωλήσεις στην αγορά Β, διότι ο κύκλο ζωής του προϊόντος ξεκινά πιο αργά. Όταν θα φτάσει το 2020 για παράδειγμα και σε αυτή την αγορά στο σημείο που θα αρχίζουν να πέφτουν οι πωλήσεις, τότε αυτή η επιχείρηση ψάχνει να βρει μια τρίτη αγορά, στην οποία ο κύκλο ζωής θα ξεκινάει από το 2020 και ούτω καθεξής, μέχρι να τελειώσουν όλες οι αγορές. Μπορεί να το κάνεις αυτό έσα ή όχι, μπορείς να το κάνεις πάντα, όχι. Δεν γίνεται σε όλα τα προϊόντα, αλλά είναι μία εναλλακτική για να κρατήσεις τον κύκλο ζωής του προϊόντος ακόμα περισσότερο. Γεγονός είναι ένα, ότι αυτός ο κύκλο ζωής τουλάχιστον στα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας είναι πάρα πολύ συνοπτικός και ο κύκλος ζωής του προϊόντος σε παγκόσμια κλίμακα συνήθως συμπίπτει. Βλέπετε ότι η κάθε εταιρεία ανακοινώνει το καινούριο προϊόν της, τεχνολογικό, ταυτόχρονα σε όλο τον κόσμο. Άρα, ο κάτοικος της Νότιας Αφρικής, ο κάτοικος της Κορέας, ο κάτοικος της Ελλάδας, ο κάτοικος της Ρωσίας, της Αμερικής, της Αργεντινής, μπορεί εκείνη την ημέρα να αγοράσει το συγκεκριμένο προϊόν. Άρα, στα τεχνολογικά προϊόντα, οι κύκλοι ζωής πια συμπίπτουν. Προσέξτε, σε ορισμένες χώρες, ίσως ο κύκλος ζωής να είναι πιο στενός, δηλαδή πιο γρήγορα να φτάνει στην ορίμανση. Αυτό το οποίο κάνουν όμως οι εταιρείες υψηλής τεχνολογίας που είναι παγκόσμιες, είναι να έχουν συνήθως τον ίδιο κύκλος σε όλες τις αγορές. Δηλαδή δεν τους συμφέρει να έχουν διαφορετικούς κύκλους. Θέλουν την παγκόσμια αγορά, δηλαδή για την Apple ή την Samsung, τους δυο μεγάλους πια στην κινητή τηλεφωνία. Η αγορά τους δεν είναι η Αμερική. Η αγορά τους δεν είναι η Κορέα. Η αγορά τους δεν είναι η Γερμανία. Η αγορά τους είναι ο κόσμος. Άρα η Apple και η Samsung στην ουσία έχουν έναν κύκλο τον παγκόσμιο πια. Έχουν έναν κύκλο τον παγκόσμιο. Αυτό είναι για αυτού του τύπου τις εταιρείες. Υπάρχουν εταιρείες όμως σε προϊόντα άλλου τύπου οι οποίες έχουν διαφορετική συμπεριφορά, όπως είναι αυτό το παράδειγμα το οποίο κάναμε. Τα παλαιότερα χρόνια που δεν είχαμε τις παγκόσμιες εταιρείες ήσχε για όλους. Ακόμα και για τις αυτοκίνητοβιομηχανίες. Απέσυρε ένα μοντέλο η Volkswagen από την Ευρώπη, αλλά συνέχιζε να το παράγει και να το πουλάει στη Βραζιλία. Για παράδειγμα ο παλιός καραβαίος, το παλιό μοντέλο τους καραβαίου συνέχιζε να παράγεται στη Βραζιλία και στο Μεξικό μέχρι το 1980. Μέχρι τη δεκαετία του 80. Ενώ στην Ευρώπη είχε καταρρυθεί από τα τέλη της δεκαετίας του 60. Επέκταση. Αλλά δεν ήταν παγκόσμιες αγορές. Σήμερα η Volkswagen ακολουθεί άλλο πράγμα. Είναι παγκόσμιες εταιρείες πια. Ο κύκλος τους είναι παγκόσμιος. Επαναλαμβάνω για να γίνει κατανοητό ότι δεν είναι όλα τα προϊόντα και όλοι οι κλάδοι παγκόσμοι. Ορισμένα προϊόντα έχουν αυτόν τον παγκόσμο χαρακτήρα. Άρα προσπαθείς να δεις σε παγκόσμια κλίμακα τι γίνεται. Εντάξει. Και επίσης κάτι να συμπληρώσουμε ότι αυτό το οποίο σε συμφέρει ως επιχείρηση είναι να είσαι ταυτόχρονα εδώ και ταυτόχρονα εδώ. Αυτό που σε συμφέρει σαν επιχείρηση είναι να έχεις υψηλή ισοδηματική ελαστικότητα και ταυτόχρονα να έχεις χαμηλή ελαστικότητα ως προς την τιμή. Για να μπορείς να επιβάλλεις υψηλή τιμή κατευθείαν και να βγάλεις γρήγορα κέρδη. Υψηλή ισοδηματική ελαστικότητα και γρήγορα κέρδη. Η τέλεια κατεγίδα. Έτσι. Ο George Clooney είναι η λύπη. Είμαστε ok. Τώρα. Δύο θέματα ακόμα σε σχέση με την ελαστικότητα. Γιατί έφτασε. Τι ώρα είναι. Εντάξει. Παρά τέταρτο ή παρά δέκα. Και 47. Δύο θέματα ακόμα. Τα οποία είναι πολύ σημαντικά. Πρώτον. Ότι η ελαστικότητα ως προς την τιμή. Σβήνω και γράφω εδώ τώρα. Η ελαστικότητα ως προς την τιμή. Της επιχείρησης. Η ελαστικότητα ως προς την τιμή. Της επιχείρησης για το συγκεκριμένο προϊόν. Σε απόλυτη τιμή. Η ελαστικότητα της επιχείρησης. Είναι μεγαλύτερη από την ελαστικότητα του κλάδου. Η ελαστικότητα ως προς την τιμή της επιχείρησης. Είναι πάντα μεγαλύτερη από την ελαστικότητα του κλάδου. Δηλαδή, έχουμε τον κλάδο των ζυμαρικών. Πάστα, μακαρόνια κλπ. Η ελαστικότητα του κλάδου είναι μεγαλύτερη από την ελαστικότητα των προϊόντων της εταιρείας Μίσκο. Διότι η Μίσκο έχει ανταγωνιστές την Μπαρίλα, την Μέλησα, τον Κίκιζα κλπ. Αν λοιπόν εγώ αυξήσω την τιμή μου, υπάρχει μεγάλο ενδεχόμενο οι πελάτες αντί να αγοράζουν Μίσκο, να απστραφούν στα άλλα τα προϊόντα, στις άλλες εταιρείες. Άρα η μείωση στη ζήτησή μου θα είναι μεγαλύτερη. Το ξαναλέω. Το σημαντικό στην ελαστικότητα είναι το κατά πόσο υπάρχουν υποκατάστατα. Αν δεν υπάρχουν υποκατάστατα, τότε η ελαστικότητα είναι σχετικά χαμηλή. Εάν όμως υπάρχουν υποκατάστατα, τότε η ελαστικότητα είναι υψηλή. Δηλαδή, αν αυξήσω εγώ την τιμή, θα πέσουν πολλοί πολύσεις μου. Γιατί? Διότι αυξάνω εγώ την τιμή και φεύγει ο άλλος από μένα και πάει στους ανταγωνιστές μου. Όταν όμως μιλάμε στον κλάδο, ποια είναι τα υποκατάστατα των ζυμαρικών? Τα όσπρια. Αλλά η υποκαταστασιμότητα, σκεφτείτε το λίγο, υποκαταστασιμότητα μακαρόνια μίσκο και μακαρόνια μέλισσα. Η υποκαταστασιμότητα είναι πολύ μεγάλη. Αν δεν μας δείξουν, για παράδειγμα, την φύρμα, πολλές φορές δεν καταλαβαίνουμε και τη μακαρόνια τρώμε. Εντάξει, εάν όμως αυτό είναι υποκαταστασιμότητα είναι μεγάλη. Όταν δεν καταλαβαίνεις τη διαφορά, η υποκαταστασιμότητα είναι πολύ μεγάλη. Άρα, αν αυξήσει η μίσκο την τιμή, ο κόσμος θα πει, αντί να αγοράζω μίσκο, θα πάω να αγοράσω μέλισσα, γιατί είναι πιο φτεινά. Το ίδιο πράγμα, μακαρόνια είναι. Όμως, η υποκαταστασιμότητα μεταξύ ζυμαρικών και οσπριών είναι χαμηλότερη. Αν δεν σας σερβίρουν μακαρόνια και σας σερβίρουν φασόλια, θα το καταλάβετε. Άρα, η υποκαταστασιμότητα είναι χαμηλότερη. Κάποιοι από αυτούς που κατανάλοναν μακαρόνια, όταν θα αυξηθεί η τιμή των μακαρονιών, θα πάνε να αγοράσουν όσπρια, θα υποκαταστήσουν τα μακαρόνια με τα όσπρια. Όχι όμως όλοι. Άρα, εδώ τι έχουμε λοιπόν. Όταν μιλάμε για επιχείρηση, η ελαστικότητα πάντα είναι μεγαλύτερη από την ελαστικότητα ως προς τον κλάδο. Λόγω του ότι υπάρχουν περισσότερα υποκατάστατα. Δεύτερον, η ελαστικότητα μακροχρόνια, δηλαδή αν λάβουμε υπόψη μας τον χρόνο, είναι μεγαλύτερη από την ελαστικότητα βραχυχρόνια. Δηλαδή με την πάροδο του χρόνου η ελαστικότητα αυξάνει, τόσο του κλάδου όσο και των επιχειρήσεων. Με την πάροδο του χρόνου η ελαστικότητα αυξάνει. Μπαίνουν και άλλοι ανταγωνιστές μέσα. Μπαίνουν και άλλα προϊόντα. Και αυτό οδηγεί τελικά στην άνοδο, στην αύξηση της ελαστικότητας. Άρα, μακροχρόνια όλοι το ξέρουμε ότι η ελαστικότητά μας θα είναι πάντα μεγαλύτερη. Άρα, ό,τι είναι να κερδίσεις, θα το κερδίσεις στην αρχή. Καλά χρυστούγεννα.