: Το 1980 καθίσαμε στην δεκάτη συμμεριερχίας στην οδό και απέναντί μας είχαμε την εβρεϊκή συνοικία, την λεγόμενη Χαύρα ή Μπαρμπούτα. Πάντοτε μ' άρεσε να κάθουμε στο παλκόνι να παρατηρώ τα σπίτια τα οποία ήταν πάρα πολύ έλημα, δεν είχαν κόσμο, μόνο λίγες γριές κυκλοφορούσαν και ζούσαν εκεί μέσα. Με προκαλούσε πάρα πολύ εντύπωση το θέμα αυτό, πως ερημόθηκε αυτή η γειτονιά, πως θα ήταν πριν από το 1940 που ήταν μια από τις πιο ζωντανές εβρεϊκές κοινότητες της Ελλάδας. Τα σπίτια ιδιαίτερα μ' αρέσανε πάρα πολύ, ήταν μικρά παρότι δεν ήταν στην καλύτερη κατάσταση, μου θυμίζανε με τα σαγνησιά που είχανε με το χρώμα της σόχρας και το μπλε, το λουλακί θα μπορούσα να πω, το σπίτι της γιαγιάς μου στο χωριό. Πάντοτε ήθελα να ζήσω σε ένα τέτοιο σπίτι. Κάποτε επισκέφτηκα ένα και μ' άρεσε. Αποφασίσαμε με τον άντρα μου να δούμε αυτά τα σπίτια και αν είναι δυνατόν να μπορέσουμε να αγοράσουμε κάποιο και να το αναπαλαιώσαμε, γιατί τη δεκαετία του 80 κηρύχθηκε έναν διατηρητέα. Μας δώθηκε η ευκαιρία που λιώτανε αυτό που κατοικούμε τώρα, το αγοράσαμε και στη συνέχεια ο δήμος Βηβέριας με έναν αξιόλογο δήμαρχο, εγώ θα του μνημονέσω τον Γιάννη το Χασιώτη, είχαν ένα πρόγραμμα και σχεδόν μας το χτίσανε δωρεάν. Βέβαια βάλαμε και εμείς κάποια λεφτά αλλά τα περισσότερα τα έβαλε ο δήμος. Από εκεί και πέρα μόλις έγινε το σπίτι ήρθαμε και κατοικήσαμε. Το σπίτι αυτό στο Ισσόγειο, όταν το πήραμε εμείς, ήταν πέτρινο αλλά είχε κατά τη συνήθεια της εποχής εκείνης, δεν ξέρω αν οι Εβραίοι το χρησιμοπούσαν για τον ίδιο λόγο, αλλά οι Βλέχοι που κατοικήσανε μετά από μας, οι πρώτοι δυο Έλληνες, οι δυο Χριστιανοί ιδιοκτήτες, είχαν κάτω τα παχνιά. Τα οποία σταυλίζανε τα ζώα τους, ήταν κυραντζίδες, είχαν άλογα για τη μεταφορά ξύλων στο δάσος. Εκείνο τον καιρό συγκατοικούσανε άνθρωποι και ζώα και αυτά τα παχνιά όταν εμείς αγοράσαμε το σπίτι, εγώ τα είδα και τα χάλασα ο ίδιος. Ψάχναμε να σας πω την αλήθεια και μήπως βρούμε κάποια πράγματα μέσα, αλλά δεν βρήκαμε τίποτα. Στο χώρο τώρα εκεί που καθαρίσαμε, φτιάξαμε τη βιβλιοθήκη μας, το γραφείο και ένα σπίτι και ένα δωμάτιο για τους ξένους. Στον όροφο επάνω είναι ο χώρος που ζούμε κερίως και υπάρχει και η σοφίδα την οποία έχει μένει η κόρη μας. Όταν τακτοποιήθηκαμε καλά, όταν τελείωσε το σπίτι, ήρθαμε τον φθινόπωρο να μείνουμε. Τότε οι τρεις μας αποφασίσαμε την πρώτη μας πρωτοχρονιά να τη ζήσουμε όλοι μαζί με τους γονείς μας και τα αδέρφια μας. Πράγματι, περιμέναμε εκείνη τη μέρα, αστολίσαμε το σπίτι, μαγειρέψαμε, ήρθανε όλοι, ήρθανε τα αδέρφια μας, ήρθε η πεθερά μου, ο πεθερός μου, παρ' ό,τι ήταν άρρωστος, παρ' όλα αυτά ήρθε για να χαρεί και αυτός το σπίτι του γιου του και της νύφιστης μου, ο πατέρας μου, αλλά δεν ήταν η μαμά μου. Πιστεύω από ψηλά, εκείνο το βράδυ που μας έβλεπε σίγουρα θα ήτανε χαρούμενο. |