Διάλεξη 6: Συγκριτικό εκκλησιαστικό δικαίου, συνεχίζουμε την ερμπινία του άρθρου 13, του νόμου 4301 του 2014 για την οργάνωση της νομικής μορφής των θρησκευτικών κοινοτήτων και των ενώσεών τους στην Ελλάδα. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι για πρώτη φορά ένας ελληνικός νόμος αναγνωρίζει για την Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα και συγκεκριμένα για τους οργανισμούς της, δηλαδή την Ιερά Σύνοδο της Καθολικής Ιεραρχίας της Ελλάδος, η οποία διοικεί την Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα ως εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο που αναγνωρίζεται αυτοδικαίως ως τέτοιο από τον νόμο αυτόν, καθώς και για τις επισκοπές της Καθολικής, τις ενορίες και τις μονές, που αναγνωρίζονται αυτοδικαίως ως θρησκευτικά νομικά πρόσωπα και επιλαμβάνονται στη λίστα των 240 περίπου θρησκευτικών νομικών προσώπων. Για πρώτη φορά λοιπόν αναγνωρίζει ότι όλοι αυτοί οι οργανισμοί της Καθολικής Εκκλησίας που αποκτούν νομική προσωπικότητα, σύμφωνα αυτοδικαίως, σύμφωνα με τον νόμο αυτόν 4301 του 2014, ότι αυτοί οι οργανισμοί είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένοι με την Καθολική Εκκλησία. Δηλαδή είναι οργανισμοί της Καθολικής Εκκλησίας και ότι η εσωτερική οργάνωση και λειτουργία τους διέπεται από το κανονικό δίκαιο της Καθολικής Εκκλησίας. Για πρώτη φορά υπάρχει αυτή η αναγνώριση του κανονικού δικαίου της Καθολικής Εκκλησίας για την οργάνωση και λειτουργία των οργανισμών της στην Ελλάδα. Βέβαια δεν είναι κάτι το ιδιαίτερα εντυπωσιακό διότι αυτό, αν και είναι σημαντικό που αναφέρεται σε ένα νόμο της Βουλής, εν τούτης σε κανόνες αυξημένης τυπικής ισχύος που ισχύουν στην Ελλάδα, δηλαδή στο Διεθνές Δίκαιο Θρησκευτικών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στο ΣΥΔΕΜΑ της Ελλάδος, εξυπονοείται αυτό διότι το δικαίωμα στην αυτονομία των εκκλησιών της θρησκευτικών κοινοτήτων εμπεριέχεται, δηλαδή αποραίει, από τη θρησκευτική ελευθερία, όπως δέχεται το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Αθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Μητροπολική Εκκλησία της Βεσαραβίας κατά Μολδαβίας. Και, συνεπώς, τα κρατικά αδίκεια εμπεριέχουν παραπομπή στα εσωτερικά αδίκεια των θρησκευμάτων για τη ρίδμηση των εσωτερικών τους υποθέσεων. Αυτό σημαίνει δικαίωμα στην αυτονομία διεθνές και συνταγματικό. Εφόσον, βεβαίως, οι εκκλησίες αυτές οι θρησκευτικές κοινότητες είναι ελεύθερες, δηλαδή εφόσον δεν είναι κρατικές, διότι αν είναι κρατικές, τότε οι ίδιες αυτές οι εκκλησίες που είναι κρατικές, συνενούν στον περιορισμό, όχι στην κατάργηση, στον περιορισμό του δικαιώματος τους στην αυτονομία, διότι κρατικοποιούμενες αποδέχονται τη δικαιοδοσία, τη νομοθετική του κράτους, να ρυθμίζει εσωτερικές διοικητικές τους υποθέσεις, οι οποίες δεν έρχονται σε αντίθεση με τα δόγματα και με τη λατρεία, με νόμους της Βουλής. Δηλαδή, αποδέχονται, να θεσπίζει, οι κρατικές εκκλησίες αποδέχονται, συνενούν και αποδέχονται να θεσπίζει η Βουλή του αντίστοιχου κράτους το καταστατικό τους, ενώ οι ελεύθερες εκκλησίες, οι θρησκευτικές κοινότητες, θεσπίζουν μόνις τους το καταστατικό τους. Αυτή άλλωστε είναι η διαφορά μεταξύ μιας κρατικής και μιας ελεύθερης εκκλησίας. Ποιος θεσπίζει το καταστατικό της εκκλησίας ή της θρησκευτικής κοινότητας. Αν το θεσπίζει η ίδια η εκκλησία της θρησκευτικής κοινότητα με το νομοθετικό της όργανο, τότε η εκκλησία είναι ελεύθερη. Εάν το καταστατικό της το θεσπίζει η Βουλή, δηλαδή το κρατικό νομοθετικό όργανο, τότε η εκκλησία είναι κρατική. Όπως συμβαίνει με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος και την Ορθόδοξη Εκκλησία της Κρήτης, αλλά ακόμα και με το Αγιορρος, εν μέρη με το Αγιορρος, διότι το καταστατικό χάρτη της εκκλησίας της Ελλάδος τον ψηφίζει ως νοστον η Βουλή, το καταστατικό χάρτη της εκκλησίας της Κρήτης τον ψηφίζει ως νοστον η Βουλή, το δεκαταστατικό χάρτη του Αγιορρος τον εγκρίνει ως προς το διοικητικό του μέρος η Βουλή, ενώ τον έχει ψηφίσει προηγουμένως η Ιερά Κοινότητα με την προβλεπόμενη σύνθεσή της. Αντιθέτως, το καταστατικό της Καθολικής Εκκλησίας δεν το ψηφίζει κανένα κρατικό νομοθετικό όργανο. Το καταστατικό της Καθολικής Εκκλησίας ο γνωστός αποτελείται από τρεις παππικούς νόμους. Ένας παππικός νόμος κύρωσε νομοθετικά τον κώδικα Κανονικού Δικαίου της Λατινικής Εκκλησίας, ο άλλος παππικός νόμος κύρωσε νομοθετικά τον κώδικα Κανόνων των Ανατολικών Καθολικών Εκκλησιών και ο τρίτος παππικός νόμος είναι αυτός ο οποίος αφορά τη Ρωμαϊκή Κουρία. Αυτοί οι τρεις παππικοί νόμοι συνιστούν το καταστατικό της Καθολικής Εκκλησίας, το οποίο κυρώνεται μόνο από τον Πάπα που είναι το ανώτατο νομοθετικό όργανο της Καθολικής Εκκλησίας. Από κανένα κράτος δεν ψηφίζει καταστατικό της Καθολικής Εκκλησίας, διότι η Καθολική Εκκλησία είναι μια ελεύθερη εκκλησία σε όλες τις χώρες οπουδρά. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 13 αναφέρεται ότι οι φιστάμενοι ναοί, σε σχέση με την Καθολική Εκκλησία, οι φιστάμενοι ναοί, οι ευκτήριοι οίκοι, μονές, ησυχαστήρια, παρεκκλήσια, εξοκλήσια και γενικότερα χώροι λατρείας της Καθολικής Εκκλησίας, που δεν περιλαμβάνονται στο παρόν άρθρο, καθώς και χώροι λατρείας που η τελευταία θα ιδρύσει στο μέλλον, δίνανται να θεωρούνται ως παραρτήματα των αντίστοιχων θρησκευτικών ή εκκλησιαστικών νομικών προσώπων, να διοικούνται και να εκπροσωπούνται από αυτά και η εσωτερική οργάνωση και λειτουργία τους να διέπεται από το κανονικό δίκαιο της Καθολικής Εκκλησίας. Εντός προθεσμίες δύο ετών οι άδειες ίδρυσης και λειτουργίας των νομίμων συλλειτουργούντων χώρων λατρείας επανεκδίδονται στο όνομα του οικείου θρησκευτικού ή του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου της Καθολικής Εκκλησίας μετά από αίτησή του, την οποίαν προσυπογράφει και ο θρησκευτικός λειτουργός που διαπιμένει το χώρο λατρείας χωρίς καμιά άλλη διατύπωση, χωρίς την υποβολή λοιπόν δικαιολογητικών. Τι μας λέει αυτή η διάταξη παραγραφού 3, μας λέει ότι χώροι λατρείας που δεν έχουνε συμπεριληφθεί σε αυτή τη λίστα των θρησκευτικών νομικών προσώπων μπορούν στο μέλλον να ιδρύονται σαν παραρτήματα αντίστοιχων θρησκευτικών ή εκκλησιαστικών νομικών προσώπων και η οργάνωση και η λειτουργία τους να διέπεται από το κανονικό δικαίωμα της Καθολικής Εκκλησίας να διοικούνται και να εκπροσωπούνται από τα αντίστοιχα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα, των οποίων αποτελούν παραρτήματα. Αυτή είναι η μία λύση για τα μελλοντικά, για τους μελλοντικούς χώρους λατρείας, να θεωρούνται ως παραρτήματα αν θέλουν τα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα ή το εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο της Καθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα αν θέλουν να χρησιμοποιήσουν αυτή τη λύση, να θεωρούν τους μελλοντικούς χώρους λατρείας σαν παραρτήματα. Η άλλη λύση είναι η εξής, την αναφέρει η παράραφος 4 «Θρησκευτικές κοινότητες που λειτουργούν εφιστάμενους ναούς, ευκτήριους οίκους, μονές, εισηχαστήρια και γενικότερα χώρους λατρείας της Καθολικής Εκκλησίας που δεν με λαβάνονται στο παρόν άρθρο, καθώς και τις θρησκευτικές κοινότητες που θα ιδρύσουν στο μέλλον ναούς, ευκτήριους οίκους, μονές, εισηχαστήρια και γενικότερα χώρους λατρείας, σύμφωνα με το κανονικό δίκιο της Καθολικής Εκκλησίας, δύνανται να αποκτούν την ιδιότητα του θρησκευτικού νομικού προσώπου κατά τις διατάξεις των άρθρων 3 επόμενα υποβάλλοντας τα δικαιολογικά της παραγράφω 1Β. Ως προς εσωτερική οργάνωση και λειτουργία τους θα διέπονται από το κανονικό δίκιο της Καθολικής Εκκλησίας». Δηλαδή η λύση άλλη ποια είναι ότι οι θρησκευτικές κοινότητες, οι καθολικές κοινότητες οι οποίες θα ιδρύουν στο μέλλον χώρους λατρείας θα μπορούν να αποκτούν τη μορφή του θρησκευτικού νομικού προσώπου αν το επιθυμούν. Δηλαδή η μία λύση είναι για τα μελλοντικά, για τις καθολικές κοινότητες οι οποίες θα ιδρύουν στο μέλλον χώρους λατρείας. Η μία λύση είναι να θεωρούνται παρατήματα των εφιστάμων θρησκευτικών προσώπων αυτή η χώρα λατρείας. Η άλλη λύση είναι αυτές οι κοινότητες οι καθολικές οι οποίες θα ιδρύουν μελλοντικά χωρους λατρείας να αποκτούν τη μορφή του θρησκευτικού νομικού προσώπου αλλά δεν θα έχουν αυτοδίκη αναγνώριση από το νόμο αυτό αλλά όλα τα μελλοντικά θρησκευτικά νομικά πρόσωπα της Καθολικής Εκκλησίας θα πρέπει να αναγνωρίζονται κατά τη συνηθισμένη διαδικασία, όχι αυτοδικαίως. Αυτοδικαίως αναγνωρίζονται μόνο όσα επιλαμβάνονται στη λίστα που περιέχεται στο νόμο αυτό 43.01.2014, δηλαδή περίπου 240 θρησκευτικά νομικά πρόσωπα συν την Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα που αναγνωρίζεται αυτοδικαίως ως εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο. Όμως, οι δυο αυτές λύσεις δεν δίνονται για τις υπόλοιπες εκκλησίες ή θρησκευτικές κοινότητες τις διαφορετικές από την Καθολική, διότι η παράγραφος 7, μόνο μια λύση δίνεται για αυτές, όχι οι δύο να επιλέξουν όποια θέλουν, διότι η παράγραφος 7 αναφέρει «οι φιστάμενοι ναοί, ευκτήριοι οίκοι, μονές, ησυχαστήρια και γενικότερα χώροι λατρείας των θρησκευτικών κοινοτήτων» της παράγραφου 5, δηλαδή των μη καθολικών, που δεν περιλαμβάνονται στο παρόν άρθρο καθώς και «χώροι λατρείας που οι τελευταίες θα εδρήσουν στο μέλλον μπορούν να θεωρούνται ως παραρτήματα των αντίστοιχων θρησκευτικών ή εκκλησιαστικών νομικών προσώπων να διοικούνται και να εκπροσωπούνται από αυτές και σύμφωνα με τον κανονισμό τους». Δηλαδή, όσοι χώροι λατρείας δεν περιλαμβάνονται στην λίστρα την περιεχόμενη σε αυτόν τον νόμο ως προς τις εκκλησίες της θρησκευτικές κοινότητες τις διαφορετικές από τη Γαθολική Εκκλησία. Ή όσοι χώροι λατρείας εδρυθούν στο μέλλον, όλοι αυτοί χώροι λατρείας θα θεωρούνται παραρτήματα των αντίστοιχων θρησκευτικών νομικών προσώπων. Δηλαδή, δεν προβλέπεται η λύση, η άλλη λύση, να αποκτήσουν την μορφή του θρησκευτικού νομικού προσώπου, αν και αυτό δεν αποκλείεται από το νόμο. Δεν προβλέπεται ρετά, αλλά δεν αποκλείεται κιόλας. Τώρα, όσον αφορά της άδειας ίδρυσης και Λειτουργίας, το νομίμως λειτουργούν των χώρων λατρείας, είτε των καθολικών, είτε των άλλων εκκλησιών της θρησκευτικών κοινωτήτων των διαφορετικών από την Γαθολική. Βλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 3, των παραγράφων 3 και 7 του άρθρου 13 του νομού αυτού 43.01 του 2014, ότι θα πρέπει να επανεκδοθούν οι άδειες ίδρυσης και Λειτουργίας, το νομίμως λειτουργούν των χώρων λατρείας, στο όνομα του θρησκευτικού ή εκκλησιαστικού νομικού προσώπου της συγκεκριμένης θρησκείας, μετά από έτσι την οποίαν προςυπογράφει και ο θρησκευτικός λειτουργός που διαπιμένει τον χώρο λατρείας και χωρίς καμιά άλλη διατύπωση και χωρίς την υποβολή λοιπόν δικαιολογητικών. Και προχωρούμε στο άρθρο 14 που έχει τον τίτλο «Μητρό Νομικών Προσώπων και Θρησκευτικών Λειτουργών». Στην Παράραφο 1 ορίζεται «Στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων τηρείται ηλεκτρονικό Μητρό Θρησκευτικών και Εκκλησιαστικών Νομικών Προσώπων, στο οποίο καταχωρίζονται όλα τα νομικά πρόσωπα του παρόντος νόμου, η δικαστική απόφαση που έκανε δεκτεί την έτηση, η συστατική πράξη, η ομολογία πίστεως και ο κανονισμός τους». Επίσης, τηρείται ηλεκτρονικό Μητρό των Θρησκευτικών Λειτουργών που τελούν ιερολογίες με αστικές συνέπειες, είτε αυτοί ανήκουν σε θρησκευτική κοινότητα, οργανωμένοι καθιονδήποτε νομικό τύπο, είτε ανήκουν σε κοινότητα χωρίς νομική προσωπικότητα. Η καταχώρηση του κάθε θρησκευτικού λειτουργού με τα στοιχεία της ταυτότητάς του και την θρησκευτική κοινότητα στην οποία ανήκει, γίνεται με επιμέλεια της τελευταίας κατόπινης σχετικής έτησης, όπου επίσης είναι απτε βιογραφικό σημείωμα του λειτουργού και η τίτλειο θρησκευτικών σπουδών που τειχών διαθέτει. Οι θρησκευτικές κοινότητες με ή χωρίς νομική προσωπικότητα και η θρησκευτική λειτουργή τους υποχρεούνται να γνωστοποιούν αμελητή τις αλλαγές τα τυρούμενα στοιχεία, ώστε να ανημερώνονται άμεσα τα τυρούμενα μητρώα και δίως να διαγράφονται σε περίπτωση απώλειας της ιδιότητάς τους. Παράγραφος 2. Το μητρό θρησκευτικών λειτουργών συνιστά για τα κατά τόπον αρμό διαλυξιαρχία και για τις πράξεις που εγγράφουν στα βιβλία τους, επίσημη πηγή πληροφόρησης της ιδιότητας του θρησκευτικού λειτουργού και είναι ελευθέρος προσβάσιμα από αυτά μέσω της ιστοσελίδας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων προκειμένου να καθίσεται εφικτός ο άμεσος έλεγχος συνδρομής ιδιότητας αυτής στα πρόσωπα που συντάσσουν τη σχετική πράξη κατά Άρθρο 1367 Στιγμού Κώδικα. Παράγραφος 3. Του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων δύναται να αναρθήσει στο διαδίκτυο ελευθέρος προσβάσιμη στο κοινό ηλεκτρονική εφαρμογή που να επιτρέπει την επιβεβαίωση της εγγραφής συγκεκριμένου προσώπου στο Μητρό Θρησκευτικών Λειτουργών και της σχετικής κοινότητας στην οποία αυτό ανήκει. Στο Υπουργείο Λοιπόν Παιδείας και Θρησκευμάτων σύμφωνο με το Άρθρο 14 τηρούνται δύο μητρώα, ηλεκτρονικά μητρώα. Ένα ηλεκτρονικό μητρώο θρησκευτικών και εκκλησιαστικών νομικών προσώπων και ένα άλλο μητρώο θρησκευτικών λειτουργών. Στο ηλεκτρονικό μητρώο θρησκευτικών και εκκλησιαστικών νομικών προσώπων καταχωρίζονται τα δεδομένα τα οποία προβλέπονται από αυτή την διάταξη του Άρθρου 14. Δηλαδή η δικαστική απόβαση που έκανε διεκτεί την έτηση, η συστατική πράξη, η ομολογία πίστης και το καταστατικό τους, ο κανονισμός τους. Και τι χρειάζεται αυτό το ηλεκτρονικό μητρώο, είναι απαραίτητο για τις συναλλαγές. Διότι κάθε συναλλασσόμενος, αυτό ισχύει για όλα τα νομικά πρόσωπα, όχι μόνο για τα θρησκευτικά και εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα, κάθε συναλλασσόμενος με ένα νομικό πρόσωπο, είτε είναι εκκλησιαστικό ή θρησκευτικό ή και οποιοδήποτε άλλο, πρέπει να γνωρίζει, εάν αποφασίστηκε νομίμως με βάση το καταστατικό του οικείου νομικού προσώπου από τα όργανα τα αποφασιστικά, η διενέργεια της συγκεκριμένης συναλλαγής μαζί του και αν αυτός που εκπουφέρεται ότι εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο, όντως το εκπροσωπεί, για να υπάρχει, για να παραχθεί όντως υποχρέωση σε βάρος του νομικού προσώπου και υπέρ του αντισυμβαλωμένου. Το μητρό, το ηλεκτρονικό άλλο μητρό τώρα το θρησκευτικό λειτουργών είναι απαραίτητο όπως αναφέρει το άρθρο 14, είναι απαραίτητο ιδίως για τα λειξιαρχεία, δηλαδή για οι ερωλογίες που έχουν αστικές συνέπειες όπως είναι γάμοι ή βαφτίσεις. Πρέπει να γνωρίζουν δηλαδή τα λειξιαρχεία, εάν κάποιος ο οποίος τέλεσε μια ερωλογία σύμφωνα με κατά ένα θρίσκευμα, αν όντως είχε την ιδιότητα του θρησκευτικού λειτουργού και πώς θα την πληροφορηθούν, μπαίνοντας στο site του Υπουργείου Παιδείας όπου θα υπάρχει αυτό το ηλεκτρονικό μητρό θρησκευτικών λειτουργών για να πληροφορηθούν, εάν ας πούμε με ένας γάμος που τελέστηκε κατά τον θρίσκευμα των μαρτύρων του Ιεχοβά, για παράδειγμα, από τον χι θρησκευτικό λειτουργό, εάν αυτός ο χι θρησκευτικός λειτουργός είναι όντως θρησκευτικός λειτουργός των μαρτύρων του Ιεχοβά ή εάν ενδεχομένως αυτό το πιστοποιητικό τέλεσης της συγκεκριμένης ιερολογίας γάμου κατά το ψή θρησκευμα, εάν είναι γνήσιο ή εάν είναι πλαστό, θα εξαρτηθεί από το εάν είναι έγκυρος θρησκευτικός λειτουργός, εγκεκριμένος δηλαδή από το οικείο θρησκεύμα. Γι' αυτό τα οικεία θρησκεύματα θα πρέπει να αναφέρουν ποιοι είναι οι θρησκευτικοί λειτουργοί τους, οι εξουσιοδοτημένοι να τελούν τέτοιες ιερολογίες που παράγουν αστικές συνέπειες. Δηλαδή η θρησκευτική κοινότητα, με επιμέλεια της θρησκευτικής κοινότητας, γίνεται η καταχώρηση του θρησκευτικού λειτουργού με τα στοιχεία της αυτοτητάς του και της θρησκευτικής κοινότητας στην οποία ανήκει στο Ελεκτρονικό Μητρό Θρησκευτικών Λειτουργών. Και επίσης η καταχώρηση των θρησκευτικών λειτουργών δεν γίνεται μόνο από θρησκευτικές κοινότητες που έχουν αποκτήσει μορφή νομικής προσωπικότητας εκκλησιαστικού ή θρησκευτικού νομικού προσώπου, αλλά ακόμη και αυτές οι οποίες δεν έχουν αποκτήσει καθόλου νομική προσωπικότητα ή οι οποίες, και δεν το αναφέρει αυτό η διάταξη, αλλά ερμηνευτικώς εξυπονοείται ότι μπορεί να έχουν νομική προσωπικότητα σωματείου αστικής εταιρείας, δεν απαραίτητο να έχουν μορφή θρησκευτικού νομικού προσώπου ή θρησκευτικού νομικού προσώπου για να καταχωρήσουν στο Ελεκτρονικό Μητρό θρησκευτικών λειτουργών ή θρησκευτικές κοινότητες θρησκευτικούς λειτουργούς εξοδετομένους για την τέλεση ιερολογιών που έχουν αστικές συνέπειες, ακόμα και εμείς και αυτές που δεν έχουν νομική προσωπικότητα καθόλου και αυτές οι θρησκευτικές κοινότητες δικαιούνται να καταχωρούν θρησκευτικού λειτουργούς εξοδετομένους για την τέλεση τέτοιων ιερολογιών. Και αυτή είναι μια πολύ ορθή διάταξη διότι δεν περιορίζεται αυτό το δικαίωμα, δηλαδή που αυτό το δικαίωμα δεν είναι και θρησκευτικό ανθρώπινο δικαίωμα, είναι προνόμιο. Και εδώ θα μπορούσε να υπάρχει και διαφορετική ρυθμίση, επιτρεπτή διαφορετική ρυθμίση. Αλλά δηλαδή θα μπορούσε να προβλέπετε ότι μόνο οι θρησκευτικοί λειτουργοί των θρησκευτικών κοινοτήτων που έχουν νομική προσωπικότητα, μόνο αυτές οι κοινότητες με νομική προσωπικότητα και θρησκευτικές μπορούν να καταχωρούν θρησκευτικούς τους λειτουργούς. Θα μπορούσε αυτό να επιτρέπεται, αλλά επειδή δεν είναι θρησκευτικό ανθρώπινο δικαίωμα η αναγνώριση θρησκευτικού τύπου γάμου ως έγκυρο κατά το πολικιακό δίκιο. Αλλά με βάση όμως την αρχή της ισότητας και της απαγόρησης των διακρίσεων και με βάση το δικαίωμα της ισότητας του νόμου και ενώπιον του νόμου, ορθότερο θα ήταν να καταχωρούν τέτοιους θρησκευτικούς λειτουργούς και οι θρησκευτικές κοινότητες που δεν έχουν καθόλου νομική προσωπικότητα, διότι δεν μπορούν να υποχρεώνονται οι θρησκευτικές κοινότητες αν δεν θέλουν να αποκτούν νομική προσωπικότητα να την αποκτούν. Άρα, λοιπόν, πολύ σωστή σε αυτό το σημείο είναι η ρύθμιση αυτή. Επίσης, πολύ σωστή είναι και η ρύθμιση του Άρθρο 15 που προβλέπει ότι οι θρησκευτικές κοινότητες που δεν έχουν αποκτήσει είτε με βάση αυτόν τον ειδικό νόμο, είτε με βάση το νοστικό κώδικα νομική προσωπικότητα μπορούν να είναι διάδικοι, δηλαδή προβλέπεται ικανότητα παραστάσεως ενώπιον δικαστηρίου, μπορούν να είναι διάδικοι ενώπιον αστικού και διοικητικού δικαστηρίου, μόνο αστικού και διοικητικού, αλλά δεν προβλέπεται ότι μπορούν να είναι διάδικοι ενώπιον ποινικού δικαστηρίου, είναι παράληψη αυτό, θα έπρεπε να προβλέπεται ότι μπορούν να είναι και διάδικοι ενώπιον και ποινικού δικαστηρίου. Δεν καταλαβαίνω για ποιον λόγο, δεν υπάρχει αντικειμενική και εύλογη δικαιολογία να αποκλείεται από την παράσταση στα δικαστήρια, δηλαδή από το δικαίωμα να είναι διάδικοι και ενώπιον ποινικού δικαστηρίου. Άρθρο 16. Διατήρηση ειδικότερων νομικών καθεστώτων. Οι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται για τους θρησκευτικούς λειτουργούς και την οργάνωση των θρησκευτικών κοινωντήτων που ανήκουν στην κανονική δικαιοδοσία και κλίμα της κατά το άρθρο 3 του Συντάγματος Ορθόδοξης Εκκλησίας Ελλάδος ή των λοιπόν εντός ή εκτός Ελλάδος ομοδόξων εκκλησιών του Χριστού Πατριαρχίων Μητροπόλεων Μονών, που είναι ενωμένος του αγματικός με τη μεγάλη του Χριστού Εκκλησία της Κρυστονομπόλεως και τυρούν όπως και εκείνοι απαρασαλεύτως τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις σειρές παραδόσεις, δεύτερον για τους θρησκευτικούς λειτουργούς και την οργάνωση των θρησκευτικών κοινωντήτων που πιστεύουν στον Ιουδαϊσμό για τις οποίες εφαρμόνουν διατάξεις περί Ισραητικών κοινωντήτων για τους θρησκευτικούς λειτουργούς και την οργάνωση θρησκευτικών κοινωντήτων μουσουλμάνων στις εδαφικές περιφέρειες των Μουφτιών, δηλαδή για τα θρησκεύματα που υπάρχουν ειδικοί νόμοι, για την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, την Ορθόδοξη Εκκλησία της Κρήτης, το Άγιο Όρος και για όλες τις εκκλησίες της Ορθόδοξης. Δεν εφαρμόζεται αυτός ο νόμος ο ειδικός για τα θρησκεύματα, δεν εφαρμόζεται για τις Ισραητικές κοινότητες, δεν εφαρμόζεται για τους Μουσουλμάνους της Θράκης όπου εκεί και μόνο υπάρχουν Μουφτίες. Άρθρο 17. Τεκμέρεται ως γνωστή θρησκεία κάθε θρησκεία και δόγμα που για την άσχηση της μόσιας λατρείας της τελεί σε ισχύ σχετική άδεια ίδρυσης και λειτουργίας Ναού Ι' ίκου, δηλαδή εάν κάποια θρησκεία έχει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας Ναού Ι' ίκου, τεκμέρεται από το νόμο ότι είναι γνωστή θρησκεία. Αυτό εντάξει δεν χρειαζόταν και να γραφεί, τέλος πάντων γράφει και καλό είναι, διότι κρίνεται προηγουμένως το ζήτημα ως προκαταρχτικό εάν μία θρησκεία που ζητά άδεια λειτουργίας Ναού Ι' ίκου αν είναι θρησκεία γνωστή και τότε χωριζείται σχετική άδεια. Επομένως εμπειρέχτε μέσα στην έννοια της σχετικής άδειας ίδρυσης και λειτουργίας Ναού Ι' ίκου και το ζήτημα της γνωστής θρησκείας. Στο σημείο αυτό ολοκληρώσαμε την παρούσα διάλεξη του συγκριτικού εκκλησιαστικού δικαίου. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας. |