Η βελτίωση της έννομης προστασίας υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης / Διάλεξη 25 / Η βελτίωση της έννομης προστασίας υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης

Η βελτίωση της έννομης προστασίας υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης: Ενδείκνηται μία συνοπτική, απλουστευτική παρουσίαση δύο αντίστοιχων προσεγγίσεων ενώμων τάξων που αποτέλεσαν πρότυπο για τον Έλληνα νομοθέτη. Πρόκειται φυσικά για την ενωσιακή ένωμη τάξη και εδώ ζητάω την επίκαια του κυρίου Προέ...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος δημιουργός: Παπαδοπούλου Τριανταφυλλιά (Αναπληρώτρια Καθηγήτρια)
Γλώσσα:el
Φορέας:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Είδος:Ανοικτά μαθήματα
Συλλογή:Νομικής / Ευρωπαϊκό Συνταγματικό Δίκαιο
Ημερομηνία έκδοσης: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2015
Θέματα:
Άδεια Χρήσης:Αναφορά-Παρόμοια Διανομή
Διαθέσιμο Online:https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=d81b48fe
Απομαγνητοφώνηση
Η βελτίωση της έννομης προστασίας υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης: Ενδείκνηται μία συνοπτική, απλουστευτική παρουσίαση δύο αντίστοιχων προσεγγίσεων ενώμων τάξων που αποτέλεσαν πρότυπο για τον Έλληνα νομοθέτη. Πρόκειται φυσικά για την ενωσιακή ένωμη τάξη και εδώ ζητάω την επίκαια του κυρίου Προέδρου και για τη γαλλική. Ξεκινώντας με την ενωσιακή, με το θέμα δηλαδή των εξουσιών του δικαστή στο πλαίσιο της ενωσιακής ένωμης τάξης, το Δικαστήριο της Ένωσης έχει διαμορφώσει πλούσιακη συνεπή νομολογία σχετικά με τη δυνατότητα περιορισμού των διαχρονομικών αποτελεσμάτων των αποφάσεών του. Αυτή αφορά τόσο τις αποφάσεις που εκδίδονται επί προσφυγών ακυρώσεως, όσο και τις αποφάσεις επί προδικαστικών παραπομπών που αφορούν την ερμηνεία του Συνόλου του Νοσιακού Δικαίου και το κύρος του παραγώγου ενωσιακού δικαίου. Αυτή νομολογία βέβαια εδράζεται σε ρητή διάταξη στο άρθρο 264 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ένωσης, που θεσπίζει εξαίρεση από την αναδρομική ισχύ απόφασης που ακυρώνει πράξη οργάνων της Ένωσης, παρέχοντας στο δικαστήριο την ευφιέρεια, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να προσδιορίσει κάποια από τα αποτελέσματα της ακυρωθήσας πράξης που πρέπει να διατηρήσουν την ισχύ τους και μετά την έκδοση της αποφασής του. Οι λόγοι που μπορούν να ενεργοποιήσουν αυτή την ευφιέρεια είναι φυσικά η ασφάλεια δικαίου, η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ο σεβασμός δικαιωμάτων τρίτων και η προστασία εξαιρετικού δημοσιού συμφέροντος. Συνδέονται δε αυτή η λόγη με τις συνέπειες της δικαστικής απόφασης και όχι με τη φύση της πλημέλειας της προσβαλόμενης πράξης. Δέχεται δηλαδή το Δικαστήριο να διατηρήσει αποτελέσματα της ακυρωθήσας πράξης για συγκεκριμένο χρόνο μετά την έκδοση της αποφασής του, αφού συνδέχουμε εξαιρετικές προϋποθέσεις, πράγμα που σημαίνει ότι η ακυρωθήσα πράξη εξακολουθεί να εφαρμόζεται μέχρι να αντικατασταθεί από το αρμόδιο όργανο με νέα νόμιμη πράξη. Η ίδια ράτσιο εμπνέει και τον περιορισμό των διακρονικών αποτελεσμάτων, των αποφάσεων επί προδικαστικών παρακομπών, τον οποίο ο νόμος περιορισμού δέχεται με ιδιαίτερη φιδό ο κοινοτικός δικαστής. Σύμφωνα με την πάγια σχετική νομολογία, η ερμηνεία του δικαστηρίου σε κανόνα δικαίου της Ένωσης εξειδικεύει την έννοια αυτού του κανόνα, όπως δηλαδή θα έπρεπε να ερμηνεύεται από το χρονικό σημείο της θέσεως του σε ισχύ. Επομένως αυτός ο κανόνας κατόπιν της συγκεκριμένης ερμηνείας πρέπει να εφαρμόζεται από τα εθνικά δικαστήρια και επί ενόμων σχέσεων που διαμορφώθηκαν πριν από την έκδοση της απόφασης περί ερμηνείας. Μόνον εντελώς κατεξαίρεση το δικαστήριο και κατεφαρμογή της συμφιούς με την ενωσιακή ενόμη τάξη αρχής της ασφάλειας δικαίου μπορεί να περιορίσει τη δυνατότητα που έχει κάθε ενδιαφερόμενος να επικαλεσθεί διάταξη που ερμήνευσε το δικαστήριο προκειμένου να θέσει υπό αμφισβήτηση ενωμες σχέσεις που έχουν συσταθεί βάσει εσφαλμένης ερμηνείας με καλή όμως πίστη. Το δικαστήριο επέτρεψε για πρώτη φορά με τη γνωστή απόφαση ΔΕΦΡΕΝΤ του 1976 εξαιρέσεις από την αρχή της αναδρομικής ισχύους των προδικαστικών αποφάσεων που εκδίδει βάση κριτηρίων τα οποία συστηματοποίησε στη μεταγενέστερη νομολογία. Ειδικότερα, ο περιορισμός αυτός είναι δυνατός μόνον εφόσον υφίσταται κίνδυνος σημαντικών διακαρακών που οφείλονται στο μεγάλο αριθμό των ένωμων σχέσεων που συστήθηκαν καλόπιστα βάση ρύθμισης η οποία θεωρήθηκε ως νομή μου συσχίουσα. Διευκρινίζει το Δικαστήριο ότι οι δημοσιονομικές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει για ένα κράτος μέλος η έκδοση προδικαστικής απόφασης δεν δικαιολογούν αφ' αυτόν τον περιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων των αποφάσεών του. Μόνον αν αποδεικνύεται ότι η αμφισβήτηση ενώμων σχέσεων που εξίδησαν στο παρελθόν τις συνέπειές τους θα αναστάτωνε αναδρομικά τον προϋπολογισμό μιας χώρας μπορούν κατεξέρεση χρηματοοικονομικές συνέπειες να δικαιολογήσουν τον περιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων της ερμηνείας. Επιπλέον οι ιδιώτης και οι εθνικές αρχές πρέπει να έχουν οθηθεί σε συμπεριφορά μη σύμφωνη προς την κοινοτική νομοθεσία λόγω αντικειμενικής και σοβαρής αδεβαιότητας ως προς το περιεχόμενο των κοινοτικών διατάξων στη δημιουργία της οποίας αδεβαιότητας συνέβαλαν τα κράτη μέλη ή επιτροπή καθώς και η ύπαρξη πολλών επικαλυπτόμενων ρυθμίσεων. Παρατηρώντας την ομολογία διαπιστώνεται η τάση των κρατών μελών να ζητούν περιορισμούς της αναδρομικής ισχύος των προδικαστικών αποφάσεων του Δικαστηρίου σε φορολογικές κυρίως υποθέσεις προς αποφυγή υπέρμεντρων επιβάρεσεων των κρατών μελών αλλά παρατηρούμε επίσης την τάση του Δικαστηρίου να απορρίπτει ή να μην εξετάζει τέτοια αιτήματα. Δηλαδή από την ομολογία προκύπτει ότι ο ενωσιακός δικαστής εφαρμόζει αυτή την δυνατότητα με ιδιαίτερη φιδό. Λόγοι παρόμοι προς αυτούς που ενέπνευσαν αυτή την ενωσιακή διάταξη και τη σχετική ομολογία ανακύπτουν όμως και στις εθνικές ένωμες τάξεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ελληνικό δίκιο έχει το νομολογιακό εγχείρημα ενίσχεσης των εξουσιών του ακυρωτικού δικαστή στο πλαίσιο της γαλλικής ένωμης τάξης στην οποία παραπέμπουν συστηματικά οι αποφάσεις του δικού μας Συμβουλίου της Επικρατίας κυρίως οι μειοψηφίες στα πλαίσια ενός ουσιαστικού διαλόγου των δικαστών. Πράγματι από τις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα νομοθετικές μεταρρυθμίσεις στη Γαλλία απονέμωσαν στο δικαστή την εξουσία να απευθύνει συγκεκριμένες διαταγές στη διοίκηση υποδεικνύοντάς της τα μέτρα που πρέπει να λάβει προς συμμόρφωση στις αποφάσεις του. Εντύνεται με τη δυνατότητα αυτή η μέρημνα του ακυρωτικού δικαστή να αποτρέψει ανεπηρικοί συνέπειες της εκτέλεσης των αποφάσεων. Αποχωρήφωμα της τάσης αυτής είναι η πολύ γνωστή πια και στην ελληνική νομητάξη απόφαση του 2004 ασοσιασιών ΑΣΕ όπου σε μία υπόθεση με σοβαρές κοινωνικές πολιτικές χρηματοοικονομικές συνέπειες επιτρέπει ο Γάλλος δικαστής ΡΙΤΑ την εξαίρεση από τον αναδρομικό κανόνα της ακύρωσης διοικητικής πράξεις. Αυτός ο κανόνας της αναδρομικής ακύρωσης αποτελεί αξίωμα του διοικητικού δικαίου και στη Γαλλία παρόλο που δεν αποτυπώνεται δεν είχε αποτυπωθεί σε κανένα γραπτό κανόνα. Αυτή η σκέψη αρχής της απόφασης ΑΣΕ που όπως είπα απαντά σε αρκετές αποφάσεις που συμβουλεί ο επικρατίας και στην αιτιολογική έκθεση του νέου νόμου και στην οπτικά παρέχει στο δικαστή την εξουσία να σταθμίσει αφενός τις συνέπειες που θα είχε η αναδρομικότητα της ακύρωσής του για τα ιδιωτικά και δημόσια συμφέροντα που εμπλέκονται σε μία υπόθεση ιδίως τις καταστάσεις που έχουν διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια ισχύου στις προσβαλόμενες πράξεις αφετέρου τις συνέπειες τυχών περιορισμού της αναδρομικότητας για την αρχή της νομιμότητας αλλά και το δικαίωμα πλήρους δικαστικής προστασίας και το επιτρέπει λοιπόν μετά τη στάθμιση αυτή να εκτιμήσει μήπως κατά παρέκληση και κατεξέρεση δεν αναγνωρίσει αναδρομική ισχύ στην ακυρωτική του απόφαση αλλά προβλέψει ότι η ακύρωση θα παράγει αποτέλεσμα σε μεταγενέστερη ερμηνεία. Η απόφαση αυτή αφορούσε κανονιστική πράξη. Η σχετική εξουσία του δικαστή αναγνωρίστηκε νομολογιακά και για τις ατομικές πράξεις δηλαδή μπορεί να περιορίσει την αναδρομικότητα ακύρωσης και ατομικές πράξεις και η νομολογία αυτή παγιώθηκε και εμπλουτίστηκε στη συνέχεια. Τρεις παρατηρήσεις μπορεί να κάνει κανείς όσον αφορά τη γαλλική ενόμητάξε. Πρώτον, αυτή η ευρύ εξουσία του δικαστή δεν απέκτησε ποτέ γραπτή αποτύπωση δηλαδή παραμένει νομολογιακή με συνέπεια αυτό να εξασφαλίζει ελαστικότητα της ρύθμισης και δυνατότητα προσαρμογής της. Αυτό όμως προσυδιάζει με το γενικότερο πνεύμα του γαλλικού δικονομικού δικαίου που παραμένει νομολογιακό. Και τρίτον υπάρχει παρατηρήται τάση του ακυρωτικού δικαστή να εφαρμόζει αυτή τη δυνατότητα όχι πλέον κατεξέρηση αλλά να έχει μία τάση γεννήκευσης η οποία έχει επικριθεί από τη θεωρία. Για να μην φύγουμε ακόμη από το ενωσιακό δίκιο θα πρέπει να επισημαθεί ότι στο πλαίσιο ενώμων τάξων όπως η Γαλλική, η Βελγική κλπ που αναγνωρίζουν αυτή την εξουσία του δικητικού δικαστή να περιορίζει τα αναδρομικά αποτελέσματα της ακύρωσης παράνομις πράξεις έχει ανακύψει το ζήτημα της οριοθέτησης αυτής της δικονομικής δυνατότητας όταν ακυρώνεται διοικητική πράξη λόγω αντίθεσης της προς το ενωσιακό δίκιο όπως αυτό ερμηνεύτηκε από το Δικαστήριο της Ένωσης κατόπιν προδικαστικής παραπομπής του οικείου Εθνικού Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο με τη γνωστή απόφαση του 2010 Wiener Wetten έλυσε το θέμα αυτό. Συνέκρινε τη δική του αρμοδιότητα αυτή που διαθέτει βάση του 264 της Εμφύκης να διατηρεί τα αποτελέσματα ενωσιακής πράξης την οποία ακύρωσε η κύρη Ξεανίσχυρη με την αντίστοιχη αρμοδιότητα εθνικών δικαστηρίων όσον αφορά εθνικές πράξεις και έκρινε ότι στο ίδιο το Δικαστήριο της Ένωσης και μόνο εν απόκειται να ορίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο εθνικός δικαστής μπορεί να διατηρήσει προσωρινά σε ισχύ εθνική πράξη αντίθετη προς το ενωσιακό δίκαιο. Δηλαδή έχουμε σαφήσει ρίκνωση της δικονομικής αυτονομίας. Σε μια μεταγενέστερη απόφαση, επίσης γνωστή του 2012 την Inter-Environment Wallonie το Δικαστήριο απαντώντας σε σχετικό προδικαστικό ερώτημα του Βελγικού αυτή τη φορά Συμβουλίου Επικρατίας αναγνώρισε την προβλεπόμενη στο Βελγικό Δίκιο εξουσία του Δικαστηρίου αυτού να διατηρήσει ορισμένα από τα ένωμα αποτελέσματα της πράξης που ακύρωσε λόγω παράβασης κοινοτικής οδηγίας, έθεσε όμως το ίδιο λεπτομερής και αυστηρές προϋποθέσεις ασκήσωσης της εξουσίας αυτής από τον εθνικό δικαστή. Επομένως όταν το Εθνικό Δικαστήριο προτίθεται να διατηρήσει προσωρινά σε ισχύ αντίθετη προς το Ενωσιακό Δίκιο πράξη του Εθνικού Δικαίου πρέπει να υποβάλλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα και μάλιστα κρίθηκε ότι το γεγονός ότι το Δικαστήριο της Ένωσης δεν απέριψε ρητά έτημα περιπεριορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της απόφασής του δεν σημαίνει ότι επέτρεψε σιωπηρά στο Εθνικό Δικαστήριο να διατηρήσει σε ισχύ τη δική του την εθνική πράξη που είναι αντίθετη προς το Κοινοτικό Δίκιο όπως αυτό ερμηνεύτηκε. Χρειάζεται δηλαδή θετική κρίση του δε που περιορίζει τα διαχρονικά αποτελέσματα της απόφασής του. Ας δούμε τώρα ποια είναι η απήχηση όλης αυτής της προβληματικής στην ελληνική ενόμητάξη. Οι αποφάσεις δε φρέν του Δικαστηρίου της Ένωσης και ασοσιασιών ΑΣΕ του Γαλλικού Συμβουλίου Επικρατίας επαναλαμβάνονται όπως είπαμε αρκετά συχνά σε δυναμικές και τεχμηριωμένες μοιοψηφίες αποφάσεων του Συμβουλίου Επικρατίας με σκοπό την άδληση διδαγμάτων και την υιοθέτηση των σχετικών λύσεων. Πάντως το Συμβούλιο Επικρατίας δεν τόλμησε να κάνει το βήμα ούτε του περιορισμού της αναδρομικότητας ακυρωτικής απόφασης, ούτε τον περιορισμό του παρεπίπτωτος ελέγχου κανονιστικής πράξεις χωρίς ρητό νομοθετικό έρισμα. Το μόνο που έκανε ήταν με δύο αποφάσεις του Πέμπτου Τμήματος του 2013, να καθιερώσει νομολογιακά τη δυνατότητα εκ των ιστέρων κάλυψης πλημελιών της προσβαλόμενης πράξης, αναβάλλοντας την οριστική κρίση επί της υπόθεσης, την οποία αναπέμπει στη διοίκηση, τάσοδας της ορισμένη προθεσμίας για να προβεί στις ενδεδειγμένες διορθωτικές ενέργειες. Είναι ενδιαφέρον ότι στις δύο αυτές περιπτώσεις η διοίκηση δεν αξιοποίησε την ευκαιρία που της παρέσει ο δικαστής, άφησε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία, οπότε το Συμβούλιο Επικρατίας επανήλθε, με τα γενέστερες αποφάσεις του ακύρωσε τις προσβαλόμενες πράξεις και δεν τις ανέπαιμψε οριστικά στη διοίκηση προς συμμόρφωση. Αυτές λοιπόν οι δηλές νομολογιακές προσπάθειες αποτυπώθηκαν σε νομοθετικό επίπεδο με το άρθρο 22 του νόμου 42 του 74 του 2014. Αυτό το άρθρο 22, το οποίο προσέφεσε την παράγραφο 3 στο άρθρο 50 του Προεδρικού Διατάγματος 18 του 1989, απονέμει μία δέσμη εξουσιών στον ακυρωτικό δικαστή, πρωτόγνωνο θα μπορούσε να πει κανείς, που του επιτρέπει να αμβλύνει τις επιπλοκές που δημιουργούνται από ένα πλήρως αναβρωμικό ακυρωτικό αποτέλεσμα σε προστατευτές νομικές καταστάσεις καλόπιστων τρίτων, αλλά και στο δημόσιο συμφέρον, δεδομένου του μακρού διαδραμόντος χρόνου μεταξύ προσβολής μιας πράξης και δικαστικής ακυρωσής της. Η πρώτη διάταξη αφορά ακριβώς την εκ των ιστέρων κάλυψη πλημελιών της προσβαλόμενης πράξης. Το Δικαστήριο δίνεται δηλαδή να μην ακυρώσει την πράξη, της οποίας η νομιμότητα εκκρεμεί ενώπιον του, αλλά να εκδώσει προδικαστική απόφαση με την οποία ζητεί στην αρμόδια διοικητική αρχή να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια για να αρθεί η διαπιστωθή σα παράλληψε. Προϋποθέσεις αυτής της δυνατότητας είναι πρώτον η πλημέλεια της πράξης να μπορεί να καλυφθεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου εκ των ιστέρων και δεύτερον η πλημέλεια αυτή, γιατί μάλλον η ακύρωση της πράξης λόγω του είδους αυτής της πλημέλειας και της επίδρασής της στο περιεχόμενο της προσβαλόμενης πράξης δεν είναι αναγκαία για την αποκατάσταση της νομιμότητας και για τη διασφάλιση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Υπάρχουν κάποιες περιτέρων διαδικαστικές προϋποθέσεις όπως κυρίως ότι πρέπει ο δικαστής τάσης στη διοίκηση προθεσμία ενός μέχρι τρεις μήνες, την οποία μάλιστα ο νόμος χαρακτηρίζει και αποκλειστική, εντός της οποίας η διοίκηση πρέπει να προβεί σε αυτή τη διόρθωση της πλημέλειας και εν συνέχεια οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν υπόμνημα με τους ισχυσμούς τους επί των ενεργιών της διοίκησης. Το ενδιαφέρον είναι ότι η δημοσίευση αυτής της προδικαστικής αποφάσεως συνεπάγεται αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλόμενης πράξης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης του δικαστηρίου. Η διάταξη αυτή, παρά το λεπτομεριακό χαρακτήρα της και την εντύπωση πληρότητας που δημιουργεί, αφήνει αρρύθμιστες βασικές πτυχές του θέματος, οπότε διερωτάται κανείς εάν επιτυχάνε το σκοπός προστασίας της ασφάλειας δικαίου. Ειδικότερα δεν ρυθμίζεται ποιες είναι οι πλημέλες που μπορούν να διορθωθούν με τη διαδικασία αυτή, πρόκειται για ουσιαστικές πλημέλες, για διαδικαστικές, για παράλληψους ουσιωδών τύπων, τι γίνεται με κακή συγκρότηση, κακή σύνθεση οργάνων, δηλαδή τι γίνεται με τα κενά και ελλείψεις αιτιολογίας. Η διάταξη είναι ασαφής ως προς το σημείο αυτό και εδώ μπαίνει κανείς στον πειρασμό να αναφέρει τρεις εξαιρετικά διεξοδικές διατάξεις του Γερμανικού Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας τάθαρ 44, 45 και 46 που ρυθμίζουν λεπτομερός ποιες διαδικαστικές πλημέλες οδηγούν σε ακυρότητα της πράξης, ποιες διαδικαστικές πλημέλες μπορούν να θεραπευτούν κατά την εκραιμοδικία και ποιες οδηγούν σε δικαστική ακύρωση της πράξης. Δηλαδή εδώ έχουμε απόλυτη ασφάλεια δικαίου και σαφώς διευκόλυνση του έργου του δικαστή. Το πρόβλημα βέβαια είναι ότι ο Έλληνας δικαστής ήταν πολύ επιφιακτικός προς τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, αφού και τώρα όταν τον εφαρμόζει συγκεκριμένες διατάξεις αναφέρει ότι πρόκειται για γενικές αρχές που διαμόρφωσε το ίδιο και προς τις οποίες συμπορεύονται και υγραπεί κανόνες του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Συμπεριφέρον, ένα άλλο πρόβλημα της διάταξης είναι η πρόβλεψη προθεσμίας, την οποία χαρακτηρίζει αποκλειστική και η οποία όμως αποδείχθηκε ανεπαρκής στην πρώτη εφαρμογή της διάταξης από το δικαστήριο, αποδείχθηκε ανεπαρκής, γι' αυτό το δικαστήριο αποφάσισε να την παραβιάσει παρά το χαρακτηρισμό της ως αποκλειστικής. Και το τρίτο πρόβλημα που θα μπορούσε να εντοπίσει κανείς είναι μήπως αυτή η γενική νομοθετική καθιέρωση της δυνατότητας του δικαστή να προβαίνει σε αυτή τη διόρθωση, οδηγήσει σε ολιγορία και αδράνεια της διοίκησης, η οποία θα γνωρίζει ότι ο δικαστής αντί να ακυρώσει την πράξη της, ζητά να διορθώσει εκ των ιστέρων την πλημέλεια. Ο δεύτερος κανόνας, που είναι και ο πιο ριζοσπαστικός, ορίζει τα εξής του νέου νόμου. Σε περίπτωση, ετύσως ακυρώσως που στρέφεται κατά διοικητικής πράξους, το δικαστήριο σταθμίζοντας τις πραγματικές καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί κατά τον χρόνο εφαρμογής της, ιδίως υπέρ των καλόπιστων διοικουμένων, καθώς και των δημόσιων συμφέρον, μπορεί να ορίσει ότι τα αποτελέσματα της ακύρωσης ανατρέχουν σε χρονικό σημείο με τα γενέστερο του χρόνου ενάρξως της ισχύος της πράξης, αλλά σε κάθε περίπτωση προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης. Αυτή ακριβώς η ρύθμιση ανατρέπει την πάγια αντίληψη κατά την οποία το αναδρομικό αποτέλεσμα είναι εγγενές στην απαγγελόμενη από το Συμβούλιο της Επικρατίας ακύρωση. Μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για το δικονομικό αντίκρισμα του συγκερασμού της αρχής της νομιμότητας και της ασφάλειας δικαίου. Πρόκειται για λυτή ρύθμιση που αφήνει ευρύ περιθώριο δικαιοκλασίας για το δικαστή, καλύπτει ατομικές και κανονιστικές πράξεις και δεν προϋποθέτει έτοιμα των διαδίκων. Τέλος, η τρίτη καινοτομία αφορά τη σχετικοποίηση των τυπικών λόγων ακύρωσης κατά των παρεμπήκτοντα έλεγχο κανονιστικών πράξεων. Διαλαμβάνει δηλαδή η διάταξη ότι η διαπίστωση παρανομίας της κανονιστικής πράξης κατά των παρεμπήκτοντα έλεγχου για λόγους που ανάγονται στην αρμοδιότητα του εκδόντος οργάνου και σε παράβαση ουσιόδους τύπου μπορεί να μην οδηγήσουν σε ακύρωση της ευθέως προσβαλόμενης ατομικής πράξης εφόσον έχει παρέλθει μακροχρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύους της κανονιστικής πράξης. Η ρύθμιση αυτή εγκαταλείπει την παραδοσιακή θέση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, μια απόφαση του 2009, με την οποία έκρινε ότι ο έλεγχος τόσο της ουσιεστικής όσο και της τυπικής νομιμότητας της κανονιστικής πράξης ο παρεμπήκτον έλεγχος δεν είναι δυνατόν να υφίσταται περιορισμούς. Με πάση περιορισμούς το Δικαστήριο δεν είχε μέχρι στιγμής την ευκαιρία να εφαρμόσει τη νέα αυτή διάταξη. Θα κλείσω αυτή την παρουσίαση με τις δύο πρόσφατες αποφάσεις της Ολομέλειας, που αξιοποίησαν τις δύο δυνατότητες που προσφέρει ο νόμος στον ακυρωτικό δικαστή. Πρόκειται και μάλιστα έκαναν ευρύ ανομολογιακή αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων. Η πρώτη είναι η απόφαση της Ολομέλειας 4.003 του 2014 και αφορά την παράλειψη αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών ακυνήτων. Πράγματι ένας νόμος του 1982 θεσπίζει αντικειμενικό τρόπο προς διορισμού της φορολογητέας αξίας των ακυνήτων και επίσης προβλέπει και σύστημα περιοδικής αναδιετία αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αυτών αξιών, ούτως ώστε να ανταποκρίνονται στις εκάστοτε διαγμορφούμενες αγορές αξίες. Ασκήθηκε έτσι σε ακυρώσως κατά της σχετικής παράλειψης της διοίκησης να αναπροσαρμώσει αυτές τις αξίες και όντως το Δικαστήριο διαπίστως δέχθηκε ότι η φίστα τεν προκειμένου παράνομη παράλειψη οφηλόμενης νόμιμης ενέργειας της διοίκησης να προβεί στην επιβαλόμενη από το νόμο έκδοση απόφασης αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων της χώρας, η οποία παράλειψη συντελέστηκε με την παρέλεψη διαιτίας από την αναπροσαρμογή που έγινε το 2007. Αντί όμως να ακυρώσει αυτή την παράλειψη οφηλόμενης νόμιμης ενέργειας και να αναπέμψει την υπόθεση στη διοίκηση ώστε να συμμουρφωθεί αναδρομικά από το χρόνο συντέλεσης της παράλειψας, η Ολομέλεια του Συμβουλίου Επικρατίας εφάρμοσε τη νέα διάταξη, εξέδωσε προδικαστική απόφαση και έταξε στη διοίκηση εξάμινη προθεσμία συμμόρφωσης, αντί για το προβλεπόμενο στο νόμο τρίμινο. Δηλαδή εδώ δεν έχουμε απλή άρση πλημέλειας, αλλά ο δικαστής αξιοποιεί την ευρύτερη από τις δυνατότητες που του παρέχει σχετική διάταξη, δηλαδή επιβάλλει στη διοίκηση υποχρέωση να εκπληρώσει αφιλόμενη νόμιμη ενέργεια. Δύο σημεία πρέπει να τονιστούν όσα αφορά αυτή την απόφαση. Πρώτον, ότι το δικαστήριο συνέδισε τις προβλεπόμενες σε επίπεδο νόμου δικονομικές δυνατότητες του ακυρωτικού δικαστή, απευθείας με τη διάταξη του 95 παράγραφος ένα στοιχείο α του συντάγματος, που καθιερώνει την αρμοδιότητα του δικαστήριου να ακυρώνει εκτελεστές πράξεις διοικητικών αρχών. Άρα, αφού οι σχετικές εξουσίες αφορέουν απευθείας από το σύνταγμα, το δικαστήριο έχει τη συνταγματική ευχέρεια να αποκλίνει από τις ειδικές διοικονομικές ρυθμίσεις, πράγμα που έταξε προκειμένου όσον αφορά την προθεσμία που τάσαται στη διοίκηση. Και δεύτερη παρατήρηση ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα ορουσιάζει προκειμένου η σταθμίση στην οποία προέβει η Ολομέλεια για να κάνει χρήση της νέας διοικονομικής δυνατότητας. Δηλαδή, σταθμίσε αφενός τα ένωμα συμφέροντα των αιτούντων που συνίσταται στην αναδρομική ακύρωση της παράλειψης της διοίκησης να προβεί στην αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών των ακυνήτων από το χρόνο που συντελέστηκε και αφετέρου, σταθμίσε το έντονο δημόσιο συμφέρον που συνίσταται στην αποφυγή εφνίδιας διαταραχής των φορολογικών εσόδων του κράτους, υπό τις παρούσες δημοσιονομικές συνθήκες. Αυτή τη συνέπεια όμως της διατάραξης θα επέφερε τυχόν ακύρωση αναδρομική της παράλειψης και υποχρέωση της διοίκησης προσυμόρφωση που θα έπρεπε να αναδράμει στο χρόνο συντέλεσης της παράλειψης. Ακόμα πιο δυναμική αξιοποίηση που αγγίζει πλέον τα όρια του δικαστικού ακτιβισμού αλλά και τα όρια της αρμοδιότητας του δικαστή, έχουμε με την περίφημη απόφαση της Ολομέλειας 47-41 του 2014 που αφορά τη συνταγματικότητα των περικοπών των αποδοχών μελών ΔΕΠΟ. Εδώ ασκήθηκε αγωγή από μέλη ΔΕΠΟ με τα οποία ζητήθηκε να αναγνωριστεί η ισολόκληρον υποχρέωση του Καποδυστριακού Πανεπιστημίου και του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλουν στους ενάγοντες τις περικοπίσες ακαθάριστες αποδοχεύστους λόγω αντισυνταγματικότητας του νόμου 4.093 του 2012 που προέβλεπε αυτές τις περικοπές. Η απόφαση είναι ίσως μια από τις σημαντικότερες αποφάσεις του δικαστηρίου. Εντάσσεται στην ομολογία για τη συνταγματικότητα περικοπών αποδοχών. Έχουμε περιλαμβάνει ερμηνεία των άρθρων 16-4 του συντάγματος, 25-87. Επίσης ερμηνεία του άρθρου 105 και κυρίως εκτενοί σκέψεις για τις ιδιομορφίες της κατάστασης των καθηγητών ΑΕΙ ως δημοσίων λειτουργών. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της απόφασης έγκειται στην ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν τις εξουσίες του Συμβουλίου της Επικρατίας ως προς τον προσδιορισμό των συνεπιών των αποφάσεων. Δηλαδή τι έκανε εδώ η Ολομέλεια. Εφάρμοσε αναλογικά τις διατάξεις του νόμου 42-74 που επιτρέπουν στον ακυρωτικό και μόνο δικαστή να περιορίζει την αναδρομικότητα της ακύρωσης παρανόμων πράξεων σε αγωγές αποζημίωσης και σε διαφορές ουσίας. Βέβαια δικαιολόγησε αυτή την αναλογική εφαρμογή αναφερόμενο στο ότι πρόκειται για πηλωτική δίκη η οποία καλύπτει και τις ακυρωτικές και τους ουσιαστικές διαφορές. Από αυτό συνάγουμε ότι αν η απόφαση εκδιδόταν στο πλαίσιο αναιρετικής διαδικασίας δηλαδή την αγωγή έχει ακολουθήσει η ανέρεση μάλλον δεν θα προέβαινε σε αυτή την αναλογική εφαρμογή. Και η τελευταία παρατήρηση είναι ότι μολονότι το Συμβούλιο Επικρατίας λειτουργεί στα πλαίσια διάχειου και παρεμπίπτοντος ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων μεταθέτη χρονικά τις συνέπειες και ατιστούμενης αντισυνταγματικότητας των εφαρμοστέων εν προκειμένων νομοθετικών ρυθμίσεων, ασκώντας δηλαδή στην ουσία αρμοδιότητες συνταγματικού δικαστηρίου που στην ελληνική ενόμητάξη έχει μόνο το ΑΕΒ. Προφανώς έγινε μια προσπάθεια συμβιβασμού αναγνώρισης μεν της αντισυνταγματικότητας αυτών των διατάξεων περί περικοπής των αποδοχών αλλά περιορισμός της φρονικής ισχύος τους. Όμως επιβάλλει στο δικαστή ο οποίος θα επιλευθεί στο μέλλον αγωγής αποζημίωσης που θεμελιώνται στην αντισυνταγματικότητα την υποχρέωση να εφαρμόσει αντισυνταγματικό νόμο κατά παράβαση του Άρθρου 87. Κλείνοντας αυτή την εισήγηση, να πω απλώς στον κύριε Πρόεδρε ότι παρά τις επικρίσεις έτσι από σημαντικούς εκπροσώπους της θεωρίας ως προς τη δογματική συνέπεια αυτών των διατάξεων, αυτών των εξουσιών που δεν συνάνδρουν με τον διαπλαστικό χαρακτήρα της ακυρωτικής απόφασης. Ιθανών αυτές οι επικρίσεις να είναι θεωρητικά καταμάχητες. Δεν μπορούμε όμως να γνωρίσουμε ότι πρόκειται για εξουσίες που απεγκλωβίζουν τον διοικητικό δικαστή από το απουστευτικό δίπολο απόρριψη ή ακύρωση. Και το επιτρέπουν να κάνει πολύπλοκες, πολύπλευρες σταθμίσεις και να απονείμει ουσιαστική δικαιοσύνη. Και όπως έχει πει ο κύριος Πρόεδρος ο κύριος Μενουδάκος ότι δεν μπορεί ο σύγχρονος ακυρωτικός δικαστής να λειτουργεί με τα δικονομικά εργαλεία της εποχής ίδρυσης του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ας μην ξεχνάει, ας μην, ας έχει όμως υπόψεις του αυτός ο ακυρωτικός δικαστής δύο πράγματα. Πρώτον, ότι αυτές οι εξουσίες πρέπει να παραμένουν η εξαίρεση και ο κανόνας να είναι η αναδρομικότητα της ακύρωσης. Και δεύτερον, ότι στο δικαστή απόκυται η τελική πολιτιακή κρίση περί της νομιμότητας των πράξεων δημόσιας εξουσίας και όχι πρωτίστως η προστασία του ταμιακού συμφέροντος έστω και σε περίοδο δημοσιονομικής κρίσης.