Διάλεξη 5: Στα προβλήματα είδαμε δύο θελυκοπές από τα Ευαγγέλια. Θα είχαμε δυσκολίες συνεχίες να δούμε τι θα έφτιαξε ακόμη. Και συζητήσαμε με αφορμή τα Ευαγγέλια κατά πόσο θα μπορούσε να εξοδηλήσει οικονομικά, είτε σχεδόν στο μέσο της οικονομικής συζήτησης, το χειμώδιο των Ευαγγέλιων. Και είχαμε διεορισμένα παραθέματα. Είπαμε μάλιστα ότι στην περίπτωση των επαγγελίων θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε το μοντέλο, να λάβουμε υπόψη μάλλον το πλαίσιο αυτό που λέει η βασιλεία του, και μέσα σε αυτό να εντάξουμε την συζήτησή μας από οικονομικής περάς, ο θεολογικής μάλλον περάς, και στο σημερινό μάθημα έχουμε μία άλλη πολύ ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία, η οποία προέρχεται πλέον από τον Απόστολο Παύλο από την Προσοχή του 1923, η οποία θα λέγαμε ότι είναι το πρώτο κείμενο το οποίο χρησιμοποιείται συνήθως σε οικονομική ανάγνωση της κοινής διαθήκης. Για αυτό μάλιστα και ο Τσόν Βόλκς, έναν πρόσφατο σχετικά άρθρο του, χαρακτηρίζει το κείμενο αυτό ως την πάντρα, δηλαδή το κατεξουργείο κείμενο της ισχυρικής συζήτησης και του περιβάλλου, γιατί ακριβώς θα πρέπει να πούμε ότι ίσως είναι και το μόνο στην ιδιαθήκη το οποίο σαφώς αποτυπώνει αυτή τη σχέση μεταξύ ανθρώπου και υπόλοιπων ισχυρικών. Και μάλιστα με έναν τρόπο που ίσως έχει ένα σωπρόλογιο, μια σωπρολογική θα λέγαμε και μια εκκλησολογική διάστηση. Η αλήθεια είναι ότι το κείμενο αυτό, όπως είπα, το πρώτο κεφάλαιο αποτελεί ένα κείμενο το οποίο συχνά συζητιέται, όταν γίνεται λόγος για την πιθανή αξιοποίηση της καινής διαθήκης μέσα στο πλαίσιο της υπόλοιπολογικής συζήτησης, αλλά οι περισσότερες μελέδες που είναι αφιερωμένες σε αυτό το κείμενο συνήθως δεν προχωρούν εις βάθος στη μελέτη του κειμένου, συνήθως περιβάζονται σε μια πάρα πολύ γυναιγική και πιθανιακή συζήτηση του και παρουσιασίας του, με σκοπό να αναδείξουν τα περιβαλλοντικά προβλήματα ή να του δούσουν ακριβώς δεξία που έχει η ανθρώπινη συνετοχή στην επίδυση τους. Αυτό που ζαστικά λείπει είναι μια τελευταία μισβάθος ανάλυση της περιποπής, ώστε να αναδειχθούν από αυτή την περιποπή εκείνα τα στοιχεία, τα οποία δηλαδή δεν θα μπορούσαν να έχουν κάποιο ενδιαφέρον σε μια στιγμή σε οποιαδήποτε υπερφεολογική πρόταση. Και εδώ στη σημερινή μας ανάλυση θα αξιοποιήσουμε τα εργαλεία της ιστορικοπονικής μεθόδου, τα οποία όμως θα τα συνδυάσουν με τη λεγόμενη άφιβη ματωμιολογική κριτική εργαλεία, την οποία προτείνουν για τη συνεχομένη περίπτωση η ομάδα του έξερτων, δηλαδή ο David Horowitz, έτσι αν και η Christopher Southgate, που μάλιστα εξέδωσαν μερικές μελέτες σχετικά με τη συγκεκριμένη περιποπή. Σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, που είναι οι συγκεκριμένοι ερευνητές, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η περιποπή μας είναι μια αφήγηση. Μια αφήγηση με ένα συγκεκριμένο θεωρημικό νόρμα, στο οποίο παρουσιάζεται η εκτίση να υποφέρει κάτω από το κράτος του φοράς. Πριν προχωρήσουμε σε οποιαδήποτε ανάλυση, θα ήταν καλό να διαβάσουμε την περιποπή. Θα την διαβάζω κατακάτως στο Αρχαίο Κύριο και μπορείτε να δείτε και στα κείμενά σας και τη μετάδροξη της στιγμής της περιποπής. Ξεκινάω λοιπόν από το στόχο 19. Η γάρα από Καραδοκία της χτύσεως την αποκάλυψη των λιών του Θεού απεκδέχεται. Τη γάρα μετεώτητη εκτίσης υπετάγει. Δεν ακούσα, αλλά διότι ποτάξαν τα εγκληπίδια, ότι και αυτή η εκτίσης ερευθερωθήσεται από τις δουλειές της φοράς στην ελευθερία της δόξος του τέχνου του Θεού. Είδαμε γάρ, ότι πάση φύση στενάζει και συνεχίζει άχρη κοινή, ού μόνο η δε, αλλά και αυτή την απαρχή του Πνεύματος έχοντες και εμείς αυτή, εδιά αυτή στενάζουμε, η υποστηρία αναπετεκτώνει την απολύτρωση του σώματος ημών. Τη γαρυμπίδι εσωθεί, ελπίζδε, λογωμένη πέστα της, όγα βλέπει της, εκεί ελπίζει πρόοδο χρέσης. Αυτή είναι μόνη πάρα πολλή στιγμή, η οποία, όπως είπα, έχει τελειώσει από τους δουλειές ότι είναι μία αφήγηση. Άλλωστε γνωρίζουμε ότι η αφήγηση είναι ένας πολύ αγλός αλλά πάρα πολύ επιτυχής τρόμος, το οποίο έχει πολύ καλή στελεκράση, βαθιά νομότα. Και, στην προκειμένη περίπτωση, η αφήγηση, μέσα απόρά, τίκτισε την επιλογία, δηλαδή, η οποία παραμένει στη φορά, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει ελπίδι, επελπίδι, όπως λέει ο Στουκουμένα κείμενο, προσδοκώντας την αποκάλυψη των Υιών του Θεού στο σφίχο, όπως λέει στο σφίχο του Κακέμμα. Με βάση από τους οριμούς που γενικά δίνονται στην ερμηνεία για το τι είναι αφήγηση, μπορούμε να πούμε ότι η περιποπή μας, 8-19 ως 23-24, γυρνεί τα κριτήρια τα οποία καθορίζουν ένα κείμενο ως αφήγηση, γιατί διαθέτει πρώτα από όλα από κείμενο, υπάρχει και τέτοια συγκεκριμένη ιστορία, η οποία εκτιλήσεται μέσα στον χρόνο και η οποία δομίται με βάση τη λογική πρόβλημα αφήγηση. Υπάρχουν οι πρωταγωνιστές για τους οποίους θα δομίσουμε στη συνέχεια και υπάρχει και ο φινήτης. Και μάλιστα, καθώς λοιπόν γνωρίζουμε ότι η αφήγηση είναι ένας από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους μας τρόπους για να εκφράσουμε την αλήθεια και κυρίως να κατανοήσουμε τον κόσμο γύρω τους και να διανοφώσουμε ταυτότητα συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων, μπορούμε να καταλάβουμε λοιπόν τι σημασία μπορεί να έχουμε τέτοια αφήγηση όπως είναι αυτή στη Ρωμαία 8. Γιατί ακριβώς είναι μια αφήγηση, την οποία ο Παύλος παραφέρετε, η οποία σας σκοπό έχει, η οποία έχει σημασία για μάνα θα λέγαμε καλύτερα για την πλησιαστική κοινότητα και όχι μόνο για τον Παύλο αλλά και για την κοινότητα σε οποία το φύγετε και προφανώς όχι μόνο για την κοινότητα τότε αλλά και για την πλησιαστική σύνα. Τώρα, πριν προχωρήσουμε σε οποιαδήποτε άλλη ανάλυση δεν θα καλό να δούμε τεταρκάς την δρομή και τη συνάφια του. Στην στιγμή από τη συνάφια θα πρέπει να δούμε ότι η περιοχή αυτή καταλαμβάνει σημαντική θέση μέσα στο όμορφο κεφάλαιο γιατί εμφανίζεται μαζί με τα όσα ακολουθούν ως η κατακλείδα του όμορφου κεφάλαιο. Ουσιαστικά μην περιέχει όλα και άλλα στοιχεία τα οποία ήδη αναφέρεται από τον Παύλο ως το συγκεκριμένο κεφάλαιο όπως ας πούμε το θέμα της ελευθερίας, του θέμα της ανάστασης, της ιότητας των ανθρώπων και της ιοθεσίας, του ρόμπλεγγι πνεύματος και τα λοιπά. Επιπλέον, η περιοχή αυτή λειτουργεί και ως κατακλείδα στη γενικότερη ενότητα, στην ενότητα 6 έως 8 όπου και πάλι το θέμα είναι η ελευθερία που χαρίζει μάλλον ο Θεός σε όλους τους ανθρώπους μέσα από τη θυσία του Ιησού Χριστού και την εντοχή όλων των μελών της Εκκλησίας, της Οθάνων και της ανάστασης του Ιησού Χριστού. Και ένα χαρακτηριστικό αυτής της ζωής, της νέας ζωής που επιβιώνουμε με τα μέλη της Εκκλησίας, είναι η παρουσία του Αγίου Κουλέφθου. Λοιπόν, λίγο πολύ μπορούμε να καταλάβουμε ότι η περιοχή αυτή έχει μια συγκεκριμένη λογανική υφέση μέσα στην γενικότερη επιχειρηματολογία των κεφαλαίων 6 έως 8. Επιπλέον όσον αφορά στη δομή τώρα, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχουν διάφορες διαρρές στις οποίες έχουν προταθεί. Κανείς μπορεί να διαβάζει στα διάφορα υπογνήματα που κούχνουν, στα οποία θα δουν διάφορες προτάσεις. Αυτό που είναι σίγουρο και μπορούμε να το πούμε βεβαιότητα είναι τη στιγμή την προϋκοποίηση. Ακριβώς επειδή είναι πάρα πολύ σφιχτά δουλειμμένη και πάρα πολύ καλά οργανωμένη, είναι δύσκολο κανείς να τη χωρίσει σε υποενότητες. Αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι στιγμή 18-30 ουσιαστικά λύγουμε πολύ αναφέροντας τα παθήματα της κλίσης και των υιών του ανθρώπου, αλλά και του μημπίδα υγετημένους εδώ, ξεπονόμουν δηλαδή ότι υπάρχει ένα κοινό θέμα σε αυτούς τους στιγμούς. Εκεί και πέρα μπορούμε να πούμε ότι ουσιαστικά συστενάζουν και συνοδίδουν, υποφέρουν να ζει με την εκτίση πρώτα από την εκτίση, δηλαδή στο στιγμό 19-21 ή του θεού, στο στιγμό 23-25, αλλά και το ίδιο και το πνεύμα, 26-27-400. Όλοι λοιπόν αυτοί προσδοχούν να φτάνουν την απελευθέρωση από τη δουλειά της φοράς. Είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον ένα στοιχείο στην συγκεκριμένη περιοχή. Ότι κοιτάζω στην τομέα της περιοχής παρατηρεί ότι η σημαντική θέση καταλαβαίνει οι κτίσεις, διότι είναι στο πρώτο μέρος. Τώρα, η κτίση εφανίζεται ως έννοια στο στίγμος 19-22, έως 22, ενώ συνεχίζει στο στίγμο 23, τα μέλη της κοινότητας είναι εκείνα που συνδέονται με αυτή την κτίση. Και επομένως θα λέγαμε ότι εκείνη η φράση ού μόνον δε, που υπάρχει στο στίγμο 21, ουσιαστικά λειτουργεί σαν μέλη. Εφήγαμε ανάμεσα στην επόμενη δημιουργία και τα μέτρα της Εκκλησίας. Και ουσιαστικά λειτουργεί και ως διέφερο για όσο ακολουθεί από το στίγμο 23 και εξίσημα. Τώρα, έχοντας πει μερικά πράγματα έτσι ευγενικά για τη δομή της ενότητας, τα οποία πιστεύουν να βοηθούν λιγάκι να καταλάβουμε πώς γίνεται η σκέψη του αποστάλου εδώ. Θα ήθελα να δούμε λίγο εγμένους στοιχεία αυτής της περιοχής, τα οποία πιστεύουν ότι στο τέλος της ανάλυσης μπορούν να έχουν ένα ενδιαφέρον ήδη θέλουν λοιπόν. Τώρα, είχαμε και δικό μας γνωρίτερα ότι η κεντρική θέση μέσα στην περικοπή καταναβάνει η λέξη κτίσης. Και η οποία ουσιαστικά κτίσει συνέχεια με τον άνθρωπο στη συγκεκριμένη περικοπή. Και μάλιστα υπάρχει θα λέγαμε ένα ιστορικό συνεχές στην αφήνιση. Έτσι λοιπόν, υπάρχει ένα παλιθόν σε αυτήν την αφήνιση, όπου η κτίση ουσιαστικά συνδέεται με τον άνθρωπο, αλλά υποτάχθηκε στη φορά βία των υποτάξεων, όπως περί. Στη συνέχεια, υπάρχει μια φορά στο παρόν, όπου η κτίση στενάζει και συμβεί αχαρινή, όπως περί. Και τέλος υπάρχει και μια προκτική προς το μέλλον, καθώς η κτίση από τη διπλέη του συγκεκριμένου μας ελευθερουθήσεται από τη στραγία στους φοράς, ή στην ελευθερία της δόξου των καημών του Θεού. Άρα μου λέγουν, και αυτό είναι ενδιαφέρον, ότι έχω μια πορεία αυστορική, μια πορεία μέσα στο χωρινό, και το ενδιαφέρον είναι ότι και η πορεία των χωριών του Θεού είναι παράλληλη, καθώς και οι κύριοι ουσιαστικά λίγο πολύ ακολούν την πορεία της κτίσης. Δηλαδή, οι ήλους Θεού στενάζουν και αυτοί στο παρόν, έχοντας ωστόσο βεβαία την ελπίδα για την υιοθεσία και έχοντας ήδη λάβει στο παρόν την απαρχή του πνεύματος, έχοντας ήδη προγιευτεί αυτό το πλούσο περιμένει στα αίσθητα. Άρα λοιπόν, βλέπουμε δύο παράλληλες πορείες. Εμείς δεν είναι και τόσο παράλληλες και στεγανάχωρες μέσα μεταξύ τους. Και ουσιαστικά η πορεία και των δύο ξεκινάει από ένα πρόβλημα. Και ποιο είναι το πρόβλημα? Το πρόβλημα είναι ότι και οι ήλους Θεού στενάζουν και αυτοί υποφέρουν. Και οι δύο όμως καταφύγονται προς την ελπίδα και έχουν προβλήμα τους. Και μάλιστα, αυτή η ύση συγχωρητική μου δεν έχει αρχίσει να διαφαίνεται κάπως στον αισχατολογικό ορίζοντα, γιατί ακριβώς ήδη η γη του Θεού λάβει την απαρχή του πνεύματος. Και επομένως θα λέγαμε ότι στο τέλος της αφήγησής μας υπάρχει η παύλαιο υπηρετία του Καστόνου Παύλου και η ελπίδα ότι η κτίση θα ανοιχτερωθεί από τη δουλειέ της θεωράς και θα συμμετάς και στην ίδια δόξα που θα συμμετάσουν μάλιστα και οι ήλοι του Θεού, οι οποίοι μάλιστα θα λάβουν την υποθεσία και την απολύτρωση του σώματος. Δεν είναι μια απλή περικοπή η συγκεκριμένη περικοπή, όσο όμορφη και ανακοινή, γιατί είναι μια δύσκολη περικοπή, γιατί εδώ ο Παύλος είναι εξαιρετικά περίπτωτος στη σκέψη, πιο προσύνδεκτος και δεν δίνει και πολλές δικτυμίσεις. Σε το νόημα είναι εξαιρετικά περίπτωτος στην ελπίδα του. Το πρώτο το οποίο μας προκαλεί προβλήματα είναι το περιγόμενο αυτής της λέξης κτίσης. Δηλαδή, όταν ο Παύλος μιλάει για κτίση, τι εννοεί ουσιαστικά. Και αν κανείς κοιτάξει την ισχυρία της ελμηνίας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, θα δείχνει ότι έχουν τοφεί πολλές ελμηνίες. Στο νόο, ας πούμε πάλι, ο Γέννης θεωρεί ότι είναι τα ουράνια σώματα και οι Άγγελοι, κάποιοι πατέρες, εξειδητές, θεωρούν ότι είναι όλη η ορακή δημιουργία στο σύνολό της, η οποία θα αποκατασταθεί και αν τα έστειχαν στο αρχαίο δισκάνος, όταν δηλαδή θα εκπληθούν τις πολλές δημιουργίες και τα έρθει η βασιλεία του Θεού. Και η ίδια, θα λέγαμε, συμφωνία και πολυφωνία απαντά και στη νεότερη έρευνα, όπου γίνεται λόγος για διάφορους πιθανούς συλλογισμούς, γιατί μπορεί να κατεβάσει από τη λέξη κτίση, εδώ είναι οι Άγγελοι, είναι άνθρωποι και οι Άγγελοι, μπορεί το ανθρώπινο σώμα, μπορεί να είναι η ανθρωπότητα, ολόκληρη η δημιουργία συμπελαμβανημένη των ανθρώπων, η δημιουργία μαζί με όλους τους ανθρώπους που δεν έχουν πιστέψει ακόμα, ή τέλος όλη η δημιουργία εκτός ενός ανθρώπους, οπότε διάφορες ερεμιουργίες. Και με βάση την αγγλικτίας που λίγο όμως Παύλος κάνει εδώ, ανάμεσα στη λεπτήση και στους πισθούς, με εκείνο το όμορφο, είναι προφανές ότι η πιστήρα θα πραγματίσει και ο ανθρώπινος αποτυκτής. Αλλά το μάτι που πρέπει να αφαιρέσουμε είναι αυτό. Και διπλέον, το τυκτής στενάζει και συνοδείνει, αλλά ο κλίντης αποτελεί από την καγάσταση, που βρήκουσα, όχι επειδή το ήθελε, αλλά μάλλον γιατί κάποιος άλλος θα με φάσει την καγάσταση. Αυτό μάλλον αφορεί το ανθρώπινο γένος αποτυκτής, καθώς βλέπουμε του ανάμφου ότι αντιπροσωπεύει αδάμου, δηλαδή ο λόγος που ο κλίντης αφήγησε, δεν μπορεί να θεωθεί άμυνο αφήγητο, καθώς νιώθουμε πάρα πολύ καλά ότι η ιστορία της πρόσθεσης από την κοινική αφήγηση είναι μια προσωπική αφήγηση της ανθρώπινης. Πέρα ο πάλος εδώ δεν είναι εξαιρετικά σαφής. Αν δηλαδή πρέπει να συστηθεί την εκτίση, αφού βέβαια η εξουλική σκέψη που κάνουμε πρέπει να αποκλείσουμε τους ανθρώπους, αν όσο δεν συστηθεί την εκτίση θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουμε τα άψικρα στοιχεία της φύσης μαζί με τα έψυχα ή μόνο τα έψυχα για όλα. Ο πρώτος ζώο δεν μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει ακριβώς την ομολογία, αλλά το αφήγιαει το τάνυπτο. Και ο δεύτερος σημείο το οποίο προκαλεί αρκετή συζήτηση είναι ότι λέει ότι αυτή η εκτίση περιήλθε σε μία κατάσταση στη ματαιότητα μάλλον και τη φορά. Τώρα, εδώ ο σαφός, οι περισσότεροι μοναχτές και από την Αχρόντα και μέχρι σήμερα διαπλύνουν πίσω από αυτή την ιστορία ουσιαστικά την βοστή αφήγηση της Γιάννης, της Αδοκομιλίας και του Λουτώσου. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι ο πάλος εδώ δεν μιλά με ξεκάθαρο για αυτή την ιστορία, μόλις όμως ο κεφάλαιος γενικά επανέρχεται στην ιστορία της Γένεσης και της Δημιουργίας του ανθρώπου μέσω δημιουργής του συμπέρας μου να υποθέσω με το κεφάλαιο. Δεν θα ήταν ατυχές να θεωρήσουμε ότι εδώ ο Απόστολος σημαντικά έχει στο μού του την ιστορία της Γένεσης και για την ομορφή του Λουτώσου και του Αδοκομιλίου. Το πρόβλημα το οποίο έχουμε στη συνέχεια είναι η αναφορά στη φορά και στη ματιότητα, στους τύκους, τύκους και υποσιαία. Τώρα, εδώ υπάρχει μια μεγάλη συζήτηση μεταξύ των ερευνητών, τα οποία φυσικά δεν θα μπορούμε να μιλάμε πάρα πολύ για τη διάδυση στις γενικές γραμμές. Αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι η όρος φορά, έτσι όπως πράσινα παντάμεση στα φορμακά κείμενα, είναι μια έννοια ευρύτερη από ό,τι η Λουτώσου και ο Αδοκομιλίος, οι οποίες όμως και οι δύο έννοιες της Λουτώσου και του Αδοκομιλίου συμπεριβάλλονται στην έννοια της φοράς. Και πρέπει να πούμε ότι, τουλάχιστον μέσα στο Λουτωτικό κείμενο, η φορά μπορεί να σημαίνει κάθε ομορφή παραπνής και καταστροφής της κτίσης. Θα μπορούσε, επομένως, εδώ να γίνει μια πρώτη σήμεση με τη σημερινή κατάσταση, όπου όντως η Λουργία υφίσταται τη φορά και τη παραγμή. Η δεύτερη λέξη, η λεξιδηματεότητα, είναι επίσης μια δύσκολη λέξη μέσα στο κοινό κείμενο και έχει ενδιαφθεί με πόρους τρόπους στην ιστορία της Ελληνίας, της Πελικοπίστευα. Η δημιουργική γενικά γραμματεία, η λεξιδηματεότητα ταυτίζεται με τη φορά του στιγμού 1921, αλλά ελπίζω και πατέρες και πνευθές ότι δεν ακολουθούν αυτήν τη σημερινή κατάσταση. Είναι πιθανό εδώ να μην πρέπει να δεστακτήσουμε απόλυτα αυτές τις δύο έννοιες και η ματαιότητα να μην σημαίνει ότι σημαίνει και η φορά, αλλά να σημαίνει περισσότερα τη ματέωση ενός τόφου, τη ματέωση ενός τόφους που είναι η πλέον πλέον στις σκνήσεις, η οποία, η ματέωση οήλθε από την παράχρηση σε λεγμέρους λεγμέρους και ουσιαστικά έφερε και τη φορά μέσα στη κτήση. Όπως δείχατε, μία τέτοια εμμονία, η οποία έχει ενδιαφέρον άνθρωποι να δεδίσουν από τη λογά της οικονομίας, υπογραμμίζει την γενικότητα διευθύνη του ανθρώπου ανάμεσα στην υπόλοιπη δημιουργία και τονίζει επίσης το πόσο άρρυχτα δημιουργημένη είναι η ζωή της δημιουργίας με εκείνη του ανθρώπου. Ήδη, στο στίχο 1-21, δηλαδή στο πρώτο βιφάλαιο του 21 στη Βεροίδη, μία ανάλογη ενεφορά στη λέξη ματεότητα. Λέει, «Εκείνοι πόλοι πάωνοις, διότι οι νόντες των θεών, μούχος θεών εγώξασαν ή επενέστησαν, αλλά ηματεώθησαν τις διαλωνισμίσεις μαχανοί και σκοτίστη ή ασύνητος αυτών καρδίας». Όπου και πάλι βλέπουμε η ματεότητα να δημιουργεί αυτή την απολυχία των ανθρώπων. Να επιβιώσουν αυτό το οποίο τους έχει ζητήσει ο Θεός, να πετύχουν το κομματικό τους πόχο. Και αυτό σημαίνει γιατί, ακριβώς, αν ο νόης είναι ο Θεός, πράχτε να πετύχουν του, που μακρύνθηκαν από εκείνο. Και γιατί απέδωσε ο δημοσταθολοπάβος, νωρίτερα, ατιμές και ματρία στη κτίση παράστρο κτίσεδα. Επομένως, επειδή, ακριβώς, και στο στίπο 1.21, απαντούμε τους ίδιους όρους, ματεότητα και φορά, και τους χρησιμοποιούμε και εδώ πλέον ξανά, στο κεφάλαιο 8, στο 20, στο 26. Αυτό δημιουργεί, θα λέγαμε, μια ενδοκιμερική σύνδεση μεταξύ των δύο σημερών της Εκκληστονής. Και μπορεί να μας βοηθήσει, ως αν σημαίνει να καταλάβουμε τι είναι της ματεότητας. Μετά πλέον, δεν θα πρέπει να με κατανοήσουμε ως πιθόνα, αλλά ως, θα λέγαμε, την αποτυχία, όσον αφορά τον στόχο, τον οποίο είχε η λοιμιολογία, αλλά και ο άνθρωπος. Και ο άνθρωπος, στη προκειμένη περίπτωση, αποτυχάνει, γιατί δεν αγνοείς στην κτίση του πραγματικού του ρόλου, που είναι ο ρόλος του λοιμιολογίματος του περού, αλλά τίθετο λατρέριο, στο οποίο διαστρέφεται ουσιαστικά την όλη λοιμιολογία, και αυτό έχει, φυσικά, καταστροφικές συνέπειες. Και αγνοώντας την πραγματική της αξία, στη συνέχεια, τη συμπαρασύρει στη δική του αποτυχία. Και μια παρόμοια εικόνα θα δούμε και σε άλλα κείμενα και συμφαλάζει, περίπτωση όπως η φράγμαστη της ασθήνας, του λατρέριου, του χάρτη, του αγιού, του κοχτάν, όπου και πάλι η λέξη ματαιώτε τελειώνει επίπτωσης αυτήν την αποτυχία. Ο ματέος ενός στόχους, το οποίο βλέπουμε, είναι σχεσάφρυμα. Επομένως, θα μπορούσαν να κάνουν αυτό, ότι ματέωτα και φορά δεν καθορίζονται, αλλά υπάρχει μια ητιακή σχέση με ταξίδους. Η ματαιώτε, δηλαδή η αποτυχία και η ματέωση του στόχου, δηλαδή στον ανθρώπου, η οποία οδήγησε στη δημιουργία του στόχους του Αλκάνδετ, βγούνε αυτή τη δημιουργία, η οποία είναι μια δημιουργία, δημιουργία στα πλάσια μιας ιδιοφεροϊκής ανάμωσης του στόχου, τότε μπορούμε να καταλάβουμε ότι εδώ το κείμενό μας θα μπορούσε να έχει ενδιαφέρον και πολύ πρώτοι όπως σήμερα, γιατί ακριβώς συνδέει τον τρόπο που ο ανάφυγος καταμείει τη θέση του μέσα του τελειώνου και τις σχέσεις του του τελειώνου, με όσα στη συνέχεια ήρθαν τα οποία θα μπορούμε να κάνουμε δύο φορά και δύο μέρες. Τώρα, υπάρχει ένα πρόβλημα στη συγκεκριμένη Βεροποτή, και το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά μας λέει ο Απόστολος Παύλος, υποταγής τα πραγματικά φορά, όλα αυτά έχουν συμφωνήσει με το στίχο 20, χωρίς τη θέση της θέσης, αλλά διέκτον υποτάξενα. Δεν θα κάνουμε μεγάλη συζήτηση ποιος μπορεί να είναι αυτός ο υποτάξενος. Και οι εμμηνείς που υποδοθεί είναι επικίνες. Υπάρχουν οι διευθέσεις που υποστηρίζουν ποιος είναι ο Θεός, αν είναι ο Κυριστός, αν είναι ο Ιησούς Αγωνάς, λίγο ο Αδάμ, οι άνθρωποι οικογενικά και ούτε ο καθεξής. Ή ακόμα και οι υποκτοπώτες άγγελοι, σύμφωνα με το καλλιτικό παράδεισο. Η μεγαλύτερη περιορισία των ερευνητών, κλείνει στο να θεωρήσει το διαδικασμό. Βλέπετε εδώ ότι αναφέρεται στον ίδιο των Θεών και του ουσιαστικά ο Θεός. Πέταξα στη φορά την κτίση, εξαιτίας ακριβώς άθλου τραγικούς ομάδους, που το ονομάζουμε στη Βουλική Ακροδυσσύκος του Πόσικου. Υπάρχει όμως ένα θέμα εδώ. Όλοι αναγνωρίζονται ότι η πετάγη είναι μια καθητική φωνή. Μάλιστα, ότι εδώ έχουμε κάποιους εντιβίνων πασίδων. Δηλαδή, το καλλιτικό έργο, στον τοκιμένικο περίπτωση εδώ, δεν αφέρεται με ξεκάθαρα, αλλά είναι ο ίδιος ο Θεός. Έχει όμως σωστά παρατηρηθεί, ότι εδώ κανονικά το πιο λιγό θα ήταν το καλλιτικό έργο, να μην αφιάστηκε διά κηδευτική, αλλά μία διά κηδευτική, ή μία υπό κηδευτική, όπως είναι συμβεί στο σταχαία ελληνικά, για το αδειάκι της αδικίδησης, σύντομα στο έτειο, με τη διαβουλή για τα κάτι. Και αυτό, αν δεν θύμιζε το Θεό συμβεί μετά σας, τότε αυτό δημιουργεί ένα θεωρητικό θα λέγαμε σημείο, με την έννοια ότι ο ίδιος ο Θεός, ενεργεί άλικα και συγκράτη, μπορώντας κάτι, με το οποίος δεν φέρει υφήλεια από τη συμβέντεια, που ξεκάθαρα λέει, μάλιστα, ότι δεν είναι ούρα η κούσα, η οποία συμβεί στην κατάσταση του δίσκου. Και δε συμφωνεί πλέον αυτό και με τους τρίτους γέννησης. Ο που σε κάβει στο σπίτι της γέννησης, δηλώνται, ότι υπεύθυνος ο δικός δεν είναι ο ίδιος, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος, με τις συγκεκριμένες επιβιβλίες του. Και ο κόσμος βέβαια εδώ παραμένει ασαφής. Δεν μας εξελίχνει ακριβώς ότι εννοεί, και γιατί το λέει όπως το λέει, αλλά θεωρούν ότι είναι ο ίδιος. Και μέχρι στις εκτομπές του συγκεκριμένου συμβολικής αναγνώσης, ότι δηλαδή ο παππούς δεσκευμένα παραμένει αρκετά ασαφής, αλλά θέλει να τονίσει, νομίζω, όχι κανένας ομαστική διάκριση μεταξύ δεού και αβάδη, στον οικινένη τελείωση, αλλά μάλλον αυτή η ασάφελτη να μας οδηγήσει εύκολα σε να συνδυαζούμε τον πάνω θέσου και να δούμε, ότι αντί να θέσουμε, ας πούμε, αισθαντικά εδώ τώρα, ότι είναι ο Θεός ή είναι ο Ανάμος, ασθαντικά θα μπορούμε να το δούμε συλλεξτικά, με την έννοια ότι θα πούμε ότι η αιτία της παρατηρήσει, γιατί της Ματέως ο Σουσνώμου να συγχώσει ο Ανάμος, αυτοί όμως που τελικά επιτρέπτουν την υποταγή και υποτάσεις για την εκτίση και για ένας άλλος παράδειγος που είναι ο ίδιος και ο Σουσνώμος. Λοιπόν, όπως κάτι το οποίο με τριάζει εδώ, είναι όλη, θα λέγαμε, η σκληρότητα της ενότητας. Και αυτό είναι η αναφορά στη Ρυπίδα, στο τέλος του 2020, και αυτή η αναφορά δηλώνει ακριβώς, ότι όλη αυτή η ιστορία που είχαμε να περιγράφουμε, τώρα περιγράφουμε μέσα στο τέλος, θα έχει μια ίσια έκπληση. Γιατί τελικά τα πράγματα θα είναι πολύ διαφορετικά στον μέλλον. Και με αυτή την αναφορά στη Ρυπίδα, ο Παύλος περνάει στη τρίτη φάση της αθληγησίας, που είναι το μέλλον. Και τι κάνει ευομένως εδώ ο Παύλος Μαυροδρόφ, ουσιαστικά συνδέωμε τα μάθη σκήσεις με το παρελθόν, αλλά αυτό βλέπουμε και είναι το μέλλον της, τα αίσθημα του, και το δεύτερο είναι ότι τονίζει την κοινή τύχη και την κοινή πορεία της κτήσεις με τους υπόλοιπους ανθρώπους, γιατί ακριβώς αυτή η πλήρωση στο μέλλον, η εφελπίδη, η εφελπίδη για τα μεγαλύτερα χειρόγραφα πλήρωση, αυτή δεν φορά μόνο την ημιουργία, αλλά φορά και το νόημο ναύμα. Κάπου εδώ τονίζεται το αλληλέμβρο μεταξύ των δύο ομάδων. Η κοινή επαγκάτασταση των ανθρώπων, που είναι στον Παύλος Μαυροδρόφ, εφαρμόσουν ότι είναι άλλο τρόπο να ζει στον Καλκοτίνης. Συγκεκριμένα αντιμετωπίζονται έτσι, ουσιαστικά στο Στίβο 22, που σου βρει τα λίμματα συσπερνάζει και συμβουβεί, όπου φαίνεται ότι τα μέλη της αυτοκορτητάς, ή τουλάχιστον και μία της υπηρεστικής συμβουλής, συμμετέχουν στην κατάσταση του πιεριόμου στο παρόν και υπόλοιπη μιουργία. Υπάρχουν, βέβαια, άνθρωποι που δεν δέχονται για αυτό το σύμπημα, την αποκοινού συμμετοχή σε μία κατάσταση. Από την άλλη μορδιά, είπαμε πάρα πολλά συμβήματα στο κείμενο, που μπορούν να μας συναφερίσουν ότι είναι ασφαλής. Η εμμονία προτάθηκε, δηλαδή αυτής της κοινής πορείας και της κοινής μετοχής σύστημας καταστάσεις, υπόλοιπης δημιουργίας και ανθρώπων. Το πρώτο είναι ότι όλη η δημιουργία, παρουσιάζεται μέσα στη μορδιά σαν ένα πρόσωπο. Και επίσης, και ο συμβουλικός, είναι ότι υπάρχει μια συγγένεια σχετικά με το συμβούλιο, στους τύμους εκείνους που περιγράφουν την κατάσταση της δημιουργίας, στους υπόλοιπους δημιουργίες, στους τύμους που περιγράφουν την κατάσταση της δημιουργίας. Αυτό μας δημιουργεί αυτόματα την αίσθηση, αυτό που λέμε από την αρχή, με δύο παράλειες πορείας. Άρα, αυτό που ο Παύλος θέλει να δουλέψει, είναι ακριβώς αυτή τη κοινή τύχη και τη κοινή μοίρα και τη κοινή πορεία ανθρώπων και υπόλοιπης δημιουργίες. Υπάρχει ένα ενδιαφέρον. Η εικόνα της στενάζουσας και συνοδίμουσας δημιουργίας, είναι μια εικόνα η οποία δεν είναι γνωστή. Πάνω, είναι μια εικόνα που τη γνωρίζουμε και από τα προφητικά, αλλά κυρίως από τα αποκαλυπτικά κείμενα, όπου αυτή έχει να κάνει εικόνα με τα έσκαπα και πάλι εκεί παρουσιάζεται η γη, και προσεύχεται όλη την ομορφία να οδύνει, όπως η γυναίκα στο εικόντο. Και εδώ, υπάρχει ένα ενδιαφέρον στοιχείο. Μπορεί αυτή η εικόνα μιας γυναίκας, η οποία είναι σε οδύνευση, να έκανε μια εικόνα στιγμή δηματικό, στην τραυματικό, το όμορφο είναι μια εικόνα που ήθεται κυρία και είναι μια εικόνα ελπίδαση. Γιατί? Γιατί, όπως σημαίνει, μερικές μελέτες που έχουν γίνει πάνω στη παράσταση αυτής της οδύνης της γης, ουσιαστικά η οδύνη έχει μια αφιετική έγραση, γιατί θα έρθει, στο τέλος, μια καινούργια κατάσταση, καλύτερα που το εγγυρίζει, τουλάχιστον με πανωδικά κύματα, αλλά και στα και με τις καινείς δεδοξεύου, που υπάρχει αυτή η εικόνα. Και επομένως και εγώ, και αυτό πρέπει να γνωρίζω, ότι αυτό το συστημάζει και κυρίως η οδύνη της δηματικίας, που υποφέρεται και προλαμβάνου στους προφερμένους, μια αίσια έγραση και μία πολύ καλή εξαρήξη. Ποια είναι όσα αυτή η ελπίδα, γιατί το οποία μιλήσαμε, είπαμε, είναι το καλύτερο του φαγητό. Αυτό περιγράφεται με τροπούς τροπούς, μέσα στο τελετήρακο κύριος, του 1921 και τώρα, που δηλώνεται κατ' αρχάς, ότι στο σπίτι 1921, γίνεται ο λόγος για την αποκάλυψη του παιδιού, το οποίο την περιμένει και μας περιμένει λαχτάρα και εξαγρήγη, να λέγαμε, και εγρεύωση και εκτίση. Στο σπίτι όπως τη συνέχεια, 21 που λέμε ότι η εκτίση θα ελευθερωθεί με συγκεκριμένη εικασία από τη δουλειά της Βαρκάς και μάλιστα θα έρθει αρχική κατάσταση για την παραπάντειπη στουλεχωρία της δόξης των τέχνων του Θεού και μάλιστα αυτή δόξα του Θεού θα χρησιμοποιήσει και η Εκκλησία. Και αυτό αμέσως, θα λέγαμε, ότι μας συμβουλήθησε, να μας ομιλήσει, να συμβουλήθησε η Εκκλησία, γιατί ακριβώς παρουσιάζει, συνδέει τη μοίρα, όπως είπατε και καλύτερα, της Εκκλησίας στον όνομα του Θεού, με την εικόνα, με τη μοίρα, που λέει, με την πορεία της υπόλοιπης δημιουργίας. Επομένως, και αυτό είναι ενδιαφέρον, αν θεωρήσουμε, και δεν υπάρχει αυτή η σύνδεση, η οποία μιλάμε, αυτή η σύνδεση δεν περιορίζεται μόνο στον παρόμο που είναι άνθρωπο, και υπόλοιπη δημιουργία σε στενάδικες ομιλίες, αλλά προφανώς έχουν και μία καινή ζωή και μία καινή ομιλία και στο μέλλον, τότε που θα αφανελωθεί η δόξα Μεχαιρού και τα μέλη της Εκκλησίας στην Εκκλησία του Θεού. Και αυτό, εδώ θα πούμε, ότι σύμφωνα με τις εικόνες που γνωρίζουμε, αυτή η ανάσταση των νεκρών, σε πάρα πολλά κείμενα, δημιουργών την εποχή της φτύσης σε οποιαδήποτε τέτοια σαββελική κατάσταση, και κλείνοντας αυτή την ανάλυση, που κάνουμε που είναι εξαιρετικά δύσκολη, γιατί ακριβώς το κείμενο που πάμε είναι εξαιρετικά δύσκολο, που είναι ουσιαστικά, όλη η δημιουργία, βασιλικά, στην δόξα των μελών, της Εκκλησίας, των νεκρών, ταυτόχρονα θα έχει και ένα ρόλο. Ας εσείς να την έλεγε στους κάποιους, αφού αφήσεις στην άλλη συνολογή, είναι ουσιαστικά σύμφωνα από καλλιτική κανοματία, και πιθανώς πίσω τα σώματα των νεκρών. Και για όλη η τομή της περιοκπής εγώ, τρόπος, τελώς πάμε, τελώς πάμε, παρουσιάζει και το χώρο σχετικά, όσο εξελίξουμε το γεγονότα, δεν μας επιτρέπει να υπεθέσουμε ότι εδώ, ουσιαστικά, η μοίρα και η αδικοπωρία της υπόλοιπας δημιουργίας θα είναι διαφορετική από τη μοίρα και την οικορία της ανθρωπότητας, γιατί ακριβώς, και εδώ πρέπει να πούμε πώς μας κι άλλα, ένα πράγμα που συστράφεται ουσιαστικά, δείχνει και εκεί και εδώ, ότι θα υπάρξει μια κοινή πορεία και ότι ουσιαστικά στα έσκατα θα καταλυθούν ο θάνατος της φορά και επομένως, όλοι θα απολαύσουν την ελευθερία του Θεού και όλοι θα την χαρούν τη βόξα αυτής της ελευθερίας. Και νομίζω ότι εδώ, αυτό, έχουμε ένα λίγο ενδιαφέρον στον πολιτικό της πλευράς, στην οικογένειά μας, στο ζωγνώσιο του σπολίου, διότι εδώ, πάνω στου ανοίγου, όπου έχουμε καλλιτικές εικόνες, επίσης υπολογικτής εικόνων, η λάμπιχη κατασταθή της δημιουργίας και των γύριους νέων κόσμου, εδώ αυτό που είναι το ενδιαφέρον είναι ότι, ουσιαστικά, ο Παύλος δεν φαίνεται να προεικοφέται μία δυσκολογική καταστροφή. Ουσιαστικά, ο Παύλος θεωρεί ότι, στο σκοτωνοϊκό τέλος πάνω στον πόραμα, η ουγεία γίνει ιδιαίτερη θέση και θα απολαύσει όλη τη δόξα και όλη την ομορφιά και θα προκαθιστεί άθλητη στην αρχαία της ομορφιά, όπως και οι άνθρωποι, όπως και οι υπόλοιποι άνθρωποι, κυρίως ποιοί του Θεού. Ένα τέτοιο όραμα ο ουγούς, το οποίο δεν προβλέπουμε όλοι και η κατασταθή της φύσης και που πλέον συνδέει τον άνθρωπο στον πρόβλημα, εν πάση άνοιχτα με την υπόλοιπη τελευταία, μπορεί να παρουσιάσει και ένα εικογραφικό ενδιαφέρον στη συζήτηση την οποία κάνουν οι δυο. Γιατί άνοιχτα, με βάση του τιμού και βάση τελευταίας, πρέπει να διαβάσουμε μια προφύλμα, ότι οι τσακισμένοι από τη φορά και τη ματρότα κτίση είναι οι ίδιοι, αλλά με εκείνοι που θα εισέχονται στη μέτρουσα λόξα και θα αποκατασταθεί, τότε καταλαβαίνουμε ότι τη σημασία που έχει αυτή η ομορφιά, τη σπουδαιότητα που έχει αυτή η ομορφία, και οπωμένως δεν μπορεί κανείς, αφού την εκτίσσεται, να την γίνει η καταστρέψη, δεν μπορεί αγόριστα να της καταστρέψει, αλλά τη σημασία που θα έχει αυτή και την ελληνική της αξία. Βέβαια, οπωσδήποτε και σε αυτό το όραμα και αυτό, λέτε, στις Μαγείας, όλες τις συζήτησες που κάναμε μέχρι τώρα κοινών, το κέμβρι είναι πάντα ο άνθρωπος, γιατί και η απελευθέρωστη σχετικά έχει να κάνει και οπωμένες από τον άνθρωπο. Στο πρώτο μας περίπτωση μπορούμε να δούμε ότι ο άνθρωπος του λόγου λειτουργεί όστα λέγαμε εκείνος ο ομοβλός, ο οποίος μπορεί να κινήσει την ιστορία και μπορεί να οδηγήσει τα πράγματα σε μια αίσια έκβαση και ο οποίος μπορεί να παίξει έναν λειτουργικό και σωτηριό διόλο όσον αφορά την υπόλοιπη δημιουργία. Και το ενδιαφέρον είναι ότι σε αυτή την εικόνα, έτσι όπως την περιγράψαμε τώρα, η κτίση δεν είναι έναν αλώσιο που θα λέγαμε λοιπόν, δεν είναι μια σκηνή η οποία θα καταρρέψει στο τέλος της ιστορίες και θα καταστραφεί, αλλά αντίθετα η κτίση είναι ένας από τους προκαταγωνιστές της ιστορίας. Και τώρα είμαστε πάλι σ' αυτό που λέμε για το αφηματικό τρόπο κατανόησης της περιπτωτής. Είναι επίσης ένας από τους προκαταγωνιστές του οποίου η τύχη αποτελεί ανακόσπιστο στο κομμάτι της προκειμένης της ιστορίας. Και επίσης η τύχη του και η πορεία που θα έχετε από τη συνέχεια, εξετάται άμεσα και οργανικά από την τύχη και την πορεία των υπόλοιπους προκαταγωνιστών. Εξετάζοντας τώρα όλο αυτό το κείμενο, που είναι πάρα πολύ σύντομα, και με το πρωτοβουλικό κριτήριο που συζητήσαμε στα πρώτα μας μαθήματα, μπορούμε να πούμε ότι πραγματικά η τορμός 8, 19 και 6 είναι ένα κοινό που πραγματικά έχει πάρα πολλές στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να ξεκουριθούν σε έναν διοικητικό διάλογο και τα οποία όντως, ενώ και μενό, δικαιώνει το χαρακτηρισμό προς το κατεξοχήν γιατί αδομολογικά εισχύονται περισσότερα από τα κριτήρια τα οποία ήδη αναφέραν στα πρώτα μας μαθήματα. Το πρώτο λοιπόν, που είναι ξεκάθαρα εδώ εμφανές, είναι εκείνο της αλληλεξάντησης των ανθρώπων με την υπόλοιπη νοηλογία. Μιας αλληλεξάντησης και μιας μετοχής στον άλλο, στη μαχητυχία και στη αλληλεξάντηση. Και αυτό είναι πάρα πολύ εύκολο, γιατί η φύση, αν δεν άτησες και τα αλληλεξαντίας των ανθρώπων που πετάστησαν από τη σκέψη και όπου και εξατήσουν τα κομμάτια των ανθρώπων και πάλι, οι επιλογές των ανθρώπων είναι εκείνες, που θα τον καθέτουν να διδήσουν στην πλήρη απελευθέρωσή τους από τη θερά του και θα έρχονται να διδήσουν, όπως ακριβώς, και τα ουσιούς του Θεού, του δόξα του Θεού, που περιμένει που μένουν στη θύση, με λαχτάρα, τη στιγμή που τα ουσία του Θεού θα αποτεθούν με την πλήρη απελευθεσία και αυτή η είσοδος του στη δόξα, στη λογική δόξα σημαίνει και τη σημαντική απελευθέρωση από τη φορά. Τα δεύτεροι στοιχείο, που είναι προφανές, είναι ότι άνθρωποι που δεν εμφανίζονται ως παίκτα του Θεού, δεν κατανοούνται έξω από την οικογένεια, αλλά κατανοούν ως κομμάτι της δημιουργίας, μοιράζοντας τα πάντα μας εμείς, και τους δυναμούς, αλλά και την ελπίδα. Ένα καλύτερο μέρος. Το τρίπιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι εκείνη της απελευθέρωσης των πάντων από την ατεόδοτητα, την απελτυχία και είδαμε ότι ο μέρος των κοινών που το περιγράφουν πάντως, ουσιαστικά δεν ακόμα κρίνεται ή αν θέλετε, δεν είναι εντελώς ξένο και ανεξάρτητο από την πορεία της υπόλοιπης δημιουργίας. Δηλαδή ο Θεός δεν εμφανίζεται τόσο απ' όλους τους ανθρώπους, αλλά και τον υπόλοιπο δημιουργείο. Και προσδοτάω, ουσιαστικά, την απελευθέρωση όλων. Βέβαια, η όλη περιπτωπή και αυτοί που λέμε εμφανές θέτει τη σχέση ανθρώπων και υπόλοιπης δημιουργίας σε μια πολύ διαφορετική βάση από αυτή που μπορείς ο κανείς να σκεφτεί ή που μπορεί να σκέφτεται ο κανείς σήμερα ή για ένας άνθρωπος της πόλης του 21ου αιώνα. Γιατί ακριβώς φωνίζει αυτή την άμεση μεταξύ δημιουργίας και ανθρώπων και την εθνική του ανθρώπου με την κατάσταση που είχαμε σήμερα από τη δημιουργία. Και εδώ βλέπουμε ότι τη δύση, και αυτή είναι πάρα πολύ δύσκολη, μπορεί να προμένει μελαχτά την αποδίκτωση του τέκνου του θεού, γιατί ακριβώς αυτή αποτελούνται από την πραγματικότητα της επίπεδας της. Και αυτό το πνεύμα το μοιράζεται με τους ανθρώπους επάνω στον κομμό και στον κόσμο αυτό, το μοιράζεται πρώτα από μαζί, κάτω από την οδύνη και τον κράτος, που βρίσκονται από όλες τις διάρκειες και προσβλέπει μαζί με τους ανθρώπους σε εκείνο μέλλον, στο οποίο όλοι μαζί θα συμμετέχουν στο δόξο του Θεού. Συμβεξίζοντας έτσι πολύ απλά μπορούμε να πούμε ότι η υπόλοιπη μία περιοχή εξελικά είναι εφαρμοσιακή, είναι ίσως και η μοναδική θεραπεία του μέσα στον κόσμο, το οποίο πάντα και στην υπόλοιπη γίνεται ακριβώς μια τόσο ρητή δείλωση της αίσθησης δημιουργίας του ανθρώπου, κάτι που θέλουμε να συμμετέχουμε. Στα υπόλοιπα κίναλα πρέπει με κάποιο τρόπο να το εγναιέσουμε, αφουγράζοντας, αφουγραζόμενο με τη φωνή της δημιουργίας του σε όλα τα κείμενά μας για να μιλήσουμε με τη λόσα της οικονομικής ελληνίας. Είναι λοιπόν η περιοχή στο οποίο δεν υπάρχουν όλοι φωτογραφίες, δημιουργείται αυτή η κοινή, αυτή η σχέση στενή, η σχέση ανθρώπου και υπόλοιπες δημιουργίες, η ευθύνη του ανθρώπου για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η διεκτίση, αλλά και η ευθύνη του για όσο θα επακολουθούσε στο μέλλον δημιουργίους, βλάστοντας την βάση περιγραφή της καρδιάς περιοχής που αποφασίζει για παιδί στη συνέχεια η πορεία της ελληνικής δημιουργίας. Άρα, λοιπόν, μπορούσαμε να πούμε ότι ένα δικαίωμο αποτυπώνει μια ιδιαίτερη σχέση ευθύνης του ανθρώπου στην οποία δημιουργείται. Αυτή, βέβαια, είναι σημαντικά κακαρά στο δημιουργικό θέσιο, αφού η απάνθαση του ανθρώπου θα σημαίνει η δικιά του ίσοδος του δόξα του Θεού, αλλά και μίστος του δάξα της υπόλοιπης παραγωγίας και μέσω αυτού θα στεκράθει σωζόμενοι και υπόλοιποι τους ορδούς. Και, επομένως, έχει ενδιαφέρον, και θέλω να λύσουμε το κατεξοχή του κείμενου, που έχει ενδιαφέρον σε μια συζήτηση, διό από τα υπολικά προβλήματα, η οποία είναι η πραγματικότητα του Θεού, η οποία είναι η πραγματικότητα του Θεού, |