Παρουσίαση Δημόσιας Ιστορικής Βιβλιοθήκης Ανδρίτσαινας #1 /

: [♪ Μουσική Στην ιστορική Ανδρίτσενα, πρωτεύουσα του ομώνυμου δήμου του νομού Ηλίας, σε ένα πανέμορφο ορεινό και δενδρόφιτο τοπίο, αποκαλύπτεται το σπίτι του Ιησού Χριστού, το σπίτι του Ιησού Χριστού, το σπίτι του Ιησού Χριστού, το σπίτι του Ιησού Χριστού, το σπίτι του Ιησού Χριστού, αποκαλύπτεται...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Γλώσσα:el
Είδος:Προωθητικές δράσεις
Συλλογή: /
Ημερομηνία έκδοσης: andritsaina library 2016
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:https://www.youtube.com/watch?v=GhpecvuUrXE&list=PLqAwYXSmxNxn9PCpzBGoznYkc927O3tb9
Απομαγνητοφώνηση
: [♪ Μουσική Στην ιστορική Ανδρίτσενα, πρωτεύουσα του ομώνυμου δήμου του νομού Ηλίας, σε ένα πανέμορφο ορεινό και δενδρόφιτο τοπίο, αποκαλύπτεται το σπίτι του Ιησού Χριστού, το σπίτι του Ιησού Χριστού, το σπίτι του Ιησού Χριστού, το σπίτι του Ιησού Χριστού, το σπίτι του Ιησού Χριστού, αποκαλύπτεται ένας πνευματικός και ιστορικός θησαυρός, αμύθη της αξίας. Πρόκειται για τη δημόσια ιστορική βιβλιοθήκη Ανδρίτσενας, ή αλλιώς Νικολοπούλιο, όπως επικράτησε να ανομάζεται χάρη του δορυτή της, και είναι μία από τις ιστορικότερες, σημαντικότερες και πλουσιότερες βιβλιοθήκες της χώρας. Η ίδρυση και η εξέλιξή της είναι άρρικτα συνδεδεμένες με το δορυτή της, Κωνσταντίνο Αγαθώφ, να Νικολόπούλιο, μιας άκρως ενδιαφέρουσας και ιδιαζούσις σημασίας ιστορική φυσιογνωμία, τα έργα και ο βίος του οποίου δεν είναι ευρύτερα γνωστά. Άνθρωπος με έντονο ενδιαφέρον για τα πράγματα του καιρού του, έζησε με σούσης μιας μεταβατικής περιόδου, μεσ της κοινωνικών αλλαγών και πλήρους ιδιολογικών και πολιτικών ζημώσεων. Κατάφερε ωστόσο επίτευμα σπουδαίο για τα ανθρώπινα μέτρα να αφήσει το δικό του ευδιάκλητο χνάρι σε μια εποχή όπου η ευτυχή συγκυρία θέλησε να μεσουρανεί η γαλαξίας αστέρων στην ευρωπαϊκή σκηνή του πνεύματος και της διανόησης. Γεννήθηκε στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας. Η καταγωγή του πατέρα του ήταν από την Ανδρίτσαινα. Μεγάλωσε στη Σμύρνη όπου και σπούδασε λίγα χρόνια στη φημισμένη Ευαγγελική Σχολή. Το 1806 πηγαίνει στο Παρίσι. Ο Νικολόπουλος έγινε βιβλιοθηκάριο στο Γαλλικό Ιστιτούτο, πράγμα που του επέτρεπε στον ελεύθερο χρόνο του να ασχολείται με τις ιδιωτικές τους σπουδές. Μιείται στη Φιλική Εταιρεία και γίνεται μέλος του Ελληνικού Κομιτάτου. Το 1838 αποφασίζει να δορίσει τη συλλογή του 3.500 τόμων στη γενέτειρα του πατέρα του Ανδρίτσαινα. «Ο πατήρ μου, Ιώριος Γεωργάκης Νικολόπουλος, γεννήθη στην Ανδρίτσαινα, αλλά εις νεαράν ηλικίαν ευρέθη εις τη Σμύρνη, όπου τάχιστα περιήλθε υπό την επιμέλειαν του Μητροπονήτου Σμύρνης. Ήλθε εις γνωριμίαν με τη μετέβητα σύζυγόν του και μητέρα μου μέα το επάγγελμα και εδοκίμησε. Εις το πολυπολιτισμικό περιβάλλον της πόλεως τάφτης εγενήθην εγώ, ο Κωνσταντίνος Νικολόπουλος, εισχολήθην με τα γράμματα, την συλλογήν βιβλίων και εντρίφησα εις τας ιδέας του νεοελληνικού διαφωτισμού με απότερους σκοπόν την πνευματική αφύπνηση και αναγέννηση του υποδούλου γένους. Το 1804 λοιπόν, ακολουθώντας την έμφυτη κλήση του στις κλασικές σπουδές, ταξιδεύει στο Βουκουρέστι όπου θα παραμείνει δυο χρόνια φοιτητής και φιλοξενούμενος του αδερφού του Ιωάννη επιφανούς και δραστήριου εμπόρου. Οι γνώσεις του εμπλουτίζονται και οι ορίζοντες του διευρύνονται καθώς έρχεται σε επαφή με το υποδιαμόρφωση κίνημα του νεοελληνικού διαφωτισμού. Φιλομαθής, ανικανοποίητος και ανίσχοπνεύμα καθώς ήταν, σύντομα έλκεται από τη Λάμψη του Παρισιού, πανευρωπαϊκό κέντρο πολιτικής και πολιτιστικής ανάπτυξης και χωνευτήρι ιδεών, απόψεων και τάσεων με παγκόσμιο αντίκτυπο. Προγραμματίζει να μεταβεί στη Γαλλική Πρωτεύουσα με στόχο την ολοκλήρωση των πανεπιστημιακών του σπουδών και με όραμα να ταξιδέψει κάποια στιγμή στην Ελλάδα προκειμένου να προσφέρει ενεργά τις πυρησίες του στην πνευματική αφύπνηση και αναγέννηση του υπόδουλου γένους. Οκτώβρη του 1806 φτάνει στο Παρίσι. Καταφέρνει από το 1814 να εξασφαλίσει μια σχετικώς ικανοποιητική θέση στη Βιβλιοθήκη της Γαλλικής Ακαδημίας. Το εισόδημα των 1200 φράγκων ετησίως επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών του. Όχι όμως και για την ικανοποίηση του βιβλιοσυλλεκτικού του πάθος. Ο βίος μου εκεί δεν είναι το άνευ δυσκολιών. Επεβάλλεται να υπερνηκίσω προσωπικά στραγωδίας, να αναμετρηθώ με φοβεράς δυσκολίας και στερίσεις και να υποβληθώ εις εξανδυντικάς δοκιμασίας με στόχον τη συγκέντρωση πολύπληθών βιβλίων. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι υπήρξε αρθρογράφος, ποιητής, μουσικοσυνθέτης, κριτικός, εκδότης, δημοσιογράφος, ιστοριοδύφης, σχολιαστής αρχείων κλασικών, μελετητής, κειμενογράφος και δάσκαλος λογοτεχνίας και φιλολογίας. Πάνω και πέρα από όλα όμως τέσσερα ήταν τα πραγματικά του οράματα στο βωμό των οποίων θυσίασε τα πάντα. Ο άμετρος πόθος για την απελευθέρωση και αφύπνηση του γένους, η λογιωσύνη, η μουσική και η βιβλιοθήκη του. Στην κατεύθυνση της απελευθέρωσης και αναγέννησης του ελληνισμού, εργάζεται ακαταπώνητα από τα νιάτα μέχρι το θάνατό του. Αρθρογραφή μαχητικά για τα δίκια της πατρίδας, στιλητεύοντας ανελέητα δυσμενής παρατηρήσεις και φαρμακερά σχόλια εναντί της ελληνικής υποθέσεως στον Λόγιο Ερμή και στον Φιλολογικό Τηλέγραφο, ενώ θα εκδώσει ο ίδιος σε συνεργασία με το Σπυρίδωνα Κονδών, την βραχίβια δυστυχώς μέλησα, περιοδικό άκρος ριζοσπαστικό με αμυγός επαναστατικό περιεχόμενο. Διατηρία ελληλογραφία με επιφανείς Έλληνες, μοιείται στη Φιλική Εταιρεία και γίνεται μέλος του ελληνικού κομιτάτου. Συγγράφει ποιήματα για τον αγώνα και αφιερώνει ολόκληρη μουσική σύνδεση στην εθνεγερσία. Τέλος, το όραμά του, για μια πεπεδευμένη και φωτισμένη ελεύθερη Ελλάδα, επισφραγίστηκε με τη δωρεά της Πολύτιμης Βιβλιοθήκης. Η λατρεία για τις επιστήμες, την ποίηση και τη λογοτεχνία, η λογιωσύνη δεν έπαψαν να το συντροφεύουν ποτέ. Ευρημαθείς και πολύγλωσσος, μιλάει και γράφει απτέστος τέσσερις γλώσσες. Και κατέχει άριστα τη λατινική και την αρχαία ελληνική. Συνεργάστηκε με έγκυρα επιστημονικά περιοδικά, όπως το λονδρέζικο Classical Journal και το παρησινό Revue en Cyclopédie, στα οποία έστελε βιβλιοκρισίες, άρθρα, σχολιασμούς και μελέτες. Επιμελήθηκε σχολικές εκδόσεις αρχαίων κλασικών, εξέδωσε μια σύντομη βιογραφία του Ρήγα Φεραίου και τα έργα του Ζαλίκη, λογίου και επιστήθιου φίλου του, και προλόγησε τη γαλλική μετάφραση της λύρας του Κάντλου. Λάτρευε τη μουσική και επηρεασμένος, καθώς ήταν από τα δυτικότατα σχήματα, συνέδεσε μουσική σαλονιού, ρομάντζες, σκηνικές καντάτες και έντεχνα τραγούδια. Παράλληλα μελοποίησε κείμενα του Ευρυπίδη, Εσχύλου, Ομύρου και Πινδάρου, χρησιμοποιώντας πρωτόγνωρους για την εποχή τρόπους εναρμονίσεων. Ασχολήθηκε με το θρησκευτικό μέλος, δημιουργώντας ύμνους μυκτής χοροδίας και εντάσσεται στους προτεργάτες και θεμελιωτές της πολυφωνικής χοροδιακής ελληνικής μουσικής. Η συμμετοχή του εξάλλου στην κατασκευή τυπογραφικών στοιχείων της νέας μεθόδου και στην τύπωση και έκδοση των δύο πρώτων βιβλίων του μουσικού συστήματος θα του εξασφάλιζαν μια θέση στην παγκόσμια βιογραφία μουσικών. Η ζωή στο Παρίσι ηρωδότησε μέχρι σε σχάτων τη βιβλιοσυλλεκτική τουμανία. Συνεργαζόταν με το μεγαλύτερο παριζιανικό παλαιοκολείο βιβλίων, τον Τιμπούρ και εξαφλούσε τιματικά το χρέος των παρακυλιών του, καταβάλλοντας μηνιαία το σύνολο του μισθού. Παρακολουθούσε συστηματικά τους καταλόγους δημοπρασιών, σπεύδοντας να αποκτήσει διάσημες ιδιωτικές υλογές άλλων Ευρωπαίων βιβλιοσυλλεκτών και ενημερωνόταν ανελειπώς από το εγχειρίδιο Brunet τον κατάλογο των νέων εκδοτικών κινήσεων της εποχής. Στη βιβλιοθήκη του, έμφαση δίνεται στη Φιλοσοφία, Λογοτεχνία, Ιστορία, Γεωγραφία, Ομομική και σε άπαντες τους αρχαίους κλασικούς και λατίνους συγγραφείς. Κατάφερε να αποκτήσει μια από τις σημαντικότερες ιδιωτικές βιβλιοθήκες πανευρωπαϊκά, αποτελούμενη από τέσσερις χιλιάδες περίπου ελληνόγλωσους και ξενόγλωσους τίτλους, αρκετοί από τους οποίους ανυπολόγηστη ιστορικής αξίας, καθώς ανάγονται στα πρώιμα χρόνια της τυπογραφίας και της εκδοτικής, επιτυχάνοντας σε σχέση με τα πενηχρά οικονομικά του κυριολεκτικά έναν άνθρωπο. Στα χέρια του περιάχονται αντίτυπα λογίων με χειρόγραφες σημειώσεις, πρωτότυπες εκδόσεις επιφανών συγγραφέων της εποχής με ιδιόχειρες αφιερώσεις, σπάνιες μεταφράσεις έργων σε γλώσσες δυσπρόσιτες και παλαιά βιβλία των απαρχών της παγκόσμιας τυπογραφίας, ανεκτίμη της αξίας. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Η γενέτειρα του πατέρα του δεν την γνώρισε ποτέ. Ποτέ όμως δεν την έβγαλε και από τον ούτου. Οραματιζόταν να μεταβεί στην Ανδρίτσαινα και να φροντίσει ο ίδιος ώστε να καταστεί εκπαιδευτική και πνευματική πολύθυνη της Πελοποννήσου. Την Βρώτη Ιουνίου του έτους 1838, θέτω εις πραγματοποίησι εν των οραμάτων μου. Τίτι, να έρθω εις επαφήν με τη γενέτειρα του πατρός μου. Αποστέρω επιστολήν εις τον δήμαρχο Ανδριτσένης και γνωστοποιώ την επιθυμίαν να προσφέρω την βιβλιοθήκη μου εις των δήμων καθώς και την πρόθεσή μου να διαγω το υπόλοιπον του βίου μου εις την πόλην ταύτην μετά των αγαθών και φιλομαθών συμβουλητών. Ευγενέστατε δήμαρχε της Ανδριτσένης, εν τιμώτατοι σύμβουλοι της δημαρχίας και λοιποί πάντες Ανδριτσενείται, φίλοι και αδελφοί, συμματριώτε μηδιοπόθητοι. Προ τριάκοντα ετών διατριβώνεν παρησίοις ως φιλόμουσος και αποβλέπων εις το κοινό νόφελος της σύμβουλας. Και αποβλέπων εις το κοινό νόφελος της Ελλάδος και ιδιαιτέρως εις το της Ανδριτσένης. Εν θα γεννήθη ο ίδιμος και ενάρρυτος πατήρ μου Χατζιγεωργάκης Νικολόπουλος Μησυρτσής, Επίτροπος του Αγίου Τάφου, απόθανόν προ πολλού υπέργειρος εν σμύρνη, συνέστησα με τα πολλών πόνων, ταλαιπωριών και υδρώτων, βιβλιοθήκη μεγάλην και αξιολογωτάτην, κατά πάντα έχω σκοπόν ει να έρθω εις Ανδρίτσαναν προς διάδοσιν των ολίγων φώτων, όσα εκτισάμην εν τη υπερφωτισμένη Γαλλία, και τελειώσω πλησίον ημών των αγαθών και φιλωμαθών αρκάδων εις σίχος και ευδαιμόνος το επίλυπο μέρος της ζωής μου. Έρωσθαι ευδομονούντες δυναικός, άνδρες φιλόκαλι, φιλόμουσι και φιλοπάτριδας, ο ημέτερος συμπατριώτης Αγαθόφρον Νικολόμουλος. Ταυτόχρονα αρχίζει και τις προετοιμασίες της επιστροφής. Ανοίγει τα μπαούλα του, καθαρίζει, φροντίζει και επιθεωρεί τα βιβλία του ένα προς ένα. Συντάσσει απογραφικό κατάλογο της βιβλιοθήκης του και τυπώνει τη λιθογραφική αφιέρωση «Κτήμα ιερών της Ανδρυτσένης δώρον Αγαθόφρονος Νικολόπουλου», επικολλώντας τις ετικέτες στα παράφυλλα των βιβλίων. Σε άλλες περιπτώσεις η διοχείρωση και με προσεγμένα γράμματα καλλιεγραφεί την εν λόγα αφιέρωση ή κάποια συντομογραφία της. Όταν πια καλοκαίρι του 1841 συσκευάζει τα τελευταία βιβλία για μεταφορά, τότε Εφνίδια τραγικά και αναπάντεχα πεθαίνει. Η μοίρα εξάλλου που θέλησε η ζωή του να σφραγιστεί από τα βιβλία, η ίδια μοίρα απέτησε τα βιβλία να σφραγίσουν και το θανατό του. Τυνάζοντας τη σκόνη από τα κασόνια συσκευασίας, έγδαρε αρκετά βαθιά το χέρι του. Η πληγή μολύθηκε και ανέβασε πειρετό. Λίγες μέρες μετά, 12 Ιουνίου του 1841, πέθανε από τέτανο, όπως ακριβώς έζησε, στο Παρίσι, μόνος. Το τι ακριβώς απέτηναν τα βιβλία που ετοίμαζε ο Νικολόπουλος για αποστολή και τα οποία δεν πρόλαβε να παραδώσει, είναι δύσκολο να εξακριβωθεί. Ωστόσο, ήδη από το 1840, 47 ξύλινα κυβότια ταξιδεύουν με πλοία στο Νάφτια και από εκεί φορτώνονται σε ζώα με προορισμό την Ορεινή Ολυμπία. Εκεί όμως θα αρχίσει μια άλλη οδύσια. Επί 35 έτη, οι 3696 δωρισμένοι τίτλοι θα παραμείνουν κλειδωμένοι στην Εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας, καθώς χώρος φύλαξης άλλος δεν υπάρχει. Στο μεσοδιάστημα, η συλλογή υποθηκεύτηκε στο Νάφλιο και κινδύνευσε να δημευθεί, καθώς εκκρεμούσε χρέος που, σύμφωνα με δημοσίευση της Εφημερίδας Αθηνά, αποπληρώθηκε εν τέλει έναντι του ποσού των τρισχιλίων δραχμών από το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Τα βιβλία ωστόσο πολλές φορές ακόμη μεταφέρθηκαν και άλλες τόσες διέτρεξαν κίνδυνος σοβαρό, ώσπου να στεγαστούν. Σήμερα, το μόνιμο σπίτι της εξαιρετικής δωρείας του Νικολόπουλου είναι ένα πανέμορφο διώροφο νεοκλασικό κτίσμα απέναντι από το σχολείο Αδρύτσανας σε ένα από τα πλέον δενδρόφυτα υψώματά της. Η βιβλιοθήκη διαθέτει όλες τις σύγχρονες ανέσεις, προκειμένου να εξυπηρετεί τις ανάγκες και του πλέον απαιτητικού βιβλιοφύλου, καθώς και τεχνολογία εχμής για την προστασία των σπανίων και παλαιών βιβλίων. Άνετη, καθαρή και φωτισμένη χώρη καλωσορίζουν τον αναγνώσεις. Κυριαρχεί η ξύλινη επένδυση και οι λυτίδια κόσμεις, ενώ τον πρωταγωνιστικό ρόλο κρατούν πάντα τα βιβλία.