Διάλεξη 11: Στο μάθημα μας σήμερα θα εξετάσουμε, πολύ σύντομα βέβαια, την θεολογία της επιστολής, η οποία ονομάζεται προς Εβραίους Επιστολή. Και λέω σύντομα γιατί αυτή η επιστολή είναι πραγματικά εξαιρετικά πλούσια, σε θεολογικό υλικό, με βαθύτα, με υψηλά μάλλον θεολογικά νοήματα και με μια εξαιρετικά ανεπτυγμένη θεολογική σκέψη. Πριν πούμε οτιδήποτε όσον αφορά το ίδιο το κείμενο και τη θεολογία του συγκεκριμένου κειμένου της Καινής Διαθήκης, θα πρέπει να πούμε ορισμένα εισαγωγικά στοιχεία τα οποία είναι ενδιαφέροντα, καταρχάς και κατά δέστο, φυσικά μας βοηθάνε πάρα πολύ καλά να εντάξουμε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο το κείμενό μας. Ειδικότερα αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ότι στην Επιστολή μας έχουμε απουσία επιστολικών στοιχείων. Ριγενικά ενώ ονομάζεται Επιστολή, στην πραγματικότητα δεν θυμίζει και τόσο Επιστολή, αλλά περισσότερο θυμίζει στο ύφος την γνωστή επίσης και Επιστολή του Ιακώβου, η οποία και πάλι ενώ ονομάζεται Επιστολή, ουσιαστικά είναι ένα σπονδυλωτό κείμενο, το οποίο συναπαρτίζεται από ομιλίες και ρήματα, τα οποία ως συγγραφέας της Επιστολής τα συνδέει μεταξύ τους, δίνοντάς τους έτσι το χαρακτήρα μίας ένας γράμματος, το οποίο μπροστά στην αρχή του κειμένου ένα προήμιο και ένα χαιρετισμό και καταλήγοντας έναν χαιρετισμό στο τέλος. Βέβαια, είπα ότι το κείμενό μας εδώ, οι προσεβραίους Επιστολή, δεν θυμίζει κατά πολύ Επιστολή, εκτός από το προήμιο όπου έχουμε ένα γενικό χαιρετισμό και αυτό που έχουμε στο τέλος της Επιστολής από το στίχο 18 έως 25, όπου λέει χαρακτηριστικά, έχουμε ουσιαστικά μία μικρή προτροπή, να προσεύχονται οι χριστιανοί και ένα προσωπικό ύφος, όταν ο συγγραφέας λέει «Ειπεπίθα μεγάλω, ότι καλή συνειδη συνέχω μεν εν πάση, καλώς θέλοντες να στρέφεστε». Περισσότερος δεν παρακαλώ να το πείτε, είναι ταχύωνα που κατασταθώ ειμήν, με αυτόν τον τρόπο δίνει έτσι ένα προσωπικό τόνο στο κείμενο, καθιστώντας το προσωπικό κείμενο και στη συνέχεια έχει την ευλογία και τους χαιρετισμούς όπως συνήθως βρίσκουμε στα επιστολικά κείμενα της Καινής Διαθήκης. Κατά άλλα όμως το κείμενό μας δεν θυμίζει και πολύ επιστολή, αλλά όπως είπα περισσότερο θυμίζει μια θεολογική πραγματεία, η οποία μάλιστα συνδυάζει δύο ενδιαφέροντα στοιχεία, από μια μεριά τη διδασκαλία και από την άλλη μεριά την παρένιση. Δηλαδή αναπτύσσει μία υψηλή, κυρίως χριστολογική διδασκαλία, την οποία στη συνέχεια τη συνδέει με έναν παραινετικό λόγο, αυτόν που ο ίδιος ονομάζει λόγο παρακλήσιος, δεν δίνει οδηγίες, ενθαρρύνει τα μέλη της κοινότητας, τους δίνει οδηγίες για το πώς πρέπει να φέρονται σύφου, με βάση ακριβώς αυτήν την διδασκαλία, την οποία έχει αναπτύξει νωρίτερα και αυτό ακριβώς αποτελεί και θα λέγαμε την πρακτική διάσταση της συγκεκριμένης επιστολής. Επίσης μεγάλη εντύπωση προκαλεί στη συγκεκριμένη επιστολή η αναφορά στην Παλαιά Διαθήκη. Οι διακυμνικές δηλαδή συνδέσεις με την Παλαιά Διαθήκη είναι εξαιρετικά εμφανείς και έντονες, είναι ένα από τα κείμενα εκείνα της Καινής Διαθήκης που έχει τις περισσότερες αναφορές στην Παλαιά Διαθήκη, μαζί με το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο και κυρίως την Αποκάλυψη. Είναι ένα κείμενο το οποίο ουσιαστικά κάνει μια ευρύτατη χρήση των Παλαιοδιαθηκών χωρίων, ουσιαστικά αδλεί από όλο το φάσμα των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, ενός περισσότερο έμφαση στα ψαλμικά χωρίια αλλά και στα προφητικά. Επίσης φαίνεται το κείμενο να προϋποθέτει ένα ιουδαϊκό υπόβαθρο, αφού όπως θα δούμε στη συνέχεια ένα πολύ μεγάλο μέρος της διδασκαλίας, του συγκεκριμένου κειμένου, έχει να κάνει με την τυπολογία, με τον τύπο μάλλον του Ιησού ως αρχιερέα και ουσιαστικά στρίζεται όλη η συζήτηση επάνω στο τυπικό των θυσιών του λαού του Ισραήλ, στον ρόλο που παίζει ο αρχιερέας μέσα στον λαό του Ισραήλ, στη θυσία του και την εορδή του εξυλασμού και ούτω καθεξής, κάτι δηλαδή που σημαίνει ότι προϋποθέτει από τους αναγνώσιμους συγγραφές να γνωρίζουν αυτά τα κείμενα της παλιάς διθύκησης τα οποία κάνουν λόγο για τα συγκεκριμένα θέματα και να είναι σε θέση να κάνουν τους απαραίτητους συσχετισμούς και συνεργμούς όταν εκείνος αναφέρει συγκεκριμένα στοιχεία μέσα στη συζήτησή του. Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο στην επιστολή είναι αυτό που λέμε η τυπολογία της γης και του ουρανού, αυτό δηλαδή ουσιαστικά εδώ έχουμε πάλι το γνωστό κοσμοίδωλο του αρχαίου κόσμου, που είναι είτε τριόροφο είτε τριόροφο, όπου γη κατανοείται ως ο χώρος των ανθρώπων, ο χώρος της παρούσας ιστορίας και ο ουρανός εννοείται ο χώρος, ο πνευματικός κόσμος και ο κόσμος του Θεού. Είναι μια κλασική διαίρεση, μια κλασική τυπολογία, την βρίσκουμε σε πάρα πολλά κείμενα της Καινής Διαφύγης, είναι και εδώ εξαιρετικά εμφανής. Το κείμενό μας απευθύνεται προς τους Εβραίους όπως λέει στην αρχή και όλα στο προήμενο, λέει χαρακτηριστικά, μάλλον δεν λέει ότι αναφέρεται στους Εβραίους αυτό καθ' αυτό, απλώς προϋποτίθεται από την παράδοση της Εκκλησίας και κυρίως αυτή η αναφορά στα υγουδαικά συγγνωμη κείμενα, στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης και στις υγουδαικές πρακτικές θυσίας, ήταν αυτή που πολύ νωρίς συνέδεσε το κείμενο με τους Εβραίους. Βέβαια εδώ από πολύ νωρίς μέσα στην Αρχαία Εκκλησία διατυπώθηκαν αφιβολίες κατά πόσο το κείμενό μας είναι ένα κείμενο το οποίο προέρχεται από το χέρι του Παύλου. Σήμερα βέβαια ανήκει στον κορμό, στο σώμα των Παύλιων επιστολών, όμως οι αφιβολίες ήδη από πολύ νωρίς είχαν διατυπωθεί και φυσικά σήμερα η έρευνα είναι ιδιαίτερα επιφυλακτική για όποια ταύτιση του κειμένου με τον Παύλο. Θεωρείται δηλαδή ως μία επιστολή η οποία μεταβιβεότες δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στις πνήσεις Παύλιες επιστολές. Αυτό βέβαια δικαθιστά λιγότερο σημαντική, ούτε φυσικά κατά οποιαδήποτε ας το πούμε έτσι, από οποιαδήποτε πλευρά θα λέγαμε αμφισβητή το κύρος της. Γιατί ακριβώς όπως έχουμε πει και σε μαθήματα εισαγωγής της Κέννης Διαθήκης αυτό που καθιστά ένα κείμενο αυθεντικό μέσα στην Εκκλησία δεν είναι το όνομα του συγγραφέου με τον οποίο συνδέεται, αλλά πρότιστα το ότι η ίδια η κοινότητα της Εκκλησίας πιστωποιεί την αυθεντικότητα του συγκεκριμένου κειμένου και πιστωποιεί ότι αυτό το κείμενο είναι ακριβώς το κείμενο το οποίο εκφράζει την εμπειρία της. Επομένως μπορούμε να πούμε ότι εδώ έχουμε ένα κείμενο το οποίο προέρχεται κατά πάσα πιθανότητα από τη δεύτερη ή τρίτη γενιά των χριστιανών και το λέμε αυτό γιατί ήδη μέσα στο κείμενό μας προϋποτίθεται αυτή η απομάκρυση θα λέγαμε από την Ιουδαϊκή Συναγωγή, επίσης προϋποτίθεται ένας διάλογος με το Ιουδαϊκό περιβάλλον καθώς επίσης και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει διεσκατολογικές προσδοκίες στο συγκεκριμένο κείμενο αντικτυπούν ουρισότερο μια εποχή αρκετά προς το τέλος του 1ου αιώνα έτι σήμερα καταλήγουμε, το κείμενό μας γράφτηκε περί τα τέλη του 1ου αιώνα και απευθύνται σε ένα κοινό το οποίο είχε μιαν Ιουδαϊκή παιδεία αλλά ταυτόχρονα και ελληνική και προέρχεται από τη γνωστή σε όλους μας Ιουδαϊκής διασποράς είναι γνωστό άλλωστε ότι πάρα πολλές από τις κοινότητες και πάβλες κοινότητες και όχι μόνο ιδρύθηκαν σε πόλεις όπου προηγείτο η παρουσία Ιουδαίων, Ιουδαϊκής δηλαδή διασποράς γνωρίζουμε τον ρόλο που διαδραμάτησε η Ιουδαϊκή διασπορά στην προετοιμασία του εθνικού περιβάλλοντος για την υποδοχή του κηρύγματος του Αποστόλου Παύλου και των υπολοίπων Αποστόλων άλλωστε αυτό τονίσουμε με πάρα πολύ μεγάλη σαφήνεια στην επιστολή της πράξης των Αποστόλων όπου αυτό θα λέγαμε με κάποιον ιδιαίτερα σχηματικό και εξαπλουστευμένο τρόπο παρουσιάζεται εκεί από το συγγραφέα του Υβλίου σε κάθε όμως περίπτωση προφανώς αντικτυπεί αντιναγλά μια πραγματικότητα ιστορική της αρχαίας εκκλησίας. Περνώντας στη θεολογική σκέψη της συγκεκριμένης επιστολής θα εστιάσουμε κυρίως το ενδιαφέρομα στη Χριστολογία αφού όπως είπα και νωρίτερα η Χριστολογία αποτελεί τον κύριο κορμό της θεολογικής δρασκαλίας της συγκεκριμένης επιστολής. Ο Απόστολος γράφοντας το 414 κάνει λόγο για την ομολογία την οποία καλεί τους πιστούς να την κρατήσουν. Κρατώμε λοιπόν λέει της ομολογίας και λίγο αργότερα στο 1023 κάνει λόγο για την ομολογία. Ποια είναι όμως αυτή η ομολογία? Η ομολογία έτσι όπως προκύπτει μέσα από το κείμενό μας δεν είναι τίποτε παρά υπεποίθηση και βεβαιότητα και δήλωση ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού. Και αυτό ότι ο Υιός του Θεού είναι ο Ιησούς συνδέεται και με μία άλλη πολύ βασική σκέψη μέσα στην προσεβρεύουσα επιστολή για την οποία θα μιλήσουμε στη συνέχεια με περισσότερες λεπτομέρειες το ότι ο Ιησούς είναι ο αρχιερέας, ο μεγας αρχιερέας, εκείνος ο οποίος θυσιάζει τον εαυτό του για το λαό και γίνεται το ίδιο θυσία και φίτης. Αυτό λοιπόν είναι το πρώτο βασικό. Ομολογία λοιπόν είναι και καρδιά θα λέγαμε της χριστιανικής πίστης για τον συγγραφέ της προς Εβραίους είναι ακριβώς η βεβαιότητα ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού. Και στη συνέχεια βλέπουμε ότι ο συγγραφέας επανειλημμένα καταβάλλει προσπάθεια να συνδέσει το πρόσωπο του Ιησού με τον πατέρα και επίσης να δείξει, να αναδείξει μέσω του δυνατό μεγαλύτερης αλφήνια τη σχέση του Υιού ή του Ιησού με τη σωτηρία στο οποίο σχεδίασε ο Θεός για τους ανθρώπους. Λέει πολύ χαρακτηριστικά στους πρώτους στίχους της επιστολής, έτσι ξεκινάει κιόλας η επιστολή, δεν ξεκινάει καν με χαιρετισμό όπως συνηθίζεται στις υπόλοιπες επιστολές που ξέρουμε. Πολυμερός και πολυτρόπως πάλι ο Θεός λαλίσα στις Πατράσινες τις προφήτες επεσχάτου των ημερών τούτων, ελάλησε ημίν εν ιώ. Επομένως εδώ λέει ότι ο Θεός μέσα στην ιστορία με πάρα πολλούς τρόπους μίλησε στους ανθρώπους και κυρίως μίλησε μέσα από τους προφήτες του Ισραήλ και στις έσχατες μέρες, στις μέρες που διανύουν οι συγγραφές και οι αναγνώστες του, ουσιαστικά μίλησε και μέσα από τον ιό του. Αυτό είναι μια πάρα πολύ ενδιαφέρουσα δήλωση ήδη στην αρχή της επιστολής και δίνει ακριβώς το χριστολογικό στίγμα για το οποίο μίλησαν νωρίτερα. Αναλύοντας λίγο παραπάνω την επιστολή θα δούμε ότι και σε αυτή την επιστολή έχουμε αυτό που ονομάζουμε υψηλή χριστολογία. Έχουμε δηλαδή μια ανάπτυξη ιδιαίτερων ενιών που αφορούν στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και κυρίως ένα χαρακτηριστικό της υψηλής χριστολογίας είναι η προήπαρξη του Ιησού. Είδαμε ότι υπάρχουν κείμενα στην Καινή Διαθήκη που το προϋποθέτουν και το δηλώνουν σαφώς, αλλά που φαίνεται να το προϋποθέτουν, αλλά δεν κάνουν λόγο και άλλα τα οποία το αποσιωπούν χωρίζεται πάντοτε αυτό το αργουμέντου με σιλένσιο να είναι καταλητικό με την έννοια δηλαδή ότι μπορεί ένας συγγραφέας να μην αναφέρει μία βασική θεολογική ιδέα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν προϋποθέτει ότι προϋποθέτει σε όλους τους αναγνώστες. Έτσι λοιπόν ο συγγραφέας μας παρόμοια όπως βρήκαμε στο Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο αλλά και στην προς Φιλιππησίους και στην προς Γαλάτα σε επιστολή προϋποθέτει ακριβώς την προήπαρξη του Ιησού αλλά και τη συμμετοχή του στη δημιουργία. Και λοιπόν χαρακτηστικά εκεί όπως διάβασα στην αρχή στο προήμιο της επιστολής συνεχίζει ο συγγραφέας αφού λοιπόν είπε ότι ουσιαστικά μιλάει ο Θεός πλέον στους έσχατους καιρούς όπου ζούνε αυτός και αναγνώστες του μέσα από τον Υιό του λέει για τον Υιό μόνον έθηκε κληρονόμων πάντων διού και τους αιώνας επίησε μέσα από αυτόν έφτιαξε τους αιώνες ως όνα πάβγασμα της δόξης και χαρακτήρ της υποστάσεως αυτού φέρονται τα πάντα το ρήμα της δυνάμιος αυτού δι' αυτόν καθαρισμό ποιησάμενος τον αμαρτιό ανημόν εκάθισεν δεξιά της μεγαλωσύνης εν υψήλειος. Το πρωίμενο της επιστολής από χριστωλογικής απόψης είναι εξαιρετικά σημαντικό διότι δίνει ακριβώς τους άξονες της θεολογικής σκέψης του συγγραφέα διότι είδαμε τον Υιός του Θεού ο οποίος θα μας εξηγήσει συνέχεια ότι είναι ο Ιησούς είναι αυτός ο οποίος βρίσκεται δι' αυτού έγινε δημιουργήθηκαν τα πάντα είναι απαύγασμα της δόξης και χαρακτήρ της υποστάσεως του Θεού δηλώνεται ακριβώς εδώ το Μούσιον και δηλώνεται ακριβώς εδώ το Μούσιον και δηλών ακριβώς αυτό που θέλει εδώ να αποδώσει ο συγγραφέας δηλώνει ακριβώς τη στενή σχέση και συγγένεια του Υιού με τον πατέρα δηλώνει το ρόλο του μέσα στη δημιουργία και ταυτόχρονα έχει και μια αισχατολογική προοπτική αυτή που υπονοεί μέσα από αυτό που λέει κληρονόμους πάντων και φυσικά ταυτόχρονα εδώ σε εκείνη τη φράση που λέει το θάνατο, την ανάσταση και την ανάληψή του. Βλέπουμε λοιπόν εδώ μέσα σε τρεις στίχους πως ο συγγραφέας κλείνει, περιέχει όλη τη δασκαλία της επιστολής. Πηγαίνοντας λίγο παρακάτω στο κεφάλαιο 7 όπου ο συγγραφέας προσπαθεί να παραλυνήσει τον Ιησού με τον Χισεβέκ βλέπουμε ακριβώς πάλι αυτή τη λογική της προήπαξης. Ο Χισεβέκ ο γνωστός είναι ένα πρόσωπο το οποίο εφανίζεται πολύ λίγο μέσα στο βιβλίο της Γενέσεως, ο συγγραφέας της Γέννησης τον αναφέρει εκεί στην υποδοχή του Αβραάμ και στην Πόλη Σαλήμ και από εκεί πέρα δεν έχουμε τίποτε άλλο για αυτό το πρόσωπο. Είναι ένα πρόσωπο που κάνει ένα απλό πέρασμα μέσα στην αφήγηση. Όμως στη μετέπειτα Ιουδαϊκή Γραμματεία το πρόσωπο αυτό αποκτά μια βαθύτερη θεολογική και συμβολική σημασία. Και και πάνω σε αυτή τη λογική στηρίζεται και το κείμενο της προσεβραίου όταν ο συγγραφέας γράφει ότι ήταν απάτορα μήτορ αγεναολόγητος μήτε αρχήν ημερών μήτε ζωής τέλος έχων αφομιωμένος δε το Υιό του Θεού μένει η ειρεύσης και οι δυναικές. Μοιάζει λοιπόν με τον Υιό του Θεού ακριβώς για την απάτορα μήτορα αγεναολόγητος μήτε αρχήν ημερών μήτε ζωής τέλος έχων. Αυτό ακριβώς δηλώνει και την προήπαρξη αλλά και την αιωνιότητα, ιδιότητα του προσώπου του Υιού του Θεού. Μοιάζουμε εδώ λοιπόν μια εξαιρετικά υψηλή θεολογία και μια εξαιρετικά υψηλή ανάπτυξη. Και νωρίτερα στο δύο κεφάλαιο στο στίχο 10 ο συγγραφέας πάλι μιλώντας για το πρόσωπο του Ιησού λέει έπρεπε γαραυτώ, μιλώντας πιο πριν για τη σταύρωσή του, διών τα πάντα και διού τα πάντα. Πολλούς Υιούς εις δόξα να γαγόντα, τον αρχηγόν της σωτηρίας αυτών διαπαθυμάτων τελειώσε. Λέει λοιπόν ότι εδώ ακριβώς υπάρχει αυτή η σύνδεση του Υιού του Θεού με τον ίδιο τον Θεό, ο Ιησούς είναι αυτός και ακριβώς δηλώνεται η σύνδεση του Θεού με τη δημιουργία και νωρίτερα είπαμε ότι υπήρξε η σύνδεση του ίδιου του Ιησού του Υιού με τη δημιουργία και επίσης γίνεται εδώ ένα συνεργμός ανάμεσα και μια σύνδεση των δύο προσώπων. Όπως ήδη ανέφερα υπάρχει ιδιαίτερη αναφορά στην ανθρώπιση και τη συμμετοχή του Ιησού στην ανθρώπινη φύση. Όταν για παράδειγμα στον 27 και εδώ ουσιαστικά ασταχαιολογώ μερικά κείμενα, κανείς θα πρέπει να διαβάσει όλη την επιστολή για να αποκτήσει μία συνολική εικόνα. Όταν λοιπόν στη συγκεκριμένη επιστολή στο 27 ο συγγραφέας λέει «Όθεν όφιλε κατά πάντα της αδελφής ομοιοθύνε και αδελφού η συνοή τους ανθρώπους, η να ελεή μου γένεται και πιστός αρχιερεύστα προς το θεόνιστο, ηλάσχεσθαι τας αμαρτίας του λαού». Επομένως εδώ δηλώνεται ακριβώς η συμμετοχή του Ιησού στην ανθρώπινη φύση και ακριβώς η σύνδεση αυτής της ανθρώπινης φύσης και με τον υλασμό και τη σωτηρία των ανθρώπων, που ουσιαστικά εδώ υπονοείται ο σταυρικός θάνατος και η Ανάσταση του Ιησού. Και λίγο αργότερα στο 415 λέει πάλι χαρακτηριστικά ο συγγραφέας «Τούκαρ έχουμεν αρχιερέαν μη δυνάμενον συμπαθίσαι τας ασθενείας ημών. Με πειρασμένονται καταπάντα καθ' ομοιότητα χωρίς αμαρτίας». Άρα λοιπόν μοιάζει με τους αδελφούς, τους ανθρώπους, συμμετέχει στην ανθρώπινη φύση, τονίζεται όμως ότι αυτή η ομοιότητα φτάνει μέχρι εκεί που αρχίζει η αμαρτία, στην οποία ο ίδιος δεν συμμετείχε ποτέ. Καταλαβαίνουμε εδώ ότι έχουμε μία εξαιρετικά αναπτυγμένη σκέψη, οστικά βρίσκουμε θα λέγαμε μία ολοκλήρωση, μία συμπερίληψη, μία ανάπτυξη όλης η προηγούμενης διδασκαλίας των προηγούμενων κειμένων της Καινής Διαθήκης και φυσικά βρίσκουμε και εδώ πάρα πολλές έμμενες αναφορές στην Παύλια διδασκαλία. Αυτό ήταν άλλος το κελόγος που πολύ νωρίς συνδέθηκε μέσα στην παράδοση με τον πρόσωπο του Αποστόλου Πόβλου. Αν και όπως είπαμε αυτός είναι αμάρον πρέπει να θεωρηθεί αβέβαιο. Ο Ιησούς είναι αυτός ο οποίος έρχεται, συμμετέχει στην ανθρώπινη φύση, πεθαίνει για χάρη των ανθρώπων και το επόμενο ακριβώς βήμα είναι ο δοξασμός του, κάτι το οποίο ήδη αναφερθήκαμε σε αυτό, αναφέρεται ήδη στην αρχή της επιστολής, το 1,3 όταν λέει ακριβώς ότι χρησιμοποιώντας τη γνωστή Ψαλμική αλλά και όχι μόνο και αποκαλυπτική εικόνα που βρίσκουμε στην Παλαιά Διαθήκη του ή του ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά του Θεού, χρησιμοποιείται εκεί λοιπόν η ίδια εικόνα για το πρόσωπο του Ιησού. Μια ενδιαφέρουσα έννοια η οποία έχει να κάνει ακριβώς με τη θυσία του Ιησού είναι η έννοια της τελείωσης. Λέει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας στο δεύτερο κεφάλαιο στο στίχο 10 το εξής Η θυσία του Ιησού εμπροσιάζεται εδώ ως μια τελείωση, ως μια ολοκλήρωση, του σωτηριώδους δηλαδή έργου του Ιησού επάνω στη γη μια ιδέα που ως γνωστό την είδαμε και στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο και η οποία εκφράζεται πάρα πολύ χαρακτηριστικά σε εκείνη την τελευταία φράση του Ιησού επάνω στο σταυρό τετέλεστε. Ότι όλα πλέον έχουν ολοκληρωθεί γιατί ακριβώς στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο είπαμε ότι παρουσιάζεται ο Υιός να έρχεται στον κόσμο για να εκκληρώσει το σχέδιο του Πατέρα κάνοντας υπακοή στις εντολές του και στην επιθυμία του και φτάνοντας την ολοκλήρωση του έργου που για τον Ιωάννη είναι ακριβώς και η στιγμή της δόξας που για τον Ιωάννη είναι ο σταυρός, ο Ιησούς εκφράζει αυτήν την ολοκλήρωση και την περάτους του έργου του με τη φράση τετέλεστε. Η ίδια λοιπόν ιδέα πρέπει να υπονοηθεί και εδώ στο κείμενό μας όταν η σταύρωση του Ιησού ονομάζεται τελείωσης και αν δούμε λίγο στη συνέχεια στο 5.9 θα δούμε πάλι εκεί παρόμοια φράση «και περόνιος Υιός έμαθε να φωνέπαθε την υπακοήν και τελειωθείς εγέννης υπακούησιν αυτον πάσιν έτειο σωτηρίας αιώνιον». Η τελείωσης εδώ πάλι έχει να κάνει ακριβώς με τον σταυρικό θάνατο και θα πρέπει να πω ότι υπάρχει μια ιδοποιός διαφορά με τον τρόπο που χρησιμοποιεί ο Ιωάννης στο Κατεβάνι Ευαγγέλιο την έννοια της τελείωσης, εδώ υπάρχει και το θυσιαστικό στοιχείο αφού τελείωσης στη γλώσσα των θυσιών είναι ακριβώς η προσφορά, η θυσία ενός ζώου και το οποίο προσφέρεται στο Θεό. Ακριβώς εδώ επειδή όπως είπαμε το κείμενο μας δίνει πολύ μεγάλη ένθαση στο θέμα της θυσίας βλέπουμε ακριβώς ότι υπάρχει αυτή η αναφορά και παρόμοια θα δούμε και στο 1140 όπου και πάλι ο συγγραφέας μιλά με αυτήν την ίδια θυσιαστική γλώσσα και λέει χαρακτηριστικά και πάλι του Θεού, εδώ μιλάει ο συγγραφέας για τους προηγούμενες γενιές των δικαιών οι οποίοι έζησαν με την ελπίδα του ερχομού της σωτηρίας και οι οποίοι όμως δεν το γεύτηκαν αλλά αντίθετα η γενιά του συγγραφέα και των αναγνωστών του είναι εκείνη η οποία έχει αυτήν την χαρά και την ευλογία και λέει ότι ακριβώς ο Θεός επέτρεψε να οδηγηθεί η ιστορία με αυτόν τον τρόπο προβλέποντας και συμπεριλαμβάνοντας στο σχέδιο του και την γενιά των αναγνωστών της επιστολής για να μην μπορέσουν έξω από αυτήν την τελείωση. Εδώ ακριβώς και εδώ είναι το ενδιαφέρον, εδώ παίζει ο συγγραφέας με την έννοια της τελείωσης ενώ όμως τώρα έχει μια καθαρά θυσιαστική σημασία και συνδέεται με το σταυρό, εδώ συνδέεται με τη σωτηρία και πάλι έχει βέβαια να κάνει με τη θυσία, έχει να κάνει με την ευλογία που προκύπτει για τους οποίους προσφέρεται μία προσφορά, μία θυσία και εδώ ακριβώς οι αποδέκτες αυτής της θυσίας του Ιησού και οι αποδέκτες της τελείωσης και οι μετέχοντες αυτήν είναι τα μέλη της Εκκλησίας και φυσικά να πω με ένα κείμενο ότι ακριβώς αυτή η Εκκλησία τη βλέπει στη συνέχεια ο συγγραφέας στην ουράνια και θριανβεύουσα Εκκλησία λέγοντας εκεί στο στίχο 23 του κεφαλαίου 12 «Πανηγύρει και η Εκκλησία πρωτοτόκων εν ουρανής απογεγραμμένων και κριτή θεοπάντων και πνεύμας ειδικαίων τε τελειωμένων». Αυτή η φράση από τις ευμμόσινες δεδύσεις προέρχεται εδώ από την προσεβραίουσα πιστολή και έχει να κάνει ακριβώς με αυτό που είπα τη μετοχή όλων των πιστών στη θυσία του Ιησού και την τελείωσή τους μέσα από τη δική του τελείωση δηλαδή θυσία. Και μέσα σε αυτό το σχέδιο και όπως είπαμε υπάρχει και αυτή η λογική ουρανού και γης παρουσιάζεται ο Ιησούς σε σχέση με τους Αγγέλους πολύ χαρακτηριστικά στο 1ο κεφάλαιο στους στίχους 4 έως 14. Εκεί βλέπουμε ακριβώς ότι η ανωτερότητα του Ιησού εναντί των Αγγέλων, γιατί λέει είναι κρύτο εγγενόμενος των Αγγέλων όσο διαφορότερον παραυτούς και κληρονόμου και νόημου. Και λέει ότι συνέχεια αναφέρονται διάφορα κείμενα παλαιοδιαθητικά και κυρίως ψαλμικά από τους ψαλμούς της ενθρόνησης, ο συγγραφέας τους εμπινεύει χριστολογικά και λέει ακριβώς ότι αυτοί οι στίχοι ουσιαστικά αναφέρονται στο πρόσωπο του Ιησού είναι ο πρωτότοκος στην οικουμένη, είναι ο Υιός του και επομένως είναι ασυγκρίτος ανώτερος από όλα τα υπόλοιπα πνεύματα του ουράνιου κόσμου. Είπα και πριν ότι μία από τις βασικές έννοιες της επιστολής μας είναι χριστολογικές έννοιες, είναι η παρουσίαση του Ιησού ως του μεγάλου αρχιερέως. Είναι ένα κεντρικό θέμα στην επιστολή, καταλαβαίνει ουσιαστικά και αν το δούμε και τον κύριο μέρος της επιστολής από το 7ο κεφάλαιο έως το 10ο εκεί παρουσιάζεται ο Ιησούς ως αρχιερέας και συζητά το νόημα του θανάτου του, το οποίο το κατανοεί ως θυσία αντιπροσωπευτική για όλους δηλαδή και μία θυσία όμως εφάπαξ. Ενώ θα πει ο αρχιερέας και κάνει μια σύγκριση εκεί με την πρακτική της θυσίας του εξυλασμού στον αρχαίο Ισραήλ, ενώ ο αρχιερέας στον Ισραήλ εισέρχεται στα Άγια των Αγίων μία φορά τον χρόνο και γίνεται και η εξυλαστήρα θυσία, η οποία σε σκοπό έχει να απαλλάξει το λαό από τα παραπτόματα όλης της προηγούμενης χρονιάς, αυτό δεν ισχύει για τον Ιησού όπου ο Ιησούς πλέον είναι εκείνος ο οποίος απέθανε εφάπαξ, θυσιάστηκε εφάπαξ και για όλους τους ανθρώπους, όχι απλώς για έναν λαό, το λαό του Ισραήλ, αλλά για τον νέο Ισραήλ που είναι ολόκληρη ανθρωπότητα, δινητικά τουλάχιστον και κατά δεύτερον αυτή η θυσία έχει μία εφάπαξ λογική, προσφέρεται μία φορά και για πάντα. Αν κοιτάξουμε στους Εβραίους 5-6 θα δούμε εκεί ότι ο συγγραφέας συνδυάζει δύο ψαλμικά χωρεία από δύο ψαλμούς, από τον δεύτερο ψαλμό και τον ψαλμό 110, προκειμένου να αποδείξει εκεί, να υποστήριξει μάλλον τη θέση του ότι ο Ιησούς δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο Μέγας Αρχιερέας και μάλιστα όπως είπα στη συνέχεια θα κάνει και τη σύγκριση του Ιησού ως Αρχιερέα με τον Μελχυσεδέκ, γιατί ακριβώς ο Μελχυσεδέκ τον πολεύει πάρα πολύ ως απάτορ, αμύτορ, αγένειτος και ανευτέλους, για να πει όσα θέλει να πει για το πρόσωπο του Ιησού. Και αυτό εξάλλου είπαμε δηλώνεται λέει απάτορ και αμύτορ και προϋποθέτει την προήπαξη του Ιού του Θεού, όπως την είπαμε ήδη δηλώνεται στους πρώτους στίχους της επιστολής. Ο Ιησούς λοιπόν είναι ένας νέος αρχιερέας, όπου εδώ πλέον η κληρονομική διαδοχή, η οποία ξέρουμε ότι είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό κριτήριο για τους αρχιερείς του Ιησραήλ, δεν διαδραματίζει πλέον κανένα ρόλο. Είναι ο Υιός του Θεού, είναι ο Πρωτότοχος της οικουμένης, είναι ο αρχιερεύς όλου του κόσμου, δεν ανήκει στο λεβιτικό ιερατείο και αυτό γιατί σύμφωνα με τη σκέψη του συγγραφέα, αυτό αδυνατεί να εκπληρώσει το σχέδιο του Θεού. Δεν έχει ούτε αρχή, ούτε τέλος και η αρχιερωσύνη του, όπως λέει στο κεφάλαιο 7, στο στίχο 3, και εδώ πάλι ακριβώς χρησιμοποιώντας το παράδειγμα του Μιχησεδέκ, είναι αιώνια. Άρα, είναι μια αρχιερωσύνη στο δυνακές, είναι μια θυσία θα μας πεις στη συνέχεια εφάπαξ και είναι μια αρχιερωσύνη, η οποία αφορά ολόκληρο τον κόσμο. Αυτή όμως, όπως είπα και πριν, η αρχιερατική του ιδιότητα συνδέεται άμεσα με τη σταυρική του θυσία. Είπα και νωρίτερα ότι πάρα πολύ συχνά θα διαπιστώσουμε μέσα στην επιστολή μας θυσιαστική ορολογία και ένα θυσιαστικό, θα λέγαμε, υπόβαθρο. Και είπαμε ότι αυτό έχει να κάνει ακριβώς και με τις γνώσεις των αναγνωστών της επιστολής και οι γνώσεις ανασύρωνται στην επιφάνεια, ακριβώς μέσα από τις διακειμενικές αναφορές στην Παλαιά Διαθήκη. Ο Ιησούς, λοιπόν, είναι αρχιερέας, είναι εκείνος ο οποίος ουσιαστικά θα σταυρωθεί. Η θυσία του, επίσης, εδώ, συνδέεται με μια καινή διαθήκη. Κατά το ανάλογο τρόπο, όπως στον Ιερεμία, έχουμε την ορολογία αυτή για την καινή διαθήκη και αυτή η καινή διαθήκη, τουλάχιστον έτσι όπως δηλώνεται μέσα στην επιστολή μας και στην αρχαία εκκλησία, συνδέεται με τη Θεία Ευχαριστία. Υπάρχουν οι διευχαριστιακές, έμεσες αναφορές στην επιστολή, οι οποίες ακριβώς βοηθούν σε αυτή τη σύνδεση. Είπα, λοιπόν, ότι ο ρόλος του Ιησού, ιδιότητα του Ιησού ως αρχιερέας, συνδέεται άμεσα με τη σταυρική του θυσία. Η σταυρική θυσία στη συνέχεια, εφόσον ο Ιησούς είναι ο αρχιερέας, συνδέεται πάρα πολύ εύκολα μέσα στην επιχειρηματολογία του συγκεκριμένου συγγραφέα με την αιματηρή θυσία κατά την ημέρα του εξυλασμού. Έτσι, λοιπόν, γνωρίζουμε ότι κατά την ημέρα του εξυλασμού προσφέρονταν θυσία, όπως είπα και νωρίτερα, για τις αμαρτίες του λαού. Τις αμαρτίες τις οποίες διέπραξε ο λαός, είτε εκούσια, είτε ακούσια, ως όλη τη διάρκεια του προηγούμενου χρόνου, έτσι μια φορά το χρόνο υπήρχε αυτή η επίκληση στο Θεό και η προσφορά θυσίας, προκειμένου να αποσβεστούν όλα αυτά τα παραπτώματα. Αυτή, λοιπόν, η τελετή του εξυλασμού δημιουργούσε καταρχάς την αίσθηση της ενότητας στο λαό. Γιατί ακριβώς τους έφανε μαζί και επίσης ήταν αυτοί που ουσιαστικά βεβαίωνε και την καταλλαγή με τον ίδιο το Θεό, τη συμφιλίωση δηλαδή των ανθρώπων με το Θεό, η οποία προφανώς είχε διαταραχθεί μέσα από τις αμαρτίες και τα παραπτώματα της προηγούμενης χρονιάς. Την ίδια καταλλαγή για τον συγγραφέα φέρνει η θυσία του Ιησού Χριστού. Αυτή η ιδέα υπάρχει ήδη και σε άλλα κείμενα της Καινής Διαθήκης, όχι βέβαια πάντοτε ως κάθετη διάσταση προς το Θεό, αλλά και ως οριζόντια χαρακτηριστικό παράδειγμα υπροσεφεσίου σε επιστολή. Και ένα ενδιαφέρον στοιχείο που βρίσκουμε στην προσεβραίου σε επιστολή, συνεχίζοντας ακριβώς αυτή τη σκέψη για τη θυσία και τη σημασία της θυσίας του Ιησού, για τους ανθρώπους, είναι ότι ακριβώς αυτή η... Υπάρχει μια διαφορά με την εορτή του εξυλασμού. Στην εορτή του εξυλασμού, ουσιαστικά, τα μέλη της κοινότητας ανανεώνουν και επιβεβαιώνουν τη διαθήκη που συνάφτηκε μεταξύ του λαού του Ισραήλ και του Θεού στο όρο Σινά. Είναι πάρα πολύ σημαντικό αυτό μέσα στην εορτή του εξυλασμού. Ουσιαστικά, με αυτόν τον τρόπο, ανανεώνουν τη διαθήκη, η οποία προφανώς είχε διατεραχθεί από την απήθεια και τα παρατώματα του ενός συμβαλώμενου μέρους, κατά τη διάρκεια του προηγούμενου χρόνου, που ήταν ο Ισραήλ. Υπάρχει, λοιπόν, αυτή η ιδέα. Είναι πολύ εμφανής με τον τρόπο που παρουσιάζεται η εορτή του εξυλασμού στο βιβλίο του Λεβετικού. Όμως, ο συγγραφέας μας δεν κάνει λόγο για το Σινά, αλλά μιλάει για την αρχή μιας νέας διαθήκης. Όπως είπα, επικαλούμενος πάλι η χωρία της Παλαιάς Διαθήκης και κυρίως τυριζόμενος με μια αμεσηδιακειμενική αναφορά στην ιδέα της Καινής Διαθήκης, η οποία αναπτύσσεται στο βιβλίο του Ηρεμία. Αυτό, λοιπόν, τι σημαίνει? Αυτό σημαίνει ότι η πρώτη διαθήκη καταργείται και ότι, ουσιαστικά, τα μέλη της Εκκλησίας εντάσσονται σε μια καινούρια διαθήκη, μια διαθήκη όμως, όπως είπα, θα δούμε στη συνέχεια, έχει σχατολογική πρόπτυκη, δηλαδή τα μέλη της Εκκλησίας ζουν τα έσχατα. Υπάρχει και μια άλλη διαφορά με την ορτή του εξηλασμού, στην οποία ήδη αναφέρθηκα ότι η ορτή του εξηλασμού και η θυσία του εξηλασμού ήταν αιτήσια, επομένως δηλαδή δεν είχε ισχύ συνεχή, ενώ, όπως είπαμε, η θυσία του Ιησού είναι φάπαξ εξηλαστήρια, θυσία κάτι που σημαίνει ότι φυσικά δεν χρειάζεται να επαναληφθεί. Και μια πολύ σημαντική διαφορά στην οποία θα στηριχθεί ο Συγγραφές και την οποία θα την τονίσει, με ιδιαίτερη έμφαση, ήδη είπαμε κάποια πράγματα νωρίτερα, είναι ότι η διαφορά ανάμεσα στον Ιησού και τον Αρχιερέα, είναι ότι ο Αρχιερέας προσφέρει τη θυσία, την εξηλαστήρια, όχι μόνο για λογαριασμού του λαού, αλλά και για λογαριασμού του εαυτού του, γιατί ακριβώς και αυτό συμπεριλαμβάνεται στους αμαρτωλούς ανθρώπους της κοινότητας του Ισραήλ, και επομένως η θυσία αφορά και το ίδιο το πρόσωπό του. Όμως η θυσία του Ιησού δεν μπορεί να έχει μια τέτοια λογική, γιατί ο Ιησούς ο ίδιος είναι ο άμμομος Αρχιερέας, αυτός ο οποίος δεν συμμετείχε, συμμετείχε μέσα στην ανθρώπινη φύση, αλλά δεν συμμετείχε στην αμαρτία, όπως είδαμε νωρίτερα, ότι τονίζει ως συγγραφέας. Και αυτή η θυσία του Ιησού φέρνει τη συγχώρεση, την καταλλαγή με τον Θεό για την οποία μιλήσαμε πιο πριν, την απόσβηση θα λέγαμε όλων των αμαρτιών και έχει φυσικά ως βασικό αποτέλεσμα τον αγιασμό των μελών της εκκλησίας. Άρα πολύ σημαντική ιδέα, γιατί θα δούμε στη συνέχεια πώς προεκτείνεται μέσα στην επιστολή και τι θεολογικά ζητήματα θέτει, θεολογικά προβλήματα θα λέγαμε δημιουργεί, διέτερα στους νεότερους ελμονευτές προσπαθούμε να καταλάβουμε τη σκέψη του συγγραφέα εδώ, αλλά και στην ιστορία πρόσληψης θα δούμε της επιστολής. Καταλλαγή λοιπόν με τον Θεό, συγχώρηση των αμαρτιών και μία καινή διαθήκη, ένας καινούριος λαός, ο οποίος όμως τώρα συνάπτει με τον Θεό μία εντελώς διαφορετική συμφωνία, η οποία όμως δημιουργεί πάρα πολλές ευθύνες για τον ίδιο τον άνθρωπο και φυσικά δεσμεύσεις, τις οποίες τα μέλη της εκκλησίας καλούνται να αποδεχθούν. Και το παραδεικό ουσιαστικό κομμάτι της επιστολής δεν θέλει τίποτε άλλο να πει, παράκριβώς να τονίσει τις νέες ευθύνες και τις δεσμεύσεις, τις οποίες δημιουργεί καινή διαθήκη και την ευθύνη φυσικά των χριστιανών να ακολουθήσουν, να τηρήσουν τους όρους της συμφωνίας. Ο Ιησούς λοιπόν είναι αρχιερέας, ο Ιησούς μετέχει στην ανθρώπινη φύση χωρίς την αμαρτία, ο Ιησούς πεθαίνει αντιπροσωπευτικά για όλο το λαό, ο Ιησούς είναι ο μεσήτης θα μας πει και ο συνάνθρωπος, όπως θα λέγαμε ενσαρκή, προς το Θεό. Θα λέγαμε με απλά λόγια, για τον Συγγραφέα ο Ιησούς είναι ο άνθρωπος μας κοντά στο Θεό και είναι ο πρότρομος όλων των ανθρώπων στο Θεό. Είναι μια χαρακτηστική ιδέα που τη βρίσκουμε στην επιστολή. Θα αναφέρω χαρακτηστικά δύο χωρίες τα οποία αφορούν ακριβώς αυτή τη σκέψη. Η μία είναι στο κεφάλαιο 2 στο στίχο 10, όπου λέει ότι ο ίδιος ο Ιησούς ουσιαστικά με τη θυσία την οποία ο Θεός σχεδιάζει πολλούς ή ουσις δόξα αγαγώντας. Ουσιαστικά δηλαδή η δική του θυσία φέρνει πολλούς ανθρώπους στη δόξα, τη δόξα την οποία περιγράφει ότι ο ίδιος ο Ιησούς συμμετέχει. Και αργότερα μέσα στην επιστολή, και εδώ ακριβώς πάλι λέω ότι πολύ ενδεικτικά αναφέρονται χωρίες, κανείς θα πρέπει να διαβάσει την ολόκληρη την επιστολή για να καταλήξει σε συμπεράσματα, θα δούμε ότι λέει αφορώντας δε εις τον της πίστεως αρχηγών και τελειωτήν ο Ιησούς, ως αντί της προκειμένης αυτό χαράς υπέμεινα σταυρό, εσχύνης καταφρονήσας, ενδεξιάται του θρόνου του Θεού και κάθηκε. Αυτός λοιπόν ο Ιησούς είναι αυτός τον οποίο κοιτάμε, είναι αυτός που ήδη κάθισε στη δόξα, είναι αυτός ο οποίος εξασφαλίζει με τη θυσία του και την δόξα των ανθρώπων οι οποίοι θα τον ακολουθήσουν και επομένως γι' αυτό είπα και πριν ο Ιησούς με τη συμμετοχή του στην ανθρώπινη φύση και τη θυσία του ουσιαστικά γίνεται ο δικός μας άνθρωπος στο θρόνο του Θεού, σύμφωνα με τη σκέψη του συγγραφέα. Και αυτό όπως είπα πριν έχει συνέπειες, έχει συνέπειες στην ηθική, στο ήθος των μελών της κοινότητας και κυρίως αυτό που καταλήγει ο συγγραφέας και τονίζει είναι τη σταθερότητα στην επιτυπίδα, την αλληλουστήριξη των πιστών και την αναμονή των εσχάτων. Καταλαβαίνουμε λοιπόν πόσο κεντρική θέση καταλαβάνει όλη αυτή η χρηστολογική δασκαλία μέσα στην επιστολή, είναι ουσιαστικά όλη η καρδιά της επιστολής, τα βασικά κεφάλαια ασχολούνται με αυτό ακριβώς το θέμα. Και πόσο σημαντική είναι η θυσία του Ιησού και πόσο σημαντική είναι η ισοτηρία την οποία φέρνει. Και εδώ υπάρχει μία ενδιαφέρουσα παράμετρος της επιστολής. Καταρχάς η επιστολή μας θεωρεί ως έναν τρόπο μετοχής και ένταξε σε αυτήν την νέα πραγματικότητα και σε αυτήν την Καινή Διαθήκη, το βάπτισμα. Έχουμε αρκετή βαπτισματική ορολογία στην επιστολή, αν και δεν θα βρούμε την ίδια τη λέξη βάπτισμα καθόλου μέσα στην επιστολή. Ωστόσο υπάρχουν πάρα πολλές έμεσες αναφορές στο βάπτισμα και όπως είπα και πριν ορολογία, η οποία παραπέμπει στο συγκεκριμένο μυστήριο. Και ακριβώς με αυτόν τον τρόπο τα μέλη της κοινότητας εντάσσονται μέσα στην... γίνονται μέτωχοι και συμβαλόμενοι θα λέγαμε σε αυτήν την Καινή Διαθήκη. Σε σχέση με αυτήν την ιδέα του βαπτισματος, καθώς επίσης και σε σχέση με την προηγούμενη διδασκαλία που ανέφερα τη χρηστολογική και τη σημασία της εξηλαστήριας και φάπαξ εξηλαστήριας θυσίας του Ιησού, συνδέεται μια άλλη ιδέα, εξαιρετικά δύσκολη στην επιστολή μας. Λέει λοιπόν ο συγγραφέας το εξής, στο κεφάλαιο 6 στο στίχο 4 «Αδύνατον γάρτους άπαξ φωτισθέντας» και εδώ με το φωτισμό εννοεί το βάπτισμα «γευσαμένουστε τις δωρεάσεις επουρανίου και με τόχους γεννηθέντας Πνεύματος Αγίου και καλόγευσαμένους θεού ρήμα δυνάμιστε μέλλοντος αιώνας και παραπεσσώντας πάλιν ανακενίζνεις μετάνοια, ανασταυρούντας εαυτής τον Υιόν του Θεού και παραδειγματίζοντας». Θα πω και τη μετάφραση γιατί είναι ιδιαίτερα σημαντικό το κείμενο. «Είναι αδύνατον λέει ο συγγραφέας, αυτούς που μια φορά φωτίστηκαν, γεύτηκαν τη δωρεά του Θεού, δέχτηκαν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, γεύτηκαν την ομορφιά του Λόγου του Θεού και τις θαυματουργικές ενέργειες που προμεινάνε πως έρχεται η Βασιλεία του Θεού και παρόλα αυτά πρόδωσαν την πίστη τους, είναι αδύνατον να τους κάνουμε να ξαναεπιστρέψουν στο Θεό με τη μετάνοια, τη στιγμή που με τη συμπεριφορά τους ξανασταυρώνουν και διαπομπεύουν τον Υιό του Θεού». Και στη συνέχεια στο κεφάλαιο 10 στο στίχο 26 έως 31 ο συγγραφέας θα πει πάλι κάτι αντίστοιχο, το οποίο όπως καταλαβαίνετε είναι αρκετά δύσκολο θέμα. Το οποίο εδώ όμως στο 10 κεφάλαιο διευκρινίζεται λίγο η προηγούμενη θα λέγαμε τόσο απόλυτη διατύπωση του συγγραφέα. Λέει λοιπόν και διαβάζω την μετάφραση κατευθείαν «Γιατί αν ζούμε στην αμαρτία με τη θέλησή μας παράλληλα που γνωρίσαμε καλά την αλήθεια, δεν απομένει πια καμιά θυσία για τη συγχώρεση των αμαρτιών μας. Αντίθα μας περιμένει φοβερή κρίση και τρομερή φωτιά που θα καταφάει αυτούς που είναι αντίθετοι στο Θεό. Αν κανείς παραβεί το μοσαϊκό νόμο θα ανατώνεται χωρίς έλεος, άμα καταθέσουν δύο ή τρεις μάρτυρες. Κεφτείτε πόσο αυστηρότερη τιμωρία αξίζει εκείνος που εξευθέλησε τον νιό του Θεού, που θεώρησε χωρίς αξία το αίμα της Καινής Διαθήκης με το οποίο εξαγνίστηκε και που εξήβρισε το Άγιο Πνεύμα το οποίο του δώρησε τη χάρη. Πάλι ένα πολύ δύσκολο κείμενο. Αυτά τα δύο κείμενα τα οποία φαίνεται να μην προϋποθέτουν τη δεύτερη μετάνοια, το ανθρώπου μετά το βάπτισμα, είναι κείμενα τα οποία αποτέλεσαν την αιτία για να αργήσει να μπει η επιστολή αυτή στον κανόνα όσον αφορά τη Δυτική Εκκλησία. Στην αρχαία Εκκλησία πριν από το σχίσμα υπάρχει μια δυσκολία στη δύση, αυτή η επιστολή να συμπεριληθεί στον κανόνα της Καινής Διαθήκης, όπως κατά δυστυχο τρόπο στην Ανατολή η δύσκολία παρουσιάστηκε και για το βιβλίο της Αποκάλυψης. Και αυτό γιατί ακριβώς στην αρχαία Εκκλησία, ιδιαίτερα με τα μαρτύρια και το γεγονός ότι πολύ από τον φόβο και από τα βασανιστή, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χριστιανική πιστή και να προδώσουν, θα λέγαμε. Συνέχεια μετανόησαν και ζήτησαν να ξαναέρθουν στην Εκκλησία. Αυτό δημιουργεί ένα μεγάλο ζήτημα μέσα στην πρώτη Εκκλησία, τι θα πρέπει να γίνει με όλους αυτούς και αν υπάρχει δεύτερος βαπτίσματος, δεύτερης μετανείας. Υπάρχει μια μεγάλη θεολογική συζήτηση στην αρχαία Εκκλησία για αυτό το ζήτημα και μέσα σε αυτή την προοπτική καταλαβαίνετε ότι οι δύο τέτοιες τόσο απόλυτες δηλώσεις, όπως αυτές που έχει εδώ το κείμενό μας, είναι εξαιρετικά δύσκολες, γιατί ακριβώς δεν αφήνουν κανένα περιθώριο επιστροφής, κάτι που προφανώς δεν συνάδικε με όλα τα υπόλοιπα που βρίσκουμε μέσα στην Καινή Διαθήκη. Για να κατανοήσουμε όμως εδώ την απολυτότητα του συγγραφέα, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πρώτα-πρώτα το τι λέει, ο ίδιος, ιδιαίτερα στο δεύτερο κομμάτι, και δεύτερον τη σημασία που έχει για τον συγγραφέα, τόσο το βάπτισμα, όσο και η θυσία του Ιησού. Για τον συγγραφέα, όπως είπαμε, η θυσία του Ιησού είναι φάβος. Και είναι τόσο σημαντική και αλλάζει τόσο ρυζικά τον άνθρωπο, ώστε να μην μπορεί να υπάρχει, θα λέγαμε με κάποιον τρόπο, επιστροφή σε μία προηγούμενη κατάσταση, η οποία ήταν κατάστασης αμαρτίας. Είναι δηλαδή μια απόλυτη αποδοχή αυτής της θυσίας, μια απόλυτη αποδοχή της Καινής Διαθήκης για όσους συμμετέχουν ακριβώς και θέλουν να συμμετέχουν και εκφράζουν αυτή τη συμμετοχή δια του βαπτίσματος σε αυτή τη Καινή Διαθήκη. Οπωσδήποτε δεν φαίνεται το κείμενο να μιλά για τα καθημερινά παραπτώματα, αλλά μιλά κυρίως για τη συνειδητή απομάκρυση από τους όρους, θα λέγαμε, της Καινής Διαθήκης, όλων αυτών οι οποίοι νωρίτερα αποφασίσαν ότι θέλουν να είναι μέλη αυτής της κοινότητας. Επομένως, είναι αυτό που τονίζει κυρίως στο δεύτερο κορίο που ανέφερα, στο 10ο κεφάλαιο, λέει για αυτούς οι οποίοι συνειδητά παραβαίνουν ακριβώς τους όρους της συμφωνίας. Για αυτούς, λοιπόν, δεν υπάρχει μετάνοια γιατί ακριβώς οι ίδιοι ακυρώνουν και απορρίπτουν την θυσία του Ιησού. Δηλαδή, το πρόβλημα του συγγραφέ είναι περισσότερο στη στάση των ίδιων αυτών των ανθρώπων οι οποίοι με τη συμπεριφορά τους, ουσιαστικά, ακυρώνουν τη θυσία του Ιησού, η οποία, είπαμε, έχει αυτή τη σημασία, την παγκόσμια κεφάπαξ, και θα λέγαμε, τόσο δυνατή σημασία, την ακυρώνουν από τη μια μεριά και κατά δεύτερον, ουσιαστικά, όπως λέει ο συγγραφές, είναι σαν να ξανασταυρούν τον Ιησού. Δηλαδή, ουσιαστικά, επαναλαμβάνουν αυτό το οποίο έκαναν οι σύγχρονοι του Ιησού, οι οποίοι τον απέρριψαν. Είναι ένα δύσκολο κομμάτι στην επιστολή και γι' αυτό πάντα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι πρέπει τέτοια κείμενα να τα εντάσσουμε καταρχάς μέσα στη γενικότερη θεολογική συνάφεια του κειμένου από το οποίο προέρχονται, καθώς και στην ιστορική του συνάφεια. Ο συγγραφές γράφει σε μια κοινότητα η οποία προφανώς βιώνει δυσκολίες, αντιμετωπίζει εσωτερικά προβλήματα, τα λαντεύεται, ανησυχεί και έρχεται με αυτόν τον τρόπο, τον παραινετικό και θα λέγαμε αρκετά αυστηρό τρόπο να τους τονίσει ακριβώς τι σημαίνει να είναι κανείς μέλος αυτής της Καινής Διαθήκης και του Νέου Λαού του Θεού. Και τι ακριβώς σημαίνει αυτή η θυσία του Ιησού. Δύσκολο επαναλαμβάνω κείμενο, κρουξίνεται πρέττου, ακόμα και σήμερα, και όπως είπα αυτό φαίνεται πάρα πολύ καλά και στην ιστορία πρόσληψης προς εβραίους επιστολής, όπου ιδιαίτερα στην Δυτική Εκκλησία υπάρχει από την αρχή μια μεγάλη δυσκολία ώστε να γίνει αποδεχτή στον κανόνα. Βέβαια συνέχεια πέρασε στον κανόνα γιατί όπως είναι γνωστό σε αυτήν την αρχαία φάση της ζωής της Εκκλησίας επηρεάστηκε πάρα πολύ η απόφαση των δυτικών εκκλησαστικών κοινοτήτων από τη λειτουργική πράξη και από την γενικότερη πράξη της Εκκλησίας της Ανατολής, όπως κατά αντίστοιχο τρόπο η πράξη της Ανατολής επηρεάστηκε πάρα πολύ από τη Δύση όσον αφορά το βιβλίο της Αποκάλυψης. Γιατί όπως είπα το βιβλίο της Αποκάλυψης αργεί να μπει στον κανόνα στην Ανατολή, ξεδίσει ακριβώς αυτού του ιδιαίτερου χαρακτήρα που έχει και ένας λόγος ο οποίος συνέβαλε κατά πολύ στην συμπερίληψή του ήταν το γεγονός ότι πολλοί από τους γνωστούς πατέρες της Εκκλησίας οι οποίοι ασχολήθηκαν με τον κανόνα της Εκκλησίας έζησαν στη Δύση, είδαν ακριβώς την πρακτική στις δυτικές εκκλησίες και τη μετέφεραν στην Ανατολή. Περνώντας στην εκκλησιολογία, γιατί ακριβώς είπαμε ότι ο λαός του Θεού πλέον ο νέος Ισραήλ είναι μέλος αυτής της Καινής Διαθήκης, τα μέλη της κοινότητας ονομάζονται Άγιοι, Ιή και Ίκος του Θεού πολύ συχνά, όρους οι οποίοι προέρχονται σαφώς από την Παλαιά Διαθήκη, όπου γνωρίζουμε και ότι η έννοια του Ιού του Θεού, του Ιαχβέ, είναι μια συλλογική έννοια και αφορά συνήθως ολόκληρο το λαό, βλέπουμε λοιπόν αυτές οι ιδέες περνάνε τώρα και στην Προσευγέρος Επιστολή, άλλωστε είπαμε πάρα πολύ έντονο το παλαιοδιευτικό υπόβαθρο της συγκεκριμένης Επιστολής και αυτή η ιότητα των μελών της Καινής Διαθήκης ακριβώς επιτυχάνεται μέσα από τη θυσία του ίδιου του Ιού του Θεού και την τελείωσή του, τη θυσία του δηλαδή η οποία ουσιαστικά οδηγεί και στην τελείωση των ανθρώπων οι οποίοι τον ακολουθούν και οι οποίοι εισέρχονται σε αυτή την Καινή Διαθήκη. Και μία άλλη εικόνα παρμένη από την Παλαιά Διαθήκη, εξαιρετικά όμορφη, είναι η εικόνα του Λαού του Θεού ο οποίος παρουσιάζει να πορεύεται μέσα στην έρημο, δηλαδή ουσιαστικά μέσα στην ιστορία, μέσα στην δυσκολία, βλέπει δηλαδή θα λέγαμε μία τυπολογική σχέση μεταξύ του Ισραήλ και της εκκλησίας ο συγγραφέας μας και ουσιαστικά βλέπει και αυτό που είπαμε πολύ συχνά και την Καινή Διαθήκη σε αντιδιαστολή προς τη Διαθήκη του Σινά και την προηγούμενη ιστορία του Ισραήλ. Ειδεύεται και η σύνδεση της εκκλησίας με τον Ισραήλ και αν θέλετε η κατανόησή της ως του νέου Ισραήλ, κάτι το οποίο είναι γνωστό και από άλλα κείμενα της Καινής Διαθήκης και στον Μπάβλο υπάρχει στην Άλφα Κοριθείου στην αφέρο χαρακτηριστικά, αλλά και σε άλλα κείμενα, ήδη με την ίδια την πράξη του Ιησού να επιλέξει 12 από τους μαθητές του, ουσιαστικά έχουμε μια τυπολογική κατανόηση του νέου λαού, ο οποίος δεν θα έχει κατά νηστιχία των 12 φυλών του Ισραήλ, ουσιαστικά έχει τους 12 Απόστολους ως θα λέγαμε προσώπους και πυλώνες. Μένως καταλαβαίνετε ότι υπάρχει ήδη από την αρχή-αρχή, ήδη από τον ιστορικό Ιησού, ακριβώς αυτή η σύνδεση του λαού της εκκλησίας με τον λαό Ισραήλ και όπου πλέον κατανοείται η εκκλησία ως ένας νέος λαός του Ισραήλ και μία διαθήκη πλέον συνάπτεται η οποία ξεφεύγει από τα όρια της διαθήκης του Σινά και αποκτά έναν πολύ διαφορετικό χαρακτήρα, αυτή που και στην προσεβραίουσε επιστολή πολύ χαρακτηριστικά ονομάζεται καινή διαθήκη. Και σε σχέση ακριβώς με τη ζωή της εκκλησίας δύο ακόμα έννοιες είναι πολύ σημαντικές, η έννοια της πίστης και η έννοια της ελπίδας. Ο λαός λοιπόν αυτός πορεύεται μέσα στην έρημα, του κόσμου αυτού αντιμετωπίζει δυσκολίες διωγμούς, σταλαντεύεται, δυσκολεύεται, έχει όμως πίστη. Και αυτή η πίστη δεν είναι μία θεωρητική ιδέα για τον συγγραφέ της προσεβραίου σε επιστολής, μάλιστα πολύ χαρακτηριστικά μας δίνει τον ορισμό της πίστης. Μόνο συγγραφές που μας δίνει ο ορισμός της πίστης στο ενδέκατο κεφάλαιο, στο στίχο ένα που μιλά ακριβώς και για την πίστη και των προγώνων, των πατριαρχών, αλλά και συνεχίζει στη βεβαιότητα της εκκλησίας. Λέει λοιπόν εκεί «έστιδε πίστης ελπιζωμένων υπόστασης πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων». Δηλαδή η πίστη σημαίνει σιγουριά γι' αυτά που ελπίζουμε και βεβαιότητα γι' αυτά που δεν βλέπουμε. Είναι κάτι πάρα πολύ δυνατό και πολύ ουσιαστικό, δεν είναι μια υποκειμενική και θεωρητική αν θέλετε, ένας υποκειμενικός και θεωρητικός διαλογισμός, αλλά είναι μια βεβαιότητα για τα μέλη της εκκλησίας, γιατί ακριβώς τα μέλη της εκκλησίας για τον συγγραφέα βιώνουν ήδη τα έσχατα και ήδη γεύονται ακριβώς τους καρπούς της θυσίας του Ιησού. Επομένως η πίστη για τον συγγραφέα είναι κάτι πάρα πολύ δυνατό, είναι μια απόλυτη βεβαιότητα και μια απόλυτη εγγύηση για τα όσα θα ακολουθήσουν. Και αυτή η βεβαιότητα συνδέεται με την ελπίδα, όπου η ελπίδα πλέον πάλι δεν είναι μία θα λέγαμε θολή προσδοκία, αλλά ακριβώς ενισχύεται από αυτή τη βεβαιότητα και καθίσταται και η ίδια βεβαιότητα των όσων θα έρθουν. Και αυτή η βεβαιότητα της ελπίδας και της πίστης συνδέεται, όπως είπα και πριν, απόλυτα στενά με τη σωτηρία. Γιατί ακριβώς η σωτηρία, την οποία γεύεται ο λαός της εκκλησίας, δια του σταυρού και το οποίο ακριβώς το βιώνει και μέσα από το βάπτισμα για την επιστολή, είναι ακριβώς αυτό το οποίο δίνει μια διαφορετική ποιότητα στην πίστη του και στην ελπίδα του. Κλείνοντας το μάθημα, θα πούμε δύο κουβέντες για την αισχατολογική διάσταση της σκέψης του συγγραφέα της προσεβραίου επιστολής. Βλέπουμε ότι ο συγγραφέας θεωρεί ότι οι αίσχατοι καιροί είναι ήδη παρόντες, αφού τα μέλη της κοινότητας βιώνουν ακριβώς την σωτηρία, η οποία έρχεται από το Θεό Πατέρα δια του Υιού του που είναι ο Ιησούς Χριστός. Άρα λοιπόν αίσχατα συνδέονται άμεσα με τη σωτηρία και η σωτηρία είναι εδώ και τώρα ήδη από τη μία μεριά, ταυτόχρονα όμως η σωτηρία θα πραγματοθεί στο μέλλον. Αυτό είναι μια πάρα πολύ χαρακτηριστική δήλωση του κειμένου μας και ακριβώς αυτή η πραγμάτοση της μέσα στο μέλλον συνδέεται ακριβώς και με την προσδοκία της παρουσίας. Όπου η παρουσία κατανοείται, η δευτέρα παρουσία κατανοείται ως η δεύτερη εμφάνιση του Ιησού. Πρόσωπο κλειδί στην ιστορία αυτού του κόσμου, αυτός ο οποίος συνοδεύει το λαό που πορεύεται μέσα στην έρημο της ιστορίας, είναι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός. Για τον συγγραφέα ο οποίος Ιησούς Χριστός λέγεται πολύ χαρακτηριστικά σε μια πάρα πολύ γνωστή φράση από την Προσεβραίου σε πιστολή. Είναι «εχθές και σήμερον, ο Αυτός και εις τους αιώνας». Και εδώ βλέπουμε ακριβώς την παρουσία του Ιησού μέσα σε όλη την ιστορία. Και χθες, στο παρελθόν και σήμερα και ο ίδιος μέσα στο δυναίκες. Και βλέπουμε ακριβώς μια ιδέα που την βρίσκουμε και στο Καταλουκάν Ευαγγέλιο, στην οποία ήδη αναφερθήκαμε σε προηγούμενο μάθημα, τη σημασία που παίζει το πρόσωπο του Ιησού μέσα στην ιστορία. Αφού, βέβαια, στην προκειμένη περίπτωση του Καταλουκάν, αυτό επιτυχάνεται με το να τονιστεί ότι ο Ιησούς είναι αυτός ο οποίος προφητεύτηκε και προτυπώθηκε στην Παλαιά Διαθήκη, αυτός ο οποίος ουσιαστικά πλέον προτύπωσε και ο αντίτυπος ουσιαστικά είναι αυτός μέσα στο παρόν, το οποίο περιγράφει το Ευαγγέλιο, το οποίο είναι παρελθόν για την κοινότητα και στη συνέχεια, και είναι ακείνος ο οποίος είναι παρόν μέσα στη ζωή της Εκκλησίας. Και στην Προσεύρεως Επιστολή έχουμε αυτήν τη διαχρονική παρουσία του Ιησού, οι οποίοι επιτυχάνε όμως με άλλον τρόπο, καθώς προτυπώνεται βέβαια ο Ιησούς στο Μελχυσέδρε και σε όλα τα άλλα πρόσωπα, και στον Αρχιερέα θα λέγαμε και των Ιουδαίων, από την άλλη μοσμαιριά, καθώς αποτελεί την προσδοκία και το σχέδι, κομμάτι εν απόσπωση του Σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία, είναι αυτός ο οποίος ουσιαστικά όλες οι γενιές των δικαίων πέθανε με αυτήν την προσδοκία, ακριβώς με αυτόν τον τρόπο υπάρχει συνδεσσή του με το παρελθόν, επίσης υπάρχει συνδεσσή του με το παρελθόν ακριβώς λόγω της προήπαρξής του και της μετοχής του στη δημιουργία, είναι αυτός ο οποίος στη συνέχεια είναι παρόν στο σήμερα της κοινότητας, που δι'αυτού και της δικής του θυσίας τελειώνονται οι πιστοί και είναι αυτός ο οποίος θα είναι κληρονόμος της αιώνιας δόξης και αυτός ο οποίος επειδή ακριβώς συμμετέχει στη δόξα του Θεού θα δώσει τη δυνατότητα και σε όλα τα μέλη της κοινότητας να συμμετέχουμε τον ίδιο τρόπο σε αυτήν τη δόξα. |