: Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι, καλώς ήρθατε στην Εθνική Ποιουθήκη της Ελλάδος, στο Κοινοβιοσπίτι, στο Κέντρο Πολιτισμού Υδημαστάκου Ισμιάκος. Είναι η δεύτερη από τη σειρά των επτά εκδηλώσεων λόγου που οργάνωσε φέτος η Εθνική Βιβλιοθήκη στο πλαίσιο του Summer Nostos Festival. Και μετά το δημοτικό τραγούδι που είχαμε χθες, σήμερα μιλάμε για τη γυναίκα της Άγιθος, ένα έργο του Δημ. Σολομού. Έναν πρόλογο, ένα εισαγωγικό σημείο, θα μας τον δώσει η κυρία Κατερίνα Τιχτωπούλου, αναπληρώντρια για καθηγή τριάς στο Αιζοκτήριο Πανεπιστήμιο, ειδική συμμορφή και στο έργο του Σολομού. Και μετά από αυτό θα ακούσουμε τους τρεις ηθοποιούς με τη σειρά του Γιάννου Περλέγκα που είναι δίπλα μου, τη Στεφανία Μπουλιώρη που είναι στη μέση αυτοίου θεού και τον κύριο Γιάννου Περλέγκα, τον Ακίλα Καραζίση. Δεν θέλω να προσθέσω καθόλου τίποτε άλλο. Ίσως, αν στο τέλος έχουμε χρόνο, θα ζητούσαμε από την κυρία Τιχτωπούλου να απαντήσει σε ερωτήσεις και σε σχολεία. Καλησπέρα και από εμένα. Η Γυναίκα της Άκηθος είναι ένα από τα πιο σημαντικά παισακείμενα της ελληνικής λογοτεχνίας. Για πολλούς αναγνώσεις, μάλιστα, είναι το καλύτερο έργο του Σολομού. Μετά άλλα σημαντικά έργα της οδημότητάς του, η Γυναίκα της Άκηθος μοιάζεται πολλά και βασικά στοιχεία ποιητικής. Για παράδειγμα, την ανάμιξη των λογοτεχνικών υγενών ειδών και τρόπων, την επιδίωξη του υψηλού, τον σοβασμό επάνω στην ανθρώπινη φύση και συμπεριφορά, την πρόθεση απόδοσης θητικής δικαιοσύνης, τον ανατρεπτικό λόγο. Συγχρόνως, μοιράζεται και κάποια εξωτερικά, θα λέγαμε, αγνοίσματα, που οφορούν την ίδια τη δημιουργική διαδικασία της ολογικής γραφής. Θα σταθώ στα τρία πιο σημαντικά. Πρώτον, για την επεξεργασία του έργου, που γράφεται στα ελληνικά με θετηρία μάλιστα τη γλώσσα του λαού, ο σονομός επιστατέτει και τα ιταλικά του, σημειώνοντας όλα σχεδόν τα προσχέδια και τις σκέψεις του σε αυτή τη γλώσσα του. Δεύτερον, η επεξεργασία του έργου διαρκεί πολλά χρόνια, 7 στη συγκεκριμένη περίπτωση, από το 1826 ως το τέλος του 1833. Κατά τη διάρκεια των οποίων ο ποιητής επιφέρει μικρότερες ή μεγαλύτερες αλλαγές ακόμα και στην αρχική σύλληψη του έργου. Τρίτον, μετά από μια τέτοια πολύ χρόνη διαδικασία επεξεργασίας, το έργο ενταλείπεται ολόκληρο και ο ποιητής ενταλείπει τα τελές και ο ποιητής μεταφέρει κάποια από τα υλικά του σε ένα άλλο νέο έργο με το οποίο τώρα καταπιάνεται. Το σύντομο αυτό σημείο για τη γυναίκα της Ζάκηθος θα μπορούσε ίσως να αρκέσει ως μια μικρή εισαγωγή στη σημερινή ανάγνωση, η οποία εντάζεται σε μια μακριά σειρά αναγνώσεων και επαναναγνώσεων του έργου, ιδιωτικών και δημόσιων, ενδόμηχων, μεγαλόφωνον ή και δραματοποιημένων. Μια σειρά μακριά που δεν θα πρέπει να τη φανταστούμε δυόρου ευθεία αλλά μάλλον ελικόειδη αφού όλο ένα διευρύνεται και διευρύνει την γνωμιμία μας με το έργο και η οποία εν τέλει συγκροτεί την ιστορία της ανάγνωσής του. Η πλασίωση της δικής μας ανάγνωσης είναι, νομίζω, αρκετή και συγχρόνως υποχρεωτική η διασύνδεσή της με δύο παρελφούσες αναγνωστικές στιγμές. Η πρώτη ανάγνειται λίγο μετά το θάνατο του Τσουλωμού, κάπου στα μέσα του 1857, δηλαδή πριν από το 160 χρόνια. Δύο άντρες είναι σκυμμένοι πάνω σε μια μεγάλη στήβα χαρτιών. Ο ένας είναι ο αδερφός του ποιητή Δημήτριος, νόμιμος διαχειριστής των λίων ολοκληρωμένων έργων του, καθώς και των χειρογράφων με τις επεξεργασίες των πολυάριθμων ανωλοκληρωτών. Ο άλλος είναι ο Ιάκωος Πολυλάς, φύλος και μαθητής του ποιητή από τον Δημήτριο, έξω σε δοτημένος εκδότης των καταλήπων του ποιητή. Ανάμεσα το σωρό οι δύο άντρες σηκώνουν ένα μεγάλο πολυσέλιδο τετράδιο γραμμένο σε δύο στήλες, άλλο το προσεκτικά και καθαρά και άλλο τυβιαστικά και ελλειπτικά. Το κύμα που περιέχεται είναι πεζόν. Η επεξεργασία του προχωρημένη πολύ αλλά με κενά. Ένας ιερομόναχος ονόματι Διονύσιος αφηγείται τον βίο και τα έργα μιας ανώνυμης ακινθυνής τις παραμονές της εξόδου του Ιουσολυντιού και αργότερα πολλά χρόνια μετά το θάνατό της. Είναι χωρισμένο σε κεφάλαια, η πλοκή προχωρά μέσα σε αλεπάλληλα οράματα, περιέχει κάποια πείγματα χωρίς όμως πάντα να γίνεται σαφές σε ποιο σημείο παίρνει. Είναι ένα έργο σημαντικό με αναφορές στην Επανάσταση αλλά και με σατιρικές εργμές εναντίον της γυναίκας και άλλων γνωστών σακεφινών της εποχής. Ο Δημήτριος αρνείται να εκχωρήσει την άδεια δημοσιοποίησής του, ο κοριλάς επιμένει. Εν τέλειο καταφέρει να αποσπάσει την κατάθεση για τη δημοσίαση δύο μόνο σύντομα τμήματον τα οποία αναφέρονται στην κολιορκία του Μεσολογιού και δεν αποκαλύπτουν στο παραμικρό το σατερικό χαρακτήρα του έργου. Άλλωστε, στην έκδοση των εμπισκομένων, που γρήγορα ετοιμάζεται και η κυκλοφορή, το ένα τμήμα από τα δύο του έργου μπαίνει άντικλον, ενώ το δεύτερο ως πρώτο σχεδίασμα των ελεύθερων που ελογισμένουν. Εγγενιάζεται έτσι το 1859 η λαμφάνουσα ανάγνωση της γυναίκας της Ζάρκηφος με μία αποσιώπιση, με έναν καταλυτικό υποσιοακροτηριασμό και μια δραστική παρανάγνωση που θα συνοδεύσει το τεζό σατερικό κείμενο ακόμα και μετά τη συνολικότερη δημοσιοπίδησή του το 1927. Η δεύτερη αναγνωστική στιγμή που χρειάζεται να μιλωνεύσουμε μας συνδέει ομαλά με την αποψηνή ανάγνωση και το βιβλίο που στάθηκε η εμπορμή της, ενώ την έκδοση της γυναίκας της Ζάρκηφος που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες από τον προσωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης με την επιμέλεια της Ελένη Σαντσάνου. Για τη δεύτερη αυτή στιγμή δεν χρειάζεται να εκστρατεύσω τη φαντασία, αλλά τη μούλη. Για την ακρίβεια δεν πρόκειται για μια στιγμή, αλλά για το αποτέλεσμα αρκετών χρόνων ερευνητικής, πυρολογικής και ερεμηνευτικής αναμέτρησης με το έργο. Η Ελένη Σαντσάνου ασχολήθηκε με τη γυναίκα της Ζάρκηφος τουλάχιστον από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και ήταν τότε πως φοιτήτρια παρακολούθησα τις παραδόσεις της στη Φιλοσοφική Σχολή της μόλις μας στη Θεσσαλονίκη. Λίγα χρόνια αργότερα στη Ζάρκηφο ολοκλήρησε την μελέτη του χειρογράφου του έργου και η έκδοση γυρνωφόρησε το 1991 από την Πικελέα Δημοτική Μηλειοθήκη του Ηρακλήου. Ακολούθησε μια δεύτερη έκδοση το 1993, ενώ η έκδοση που έχουμε σήμερα στα χέρια μας χάρη στην καλέστη τη φροντίδα των εκδόσων νομοφορτικού ιδρύματος, στηρίζεται στην έκδοση του 1993 και περιέχει δύο κειμενικές εκδοχές της γυναίκας της Ζάρκηφος, κλεισιωμένες από τη ταινία εισαγωγή της Σαντζάναγου και τα δικά μου πλήπιζο χρήσημα του Επιλεγόμενα. Αν η πρώτη αναγνωστική στιγμή του πεζού σατιρικού έργου, εκείνη του 1857, την οποία ανασυγκρότησα στην αρχή και που ήταν σκεφτείτε μάλλον η πρώτη φορά που το έργο διαβαζόταν από τρίτους, δηλαδή εκτός από τον έργο του συγγραφέ, αν λοιπόν η πρώτη εκείνη αναγνωστική στιγμή του πεζού έργου της γυναίκας της Ζάρκηφος ευθύνεται για τον κειμενικό διαβαλισμό της, η δεύτερη αυτή στιγμή χάρη συνομπία είμαστε εδώ, είναι η στιγμή της ουσιαστικής επανασύνδεσης των απορροτριασμένων ή και παραμελημένων τυμάτων του έργου σε ένα σώμα, έστω κι αν το σώμα αυτό είναι η Μιτελές, εφόσον το κείμενο δεν ολοκληρώθηκε από τον ίδιο το δημιουργό του. Και εδώ εγγυτεί βασικότερη αρετή της αναγνωστικής εκδοτικής προσέγγισης του έργου από τη Ζαρκάγουλα. Σε διάλογο με προηγούμενες μελέτες και εκδοτικές απόπληρες για τη γυναίκα της Ζάρκηφος, η μελετήτρια μελετά προσεκτικά του ειρηκότητα μεταξεργασιών του κλήματος του έργου από το χειρόγραφο, συζητά τα ύχνη της συγγραφικής πρόθεσης στα σημεία που δεν είναι κατοφθονένα, σχολιάζει την εμβεχομενικότητα της ανάπτυξής του και τακτοποιεί με σαφήνια και οικονομία το υλικό, για να μπορεί να το παρακολουθήσει ο ραμμός της, χωρίς όμως να συμπληρώνει το κείμενο ή να αποκλείται τα κενά και τις ιωπές του. Η μέθοδος αυτή, που ονομάστηκε την εκδότητα αναλυτική, μπορεί σήμερα να αντιστοιχιστεί με την παγκόσμια αναγνωρισμένη γενετική μέθοδο έκδοσης, δηλαδή μια μέθοδο έκδοσης των προσχεδίων των έργων ή και εν ολοκλήρων των έργων, όπως αυτά του Σολομού. Έτσι τώρα εμείς μπορούμε να διαβάσουμε το έργο στο βαθμό όπως ο ραμμός το κατόρθουσε και συγχρόνως να δούμε αυτό που σχεδίαζε ακόμα να γράψει, αλλά τελικά δεν το έκανε. Να δούμε το έργο στη δυνανική του εξέλιξη, στην εμπρόοδο κίνησή του, στις γραφές του. Ή σύμφωνο με μια άλλη μεταφορά που έχει χρησιμοποιηθεί για τον ολοκλήρωτο Σολομικό έργο, να δούμε τον μηχανισμό ενός ολογιού στη λειτουργία του. Φάνουμε και τον τρόπο στο στίγμα της σημερινής ανάπτωσης. Καταξιωμένη και αγαπημένη ηθοποί, η Στεφανία Κουλιώτη, ο Ακίλας Καραζίσης και ο Γιάνος Παρλέγκας, θα διαβάζουν το κείμενο της γυναίκας της Ζάκηθος παρακολουθούντας ακριβώς τη δεκδοτική αναγνωσπική πρόταση της Τατσάνου, αφοκραζόμενη με άλλα λόγια τα δύο διαδοχικά επίπεδα της σύλληψης και της γραφής του έγω, αν και τα ίχνη της διαδικασίας γραφής του. Έτσι, ο Γιάνος Παρλέγκας εκπροσωπεί κυρίως το συγγραφείο Σολομό και αναλαμβάνει να μας μεταδώσει τη δική του φωνή, εγγεγραμμένη στις σημειώσεις, στις σκέψεις και τις οδηγίες προς τον εαυτό του, καθώς και στα ιταλόγουσα σχεδιάσματα που δεν ολοκληρώθηκαν ώστε να γίνουν αφηγηματικός λόγος του Ηρωμόναχου. Η αφήγηση του Ηρωμόναχου ακουγείται από τη φωνή του Ακίλα Καραζίση, που τη μοιράζεται όμως με τη φωνή της Στεφανίας Βουλιώτη, η οποία έχει αναλάβει πρωτοίστως τον πρόωμο της γυναίκας της Ζάκηθος. Η απορία είναι μάλλον έγδογη. Πώς μπορεί ο αφηγητής της ιστορίας και τον πρόσωπο της αφήγησης, και μάλιστα ένας αφηγητής-ατυριστής και έναν πρόσωπο που αποτελεί το στόχο της αφηράς του, πώς μπορούν λοιπόν να μοιράζονται τους ρόλους τους. Μπορούν, επειδή η Ηρωμόναχος και η γυναίκα της Ζάκηθος εδέχεται τελικά να μην είναι τα δύο διακριτά και αντίθετα άκρα μιας ηθικής κλίμακας που χωρίζει το κακό από το καλό, αλλά οι δύο όψεις ενός και μόνο νομίσματος. Πριν πάρω λοιπόν και εγώ τη θέση εγώ ανάμεσά σας για να βολάψω την ανάγνωση, θα μου πιτρέψετε να μοιραστώ μαζί σας κάτι ακόμα. Στην περίπτωση της αναγνωστικής περιπέντιας της γυναίκας της Ζάκηθος, η λέξη ανάγνωση προσλαμβάνει και χρησιμοποιείται με όλες και εδώ τις σημασίες της. Πρώτη σημασία, αναγνώριση των γραπτών συμβόρων που συμφέρουν ένα γραφτό κείμενο καθώς και κατανόηση του περιχωρένου. Είναι η περίπτωση των μελετητών αφιερολόγων των συμβουλικών χειρογράφων, άλλο και στην περίπτωση μας της ευδότερες Έλληνις Ατζάνομα που διάβασαν με κένριο τρόπο το χειρόγραφο του έργου. Άλλη σημασία, μεγαλόφωνο διάβασμα απόδοση σε προφορικό λόγο ένας γράφτου κειμένου συνήθως μπροστά σε κοινό. Είναι η δική μας περίπτωση σε συνθήκη της αποψημής βραδιάς. Επίσης, με άλλη σημασία, κατανόηση της σημασίας συμπόλου της σημείων. Είναι η περίπτωση του ηρωμόναπολου και της αποκρυπτογράφησης από πλευράς του όλων αυτών των σημείων, των σημαδιών που αντιμετωπίζει εντός και εκτός των ονομάτων του. Για παράδειγμα, των αδέσκωτων σκυλιών που επιχειρούν να εμποδίσουν την επιστροφή τους στη μολή του Αιγίου Λήπιου και το έργο της περιγραφής της γυναίκας της Άγιεθος. Ή των οραμάτων που μοιάζει με το αποκαλύπτονται συνεχώς σ' αυτόν, τον εκπρόσωπο του Θεού. Βέβαια, η κατανόηση της σημασίας συμπόλου της σημείων είναι και δική μας δουλειά ως αναγνώστες. Οι σύγχρονες αναγνωστικές θεωλίες έχουν στρέψει την προσοχή μας και σε άλλες όψεις για αναγνώσης, όπως είναι ας πούμε τα κενά της απροδιοριστίας και οι δυνατότητες ερμηνείας που αυτά δίνουν. Διαβάζοντας λοιπόν με βάση και τα κενά της απροδιοριστίας του κειμένου, δεν είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσει κανείς ότι ο Ρωμόναχος, ακούσια τη σκόπιμα, μας παρασέρνει με την αφήγησή του ως δυναμικός αφηγητής παντογνώστης, μας παρασέρνει σε ένα σύμπαν όπου ο ίδιος εκπροσωπεί το καλό και η γυναίκα το προκόπτει. Η πρότασή του όμως δεν είναι τέλει τόσο στέρη, γιατί ας το σκεφτούμε τι κάνει ένας Ρωμόναχος όταν μετράει τους δίκαιους και τους άδικους, όταν αποφασίζει ποιος είναι ο κατεξοχεινάδικος, όταν περιγράφει για να μεταδίδει τα έργα του κακού για να παρηγορηθεί, δεν υποκύπτει στον κακό κι ο ίδιος. Καθόλου η τυχία λοιπόν, ο συγγραφέας ο Ρωμός, στο τρίτο στάδιο της εργασίας του έμου, αποφασίζει να αλλάξει τη σύλληψη και όργανο του διαβόλου να είναι όχι μόνο η γυναίκα, αλλά κι ο ίδιος ο Ρωμόναχος, να τους κατευθύνει όλος ο διάβολος, γράφει σε μια σημειωσή του. Ο Ρωμόναχος βέβαια, ο αφηγητής Ρωμόναχος, είναι με τη σειρά του ένα προσωπείο του ίδιου του Σωλωμού, που θέλησε να επιτεθεί στον κακό και να παραδειγματίσει μέσω της περίπτωσης της αρμώνημης γυναίκας της Άρχης. Έξι, το κείμενο του τρίτου στάδιου, που θα ακουστεί από τη φωνή του Γιάννου Παλιαρίνκαν, στο κείμενο αυτό παρεμπαίνουν και οι φωνές του Ρωμόναχου και της γυναίκας, δηλαδή του Ακίλα Καραζίση και της Στεφανής Γουλιώτη. Η άρση της χαριστικής αντίθεσης καλό-κακό και οι ανατροπές στον ρόλο ποιητή-αφηγητή πρωταγωνίστρια, που επιτρέπει το κείμενο, αποδεικνών την σπουδαιότητα, που ανεξάντιλη του αυτού έργου παίρνει ο Σωλωμός, το οποίο μας έγινε προσιτό στη δυναμική του ανάπτυξη, χάρη στην ανάγκωτικη ευαισθησία και τη φιλογική δημότητα της Αμτζάνουλου, το οποίο σήμερα θα ζωντανέψουν για μας τρεις σημαντικότητες τοπί. Η κατά μόνας ανάγκωση, οι ανθόμιχοι και οι μεγαλόφωνοι προσέχου δεν τελειώνει βέβαια ποτέ. Και η Εθνική Βιβλιοθήκη, στη φιλόξενη και νέα της αυτή έδρα, υπόσχεται ότι οι αναγνώσεις μας θα συνεχίζονται μόνιμα. Ευχαριστούμε πολύ. Ευχαριστούμε πολύ. Όραμα του Διονυσίου Ιερομόναχου, ονκάτι που εις ξοκλήσει Ζακίνθου. Ρεφάλαιο Νέο, ο Ιερομόναχος τι κρίνεται. Εγώ, Διονύσιος Ιερομόναχος, εγκάτικος στο ξοκλήσειο του Αγίου Λύπιου, για να περιγράψω ό,τι είδα, λέγω. Ό,τι εγκύριζα από το Μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου, που είχα πάει για να μιλήσω με έναν καλόγερο κάτι, στις ψυχικές και ίσως για το έθνος που κολλεμάει. Και ήταν καλοκαίρι και ήταν η ώρα όπου θόρρωνουν τα νερά και είχα φτάσει στα τρία πηγάδια και ήταν εκεί τριγύρου υγιούρο νερά, γιατί πάνε οι γυναίκες και συχνό βγάνουν. Εσταμάτησα σε ένα από τα τρία πηγάδια και, απηθώνοντας τα χέρια μου στο φιλιατρό του πηγαγιού, έσκεψα να δω αν ήταν πολύ νερό και το είδα ως τη μέση γεωμάτων και είπα, «Δόξα σε ο Θεός, η γλυκιά υδροσία που στέρνει για τα σπλάχνα του ανθρώπου το καλοκαίρι, μεγάλα τα έργα του και μεγάλη ευχαριστία του ανθρώπου». Και ειδική, κατά τη θεία γραφή, πόση είναι. Και συλλογίζοντας αυτό, επέσεφε τα μάτια μου στα χέρια μου, όπου ήταν απειθωμένα στο φιλιατρό. Και θελώντας να μετρήσω με τα δάχτυλα τους δίκαιους, ασύγωσα από το φιλιατρό το χέρι μου το ζερδί και κοιτώντας τα δάχτυλα του δεξιού, είπα, «Τάχα να είναι πολλά». Και αρχίνησα και εσύγκραινα τον αριθμό των δικαίων, όπου εγνώριζα, με αυτά τα πέντε δάχτυλα και βρίσκοντας πως αιτούτα επερισέυανε, ελιγόστεψα το δάχτυλο, το λιανό, κρυφώντας το ανάμεσα στο φιλιατρό και στην απαλάνη μου. Και έστεκα και θεωρούσα τα τέσσερα δάχτυλα για πολύ ώρα. Και αισθάνθηκα μεγάλη λαχτάρα, γιατί είδα πως ήμουνα στενεμένος να λιγόστεψω. Και κοντά στο λιανό μου δάχτυλο, έβαλα το σιμοκυνό του στην ίδια θέση. Εμένας είχαν το λοιπόν από κάτω από τα μάτια μου τα τρία δάχτυλα μου να χάνουν. Και τα έκτυποσαν ήσυχα πάνω στο φιλιατρό για να βοηθήσω το νου να έβρει κανέν τρεις δίκαιους. Αλλά επειδή αρχινήσανε τα σωστικά μου να τρέμουνε σαν τη χάλασσα που δεν ησυχάζει ποτέ, ασύγχωσα τα τρία μου έρμα δάχτυλα και έκανα το σταυρό. Έπειτα και μου ήρθε στο νου μου περισσότερο απ' όλους τους αυτούς η γυναίκα της Άκηθος, η οποία πολεμάει να βλάφτει τους άλλους με τη γλώσσα και με τα έργατα. Και ήταν έχθρη Σατανάσινη του έθνους. Και γυρεύοντας να ειδώ η αμμέσαση αυτήν την ψυχή στην οποία αναβράζει η κακία του Σατανά αν έπεσε ποτέ η απεθύμια του παραντικού καλού, έπειτα που εστάθηκα να συλλογιστώ καλά, ύψωσε το κυφάλι μου και τα χέρια μου στον ουρανό και εφώναξα «Θεέ μου, καταλαβαίνω πως γυρεύω έναν γκρονί αλάτι μέσ' το θερμό». Και είδα πως ελάμπανε απ' πάνω μου όλα τα άστρα και εξάνληξα την αλετροπόδα όπου με εφέλη πολύ. Και ευιάστηκα να κινήσω για το ξοκλήσι του Αγίου Λύπιου, γιατί είδα πως χασουμέρησα και ήθελα να φτάσω για να περιγράψω τη γυναίκα της Άκηθος. Έτσι εγώ έφτασα στο κελί του Αγίου Λύπιου, συνοδεμένος από τις μυρωδίες του κάμπου, από τα λιβικότερα χανεά και από το αστρό βολό μου ουρανό, ο οποίος εφαινόταν από πάνω από το κεφάλι μου μια ανάσταση. Το λοιπόν, το κορμί της γυναικός ήταν μικρό και παρμένο και το στήθος κεδόν πάντα σημαδεμένο από τις αδέλες που έβανε για να ρουφήξουν το τυχτικό και από κάτου εκκρεμόντανε δυο βυζιά ως ανκαπνοσακούρες. Όποιος ήθελε σημώσει την πίθα μη για να μετρήσει τη γυναίκα, ήθελε βρει το τέταρτο του κορμιού στο κεφάλι. Και το μάγουλό της εξαιμούσε σάρελο, το οποίο δεν ήταν ζωντανό και ποτέ κονιδιασμένο και μαλαμένο. Και άνοιγε κάθε λίγο ένα μεγάλο στόμα για να αναγελάσει τους άλλους και έδινε τα κάτου δόντια τα προστινά μικρά που εσμίδαινε με τα απάνου που ήταν λευκότατα και μακριά. Και μόνο που ήταν εννιά, η μηλίνγκη και το μέτωπο και τα φρύδια και η κατεβασία της μύτης γεροντίστηκα. Πάντα γεροντίστηκα, όμως ξεχωριστά, όταν ακουμπούσε το κεφάλι της εις το γρόθο το δεξί, μελετώντας την πονηρία που ήταν η κατοικιά της ψυχής της πονηρής και της αμάρτωλης. Και εφανέρωνε την πονηρία και μιλώντας και σκοφώντας. Και όταν μιλούσε κρυφά για να βλάψει τη φύνη του ανθρώπου, έμιαζε η φωνή της με το ψιφύρισμα του ψαθιού πατημένο από το πόδι το κλέφτη. Και όταν μίγε δυνατά, εφαιρόντουνα η φωνή της εκείνου που κάνουν οι άνθρωποι για να αναγελάσουν τους άλλους. Και μολον τούτο, όταν ήμουν μοναχή, επήγαινε στον καθρέφτη και κοιτώντας εγέρουνε και έκλαιε. Άλλα, μιλώντας πάντα για τα κακά των άλλων γυναικών, έσωσε ο νους της και πυρόθηκε. Και αισθανότουνα μια κάποια βελικάδα, να τα ξαναμελετάει μοναχή της. Μολον τούτο, ευαστιότουνα από τα κακά έργατα. Αλλά, επειδή αγρίκονται που την έλεγαν άσχημη, ευλάφθηκε η φυλαυτεία της και εκκριμάτισε. Και στο τέλος δεν είχε κράτο. Και ζήρευε και αυτές τις ημέρες, όπου οι Τούρκοι επολιορκούσαν το μισολόγγι και συχνά ολημερνής και κάποτε οληνύχτης, έτρεμε Ιζάκηθο από το κανόνισμα του κλή. Και ήτανε τότε, όπου κάποιες γυναίκες μισολογγίτησες εμπατούσαν τριγύρω γυρεύοντας για τους άντρες τους, για τα παιδιά τους, για τα αδέλφια τους που επολεμούσαν. Στην αρχή, δεν τρεπόντανε να βγουνε και απλωσμένανε το σκοτάδι για να πλώσουν το χέρι, επειδή δεν ήτανε μαθημένες. Και είχανε δούλους και είχανε σε πολλές παιδιάδες και γύρια και πρόβατα και βόηδα, πολλά. Ακολούθως, ευλιαζόντανε και εσυγχωτηράζενα από το παρηθύρι το ήλιο πότε να βασιλέψει για να βγουνε. Αλλά, όταν περισσέψανε οι χρυές, ταις έβλεπον κόσμος να τρέχουνε τα τρίστρατα, τα σταυροδρόμια, τα σπίτια, τα ανόγια και τα χαμόγια, ταις εκκλησίες, τα ξοκλήσια, γυρεύοντας. Και ελάτενανε χρήματα, πανιάγια τους λαβωμένους. Και δεν τους έλεγε κανένα αυτό όχι, γιατί οι ρώτησες των γυναικών ήταν τις περισσότερες φορές συντροφεμένες από τις κανονιές του μισολογιού και η γέ τρένε από κάτω από τα πόδια μας. Και οι πλέον πάνυφτουχοι έβγαναν το βολάκι τους και το δίνανε και έκαναν το σταυρό τους κοιτάζοντας και έφυσα τις γυναίκες του μισολογιού οι οποίες σε στροθήκανε στα κρογιάλι και εγώ ήμουν από πίσω από μία φράχτη και κοίταζα. Και κάθε μία έβαλε το χέρι και έβγαλε ό,τι κι αν εμάζωξε και έκανανε ένα σωρό. Και μία κόρη αδιάζοντας ό,τι κι αν είχε, είπε «Ακούστε συμφορά τι μας είπε αυτή η γυναίκα. Ακούστηκε ποτέ από Τούρκο, από Αράβη». Και η μάνα της, βάλλοντας τις στοχές στο στόμα, «Κλείστο», της είπε, «Και μην είπεις ποτέ λόγο από αυτά. Εδώ στη Ζάκησο μας έκαναν καλό και τα σκυλιά τους». Και μία άλλη, απλόναντας το χέρι και ψιγαφίζοντας το γυαλό, «Αδελφάδες», εφώναξε, «Ακούτε, αν ήρθε ποτέ από το μισολόγι τέτοιο σεισμό σαν και τώρα, ίσως νικάει, ίσως πέθτει». Μια γρήγολα, που είχε στήσει ανάμεσα στα χόρτα μικρά κεράκια, καίγε το λιβάν. Και τα κεράκια στην πρασινάδα ελάμπανε και το λιβάν ανέκανε. Και ασήκονε τα ξερόχερα, παίρνοντας από το λιβάν και πλέοντας και αναδέοντας το ξεδονδιασμένο στόμα «Ε, παρακάριε». Ε, τότες, εταραχτήκανε τα σωθικά μου και έλεγα πως ήρθε η ώρα να ξεψυχήσω. Ήρθε σαν κλειδονή στάρι στο μήλο που αλέθη ο γλύγορα ωσαν το χόχνο στο νερό που αναβράγει. Και τότε σα κατάλαβα πως εκείνο ήτανε το μισολόγι. Αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό. Πολλορκισμένος και πολλορκούμενος και όλα τα έργα τους και όλα τα πάντα τα εγκατασκέπαζε μαυρήλα και πίσαγε ο μάτρη λάμψη, βροντί και αστροπελέκη. Και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάνω δέηση και ειδού, μέσ' την καπνίλα, μια μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν νιουλαγού το αίμα, όπου η σπίθα έγγιζε και εσβενότουνα και με φωνή που μου ευφωνότουνα πως νικάει την τεραχή του πολέμου, άρχισε. Και ό,τι είχε από τελειωμένα τα λόγια της η Θεά, οι δικοί μας έκάνανε φοβερές φωνές για την νίκη που έκάνανε. Και οι δικοί μας και όλα μου έγιναν άφαντα και τα σωθηκά μου πάλι φοβερά εταραχτήκανε και μου φάνηκε πως εκουφάθηκα και εστραβώθηκα. Και σε λίγο είδα μπρος μου τη γριούλα όπου μου έλεγε «Θόξα σοι ο Θεός ιερομόναχε, έλεγα πως κάποιος ήρθε, σε έκραζα σε κούνια και δεν άπνεις τίποτες. Και τα μάτια σου αισθαμάτιζαν στον αέρα, ενώ τώρα στα στερνά η γη σε σκελτούσε σαν το χόγλο στο νερό που αναβράζει. Τώρα ό,τι έπαψε που ετελειώσανε τα κεράκια και το λιβάνι, λες οι δικοί μας να εκερδέσανε». Λέγανε να φύγω. Και η γριούλα, έπειτα που μου φύγησε το χέρι, κάνοντας μια μετάνοια, είπε «Και τι υπαχωμένο που είναι το χέρι σου». Κεφάλαιο Νικοσιφέσα, «Το μέλλον τα γεννάμενο παρόν, η κακία είναι το τέλος». Κοίταξα τη γύρω και δεν έβλεπα τίποτες. Και είπα «Ο Κύριος δεν θέλει να είδω άλλο». Και γυρίζοντας στο πρόσωπο όπου ήταν οι πλάτες μου, και κίνησα για να πάω στον αηλύπιο. Ανάκουσα να τρέμει η υγεία από κάτω από τα πόδια μου και πλήθωσαν στραπέζι, γιόγμαζαν τον αέρα, πάντα αυξένοντας την γοροβότητα και την λάμψη. Και εσκιάχτηκα, γιατί η ώρα ήταν κοντά στα άγρια μεσάνυχτα. Τόσο που έσπρωξα ομπρό στα χέρια μου, καθώς κάνει ο άνθρωπος, όπου δεν έχει του φως του. Από έναν καθρέφτη, ανάμεσα σ' αυτόν και στον λίγο. Και ο καθρέφτης είχε τον ψείο του δώματος. Και μια φωνή δυνατή κι ο γλύγορη μου εβάρεσε την ακούη λέγοντας, «Ω, Διονύσια η Ιερομόναχε, το μέλλον θα θένα γεννή τώρα για σέ παρόν». Ακαρτέρει και βλέπει σε εκδίκηση του Θεού. Και μια άλλη φωνή μου είπε τα ίδια λόγια τραβλίζοντας. Και αυτή η δεύτερη φωνή ήταν ενού γέρο που πέθανε και είχα γνωρίζει. Και θαύμαξα, γιατί ήταν η πρώτη φορά που άκουγα την ψυχή του ανθρώπου που τραβλίζει. Άκουσα ένα τρίτο μπουρμουλιτό, που εφαινόταν μια φυσιματιά στον Καλαμιώνα. Όμως δεν άκουσα λόγια. Και εκεί τα ξανά έραγε να ξαναίξω πούθεν έβγαιναν αυτές οι φωνές παρά τους δύο χοντρούς και μακρίους πέρμους που έβγαιναν από τον τείχος τους οποίους ακουμπούσε ο καθρέφτης δεμένος στιμές. Και ανασκενάζοντας βαθιά και καθώς καλή άνθρωπος όπου βρίσκεται γελάσμένος, αγαρίτισα μυρωδιά από λίψανο και έβγαινα από κει και κοίταξα τριγύρου και είδα. Είδα, αντίκρια από τον καθρέφτη στην άκρη της κάμερας ένα κρεβάτι και κοντά στο κρεβάτι ένα φως και έφαινόταν πως δεν ήταν μέσα στο κρεβάτι τίποτες και απάνω πολύ μεγάκου λουλουμωτή και απάνω στον προσχέφαλο είδα σαν μία κεφαλή ακίνητη πενίντσε και γεννή, σαν εκείνες που κάνουν υπελαγήσεις και το βελώνει στα χέρια και στα σπίτια και είπα μέσα μου ο κύριος μου έστειλε του τη κηθοδιά για σύμβολο σκοτεινό της θέλησής του και τούτου εγώ παρακολώντας θερμά τον κύριο να καταδειχτεί να μου βοηθήσει για να καταλάβω αυτό το σύμβολο εσύμμωσα το κρεβάτι και κάτι αναδεύτηκε μες στα συντόνια καλερωμένα, ξεντερολογισμένα αλλά εκαλοκοίταξε εκείνον τον ύπνο και εκατάλαβα που ήθελε βαστάξει γύγου για να δώσει τόπο του αλλού μου που είναι χωρίς όνειρα και επειδή εκεί μέσα δεν ήτανε ούτε φύλος ούτε δικός, ούτε γιατρός, ούτε πνευματικός εγώ, ο Διονύσιος, η Ρωμόναχος έσχυψα και με τα καλά της έλεγα να ξεμολογηθεί κι αυτή εμισάνξε το στόμα της και έδειξε τα γόντια της ακολουθώντας να κοιμάται και ειδού η πρώτη φωνή, η αγνώριστη που μου είπε στο δεξί αυτή η δύστυχη θρέφει πάντα στον μου τις φούρκες φυλακές και Τούρκους που νικάνε και γρεπούς όπου σφάζονται Τούτη τη στιγμή βλέπεις στον ύπνο της το πράγμα που πάντοτες απεθήμουνε ήγουν την αδελφή της που διακονέλλει και η δεύτερη φωνή που εγνώριζα ξανέλειπε τα ίδια λόγια τραβλίζοντας και κάνοντας ένα σωρό πόρκους καθώς αποζώντας εσυνηθούσε Αλήθεια με με με με με την Παναγία Άκουστε εδώ αλήθεια με με με με με τον ΑΕΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝ Εξάφνιγε η γυναίκα, έβγαλε του χέρι του Σεντώνη και εκτύπησε και οι μύγες αρχικοθήκαν. Αλλά σπρώχνοντας εκτύπησε τη χέρι της σε μια κάσα πεθαμένη και ευρέθηκε εκεί ξάχνου και κόπηκε το όνειρο της αμαρτωρίας. Και άνοιξε τα μάτια της και βλέποντας την κάσα ανατρίχεσαι, γιατί εσκιάχτηκε με την βάλανε εκεί στο χάζοντάς την πεθαμένη. Και ετοιμαζόταν να αναφοράξει δυνατά για να δείξει πως δεν επέθανε. Αναειδού προβαίνει από την κάσα μια κεφαλή γυναίκια φθαρμένη κι αυτή από το τυχτικό που αγκαρά και πλέον ηλικιωμένη πολύ της έμνιαζε. Δηλαδή τη ζευγιά του κρεβατιού, αλλά εκτύπησε τη μούλη της σε μια άλλη κάσα και όξω από αυτή ένα κεφάλι γέρο. Και ήταν εκείνου που εγωνόριζε. Πορεμάει να φύγει από τα πόδια του κρεβατιού, αναειδού σε ένα προσκέφαλο κόκκινο που ετιναζότουνα ένα παιδάκι και ετιναζότουνα σαν το μισοσκοτουμένο πουλί. Και το πρόσωπο του γέρου ήταν σαν το τζίτζικα και της παιδούλας σαν την έκλειψη του φεγγαριού και της χαρέας σαν τάγρια μεσάνυχτα. Και έτσι εγγνώρισα ότι έμελλε της γυναικός βρεθή πριν ξευσυχήσει ανάμεσα στον πατέρα της και στη μάνα της και στη μητέρα της. Και έθρεξα και έστρεψα στην αντίκριμερεια του πρόσωπον και εξανάσανε το μάτι μου στον καθρέφτη ο οποίος δεν έδειχνε παρά τη γυναίκα μοναχή και εμέ και το φως. Γιατί τα σώματα των άλλων τριών εισηχάσανε στο μνήμα τους από τα οποία θα πεταχθούν όταν βαρέσει η σανπέγκα. Μαζί με με το Διονύσιο τον Ιερομόναχο, μαζί με τη γυναίκα της Άγιθος, μαζί με όλα τα τέκνα του Αδάμ στη μεγάλη κηλάδα του Ιωσάφα. Και άρχισε να συλλογιστώ απάνω στη δικαιοσύνη του Θεού που θε να είναι αυτή την ημέρα φανούσιμη και το μάτι προσιλωμένο στον καθρέφτη εμποδίστηκε από το λογισμό. Αλλά ακολούθως ο λογισμός εμποδίστηκε από το μάτι. Επειδή στεφωγυρίζοντας εγώ, έπειτα τα μάτια εδώ και εκεί, καθώς κάνει ο άνθρωπος που συλλογίζεται πράμα δύσκολο, που πολεμάει ένα καταλάβη, είδα από την κλειδωνότουπα κάτι εμπόδιζε το φως. Και εβάστουνε πολύ ώρα και έπειτα εξαναφαινόντουνα. Και ακουότουνα ακολούθως ένα μουρμουριτό στην άλλη κάμερα και δεν καταλάβαινα τίποτες και ξανακοίταξα στο μέρος «Τελαβιζιόνι». Αλλά η μάνα της χωρίς να κοιτάξει κατά τη θήρα, χωρίς να κοιτάξει τη θερατέρα της, χωρίς να κοιτάξει κανέναν, αρχίνησε. Επούτη τη στιγμή το μάτι και το αυτοί του παιδιού σου σε παραμονέδει από την κλειδωνότουπα και σε απομακρύνει γιατί σικάζεται το κακό σου. Και έτσι έκανες κι εσύ με με. Για τούτου σώδωσα την κατάρα μου, όταν ασύμμεναν όλες οι εκκλησίες τη μέρα του Πάσχα, γονατισμένει και ξέπλει εκεί στην πίκρα της ψυχής μου. Την ξανάδωσα μία ώρα πριν ξεψυχήσω και τώρα στην ξανά δίνω, κακό και ανάποδο θηλυκό. Και η τρίτη πληκατάρα θέλει να είναι αληθινή και ενεργητική στο κορμί σου και στην ψυχή σου, καθώς είναι αληθινά και ενεργητικά στον φαινούμερο και στον αόρατο κόσμο τα τρία προσώματα της Αγίας Τριάδας. Έτσι λέγοντας, έβαλε ένα ζουνάρι, ζωνάρι που ήτανε του ανδρώστης, το χουχούλησε τρεις φορές και το πέταξε μέσα στα μούτρα της. Τότε ο γέρος αναδεύτηκε μεσ' τη κάσαφη και τράβλησε την κατάρα του έτσι ο λίγο σκιαχτά. Και η παιδούλα ταράχτηκε στο κόκκινο προσκέφαλο σαν τον μισοσκοτωμένο πουλί και ξανάκανε δυνατότερα τον μουρμούρησμα του καλανιώνιος. Και χαθήκανε με τες κάσες. Αναλυφθήκανε. Και έπεσαν τα γόνα τα χάμου και έκαμα θέηση να την κάνει ο Θεός, ο Κύριος, να μην είναι έξω φρενών. Κάνε για το λίγο ακόμα, μπορεί να ζήσει και να της σπάψει η κακία. Και τελειωμένη η θέηση, εκεί τα ξαχά μου, πίσω από τον καθρέφτη, στο χάζοντας την ελειγωμένη και δεν ήταν εκεί. Και αισθάνθηκα το αίμα μου να τραβηχτεί από τα μαγουλά μου. Και έπεσε το κεφάλι επάνω στα στήθια μου. Και είπα μέσα μου «Ο Θεός ξέρει πού έφυγε η δύστηση. Μην μου επαρακάλια για αυτήν με τη θέρμη της ψυχής μου». Και περάσα πέρα με το κεφάλι σελυτό και στο χασμένο να πάω να την έδωρω. Και άκουσα στο μέτωπο κάποιον τί και έπεσα ξαφνισμένος τα νάσκελα. Και είδα τη γυναίκα της Άγιθος που εκκρεμόντουνα και εκκυμάτισε. «Εφατσέντω ή ο Ιλσένια τε λα Κρότσε, τρία ή πόντρο βόλτε, πραγματικά μέντε ή λινανότου». Και ενώ έκανα περίπου τρεις ή τέσσερις φορές το σταυρό μου, ο μικρός νάνος εμεγάλωνε και ο ταμπουράς και του εξεφύτρωναν τα κέρατα. Και εμεγάλωναν τόσο που το δεξί εσκύρωσε την άκρη του από πάνω στα σκέλλια της γυναικός και έτσι τσίρισε σαν το σίδρατο αγαμένο μέσα στο νερό. Και αυτός εκαμώθηκε πως δεν μ' αναμογεννιέται, αλλά εγώ θυμώντας εις την αρχή που εστριφογύριζε την άκρη του κέρατου εγκατάλαβα το έργο του διαβόλου που από τότε συμμετετούσε. Και αρχίνησε το τραγουδί και το συντρόφευε με τον ταμπουρά. Εκουμούσε το κεφάλι του τάχα να συντροφέψει τη μουσική και το κορμί του φουρκισμέου να συντρόφευε εξ ανάγκης κάθε κίνημα. Και το τραγούδι έλεγε έτσι. Δεν θέλει τόσο νόημα και έρευνες μεγάλες που αφήνεις την υπόθεση και μπαίνεις σε τρεις άλλες. Σπρώχνει παρόμια η μαϊμούτη μόμπερη μουσούδα στο κάστανο του τσέριξαν το ξεφλουδάει μα σπούδα, συχνοχτυπάει τα βλέφρα, σφίγγι, λαρίνγκη. Και ευρέθηκα στα τρία πηγάδια και επία στον αηλύπιο παρηγορημένος από τις μυρωδιές του κάμπου, από τα γλυκότρεχα νερά και από τον αστρόπονον ουρανό, ο οποίος έφερνα από πάνω από το κεφάλι μου μία ανάσταση. |