Διάλεξη 7 / Διάλεξη 7 / Διάλεξη 7

Διάλεξη 7: Στο προηγούμενο μας μάθημα συζητήσαμε αρκετά, στο μέτρο λόγου που μπορεί κανείς να συζητήσει μέσα σε ένα μάθημα ολίγων ωρών, το λεγόμενο συνοπτικό, ότι ήταν τη σχέση του Ευαγγελίου το θεμά με το συνοπτικό πρόβλημα. Και είπαμε εκεί κάποια πράγματα τα οποία νομίζω ήταν αρκετά ενδιαφέροντα ό...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος δημιουργός: Τσαλαμπούνη Αικατερίνη (Επίκουρη Καθηγήτρια)
Γλώσσα:el
Φορέας:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Είδος:Ανοικτά μαθήματα
Συλλογή:Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας / Σπουδή στη συνοπτική παράδοση και στην Q
Ημερομηνία έκδοσης: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2015
Θέματα:
Άδεια Χρήσης:Αναφορά
Διαθέσιμο Online:https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=dccae616
Απομαγνητοφώνηση
Διάλεξη 7: Στο προηγούμενο μας μάθημα συζητήσαμε αρκετά, στο μέτρο λόγου που μπορεί κανείς να συζητήσει μέσα σε ένα μάθημα ολίγων ωρών, το λεγόμενο συνοπτικό, ότι ήταν τη σχέση του Ευαγγελίου το θεμά με το συνοπτικό πρόβλημα. Και είπαμε εκεί κάποια πράγματα τα οποία νομίζω ήταν αρκετά ενδιαφέροντα όχι με αφορά τις πιθανές εκδοχές εξάρτησης από τα συνοπτικά Ευαγγέλεση. Εξάρτησης είναι την πιθανή ταύτιση με την πηγή του Ευαγγελίου και το καθεξής. Ακούσαμε αξίζοντας θα πω ότι κατανοίξαμε ότι θα πρέπει να αντιμετωπίζεται το κάθε λόγιο του Ευαγγελίου το λεγόμενο με το θεμά συνοπτικό και με προσοχή, και κατά δεύτερον αυτό που επίσης διαπιστώσαμε είναι ότι κατά πάσα πιθανότητα ο θεμάς εξαρτάται από τα συνοπτικά Ευαγγέλια έπεδο από τους συνοπτικών, ίσως κινείται κατευθείαν από εκείνους, ίσως όμως πιο πιθανόν να έχει υπόψη του και μια προφορική παράδοση, ίσως και μια προφορική εξέλιξη του ήδη καταγεγραμμένου υλικού μέσα στη συνοπτική παράδοση. Σε κάθε περίπτωση όμως θα είναι παρακυβερνετμένο να τον ταυτίσουμε με την Κιου, πολύ δε περισσότερο θα τον θεωρήσουμε ως μία πηγή των συνοπτικών Ευαγγελίων. Μάλλον το αντίθετο αν συμβαίνει, αν υπάρχει μια φιλολογική εξάρτηση, μάλλον το αντίθετο συμβαίνει, δηλαδή ο θεμάς να εξαρτάται από τα συνοπτικά Ευαγγέλια. Σήμερα, στο μάθημά μας, θα δούμε κυρίως αυτό που λέμε λογοτεχνικές και φιλολογικές εξαρτήσεις των συνοπτικών Ευαγγελίων, κλωδίως από τον άλλο ή και του θεμάτου, τον οποίον θα τον βάλουμε και αυτόν, για χάρη του επιχειρήματος να λέγαμε, μέσα στη συζήτηση. Και πρέπει να πω ότι οπωσδήποτε μιλάμε για φιλολογικές και λογοτεχνικές εξαρτήσεις. Αφήνουμε στην άγρυνα λίγο το θέμα της προφορουγότητες, γιατί πρέπει να επικοινωνθούμε έξω από ένα σκηνό. Αυτό είναι το σημείο που αφοράς μας και αυτό μπορούμε αυτή τη στιγμή να θα αξιοποιήσουμε και να αξιοποιήσουμε. Σας δίνω έναν πίνακα και μέσα, για παράδειγμα, θα αξιοποιήσουμε στο συγκεκριμένο μάθημα τις παραβολές. Θα αξιοποιήσουμε τις παραβολές γιατί είναι μια πολύ χαρακτηστική περίπτωση σχοινένων. Θα δούμε ότι μοιράζονται μεταξύ των συνοπτικών, δηλαδή οι συνοπτικοί έχουν όλοι παραβολές. Σήμερα θεωρούμε ότι και οι εικόνες που χρησιμοποιεί ο Ιωάννης και αυτές είναι παραβολές, με έναν διαφορετικό τρόπο. Σε κάθε περίπτωση αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι έχουμε παραβολές στα τέσσερά μας κείμενα, τα τρία μας κείμενα, τα τρία μας κείμενα και τα τρία μας κείμενα και μπορούν να είναι καλό παράδειγμα για να διακριστώσουμε τις πιθανές, όχι εξαρτήσεις φιλολογικές και λογοτεχνικές. Αν λοιπόν προσέξουμε στον Πίνεκα, βλέπουμε ότι οι τέσσερις, Λατιός, Μάρκος, Λουκάς και Θωμάς, ο Μάρκος μόνο σε τρεις περιπτώσεις συμφωνεί με τους άλλους τρεις ή μπορεί να συμφωνεί μόνο με ένα από τους τέσσερους. Και σε εκείνη την περίπτωση έχουμε δύο περιπτώσεις. Ο Ματθαίος πάλι σε τρεις περιπτώσεις συμφωνεί με όλους, σε τρεις περιπτώσεις υπάρχει μια σχέση με τον Λουκά και τον Θωμά, σε τέσσερις περιπτώσεις υπάρχει μια σχέση με τον Ματθαίο και τον Λουκά, σε τρεις περιπτώσεις με τον Ματθαίο και τον Θωμά και σε πέντε ο Ματθαίος συμφωνεί με ένα από τους τέσσερους. Ο Λουκάς πάει με τη σειρά του τρεις φορές, το κείμενο του συμφωνεί με τους άλλους τρεις, τρεις φορές συμφωνεί με τον Ματθαίο και τον Θωμά, τέσσερις φορές με τον Ματθαίο, μία φορά με τον Λουκά, εμείς είμαστε με τον Θωμά και δεκατρείς με ένα από τους άλλους τρεις. Και ο Θωμάς με τη σειρά του τρεις φορές με όλους, τρεις φορές με τον Ματθαίο και τον Λουκά, τρεις φορές με τον Ματθαίο και μία φορά με τον Λουκά και τέσσερις φορές ουσιαστικά με έναν από όλους. Αυτό μπορούμε να πούμε ότι οι κοινές παραβολές με όλους τους άλλους, ο Μάρκος έχει πέντε έτσι γενικά, δηλαδή το 15% με το ειδικό του βρίσκεται και στους άλλους μεγγελιστές και στο μεγγελιστήμα. Ο Ματθαίος έχει δεκαοπτότητες κοινωνικού παραβολές και επομένως μεγένει για 47% στην δάφθυση. Ο Λουκάς 24, από μέσο μιλάμε για 6-13, βλέπουμε ο Λουκάς να αφορμώνει το ειδικό των άλλων. Αυτό όμως δεν του απαγορεύει ταυτόμενο να έχει και πάρα πολύ ιδιαίτερο δικό του ειδικό. Τελείωσε ο Θωμάς 14 φορές ένα 37%. Αν τώρα δούμε κοινές μεταξύ δύο Ευαγγελιστών παραβολές βλέπουμε ο Ματθαίος και ο Θωμάς έχουν 9% και είναι 24%. Ο Ματθαίος και ο Λουκάς 10% και είναι 26%. Ο Λουκάς και ο Θωμάς 7% και είναι 18%. Και οι τέσσερις τώρα, να έχουν κάτι κοινό, είναι 8%. Είναι ενδιαφέρον αυτό σε γενικές ραμπές και αυτό δείχνει ακριβώς ότι αυτές οι ομοιότητες είναι ενδιαφέρουσες, δηλαδή δείχνει κάτι. Και αυτό που οικάζει η έργα είναι ότι αυτό που δείχνει δεν είναι τίποτε άλλο, αλλά όπως είπα και νωρίτερα, μία εξάρτηση των κειμένων αυτών μεταξύ τους. Και αυτό πρέπει να διερευνηθεί, πρέπει να δούμε δηλαδή τι συμβαίνει. Βλέπουμε και ξέρετε, σημαντικό δεν είναι ο μονάχαρτος κοινό υλικό, το οποίο λίγο πολύ καταλήγουμε ότι είναι γύρω στο 34%, αλλά ενδιαφέρον ο Λουκάλι και το υπόλοιπο υλικό, το οποίο είναι μοναδικό στον καθένα από αυτούς και βλέπουμε ότι είναι και το μεγαλύτερο ποσοστό, το 66% περίπου, κατά μέσο όρος αυτούς τους 4 Ευαγγενιστές, είναι μοναδικό υλικό. Δεν είναι υλικό δηλαδή που το μοιράζονται με τους άλλους. Αυτό βλέπουμε, πραγματικά. Και εδώ βλέπουμε, τι ήταν πρώτο ερώτημα, τι συμβαίνει. Το μοναδικό υλικό σήμερα θεωρείται ότι είναι σημαντικό, άλλωστε θα συγχωρηθούν ιδιαίτερα με το μοναδικό υλικό στον Λουκάλι, στον Βαρμανθέο. Το μοναδικό υλικό είναι σημαντικό επαναλαμβάνω, γιατί αυτό μας βοηθάει να δούμε, ακριβώς να διερευνήσουμε, να ψηλαφίσουμε, θα έλεγα, τις πιθανές σχέσεις των Ευαγγελίων μεταξύ τους. Και επίσης να δούμε και τη χρονική του σειρά, δηλαδή ποιο ακολουθεί πιο, ποιος αντιγράφει πιο. Θα πούμε ότι αν ο Μάρκος ήταν έγραφος τελευταίος, με βάση αυτό το τρονικό που έχουμε στα χέρια μας, δεν θα είχε παραλείψει τόσο υλικό. Βλέπουμε ότι, δηλαδή, όπως είδαμε στον Πίνακα, οι κοινές παραβολές του Μάρκου είναι μόνο το 15%. Δηλαδή, ο Μάρκος δεν φαίνεται να αντιγράφει τους άλλους, γιατί ακριβώς έδινε πολύ έρωτα. Και αυτό που καταλαβαίνουμε είναι ότι δεν έχει πια λόγο να μην συμπεριλάβει αρκετές από αυτές τις παραβολές μέσα στον υλικό, αφού τελειώζει πάρα πολύ στην ειλικότερη σκέψη του και τη θεολογία του. Ο Λουκάς από τη δική του πλευρά έχει ειλικά ενδιαφέρον, προσθέτει ένα μεγάλο ποσοστό, όπως είπαμε, σύγκρισης με τους άλλους ευαγγελιστές, ένα 6,3% του κοινού του υλικού στις παραβολές. Ταυτόχρονα, όμως, έχει και ένα δικό του μοναδικό υλικό, το οποίο χρησιμοποιείται μόνο από εκείνον, δηλαδή έχει και ένα ενδιαφέρον για αυτό το άπαξτα, λέγαμε, λεγόμενο υλικό των παραβολών. Και το ερώτημά μας είναι τελικά γιατί συνέβη αυτό. Ο Λουκάς γιατί έχει τόσες διαφορετικές παραβολές και γιατί διαλαμβάνει υπόψη τον Μακθαίου και τον Θωμά. Ποια είναι η σχέση του με αυτούς τους δύο. Και τέλος, αυτό που φαίνεται είναι ότι ο Θωμάς, στον τρόπο που παραδείδει τις παραβολές, φαίνεται να εξακολουθεί περισσότερο από τον Μακθαίου και από τον Λουκά. Δηλαδή, κρύβει περισσότερο από τον Λουκά και στη συνέχεια από τον Μακθαίου. Δηλαδή, μια σχέση, βέβαια, καταλαβαίνετε ότι όλα αυτά που λένε τώρα ανήκουν στο χώρο της υπόθεσης, γιατί μπορεί, όντως, να υπάρξει κάποιος αντίλογος, μια και είναι θέματα πιθανότητον και συλλογισμών, οι οποίοι, οπωσδήποτε, μπορούν εύκολα να αλλάξουν, μόλις έρθει ένα καινούριο δεδομένο στα χέρια μας. Όμως, σε κάθε περίπτωση, αυτό το πράγμα, αυτή η τάση που έχουμε, δηλαδή, ένα κείμενο μας να έχει μεγαλύτερη, θα λέγαμε, εξάρτηση από κάποιον άλλο και κάποιον άλλο να μην έχει τόσο πολύ, ή, ας πούμε, το κοινό υλικό και το εγκέπτρο υλικό, και τα δύο είναι σημαντικά για τη σύζυγή που κάνουμε, όσον αφορά τις φιλογικές και λογοτεχνικές εξαφήσεις μεταξύ των συνοπτικών. Θα δούμε δύο παραδείγματα στο μάθημα μας, δύο παραδείγματα τα οποία, επαμψέως, με ενδιαφέρον. Το ένα είναι η γνωστή παραβολή του κόκου, του Σνάπεως, η οποία υπάρχει και στα τέσσερα μας κείμενα. Υπάρχει και στο Μάρκο, και στο Ματέο, και στο Λουκά, και στο Θωμά. Θα διαβάσω τώρα τις τρεις συνοπτικές και θα αναφέρομαι στοιχεία και από το Θωμά, για να δούμε ακριβώς πώς λειτουργεί αυτό το πράγμα. Και λέω θα αναφέρομαι στοιχεία, γιατί θα πρέπει να είμαστε συνεπείς και με τα συμπεράσματα των προηγούμενων μαθημάτων, ότι ο Θωμάς είναι ένα από ταινία ενδιαφέρον, ενδιαφέρος απαραμέτρος στη συζήτηση των συνοπτικών. Δεν είναι υποχρεωτικό, όμως, να θεωρέσουμε ότι θα πρέπει πάλι να λαμβάνει την κόψη, αφού πολύ πιθανόν να αντιγράφει και σίγουρα ακολουθεί χρονικά τους τρεις συνοπτικούς. Όμως, κάποια στοιχεία θα τα δούμε, γιατί είναι ελλεικτικά με το πώς κινείται η παράδοση από κείμενους σε κείμενους. Πάμε, λοιπόν, πρώτα να δούμε στο Ευαγγέλιο του Μάρκου, την πολύ γνωστή παραβολή για τον Κόκο του Σινάπεως, και λέει εκεί πέρα συγκεκριμένα ο Ιησούς, θα διαβάσω από το Αρχαίο, έλεγε πως ομοιώσουμε την Βασιλεία του Θεού, εν τύρι παραβάλλουμεν αυτοί, ως Κόκο Σινάπεως, ως όταν σπαρεί επί της γης μικρότερος πάντος φορμάτων αισθήκων επί της γης. Και όταν σπαρεί, αναβαίνει και γίνεται μίζον πάντος το λαχάνι. Και ποιοι κλάδους μεγάλους, ώστε δύνασται υπό τη σκιά να φιούν τα πετνά τα ουράνιο κάτω σκηνού. Πολύ γνωστή η ιστορία, και θα πάμε και στο Ματθαίο στο 13 κεφάλαιο, στο στίγους 31 με 33, όπου Ιησούς πάλι αφηγείται την ίδια ιστορία και λέει καραπίστικα. Άλλη παραβολή παρέθηκε να αυτής λέγουν, ο μία ειστεί η βασιλεία των ουρανών, κόκος Σινάπεως, ως λαγόν άνθρωπος, έσπιδεν το αδρόφτου, ο μικρότερος με ένας στυπάντος φορμάτων, όταν δε αυξηθεί μίζον πάντος λαχάνι, γίνεται δέδρον ως τελφή τα πετνά του ουρανού και κατασκυμνούν εν της σκλάβης αυτού του. Και πηγαίνοντας στο Λουκα, στο 13 κεφάλαιο στο στίγους 19, ακόμη σύντομα βλέπουμε εδώ την παράδειση της συγκεκριμένης παραβολής, παρατηρούμε τα εξής. Παρατηρούμε τα εξής. Πάλι είναι η πετίνη, όμως, από τη βασιλεία του Θεού, στις το στίγους 19. Μία αισθή, ενώ είναι τη βασιλεία του Θεού, κόκος Σινάπεως, ως λαγόν άνθρωπος, έβαλεν εις κύπον εαυτού και ύφξεσαι και γένοντου εις δέντρον λαγόν και τα πετνά του ουρανού κατασκυμνούν εν της σκλάβης αυτού. Εδώ ο Λουκάς είναι ακόμα πιο σύντομος σε σχέση με τους προηγούμενους δύο αιμαδιενιστές και το ενδιαφέρον είναι επίσης ότι ο Λουκάς και ο Μαθαίος φαίνεται να εισάγουν την παραβολή με τον ίδιο τρόπο, που λέει ομιέστη, έτσι είναι η βασιλεία του Θεού, αλλά από εκεί και πέρα είναι λίγο διαφορετικά, εν διαφορετικά με το πώς περιγράφεται στην κάθε περίπτωση του τι έγινε μετά. Εδώ ο Λουκάς βάζει σε ένα κήπο, σπέρνει το σπόρο ενός στο Μαθαίο, αν θυμάστε αυτό που διαβάσαμε. Δεν υπάρχει φυσικά ο κήπος, αλλά γίνεται λόγος για κάποιον άνθρωπο, ο οποίος σπέρνει στον αγρό. Υπάρχει λοιπόν μια διαφορά εδώ, μεταξύ των δύο εκδοχών και εδώ αυτό που φαίνεται περισσότερο είναι ότι ο Λουκάς συντομεύει την αφήνιση του Μαθαίου. Αδειο με τον Μαθαίο και έρχεται ο Λουκάς και το κάνει ακόμα συντομότερο και επομένως μπορούμε να πούμε ότι προφανώς ο Λουκάς εξαρτάται από τον Μαθαίο. Ο Μαθαίος φαίνεται πάλι επίσης να έχει προσφέρα κοινά στοιχεία με τον Μάρκο, δηλαδή αν εξεκλείπνουμε τον Μαθαίο Μάρκο Λουκάς αφού ο Λουκάς αρκετά διαφοροποιείται από τον Μάρκο, αλλά ο Μαθαίος είναι αυτός ο αποψητής που βρίσκεται πιο κοντά στον Λουκά. Και τέλος ο Θωμάς με τη σειρά του, στον τρόπο που παρουσιάζει, μοιάζει πάρα πολύ όπως είπαμε τον Λουκά, όμως αυτό που σημαίνει ότι δεν έχει στοιχεία όπως είναι ο Λουκάς που λέει και για το σκορό, και για την εργασία και όλα αυτά, ότι δεν έχει στοιχεία και από τους χρήσιν οπτικούς. Όταν βλέπουμε καταρχάς αν ο Λουκάς εξαρτάται από τον Μαθαίο και ο Μαθαίος εξαρτάται από τον Μάρκο, αυτό μας στείχνει μια πρώτη ένδειξη για τη σχέση μεταξύ των τριών κειμένων. Από την άλλη μεριά βέβαια ο Θωμάς ο οποίος έρχεται στο παιχνίδι και αυτός είναι μια ενδιαφέρουσα παράμετρος, δύσκολο όμως να πούμε από ποιον δειγράφει, γιατί το λόγι είναι δύσκολο να εντοπίσουμε ποιες είναι οι πραγματικές εξαρτήσεις του από το Ευαγγέλιο. Ο Μαθαίος και ο Μάρκος συνδέονται στενά όπως είπαμε μεταξύ τους, αλλά θα δούμε ότι στο Μαρτιθέλ χαραδίζουν διατάσεις. Ωστόσο και σε άλλα σημεία μέσα στο Ευαγγέλιο αυτό ο Μαθαίος έχει μια τάση να διορθώνει το Μάρκο. Θεωρείτε δηλαδή ότι ο Μάρκος είναι ένα κείμενο το οποίο έχει ασάφιες, έχει λεκτικές δυσκολίες, εκφαστικές δυσκολίες και έρχεται ο ίδιος να διορθώσει να συμβιώσει. Αυτή είναι η γενικότερη τάση που παρατηρούν στον Καταμάκου. Δεν είναι η πρώτη φορά δηλαδή που θα το δούμε εδώ. Και όμως είναι λεκτικό και δεν πρέπει να σε εκπλήσει όταν βρίσκουμε και στην τελειωμένη περίπτωση. Ο Θωμάς εξαρτάται από τον Λουκά, ο Θωμάς εξαρτάται από τον Μάρκο και κυρίως από τον Μάρκο. Και όπως είπα πριν, το γεγονός ότι ο Λουκάς ουσιαστικά συντομεύει τον Ματθέο, ο οποίος αντιγράφει τον Μάρκο, μπορώ να πω τι σημαίνει ακριβώς όπως είπα πριν, δείχνει ποια είναι η χρονική σειρά μεταξύ των τριών κειμένων. Τώρα όμως τι συνέβη είναι πάρα πολύ δύσκολο να το πούμε. Αυτά όλα είναι υποθέσεις, δεν είναι όμως θα λέγαμε καταρρυτικές υποθέσεις, γιατί μπορεί να υπάρχουν διάφορες ερμηνείες. Η μία λογική ερμηνεία είναι ότι ο ένας εξαρτάται από τον Λουκά, δηλαδή ότι ο Ματθέος αντιγράφει τον Μάρκο, ο Λουκάς αντιγράφει τον Ματθέο, τον οποίος τόσο τρελάζει και προφανώς ο Κουμάς έχει υπόψη τον Μάρκο και όχι ίσως έχει και τον Λουκά. Με κάποιο τρόπο. Είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα. Υπάρχει μια απευθείας εξάρτηση ή μπορούμε να πούμε, γιατί υπάρχει ο αντίλογος σε όλα αυτά, ότι αυτοί οι τρεις, οι δέσσες ελεγκαιριστές, έχουμε καθένας το δικό του κείμενο και μάλλον καθένας αντλεί από την ίδια πηγή, από την οποία όμως αντίανεξάρτα, χωρίς δηλαδή ο ένας να αντλεί από τον άλλο, αλλά προφανώς όλοι έχοντας την ίδια πηγή. Είναι προφανές ότι από αυτά που είπα ούτε μπορεί κανείς απόλυτα πιστικά να τα θεωρήσει ούτε πολύ δε περισσότερο να πει ότι αυτά που μου λέμε τώρα είναι η απόλυτη απάντηση στο ζήτημα. Είναι ένα ζήτημα εξαιρετικά δύσκολο, είναι ένα ζήτημα το οποίο δεν νομίζω ότι θα μπορέσει να βρει εύκολα απάντηση, τουλάχιστον όσο μένουμε σε αυτά τα οποία ήδη μόνο έχουμε στη διάθεσή μας, χωρίς να έχουν προσθεθεί κάποια νέα στοιχεία εξωμανά κείμενα, το οποίο θα βρισκόταν και το οποίο θα μας κάλυπτε ένα κενό στο μεγάλο αυτοπάζδι που λέγεται «Πηγές του Αρχαίου Νομισθυνισμού» ή έστω μια καινούργια θεωρία που θα μπορούσε με κάποιον τρόπο να φωτίσει κάποιες πληχές αυτού του προβλήματος με καλύτερο τρόπο απ' ό,τι έχει γίνει μέχρι τώρα. Υπάρχει και μια άλλη παραβολή που είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, είναι η παραβολή του χαμένου πρωβάτου. Και είναι ενδιαφέρουσα γιατί αυτή η παραβολή, η οποία είναι κοινή μεταξύ των δύο βαγινιστών Μαχθαίου και Λουκά και θεωρείται ότι πρέπει να τα πληκεί. Παρουσιάζει ενδιαφέρον γιατί ακριβώς βλέπουμε όχι μονάχα την πιθανή σχέση των δύο βαγινιστών με τίποτα, αλλά και τον τρόπο που ο καθένας ακούγει από μία πληγή και εντάσσει με διαφορετικό τρόπο μέσα στο κείμενό του μία ιστορία, μια διαφορετική συνάθεια που βλέπει την διαφορετική ερμηνεία. Υπάρχει λοιπόν στους δύο βαγινιστές, υπάρχει και στο Ευαγγέλιο του Θεωμά. Θα διαβάσω πρώτα την εκδοχή του Ματθαίου, είναι στο 18ο κεφάλαιο, στους τύκους 12 έως 13. Εδώ χαρακτηριστικά έχουμε τα εξής. Ο Ιησούς μιλάει και ειναι στον εκκλησιολογικό λόγο, στο λόγο δηλαδή περί της εκκλησίας και ξανά της εκκλησίας και στο 12ο κεφάλαιο λέει «Τι ειναι εινδοκή, εάν γέννηται τεινή ανθρώπου εκατό πρόβατα και πλανηθεί έν εξ' αυτόν, ουχε αφήστε νενήκοντα εννέα επί τα όροι, κορευθείς ζητή το πλανόμενον, κι εάν γέννηται ευρύνα αυτό, αμοιλευωμένο τη χέρι επ' αυτό μάλλον, ή επί της εννήκοντα εννέα της μη πεπλανημένης. Ούτως ουκ έστι θέλημα έμποσεν το πατρός του κοιμών του εν ουρανείς, ειναι απόλυτε εις του λοιπον τούτου». Εδώ ειναι η γνωστή μας ιστορία για το χαμένο πρόβατα, όμως είναι πολύ μια ιδιαίτερη συνάφεια που είναι αυτή η συνάφεια που έχει να κάνει με το τι συμβαίνει με το σχαδαρισμό των ασθενές των μελών μιας εκκλησιαστικής θυμότητας και βλέπετε πόσο απόλυτος και καταλυτικός είναι ο λόγος εδώ του Ευαγγυριστή μας. Αν πάμε τώρα, του Ιησού βέβαια έτσι όπως τον παραθέτει ο Ευαγγυριστής, αν πάμε τώρα στον καταλυτάστο 15 κεφάλαιο θα ξαναβρούμε την ίδια παραβολή, μόνο που εδώ τη δούμε σε μια διαφορετική συνάφεια. Θα βρούμε την παραβολή στη συνάφεια όπου ο Ιησούς μιλά και ουσιαστικά ελέγχει, υποδοθέει ήδη στην αρχή του κεφαλαίου τους φαρισαίους και τους ναυματίους που διαμαρτύρονται γιατί ο Ιησούς έχει σχέσεις με τους αμαρτωλούς, που είναι οι τελώνες και οι εικόνες, είναι θέμη πολύ συνδυσμένη στον καταλοκάνο Ευαγγύριο. Και τότε τους λέει τρεις παραβολές, και εδώ βλέπουμε μία ομαδοποίηση πάνω, αυτή η ομαδοποίηση του τριώ, βλέπουμε τρεις παραβολές που μιλάμε του χαμένα πρόβατο, του χαμένη τραχμί, του χαμένο πρόβατο και του χαμένος γιος που είναι η γουστή μας παραβολή του ασώδιου. Το χαμένο λοιπόν πρόβατο ως ιστορία είναι συγγνωστή και από τον Μακρό, λέει λοιπόν χαρακτηριστικά εδώ, «Τις άνθρωπους εξημών έχουν εκατό πρόβατα και ακολές σας έδεξα αυτόντο, καταλήπτε λίγοτε εν έντι ερήμου και πορεύετε συναμή από το απολωσσό σου έγριε αυτό, και ευρών επιτήρηση από τους ώμους αυτού χέρω και ελευθών Ιστονίκων συγκαλεί τους φίλους και τους γείτονους» λέγουν ευθύς «Συγχάρητε μου ότι έβρων το πρόβατο ολυμπόκολλως». Εδώ είναι πολύ ενδιαφέρουσα η αφήνιση. Καταρχάς είναι πολύ πιο σύνθετη από ότι η πρόβληση του Ματσαίου, στο Ματθαίο χάνει το πρόβατο, εντάξει το πρόβατο θα γρεθεί ή μπορεί και να μην… ο Πιμένας εξέδεται σε αναζήτηση του πρόβατου, γιατί ακριβώς πρέπει να του θεωρεί πολύτιμο και δεν μπορεί να το εγκαταλείψει και αφήνει αυτό το ενδεχόμενο, αν το βρει θα είναι χαρούμενος. Αν το βρει θα είναι χαρούμενος, αντίθετα στον Λουκά το βρίσκει, έχουν χαπιέν θα λέγαμε, και είναι μια ολόκληρη περιγραφή τι κάνει μετά για να εκφράσει αυτή τη χαρά του που βρήκε το συγκεκριμένο πρόβατο. Βλέπουμε μια ολόκληρη ιστορία που κάνει τους φίλους που γορτάζουν γιατί βρήκαν το πρόβατο, είναι μια αφήνιση πιο σύνθετη θα λέγαμε του Λουκά, βλέπετε είναι μια αντίθετη πορεία από αυτή που βρήκαμε στην προηγούμενη παραβολή. Στην παραβολή ο Λουκάς έχει μετάσσει να συντομεύει την αφήγηση του Ματθαίου και του Μάρκου, εδώ έχουμε μια διάθεση να τονίσει και άλλα στοιχεία. Αυτό δεν είναι τυχαίο, αλλά έχει να κάνει ακριβώς με το θέμα της συγκεκριμένης ενότητας. Όταν ο Ιησούς ζεστικά ψέγει τους συνολιτές του και παρατηρητές του, αυτούς που θέλουν είναι πάρα πολύ δικοί και δεν χαίρονται, γιατί ο Ιησούς δέχεται να συναστροφεί αυτούς τους ανθρώπους που ουσιαστικά σημαίνει για αυτούς τη σοκτρία. Είναι λοιπόν πιο συνθετική στην αφήγηση του Λουκά, αλλά αυτό μπορεί να συνδέεται άμεσα και με τον τρόπο με τον οποίο θέλει ο συγγραφός να εντάξει την ιστορία μέσα στην αφήγηση του. Το δεύτερο είναι ακριβώς αυτό το πλαίσιο. Αυτό το πλαίσιο, διαφορετικό του πλαίσιο στον Αμαρθέο, διαφορετικό του πλαίσιο στον Καταλουκάν, δίνει διαφορετική εμπειρία στη συγκεκριμένη παραβολή. Δηλαδή, στον Αμαρθέο έχει μία εκκλησιολογική συνάφεια, ο Ιησούς εκεί κηρύττει και λέει ότι δεν θα πρέπει να γίνεται σκάνδαλα και τα σκάνδαλα είναι αυτά τα οποία ταλαιπωρούν την Εκκλησία και θα πρέπει να αποφεύγονται και λέει χαρακτηριστικά εκεί ότι ένα παράδειγμα είναι ο σκανδαλισμός των μικρών και ως μικροί στον Αμαρθέον Ευαγγέλιο θεωρούνται οι μαθητές καταπρώτον, οι μαθητές του Ιησού και καταδέφθανε όλα τα μέλη της Εκκλησίας ακόμα και τα πλέον άσχημα. Ο Ιησούς λοιπόν λέει ότι δεν θα πρέπει να οδηγείται σε σκανδαλισμό ούτε και ο τελευταίος από αυτά τα μικρά μέλη της κοινότητας γιατί αυτά τα μέλη, και φαίνεται ένα παράδειγμα επίσης, μοιάζουν με την ίδια την... ακριβώς με τη ζωή μας στην Εκκλησία. Όπως μας στη ζωή της Εκκλησίας ο σκανδαλισμός μπορεί να φέρνει, να βακρύνει κάποιους ευρωπούς και εκεί φυσικά δεν κανείς να λάβει υπόψη αυτήν την ευθύνη που έχει, ακριβώς το ίδιο συνδένει και στην παραβουλή μας και η παραβουλή ουσιαστικά όπου μένουμε είναι αυτός που αναζητά και νοιάζεται γι' αυτό ένα χαμένο πρόβοτο το οποίο είναι ο άνθρωπος ο οποίος έχει σκανδαλιστεί από εδώ στις μέσες της κοινότητας. Απάνω μου στη συνάφεια του Καταλουκάν Ευαγγέλιο και η συνάφεια δεν είναι αυτή. Εκεί το πρόβοτο δεν είναι το πρόσωπο που σκανδαλίζεται αλλά είναι ο αμαρτωλός ο οποίος ακόμα δεν έχει ενταχθεί μέσα στην σωτηριώδη, στην οικογένεια, μέσα στην οικογένεια του Καταλούκια δεν έχει γι' αυτή τη σωτηρία. Αλλά ο Θεός ακόμα και γι' αυτόν νοιάζεται και είναι πρόθυμο να εξέλθει και να τον αναζητήσει αφήνοντας και θεωρώντας όχι λιγότερο σημαντικά αλλά θεωρώντας εξίσως σημαντικό αυτό το ένα χαμένο πρόβοτο και θυσιάζοντας κατά τέτοιο τρόπο όλα τα υπόλοιπα για να μπορέσει να εντοπίσει αυτό το ένα πρόβοτο. Είναι λοιπόν η ίδια η συνάφεια που βάζει την ιστορία, η ίδια η συνάφεια είναι μια άλλη σημασία στην ίδια ιστορία που είπαμε ότι προέρχεται, τουλάχιστον αυτό ηκάζεται από την πηγή του λογίου. Ωστόσο ο Λουκάς επιλέγει μια πιο σύνθετη και πιο αποξεδρασμένη εδώ μορφή έτσι ώστε να ταιριάζει μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της συζήτησης που έχει σε αυτό το κεφάλαιο είναι ο Μαθαίος που περιορίζεται σε μια καθαρά εκκλησιορρογική κατανοησία της ιστορίας. Ο Θωμάς τώρα με τη σειρά του μιλάει για το πρόβοτο που χάνεται και τα νυπά και αφήνει ανοιχτή και την ερώτηση της έργασής του. Ο Θωμάς όμως κεντρώνται περισσότερο στο μημένα και δείχνει πως εκείνος λειτουργεί απέναντι στην απώλεια του προβάτου, ενώ αντίθετα οι άλλοι δύο δεν δίνουν τόσο μεγάλη σημασία στον ίδιο μημένα αλλά στην πράξη απώλειας και στη χαρά της έργασής. Επίσης ο Λουκάς και ο Ματθαίος και αυτό το ενδιαφέρον μπορεί να έχουν μια κοινή πηγή αλλά δεν φαίνεται ότι θα ξαφνά τεχνοί κάπου από τον άλλο, αλλά δεν φαίνεται δηλαδή ο Λουκάς με κάποιο τρόπο να αντιγράφει τον Ματθαίο ή ο Ματθαίος να αντιγράφει τον Λουκά. Αυτό βέβαια είναι ακόμα πιο φανερό στο γεγονός ότι και οι δύο την ιστορία είναι όπως διαφορετική συνάφεια και δεν είναι εντελώς διαφορετική. Επομένως εννοεί για την άλλο άλλη σημασία αποκτά στην συνάφεια του Ματθαίου του Πρόβαδου, του Θαμένου και άλλη αποκτά στην συνάφεια του Καταλοκάνου Ευαγγελίβου. Λουκάς και Ματθαίος φαίνεται να κοιμούνται ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν αντλούν από κάτι κοινό. Είπαμε ότι είναι η πηγή των ολογίων, αλλά εδώ το ερώτημα είναι γιατί ενώ και οι δύο αντλούν από την ίδια πηγή έχουν διαφορετική αφήγηση. Προφανώς εδώ έχουμε και την επεξεγρασία του Λουκά και κατά δεύτερον φυσικά έχουμε ίσως τα εδεχόμενα να γνωρίζουν διαφορετικές ελπίες της ΚΙΟ. Απροσδήποτε το γεγονός ότι αυτά τα λόγια είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους λόγια μέσα σε ένα κατάλογο λογίων διευκολύνει πάρα πολύ στο να μπορούν να τα επιλέξουν ελεύθερα και να τα εντάξουν σε διαφορετικές συνάφειες κάθε φορά. Ο Θουμάς πάνε από τη σειρά του είναι απλώς μία σειρά λογιών οπότε δεν δείχνει εκεί τα ίδια συνάφειες. Άρα Ματθαίνος και Λουκάς, μάλλον από κοινή πηγή, ο καθένας όμως είναι εξάρτητα από τον άλλο. Τώρα είναι πολύ πιθανόν, αν θέσουμε να ρωτήσουμε ποιος να γνωρίζει εγώ για την Αρχική Ελληνοχή, την Αρχική Ελληνοχή δεν γνωρίζει ο Θουμάς, την οποία τελικά επεξεργάζονται οι άλλοι δύο με διαφορετικό καθένας τρόπο. Όμως και αυτό που λέω τώρα είναι αρκετά τομμυρό και φυσικά εδώ μας λείπουνε πάρα πολλά δεδομένα για να μπορέσουμε να πούμε βεβαιότητα ότι έτσι είναι ακριβώς όπως τώρα που το ανέφερα. Συμβελωματικά βλέποντας αυτά τα δύο παραδείγματα, τα οποία δεν θα σας κοπώ σε καμία περίπτωση να δώσουν απάντηση, αλλά αφήσουν ακριβώς το ζήτημα και θα δούμε και άλλα τέτοια ζητήματα στη συνέχεια μιλάτας για τις Μύζοδες και Λάσχους ολόκληρας μεταξύ των συνοπτικών. Μπορούμε να πούμε ότι καταρχάς βλέπω ότι ο συνοπτικός είναι ένα πρώτο φιλολογικό σχέσιο για σχέσιο παραδόσου μεταξύ των τελών με τον Ευαγγελίνου και ενταχωμένως και του Θουμά. Το έχουμε πει επανειμμένα ιδιαίτερα συνεχόντα στο θέμα της υποφυλογκότητας όπου ουσιαστικά όταν μιλάμε για τα κείμενα μας και μιλάμε για συνοπτικό πρόβλημα ουσιαστικά μιλάμε για το γραπτό κείμενα και αυτό που μπορούμε να κάνουμε και αυτό που ουσιαστικά κάνουμε όταν μιλάμε για συνοπτικό πρόβλημα να διαπιστώσουμε αυτές τις διαφορές και ολιότητες με βάση στα γραπτά μας κείμενα μη δυναμωρίζοντας βέβαια το τι ακριβώς είχε ο καθένας υπόψετου και ποια ήταν οι πηγές του ή ακόμα και μη δυναμωρίζοντας πως δούλεψε ο καθένας από αυτούς δηλαδή όταν πρέπει να τους λέμε φιλολογικές εξαρτήσεις αυτό προκοδείται ότι ο συναντάς είχε μπροστά του ανοιχτά κείμενα και δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να αντλεί από αυτά όμως αυτό πάντοτε δεν είναι θα λέγαμε η απόλυτη δύ αντιδραστηρίζονται στο θέμα της προφορικής παράδοσης από όλα αυτά που είπαμε ώστε τώρα προκύπτει έτσι συμπερασματικά ότι ο συνοπτικός πρόβλημα είναι ένα πρόγραμμα φιλολογικών σχέσεων και σχέσεων παραδόσων αυτό σημαίνει δηλαδή οτι ουσιαστικά δουλεύουμε με το γραπτό κείμενο και όχι τόσο με την προφορική παράδοση και είναι κυρίως η σχέση μεταξύ των τριών Ευαγγελίων και ενδεχομένως και του Θωμά αν φυσικά θελήσουμε να τον βάλουμε μέσα στη συζήτηση την οποία κάνουμε Αυτό που βλέπουμε είναι ότι όταν έχουμε ένα παράλληλο στο Μάρκο δηλαδή όταν έχουμε μια παράδοση ο οποία φορά και τα τέσσερα Ευαγγέλια οι άλλοι συνήθως το χρησιμοποιούν αλλά βελτιώνουν τη δική του ευδοχή αυτό είναι μια γενικότερη τάση την οποία βρίσκουμε έτσι και λέω στο Ματθαίο ο Ματθαίος που προσπαθεί να συμπιρώσει να ερμηνεύσει και να διορθώσει το Μάρκο ενδεχομένως διακρίνοντας αυτά τα σημεία τα οποία είναι δύσκολα για τους αναγνώστες του ή τα θεωρεί ότι θα μπορούσε να αντι ανάλογησης από την άλλη όμως μελιά και ο Λουκάς κάνει κάτι τέτοιο σε πιο υπείο βαθμό αλλά πάντως και εκείνος και τώρα ο Φωμάς δεν φαίνεται να έχει κάποια τέτοια τάση αλλά προφανώς συνδέεται και με τους άλλους με όλους τους τρεις με κάποιο τρόπο ο οποίος όπως είπα είναι πάρα πολύ δύσκολο να διερευνηθεί πλέον και θα με πει και την προηγούμενη φορά στο προηγούμενο μάθημα το ξαναείπαμε και στο συγκεκριμένο μάθημα ότι πρέπει να λειτουργήσουν στο κάθε κωρίου σε κάθε λόγια του Ιησού με διαφορε τρόπο δηλαδή το κάθε λόγιο έχει μια διαφορετική από πίσω του εξέλιξη. Έχουμε λοιπόν το Φωμά ο οποίος συνδέεται με τους άλλους τρεις αλλά αυτό που είπαμε ότι είναι δύσκολο το βαρύνει ακόμα περισσότερο το γεγονός ότι το κείμενο όμως το έχουμε μεταφρασμένο το έχουμε στην κοπτική του δηλαδή εκδοχή και επομένως δεν μπορούμε να ξέρουμε τι ακριβώς συμβαίνει με το αρχικό κείμενο, εντάξει έχουμε μερικά λόγια τα οποία τα έχουμε στα θεερνικά όμως τα υπόλοιπα όλα είναι χαμένα και επομένως δεν μπορούμε να ξέρουμε τι ακριβώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Τώρα Ματθαίος και Λουκάς φαίνεται ότι έχουν μια κοινή πηγή. Μια κοινή πηγή την οποία την αξιωτούν οι πηγοί του λογίου δεν μπορούν να αποδοχνούν τον Ιθουμάς, αυτό δεν προκύπτει από κανένα από τα χωρία τα οποία έχουμε υπόψη μας καθώς βλέπουμε ότι ο Ιθουμάς δεν φαίνεται πάντοτε να εξαρτάται από τον Ματθαίο ή από τον Λουκάς, να υπάρχει σύνδεση πάτη Ματθαίου και Λουκά αλλά προσφέρως υπάρχει και σ το Ιθουμά και σε κάποια από τα στάρια της σύνταξης έχουμε και την επίδραση του Ιωάννη. Επομένως έχουμε μια κοινή πηγή μεταξύ Ματθαίου και Λουκά, από εκεί πέρα αυτή την έχουμε ονομάσει στην έρευνα ως πηγή του λογίου, δεν είναι υποχρετικό όμως να θεωρηθεί κάθε άλλο. Μάλιστα αυτό δεν μπορεί να προκύψει από αυτά που έχουμε στη διάθεσή μας. Λοιπόν, για να μην μακρύνουμε περισσότερο, μπορούμε να πούμε ότι και αυτή ακόμα η συζήτηση δικτυωμένων παραδειγμάτων αναδεικνύει με μεγάλη ενάργεια και με μεγάλη σαφήνεια το πως αυτά τα κείμενα όπως είναι το πρόβλημα παραμένει ένα δύσκολο πρόβλημα, ένα πρόβλημα πηγών, ένα πρόβλημα παραδόσων και πάρα πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να απαντήσει και να δώσει μια ασαφή απάντηση και το πράγμα δυσκολεύει ακόμα περισσότερο, όταν μέσα σε αυτή την εξίσωση βάλουμε και την παράμετρο που λέει το Θεομάσχα. Στα επόμενα μαθήματα θα συζητήσουμε για πάρα πολύ ειδικές περιπτώσεις ανελικό θέμα και αυτό είναι το θέμα του ιδιαίτερου υλικού τόσο του Μανθαίου όσο και του Λουκά και την αξιοποίησή τους μέσα στο κείμενο του κάθε ενός και πως από που μπορεί να προέρχεται αυτό όπως και για το υλικό του Μανθαίου.