: Μουσική Παίζαμε στην αυλία του Λιγμασιού, όταν πήραμε ακόμα τα σύρβουκα, αυτή ήταν η Γερμανή Κυβρία των Ιστανών, εγώ παρόλα που κανένας από τους κανένας δεν ζήμουν σαν σύρβουκα, τους ζήτηκαν και με ζητούσαν ένα γκάτσα, αυτό δεν θα το ξεχάσω, ένα γκάτσα μπαμπίνα. Και πήγαινα μέσα στον πίσταρι, βλέπω τι να κάνει μια γκάτσα, λέω τι χάιδε βα, τι πήγαινα σύρβουκα, σύρβουκα, τάκ το κεφάλι, μπινούσαν οι άνθρωποι. Αφού είδανε όλοι, πέσανε τα σύρβουκα, είδανε, πένουμε στο πρόσχαρο, παιδιά, παίζαμε ή να σε συναντήσουμε, εγώ ο έξυπνος θα έλεγα σε αυτός, γυρνώντας μέσα, εγώ ήθελα να βρούμε ρολίμα για να κάνουμε πατήλ, για να βρίσκουμε μια χεροβουμίδα, μια χεροβουμίδα καταπροσωπική, ιταλικά. Έβρανα το πανόλι, έβαλα το βόγκενο, έβαλα πέραν και τα πόντσαν, τα πάντα. Μήκανε ένα κραθίκι και τις καλύψανε, λέω εσείς, τι της καλύψει, λέω εγώ θα πάω από το σύρβουκα, θα σας φέρω σκεπάι, να δώσουνε το σκεπάι, να βγάλουνε το ρολίμα, ήταν έτσι, τέτοιο. Δεν πρόλαβα να φτάσω στο σπίτι μου, μπωκόρα πράγμα, λέω τι έγινε, με το ένα παιδί εκεί, το άλλο παιδί εκεί, ο ένας καήκε, ο κόκκινος καήκε, με σοβαρή σομανότηση, τα σαμνά του, ο άλλος το άλλο. Με λένε τι έκανε δουλεύει, έχει ρολοβουμίδα, δεν ξέρω, στο χέρι δουλεύει, δεν ξέρω. Που να ξέρω τι κάνει η ρολοβουμίδα, ιταλικά. Και τραυμάτησα να σώω παιδιά, χωρίς να ξέρω. Τελικά, ευτυχώς δεν με χάνει κανένα. Με λέγανε ποιος είναι ο γερός. Είχαν μπήκανε, ακούστε, είχαν μπήκανε οι άντερας, μπήκανε εγώ. Και όπως καθόταν, εμείς παίρνουμε στην ακρή μπάλα, είχαμε κάνει από πανή μπάλα, και παίρνουμε μέσα στην αυρή, ακούνε μια δουφέκια, μωμω, που σε σώμαρτ και μωμω. Την τρώει από δω αυτός που καθόταν σε σκαλιά, την τρώει από δω τη ρεωσίτης, την τρώει από δω τη σφαίρα και βγαίνουν τα αντεράτα. Εμείς τελειάθορα το βλέπουμε αυτό το πράγμα, θαραθήκαμε, είχαν μιοντρήσω, με αγκαλιάσανε, λέει, κάναμε τόσο αγώνα, λέει. Ε, παιδιά, δηλαδή, τι κάνατε, λέει, έχω οικογένεια, είχε αγωνάτηση, ο άνθρωπος. Τον πήραν εδώ, ή σε αυτόν τον ροσοκομείο τον πήγαν, ή σε αυτόν, πέθανε. Σκαλίζανε τα όπλα τους. Κατά λάθος, δηλαδή, μεταξύ τους τον φτύπησε κάτι. Εδώ υπήρχαν τα λουτά. Τα είχε ένας Εβραίος. Λοιπόν, το λέει, αυτός εγώ τα έκανα, λέει, γιατί είναι καθένας. Και δεν μας είπε το μυστικό. Μποντός θα είπαν, λέγανε, εμείς. Λέω, εσύ να τις εγκαίσεις που κατέβασες. Λέω, εγώ, γιατί είναι καθένας. Λέω, εγώ, γιατί έγινε εσένας. Ο Εβραίος, λέει, μου είπα, λέει, να μη σηκώσω τη στάχτη. Να μη σηκώσω τη στάχτη του αλτρών. Το αλτρών είναι ένα ξύλο. Ή ο άνθρωπος, ήδη πέθανε 4-5 χρόνια, δεν χάνηκε το αφεντικό. Και αναγκάστηκε αυτός. Καλουτσάκι ζούταν, καλουτσάκια κείνα, λίγα-λίγα, να πεθάνει τη στάχτη. Κάποια στιγμή, το φιάει, δίπλει σε έναν ταιριακέτα, full έναν αρχαίσμα ταιριακέτα λίρα. Κλέζει και λίρα. Λοιπόν, αυτός ο άνθρωπος, πήρε τις μισές λίρες, μισές διαφορές, τις βάλει σε σωστή, τις έκρυψε, δεν τα είπε στον πατέρα. Πιάνει η γυναίκα και τα δίνει στην αστυνομία, όλα. Όλα στην αστυνομία. Έρχεται και κλέβουν να έρχεται εδώ, κρελάφτει η γυναίκα μου, μπαμπά σου λέει στην αστυνομία. Και αυτός από τέλος πέθανε. Γιατί χάρηκαν τώρα εδώ. Και αυτός τρελάφτει, τι γυναίκα. Γιατί εμείς, σαν παιδάκια, παίζαν πετροβόλαιο, ο Ισλαχανές, με το τζαμί παίζαν πετροβόλαιο. Α, ήταν οι δυο γειτονιές ο Ισλαχανές και το τζαμί. Ναι. Και στο τζαμί πρέπει να ήταν πάλι, ζούσανε, κατοικείες, σπίτι είχε γίνει. Βεβαίως, βέβαια. Ποιος σου έλεγε το μάτι σου λέει και πολλά είναι ο αδερφός σου. Και πολλά είναι το τζαμί. |