O Δημήτρης Νόλλας παρουσίασε το νέο του βιβλίο στη Βέροια /

: Καλησπέρα. Σας καλωσορίζουμε εκ μέρους του Όμιλου Φιλόνου Θεάτρου και Τεχνών Βερίετς και πρέπει να πούμε ότι θεωρούμε τιμή μας της συμμετοχή μας στον καλουσίαση του νέου βιβλίου του κ. Μνώλα, το ταξίδι στον Ελλάδα. Θα θέλαμε να σας κάνουμε γνωστό επίσης πως η επόμενη δράση του Ομίλου μας είναι το...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Γλώσσα:el
Είδος:Πολιτιστικές εκδηλώσεις
Συλλογή: /
Ημερομηνία έκδοσης: Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας 2013
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:https://www.youtube.com/watch?v=ue0B7g2HIrI&list=PLF_TSWFK8X_O_0A8Hmh_04RACYy9nvU7S
Απομαγνητοφώνηση
: Καλησπέρα. Σας καλωσορίζουμε εκ μέρους του Όμιλου Φιλόνου Θεάτρου και Τεχνών Βερίετς και πρέπει να πούμε ότι θεωρούμε τιμή μας της συμμετοχή μας στον καλουσίαση του νέου βιβλίου του κ. Μνώλα, το ταξίδι στον Ελλάδα. Θα θέλαμε να σας κάνουμε γνωστό επίσης πως η επόμενη δράση του Ομίλου μας είναι το ανέβασμα της οπελέτας «Ο βαρτιστικός του Σαγκελαρίδη» την 8η Μαΐου 2013, 8ο Μαΐου, στις 8.30, στο χώρο τεχνού, σε συνεργασία με τον 2ο Δημήτριο. Λίγα λόγια για το βιβλίο. Το νέο βιβλίο του Δενήθρη είναι όλα ένα πλημμυριό από αναφορές που σκαλίζουν τις πιο σκοτεινές πλευρές της πρόσφατης ιστορίας μας. Ένας νεαρός, αιώνιος φυρτητής στη Γερμανία, μισός Γάλλος, μισός Έλληνας, επιστρέφει λίγο μετά την δολοφονία του Λαμπράκη στη γενέτειρά του Θεσσαμνίκη. Συνοδεύει μια γυναίκα που ξεκινά για αυτόν ως αποσκευή, γίνεται στη συνέχεια πρόσχημα και έπειτα φαντασίωση. Ο Αρίστος, και κατά το ίδιο Άριστος, όταν έρχεται τουλάχιστον, αντιλαμβάνεται πόσο στενά η ζωή του είναι δεμμένη μόλις εκείνος που απεχθάνεται, αφού έτρωγε τα δανεικά του πολύ φουπίζατο στον αδερφό του, δεν μπορεί να φύγει χωρίς το διαβατήριο που θα του δώσει ένας αστυνομικός και που επιπλέον το αναγκάζει να καταδώσει τους πρώην αριστερούς συντρόφους του. Το ταξίδι του στην Ελλάδα είναι έτσι ένα ταξίδι στα βάθη του εαυτού του, χωρίς να μπορεί ακόμα να δεχτεί ότι τελικά είναι απλώς Άριστος, ότι δεν είναι Άριστος δηλαδή, είναι απλώς Αρίστος, το όνομά του, και δεν μπορεί να αποφύγει το τόπο που πίσω του αφήνει, αφού μαζί του το δέντω, όπως χαρακτηριστικά λέει κλείνοντας στο διβλίο αφηλητής, τα χρήματα, τα όνοματα, οι λέξεις και τα λόγια. Η ήρωας του Νόλα είναι δέσμη των καταστάσεων, όμοιρη της ιστορίας αλλά και του εγώ τους, αυτής σαν εξάντλητης δαξαμενής παναζογονή, τον τρόπο με τον οποίο πορευούμαστε. Κάθε φορά που η στέγη από πάνω μας βάζει, κάθε φορά που ο γενέθλος τόπος απειλείται από εκεί αυέλι, είμαστε καταγκασμένοι να συγκροτούμε τις δυνάμεις μας για να το σώσουμε. Αυτός ο τόπος μας έδεχε, όπως λέει στο βιβλίο, σε αυτόν τον τόπο πρέπει να συμβιώσουμε. Επομένως, θεωρούμε πολύ σημαντικό και πολύτιμο το βιβλίο του κ. Νόλα, γιατί είναι μια αφορμή για να συμβιωθούμε με τον εαυτό μας, τους γύρω μας και τον τόπο μας. Θα δώσω τον λόγο στον κ. Κούπρα και θα το συγγραφέρω. Καλησπέρα και από εμένα. Να σας ευχαριστήσω για την παρουσία σας εδώ. Το μέχρι τώρα έργο του Δημήτρη Νόλα μοιράστηκε μεταξύ μεγάλης, μεσαίας και σύντομης φόρμας. Πέντε μυθιστορίματα, τέσσερις νουβέλες, πέντε συλλογές διοικημάτων. Κύρια χαρακτηριστικά της παρουσίας του είναι η αναζήτηση ταυτότητας μέσα σε ένα αθυλόξενο και ρευστό κόσμο. Η παραμυθική ματιά με την οποία αγκαλιάζει περιοδηλιακούς ήρωες, μετανάστες, ταλέπονους, παρείες. Ήρωες του άνθρωποι είναι νεαροί τρομοκράτες στον πόλεμο, στον καιρό του καθενός, πρόσωπα με ιδιώμαθο ψυχισμό, άτομα που είχαν άλλοι τους λογαλιάσμους με όσα συνέβησαν στο ιστορικό προσκήνιο του 60 και του 70, στον άνθρωπο που ξεχάστηκε, 1994, στα επάλληλα διοίγηματα του παλιού εχθρού, 2004, αλλά και από τη μια εικόνα στην άλλη, 2003. Η τελευταία συλλογή διοίγημάτων στον τόπο, 2012, με αφορμή και την προαναγγελία της έκδοσης των απάντων των διοίγημάτων του, προκάλεσε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για το πόσο έχει ανάγκη η ελληνική διοίγηματογραφία τα μικρές φόρμα σαν εστουργήματα του Νόδα. Ο συγγραφέας, αθέλητα ή όχι, απάντησε με την έκδοση του τελευταίου μεθυστορήματος, το ταξίδι στην Ελλάδα, γεγονός που δεν σημαίνει, ελπίζουμε, την εγκατάληψη του διοίγηματος. Θα καταθέσω εδώ, θα μεραστώ μαζί σας τις πρώτες αναγνωστικές αντιδράσεις από το ταξίδι στην Ελλάδα, όπου ο Αρίστος Καραμπίνης, φοιτητής στο Μόναχο, συντοντεύει τη Χρυσάνθη ως πρόσχημα ή ως αποσκευή στο ταξίδι της επιστροφής από Μόναχο στη Θεσσαλονίκη, για να την παραδώσει στους οικείους της. Η Χρυσάνθη, πρόημη μετανάστρια στην Γερμανία από το 1943, παραλοισμένη αλλά και λογικότατη κατά μια έννοια, χωρίς να είναι πολλά στοιχεία της προσωπικής της ιστορίας γνωστά, επιστρέφει στην Ελλάδα μετά από 20 χρόνια. Το ταξίδι αυτό αποτελεί εποφελή εκδούλευση του Αρίστο, προς τον εργοδότη του, Καραμανάουμπλου, φρουτέμπορα στην αγορά του Μονάχο. Ο χρόνος του ταξιδιού της επιστροφής στη Θεσσαλονίκη, γενέθλιας πόλης για το παράξενο ζευγάρι της ιδρυωτρομικής γραμμής Μόναχο-Θεσσαλονίκη, τοποθετείται λίγους μήνες μετά την τολοφονία Λαμπράκη, τον 8 ΄φιο του 1963. Η παραμονή του Αρίστο στην Ελλάδα διαρκεί ως το Νεέμβριο του ίδιου χρόνου, την ώρα που σύμφωνα με τον αφηγητή, ο γενάρχης της παπαντριακής πατριάς, επικεφαλής τσούρμου κεντρών, διψασμένον για χρήμα και εξουσία, παιδίζει τις εκλογές. Ο Αρίστος Καραβίνης θα απολέσει τη Χρυσάνθη, λίγο πριν φτάσει στον σταθμό της Θεσσαλονίκης και δεν θα ολοκληρώσει την αποστολή του. Στην πόλη, όμως, θα συνειδητοποιήσει τις αλλαγές στη σχέση του με τον αδερφό του, τον Βάιο, αλλαγές που σχετίζονται με τα κληρονομικά, τις οικονομικές δοσορυψίες του αδερφού του με τον τοκοκλήφο πίζα, κατά τη διάρκεια της τρίχρονης απουσίας του, θα αντικρίσει τις τρύπες από τις μπουλτόζες της ανικοδόμησης στο νηστό της προσφυγωμάνας πόλης, θα συναντήσει την Βασιλική, ετερεοθαλή αδερφή της Χρυσάθης, και τον Αποστόλιο, νεανικό επίσημο αραβωνιαστικό της Χρυσάθης, φοιτητή της φιλολογίας στην Αθήνα κατά την κατοχή, δάσκαλο και διανοούμενο της επαρχίας. Τα νήματα των προσωπικών ιστοριών πλέκουν το εφράδι της αφήτησης με σκοπό όχι την αναζήτηση και την τακτοποίηση της αφορμής για το ταξίδι στην Ελλάδα, αλλά τον επανωρισμό, το σχέσιο του Αρίσχου Καραμπίνη απέναντι στον αδερφό του, τον ίδιο του τον εαυτό, τον τόπο, την Ελλάδα και τη συλλογική μνήμη. Το νέο μεθυστόρυμα του Δημήτρη Νόλα, το ταξίδι στην Ελλάδα, συνέχεται από τα υποδόρια ερωτήματα που λανθάνουν στην κύτη των προσωπικών αφηγήσεων και στη συμπλοκή των ιστοριών των αφηγητών. Τι συμβαίνει όταν ξεκινάς να συναντήσεις το οικείο και το γνωστό και μπορεί να συναντήσεις να βρεις κάτι απόμακρο αλλά μπορεί και γοητευτικό. Πόσο μπορεί να μετεωρίζεται κανείς ανάμεσα στην αγάπη για την πατρίδα και στην επιστροφή σε αυτήν και την ασφάλεια της ανοιμίας του ξέρω τόκου από την άλλη μεριά, την ανεξαρτησία της προσωπικής ζωής και την αγγουσία ανάγκης για απονογίες και εξηγήσεις. Τέλος, ποιοι κρατάνε τον τόπο στη θέση του, αυτοί που επιλέγουν να μείνουν και να παλέψουν για να κτίσουν τους μισοκρεμισμένους τείχους και τη σκεπή που μπάζει νερά ή αυτοί που φεύγουν, αντικρίζοντας από μακριά την καταστροφή που συντελείται αλλά συντηρώντας δυνάμεις γαλοχημένες από τη νοσταλία και την έλλειψη. Ο Νόνας συνθέτει οδηγημένος από την αύρα της γραφίας του Πεντζίκη μια βοητευτική ιστορία όπου το θάμωνα αντιπαρατείθηται με το αντίθαμα. Αναρωτιέμαι αν ο τίτλος του ταξίδι στην Ελλάδα αποτελεί ένα με τον ελληνικό σχολείο για τον παρόν. Μετανάστες που επιστρέφω στην πατρίδα ενώ τώρα μετανάστες που αναχώρουν. Μια Γερμανία κέντρο υποδοχής μεταναστών τότε και τώρα. Προφωνίες που συνθέτουν την ελληνική ιδιοπροσωπία λαμπράκης αλλά και η φωνή στο μυθιστόριμα. Ενώ τώρα μια κρίση κοχλάζουσα. Ίσως όμως για την πρόσφατη περίοδο να μιλήσει ο συγγραφές με το νέο του βιβλίο. Όπως και να έχει όμως ο μύθος θέτη τις δικές του προτεραιότητες γράφοντας και ξαναγράφοντας το ίδιο. Σε μια προσπάθεια να χαρτογραφηθεί η διαδικασία ενηλικίωσης του κεντρικού ιρώ και η γνωριμιά με το καινούργιο αλλά και την ιστορία. Ο Αρίστος Καραντίνης θα χρειαστεί την βοήθεια ενός παιδοτρίδι κατώτερο αξιωματικού της αστυνομίας, του Τρίφωνα, για να μπορέσει να ανανεώσει το διαβατήριό του. Αυτό δεν θα γίνει χωρίς ανταλλάγμα. Μια κατάσταση ονομάτων παλιών συντρόφων από μια επίσκεψη στη λειψία της Ανατολικής Γερμανίας είναι αρκετή. Ο Αρίστος πρέπει να καθαρίσει το παρελθόν. Απαλαγμένος πια από τα δεσμά της έτσι κι αλλιώς τελειωμένης πια κομματικής ένταξης στο παράνομο μηχανισμό του ΚΚΕ, αν θέλει να επιστρέψει στο ΜΟΝΑ. Ο Αποστόλης Περδίκας, άντε ρέγγο πιθανόν του Αρίστο Καραμπίνη, μαθητής και θαυμαστής του Ρυρικού ποιητή Μαλακάση, ποιητής και λόγιος ο ίδιος, ζώντας απομονωμένος σαν τον Τολστόι σε ένα χωριό κοντά στην Κοζάνη, ανοίγει το μύθο στις πηγές συνθεσής του στον ελληνικό εμφυλιοκόλλημο και τις εκπροστάσεις του στην ιστορία του τόπου. Ο Αποστόλης, εκπροσωπώντας όσους στάθηκαν στο ενδιάμεσο της σύγκρουσης, τους αστατοίς ή τους αχρωμάτιχτους, σύμφωνα με την οραλογία της εποχής, στρατεύεται αθέλητα και ζει ως άοπλος στρατιώτης του Δημοκρατικού στρατού για κανατετράμμα. Σε μια αποστολή καταφέρνει να ξεφύγει από τους αντάρτες και να παραδοθεί στον κυβερνητικό στρατό στα Γιάννη. Εκεί, στο Μέτσο, που είναι μετά, μεταφέρται στα Γιάννη. Εκεί πρέπει να αποδοθεί και αυτός ειδευκός και άσπιλος στην κοινωνία από το παρελθόν του. Ανακρίνεται και από μάδες από το μαύρο λόχα αγώ του στρατού. Σε αυτά τα σημαντικά κεφάλαια του Μεθυστορήματος αποδεικνύεται πως το συγγραφέ τον ενδιαφέρει περισσότερο και από τα ευμηνευτικά σχήματα για τον εμφύλιο και τις ευθύνες των παρατάξεων, η διαπίστοση πως ο εμφύλιος πόρεμος αποτελεί συστατικό στοιχείο της σύγχρονης ιστορίας. Τα πρόσωπα του Μεθυστορήματος προπέμουν σε γενικές ερμηνευτικές παρατηρήσεις για τις αιτίες του εμφύλιου. Όπως, αλήθεια, έχεις καταλάβει ποιοι συγκρούονται σε αυτή τη σφαγή, ποιοι είναι οι πραγματικοί αντίπαλοι, θα σου πω εγώ. Είναι η πόλη που χτυπιέται κόντρα στην ύπαθρο. Όλα τα άλλα είναι αέρας κομπανιστός και ιδίως κομπανιστός είναι όσα λένε για τους απλοαμερικανούς, τον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία και άλλες βούρδες. Από τη μία συνέχιση ο καλόγερος είναι η ζωή στα εμποστάσια, στα γραφεία και τα μαγαζιά. Από την άλλη, η ζωή στη φύση που χτυπιούνται, οι δούλοι και τους ελεύθερους. Ενώ δεν λείπουν και οι επηρεακτικές αναφορές της ευθύνης του παρατάξου, με τον τρόπο που επιτρέπει βέβαια η απόσταση από τα γεγονότα και η λαϊκή σοφία. Απλώς και οι δύο παρατάξεις, θα προσπάσατε να το ρωτήσω, δεξί και αριστεροί είναι οι δύο πλευρές του ίδιου μαλάκα, του επιμένου φαφλατά. Εκείνο που φαντάζεται πως η πληρονομιά του είναι ενεξάνδρυτη, την ίδια στιγμή που την κατασπαταλάει, όπως ο λιγούρης το παρατημένο κοκόδημα της μάνας του. Οι δεξοί πάντα ζήλευαν τους αριστερούς και τους αντιγράφευαν. Ο Ζαχαριάδης έστειλε όλους αυτούς που τον ακολούθησαν στο τερατόδε σχέδιο του, τους πρόθεσε να δουλέψουν στα ορυχαία της Ανατολικής Ευρώπης, τις ελληνιές του Οσβεκιστά και ο Καραμαλής, στο τέλος της ίδιας δεκαετίας, οδήγησε τους υπόλοιπους στις φάμπικες της Γερμανίας και στο βελγείο της ΣΤΟΕΡΣ. Περισσότερο από την αρχαιολογία της δύναμης και της εξουσίας κατά την διαδικασία επαναενοποίησης της διχασμένης ελληνικής κοινωνίας, το ζηγραφείο του ενδιαφέρει να δείξει τους τρόπους με τους οποίους συνεχίζεται η ζωή, διατηρώντας τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά που είναι ικανά να δημιουργήσουν μια καινούργια ισορροπία στη χώρα. Πρώτη στο μέλημα αποτελεί η ανάδειξη της σημασίας της αφήγησης γι' αυτά που ζει ο άνθρωπος στο χρόνο. Ο νόνας θέτει το ερώτημα «Τι αξίζει και διαρκεί περισσότερο, η παράθεση των γεγονότων ή η ποιητική της αφήγησης». Ο Αποστόλης Πελδίκας, πιεζόμενος από τον ανακριτή του κυβερνητικού στρατού, αφηγείται μια ιστορία για την πείνα των ανταρτών, μια ιστορία για μια πρέσα ζάχαρη και για μια κουφταλεύου. Το θέμα είναι πως αλλιώς λέει την ιστορία στον ανακριτή και διαφορετικά, ή μάλλον, όπως ακριβώς έγινε, την αφηγείται στον Αρίστο Καραμπίνη. Παρακαλώ, κύριο Καλαράμ, για τάση φανταστική. Πραγματική υπεδοχή της πραγματικότητας που δεν μου είπες ποια ήταν. Να, όταν εγώ είχα εντοπίσει τη ζάχαρη, εκείνος ο άλλος από το πάτο μιας σκάφησης που ζυμώνουν, είχε ξύσει με τα νύχια του μισή φουκτ αλεύρι. Και αρχίσαμε τότε «δώσ' μου αλεύρι ο ένας, δώσ' μου ζάχαρη ο άλλος». Ήξερα πως ήμουν σε πλονεκτική θέση, γιατί σκέτης ζάχαρη τρώγεται. Αλλά εγρισκέτο πως. Αλλά παίζαμε. Κι αυτός, ένας καμπίσιος από τα μέρη του Αλμυρού, λέει «έλα ρε μαλάκα να τα νταμπώσουμε» και βάλαμε τη λίγη ζάχαρη και το λιγότερο αλεύρι στις παλάμες μας. Κοίτα παραδείπλα ένα ρυάκι. Κύλαγε μέσα από τις φτέρες και στάξαμε δυο κόπους νερό και πιάσαμε να πλάθουμε. Έγινε ένας γλυκός πολτός, ούτε ποτήκι δεν θα χόρτανε. Και χώσαμε τη μούρη μας μέσα στις φούχτες μας σαν να ήταν ποτίστρας και γλύφαμε. Μέχρι και τις ξεραμμένες βρομμίες των χεριών μας, τέτοια πείνα. Πασαλυφθήκαμε σαν ζώα, γλυκαθήκαμε. Ναούριαξε τώρα Αποστόλης, έχοντας που στιγμή βγήκε εκτός εαυτού στην ανάμνηση του γεγονότος. Αυτό δεν ήθελα να διηγηθώ σε εκείνον τον πούστη. Όταν η Ρέμιση και η Βασιλική άρχισαν να στρένουν το τραπέζι ο Αριστός, αν και είχε ανησυχήσει από την ανεξήγη τα υπερβολική έκρηξη του Αποστόλη, αφού του ήταν αδύνατον να καταλάβει την ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη μια και την άλλη εκδοχή, του είπε μολοφάνερα περαιπευτική διάθεση. Κι εμένα ποιος μου λέει πως αυτή είναι πραγματικά πραγματική εκδοχή της πραγματικότητας και αν όλα αυτά που μου αφηγήθηκες έχουν γίνει στην πραγματικότητα. Φαντάζεσαι πως κάποιος άλλος θα μπορούσε να το κάνει. Δεν ξέρω, αναρωτιέ μου όμως ποια από αυτά που αφηγήσε τα έχεις πραγματικά ζήσει. Μπορεί και σε έναν κάποιος άλλος να σου τα έχει πει και εκείνου κάποιος τρίτος και του τρίτου κάποιος τέταρτος και πάει λέγοντας. Κι αλήθεια τότε, πού πάει τότε η αλήθεια. Καλά δεν έχεις ακόμα καταλάβει πως αλήθεια δεν είναι μόνο αυτό που έγινε αλλά και αυτό που θα μπορούσε να έχει γίνει. Όταν κάτι ακούγεται, διαβάζεται σαν να μπορούσε να έχει γίνει, τότε είναι και αυτό αληθινό, είπε πραγματικά ο Αποστόλης και κάτι άλλο. Το κακό στο μυθιστόριμα δεν αντιπροσωπέρεται μόνο από τον τρίφωνα ή τον μαύρο λοχαβό του κυβερνητικού στρατού αλλά και από τον τοκογλήφο ΠΙΖΑ, δανειστή του αδερφού του Αρίστου, άρπαγα περιουργιών. Στην πλευρά του κακού και ο αισμός των θαμώνων της Βομβάρης, ενός κολάδι που με το ξωτικό όνομα αυτό στον Βαρδάρη. Ο τοκογλήφος ΠΙΖΑ συνθέτει τη δική του οδύη στο χρήμα και την κούλη, στους δεσμούς χρήματος και σπέρματος. Το χρήμα είναι ζωντανό και πάντα πεινασμένο και αν σταματήσει να καταβροχθίζει κι άλλο χρήμα καταθλίβεται, μαρένεται, πεθαίνει επί τόπου. Το κακό, μια εκδοχή του ντοστογευσικού κακού, παρουσιάζεται με την επίπνοση πως το ίδιο δεν τελειώνει στη ζωή και δεν ξεπερνέται. Αντίθετα, το καλό στο μεθυστόριμα εκπροσωπείται από τον Πασχάλη Πασχαλίδη, παραδοσιακό τυπογράφο που έμαθε την τέχνη στη Βιέννη, αλλά η πιο βαριά από όλες τις αρρώστιες δεν ήταν η τυπογραφία. Ήταν αυτή με την Ελλάδα που είχε αρπάξει. «Οπότε τι να μου κάνει εμένα η Βιέννη χωρίς το θερμαϊκό», λέει αποχαιρετώντας τον Αρίστο. «Κι αν κερδίσω τον κόσμο όλο και χάσω την καλαμαριά», ο Πασχαλίδης αντιπροσωπεύει όσους μένουν δεμένοι στον τόπο, χειρόνατοι με πίστη που παλέγουν για τον τόπο και αναλαμβάνουν το δύσκολο έργο της ανασυγκρότησης όταν η στέγη αρχίζει να βάζει νερά. Σ' αυτόν θα εμπιστευθεί ο Αρίστος τις λέξεις και τα λόγια, τα ποιήματα του. Λίγο πριν αρχίσει την βορειοευρωπαϊκή ανάβγαση και επιστροφή στο μόνα. Βρήκε άραγε ο Αρίστος το μύτο της Αριάδνης στο λαβύρινθο του ταξιδιού στο γενέθειο τόπο. Αυτή η τακτοποίηση του παρελθόντος τον βοήθησε στον ορισμό της δικής του ταυτότητας. Τον πόλιασε ή χρυσάνθη κάπως από την παράξενη πίστη στη ζωή και το απλό οπτά της ή γυρίσει απογοητευμένος και θυμωμένος από το διαφορετικό, το ανίκειο της τρέχουσας εικόνας της Ελλάδας. Τον αναγνώστη του σηματεύουν αυτά τα ερωτήματα και όταν ακόμη κλείσει το βιβλίο και μείνει με τη γλυκίτητα των αισθημάτων με τα οποία περιβάλλει ο συγγραφέας τους ήρωές του. Φιλιώναντας, θα ήθελα να αναφέρω πως το εφραντικό μέσο της γλώσσας του μεθυστορύματος που άλλοτε μιμείται έναν προσχεδιασμένο προφορικό λόγο με τις πολλές δευτερεύρωσες προτάσεις που περιγράφουν, επεξηγούν ή ανακαλούν ψυχίτες του παρελθόντος και άλλοτε εναλλασσόμενη με αναγνήσεα λαϊκό παρατακτικό λόγο ακολουθούμενο από σύντομες κρίσης και διαπιστώσεις, συνθέτει το προσωπικό ύφος του νόγα που δεν προδίδει το μινημαλισμό της γραφής του και δεν τον υποδίσει βέβαια ένα ασκητή σε ευρύτερες κόρνες. Όλα αυτά έχει την ευκαιρία ο αναγνώστης να τα αναλογιστεί μετά το ταξίδι στη βοητευτική γραφή του συγγραφέα που συνθέτει ένα πυκνό σε επεισόδια και σημαντικό μυθιστόριμα βγαλμένο από την τυχογραφία της Μυτικής δεκαετίας του 1960. Σας ευχαριστώ. Να δώσουμε το λόγο στον κύριο Νίολα. Ευχαριστώ πολύ. Να τον δώσε το λόγο. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για όλα αυτά τα ωραία και λεχόμενα υπερβολικά πράγματα που πάτε για εμένα. Ευχαριστώ πάρα πολύ για εσάς που αφήσατε τη βόλτα σας, τα σπίτια σας ένα τόσο όμορφο απόγευμα και είστε εδώ. Βλέπω εκεί η Απρόσωπα επειδή πέρις τέτοια εποχή ήμουνα πάλι εδώ. Τώρα πρόπερθα, δεν θυμάμαι, ήταν πρόπερθη. Πάντως τα τελευταία 10 χρόνια έχω έρθει και έχω ξαναρθεί. Αυτά ως προς τον χαιρετισμό. Τώρα, ως προς το βιβλίο, οι κύριοι που ήταν εδώ στο τραπέζι ήταν επάνω πολύ διαξοδικοί. Εάν θέλετε να οδηγήσετε κάτι είμαι έτοιμος να κουβεντιάσω μαζί σας. Λόγο δεν μπορείς να βγάλεις. Είναι δύσκολο. Παρακαλώ. Εγώ θα ήθελα να σας ρωτήσω τι σας έκανε να αποφασίσετε να διαδραματιστεί η ιστορία σας του 1963, δηλαδή τα χρόνια του 60. Γιατί διαβάζοντας την κανείς νιώθει ότι θα μπορούσαμε να την τοποθετήσουμε και σήμερα. Έτσι δεν είναι? Ναι. Κάθε ιστορία που έχουμε στο κεφάλι μας ή που γεννιέται από τις επιθυμίες μας, ανάλογα με την διάθεση που έχουμε, μπορεί να το αποθετηθεί όπου θέλουμε. Αλλά και η διαβόητη και περίεργη τα καρτία, η οποία έχει αλλάξει πολλά πράγματα στη ζωή και η μόνη που είμαστε εδώ μέσα σε αυτήν την αίσθηση, αλλά και πάρα πολλών ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Είναι μια πολύ περίεργη δεκαετία και ήταν ένας πειρασμός να το αποθετήσω την ιστορία μου σε αυτήν την δεκαετία. Σύμπωνο γεγονός ότι η χρονιά είναι σημαντική, γιατί όπως αναφέρατε λίγο πριν, έξι μήνες πριν από αυτό το ταξίδι, γίνεται και η δροφορία του Λαμπράκη. Είναι ένα πέραδο πάρα πολύ μεγάλο στο κεφάλι την ελληνική ζωή, αλλά και την ευρωπαϊκή, γιατί εκείνη τη δεκαετία έχουμε πάρα πολλές εξελίξεις στην Ευρώπη. Υπάρχει, δηλαδή, κάποιο ψύγμο διωματικότητας σχεδόν? Ξέρετε, νομίζω ότι ό,τι γράφουν, ό,τι λέμε, ό,τι ζωγραφίζουμε, τραγουδάμε, ακουμπάει στο προσωπικό βήμα σε κάθε περίπτωση. Ασίετος αν φαίνεται ή δεν φαίνεται. Ασίετος αν είναι προσωπικό, απολύτως, δικό μας βίωμα ή βίωμα του διπλανού μας, ξέρετε. Συμφωνώ μαζί σας και θα ήθελα έτσι και από εσάς να ακούσω τον διαφορισμό μεταξύ διώματος και αυτοβιογραφικότητας. Δηλαδή, δεν ανάγκη να είναι κάτι αυτοβιογραφικό, κατά τη γνώμη μου, για να είναι βιωματικό. Πείτε μας, συμφωνείτε. Συμφωνώ απόλυτα και αυτό που μου έλεγα πριν, αυτό που μάλλον ήθελα να πω πριν, είναι ότι το βίωμα δεν έχει την έννοια του τοκουμέντου, δεν έχει την έννοια υποχρετικά της μαρτυρίας, της προσωπικής μαρτυρίας. Επειδή μιλάμε για λογοτραχνία, το βίωμα έχει την έννοια της του επεξεργασμένου διώματος του προσωπικού, επαναλαμβάνω, ή του διώματος του διπλανού, ή του διώματος ενός άλλου ανθρώπου, ο οποίος μπορεί να είναι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από εδώ, το οποίο το επεξεργάζεσαι και το κάνεις κάτι. Με συγχωρείτε τώρα, είναι ευκαιρία. Γι' αυτό και αυτή η αναφορά που γίνεται στο ότι, αλήθεια, δεν είναι μόνο αυτό που έχει γίνει, αλλά είναι και αυτό που θα μπορούσε να είχε γίνει, δηλαδή θα πει, είναι και η αλήθεια της τέχνης, δηλαδή αυτό που θα μπορούσε να έχει γίνει είναι κάτι πλασματικό, είναι αυτό που εσύ φτιάχνεις, ή που σκήθηκε πραγματικότητα. Σωμαθείτε. Εγώ θα ήθελα να ρωτήσω, ποιες άλλοι, και στις δεκαετιές του 60, αφήνετε να εννοηθούν μέσω αυτού του βιβλίου. Καταλαβαίνω καλά, ποιες αλήθειες... Γιατί γίνουν μέσα του βιβλίου, όσο ακόμα, οι δεκαετιές του 60. Γιατί οι δεκαετιές του 60 που την κατάλαβα πέσει καθοριστικό ρόλο στην πεντεπταπορία της Ελλάδος. Ναι, να ξακαλωδήσουμε κάτι. Οι δεκαετιές του 60 όπως και οι δεκαετιές του 50 ή οι δεκαετιές του 40 ή οι δεκαετιές του 70 είναι το ιστορικό πλαίσιο μιας ιστορίας που θέλει κάποιος να αφηγηθεί. Εν προκειμένου, λοιπόν, εγώ την ιστορία που θέλω να αφηγηθώ την διάλεξα την δεκαετία του 60. Δηλαδή θέλω να πω ότι για μένα αυτό που με ενδιαφέρει δεν είναι να πω τα λεγονότα που γίνανε, το τι ακριβώς έγινε εκείνη την δεκαετία ή μια άλλη δεκαετία, αλλά ήθελα να μιλήσω για τη σχέση άλλων τους ανθρώπους. Και, δηλαδή, να το κάνω πιο σαφές για να συνοληθούμε, για να το πω χοντρά για να συνοληθούμε. Εμένα δεν με ενδιαφέρει τι έγινε στον Ευφύλιο Πόλεμο, αλλά με ενδιαφέρει πάρα πολύ στο βαθμό που ο Ευφύλιος Πόλεμος ως ιστορικό, πραγματικό γεγονός αποκαλύπτει μια βαθύτερη ουσία διαχρονική των σχέσεων των ανθρώπων, ανάμεσά τους. Δηλαδή, το ότι ο ένας έπαιρε στο μάτι του άλλου, επειδή είχε λογαριασμούς από προχτές και αυτό το έδινε με ένα μανδία ιδιωτικής ή οτιδήποτε άλλος σύνδουσης, αυτό έπαιρε πάρα πολύ μεγάλη σημασία, υπό αυτήν την έννοια με ενδιαφέρει η ιστορία, όχι καμιά ιστορία. Αν με ενδιαφέρει η ιστορία θα με διάβασα στα βιβλία της ιστορίας του σχολείου μου και άλλη τελείωσα. Δεν λέω για την ιστορία, εννοώ τις ανθρώπινες σχέσεις, επειδή όσο να βοηθήκα, πότε κατάλαβα, το βιβλίο σου, τι πραγματεύεται, τις ανθρώπινες σχέσεις. Τι είσαι, τι είσαι, τι περαιέσεις, τι γίνεται, τις ανθρώπινες σχέσεις. Αυτό γι' αυτό σας ρωτάω από αυτήν την άθλωση, όχι η καθαρά ιστορικά. Και κάτι ακόμα. Τον Ακρίστοφα τον χαρακτηρίζαμε ως ποέο. Ναι, όπως είναι κάθε νέος άνθρωπος, 20-22-23, ενώ αρμέγει την οικογένειά του, είναι πασιλευτός, το βιώνει λάθος. Ναι, θα μπορούσε να τον χαρακτηρίζει. Αλλά δεν είναι αυτός που θα χαρακτηρίζουμε, που είναι ή όχι. Πάντως, ναι, έχει χαρακτηριστικά. Κι όλα καλησπέρα, ξαναβρισκόμαστε χαίρος εδώ. Παίρνες κάναμε το βιβλίο σας στον τόπο. Πολύ αγάπη, πολύ αλληλεγγύηστη και συστηνό βιβλίο. Παίρνες για τον ανεμφύλιο και θα ήθελα λίγο, αν μπορείτε να μου απαντήσετε εδώ, ο σύγχρονος Έλληνας, όντας σήμερα αντιμέτωπος μπροστά σε αυτόν τον τρίπιο καθρέφτη με τα πολλά τράγματα, θα μπορούσε να αποφύγει το κακό του παρελθόντος, μια και πολλά κακά έχουν ενσκύψει τα τελευταία χρόνια σε αυτόν τον τόπο και πώς. Ευχαριστώ. Εντάξει, τώρα αρχίζω και περνάμε από τη λογοτεχνία σε άλλα επίπεδα. Αυτό που μπορώ να σας πω στο βαθμό που καταλαβαίνω απολύτως το ερώτημά σας είναι ότι μπορούμε να βιώσουμε ένα κακό, δηλαδή να βούμε από αυτό όχι τσακισμένη εντελώς, μπορούμε να το βιώσουμε, λοιπόν, στο βαθμό που τα προηγούμενα πάθια μας, τα προηγούμενα που μας έχουν τύχει, τα έχουμε, έχουμε καταλάβει τι ήταν και έχουμε μπορέσει να τα υπονομίσουμε. Αν δεν έχουμε καταλάβει τι μας έχει γίνει τώρα, αν δεν καταλαβαίνουμε τι μας σημαίνει τώρα, είναι προδιαγραμμένο ότι σε 10 χρόνια, σε 20 χρόνια, πάντα αυτό θα μας έρθει ξανά. Όχι με τα ίδια χαρακτηριστικά, αλλά ως κακό, ως αναποδιάς στην προσωπική ζωή των ανθρώπων. Με την έννοια δηλαδή που λέει ο Φαγιαμάτης, ότι δεν έχουν τα λεωμό, τα βάσανα και η αγνοί του κόσμου, δεν τελειώνουν. Για αυτό και ο Κώστας Νότης, αυτός ο μεγάλος Κύπριος ποιητής λέει, κουράγιο κοπηλάτες, υπομονή κοπηλάτες. Καλησπέρα, σας καλωσορίζουμε. Σας καλωσορίζουμε εκ μέρους του Όμιλου Φίλων Θεάτρου και Τεχνών Βερειές και πρέπει να πούμε ότι θεωρούμε ατιμή μας της συμμετοχή μας στην Αταλουσία, στο νέο βιβλίο του κ. Μνώλα, «Το ταξίδι στον Ελλάδα». Θα θέλαμε να σας κάνουμε γνωστό επίσης πως η επόμενη δράση του Ομίλου μας είναι το ανέβασμα της «Operetta» ο βαρτιστικός του Σαγκεναρίδη, την 8η Μαΐου 2013, 8η Μαΐου, στις 8.30, στο χώρο τεχνούς, σε συνεργασία με τον 2ο Δημητρίου. Λίγα λόγια για το βιβλίο. Το νέο βιβλίο του Δενήτρινό είναι ένα δημιουργείο επαναφορές που σκαλίζουν τις πιο σκοτεινές πλευρές της πρόσφατης ιστορίας μας. Ένας νεαρός, αιώνιος φιλτής στη Γερμανία, μισός Γάλλος, μισός Ελλήνας, επιστρέφει λίγο μετά την τολεφωνία του Λαμπράκη στη γενέτειρά του στη Σαμνίκη. Συνοδεύει μια γυναίκα που ξεκινά για αυτόν ως αποσκευή, γίνεται στη συνέχεια πρόσχημα και έπειτα φαντασίωση. Ο Αρίστος, και κατά το ίδιο Αρίστος, όταν έρχεται τουλάχιστον, αντιλαμβάνεται πόσο στενά η ζωή του είναι δεμένη μόλις εκείνος που απεχθάνεται, αφού έτρωγε τα δανεικά του γολίφου πίζα στον αδελφό του, δεν μπορεί να φύγει χωρίς το διαβατήριο που θα του δώσει ένας αστυνομικός και που επιπλέον το αναγκάζει να καταδώσει τους πρών αριστερούς συντρόφους του. Το ταξίδι του στην Ελλάδα είναι έτσι για ένα ταξίδι στα βάθη του εαυτού του, χωρίς να μπορεί ακόμα να δεχτεί ότι τελικά είναι απλώς Άριστος, ότι δεν είναι Άριστος βέβαια, είναι απλώς Αρίστος, το όνομά του, και δεν μπορεί να αποφύγει το τόπο που πίσω του αφήνει αφού μαζί του το δέντρο, όπως χαρακτηριστικά λέει κλείνοντας στο διβλίο αφηγητής, τα χρήματα, τα ονόματα, οι λέξεις και τα λόγια. Η ήρωα στην όλα είναι δέσιμη των καταστάσεων, όμοιρη της ιστορίας αλλά και του εγώ τους, αυτής σαν εξάντλητης ταξαμενής που αναζωγονεί τον τρόπο με τον οποίο πορευόμαστε. Κάθε φορά που η στέγη από πάνω μας βάζει, κάθε φορά που ο γενέθλιος τόπος απειλείται από εκεί αυέλει, είμαστε καταγκασμένοι να συγκροτούμε τις δυνάμεις μας για να το σώσουμε. Αυτός ο τόπος μας έτεχε, όπως λέει στο διβλίο, σε αυτόν τον τόπο πρέπει να συμβιώσουμε. Επομένως θεωρούμε πολύ σημαντικό και πολύ τιμό το διβλίο του Κυρινώλα, γιατί είναι μια αφορμή για να συγκρυωθούμε με τον εαυτό μας, τους γύρους μας και τον τόπο μας. Θα δώσω τον λόγο στον κ. Κούπρα και θα σας συγγραφέρω. Καλησπέρα και από μένα. Να σας ευχαριστήσω για την παρουσία σας εδώ. Το μέχρι τώρα έργο του Δημήτρη Νόλα μοιράστηκε μεταξύ μεγάλες, μεσαίας και σύντομης φόρμας. Πέντε μυθιστορίματα, τέσσερις ρουβέλες, πέντε συλλογές διοικημάτων. Κύρια χαρακτηριστικά της παζογραφίας του είναι η αναζήτηση ταυτότητας μέσα σε έναν φιλόξενο και ρευστό κόσμο. Η παραμηθητική ματιά με την οποία αγκαλιάζεται ερωτηριακούς ήρωες, μετανάστες, ταλέπορους, παρίες. Οι ήρωες του άνθρωποι είναι νεαροί τρομοκράτες στον κόλεμο, στον καιρό του καθενός, πρόσωπα με ιδιώμαθο ψυχισμό, άτομα που είχαν άλλοι τους λογαλιάσμους με όσα συνέβησαν στο ιστορικό προσκήνιο του 60 και του 70, στον άνθρωπο που ξεχάστηκε, 1994, στα επάλιλα διοίγήματα του παλιού εχθρού, 2004, αλλά και από την μια εικόνα στην άλλη, 2003. Η τελευταία συλλογή διοικημάτων στον τόπο, 2012, με αφορμή και την προαναγγελία της έκδοσης των απάντων των διοικημάτων του, προκάλεσε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για το πόσο έχει ανάγκη η ελληνική διοικηματογραφία τα μικρές φόρμα σε αριστοργήματα του ΝΟΔΑ. Ο συγγραφέας, αθέλητα ή όχι, απάντησε με την έκδοση του τελευταίου μυθιστορήματος, το ταξίδι στην Ελλάδα, γεγονός που δεν σημαίνει, ελπίζουμε, την εγκατάληψη του διοικηματος. Θα καταθέσω εδώ, θα μεταστώ μαζί σας τις πρώτες αναγνωστικές αντιδράσεις από το ταξίδι στην Ελλάδα, όπου ο Αρίστος Καραμπίνης, φοιτητής στο Μόνακο, συνοδεύει τη Χρυσάνθη ως πρόσχημα ή ως αποσκευή στο ταξίδι της επιστροφής από Μόνακο στη Θεσσαλονίκη για να την παραδώσει στους οικείους της. Η Χρυσάνθη, πρόημη μετανάστρια στη Γερμανία από το 1943, παραλοισμένη αλλά και λογικότατη κατά μια έννοια, χωρίς να είναι πολλά στοιχεία της προσωπικής της ιστορίας γνωστά, επιστρέφει στην Ελλάδα μετά από 20 χρόνια. Το ταξίδι αυτό αποτελεί εποφελή εκδούλευση του Αρίστο, προς τον εργοδότη του Καραμανάογλου, φρουτέμπορα στην αγορά του Μονάκο. Ο χρόνος του ταξιδιού της επιστροφής στη Θεσσαλονίκη, γενέθλιας πόλης για το παράξενο ζεχάρι της σιδηροτρομικής γραμμής Μόνακο-Θεσσαλονίκη, τοποθετείται λίγους μήνες μετά την τελοφωνία Λαμπράκη, τον Οκτώβριο του 1963. Η παραμονή του Αρίστο στην Ελλάδα διαρκεί ως τον Ναέμβριο του ίδιου χρόνου, την ώρα που σύμφωνα με τον αφηγητή, ο γενάρχης της παπαντριακής πατριάς, επικεφαλής ψούρμου κεντρών, διψασμένον για χρήμα και εξουσία, παιδίζει τις εκλογές. Ο Αρίστος Καραβίνης θα απολέξει τη Χρυσάνθη λίγο πριν φτάσει στον σταθμό της Θεσσαλονίκης και δεν θα ολοκληρώσει την αποστολή του. Στην πόλη, όμως, θα συνειδητοποιήσει τις αλλαγές στη σχέση του με τον αδερφό του, τον Βάιο, αλλαγές που σχετίζονται με τα κληρονομικά, τις οικονομικές δοσορυψίες του αδερφού του με τον τοκοκλήφο πίζα, κατά τη διάρκεια της τρίχθονης απουσίας του, θα αντικρίσει τις τρύπες από τις μπουλτόζες της ανικοδόμησης στο νηστό της προσφυγωμάνας πόλης, θα συναντήσει την Βασιλική, ετερεοθαλή αδερφή της Χρυσάθης, και τον Αποστόλιο, νεανικό επίσημο αραβονιαστικό της Χρυσάθης, φοιτητή της φιλολογίας στην Αθήνα κατά την κατοχή, δάσκαλο και διανοούμενο της Επαρχίας. Τα νήματα των προσωπικών ιστοριών πλέκουν το εφράδι της αφήτησης με σκοπό όχι την αναζήτηση και την τακτοποίηση της αφορμής για το ταξίδι στην Ελλάδα, αλλά τον επανωρισμό, το σχέσιο του Αρίσκου Καραμπίνη απέναντι στον αδερφό του, τον ίδιο τον τον εαυτό, τον τόπο, την Ελλάδα και τη συλλογική μνήμη. Το νέο μεθυστόριμα του Δημήτρη Νόλα, το ταξίδι στην Ελλάδα, συνέχεται από τα υποδόρια ερωτήματα που λανθάνουν στη κύτη των προσωπικών αφηγήσεων και στη συμπλοκή των ιστοριών των αφηγητών. Τι συμβαίνει όταν ξεκινάς να συναντήσεις το οικείο και το γνωστό και μπορεί να συναντήσεις να βρεις κάτι απόμακρο αλλά μπορεί και γοητευτικό, πόσο μπορεί να μετεωρίζεται κανείς ανάμεσα στην αγάπη για την πατρίδα και στην επιστροφή σε αυτήν και την ασφάλεια της ανοιμίας του ξένου τόπου από την άλλη μεριά, την ανεξαρτησία της προσωπικής ζωής και την αμπουσία ανάγκης για απολογίες και εξηγήσεις. Τέλος, τι κρατάνε τον τόπο στη θέση του, αυτοί που επιλέγουν να μείνουν και να παλέψουν για να κτίσουν τους μισοκρεμισμένους τείχους και τη σκεπή που μπάζει νερά ή αυτοί που φεύγουν, αντικρίζοντας από μακριά την καταστροφή που συντελείται αλλά συντηρώντας δυνάμεις γαλοχημένες από τη νοσταλία και την έλλειψη. Ο Νόνας συνθέτει οδηγημένος από την άβρα της γραφής του Πεντζίκη μια βοητευτική ιστορία όπου το θάμμα αντιπαρατείθηται με το αντίθαμα. Αναρωτιέμαι αν ο τίτλος του ταξίδι στην Ελλάδα αποτελεί ένα με τον ελληνικό σχολείο για τον παρόν. Μετανάστες που επιστρέφω στην πατρίδα ενώ τώρα μετανάστες που αναχωρούν. Μια Γερμανία κέντρο υποδοχής μεταναστών τότε και τώρα. Πολιτικές δολοφονίες που συνθέτουν την ελληνική ιδιοπροσωπία. Λαμπράκης αλλά και η φωνή στο μυθιστόριμα. Ενώ τώρα μια κρίση κοχλάζουσα. Ίσως όμως για την πρόσφατη περίοδο να μιλήσει ο συγγραφές μου το νέο του βιβλίο. Όπως και να έχει όμως ο μύθος θέτη τις δικές του προτεραιότητες γράφοντας και ξαναγράφοντας το ίδιο. Σε μια προσπάθεια να χαρτογραφηθεί η διαδικασία ενηλικίωσης του κεντρικού ιρό και η γνωρινιά με το καινούργιο αλλά και την ιστορία. Ο Αρίστος Καραμπίνης θα χρειαστεί την βοήθεια ενώ πεδοτρίβει κατώτερο αξιωματικού της αστυνομίας του Τρίφωνα για να μπορέσει να ανανεώσει το διαβατήριό του. Αυτό δεν θα γίνει χωρίς ανταλλάγμα. Μια κατάσταση ονομάτων παλιών συντρόφων από μια επίσκεψη στη λειψία της Ανατολικής Γερμανίας είναι αρκετή. Ο Αρίστος πρέπει να καθαρίσει το παρελθόν, απαλαγμένος πια από τα δεσμά της έτσι κι αλλιώς τελειωμένης πια κομματικής ένταξης στο παράνομο μηχανισμό του ΠΚΕ, αν θέλει να επιστρέψει στο μοναχό. Ο Αποστόλης Περδίκας, άντε ρέγγο πιθανόν του Αρίστο Καραμπίνη, μαθητής και θαυμαστής του ρυθμικού ποιητή Μαλακάσι, ποιητής και λόγιος ο ίδιος, ζώντας απομονωμένος σαν τον Τολστόι σε ένα χωριό κοντά στην Κοζάνη, ανοίγει το μύθο στις πηγές συνθεσής του στον ελληνικό εμφυλιοκόρημο και τις εκπροστάσεις του στην ιστορία του τόπου. Ο Αποστόλης, εκπροσωπώντας όσους στάθηκαν στο ενδιάμεσο της σύγκρουσης, τους αστατοίς ή τους αχρωμάτιχτους, σύμφωνα με την ορολογία της εποχής, στρατεύεται αθέλητα και ζει ως άουπλος στρατιώτης του δημοκρατικού στρατού για κανένα τετράμα. Σε μια αποστολή καταφέρνει να ξεφύγει από τους αντάρτες και να παραδοθεί στον κυβερνητικό στρατό στα Γιάννη. Εκεί, στο μέτσο που είναι μετά, μεταφέρται στα Γιάννη. Εκεί πρέπει να αποδοθεί και αυτός ειδευκός και άσπιλος στην κοινωνία από το παρελθόν. Ανακρίνεται για εβδομάδες από το μαύρο ροχαγό του στρατού. Σε αυτά τα σημαντικά κεφάλαια του μητυστορίματος, αποδεικνύεται πως το συγγραφέ τον ενδιαφέρει περισσότερο και από τα ερμηνευτικά σχήματα για τον εφήλιο και τις ευθύνες των παρατάξεων, η διαπίστοση πως ο εμφύλιος πόλεμος αποτελεί συστατικό στοιχείο της σύγχρονης ιστορίας. Τα πρόσωπα του μητυστορίματος προβαίνουν σε γενικές ερμηνευτικές παρατηρήσεις για τις αιτίες του εμφύλιου. Συγχρόντες, αλήθεια έχεις καταλάβει ποιοι συγκρούνται σε αυτή τη σφαγή, ποιοι είναι οι πραγματικοί αντίπαλοι, θα σου πω εγώ. Είναι η πόλη που χτυπιέται κόντρα στην Είπανθρο, όλα τα άλλα είναι αέρα σκοπανιστός και ιδίως σκοπανιστός είναι όσα λένε για τους απλού Αμερικανούς, τον αγώνα για εθνική ανεξαντισία και άλλες γκουρδες. Από τη μία συνέχιση ο καλόγερος είναι η ζωή στα εμποστάσια, στα γραφεία και τα μαγαζιά, από την άλλη η ζωή στη φύση που χτυπιούνται, οι δούλοι και τους ελεύθερους. Ενώ δεν λείπουν και οι επηρεακτικές αναφορές της ευθύνες του παρατάξου με τον τρόπο που επιτρέπει βέβαια η απόσταση από τα γεγονότα και η λαϊκή σοφία. Απλώς και οι δύο παρατάξεις, δεξί και αριστεροί είναι οι δύο πλευρές του ίδιου μαλάκα, του επιμένου φαφλατά. Εκείνο που φαντάζεται πως η πληρονομιά του είναι ενεξάνδρυτη, την ίδια στιγμή που την κατασπαταλάει όπως ο λιγούρης στο παρατημένο κοκόδημα της μάνας του. Ο δεξί πάντα ζήλευε από τους αριστερούς και τους αντιγράφηκε. Ο Ζαχαριάδης έστειλε όλους αυτούς που τον ακολούθησαν στο τερατόδε σχέδιο του, τους πρόθεσε να δουλέψουν στα ορυχαία της Ανατολικής Ευρώπης μέχρι τις Ερημιέες του Οσβεκιστά και ο Καραμαλής στο τέλος της ίδιας δεκαετίας, οδήγησε τους υπόλοιπους στις Φάμπι και στις Γερμανίας και στο Βελγείο της Στοέξ. Περισσότερο από την αρχαιολογία της δύναμης και της εξουσίας κατά την διαδικασία επαναενοποίησης της διχασμένης ελληνικής κοινωνίας, το ζηγραφέ τον ενδιαφέρει να δείξει τους τρόπους με τους οποίους συνεχίζεται η ζωή, διατηρώντας τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά που είναι η κανάνα να δημιουργήσουν μια καινούργια ισορροπία στη χώρα. Πρώτη στο μέλημα αποτελεί η ανάδειξη της σημασίας της αφήγησης γι' αυτά που ζει ο άνθρωπος στο χρόνο. Ο Νόνας θέτει το ερώτημα «Τι αξίζει και διαρκεί περισσότερο, η παράθεση των γεγονότων ή η ποιητική της αφήγησης». Ο Αποστώλης Περδίκας, πιεζόμενος από τον ανακριτή του κυβερνητικού στρατού, αφηγείται μια ιστορία για την πίνα των ανταρτών, μια ιστορία για μια πρέζα ζάχαρη και για μια κουφταλεύου. Το θέμα είναι πως αλλιώς λέει την ιστορία στον ανακριτή και διαφορετικά, ή μάλλον όπως ακριβώς έγινε, την αφηγείται στον Αρίστο Καραμπίνη. Παρακαλώ τον κύριο Καδαράμ, για να σας φανταστώ. Ενώ η πραγματική εκδοχή της πραγματικότητας που δεν μου είπες ποιά ήταν. Να, όταν εγώ είχα εντοπίσει τη ζάχαρη, εκείνος ο άλλος από το πάτο μιας σκάφησης που ζυμώνουν, είχε ξύσει με τα νύχια του μισή φουκτ αλεύρι. Και αρχίσαμε τότε «Δώσ' μου αλεύρι ο ένας, δώσ' μου ζάχαρη ο άλλος». Ήξερα πως ήμουσα σε πλονεκτική θέση, γιατί σκέτης ζάχαρη τρώγεται, αλεύρι σκέτο πόσο, αλλά παίζαμε. Κι αυτός, ένας καμπίσιος από τα μέρη του Αλμυρού, λέει «Έλα ρε μαλάκα να τα ταμμώσουμε» και βάλαμε τη λίγη ζάχαρη και το λιγότερο αλεύρι στις παλάμες μας. Κι ήταν παραδίπλα ένα ριάκι, κύλαγε μέσα απ' τις σφαίρες και στάξαμε δυο κόπους νερό και πιάσαμε να πλάθουμε. Έγινε ένας γλυκός πορτός, ούτε ποτήκι δεν θα χόρτανε και χώσαμε τη μούρη μας μέσα στις φούχτες μας σαν να ταμποτίστρες και γλύφαμε. Γλύφαμε μέχρι και τις ξεραμμένες βρομμιές των χεριών μας, τέτοια πείνα. Πασαληφθήκαμε σαν ζώα, γλυκαθήκαμε. Ναούριαξε τώρα, αποστόλησε, έχοντας το στιγμή βγήκτω σε αυτούς την ανάμνηση του γεγονότος. Αυτό δεν ήθελα να διηγηθώ σ' εκείνον τον κούστι. Όταν η Ρέμιση και η Βασιλική άρχισαν να στρέμουν το τραπέζι του Αρίστος, αν και είχε ανησυχήσει από την ανοιξή και τα υπερβολική έκρυξη του αποστόλη, αφού του ήταν αδύνατον να καταλάβει την ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη μια και την άλλη εκδοχή, του είπε μολοφάνερα περιπεκτική διάθεση. Και εμένα ποιος μου λέει πως αυτή είναι πραγματικά πραγματική εκδοχή της πραγματικότητας, κι αν όλα αυτά που μου αφηγήθηκες έχουν γίνει στην πραγματικότητα. Φαντάζεσαι πως κάποιος άλλος θα μπορούσε να το κάνει. Δεν ξέρω, αναρωτιέμαι όμως ποια από αυτά που αφηγήσε τα έχεις πραγματικά ζήσει. Μπορεί και σε έναν κάποιος άλλος να σου τα έχει πει και εκείνου κάποιος τρίτος και του τρίτου κάποιος τέταρτος και πάει λέγοντας. Και αλήθεια τότε, πού πάει τότε η αλήθεια. Καλά, δεν έχεις ακόμα καταλάβει πως αλήθεια δεν είναι μόνο αυτό που έγινε, αλλά και αυτό που θα μπορούσε να έχει γίνει. Όταν κάτι ακούγεται, διαβάζεται, σαν να μπορούσε να έχει γίνει, τότε είναι και αυτό αληθινό, είπε πραγματικά ο Απαστόλης και κάτι άλλο. Το κακό στο μυθιστόριμα δεν αντιπροσωπέρεται μόνο από τον τρίφωνα ή τον μαύρο λοχακό του κυβερνητικού στρατού, αλλά και από τον τοκοκλήφο Πίζα, δανειστή του αδερφού του Αρίστου, άρπαγα περιουργιών. Στην πλευρά του κακού και ο αισμός των θαμώνων της Βομβάρης, ενώ σκοράδι που με τοξοδικό όνομα αυτό στον βαρδάρι. Ο τοκοκλήφος Πίζας συνθέτει τη δική του οδή στο χρήμα και την κούλη, στους δεσμούς χρήματος και σπέρματος. Το χρήμα είναι ζωντανό και πάντα πεινασμένο. Κι αν σταματήσει να καταβροχθίζει κι άλλο χρήμα καταθλίβεται, μαρένεται, πεθαίνει επί τόπου. Το κακό, μια εκδοχή του ντοστογευσικού κακού, παρουσιάζεται με την επίπνοση πως το ίδιο δεν τελειώνει στη ζωή και δεν ξεπερνέται. Αντίθετα, το καλό στο μεθυστόριμα εκπροσωπείται από τον Πασχάνι Πασχαλίδη, παραδοσιακό τυπογράφο που έμαθε την τέχνη στη Βιέννη, αλλά η πιο βαριά από όλες τις αρρώστιες δεν ήταν η τυπογραφία, ήταν αυτή με την Ελλάδα που είχε αρπάξει. Οπότε, τι να μου κάνει εμένα η Βιέννη χωρίς το θερμαϊκό, λέει αποχαιρετώντας τον Αρίστο. Κι αν κερδίσω τον κόσμο όλο και χάσω την καλαμαριά, ο Πασχαλίδης αντιπροσωπεύει όσους μένουν δεμένοι στον τόπο, χειρόνατοι με πίστη που παλέγουν για τον τόπο και αναλαμβάνουν το δύσκολο έργο της ανασυγκρότησης όταν η στέγη αρχίζει να βάζει νερά. Σ' αυτόν θα εμπιστευτεί ο Αρίστος τις λέξεις και τα λόγια, τα ποιήματα του. Λίγο πριν αρχίσει την βορειοευρωπαϊκή ανάβγαση και επιστροφή στο μόνα. Βρήκε άραγε ο Αρίστος το μύτο της Αριάδνης στο λαβύρινθο του ταξιδιού στο γενέθειο τόπο. Αυτή η τακτοποίηση του παρελθόντος τον βοήθησε στον ορισμό της δικής του ταυτότητας. Τον κόλιασε ή χρυσάνθη κάπως από την παράξενη πίστη στη ζωή και το απλό οπτά της ή γυρίσει απογοητευμένος και θυμωμένος από το διαφορετικό, το ανίκειο της τρέχουσας εικόνας της Ελλάδας. Τον αναγνώστη του σηματέχουν αυτά τα ερωτήματα και όταν ακόμη κλείσει το βιβλίο και μείνει με τη γλυκίτητα των αισθημάτων με τα οποία περιβάλλει ο συγγραφέας τους ήρωές του. Τελειώναντας θα ήθελα να αναφέρω πως το εφραντικό μέσο της γλώσσας του μεθυστορύματος που άλλοτε μιμείται έναν προσχεδιασμένο προφορικό λόγο με τις πολλές δευτερεύρωσες προτάσεις που περιγράφουν, επεξηγούν ή ανακαλούν ψυχίτες του παρελθόντος και άλλοτε εναλλασσόμενη με εναγνήσια λαϊκό παρατακτικό λόγο ακολουθούμενο από σύντομες κρίσεις και διαπιστώσεις, συνθέτει το προσωπικό ύφος του νόγα που δεν προδίδει το μινιμαλισμό της γραφής του και δεν τον εποδίσει βέβαια να ασκητεί σε ευρύτερες φόρνες. Όλα αυτά έχει την ευκαιρία ο αναγνώστης να τα αναλογιστεί μετά το ταξίδι στη βοητευτική γραφή του συγγραφέα που συνθέτει ένα πυκνό σε επεισόδια και σημαντικό μυθιστόριμα βγαλμένο από την τοιχογραφία της Μητικής δεκαετίας του το 60. Σας ευχαριστώ. Να δώσουμε το λόγο στον κύριο Νούλα. Ευχαριστώ πολύ. Να τον δώσω το λόγο. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για όλα αυτά τα ωραία και λεχόμενα υπερβολικά πράγματα που πάτε για εμένα. Ευχαριστώ πάρα πολύ για εσάς που αφήσατε τη βόλτα σας, τα σπίτια σας ένα τόσο όμορφο απόγευμα και είστε εδώ. Βλέπω οικία πρόσωπα επειδή πέρις τέτοια εποχή ήμουνα πάλι εδώ. Τώρα πρόπερση δεν θυμάμαι, ήταν πρόπερση, πάντως τα τελευταία 10 χρόνια έχω έρθει και έχω ξαναρθεί. Αυτά ως προς τον χαιρετισμό. Τώρα, ως προς το βιβλίο, οι κύριοι που ήταν εδώ στο τραπέζι ήταν επάνω πολύ διαξοδικοί. Εάν θέλετε να ρωτήσετε κάτι είμαι έτοιμος να το κουβεντιάσω μαζί σας. Λόγο δεν μπορείς να βγάλεις έτσι. Μου είναι δύσκολο. Παρακαλώ. Εγώ θα ήθελα να σας ρωτήσω τι σας έκανε να αποφασίσετε να διαδραματιστεί η ιστορία σας του 1963, δηλαδή τα χρόνια του 60. Γιατί διαβάζοντας την κανείς νιώθει ότι θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε και σήμερα. Έτσι δεν είναι? Ναι. Κάθε ιστορία που έχουμε στο κεφάλι μας ή που γεννιέται από τις επιθυμίες μας, ανάλογα με την διάθεση που έχουμε, μπορεί να τοποθετηθεί όπου θέλουμε. Αλλά αυτή η διαβόητη και περίεργη δεκαετία, η οποία έχει αλλάξει πολλά πράγματα στη ζωή και η μόνη που είμαστε εδώ μέσα σε αυτήν την αδερφή, αλλά και πάρα πολλών ανθρώπων σε όλο τον κόσμο είναι μια πολύ περίεργη δεκαετία και ήταν ένας πειρασμός να τοποθετήσω την ιστορία μου σε αυτήν την δεκαετία. Το γεγονός είναι ότι η χρονιά είναι σημαντική, γιατί όπως αναφέρατε, λίγο πριν, έξι μήνες πριν από το ταξίδι γίνεται και η δροφορία του Λαμπράκη, ένα πέραδομα πάρα πολύ με κάνω στο κεφάλι την ελληνική ζωή. Αλλά και την ευρωπαϊκή, γιατί εκείνη τη δεκαετία έχουμε πάρα πολλές εξελίξεις στην Ευρώπη. Το βδίωμα, ο βδιωματικός χαρακτήρας, που είναι συνηθισμένο στα τελευταία χρόνια στη ελληνική ιστορία, έχει αναφορά στο δικό σας το βιβλίο. Υπάρχει, δηλαδή, κάποιο ψύγμο βδιωματικότητας εδώ? Ξέρετε, νομίζω ότι ό,τι γράφουν, ό,τι λέμε, ό,τι ζωγραφίζουμε, ό,τι τραγουδάμε ακουμπάει στο προσωπικό βίωμα σε κάθε περίπτωση. Ασχετός αν φαίνεται ή δεν φαίνεται. Ασχετός αν είναι προσωπικό, απολύτως, δικό μας βίωμα ή βίωμα του διπλανού μας. Συμφωνώ μαζί σας και θα ήθελα έτσι και από εσάς να ακούσω τον διαφορισμού μεταξύ βιώματος και αυτοβιογραφικότητας. Δηλαδή δεν ανάγκη να είναι κάτι αυτοβιογραφικό, κατά τη γνώμη μου, για να είναι βιωματικό. Δεν σας συμφωνεί? Συμφωνώ απόλυτα και αυτό που μου έλεγα πριν, αυτό που μάλλον ήθελα να πω πριν, είναι ότι το βίωμα δεν έχει την έννοια του τοκουμέντου, δεν έχει δηλαδή την έννοια υποχρεωτικά της μαρτυρίας, της προσωπικής μαρτυρίας. Επειδή μιλάμε για λογοτραχμία, το βίωμα έχει την έννοια του επεξεργασμένου βιώματος του προσωπικού, επαναλαμβάνω, ή του βιώματος του διπλανού, ή του βιώματος ενός άλλου ανθρώπου, ο οποίος μπορεί να είναι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από εδώ, το οποίο το επεξεργάζεται και το κάνει κάτι. Με συγχωρείτε τώρα, είναι ευκαιρία. Γι' αυτό και αυτή η αναφορά που γίνεται στο ότι, αλήθεια, δεν είναι μόνο αυτό που έχει γίνει, αλλά είναι και αυτό που θα μπορούσε να είχε γίνει. Δηλαδή, που θα πει, είναι η αλήθεια της τέχνης. Δηλαδή, αυτό που θα μπορούσε να έχει γίνει είναι κάτι πλασματικό. Είναι αυτό που εσύ φτιάχνεις. Ή που σκύβει την πραγματικότητα. Σωμαθέ. Εγώ θα ήθελα να ρωτήσω ποιες αλήθειες στις δεκαετιές του 60 αφήνεται να εννοηθούν μέσω του βιβλίου. Καταλαβαίνω καλά, ποιες αλήθειες... Γίνουν μέσα του βιβλίου, όσον αφορά τη δεκαετιή του 60. Γιατί η δεκαετιή του 60, που την κατάλαβα, πέσει καθοριστικό ρόλο στην πέντε πόρια της Ελλάδος. Ναι, να ξακαλωδήσουμε κάτι. Η δεκαετιή του 60 όπως και η δεκαετιή του 50 ή η δεκαετιή του 40 ή η δεκαετιή του 70 είναι το ιστορικό πλαίσιο μιας ιστορίας που θέλει κάποιος να αφηγηθεί. Εν προκειμένου, λοιπόν, εγώ την ιστορία που θέλω να αφηγηθώ διάλεξα την δεκαετία του 60. Δηλαδή θέλω να πω ότι για μένα αυτό που με ενδιαφέρει δεν είναι να πω τα λεγονότα που γίνανε, το τι ακριβώς έγινε εκείνη την δεκαετία ή μια άλλη δεκαετία, αλλά ήθελα να μιλήσω για τη σχέση ανθρώπους και να το κάνω πιο σαφές για να συνολιθούμε. Με ενδιαφέρει τι έγινε στον Ευφύλιο Πόλεμο, αλλά με ενδιαφέρει πάρα πολύ στο βαθμό που ο Ευφύλιος Πόλεμος ως ιστορικό πραγματικός γεγονός αποκαλύπτει μια βαθύτερη ουσία διαχρονική των σχέσεων των ανθρώπων ανάμεσά τους. Δηλαδή το ότι ο ένας έβρεσε το μάτι του άλλου επειδή είχε λογαριασμούς από προχτές και αυτό το έδινε με ένα μανδία ιδιωτικής ή οτιδήποτε άλλο σύνδυούσης, αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία. Υπάρχει αυτή την έννοια με ενδιαφέρει η ιστορία που είχα μοιάζει. Ήταν με ενδιαφέρει η ιστορία, θα με διάβασα στα βιβλία της ιστορίας του σχολείου μου και άλλη τελείωσα. Δεν λόγω για την ιστορία εννοώ τις ανθρώπινες σχέσεις. Γιατί όσο να βοηθήκα πότε κατάλαβα το βιβλίο σου, τι πράγμα θέλετε, τις ανθρώπινες σχέσεις. Τι είσαι, τι είσαι, τι γίνεται στις ανθρώπινες σχέσεις. Αυτό γι' αυτό σας ρωτάω από αυτή την άθλωση. Όχι καθαρά ιστορικά. Και κάτι ακόμα. Τον Αντίστοφα τον χαρακτηρίζαμε ως μικροέων. Ναι, όπως είναι κάθε νέος άνθρωπος, 20, 22, 23 χρόνια, ο οποίος ενώ αρμέγει την οικογένεια του, είναι πασιλευτωστός, βιώνει λάθος. Ναι, θα μπορούσα να τον χαρακτηρίσω. Δεν είναι αυτός. Πάντως, ναι, έχει χαρακτηριστικά... Κύριε Νόλα, καλησπέρα. Βρισκόμαστε χαίρος εδώ. Παίρνες κάναμε το βιβλίο σας στον τόπο. Πολύ αγάπη, πολύ αλληλεγγύης το παισίνο βιβλίο. Παίρνουμε τις ευκαιρίες για το νοναεμφύλιο και θα ήθελα λίγο, αν μπορείτε να μου απαντήσετε εδώ, ο σύμφωνος Έλληνας, όντας σήμερα αντιμέτωπος μπροστά σε αυτόν τον τρίπιο καθρέφτη με τα πολλά τράγματα. Θα μπορούσε να αποφύγει το κακό του παρελθόντος, μια και πολλά κακά έχουν ενσκύψει τα τελευταία χρόνια σε αυτόν τον τόπο και πώς. Ευχαριστώ. Εντάξει, τώρα αρχίζω και περνάμε από τη λογατεχνία σε άλλα επίπεδα. Αυτό που μπορώ να σας πω στο βαθμό που καταλαβαίνω απολύτως το ερώτημά σας είναι ότι μπορούμε να βιώσουμε ένα κακό, δηλαδή να βούμε από αυτό όχι τσακισμένη εντελώς, αλλά να το βιώσουμε, λοιπόν, στο βαθμό που τα προηγούμενα πάθια μας, τα προηγούμενα που μας έχουν τύχει, τα έχουμε καταλάβει τι ήταν και έχουμε μπορέσει να τα υπονομίσουμε. Αν δεν έχουν καταλάβει τι μας έχει πει τώρα, αν δεν καταλαβαίνουν τι μας σημαίνει τώρα, είναι προδιαγραμμένο ότι σε 10 χρόνια, σε 20 χρόνια, μάντα αυτό θα μας έρθει ξανά. Όχι με τα ίδια χαρακτηριστικά, αλλά ως κακό, ως αναποδιάς στην προσωπική ζωή των ανθρώπων. Με την έννοια δηλαδή που λέει ο Σαγαμάτης ότι δεν έχουν τα λεωμό, τα βάσανα και η καρβιευτική τους, δεν τελειώνουν. Για αυτό και ο Κώστας Νότης, αυτός ο μεγάλος Κύπριος Ποιητής λέει «Κουράγιο κοπηλάτες, υπομονή κοπηλάτες». Βλέπετε το βιβλίο, το κειμένα του Στήτη Συγκεκίου, που αρέσει στα παιδιά γιατί θύγηκε το θέμα καθώς ενόλων αθηνικισμού ή του ρατσισμού προς τους μετανάστες που έρχονται. Έχετε και έναν τύπο, αν κατάλαβα καλά, σαν τον Αρίστο Πρόθυμεντο, ο οποίος ζήσε βάρος του θύλου του, δεν θέλει να καταπτιαστεί με το υπάγγελμα. Είναι σύμπτωση το γεγονός ότι εδώ υπάρχει πάλι ένας τέτοιος νέος ή είχατε κάποιο λόγο που δώσετε αυτά τα χαρακτήρια. Βεβαίως δεν είναι σύμπτωση, αλλά οπωσδήποτε δεν είναι προδιαγεγραμμένο, ούτε όταν γραφόταν το κείμενο στον Πρόμο για τον Βούπερτεν, σε σχέση με το σημερινό που κουβεντιάζουμε, ούτε το σημερινό αληθορίζει προς αυτό που έχει γραφεί στο παρελθόν. Αυτά τα πράγματα είναι ερωτηματικά οι προβλήματα που εγώ ο ίδιος έχω σαν άνθρωπος και σαν συγγραφέας, οπότε επανέρχονται μέσα στη ιστορία. Έχετε δει και ο Πάτος τα χαρακτηριστικά. Και η Γερμανία και εκεί και τώρα σαν ξεκίνημε γρήγορα, ξέρετε. Γιατί ξέρετε με τη Γερμανία, τώρα τα χρόνια του Όθονα έχουμε να τα αναβαίνει πολύ δύσκολο, ρε παιδί μου. Ναι, είναι μια αλήθεια ζωντανή. Είναι ένα παραδόσιο που δεν τελειώνει εύκολα. Οι πολιτικές εξελίξεις επηρεάζουν τους χαρακτήρες και αν ναι κατά πόσο επηρεάζουν το χαρακτήρο τους. Κοιτάξτε λοιπόν, τώρα σε ένα παραμύθι που περιέχει αυτό το πρόγραμμα. Στη λογοτεχνία τι είναι, δηλαδή τέχνη του λόγου τι είναι τώρα, φτιάχνεις κόσμο δικό σου. Είναι το δελοφωμένο του λαμπράκι. Ναι, ναι. Λοιπόν, στο παραμύθι τα πραγματικά γεγονότα, τα ξημοί που αναφέρεις σε μια συγκεκριμένη πραγματική ιστορική στιγμή, έχουν σημασία εφόσον βοηθούν, προάδουν να πάει σε περίπτωση αυτό που έχεις να σίξεις στο κεφάλι σου, στην ιδέα σου για την ιστορία που γράφεις. Γιατί, ξέρετε, αν δεν γινόταν αυτό, θα είχαμε τότε έναν δημοσιογραφικό κείμενο, θα είχαμε δηλαδή μια ιστορία, ντοκουμέντο αυτό, που δεν το είπα σε μια στιγμή πριν. Θα είχαμε δει ένα πόρτο για μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, το πώς έγιναν τα πράγματα, αν ήταν έτσι έτσι έτσι έτσι. Επειδή όμως στο προσκήνιο έχουμε μια πραγματική, μια πραγματική, μια πλασματική ανθρώπινη ιστορία, οπωσδήποτε δεν αγνοεί κανείς το ιστορικό περιβάλλον και δεν το αγνοεί στον πραθμό που επηρεάζει τις σχέσεις ανάμεσα στους είδους. Αλλά μέχρι εκεί, όχι πάνω πάνω. Αν μου επιτρέπετε, παίρνω να σε έρθει η διαβάδα από αυτή την ερώτηση, διαπιστώνω ότι οι χαρακτήρες έχουν παρελθό, και ίσως περισσότερο από όσον φαίνεται στα ιστορία. Και αυτό εξηγεί το ότι, διαβάζοντας τις κριτικές για το βιβλίο, όλοι αναφέρονται ότι είναι επικνόμητη η ιστορία. Να αναφέρω ένα παράδειγμα, ένας χαρακτήρας, ας πούμε, φίλος του Αυγουστώρη, έχει πλεχτεί στη διάρκεια της κατοχής με το κίνημα των Λεγιονάριων, σπούδευσε στο Ρωμάνικο Γυμνάσιο των Κρεπενών. Τι προσθέτουν αυτές όλες τις υπηρεοφορίες, νομίζω, δώστε μια απάντηση στη φίλη μας, αλλά τι προσθέτουν δηλαδή όλες αυτές οι κοινότητες. Ακόμη μου είχε κάνει εντύπωση, αν δεν έχουν κουράσει, και δεν ξέρω πόσο είναι ενδιαφέρον, έχω εδώ σημειώσει, ακόμη και οι τόποι έχουν ιστορία. Και εδώ τώρα, αν με επιτρέπετε να διαβάσω, λίγο αυτό ήταν πολύ σύντομο, το όνομα του σκοτωμένου νερού, ένας χαρακτήρας έχει αυτοθονήσει, επειδή αγαπούσε τη Χρυσάνθη, αυτός νόμισε ότι τον πρόδοσε στον επίσημο αραγωνιαστικό, στον Αποστόλη, αυτή όμως για να μην τους βάλει ένα μανώσο, που θέλει στη Γερμανία τους Αντατρία, και τη ρωτάει τώρα, σας διαβάζω το απόστασμα, ρωτάει ας πούμε, γιατί λέγεται σκοτωμένο νερό, αυτό το μέρος. Όχι λέει, δεν βρέθηκε ποτέ κανένας άλλος, πέφτει ένας μικρός καταράκτης εκεί πέρα, είσαμε 10 μέτρα. Του έδωσαν αυτό το όνομα, γιατί το νερό σαν να ήταν άνθρωπος, πέφτοντας από τόσο ψηλά σκοτώνεται. Πώς να το πούμε, χαραμίζεται, σπαταλιέται, εξοφλάει, ξοδεύεται, πάει στράφη, σβήνει, σκοτώνεται και πεθαίνει. Αυτό. Δηλαδή και οι τόποι έχουν ιστορία και οι άνθρωποι ας πούμε. Ναι, τώρα κοιτάξτε όμως αυτά, είναι η ομορφία της τέχνης τα πράγματα, ξέρω εγώ. Είναι σαν με πινελιές σε ένα πίνακα ζωγραφικής. Δεν μπορούμε να αναρωτηθούμε. Εγώ δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί εκεί είναι το πιο κρύζο, πιο πράσινο και οτινό. Σίγουρα, όλα αυτά που δεν πεισμάζονται, ισχύουν. Δηλαδή και τα ονόματα και αυτά που φαινομενικά δεν έχουν καμία σημασία, ξαφνικά αποκτούνται να βάλουν. Αλλά αυτά δεν υπάρχει κάποιο σχέδιο πίσω από αυτό, είναι για την όμοσπο. Μου αρέσει να δουλεύω αυτό το πράγμα να το αναπλήσω. Δηλαδή ο ήρωας αυτός, ο δεστερεύων επασφαλής, τριτεύων ήρωας, από μια αρτική αποίδουξη αυτοκτονεί ο δυστυχισμένος και πάει σε ένα μέρος αυτοκτονεί, υπαρκτό αυτοκτονείο που του λέει σκοτωμένο είναι αρώμα. Είναι μια πάρα πολύ ωραία ευτερία να πούμε τι θα πει σκοτωμένο, γιατί σκοτωμένο το έκανε σκοτωμένο. Και ρωτάει ο ένας χαρακτήρας τι έχουν σκότωθει και άλλοι γιατί. Και βεβαίως την αγαματοσύνη του ενός που ρωτάει γιατί σκοτωμένο είναι μετοχή, δηλαδή το νερό που σκοτώνει, δηλαδή το σκοτωμένο νερό. Λέει εξηγεί ο άλλος χαρακτήρας αυτό που είναι ένας χαρακτήρας. Ουσιαστικά δεν έχει κάποιο άλλο βάρος ή κάποιο άλλο κλείσιμο ματιού. Είναι αυτά τα πράγματα. Αυτό. Στην αρχή του βιβλίου λέτε γράφοντας και ξαγράφοντας το ίδιο. Θα μπορούσαμε να το κουβεντιάσουμε λίγο αυτό. Τώρα, όπως έχετε καταλαβαίνει εγώ, κουβεντιέραμε πάρα πολλά λόγια αυτό που με ρωτάτε. Γράφοντας και ξαγράφοντας το ίδιο θα πει αυτό που διαβάζουμε. Δηλαδή ότι είναι μια εμμονή. Να γράφω, να γράφω με απασχολή που έλεγε ξανάρχεται. Και προφανώς θα πείτε να ξεπλέξει μαζί του το γράφοντας και ξαναγράφοντας. Αυτό θα πει. Αυτό το μότο που υπάρχει στην αρχή του βιβλίου. Και τώρα γράφοντας και ξαναγράφοντας, εντάξει, για να μην μου πείτε ότι τα μαζέπω και τα μαζάω. Έχει να κάνει γραμπηδομένια την αγάπη για τον τόπο, για την σχέση με τον άλλον, με τον συνάθρωπό μας. Τα προβλήματα που βάζει η σχέση με τους άλλους. Αυτό είναι το ίδιο που επανέφερα. Και το γράφω και ξαναγράφοντας. Και το παλιό εχθρό, ίσως, γιατί εδώ φαίνεται ότι υπάρχουν υποθέσεις και λογαριασμίες εξόκλητοι, που κάποια στιγμή πρέπει να εξοφλυφθούν. Είναι σίγουρο ότι ένας χωρίς να με κάτι που επανέρχεται ξανά και ξανά, θα πει ότι δεν το έχεις κλείσει ο λογαριασμός. Αλλά η ζωή, ξέρετε, είναι να μην κλείνει το ρεύμα. Δεν κλείνεται η ζωή. Μην πάντα ανοιχθεί. Μην πάντα ανοιχθεί. Αλίμονα. Γιατί θα έρθει ο παράδεισος στη γη έχοντας κλείσει τους λογαριασμούς, όλους δεν γίνεται αυτό το ρεύμα. Υπάρχει αυτή την έννοια, τα λέμε και τα ξαναλέμε. Θα ήθελε κάποιος άλλος να ρωτήσει κάτι. Καλησπέρα. Ναι, εγώ θα ήθελα το τελευταίο λόγο να τον είχε ο συγγραφέας. Μια γραμματολογική σφήσιος ερώτηση. Που το αποθετείτε τώρα εαυτό σας στην δεύτερη μεταπολεμική γενιά ή στη γενιά του 70. Γιατί έχει γραφτεί τώρα ότι υπό μορφήν επένω, μεγάλο επένω από τον κ. Μαγονίτη, ότι οι συγγραφές που έχουν τη χαρά να την διδεχόμαστε εδώ αποτελέσουν από τους αρχιότερους παιζογράφους της γενιάς του και έχει σχολιαστεί ας πούμε σε ποια γενιά είναι και τελικά το έργο του. Εσείς πού το αποθετείτε το έργο σας. Ο Μαγονίτης είπε αυτό το πράγμα και το άφησε έτσι γιατί ήταν ο ίδιος προφανώς να πει. Εμένα όμως και χωρίς παρεξύγκηση μου είναι αντελώς αντιάφορο σε ποια γενιά ανήκω γραμματολογικά. Εμένα με ενδιαφέρει να είναι καλές οι σχέσεις μου με τους κοντινούς μου, να έχω τη δυνατότητα να γράφω και ευλογώ τον Θεό που υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι βάζουν τα λεφτάκια τους και μου εκδίδουν ό,τι γράφω, ό,τι πάνε απ' το κεφάλι μου, οπότε είναι πραγματικά δευτερεύουν για μένα αυτά. Αναγνωρίζω ότι εσείς, δε μάς πει ότι οι φιλειόλογοι μπορεύουνε τέτοιου είδους έγγρια. Αλλά είναι φτιάχους έγγρια. Ναι, δεν είναι φτιάχους έγγρια εγώ. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Μια τελευταία έρευση θέλω. Επειδή έχετε γράψει σενάριο, έχετε συνεργαστεί με πολλούς γιορθέτες, με τον Παντελίτο Γούλδερ, με τον Δωρνάκ Ελόκλου, με τον Νίκο Τομπαγιου, το οποίο μάλιστα έγινε και μια ταινία πάνω σε έναν διβλιοδικό, με τον Παντελίτο Γούλδερ, με τον Δωρνάκ Ελόκλου, με τον Νίκο Τομπαγιου, το οποίο μάλιστα έγινε και μια ταινία πάνω σε έναν διβλιοδικό, με τον Παντελίτο Γούλδερ, με τον Δωρνάκ Ελόκλου, με τον Νίκο Τομπαγιου, το οποίο μάλιστα έγινε και μια ταινία πάνω σε έναν διβλιοδικό σας. Κατά πόσο σας έχει επηρεάσει στη γραφή, ο τρόπος της γραφής για το σινεμά? Ναι, εντάξει. Οποιαδήποτε, ας την πούμε έτσι, παρά λογοτεχνική εργασία, γιατί, ξέρετε, εγώ γράφω εδώ και κοντά 40-50 χρόνια τα σπιριτώσια, αλλά δεν έχω ζήσει από τα δουλειά μου, έτσι. Δηλαδή, έχω ζήσει με την έννοια, γιατί μπορούσα και έγραφα, αλλά δεν έχω εισπράξει τίποτα χρήματα για να ζήσω από αυτό. Αλλά ζούσα από δουλειές, οι οποίες είχαν σχέση με το γράψιμο, όπως είναι τα σενάρια, όπως είναι οι συνεργασίες με περιοδικά, με εφημερίδες, με διάφορα πράγματα. Είναι σίγουρα ο τρόπος της οικονομίας του λόγου, που στο σενάριο είναι μια ιστορία που πρέπει να τη φροντίζει κανείς πάρα πολύ. Έχει επηρεάσει το γράφι μου, αλλά και η λογοτεχνικότητα των κειμένων μου έχει μπολιάσει διάφορα πράγματα που έχω βάλει στο σενάριο. Άσχετος να τα έχουν απορρίψει, συνέχεια, γιατί τα αφαιρόσαμε περιττά. Αλλά αυτή η ιστορία είναι εδώ. Συνέχεια να πηγαίνει και να έρχεται στον πράγμα. Υπάρχει κάποια άλλη ερώτηση, θέλει κάποιος να ρωτήσει κάτι. Ναι. Θα πω ότι σκεφτάλησαν τον κύριον όλα για να κλείσει τη σημερινή εκκλήνωση. Ήταν με μεγάλη χαρά τρεις νέους ανθρώπους που μπήκαν στις διάγρακες της εκκλήνωσης. Και μάλιστα μία υποτερή θα έκανε μία ερώτηση. Τι θα τους λέγατε εσείς, αυτούς τους τρεις νεαρούς του 15-16 χρόνους, γιατί να διαθάσουν την ιστορία τους. Συντογράψατε για την ψυχή σας, εμείς για το κέκτρο σας, αυτοί οι τρεις νεαροί γιατί να το διαθάσουν. Για να κάνουνε υποφερτή την πραγματικότητά τους, για αυτό. Διότι η τέχνη δίπλα κάνει, ξέρετε, η τέχνη κάνει, υποφερτή την αφόρητη πραγματικότητα. Για σκεφτείτε, δηλαδή, χωρίς τα τραγούδια των γάμους ή τους λυγμούς ή τα μυρολόγια. Δεν θα μπορούσε να υπάρχει αυτό το επίπεδο πράγμα, δηλαδή το κουπί που λέγαμε πριν. Αυτό. Μα γι' αυτό. Δεν τους έλεγα, δεν τους πρέπει να διαβάσουν τα δικά μου διβλία, θα τους έλεγα οπωσδήποτε να διαβάσουν ποιήσεις. Οπωσδήποτε να διαβάσουν ποιήσεις. Ξανά και ξανά ποιήσεις. Γιατί εκεί μέσα στον πυκνό λόγο της ποιήσεις θα βρούν αυτές τις πίθες. Αυτό το τζιζ που κάνει στη ζωή μας και μας κάνει να αναδρομιζόμαστε. Γιατί άλλο, εντάξει. Υπάρχει και κάτι άλλο. Αυτό που τίποτα δεν είναι. Δεν έχουμε ζωή με τίποτα. Θέλω να σας ευχαριστήσουμε που ήρθατε εδώ και μας προτιμήσατε μια ζεστή μέρα από τις πιο ζεστές. Και να ευχαριστήσουμε και το κύριο μας.