: Υπόσχεσθαι, κύριε Πακουνάκη. Ευχαριστώ πάρα πολύ τον Στάβρο Ζουμπουλάκη, Πρόεδρο του Εφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης, για την εισαγωγή, αλλά και για το ότι ενέταξε την διάλεξη αυτή στο πρόγραμμα Λόγος, όπως στην προηγούμενη διαφάνεια, της Εθνικής Βιβλιοθήκης, που το οργανώνει το συντονίζει και είναι ο εμπνευστής του. Ευχαριστώ όλες και όλους που είστε εδώ απόψε, για αυτό το άγνωστο θέμα, όπως είπε και ο κ. Βουλάκης, και ιδιαίτερα ήθελα να ευχαριστήσω τους φοιτητές μου, που βλέπω εδώ αρκετούς. Αυτό με χαροποιεί πάντα, να βλέπω τους φοιτητές να έρχονται, να βγαίνουν από το πανεπιστήμιο και από το comfort zone, όπως λέμε, και να έρχονται σε χώρους εντός εισαγωγικών, άγνωστοι γι' αυτούς. Ένας Αμερικανός συγγραφέας στην παιδιάδρα της Θεσσαλίας, ο Στίβεν Κρέιν και ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897, ως φαινόμενο της μαζικής κουλτούρας. Ακούγουμε? Ωραία. Πριν απ' όλα, θα ήθελα να δώσω σε λίγες γραμμές το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο είναι τοποθετημένη η διάλεξη. Το Δεκέμβριο του 1893, η Ελλάδα χρειοκοπεί. Είναι το υπερήφημι φράσης του Χαριλάου Τρικούπη, δυστυχώς επτοχεύσαμε. Τον Απρίλιο του 1895, στις εκλογές που γίνονται, ο Χαριλάος Τρικούπης υφίσταται μία συντριπτική ηττα. Εκλέγεται ο Θεόδωρος Δηληγιάννης πρωθυπουργός και μέσα σε συνθήκες κρίσης διπλασιάζει, ανάμεσα στα άλλα βέβαια που κάνει, αλλά αυτό είναι σημαντικό για το πλαίσιο της διάλεξης, διπλασιάζει τις στρατιωτικές δαπάνες και καλλιεργεί την ιδέα ενός πολέμου με την Οθωμανική Τουρκία. Ο φανατισμός ανεβαίνει επικίνδυνα μαζί με την δημαγωγία. Στις αρχές Φεβρουαρίου 1897, ένα ελληνικό στρατιωτικό σώμα αποβιβάζεται στην Κρήτη με σκοπό να στηρίξει τους εξεγερμένους Κρητικούς εναντίον των Οθωμανών. Και αυτό το γεγονός είναι η αφορμή για να αρχίσει σε λίγο ένας πόλεμος, ο Ελληνο-Τουρκικός πόλεμος του 1897, θέατρο και πεδίο μάχης, κυρίως στη Θεσσαλία. Ο πόλεμος αυτός, που επίσημα άρχισε στις 17 Πριλίου 1897 και τελείωσε περίπου 30 μέρες μετά, στις 20 Μαΐου 1897, με συντριβή του ελληνικού στρατού, που οδήγησε σε συνθηκολόγηση, με την παρέμβαση των μεγάλων δυνάμιων βεβαίως, και άλλα αποτελέσματα, καταβολή στρατιωτικών αποζημιώσεων εκ μέρους της Ελλάδας στην Οθωμανική Τουρκία, νέες διαπραγματεύσεις για το μέλλον της Κρήτης, αλλά και για τη ρύθμιση των εθνικών χρεών. Στον πόλεμο αυτό, οι Έλληνες πήγαν εντελώς απροετοίμαστοι, χωρίς τυχιώδεις προμήθειες, χωρίς εξοπλισμό, χωρίς κιάλια, χωρίς χάρτες, χωρίς οργανωμένες μυστικές υπηρεσίες, με ανεκπαίδευτο στρατιωτικό προσωπικό, κυρίως ανεκπαίδευτους αξιωματικούς, σε αντίθεση με τον τουρκικό στρατό, ο οποίος ήταν άρτια εκπαιδευμένος από πρόσωπους αξιωματικούς και εξοπλισμένος με την τελευταία λέξη της γερμανικής τεχνολογίας στα όπλα εκείνη την εποχή. Ανάμεσα στους ήρωες αυτού του πολέμου, μπορούμε να αναφέρουμε τον διάδοχο Κωνσταντίνο, ο οποίος στις πηγές και ιδιαίτερα στις περιγραφές των ξένων ανταποκριτών χαρακτηρίζεται ως ιτοπαθής και ένας αξιωματικός, ο οποίος το μόνο που κάνει είναι να διατάσει συνεχώς υποχωρήσεις, και προφανώς ο ήρωας, ο γενναίος ήρωας ας πούμε του πολέμου αυτού, ο αξιωματικός Κωνσταντίνος Μολένσκι. Αυτός ο σύντομος πόλεμος, που ονομάστηκε και πόλεμος των 30 ημερών, γιατί διήρκυσε, όπως είπαμε, περίπου 30 μέρες, 33 μέρες, ή ακόμη και πόλεμος της Μπανιέρας, γιατί έγινε μέσα σε ένα περιορισμένο, αν θέλετε, χώρο στον κάμπο της Θεσσαλίας. Βεβαίως, ατυχής πόλεμος, από την πλευρά των Ελλήνων, βεβαίως, όπως είπε στην Ελλάδα αυτή τη νύτα, αυτός, λοιπόν, ο πόλεμος πλανιόταν σαν φάντασμα σε μεταγενέστερες φάσεις της ελληνικής ζωής και της ελληνικής ιστορίας, όπως στην επανάσταση στο Γουδί το 1909 και βεβαίως στους βαλκανικούς πολέμους, 12-13. Αυτό είναι, λοιπόν, το πλαίσιο. Ο ελληνοτουργικός πόλεμος δεν θα με απασχολήσει περισσότερο σήμερα, ως γεγονός της στρατιωτικής, της πολιτικής ή της διπλωματικής ιστορίας. Εκείνο που θα με απασχολήσει και θα προσπαθήσω να αποδείξω, στηριγμένος σε ερευνητικά κριτήρια που μου έδωσε πρόσφατη έρευνά μου σε Αμερικανικές Βιβλιοθήκες και Αρχεία, είναι ότι αυτός ο ατυχής πόλεμος, που οι Έλληνες θέλουν να ξεπνούν, σημάδεψε και συνδέθηκε με τις απαρχές της μαζικής κουλτούρας, αυτό που ονομάζουμε mass culture ή pop κουλτούρας, popular, λαϊκής κουλτούρας, στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και αυτό γιατί ήταν το πρώτο πολεμικό γεγονός που συνέπεσε με την εμφάνιση των νέων τεχνολογιών, όπως ο κινηματογράφος και νέων πρωτοκόλων αφήγησης στα μαζικά μέσα της εποχής, στα μαζικά μέσα ενημέρωσης, όπως τις εφημερίδες στα περιοδικά αλλά και στη λογοτεχνία. Ίσως αναρωτηθείτε τι είναι η μαζική κουλτούρα. Υπάρχουν πάρα πολλοί ορισμοί για το τι είναι η μαζική κουλτούρα, αλλά εγώ διαλέγω για να την προσδιορίσω μια φράση που έχει και ένα λογοπέγνιο μέσα. Στα αγγλικά, η εποχή της κατανάλωσης των πολυκαταστημάτων και των διηγημάτων, που σημαίνει των διηγημάτων που πλημμυρίζουν τότε τα περιοδικά και τις εφημερίδες ως αναγνώσματα, τελικά σαν ψυχαγωγικός είδος. Αυτό συνέβαινε όχι μόνο στην Αμερική και στην Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα, και στις εφημερίδες του τέλους του 19ου αιώνα έχουμε μεγάλο μέρος της ύλης τους και των περιοδικών είναι θα λέγαμε λογοτεχνική ύλη, αναγνώσματα, μυθιστορήματα σε συνέχειες, διηγήματα κλπ. Αλλά για να ξαναγυρίσω στον πόλεμο του 1897, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι αυτός ο ατυχής πόλεμος είναι επίσης το πρώτο πολεμικό γεγονός στην ιστορία με πολυμεσικό αποτύπωμα, multimedia θα λέγαμε σήμερα, ένα αποτύπωμα βαθύ που ακόμη και στη δεκαετία του 1920 είναι ορατό τόσο στην μαζική κουλτούρα, γενικότερα σε αυτό που ονομάζουμε pop κουλτούρα της εποχής. Και όταν λέω πολυμεσικό εννοώ ότι ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 αποτέλεσε θέμα και αφογηματικό πλαίσιο σε εκατοντάδες, κυριολογικά δεν είναι πλαιονασμός, ρεπορτάζ, βιβλία, μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιήματα, πολλά από τα οποία υπογράφει ο συγγραφέας και πολεμικός ανταποκριτή Στίβερ Κρέιν, τον οποίον βλέπουμε σε αυτήν εδώ τη διαφάνεια, φορώντας στολή πολεμικού ανταποκριτή, με περίστροφο επίσης, δεν ξέρω αν διακρίνεται, στη Ζώνη και είναι φωτογραφημένος στην Αθήνα σε ένα φωτογραφείο που θα το συναντήσουμε και αργότερα, που ήταν στην γωνία των οδών Ερμού και Νίκης, το φωτογραφείο Μπέριγκερ, ήταν μάλιστα και η φωτογράφη της Βασιλικής Αυλής της εποχής. Πολλά λοιπόν από αυτά τα κείμενα τα υπογράφει ο Στίβεν Κρέιν. Ο πόλεμος όμως αποτυπώθηκε και σε κέρυνες αναπαραστάσεις σε θέατρα του Μανχάταν, σε θεατρικά έργα, σε μιούζικαλ στο Μπροδουέι, φυσικά σε ζωγραφικά πανωράματα και σε φωτογραφίες. Και είναι ο πρώτος πόλεμος που κινηματογραφείται ποτέ και ανακατασκευάζεται σε στούντιο. Θα λέγαμε είναι το πρώτο reconstruction, η πρώτη ανακατασκευή πολεμικού γεγονότος και το πρώτο πολεμικό fake news. Και επειδή αυτή η αναπαράσταση, όπως θα δούμε στο τέλος της διάλεξης όπου θα προβάλλουμε ένα σύντομο βίντεο, έγινε στη Γαλλία σε στούντιο του Ζωσμέλαις και από τον Ζωσμέλαις, ας χρησιμοποιήσω και το γαλλικό όρο του fake, το Actualité reconstituée, δηλαδή ανασυνθεθειμένη επικαιρότητα. Οι ταινίες του Μελλιέες είχαν εγωρήσει τεράστια διάδοση εκείνη την εποχή, παίχτηκαν ακόμη και στην Ινδία, ενώ οι ταινίες από τον πόλεμο του 1897. Η αφήγηση του πολέμου, και αυτό είναι ενδιαφέρον για το πώς διαβάζουμε πολεμικά γεγονότα, ιστορίες που συμβαίνουν στα πεδία της μάχης τότε αλλά και τώρα, η αφήγηση του πολέμου και κυρίως η πολυμεσική αφήγησή του, εγγράφεται επίσης σε ένα πλαίσιο ψυχαγωγικό, αυτό που βρίσκουμε στην θεωρία ως recreational form και μπορεί να συγκριθεί με άλλες ψυχαγωγικές εκφράσεις και μορφές, όπως τα σπορ και ιδιαίτερα το ποδόσφαιρο, κυρίως για αυτή την εποχή, που δεν έχουμε ακόμη όπλα νέου τύπου, όπως τα γνωρίσαμε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, θα τα λέγαμε το εισαγωγικό νόπλα μαζικής καταστροφής, ο πόλεμος αυτή την εποχή μπορεί να μοιάζει και με ποδοσφαιρικό μάτς. Περιγράφοντας στα ρεπορτάζ του και στις δημοσιογραφικές ιστορίες του τον ελληνικοτουργικό πόλεμο του 1897, ένας άλλος Αμερικανός συγγραφέας και δημοσιογράφος, ο Ρίτσαρτ Χαρντιν Ντέιβις, ο οποίος κάλυψε τον πόλεμο ως απεσταλμένος των Times του Λονδίνου, βρετανικού δηλαδή μέσου, παραμίασε τους στρατούς, τον ελληνικό και τον τούρκικο, σαν δύο ποδοσφαιρικές ομάδες που παρατάσσονται για τον αγώνα. Ο Ρίτσαρτ Χαρντιν Ντέιβις ήταν από τους σημαντικότερους Αμερικανούς δημοσιογράφους, μύθοι ιστοριωγράφους και θεατρικού συγγραφής, που με το έργο του έδωσε στον πόλεμο του 1897 μυθοπλαστικό και ψυχαγωγικό κύρος και βεβαίως εμβέλια. Συγκρατήστε αυτή τη φωτογραφία, αυτό το σλάιντι, γιατί αμέσως μετά θα δούμε κάτι άλλο που σχετίζεται με την επίδραση του πολέμου και κυρίως του Στίβεν Κρέντ και του τρόπου με τον οποίο ο Κρέντ έδρασε ως πολεμικός ανταποκριτής στη μαζική κουλτούρα των χρόνων που ακολούθησαν. Περίπου 20 χρόνια μετά τον πόλεμο, το 1915, έχουμε μια ταινία στις Ηνωμένες Πολιτείες, μεγάλου μήκους, βουβή, που λέγεται «The Galloper», «Καλπαστής», «Καλπάζον» σε σκηνοθεσία «Donald McKinsey», που το σενάριό της στηρίζεται σε ένα ομότιτλο θεατρικό έργο του Ρίτσαδ Χαρντιν Δέιβις. Αυτό το έργο είχε παρουσιαστεί το 1906 στη Νέα Υόρκη στο θέατρο Garden Theatre, στο Μανχάταν. Είχε πάρα πολύ μεγάλη επιτυχία. Το 1909 τυπώθηκε σε βιβλίο από τις εκδόσεις Kribners και σήμερα μπορούμε εύκολα να το δούμε, γιατί το έχει ψηφιοποιήσει η Google και μπορούμε να ξεφυλίσουμε αυτό το βιβλίο. Έχει και φωτογραφικό υλικό μέσα και μπορούμε να δούμε πώς ήταν αυτή η παράσταση, πώς αποτυπωνόταν κατά κάποιον τρόπο το ελληνικό θέμα αυτής της παράστασης. Βεβαίως, το φόντο της και ο χρόνος της είναι ο Πόλεμος του 1897. Και αυτό το θεατρικό έργο, το οποίο είχε μεγάλη επιτυχία, την επόμενη χρονιά, το 1907, έγινε μιούζικαλ στο Μπροδουέι με τίτλο «The Yankee Tourist» σε μουσική του Alfred Robin. Στη βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, στην Βουάσικτον, βρήκα ένα ηχητικό απόσπασμα από το μιούζικαλ αυτό και θα είχε ενδιαφέρον να το ακούγαμε. Αλλά η βιβλιοθήκη του Κογκρέσου έχει πολύ ψηλά δικαιώματα και δεν μπόρεσα να πάρω αυτό, αλλά κάποια στιγμή, αν χρειαστεί, μπορούμε να πάρουμε αυτό το μουσικό απόσπασμα, αν μπορεί να το χρησιμοποιήσουμε σε κάτι άλλο. Αυτό, λοιπόν, το μιούζικαλ, είχε τεράστια επιτυχία. Πέχτηκε, για την εποχή, 110 παραστάσεις έδωσε στο θέατρο Astor της Νέας Υόρκης μεταξύ 12 Αυγούστου του 1907 και 9 Νουεμβρίου του 1907. Εδώ βλέπουμε τον πρωταγωνιστή, εδώ είναι ο Steven Crane, και εδώ είναι ο πρωταγωνιστής του γκάλωπερ, ο ηθοποιός Raymond Hitchcock, ένας πολύ γνωστός ηθοποιός της εποχής, ο οποίος παροδεί κατά κάποιο τρόπο τον Steven Crane και είναι εντυμένος ακριβώς με τον τρόπο που ο Steven Crane έγινε γνωστός με τις φωτογραφίες του που έκανε στην Αθήνα στο φωτογραφικό στούντιο του Μπέρνγκερ. Εδώ βλέπουμε μια σκηνή από τη δεύτερη πράξη του έργου «The Galloper». Άνδρες Αθηναίοι λέει ο Steven Crane, ο ήρωας τέλος πάντων, που στο έργο λέγεται Kirk Warren, αλλά όλοι αναγνωρίζουν ότι είναι ο Steven Crane. Θυμηθείτε τον Μαραθώνα και σας ρωτώ τι έχει κάνει, τι έκανε ποτέ το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα για την Ελλάδα. Αλλά έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον, θυμίζει λίγο ο Πειραιάς είναι από πίσω, το λιμάνι του Πειραιά, από όπου φεύγουν για το μέτωπο, για τη Θεσσαλία. Βλέπουμε αυτούς τους φουστανελοφόρους, την ελληνική σημαία και τα λοιπά. Και το πώς είναι, ίσως εδώ δεν φαίνεται πολύ καλά, αλλά το πώς είναι το λιμάνι θυμίζει πολύ πίνακες του Βολανάκη και τα πλοία και τα λοιπά, το ντεκόρ. Και εδώ βλέπουμε την αφίσα του μιούζικαλ την επόμενη χρονιά, στο οποίο παίζει πάλι ο ίδιος ιστοποιός, ο Ρέιμον Τχίτσκοκ, αυτός είναι ο πρωταγωνιστής. Και εδώ βλέπουμε ένα περιοδικό κινηματογραφικό του 1915, που στο εξώφυλλό του διαφημίζει τον Γκάλοπερ, την ταινία αυτή του Μακίνζι. Και στην επόμενη σελίδα είναι μεταγενέστερο τεύχος, που στη δεξιά στήλη, όπως βλέπετε, έχει μια κριτική για την ταινία, που την παρουσιάζει με πολύ καλά λόγια. Ο τουρκικός πόλεμος, λοιπόν, είναι το πρώτο πολεμικό γεγονός που συνδέεται με την πολυμεσική αφήγηση, όπως ήδη είπαμε, αλλά μπορούμε να αναφέρουμε ακόμη τρία γεγονότα, όλα μέσα στο 1897, που συνδέονται και αυτά με την ανάπτυξη της μαζικής κουλτούρας. Δηλαδή, είχαν την ίδια διάδοση και την ίδια μεταγραφή, που είχε και ο πόλεμος του 1897, με τη διαφορά ότι ο πόλεμος του 1897 είναι ο πρώτος πόλεμος που αποτυπώνεται σε τόσα πολλά μέσα και με τόσους πολλούς τρόπους. Ποια είναι αυτά τα γεγονότα? Στις αρχές του 1897 είναι η εξέγερση των Κουβανών κατά των Ισπανών, διεκδικώντας ανεξαρτησία. Το άλλο γεγονός είναι οι εορτασμοί για το Διαμαντένιο Ιοβιλέο της βασίλησας Βικτορίας στο Λονδίνο, τον Ιούνιο του 1897. Διαμαντένιο Ιοβιλέο δηλαδή για τα 60 χρόνια από την ενθρόνηση της Βικτορίας. Και το τρίτο είναι η άφιξη τον Ιούλιο δύο ατμοπλείων, το Excelsior στο λιμάνι του San Francisco και το Portland στο λιμάνι του Seattle, με τους πρώτους χρυσοθήρες που φτάνουν που έχουν φύγει φτωχοί και επιστρέφουν πλούσιοι, που έχουν φύγει φτωχοί για μια νέα περιοχή όπου έχουν βρεθεί κοιτάσματα χρυσού στα σύνορα του Καναδά με την Αλάσκα, το Klondike. Και το 1897 είναι οι πρώτοι που επιστρέφουν. Είναι αυτό που λέμε ποιρετός του χρυσού. Είχαν μεταναστεύσει 100.000 άνθρωποι στα σύνορα Καναδά και Αλάσκα ψάχνοντας για χρυσό στο διάστημα αυτό. Και ήταν μια ιστορία η οποία είχε εξάπιστη φαντασία όλων των ανθρώπων και στην Ευρώπη και στην Αμερική. Μια έρευνα μπορεί να οδηγήσει, σαν και αυτή δηλαδή που έκανα εγώ, μπορεί να οδηγήσει και σε μια αφήγηση. Και αυτή η αφήγηση μπορεί να έχει ήρωα και πλοκοί. Στη δική μου αφήγηση ήρωας είναι ο Στίβεν Κρέιν, ο Αμερικανός συγγραφέας και δημοσιογράφος που κάλυψε εκτεταμένα τον Ελληνο-Τουρκικό πόλεμο. Για τον Κρέιν μια μάχη στην Ελλάδα δεν ήταν μόνο μια δημοσιογραφική ανταπόκριση, ένα ρεπορτάζ, αλλά η αναδημιουργία με όρους της αφηγηματικής τέχνης μιας σύνθετης εμπειρίας. Ψάχνοντας τον Κρέιν μέσα σε αρχεία στις ΗΠΑ, ανακάλυψα έναν άλλον Ελληνο-Τουρκικό πόλεμο του 1897 και βρήκα με έκπληξη όσα σας περιέγραψα πριν από λίγο συνοπτικά. Για μένα με τον Κρέιν είχε αρχίσει μια ερευνητική περιπέτεια. Η αναζήτηση των τακμερίων που το ένας επιγένει στο άλλο και πολλές φορές αναπροσανατολίζει ή αλλάζει τον αρχικό στόχο ήταν κάτι πάρα πολύ ενδιαφέρον. Είναι αυτό που είναι το ενδιαφέρον στην έρευνα. Ξεκινάς να κάνεις κάτι, βρίσκεις ένα τεκμήριο και αυτό σου αλλάζει την οπτική σου και σε αναγκάζει να πας κάπου αλλού. Ο Κρέιν που τον βλέπουμε εδώ σε μία φωτογραφία του 1889 ή του 1890, φορόντας στολί υπολοχαγού, μαθητή στο Hudson River Institute, στο Νιούτζερζι, γιατί καταγόταν από το Νιούαρκ. Είχε γεννηθεί στο Νιούαρκ της Νέας Ιερσέης. Ήρθε στην Ελλάδα στις 8 Απριλίου με πλοίο από την Μασαλία και έμεινε εδώ έως το τέλη Μαΐου του 1897. Δηλαδή ήρθε πολύ πριν τον πόλεμο γιατί περιμένανε ότι θα γίνει αυτή η σύγκρουση και έμεινε αρκετές μέρες αφού ο πόλεμος τελείωσε. Η συνθηκολόγηση υπογράφτηκε στις 20 Μαΐου. Πρωτοσυνάντησα τον Κρέιν όταν δούλευα το βιβλίο μου δημοσιογράφος ή ρεπόρτερ, η αφήγηση της ελληνικής εφημερίδες. Ερευνώντας εκεί για το πώς οι εφημερίδες αφηγήθηκαν τον πόλεμο που ήταν ένα από τα κατεξοχή αφηγηματικά πεδία του τύπου όπως ξέρουμε μαζί με το αστυνομικό δελτίο και με το κοινωνικό περιθώριο, ήρθα σε επαφή με τα κείμενα του Κρέιν από την Ελλάδα ενώ με τις ανταποκρίσεις του από την Ελλάδα. Ένα υλικό τεράστιο πολύ μεγάλο το οποίο όμως ήταν εντελώς άγνωστο. Είναι εντελώς άγνωστο στη χώρα μας. Αποφάσισα να ασχοληθώ μαζί του και είδα ότι η μεγαλύτερη αρχαιακή συλλογή είναι στο Πανεπιστήμιο Κολάμπια της Νέας Υόρκης στο τμήμα σπανίων βιβλίων και χειρογράφων της βιβλιοθήκης Μπάτλερ του Πανεπιστήμιου. Πριν τηλεφωνήσω στην συνάδελφο Κάρεν Βανδάικ από το πρόγραμμα ελληνικών σπουδών του Κολάμπια και να διερευνήσω τη δυνατότητα και να δουλέψω στη Νέα Υόρκη και στο αρχείο, έψαξα να βρω τι έργο του Κρέιν υπάρχει στα ελληνικά, από τα λογοτεχνικά του έργα εννοώ, και δεν βρήκα τίποτα. Όταν ο Κρέιν ήρθε στην Ελλάδα, ήταν μόλις 26 ετών, αλλά κιόλας μια συγγραφική διασημότητα στις ΗΠΑ και στη Βρετανία, ήταν πολύ διάσημος και στη Βρετανία, γιατί ήταν ο συγγραφέας του μυθιστορήματος «The Red Badge of Courage», δηλαδή το κόκκινο σημάδι του θάρους, ένα μυθιστόρυμα για τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο, που ο μεγάλος Αμερικανός κριτικός Χάρολ Μπλουμ, το έχει χαρακτηρίσει ως την πιο ομυρική πρόζα που έχει γραφτεί ποτέ από ο Αμερικανός συγγραφέας, δίνοντας έτσι έμφαση στα επικά χαρακτηριστικά της αφήγησης που βρίσκει στο μυθιστόρυμα αυτό. Ο Κρέιν ήταν μια βιρωνική μορφή, ψηλός, αθλητικός, ωραίος, αλλά και μεγάλος Μποέμ και τυχοδιώκτης, μονίμος σάφραγγος και βουτηγμένος στις καταχρύσεις. Μάλλον κάπνιζε και όπιο, όπως πολλοί άλλοι στην εποχή. Είχε γεννηθεί το 1871 σε μια οικογένεια μεθοδιστών, αυστηρά μεθοδιστών, στο Νιου Ιαρκ του Νιου Τζέρζι και πέθανε το 1900 από φυματίωση στη Βαββαρία, όπου στην Αγγλία ζούσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, αλλά πήγε στη Βαββαρία μήπως τα βουνά, όπως ξέρουμε τα μαγικά βουνά, τον θεραπεύσουν. Ζούσε στο Σάρει τα τελευταία χρόνια της ζωής του, έφυγε από την Αθήνα και εγκαταστάθηκε στην Αγγλία. Δηλαδή έκανε ένα ταξίδι ως ανταποκριτής στον Αμερικανο-Ισπανικό πόλεμο του 1898 και επέστρεψε στην Αγγλία. Υπάρχει και ένα ανέκδοτο εδώ. Όταν έκανα την έρευνα στο Κολάμπια, τα αρχαία του είναι 21 μεγάλα κουτιά, στο κουτί 16 ήταν πάρα πολύ βαρύ, δηλαδή βιβλιοθηκάριος μου το έφερνε έτσι σκυμμένη από το βάρος και ήταν περίεργη και αυτή να δει τι υπάρχει μέσα στο κουτί που είχε και το ανοίξαμε και ήταν μέσα κόκκινα τούβλα από το σπίτι του στο Νιου Τζέρζι, τα οποία ήταν και αυτά στοιχεία του αρχείου του. Και αυτό δείχνει επίσης πώς λατρεύεται ένας συγγραφέος. Όταν έχεις τέτοια αντικείμενα στα αρχεία του σημαίνει ότι κάτι παραπάνω είναι από ένα αρχείο. Υπάρχει δηλαδή ένας τα αντικείμενα που τον χαρακτηρίζουν, ίσως λειτουργούν και ως λατρευτικά. Το αερινό εξάμινο του 2017 έφυγα τελικά για τη Νέα Υόρκη, σαν φέλο στο Κολάμπια, για να δουλέψω στο αρχείο Κρέιν. Λίγες μέρες πριν φύγω, κάνοντας μια βόλτα στο μοναστηράκι, βρήκα σε ένα παλαιοπωλείο την έκδοση του μυθιστορήματος «The Red Badge» ως το κόκκινο σήμα της παλικαριάς, στη σειρά ατλαντής εκλεκτά βιβλία τσέπης σε μετάφραση Κέσαρος Εμμανουήλ, αχρονολόγητη έκδοση. Μετά από αυτό το έβρημα, άρχισα να ψάχνω λίγο περισσότερο και βρήκα στη σειρά κλασικών εικονογραφημένων τρία ακόμη βιβλία, τρία ακόμη βασισμένα σε κείμενα του Κρέιν. Βεβαίως, το σήμα του Θάρους, «Stefan Crain» τον λένε, που ήταν από τα πρώτα που βγήκαν στη σειρά των κλασικών που στη συνέχεια έψαξα. Δηλαδή, χρονολογίζεται στη δεκαετία του 1950, 51 βγαίνουν το πρώτο κλασικό εικονογραφημένο στη σειρά στην Ελλάδα. Και μετά, η περιπέτεια ναυαγών, όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά, το «open boat», το οποίο είναι ένα μεγάλο διήγημα στηριγμένος στην εμπειρία του Steven Crain, που ναυαγεί με ένα πλοίο, το Commodore, που επιστρέφει από την Κούβα στην Αμερική και περιγράφει, όχι την περιπέτεια, αλλά το πώς μέσα σε αυτή τη βάρκα επιβιώνουν τέσσερις άνθρωποι. Ο ίδιος, ο ανταποκριτής δηλαδή, τον οποίον έχει πολύ ενδιαφέρον για τη μετάφραση, και επειδή βλέπω εδώ και μεταφραστές, στα αγγλικά βέβαιος είναι «the correspondent», αλλά στα κλασικά εικονογραφημένα του «open boat», της περιπέτειας ναυαγών, «the correspondent» μεταφράζεται ως «αλληλογράφος». Οπότε, διαβάζοντας το «αλληλογράφος», προσπαθείς να δεις τι είναι αυτό το επάγγελμα τέλος πάντων, αλλά είναι ο ανταποκριτής δηλαδή. Είναι ο ανταποκριτής, είναι ο μάγειρας, είναι ο λιπαντής και ο καπετάνιος του πλοίου, οι οποίοι επιβιώνουν σε αυτή τη βάρκα και ουσιαστικά είναι ένα μεγάλο δίγημα για τη σχέση αυτών των ανθρώπων. Και το άλλο είναι το γαλάζιο παντοχείο, «the blue hotel», το οποίο είναι πάλι ουσιαστικά μια ιστορία στα όρια. Είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά βιβλία της ανακάλυψης, ο μύθος του «far west» είναι σε αυτό το βιβλίο, το πέρασμα των συνόρων και προς το άγνωστο. Και εδώ πάλι έχουμε μια ιστορία συνύπαρξης των ανθρώπων, ανδρών κυρίως, είναι ανδρικές ιστορίες αυτές, σε ένα γαλάζιο παντοχείο στην Εμπράσκα, ενώ μετακινούνται προς τη δύση. Έτσι, με αυτά τα ευρήματα θεώρησα ότι η μοίρα, τέλος πάντων, μου λέει ότι πρέπει να συνεχίσω με τον Στίβεν Κρέιν και όντως συνέχισα. Το έργο του Κρέιν συνδέεται με τέσσερις θεματικές περιοχές, που είναι ταυτόχρονα τέσσερις μίζωνες δυνάμεις που μεταμόρφωσαν τον Αμερικανικό βίο και τις πολιτισμικές αναζητήσεις και αγωνίες των Αμερικανών στη δεκαετία του 1899, δηλαδή στο τέλος του 19ου αιώνα. Αυτές είναι πρώτον ο Αμερικανικός εμφύλιος, δεύτερον ο τρόπος με τον οποίον πέρασε στη μαζική κουλτούρα και κυρίως στις εφημερίδες και στη λογοτεχνία οι δύο μεγάλοι τοπικοί πόλεμοι της εποχής, ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος. Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος για εμάς είναι ο ατυχής πόλεμος, αλλά είναι πολύ σημαντικός. Αυτό συγκινητοποίησα για αυτό που λέμε pop culture της εποχής. Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 και ο Αμερικανο-Ισπανικός του 1898. Τρίτον είναι η εκδιομηχάνιση, η μετανάστευση, η ανάπτυξη των πόλεων, το κοινωνικό περιθώριο, για τα οποία ο Κρέιν έχει γράψει. Ένα από τα πρώτα του βιβλίου είναι «Μάγκη, το κορίτσι στων δρόμων», που αναφέρεται στο κοινωνικό περιθώριο του Μανχάταν, στο Μπάουερι. Εκεί μια συνεικεία όπου έφτανε πολλοί μετανάστες με tenements, πρόχειρες κατασκευές, με αγκληματικότητα, αλλά και άλλα πράγματα. Και τέταρτον, ο μύθος του West, δηλαδή το πέρασμα των συνόρων, τόσο των συνόρων της γεωγραφίας, όσο και των εσωτερικών συνόρων μέσα μας. Επίσης ο Κρέιν με τα κείμενά του από την Ελλάδα, όχι μόνο τα ρεπορτάζα, αλλά και τα μυθοπλαστικά έργα του, όπως θα δούμε στη συνέχεια, τροφοδότησε και έναν οριενταλιστικό λόγο, μια οριενταλιστική ριτορική, κυρίως στη σχέση με τον Τούρκο, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Ο Κρέιν, όπως είπα, αποβιβάζεται στον Πειραιάς της 8ου Απριλίου 1897. Ταξίδεψε με το ατμόπλιο Γκουαντιάνα στη γραμμή Μασαλία-Πειραιάς, το οποίο όμως έκανε μία αλλαγή στην πορεία του για να πάει στην Κρήτη, καθώς μετέφερε αλληλογραφία για το στόλο των μεγάλων δυνάμιων, που ήταν εκκυροβολημένος εκεί στον κόλπο της Σούδας, γιατί βρισκόμαστε επίσης σε μία κατάσταση εξέγερσης και στην Κρήτη. Στην Αθήνα ο Κρέιν συναντά τη σύντροφό του, Κόρα Τέιλορ Στιούαρτ, Κόρα Τέιλορ το πατρικό της, Στιούαρτ το όνομα του άντρα της, από τον οποίο δεν πήρε ποτέ διαζύγιο, δεν της έδωσε ποτέ διαζύγιο, την οποία ο Κρέιν είχε γνωρίσει στο Τζάξονβιλ της Φλόριντας, όταν έφτασε μετά το ναυάγιο του Κόμοντο, την γνώρισε σε ένα χώρο που ο ίδιος σύγχναζε πάρα πολύ, όχι μόνο στη Φλόριντα αλλά και αλλού. Η Κόρα ήταν ιδιοκτήτρια ενός πορνίου, ήταν ιδιοκτήτρια ενός μπορντέλου στο Τζάξονβιλ, το οποίο το ονόμαζε, το ονόμαζαν, ο Hotel de Dream, γαλώ εαγγλικά, έτσι. Συναντάει λοιπόν, αυτός έρχεται με πλοίο στην Αθήνα, η Κόρα μαζί με μια φίλη της, έρχονται δια σιδηροδρόμου, παίρνουν το Orient Express, φτάνουν στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί παίρνουν πλοίο και κατεβαίνουν στον Πύρρια. Συναδιώνται στην Αθήνα και μένουν στο ξενοδοχείο το Grand Hotel d'Angleterre, βλέπουμε εδώ ένα επιστολόχαρτο του ξενοδοχείου, το οποίο βλέπετε διαφημίζεται ότι έχει ηλεκτρισμό σε όλους τους τους χώρους, ήταν μία μοντέρνο ξενοδοχείο της εποχής, μένουν λοιπόν σε αυτό το ξενοδοχείο. Η Κόρα αποτελεί και αυτή μέλος μιας τετραμελούς ομάδας απεσταλμένων της εφημερίδας The New York Journal. Είναι μια από τις δύο μεγάλες λαϊκές εφημερίδες Αμερικής, η άλλη είναι η New York World, η New York Journal είναι εκδότης της ίνω Χέρστ και της New York World εκδότης της ίνω Πούλιτζερ, είναι οι δύο μεγάλοι αντίπαλοι, αν θέλετε ανταγωνιστές εκδότες που έχουν μείνει και στην ιστορία για διάφορους λόγους ο καθένας. Τετραμελής λοιπόν η ομάδα της New York Journal, ο Stephen Crane, η Cora, ο John Bass που είναι ο επικεφαλής της ομάδας και ένας άλλος ακόμη δημοσιογράφος, ο Julian Ralf. Ο Bass και ο Ralf είναι αυτοί που καλύπτουν κυρίως την επικαιρότητα του πολέμου γιατί ο Stephen Crane λειτουργεί ως ανταποκριτής star. Είναι ελεύθερος να γράφει ό,τι θέλει και άλλωστε όπως είδαμε σε πολλά από κόμματα της εποχής, το κοινό που διαβάζει τον Crane ενδιαφέρεται όχι για τον πόλεμο αυτόν καθ' αυτό αλλά για το πώς ο Crane δράσ' το πεδίο της μάχης. Δηλαδή ο Crane είναι ο ήρωας του ρεπορτάζ και όχι τόσο αυτά που συμβαίνουν. Η Cora, Stuart, που στέλνει ανταποκρίσεις με το ψευδόνυμο ημωγένει Κάρτερ, είναι η πρώτη γυναίκα πολεμική ανταποκρίτρια στον κόσμο. Και ο Ελληνοτουρτικός Πόλεμος του 1897 είναι και ο πρώτος πόλεμος που περιγράφεται από την γυναικεία οπτική γωνία συνηβιτά. Δηλαδή διαφημερίδες διαφημίζουν ότι στέλνουμε μια γυναίκα για να δουν τον πόλεμο, που μέχρι τώρα είναι μια αντρική υπόθεση, από τη ματιά των γυναικών. Επομένως, ακόμη μια πρωτιά αυτού του πολέμου. Αυτή η ομάδα της journal αποτελεί μέρος ενός τεράστιου πλήθους απεσταλμένων, σε έναν τοπικό πόλεμο, τεράστιο πλήθος ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα. Ξεπερνούν τους 130, οι δημοσιογράφοι, συγγραφείς και φωτογράφοι που καλύπτουν τον πόλεμο. Ανάμεσά τους και οι διασημότερες υπογραφές εκείνη την εποχή της Ευρώπης και της Αμερικής. Τώρα αναρωτιόμαστε γιατί αυτός ο πόλεμος αποδεικνύεται τόσο δημοφιλής, γιατί σειρέουν τόσοι δημοσιογράφοι στην Ελλάδα. Ασφαλώς η απάντηση βρίσκεται στο ότι είναι το πρώτο πολεμικό γεγονός που συμπίπτει με την εμφάνιση των νέων τεχνολογιών. Θα δούμε στη συνέχεια εκτός από τον κλιματογράφο και άλλες τεχνολογίες. Αλλά είναι μόνο αυτό. Εδώ μπορούμε να κάνουμε μια υπόθεση εργασίας, η οποία τροφοδοτείται και ενισχύεται από την αρχαϊκή έρευνα. Η σύγχρονη Ελλάδα και η σύγχρονη Αθήνα, η σύγχρονη εννοώ τότε, για πρώτη φορά από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, έχουν αποκτήσει ορατότητα αυτό που λέμε visibility στην θεωρία της επικοινωνίας. Το αποφασιστικό και κρίσιμο γεγονός για αυτό το visibility είναι οι Ολυμπιακοί αγώνες του 1896, που είχαν προκαλέσει το πρώτο μεγάλο κύμα δημοσιογραφικών αποστολών στην Αθήνα. Μεγάλα κείμενα, φωτογραφίες, σχέδια και ζωγραφικές αναπαραστάσεις, που δημοσιεύονται το 1896 σε εφημερίδες και περιοδικά, όπως μεγάλα περιοδικά της εποχής, όπως είναι το Scribner's ή το Harper's, για να δώσω δύο παραδείγματα μαζικής εμβέλειας, κάνουν την Αθήνα και την Ελλάδα προορισμό. Είναι ένα destination, θα λέγαμε, με σύγχρονη ερμηνεία του όρου η Αθήνα. Τότε είναι που ο Αμερικάνος πρόξενος, ο George Horton, γράφει τον οδηγό Modern Athens, με εικονογράφηση του Αμερικάνου ζωγράφου Corwin Napp-Linson και την ίδια χρονιά εκδίδεται και ένας οδηγός, ο Bendeker, ο περίφημος αυτός γερμανικός οδηγός, εκδίδει για πρώτη φορά έναν οδηγό για την Ελλάδα το 1889, ο οποίος γνωρίζει μια επιτυχία και επανεκδίδεται, κάνει δεύτερη έκδοση το 1894, αλλά είναι οδηγός για την Ελλάδα. Το 1896 έχουμε για πρώτη φορά οδηγό της Αθήνας και των εγγύσεις περιχώρων της. Ο οδηγός αυτός του Χόρτων έγινε πολύ δημοφιλής και πολλά σχέδια που είχε φτιάξει τότε ο Λίνσον για τον οδηγό αυτό, τα βλέπουμε ακόμη και σήμερα σε δημοπρασίες. Εδώ βλέπουμε δύο σχέδια του Λίνσον. Το ένα είναι σύγχρονης Αθήνας, αριστερά είναι ένα παπουτσίδικο, όπως στην Εόλου, μπορούμε να διαβάσουμε ακόμη και το όνομα του υποδηματοποιού Δημήτριος Τζαμτζής και το άλλο είναι μία εικόνα από το Ζάπιο που έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον, γιατί αν τη μεγενθύνουμε, ας πούμε εδώ θα βρούμε αυτή την παρέα, αυτός διαβάζει την αιστεία, μπορούμε να δούμε δηλαδή, έχουν πολύ ενδιαφέρον εδώ αυτή που είναι σαν κρυφή φύση, αν μπορέσουμε να μεγενθύνουμε, έχει πολύ ενδιαφέρον να δούμε τις λεπτομέρειες του ντισίματος, είναι μία σειρά φωτογραφιών, μάλλον σχεδίων του Λίνσον, είναι πολύ πολύ ενδιαφέρον για την Αθήνα αυτής της εποχής. Ο Λίνσον είχε εικονογραφεί επίσης μία εκτεταμένη αφήγηση για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων, που είχε γράψει ο διευθυντής της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών, τότε ο Ρούφας Ρίτσαλσον, και είχε δημοσιευτεί στο Scribner's. Ο Κρέν και ο Λίνσον ήταν φίλοι, ήταν συμμαθητές στο Πανεπιστήμιο των Συρακουσών, στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης, ήταν συμφυτητές για κάποιο διάστημα εκεί και λίγο πριν ο Κρέν έρθει στην Ελλάδα, συναντήθηκε με τον Λίνσον στο Μανχάταν για να του ζητήσει πληροφορίες για την Αθήνα. Ο Λίνσον του σύστησε τον οδηγό Μπέντεκερ, του είπε όμως ότι θα ήταν καλύτερα να ψάξει να βρει στην Αθήνα τον Αμερικανό Πρόξενο Χόρτον, που όπως λέει ο ίδιος ο Λίνσον σε ένα αφήγημά του για τον Κρέν, το οποίο υπάρχει στα αρχεία του Κολάμπια, θα ψάξεις να βρεις τον Χόρτον, του είπε, που γνωρίζει τα πάντα για την Αθήνα και για την Ελλάδα από την τιμή του λαδιού μέχρι που θα βρεις κάποιον για να σου δώσει ρετσινάτο αν ξεδιψάσεις. Και υπάρχει μια μεγάλη ανάλυση γιατί είναι το ρετσινάτο και οι μαστίχα και όλα αυτά τα σχετικά. Στα αρχεία του Κρέν βρήκα όμως έναν άλλον Αμερικανό και όχι τον Χόρτον. Ήταν αυτός, ήταν ο Εμπενίζερ Αλεξάντερ που ήταν ο Πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Ελλάδα, στη Ρουμανία και στη Σερβία με έδρα την Αθήνα. Ο Αλεξάντερ είχε διοριστεί Πρεσβευτής στην Αθήνα το 1893 από τον τότε Πρόεδρο Κλίβελαντ των ΗΠΑ και έμεινε στην Αθήνα ως το καλοκαίρι του 1897, τέσσερα χρόνια. Σπανίως άφησε την Αθήνα για τις άλλες πρωτεύουσες και τις άλλες περιοχές στις οποίες ήταν υπεύθυνος, άλλωστε όπως ξέρουμε από τις αφηγήσεις και περιγραφές η Αθήνα ήταν μια πάρα πολύ ευχάριστη πόλη, ιδιαίτερα το χειμώνα. Είχε πολύ πλούσια κοινωνική ζωή, καταπληκτικά δείπνα, χωροεσπερίδες, χωρούς μεταμφιεσμένων, φαγητά κτλ. Η Αμερική τότε δεν ήταν υπερδύναμη που γνωρίσαμε αργότερα, ήταν μια χώρα βέβαια μεγάλη που δηλάνιγονταν στον κόσμο και έκανε προσεκτικά βήματα ακόμη και στις διπλωματικές της σχέσεις και έτσι ήθελε να στέλνει στις χώρες που την εκπροσωπούσε στις διπλωματικές της αποστολές ανθρώπους που να ξέρουν τον χώρο, να ξέρουν τον τόπο. Και ο Εμπεν Αλεξάντερ ήξερε πάρα πολύ καλά την Αθήνα, ήταν ένας φίλος της Ελλάδας γιατί ήταν καθηγητής ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας στο Τσαππελχίλ και εκεί βρίσκεται και το αρχείο του και όχι στο State Department όπως βρίσκονται τα αρχεία των άλλων πρεσβευτών. Ακριβώς επειδή ήταν πρεσβευτής εκπροσωπικότητων και η βασική του ιδιότητα ήταν καθηγητής και εκεί επέστρεψε όταν έφυγε από την Αθήνα. Ο Αλεξάντερ υποδέχτηκε και περιέθαλεψε τον Στίβεν και την Κόρα εδώ στην Ελλάδα, έκανε τα πάντα για να τους διευκολύνει το δημοσιογραφικό έργο τους και τους έφερε σε επαφή με μέλη της αθηναϊκής κοινωνίας, με λέσκες, με συλλόγους και τα λοιπά. Εδώ βλέπουμε αριστερά μια επιστολή γραμμένη στα ελληνικά του Εμπεν Αλεξάντερ για την Κόρα που ζητάει να την εξυπηρετούν όπου και αν πηγαίνει και αριστερά δεξιά μάλλον βλέπουμε μία γράμμα της Ένωσης Ελληνίδων που το υπογράφει σε επόμενη σελίδα, είναι πολυφυσέργειο το γράμμα, η Πρόεδρος της Ένωσης, η κυρία Πάλη, που έχει και ενδιαφέρον για τις πληροφορίες, αλλά εμένα με βοήθησαν πάρα πολύ αυτά τα γράμματα για να χρονολογήσω και όλα στην παρουσία του Κρέην στην Ελλάδα και να φτιάξω ένα χρονολογικό δρομολόγιο των μετακινήσεων. Η επιστολή του που έχει 16-18 Απριλίου 1897 βεβαιώνει άλλες πηγές και έτσι τεκμηριώνω τις χρονολογίες. Ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο ο Εμπεν Αλεξάντερ παρουσιάζεται στο αρχείο του Κρέην μου δημιούργησε την πεποίθηση ότι έπρεπε να δω και το αρχείο του αυτό. Υπέθεσα ότι θα υπήρχαν πολλά πράγματα για τη σύγχρονη Αθήνα και για το visibility της σύγχρονης πόλης. Έτσι το έβρημα αυτό άλλαξε το ερευνητικό μου πρόγραμμα και με έφερε στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας στο Τσαππελχίλ όπου βρίσκεται το αρχείο του Αλεξάντερ και πραγματικά με αντάμιξε αυτό το μακρύ ταξίδι γιατί ήταν μερικές πάνω από 2.000 μίλια για να φτάσω εκεί. Βρήκα εκεί λοιπόν μια πλούσια επιστολογραφία στην οποία υπήρχαν και ορισμένα ενδιαφέροντα υλικά όπως αυτό το γράμμα της Σοφίας Λίμαν που καλεί την κυρία Αλεξάντερ, το στέλνει από η Κυφισιά για δείπνο στο σπίτι και δεξιά ένα γραμματάκι του πρίγκιπα Ανδρέα ο οποίος καλεί ένα από τα παιδιά του Αλεξάντερ να παίξουν γιατί του λέει φεύγω από την Ελλάδα, πηγαίνω στη Ρωσία όπως η Όλγα ήταν και τα λοιπά και φεύγω την τρίτη του λέει και το γράφει στην τρίτη, όλα τα ελληνικά γιατί δεν ξέρω πώς λέγεται αυτή η λέξη στα αγγλικά και δεν ξέρω αν βλέπετε τη λέξη τρίτη εκεί. Εκτός λοιπόν από την επιστολογραφία και αυτό το υλικό το οποίο μας βοηθάει να ανασυνθέσουμε αν θέλετε μια κοινωνική ζωή της εποχής υπάρχει στο αρχείο αυτό ακόμη μια τεράστια συλλογή με όλες τις επισκεπτήριες κάρτες των διασημοτήτων που είχαν έρθει στην Αθήνα για τους Ολυμπιακούς αγώνες έτσι έχεις λοιπόν το αποτύπωμά τους μερικές κάρτες από αυτές έχουν και κάποιο σημείωμα επάνω μια σημείωση και έχουν πολύ ενδιαφέρον να τις δεις όλες αυτές και μια πολύ ωραία συλλογή φωτογραφιών για την Αθήνα, της σύγχρονης Αθήνας. Ο Αλεξάντες ήταν βέβαια βασικό συντελεστής της επιτυχίας των Ολυμπιακών αγώνων και ήταν αυτός τον οποίον οφείλουμε το ότι ήρθαν στην Αθήνα Αμερικανοί αθλητές που ήταν κυρίως φοιτητές κολεγίων, έτσι, Αμερικανικών Πανεπιστημίων. Διάλεξα από αυτή τη συλλογή φωτογραφιών που είναι πάνω από 20 να σας δείξω 3 που μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση δεν ξέρω είναι εδώ η κυρία Κωνσταντίνου από το φωτογραφικό αρχείο του Μουσείου Μπενάκη, δεν ξέρω αν τις ξέρει, αυτή είναι μια φωτογραφία από την πλατεία Κολονακίου της Αθήνας, είναι η σύγχρονη Αθήνα. Εδώ είναι μια φωτογραφία του Παναθηναϊκού σταδίου που έχει πολύ ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες αν τις μεγερθύνουμε, η άμαξα που είναι εδώ, το καφενείο που φαίνεται ότι λειτουργεί εκεί και τραπεζάκια, άνθρωποι που κάθονται, έχουν πολύ ενδιαφέρον αυτές οι περιφράξεις, εδώ είναι κάποιον μικροπολιτή, δεν ξέρω αν είναι, δεν θυμάμαι τι, το είχαμε εγκενθύνει αλλά δεν θυμάμαι ακριβώς τι είναι, γενικά έχει πάρα πολλές ωραίες πολύ ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες αυτός αυτή η φωτογραφία και εδώ είναι μια επίσης πολύ ενδιαφέρουσα φωτογραφία της οδού Εόλου γιατί μπορούμε να δούμε και τους ανθρώπους περπατούν και το πως είναι εντημένοι αλλά και τις επικραφές καταστημάτων και είναι πολύ ενδιαφέρουσα η οπτική γωνία από όπου είναι τραβηγμένη αυτή η φωτογραφία. Επομένως η Αθήνα λοιπόν είναι πραγματικά ένας προορισμός και δεν είναι μια άγνωστη πόλη, ήδη από τους Ολυμπιακούς του 1896 η σύγχρονη Αθήνα έχει αρχίσει και ελκύει όχι τουρίστες με την έννοια που λέμε σήμερα αλλά ανθρώπους που εκείνη την εποχή ταξιδεύουν. Θα γυρίσω όμως στο 1897. Είναι μια κομβική χρονιά σε σχέση με τις τεχνολογικές κοινοτομίες και επινοήσεις αλλά και σε σχέση με αυτό που ονομάζουμε αλλαγή του δημοσιογραφικού παραδείγματος που οδηγεί και σε αλλαγές σε ό,τι ονομάζουμε αφηγηματικό πρωτόκολλο δηλαδή πως αφηγούμαστε έναν πόλεμο, το περιθώριο, την εργατική τάξη κτλ. Ας δούμε αυτές τις νέες τεχνολογίες πριν απ' όλα. Ο κινηματογράφος για τον οποίο θα μιλήσουμε περισσότερο σε λίγο. Οι νέες τεχνολογίες εκτύπωσης που επιτρέπουν το τύπομα ημιτωνικών φωτογραφιών στα ταχυπιεστήρια των εφημερίδων συμβάλλοντας στη δημιουργία του φωτορεπορτάζ και χάρη σε αυτή την τεχνική που αποδίδει τις ενδιάμεσες αποχρώσεις ημιτωνική φωτογραφία, οι εφημερίδες γίνονται οικονογραφημένες, πλούσια οικονογραφημένες. Μέχρι τότε οικονογραφημένες ήταν τα περιοδικά, τώρα έχουμε και τις εφημερίδες. Μία άλλη επινόηση είναι ο ασύρματος τηλέγραφος και η πρώτη εταιρία ασύρμα της επικοινωνίας που ο Γουλιέλιμος Μαρκόνι ιδρύει στο Λονδίνο τον Ιούλιο του 1897, είναι η Wireless Telegraph & Signal Company. Τώρα στα θέματα της μαζικής κουλτούρας και του ελεύθερου χρόνου μπορούμε να αναφέρουμε ακόμη τη βελτίωση του ποδηλά του με ισομεγέθη στροχούς και ελαστικά που απορροφούν τους κραδασμούς, με σαμπρέλες δηλαδή, φουσκωτές, την τεράστια διάδοση της φορητής φωτογραφικής μηχανής, της CODAK, που ήταν η εμπορική επειονομία που έγινε συνώνυμη του αντικειμένου, των ατομικών στερεοσκοπίων, που ήταν μια παλιότερη εφεύρεση, δηλαδή από τα μέσα του 19ου αιώνα, από το 1850, αλλά που αυτή την εποχή γίνονται μαζικά και μάλιστα προσφέρονται ως δώρα σε κουτιά διμητών. Σε κουτιά διμητριακών, σε κουτιά τσαγιών, μπορείς να τα παραγγείλεις σε καταλόγους, τα mail-order καταλόγους και τα λοιπά. Η στερεοσκοπική φωτογραφία, θα δούμε στη συνέχεια ένα παράδειγμα, είναι κατά κάποιον τρόπο ένας πρόδρομος του τρισδιάστατου, γιατί δίνει βάθος στη φωτογραφία και στη λήψη. Και ένα άλλο σημαντικό γεγονός για τη μαζική κουλτούρα είναι η μεγάλη διάδοση των συσκευών προβολής γυάλινων διαφανιών, η λεγόμενη μαγική φανή, τα Magic Lanterns, τα οποία γνωρίσαμε έτσι, έγιναν δημοφιλία από την ταινία του Bergman, που δίνουν την ευκαιρία, η μαγική φανή για τον πολλαπλασιασμό των δημοσίων θεαμάτων και των δημοσίων προβολών. Θα πω δύο-τρία πράγματα για το ποδήλατο, γιατί συνδέεται, είναι ακόμη μια πρωτιά του Ελληνο-Τουρκικού πολέμου. Το ποδήλατο αποκτά συμβολική σημασία που συνδέεται με την ελευθερία της κίνησης και κατά προέκταση με την ατομική ελευθερία, αλλά και με την εξίσωση των φίλων, δηλαδή θεωρείται ως ένα μέσο που η γυναίκα έρχεται, εξισώνεται με τον άντρα και μπορεί και αυτή να κυκλοφορεί ελεύθερα στους δρόμους με το ποδήλατό της. Συνδέεται και με τον πόλεμο του 1897, καθώς θεωρείται ότι σε αυτόν τον πόλεμο το ποδήλατο χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ως μέσο μετακίνησης στο πεδίο της μάχης. Στη Θεσσαλία, από έναν Βρετανό πολεμικό ανταποκριτή, τον Βίλφριο Πόλοκ, που κάλυπτε τις εχθροπραξίες για λογαριασμό της βρετανικής εφημερίδας Morning Post, «οθηνός ταχυδρόμος» όπως τον μετέφραζαν τότε στα ελληνικά. Στις αρχές του φθινοπόρου του 1897 πολλές από αυτές τις ανταποκρίσεις γίνονταν βιβλία, είναι τεράστια η βιβλιογραφία για τον πόλεμο, όχι μόνο στα αγγλικά αλλά και στα γαλλικά και στα γερμανικά, αυστριακά της Γερμανίας και στα ιταλικά και στα τουρκικά. Έχουμε μια Τουρκάλα, μια δημογραφό της εποχής, δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή το όνομά της, που έρχεται και γράφει για αυτό τον πόλεμο από την πλευρά βεβαίως των Τούρκων. Στις αρχές του 1897 κυκλοφορεί στο Λονδίνο το βιβλίο του Πόλοκ, «War on the Wheel», που μεταφράστηκε και δημοσιεύτηκε σε συνέχεια στην εφημερίδα «Ακρόπολη» σε Σπερινή, η εφημερίδα «Ακρόπολη» του Βλάση Γαβριλίδη, για μια τριετία περίπου εξέδιδε και ένα απογευματινό φύλο, το οποίο θα λέγαμε σήμερα ήταν πιο light, πιο αναγνωσματικό. Αυτό το βιβλίο δημοσιεύτηκε σε περίπου 20 ή τόσες συνέχειες από τις 8 έως τις 30 Οκτωβρίου του 1897 με τίτλο «Ο πόλεμος και το ποδήλατο», «Ο ελληνικός πόλεμος ορώμενος από το ποδήλατο». Το βιβλίο του Πόλοκ είναι, όπως σας είπα, από τα πολλά για τον πόλεμο του 1897, που μεταφράζονται και δημοσιεύονται στις ελληνικές εφημερίδες, εμπλουτίζοντας έτσι και τα ελληνικά αναγνώσματα με λογοτεχνικούς όρους, θα έλεγα, καθώς αρκετές από τις μεταφράσεις αυτές είναι πολύ υψηλής ποιότητας. Οι μεταφράσεις τότε δεν υπογράφονταν, αλλά ξέρουμε ότι τις έκαναν μερικοί πολύ γνωστί συγγραφείς της εποχής, ανάμεσά τους ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και μια λεξιλογική και υφολογική έρευνα που έκαναν ο Νί Δέλτα Τριανταφυλλόπουλος και η Λαμπρινή Τριανταφυλλοπούλου, κόρη του, έδειξαν ότι ο Παπαδιαμάντης ήταν μεταφραστής αρκετών κειμένων για τον πόλεμο και ήταν και μεταφραστής και αυτού του βιβλίου του Πόλοκ για τον πόλεμο του 1897 ορωμένου από ποδηλά του. Ένα μικρό απόσπασμα για να δείτε πόσο γίνεται τελικά ελληνική λογοτεχνία και παπαδιαμαντικό αυτό το βιβλίο. Εν το μεταξύ τοποδήλατον έκυτο κατά το πλήστον του χρόνου αργών ακουμβημένων εις τον τείχον του παρεκκλησίου παρα τους πόδας του βραχόδους υψώματος, εδοκίμασα διαφόρους βραχείας εκδρομάς εις τα μονοπάτια της γειτονίας με σκοπό να επισκεφθώ τους αποτέρους ελληνικούς σταθμούς αλλά δεν επέτυχα πολύ. Νομίζω ότι περισσότερο από Πόλοκ είναι αντί για Πόλοκ και περισσότερο από Παπαδιαμάντης. Αλλά ας επιστρέψω στον κινηματογράφο. Ξέρουμε πλέον με απόλυτη βεβαιότητα, χάρις τη διδακτορική διατριβή του Στίβεν Μπότομορ που υποστηρίχτηκε το 2007 στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης στην Ολλανδία, ότι ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897 ήταν ο πρώτος που κινηματογραφήθηκε ποτέ από τον Φρεντερίκ Βιλέ, έναν Βρετανό ανταποκριτή περιοδικών και εφημερίδων και επίσης ήταν ο πρώτος που αναπαραστάθηκε κινηματογραφικά και έγινε fake, όπως τα λέγαμε σήμερα, από τον Ζώζ Μελιές. Ο Φρεντερίκ Βιλέ είναι αναμφισβήτητα ο πρώτος πολεμικός κινηματογραφιστής. Η έρευνα εντόπισε στοιχεία για 13 ταινίες και σκηνές που αποκαλούνται animated photographs, κινούμενες δηλαδή φωτογραφίες από την Κρήτη και από τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897, από τις οποίες όμως δεν έχει διασωθεί καμία. Μπορούμε να έχουμε παρόλα αυτά μια ιδέα για το πώς ήταν αυτές οι ταινίες, από πλάνα φωτογραφίες που αποτελούν μέρος της εικονογράφησης ενός αυτοβιογραφικού τόμου που ο Βιλέ εξέδωσε το 1902. Αντίθετα, έχουν σωθεί δύο από τις σκηνοθετημένες ταινίες του Μελιές. Η μία λέγεται «Η πτώση του Τύρναβου» και η άλλη λέγεται «Ναυμαχία στην Ελλάδα», που μπορούμε να τις δούμε και σήμερα στο YouTube και να μελετήσουμε τους μηχανισμούς της κατασκευής τους. Αυτές οι ταινίες γυρίστηκαν στο στούντιο του George Méliès έξω από το Παρίσι, στο Montreux-sur-Bois, που θεωρείται ότι είναι και το πρώτο κλιματογραφικό στούντιο στον κόσμο. Γυρίστηκαν στο Μάιο του 1897, γιατί τέλος Μαΐου έχουν αρχίσει και προβάλλονται, επομένως κάπου στα μέσα Μαΐου. Οι ταινίες γνώρισαν τεράστια διάδοση, καθώς τις βρίσκουμε με διαφορετικούς τίτλους σε πολλούς καταλόγους γραφείων εκμετάλλευσης στη Βρετανία, στην Ιρλανδία, στη Γερμανία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμα και πολύ μετά το έτος της παραγωγής τους. Για παράδειγμα, στις Ηνωμένες Πολιτείες τη βρίσκουμε σε ένα κατάλογο διανομής ταινιών της Star Films, το 1903. Οι ταινίες προβάλλονται φυσικά ως επίκαιρα, αλλά και ως ψυχαγωγικά θεάματα, όπως διαπιστώνουμε και από την περιγραφή της ταινίας «Ναυμαχία στην Ελλάδα» ή «Η ελληνική φρεγάτα Γεώργιος βομβαρδίζει το χειρό της Πρέβεζας», στον κατάλογο της αγγλικής εταιρίας Warwick Trading, όπου περιγράφεται ως «A humorous subject full of action» η ταινία αυτή. Προβαλώνταν όχι μόνο σε κλειστούς χώρους ή περιφραγμένους χώρους, ορισμένους δηλαδή χώρους, αλλά ήταν και υλικό περιοδευόντων θεαμάτων σε διάφορες χώρες της Ευρώπης αλλά και στην Αμερική και όπως ήδη είπα είχαν προβληθεί ακόμη και στην Ινδία, προφανώς στον Απικιακό στρατό, τον Αγγλικό. Οι απαρχές της μακράς σχέσης πολέμου και κινηματογράφου ή κινούμενης εικόνας είναι ο Ελληνο-Τουρκικός Πόλεμος του 1897 και ο πόλεμος αυτός είναι επίσης ο πρώτος που οπτικοποιήθηκε σε τέτοια έκταση. Ακόμη μια προτιά του πολέμου αυτό είναι ότι το πρώτο πακέτο πολεμικών φωτογραφιών που πωλήθηκαν ποτέ σε εφημερίδες και περιοδικά από το πρακτορείο Underwood είναι ένα πρακτορείο που δημιουργήθηκε το 1880 στο Κάνσας, στην Οτάβα του Κάνσας από τους αδερφούς Underwood. Είχε θέμα τον πόλεμο αυτό, είναι το πρώτο πακέτο το οποίο μπορούμε να το βρούμε σήμερα. Είναι 96 φωτογραφίες οι οποίες βρίσκονται στο αρχείο της Library of Congress στην Βάσινγκτον. Αυτό ήταν ένα από τα μεγαλύτερα πρακτορεία παραγωγής και διάθεσης στερεοσκοπικών φωτογραφιών στις ΗΠΑ και σε όλο τον κόσμο, γιατί είχαν παραρτήματα σε πάρα πολλές πόλεις επίσης της Ευρώπης. Η αποστολή μου στην Ελλάδα την οποία την έκανε ο ίδιος ο Underwood, ο Baird, έδωσε την ευκαιρία σε αυτό το φωτογραφικό πρακτορείο να τραβήξει φωτογραφίες όχι μόνο από τον πόλεμο αλλά και από την καθημερινότητα της χώρας, όπως θα δούμε σε λίγο. Εδώ βλέπουμε αριστερά μια συγκέντρωση, έχουν αρχίσει και έρχονται τα μηνύματα της ETA από τον πόλεμο του 1897 και εδώ έχουμε μια μεγάλη συγκέντρωση διαμαρτυρίας, θα λέγαμε, έξω από το Παλάτι. Και διάλεξε αυτή τη φωτογραφία γιατί στις ανταποκρίσεις του Steven Crane υπάρχει ένα κείμενο που αναφέρεται σε αυτή τη συγκέντρωση λέγεται «Ο άνθρωπος με το λευκό καπέλο». Γιατί σε αυτή τη συγκέντρωση βγήκε κάποιος με λευκό καπέλο, μάλλον ένας πολιτικός ή ένας γερουσιαστής της εποχής και μίλησε. Δεξιά βλέπουμε μια οικογένεια Ελλήνων, ένα ζευγάρι Ελλήνων στην Καλαμπάκα πριν φύγει, πριν φύγει λόγω του πολέμου, όπου φιλοξενήθηκαν το συνεργείο του Μπερτ Άντεργουτ και έχει πολύ ενδιαφέρον γιατί προφανώς είναι άρχοντες του Κάμπου, όπως τα λέγαμε σήμερα, γιατί μπορούμε να δούμε το πώς είναι ντυμένη, τα έπιπλα του σπιτιού τους και τα λοιπά. Περισσότερο αστικό εσωτερικό σπιτιού παρά ένα σπίτι στην Καλαμπάκα. Εδώ βλέπουμε πώς ήταν η στερεοσκοπική φωτογραφία, δηλαδή η τεχνική είναι το ένα μάτι βλέπει αριστερά, το άλλο δεξιά, μέσα από το στερεοσκόπιο και δημιουργεί την αίσθηση του βάθους. Εδώ είναι ένα σώμα Μακεδόνων στην Καλαμπάκα επίσης και αυτό του Άντεργουτ. Και από εκεί, δεν ξέρω αν είναι του ίδιου του Άντεργουτ ή είναι κάποιος άλλος όμως που την εμπορεύει το Άντεργουτ, νομίζω ότι είναι του ίδιου του Άντεργουτ. Και εδώ βλέπουμε μια φωτογραφία καθημερινότητας και είναι βοσκοί που φέρνουν να πουλήσουν αρνιά στο ναύπλιο. Βλέπουμε δηλαδή τα αρνιά που είναι επίσης το 1897, αν ήταν χαμηλότερα τα φώτα θα βλέπουμε καλύτερα, που επίσης έδωσαν την ευκαιρία να δείξουν μια καθημερινότητα της Ελλάδας που ήταν κάτι πρωτόγνωρο, γιατί μέχρι τότε η Ελλάδα ήταν κυρίως τα αρχαία ερήπια, οπότε καταλαβαίνεται το σοκ, το λέω με τη θετική έννοια, των ανθρώπων της εποχής να βλέπουν τη σύγχρονη χώρα, η οποία ήταν έτσι κι αλλιώς μυθοποιημένη. Η οπτικοποίηση περιάβανε επίσης ζωγραφικά πανωράματα, όπως ένα πανώραμα ενός Γερμανού ζωγράφου του Κάρλ Γκόκς, που παρουσιάστηκε πολύ στη Γερμανία, ή στατικές αναπαραστάσεις με κέρινα ομοιώματα, μια πολύ γνωστή στατική αναπαράσταση ενός τη βιβλιογραφία, λέγεται «Ο βασιλεύς Γεώργιος της Ελλάδος», η οποία παρουσιαζόταν για πάρα πολύ καιρό στη διάρκεια του πολέμου στο Enden Museum, ένα θεατρικό χώρο στο Μανχάταν, και δίπλα βλέπουμε πώς έδειχνε μια τέτοια παράσταση. Αυτή είναι μια άλλη κέρινη παράσταση με κέρινα ομοιώματα που λέγεται «The Rulers», ηγέτες δηλαδή της εποχής, και ανάμεσά τους μπορούμε να βρούμε και τον βασιλιά Γεώργιο της Ελλάδας. Πήγαιναν λοιπόν το κοινό εκεί, περιαργαζόταν τα κέρινα ομοιώματα με συνοδεία μουσικής ήταν αυτά τα θεάματα και βλέπαν τις ενδυμασίες, όλες αυτές τις σκηνές. Είπα πριν ότι το 1897 είναι έτος αλλαγής ή και σύγκουρσης των δημοσιογραφικών παραδειγμάτων. Από τη μια έχουμε τη δημοσιογραφία της δράσης, το Journalism of Action όπως είχε ονομαστεί, που καλλιεργούν οι μεγάλες λαϊκές εφημερίδες, οι λεγόμενες και κίτρινος τύπος, από τότε υπάρχει, άλλωστε αυτές οι εφημερίδες ονομάστηκαν κίτρινος τύπος, οι εκδότες Χέρστ και Πούλιτζερ. Σύμφωνα με το παράδειγμα αυτό οι εφημερίδες δεν παρατηρούν αλλά μετέχουν στα γεγονότα και πολλές φορές δημιουργούν τα γεγονότα. Και το άλλο παράδειγμα είναι της εφημερίδας The New York Times, που μας λέει ότι αυτό που πρέπει, η δημοσιογραφία πρέπει να είναι μερόλυπτη, βασισμένη στα γεγονότα. Οι δημοσιογράφοι δεν πρέπει να παίρνουν μέρος στα γεγονότα και πρέπει να τα δίνουμε αντικειμενικότητα, δεν είναι μια μέθοδο ουσιαστικά για το πώς μπορείς να περιγράψεις μια κατάσταση που συμβαίνει. Και τότε, το 1897, οι New York Times στις 10 Φεβρουαρίου του 1897 βάζουν δίπλα στον τίτλο τους τη βινιέτα The New York Times όλες οι ειδήσεις που αξίζει να τυποθούν. Είναι μια βινιέτα που τη βλέπουμε ακόμη και σήμερα να τυπώνεται στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας. Αλλά το πρώτο παράδειγμα, το Journalism Faction, δημοσιογραφία της δράσης, ζητάει από τους δημοσιογράφους ή από τους storytellers, τους αφηγητές, να είναι κατά κάποιον τρόπο να δίνουν εκτεταμένα κείμενα, μεγάλες ιστορίες για τους αναγνώστες τους και έτσι οι εφημερίδες προσλαβάνουν τότε συγγραφής για να κάνουν αυτές οι ιστορίες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, Steven Crane προσελίφθη για να περιγράψει τον ελληνικουργικό πόλεμο και ένας άλλος μεγάλος Αμερικανός συγγραφέας, ο Mark Twain, στέλνεται στο Λονδίνο για να περιγράψει το Ιωβιλέο, το διαμαντέρνιο Ιωβιλέο της Βασίλης της Βικτωρίας. Και μάλιστα είναι τόσο, αν θέλετε, έντονη η επίδραση που έχει πλέον η οπτικοποίηση των αφηγήσεων, κυρίως μέσα τις φωτογραφίες, που ο Mark Twain κάνει την εξής παρατήρηση για τους ιωρτασμούς του Ιωβιλέου, ότι αυτή είναι γεγονός για κόντακ, εννοεί για φωτογραφίες, παρά για πένα. Ότι η φωτογραφία δηλαδή θα αποτύπωνε καλύτερα το γεγονός αυτό. Εκείνο που έχει σημασία, όμως, είναι ότι είτε στο ένα παράδειγμα είτε στο άλλο, η εμπειρία του reporter είναι κρίσιμο στοιχείο για τη διαμόρφωση της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας. Οι εφημερίδες δίνουν σχήμα στη λογοτεχνία. Το βλέπουμε αυτό στην περίπτωση του Stephen Crane, αλλά και άλλων συγγραφέων της εποχής, όπως του Frank Norris ή του Theodore Dreiser και βεβαίως του Ernest Hemingway, που όλοι έχουν την εμπειρία της εφημερίδας. Αλλά ας ξαναβρούμε τώρα τον Stephen Crane και τη διαδρομή του στην Ελλάδα, που έχει νομίζω ενδιαφέρον για τη γεωγραφία της μετακίνησής του. Όπως είπαμε, φτάνει στην Αθήνα 18 στις αρχές Απριλίου και στις 18 Απριλίου φεύγει από την Αθήνα για την Ήπειρο, για το δυτικό μέτωπο του πολέμου, το οποίο δεν έχει τόσο ενδιαφέρον, αλλά έχει πολύ ενδιαφέρον για το έργο του Crane, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Στις 27 Απριλίου επιστρέφει στην Αθήνα. Στις 30 φεύγει με την Κώρα, τον John Bass και τον Richard Harding Davis, ανταποκριτή των Times του Λονδίνου, με προορισμό τη Θεσσαλία, το ανατολικό μέτωπο. Πλοίο έως στη Χαλκίδα, από εκεί άλλο πλοίο για τη Στυλίδα και από εκεί με ζώα και με αμάξια για τη Λαμία. Στις 2 Μαΐου η δημοσιογραφική ομάδα αναχωρεί μια αμάξια για το Δομοκό. Καθοδόν συναντούν εκατοντάδες πρόσφυγες που φεύγουν για να σωθούν. Από το Δομοκό φεύγουν για τα Φάρσαλα όπου η Κώρα, εφοδιασμένη με τη συστατική επιστολή του Ebene Alexander, προσδοκά ότι θα κάνει μια συνέντευξη με τον διάδοχο Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος ήταν τότε... όλοι ήθελαν να κάνουν μια συνέντευξη με τον Κωνσταντίνο. Ήταν μια διασημότητα, ας πούμε. Αλλά ο Crane δεν την ακολουθεί γιατί αρρωσταίνει από δισεντερία και μένει στον βόλο. Και έτσι χάνει την πρώτη μέρα της μάχης του Βελεστίνου, της πιο ίσως συμπαντικής μάχης του πολέμου. Στις 5 Μαΐου φτάνει τελικά στον Βελεστίνο και προλαβαίνει τη μάχη. Αλλά στις 6 Μαΐου ο διάδοχος διατάσσει πιστοχώρηση. Ο Crane και η Κώρα επιστρέφουν στον βόλο. Στις 10 Μαΐου παίρνουν πλοίο για τη Χαλκίδα, το οποίο είναι γεμάτο από γυναικόπεδα πρόσφυγες. Στην Αθήνα φωτογραφίζονται με στολή ανταποκριτή στο φωτογραφικό στούντιο του Μπέριγκερ. Εδώ βλέπουμε αριστερά τον Steven Crane καθυστό με τον John Bass, τον αρχηγό της αποστολής. Και αριστερά και δεξιά βλέπουμε την Κώρα. Και έχουν ενδιαφέρον οι επιγραφές και βλέπουμε δηλαδή το λογότυπο του φωτογραφείου και τα λοιπά. Στις 17 Μαΐου ο Steven και η Κώρα φεύγουν και πάλι προς το δωμοκό. Με το ταχυδρομικό πλοίο, όταν λέμε ταχυδρομικό πλοίο, ήταν πλοία που νοικιάζαν οι εφημερίδες για να μεταφέρουν τα τηλεγραφήματα. Και αυτό έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον γιατί μετέφεραν, ας πούμε, το τηλεγράφημα από μια περιοχή που δεν υπήρχε τηλεγραφείο σε μια περιοχή που υπήρχε τηλεγραφείο για να το στείλουν. Με το ταχυδρομικό λοιπόν πλοίο που είχε ανικιάσει η ανταγωνίστρια εφημερίδα, η New York World, του Pulitzer και που το έθεσε στη διάθεσή τους ένας απεσταλμένος της εφημερίδας, ο Σιλβέστες Κόβελ, ο οποίος ήταν επίσης πολύ διάσημος την εποχή Αμερικάνων Δημοσιογράφων και Συγγραφίας. Αλλά στις 18, τελικά δεν μπορούν να μείνουν εκεί πολύ, επιστρέφουν πάλι στην Αθήνα με ένα στενοφόρο πλοίο, το Santa Marina, το οποίο μετέφερε 800 πληγωμένους στρατιώτες. Στις 20 γίνεται η συνθηκολόγηση και το ζεύγος Κρέιν αναχωρεί από την Ελλάδα στο τέλος Μαΐου με προορισμό την Αγγλία. Στα κείμενά τους βρήκα ότι τους συνόδευαν ένα κουτάβι που μάζεψαν κάπου στη Θεσσαλία και δύο ορφανά αδέρφια που τα περιμάζεψαν επίσης στη Θεσσαλία. Ο Κρέιν άφησε ένα μεγάλο κόρπο σκημένων για τον ελπιτουργικό πόλεμο, 17 ρεπορτάζ, πολλά από τα οποία είχαν σχέση με την ψυχολογία του πολέμου, συνεντέχεις στρατιωτών, έχουμε πολλές συνεντέχεις στρατιωτών, πολύ ενδιαφέρουσες, αλλά και με το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα στην Ελλάδα, περιγραφές πολιτικών συγκεντρώσεων, το ανατολικό ζήτημα, ή με την κριτική της νοοτροπίας των πολεμικών ανταποκριτών και των υπερβολών τους που δημοσιεύτηκαν σε πολλές εφημερίδες των ΗΠΑ και της Βρετανίας, γιατί ο Κρέιν δούλευε με το σύστημα του syndication, δηλαδή έγραφε κάτι και αυτό αναδημοσιευόταν από πολλές εφημερίδες και περιοδικά, δεν ήταν μόνο σε μια εφημερίδα. Αυτό το κείμενό του για τις νοοτροπίες των πολεμικών ανταποκριτών και τις υπερβολές τους έχει πολύ ενδιαφέρον, γιατί έχει σχέση και με τις υπερβολές που βλέπουμε σήμερα, άλλου τύπου. Για παράδειγμα, κριτικάρει έναν ανταποκριτή, ο οποίος περιγράφει ότι φτάνει στη Λάρισα με τρομερή ζέστη, είναι μια πόλη που περιβάλλεται από μία αφιλόξενη και αχανή έρημο, και από τη δίψα και την τρομερή ζέστη μπροστά του πέφτουν νεκρά πέντε άλογα, το οποίο είναι προφανώς με τεράστια υπερβολή. Επίσης, αναφέρεται σε έναν άλλον Αμερικανό ανταποκριτή που λέει έφτασε στην Αθήνα και είδε ότι αυτό που θεωρούν Παρθενώνα και Ακρόπολη είναι τόσο μικρό που δεν αξίζει κανείς να ασχοληθεί μαζί του, είναι πολύ μικρότερο από ένα οποιοδήποτε κτίριο στο Μανχάταν. Και ο Κραίν ουσιαστικά κριτικάρει ας θέλετε αυτές τις υπερβολές των ανταποκριτών. Εδώ βλέπουμε πώς το αρχείο του Κολάμπια είναι τα κείμενα του Κραίν, δηλαδή βλέπουμε το χειρόγραφο. Αυτό είναι το χειρόγραφό του, το ρεπορτάζι του για το ανατολικό ζήτημα, το οποίο είναι γραμμένο μισό από αυτόν και μισό από την κόρα. Δηλαδή ο γραφικός χαρακτήρας. Και κάθε κείμενο έχει αυτή την αιτικέτα επάνω που λέει ακριβώς τι είναι αυτό και τα λοιπά και τα λοιπά. Έτσι είναι τα κείμενά του μέσα στο αρχείο. Στα κείμενα λοιπόν τα δημοσιογραφικά τα 17 κείμενα του Κραίν που αν εκδίδονταν θα ήταν ένα βιβλίο 150 σελίδων. Δηλαδή είναι πολύ μεγάλες οι ανταποκρίσεις. Θα πρέπει να προσθέσουμε και τα τέσσερα ρεπορτάζ της Κώρα Στιουαρτ Κραίν. Κραίν δεν παντρεύτηκε ποτέ τον Κραίν αλλά τους λέγαν το ζεύγος Κραίν, η οποία υπέγραφε όπως είπαμε ως υμογένη Κάρτερ. Και έχει ενδιαφέρον γιατί μια λεξικολογική έρευνα που έχει γίνει έχει δείξει από ειδικούς του Κραίν του Παρεπιστημίου της Βυργίνια ότι πολλά κείμενα της υμογένης Κάρτερ ουσιαστικά είναι κείμενα του Κραίν. Τα έχει γράψει ο ίδιος δηλαδή, προφανώς για να βοηθήσει στη συμβία του. Αλλά όπως είπαμε δεν ήταν μόνο τα ρεπορτάζ του. Ο Κραίν προχώρησε και στην μυθοπλαστική αφήγηση του ελληνικού τουρκικού πολέμου με ένα μυθιστόριμα, το active service. Εδώ βλέπουμε μια διαφήμιση μετά το θανατό του από ένα ενεκδοτικό οίκο της Νέας Υόρκης που αναφέρεται και στο active service. Ένα δίγημα, το Death and the Child, θάνατος και το παιδί, που συγκαταλέγεται στον κανόνα του αμερικανικού short story και τουλάχιστον ένα πήμα για τον ελληνο-τουρκικό πόλεμο του 1897, το Blue Battalions, τα μελαγχολικά συντάγματα. Το active service, να σας πω λίγο την ιστορία του, ο ήρωας του active service είναι πολεμικός ανταποκριτής, έχει μια αυτοβιογραφική αν θέλετε διάσταση, ο Ρούφους Κόλεμαν, έρχεται στην Ελλάδα για να καλύψει τον πόλεμο, αλλά στην Ελλάδα βρίσκεται όμως και η αγαπημένη του, η Marjorie Wainwright, η οποία είναι η κόρη ενός αρχαιολόγου που έρχεται στην Ελλάδα με αρχαιολογική αποστολή. Κατά κακή τους τύχη αποκλείονται εντός Οθωμανικής επικράτειας κάπου έξω από την Άρτα. Οπότε ο Κόλεμαν κάνει τα πάντα για να σώσει την αγαπημένη του και δεν είναι αποδεκτός όμως από τους γονείς της, γιατί αυτός είναι ένας δημοσιογράφος και ο δημοσιογράφος αυτή την εποχή δεν έχει κύρος, ενώ αυτός είναι ένας αρχαιολόγος. Κάνει λοιπόν τα πάντα για να σώσει την αγαπημένη του και να γίνει και αποδεκτός από την οικογένεια της Marjorie. Αλλά και κακή του τύχη, εκτός από τους Τούρκους έχει να αντιμετωπίσει και την μη ανταγωνίστρια του, η οποία είναι και η ερωτική ανταγωνίστρια της Marjorie, την Nora Black, που είναι μια δημοσιογράφος που της στέλνει μια Αμερικανική εφημερίδα για να καλύψει τον πόλεμο από τη γυναική αοπτική. Αυτή είναι έτσι απλοϊκά ιστορία, το λέω πολύ απλοϊκά, αλλά είναι ένα πολύ ειρωνικό μυθιστόριμα, το οποίο σήμερα ακριβώς επειδή τα θέματά του είναι οφειλετικά και πολιτισμικά άλλος, το πώς περιγράφεται ο Τούρκος σε αυτό το μυθιστόριμα έχει πολύ ενδιαφέρον, περιγράφεται ως ο άλλος, ο μαύρος, ο άγνωστος, οι ορδές κτλ. Υπάρχει όλη αυτή η ερωτελιστική οπτική. Επομένως είναι πολύ ενδιαφέρον το θέμα αυτό του οφειλετικά και πολιτισμικά άλλου. Είναι το θέμα της χειραφέτησης της γυναίκας, η Nora Black, η ανταγωνίστρια, που είναι και η σεξουαλική χειραφέτηση ταυτόχρονα. Είναι η σύγκρουση μεταξύ της κουλτούρας των ελίτ, οι επιστήμες, οι αρχαιολόγοι και της μαζικής κουλτούρας, το μυθιστόριμα εφημερίδας. Ίσως για αυτό αυτό το μυθιστόριμα επανεκτιμάται σήμερα τα λεγόμενα post-colonial studies και transgender studies, που ξανασυζητάνε αυτά τα κείμενα αυτής της εποχής. Το διήγημα Death and the Child, που το αποθετεί και αυτό στη Θεσσαλία, το active service είναι σε όλη την Ελλάδα και στην Αθήνα. Έχει φοβερές σκηνές, περιγραφές με ταξίδι με το σιδηρόδρομο από την Πάτρα, που έχει, λέτε, τέτοια ταχύτητα αυτός ο σιδηρόδρομος που κινείται με το ρυθμό της βοηδάμαξας και τα λοιπά. Στο Death and the Child ο ήρωας είναι επίσης πολεμικός ανταποκριτής, όχι όμως Αμερικανός, είναι Ιταλός, ο Πέζα, ο οποίος αποφασίσει να περάσει την κόκκινη γραμμή και να πάρει μέρος στον πόλεμο. Ο πατέρας του είναι ελληνικής καταγωγής, γιατί ξυπνάει μέσα του η καταγωγή και η ταυτότητα και να πάρει μέρος στον πόλεμο με την πλευρά των Ελλήνων. Αλλά παίρνοντας μέρος στον πόλεμο, βλέποντας τους νεκρούς και τα λοιπά, παθαίνει μια μεγάλη κρίση συνείδησης και μια μεταστροφή και αποφασίζει να εγκαταλείψει την παιδιάδα και να ανέβει στο βουνό. Το βουνό τώρα είναι το Πήλιο, είναι ένα βουνότερο σπάντο της Θεσσαλίας. Και εκεί στο βουνό έρχεται αντιμέτωπος με ένα παιδί που το έχουν εγκαταλείψει οι γονείς του, γιατί έχουν φύγει ή έχουν σκοτωθεί οι γονείς του, δεν ξέρουμε, δεν διευκολυνίζεται, το οποίο βόσκει τα κουπάδι του μέσα σε μια εξοπραγματική, αν θέλετε, ατμόσφαιρα που μοιάζει με τη μυθική Αρκαδία. Και εξοπραγματική υπάρξει και αυτό το παιδί. Και το πρώτο που ρωτάει αυτόν τον άνθρωπο είναι αν είναι άνθρωπος. Are you a man, το ρωτάει, είναι μια συγκλονιστική ερώτηση που μπορούμε να πούμε ότι σηματοδοτεί την αλλαγή σε αυτό που ονομάζουμε aesthetics of war, στην αισθητική του πολέμου. Δηλαδή από αυτό που στην βιβλιογραφία των aesthetics of war ονομάζουμε war sublime, δηλαδή από αυτό το καθυλοντικό μεγαλείο που εξαφανίζει τον άνθρωπο, σε εξανθρωπισμό και σε ανθρώπινη συνθήκη. Δηλαδή εκεί ο ήρωας ανακαλύπτει τελικά ότι είναι άνθρωπος, ότι είναι ένα άτομο, ότι είναι ένας άνθρωπος. Έτσι ο Κρέιν δημιουργεί αυτό που ήδη ονομάσαμε νέο αφηγηματικό πρωτόκολλο και το οποίο θα δούμε να επαναλαμβάνεται σε όλες τις αφηγήσεις για τους μεταγενέστερους πολέμους. Μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι η αφηγηματοποίηση του Ελληνο-Τουρκικού πολέμου του 1897 δημιούργησε τους τρόπους για την αφήγηση όχι μόνο των τοπικών πολέμων που ακολούθησαν, δηλαδή του Αμερικανο-Ισπανικού του 1898, του πολέμου των Μπόερς στη Νότια Αφρική, των βαλκανικών πολέμων, αλλά και για τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και βεβαίως για τη μικρασιατική εκστρατεία. Μπορούμε να πούμε ότι οι ανταποκρίσεις του Hemingway κατάκονται απευθείας από τον Κρέν. Ο Κρέν μυθοποιήθηκε, είδαμε προηγουμένως τον Κέρκ Γουόρεν, δηλαδή πώς τον παρόδυσαν στο θέατρο και στο μιούζικαλ. Στη διάρκεια του 20ου αιώνα έχουμε μια μυθιστορυματική βιογραφία του Κρέν που λέγεται The Dark Rider, ο μαύρος σκοτεινός καβαλάρης που παραπέμπει σε μια ποιητική συλλογή του Κρέν, The Black Riders. Έχουμε επίσης σε μια παροδία σχετικά πρόσφατα ενός άγγλου συγγραφεία του Victor Davis, όπου ο Κρέν έχει εξαφανιστεί κάπου στην Κούβα και ο Sellag Holm με τον Watson αναλαμβάνουν να τον βρουν. Και τελευταία βεβαίωση ο Paul Oster ανακοίνωσε ότι έχει προχωρήσει αρκετά και σύντομα θα έχουμε μια βιογραφία του από τον Paul Oster. Θα κλείσω με δύο μικρο ιστορίες που ουσιαστικά είναι αυτές που εμπλωτίζουν την έρευνα για τη μεγάλη ιστορία. Αν μου επιτρέπεται η λέξη, εξανθρωπίζουν τα τεκμήρια. Είπα ότι ο Stephen Crain και η Κώρα έφυγαν από την Ελλάδα με ένα κουτάβι που το ονόμασαν Βελεστίνο γιατί το βρήκαν μετά τη μάχη του Βελεστίνου. Μία από τις ωραίες ανταποκρίσεις του Crain έχει τίτλο «The Dogs of War». Πραγματικά διαβάζοντας αυτό το κείμενο αντιλαμβάνεσαι ότι στον πόλεμο όπου συνηθίζουμε να διαβάζουμε για τους ανθρώπους υποφέρουν και τα ζώα. Θα ήθελα να πω τώρα ότι υπάρχει στα τελευταία χρόνια μια πολύ μεγάλη στροφή στην ιστοριογραφία βάζοντας τα ζώα στο προσκύμι, σαν υποκείμενα της ιστορίας. Ένα από τα πιο πρόσφατα επιτυχημένα βιβλία πάνω στο θέμα αυτό, ιστορική έρευνα, είναι η έρευνα για την ευθανασία χιλιάδων σκύλων και γατιών όταν αρχίζει ο δεύτερος παγκόσμινος πόλεμος στο Λονδίνο. Δηλαδή χιλιάδες Λονδρέζοι σκοτώνουν τα ζώα τους για να μην υποφέρουν από τους βοβαρδισμούς και τα λοιπά που θα ακολουθήσουν. Και αυτό είναι μία πρώτη μεγάλη ιστορική έρευνα που βάζει τα ζώα στο προσκύμιο σαν υποκείμενα. Μαθαίνουμε από τα κείμενα ότι φεύγουν με ένα κουτάβι που το ονομάζουν Βελεστίνο και με δύο ορφανά παιδιά δίδυμα. Τα αδέλφια Αντώνιο και Κωνσταντίνο Πτολεμαίους. Εγώ νομίζω ότι αυτές οι ιστορίες ήταν κατασκευασμένες γιατί πολλοί τότε συγγραφείς έβαζαν τέτοιες ιστορίες και δημοσιογράφοι στα κείμενά τους για να δημιουργήσουν μία συγκίνηση, να ενθαρρύνουν και να διευρύνουν το ανθρώπινο ενδιαφέρον και τα λοιπά. Αλλά τελικά η αρχιακή έρευνα έδειξε ότι τα αδέλφια Πτολεμαίου υπήρχαν και έφυγαν με τους Κραίν για την Αγγλία ως υπηρέτες. Τους πήραν μαζί τους ως υπηρέτες. Στη αρχία Κραίν στο Κολάμπια βρήκα αυτή την κάρτα του Αντώνιου Πτολεμαίου, του κύριο και κυρία Κραίν από Αντώνιον Πτολεμαίον με τα γράμματα της εποχής, με την ορθογραφία που ήξερε το παιδί αυτό, δεν ξέρω τι σχολείο είχε πάει. Βρήκα λοιπόν αυτή την κάρτα του Αντώνιου Πτολεμαίου και αυτά στα αρχεία Κραίν στο Κολάμπια. Και αργότερα επειδή έκανα έρευνα και σε ένα άλλο κομμάτι αρχείων Κραίν που υπάρχει στο Πανεμπιστήμιο των Συρακουσών στο βορρά της πολιτείας της Νέας Υόρκης, από που κυρίως εκεί υπάρχουν αρχεία πολλών μελετητών του Κραίν, βρήκα και τα ύχνη του Κωνσταντίνου Πτολεμαίου. Κραίν, επειδή δεν μπορούσαν να κρατήσουν και τα δύο παιδιά ως υπηρέτες, δεν είχαν και ποτέ λεφτά, δάνησαν ή έδωσαν τον Κωνσταντίνο Πτολεμαίου σε έναν γείτονά τους στο Σάρεη της Αγγλίας όπου εγκαταστάθηκαν, στον Έντουαρτ Πιζ, ο οποίος ήταν ο γραμματέας της Φαβιανής Εταιρείας εκείνη την εποχή, μιας εταιρείας σοσιαλιστικών τάσεων, που ίδρυσε το London School of Economics, όπως ίσως ξέρετε. Λοιπόν, βρήκα φωτογραφία του Κωνσταντίνου με τα δύο παιδιά του Πιζ σε μεγαλύτερη ηλικία, σε αυτό το κάρο με το Γαϊδούρι ή το Μπουλάρι και δίπλα, ίδιας εποχής προφανώς, δεν είναι σωστά χρονολογημένη η φωτογραφία στο αρχείο, είναι μερωτηματικό, με τα δύο παιδιά του Πιζ μπροστά στην πόρτα της κατοικίας τους στο Σάρεη. Και ο Βελεστίνο, ο σκύλος, τον βρήκα κι αυτόν στα ίδια αρχεία στις Ιρακούσες. Ο κακομύρης αυτός δεν είχε τόσο καλή τύχη. Πέθανε τον Αύγουστο του 1897 από μόρβα και θαύτηκε κάτω από ένα ροδόδεντρο στο Σάρεη, φορώντας το κολάρο που του είχε χαρίσει ο Σιλβέστερ Σκόβελ, ο ανταποκριτής της Ανταγωνίστριας Εφημερίδας, στην πεδιάδα της Θεσσαλίας. Και αυτή είναι η φωτογραφία του Βελεστίνου που έχει από κάτω ένα σχόλιο και προφανώς κάπου είχε δημοσιευτεί γιατί υπάρχουν τα στοιχεία πως παλιά γράφανε στο πλάι της διαστάσης των φωτογραφιών για να δημοσιευτεί. Ξέρουμε ότι αυτός ο σκύλος ήταν πολύ σκανταλιάρης ως κουτάβι και όταν ταξίδευαν προς την Αγγλία και πέρασαν από το Παρίσι και έμειναν στο Παρίσι, πλήρωσε ο Κρέιν 200 φράγκα στο ξενοδοχείο γιατί ο σκύλος με τα νύχια του είχε κατεβάσει τις ταπετσαρίες από τις πολυθρόνες και τα λοιπά. Και εδώ είναι η επισκεπτήρια κάρτα του Στίβεν Κρέιν, από κάποιο αρχείο δεν θυμάμαι, κάποια από αυτά τα τρία αρχεία που είδα. Σας ευχαριστώ πολύ για την παρακολούθηση. Και τώρα θα δούμε για πολύ λίγο, θα ήθελα να κατεβάζουμε λίγο το φως, την ταινία του George Méliès, που είναι η παράδοση του Τουρνάβου, όπως λέγεται. La prise de Tournavos y the surrender of Tournavos. Είναι γυρισμένοι όλοι στο στούντιο. Αυτή είναι η παράδοση του Τουρνάβου. Η παράδοση του Τουρνάβου. |